STEVEN WILSON – “Hand. Cannot. Erase.” (kScope)









    >








    Αυτό που κάνει ο Steven Wilson με το “The raven that refused to sing (and other stories)” πρόπερσι και το “Hand. Cannot. Erase.” φέτος, είναι καταστροφικό. Βγάζει άλμπουμ στις αρχές της χρονιάς και διαλύει κάθε πιθανότητα να βρω ανταγωνιστή για το καλύτερο άλμπουμ της χρονιάς, όταν θα ετοιμάζω τη λίστα μου με το Top-20 γύρω στα Χριστούγεννα.

    Χρησιμοποιώντας τους ίδιους, απίστευτα ταλαντούχους, μουσικούς με το “The raven…”, όπως τον μυθικό Guthrie Govan στην κιθάρα ή τον ασύλληπτο Marco Minnemann στα ντραμς, ο Steven Wilson μπήκε στο στούντιο με σκοπό να συνθέσει έναν διαφορετικό δίσκο, χωρίς όμως να αποκοπεί εντελώς από το “The raven…”. Έτσι, έχουμε στα χέρια μας ένα άλμπουμ που δεν έχει τα αρκετά jazz στοιχεία του προκατόχου του (εξ ου και η μικρή συμμετοχή του σαξοφωνίστα Theo Travis) για αρχή. Έχω την εντύπωση ότι ο Wilson αποφάσισε να «τρολάρει» τους οπαδούς του, μπερδεύοντάς λίγο με την αρχική επιλογή να βγάλει σαν πρώτα δείγματα γραφής του άλμπουμ, το –σχεδόν εντελώς- pop ομώνυμο κομμάτι και στη συνέχεια το “Perfect life” για video clip, που είναι αρκετά ηλεκτρονικό. Σε ότι αφορά τα pop στοιχεία, βέβαια, δεν είναι κάτι και τόσο πρωτόγνωρο για τον καλλιτέχνη βέβαια, αλλά όπως και να έχει, μην φοβάστε για την prog ατμόσφαιρα του δίσκου. Άλλωστε μιλάμε για μόλις 8 και κάτι λεπτά από τα 70 που διαρκεί ο δίσκος…

    Μετά την εισαγωγή του “First regret”, μπαίνει ένα θέμα που με έκανε να νομίζω ότι ακούω RUSH της δεκαετίας του ’70 με το “3 years older” και για τα 10+ λεπτά που διήρκεσε το κομμάτι, αναπαύτηκα στην πολυθρόνα μου, απολύτως βέβαιος ότι έχουμε να κάνουμε μ’ ένα αριστούργημα. Όλα τα τεράστια σε διάρκεια κομμάτια, το “Regret” και το “Ancestral”, είναι κυριολεκτικά αριστουργήματα, που μόνο αρτίστες του βεληνεκούς του Wilson μπορούν να συνθέσουν, ενώ τα «αρρωστημένα» “Home invasion” και “Regret #9», που ακούγονται σαν ένα τραγούδι, έχουν ένα βασικό θέμα με πλήκτρα που μόνο ένα μυαλό πολυσχιδές θα μπορούσε να συλλάβει και τα σόλο που ακούγονται, ανήκουν στο πάνθεον των μεγαλυτέρων στιγμών των PINK FLOYD και των μεγάλων του είδους στη δεκαετία του ’70. Μέσα σ’ όλα, να μην ξεχάσω και το σύντομο και απλό “Transcience” που έχει το άρωμα του “Lightbulb sun”.
    Ο δίσκος, όπως συνηθίζει ο Wilson, είναι concept και είναι εμπνευσμένος από την πραγματική ιστορία της Joyce Vincent, που πέθανε μόνη της στο διαμέρισμά της το 2003 και με μία σειρά τραγικών καταστάσεων, το πτώμα της βρέθηκε μετά από δύο χρόνια, καθώς κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί γι’ αυτήν, παρότι ήταν αρκετά δημοφιλής. Όλο αυτό, επέτρεψε στον Wilson να χτίσει πάνω σε συναισθήματα που λατρεύει, όπως αυτό της αποξένωσης, του φόβου της τεχνολογίας και τόσων άλλων αγαπημένων του θεμάτων και να φτιάξει μία φοβερή ατμόσφαιρα που στοιχειώνει την ακρόαση του δίσκου, με τον ίδιο να «παίζει» πρωταγωνιστικό ρόλο, κάνοντας πιο «γυναικεία» τη φωνή του σε σημεία, προσπαθώντας να μοιάσει στη λατρεμένη του Kate Bush αλλά και χρησιμοποιώντας σε σημεία την Ισραηλινή Ninet Tayeb στα φωνητικά.

    Για δεύτερη συνεχόμενη φορά στη σόλο καριέρα του, κατάφερε να με καθηλώσει και να με κάνει να προβώ σε αλλεπάλληλες ακροάσεις του δίσκου μετά μανίας. Ενός δίσκου που ακούγεται ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ από την αρχή μέχρι το τέλος κι όχι αποσπασματικά. Μου είναι αδιάφορο αν θα επαναδραστηριοποιήσει τους PORCUPINE TREE ή όχι. Στη σόλο καριέρα του εκφράζεται χωρίς κανένα όριο και συμβιβασμό, ενώ στους PORCUPINE TREE, όπως θα διαβάσετε σε λίγες μέρες και στη συνέντευξη που κάναμε, προσπαθώντας να εισακουστούν οι γνώμες και οι επιρροές όλων, αναγκαστικά ακούγαμε μόνο ένα μέρος της μουσικής που οραματιζόταν. Αν είναι να ακούμε τέτοια μαγεία από τα ηχεία μας, ας ζήσουμε με την ανάμνηση των PORCUPINE TREE κι ας αφήσουμε τον Wilson να μας μαγέψει με δισκάρες όπως το “Hand. Cannot. Erase.”.

    9,5 / 10

    Σάκης Φράγκος

    LEAVE A REPLY

    Please enter your comment!
    Please enter your name here