Μπήκε το φθινόπωρο και τέλη του Σεπτέμβρη, κυκλοφόρησε ένας από τους κορυφαίους δίσκους της χρονιάς. Ιδιαίτερα οι φίλοι της μπάντας, περίμεναν με ενδιαφέρον το άλμπουμ αυτό, αφού η επαναδραστηριοποίηση των MR. BIG έφερε ένα φανταστικό, αλλά πιο μοντέρνο άλμπουμ (“What if”) και ήθελαν να δουν, με ποιο τρόπο θα συνέχιζαν.
Η απάντηση βρίσκεται στις ρίζες της μπάντας. Ναι, η βιρτουόζικη τετράδα, ανεβάζει ταχύτητες, ξεσπά σε σόλο και τεχνικές, λες και είμαστε στο 1989. Πραγματικά, το “The stories we could tell” ακροβατεί μεταξύ του “What if” και του “Mr. Big”. Όπως εύκολα καταλαβαίνετε, με ενθουσίασε η νέα προσπάθεια των Αμερικάνων, παρότι το πρώτο δείγμα τους, “Gotta love the ride” ήταν κάπως χλιαρό κι εξακολουθώ να πιστεύω, πως δεν είναι το καλύτερο τραγούδι για να ανοίξει το άλμπουμ, αν και έχει κάποια έξοχα στοιχεία, με κυρίαρχο τον Paul Gilbert.
Ο μοναδικός χιουμορίστας της κιθάρας, βρίσκεται σε συνθετική έκρηξη (μην ξεχνάτε τα πρόσφατα προσωπικά του άλμπουμ) και φαίνεται πως ξανα-ευχαριστιέται την συνεργασία του στους MR. BIG. Άλλωστε η αρχή του τέλους της μπάντας, ήταν η δική του απόσχιση πριν 18 περίπου χρόνια. Σήμερα όμως, οργιάζει ξανά σαν αχόρταγος 25άχρονος που θέλει να καταξιωθεί.
Ακούγοντας τι κάνει o Gilbert που παλεύει με τον Billy Sheehan σε κομματάρες όπως το “I forget to breathe” και το “Monster in me” σίγουρα γυρίζουμε σε στιγμές “Addicted to that rush” και “Colorado bulldog”. Αν και δεν γνωρίζω λεπτομέρειες για τους συνθέτες στο κάθε τραγούδι, μου μυρίζει αρκετή συνεργασία. Πλέον είναι εμφανές πως η μπάντα παλιώνει σαν το καλό κρασί και τελικά μας παρουσιάζει τον πιο μεστό και ολοκληρωμένο δίσκο της. Υπάρχει ο απαραίτητος χώρος για να λάμψει το καθένα από τα τέσσερα μέλη για να μην ξεχάσουμε πως οι MR. BIG συγκροτήθηκαν ως super-group.
Γενικά το “The stories we could tell” είναι απόλυτα ισορροπημένο. Παρόν και παρελθόν. Μελωδία και δεξιοτεχνία. Ανεβασμένες ταχύτητες και mid-tempo τραγούδια. Χώρος για όλους αλλά και αυτόνομες στιγμές λάμψης. Κυριαρχεί όμως η ποιότητα στις συνθέσεις και πάθος στην ερμηνεία, που μετατρέπουν το άλμπουμ σε διαχρονικό, από την ημέρα της κυκλοφορίας του.
Ακόμα και στις μπαλάντες (δύο σε σύνολο 13 συνθέσεων, πιστεύω αρκούν) υπάρχει η ποιότητα που έκαναν τραγούδια όπως το “Just take my heart” να διατηρηθούν στο πέρασμα του χρόνου. Ιδιαίτερα το “The man who has everything” είναι εξαίσιο. Κι αφού μιλάμε για τα σημάδια του χρόνου, αυτά είναι πιο εμφανή από ποτέ στον drummer Pat Torpey, που ανακοινώθηκε ότι πάσχει από την νόσο του Πάρκινσον και μάλλον το παρών αποτελεί την τελευταία του παράσταση με τον θίασο των MR. BIG. Αν ισχύει αυτό, τότε σίγουρα φροντίζει να το κάνει με το περίσσιο στυλ που διέθετε όλα αυτά τα χρόνια σε μια ηχογράφηση αντάξια του ονόματός του.
Αντιθέτως αυτός που ακούγεται να έχει διατηρηθεί αντιστρόφως ανάλογα με την ηλικία του, είναι ο Eric Martin, που αποδίδει αισθησιακά και παθιασμένα. Ακόμα και σε γρήγορα τραγούδια όπως το σπουδαίο “Light of day” καταφέρνει να κυριαρχήσει, αν και στο σόλο ανταγωνίζεται ο Sheehan με τον Gilbert σε στυλ που ταιριάζει στις συναυλίες τους και στην υστεροφημία του συγκροτήματος.
Υπάρχουν και κομμάτια που δεν σε καρφώνουν στον τοίχο εδώ. Σε αυτά ανήκει και το “Cinderella smile” που όμως έχει ένα blues-rock ριφ, που είναι για σεμινάριο σε επίδοξους κιθαρίστες, με τον τρόπο του PG να κάνει κάτι τόσο τεχνικό να ακούγεται τόσο απλό. Αυτή είναι και η μαγεία των MR. BIG όμως! Κατάφερναν ανέκαθεν να ακούγονται μελωδικοί και προσιτοί στο ευρύ κοινό, ώστε να πουλάνε πολλούς δίσκους, ενώ ταυτόχρονα είχαν εξαιρετικά τεχνικά περάσματα που προσέλκυαν τους ψαγμένους ακροατές κι έκαναν ακόμα και μουσικούς να σηκώσουν το φρύδι με την ιδιοφυία τους! Έτσι και στο ομώνυμο mid-tempo τραγούδι τους, που κλείνει μελαγχολικά ένα φανταστικό άλμπουμ και σε αφήνει χορτασμένο, αλλά συνάμα διψασμένο για περισσότερο melodic-classic-blues-rock. Αυτό είναι το φανταστικό άλμπουμ που ξεπερνά τις προσδοκίες μας για φέτος. Θα καταφέρουμε να τους δούμε ζωντανά;
9 / 10






>



