Κάθε νέο άλμπουμ των ARCH ENEMY είναι θέμα συζήτησης, καθώς μιλάμε για μία από τις πλέον διάσημες και πετυχημένες μπάντες στις μέρες μας. Το ότι αυτό θα ήταν το πρώτο άλμπουμ χωρίς την Angela Gossow πίσω από το μικρόφωνο, το έκανε ακόμα πιο «καυτό».
Δέκατο άλμπουμ λοιπόν για τους Σουηδούς, με την Alissa White-Gluz (ex- THE AGONIST) να παίρνει τη σκυτάλη από την Angela, αλλά τις αλλαγές να μην περιορίζονται μόνο εκεί.
Φωνητικά, η Alissa δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από την Angela, κατά την ταπεινή μου άποψη. Τσαμπουκαλεμένη, χωρίς να χρησιμοποιεί και καθαρά φωνητικά όπως στην προηγούμενη μπάντα της, δίνει ένα φρέσκο τόνο στον ήχο των Σουηδών, χωρίς όμως να αλλάζει κάτι τόσο δραματικά. Η υπερανάλυση που έχει υπάρξει από τη μέρα που ανακοινώθηκε αυτή η αλλαγή, θεωρώ ότι είναι υπερβολική, καθώς ναι μεν τα φωνητικά της Angela ήταν πιο brutal αν μπορούμε να πούμε, αλλά και πάλι, της Alissa ταιριάζουν μια χαρά στα κομμάτια του δίσκου. Αν βάλουμε και ότι είναι σαφώς και πιο ωραία από την Αγγέλα (να δώσουμε και έναν πιο ανάλαφρο τόνο), μια χαρά είναι η αλλαγή.
Μουσικά τώρα, το “War eternal” μου προκάλεσε ανάμικτα συναισθήματα. Δεν είναι τόσο απλό άλμπουμ. Μετά την ορχηστρική εισαγωγή, ξεκινάει με blast-ίδια (“Never forgive never forget”) και στην πορεία καταφέρνει και αλλάζει αρκετά πρόσωπα. Το πρώτο μισό του δίσκου είναι αρκετά εως πάρα πολύ τυπικό ARCH ENEMY των τελευταίων χρόνων, έχοντας δύο καλά τραγούδια, το “Never forgive never forget” και το πρώτο βίντεο-παρουσίαση της Alissa, “War eternal”. Το “As the pages burn” είναι ένα κομμάτι που δεν ακουμπάει ιδιαίτερα, το “No more regrets” μπορεί να το πεί κανείς και filler, ενώ το “You will know my name” θα μπορούσε να είναι ένα είδος… deathoser, καθώς οι hard rock/poser αναφορές του είναι αρκετές και εξώφθαλμες. Το instrumental ιντερλούδιο “Graveyard of dreams” είναι απλά περιττό, αλλά από εκεί και πέρα ξεκινάνε κάποια ωραία πράγματα και οι πειραματισμοί. Και μπορεί το “Stolen life” πέραν του ρεφραίν του να μην έχει κάτι το τρελό ή διαφορετικό, μετά όμως και καλά κομμάτια υπάρχουν, καθώς επίσης και κάποια δείγματα (;) του πως μπορεί να ηχήσει η μπάντα στο μέλλον. Το “Time is back” με τα συμφωνικά σημεία του (ρεφρέν που θα μπορούσε να είναι και EPICA των τελευταίων δίσκων), τις αναφορές σε κλασική μουσική, σε συνδυασμό με την επιθετικότητα των Σουηδών, είναι και καλό κομμάτι και ενδιαφέρον. Το “On and on” που ακολουθεί, είναι στα ίδια ποιοτικά επίπεδα και με αρκετές εναλλαγές και επιρροές στο ύφος. Από τα καλύτερα όμως κομμάτια του δίσκου, είναι το επόμενο, το “Avalanche”. Συμφωνική εισαγωγή, groove-άτο heavy κουπλέ, γέφυρα με core στοιχεία, ρεφραίν με πλήκτρα και στο μισό χρόνο, μελωδικό… Πολύ καλή σύνθεση. Το “Down to nothing”, ένα βήμα πριν το κλείσιμο του δίσκου, επαναφέρει την αγριάδα σε συνδυασμό με metalcore, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο όμως, για να φτάσουμε στο εξαιρετικό instrumental κλείσιμο με το “Not long for this world”, το οποίο καταραμένο μπορεί μεν να μην είναι διασκευή, είναι όμως ολόιδιο με το “The summon” από το “Out of the sun” του Joey Tafolla. Ακούστε και θα καταλάβετε.
Το νέο άλμπουμ των ARCH ENEMY είναι σίγουρα μεταβατικό. Τόσο γιατί είχαμε την αλλαγή τραγουδίστριας, αλλά και γιατί ο κύριος Amott και η παρέα του μας παρουσιάζουν και κάποια στοιχεία που ίσως αποτελέσουν οδηγό για το επόμενο βήμα τους. Ο ίδιος ο Amott δήλωσε πως ήταν σημαντικό να βγάλουν προς τα έξω τον πραγματικό ήχο της μπάντας, το νόημά της και για αυτό άλλωστε ανέλαβαν οι ίδιοι την παραγωγή και έδωσαν στον παλιό τους γνώριμο, Jens Bogren (KREATOR, OPETH, PARADISE LOST για παράδειγμα), να κάνει τη μίξη και το mastering με εξαιρετικό αποτέλεσμα. Έχει τα πολύ βασικά στοιχεία της μπάντας, έχει, όπως εδώ και πολλά χρόνια, τις γνωστές μελωδίες που παραπέμπουν σε τελείως rock ή heavy καταστάσεις (και όλες σχεδόν λες ότι κάτι σου θυμίζουν), που απλά με την τεράστια παραγωγή και την «καφρίλα» στα φωνητικά γίνονται πιο εμπορικές στον κόσμο που κατά τα άλλα δεν πολυγουστάρει τέτοιο ήχο, αλλά από την άλλη έχει πολλά στοιχεία κλασικής μουσικής (Bach κυρίως) περασμένα σε κάποια κομμάτια, συμφωνικά σε κάποια άλλα, πιο έντονη την στροφή προς Αμερική αλλού και γενικά μία πληθώρα επιρροών, που συνυπάρχουν όμως αρμονικά.
Δεν είναι κακός δίσκος, αλλά ούτε και κάτι το τρομερό. Σίγουρα είναι καλύτερο από τις δύο σερί τελευταίες μετριότητες της μπάντας, τα “The root of all evil” και “Khaos legions”. Είναι δίσκος δύο ταχυτήτων, με το δεύτερο μισό του (τη Β’ μεριά ντε) να είναι ανώτερο συνθετικά, αλλά και να έχει κάτι το διαφορετικό να πεί επίσης. Έχει αρκετά αδιάφορα κομμάτια που «κρύβονται» πίσω από το εξαιρετικό know how που έχει ο Amott και την παραγωγάρα του Bogren, έχει όμως και τραγούδια που σε κολλάνε. Κάπου σε κερδίζει, κάπου σε χάνει, αλλά στο τέλος σου αφήνει μία αίσθηση ότι πάνε να κάνουν κάτι διαφορετικό στο επόμενο. Θέλει ακούσματα σίγουρα. Εμπορικά δε συζητάμε ότι θα «πάει»… Τα 2.800.000 views του βίντεο του “War eternal” σε ένα δίμηνο δείχνουν τα του λόγου το αληθές. Αρκεί αυτό όμως για να πείς ένα δίσκο σούπερ;
6.5/10
Φραγκίσκος Σαμοΐλης












