Το τρίτο άλμπουμ, είναι πάντα κομβικής σημασίας για ένα νέο συγκρότημα, καθορίζοντας, συνήθως, αν έχει τα φόντα για να πρωταγωνιστήσει σε βάθος χρόνου ή αν το πραγματικό ταβάνι του κυμαίνεται λίγο πιο πάνω από τα όρια της μετριότητας. Στην περίπτωση των WINDHAND βέβαια, το hype ήταν σχεδόν πρωτοφανές. Και όσο μεγάλη ήταν η προσμονή μου για το νέο δισκογραφικό τους πόνημα, άλλο τόσο μεγάλη ήταν και η περιέργειά μου, για το αν θα κατάφερναν να προχωρήσουν ένα βήμα παραπέρα από το κρεσέντο doom αβυσσαλεότητας, με το οποίο μπόλιασαν στις προηγούμενες προσπάθειες τους.
Η κλασική μονολιθικότητα που επισφράγισε με εντυπωσιακό τρόπο τους πρώτους δύο δίσκους του κουιντέτου από το Richmond της Virginia, είναι και πάλι σε πρώτο πλάνο στο “Grief’s Infernal Flower”. Ως δίαυλος έκφρασής της όμως, δεν χρησιμοποιείται η σαρωτική μαυρίλα δίχως τέλος, που ειδικά στο “Soma” σε έκανε να δεις τον ουρανό σφοντύλι, αλλά μία ψυχεδελίζουσα αύρα, που θεμελιώνει μία ελαφρώς πιο ισορροπημένη χρήση δύναμης και ατμοσφαιρικού μινιμαλισμού, αφήνοντας συγχρόνως επαρκή χώρο και για αρκετές μελωδικές εξάρσεις.
Η συγκεκριμένη επιλογή αφήνει το αποτύπωμά της, πρωτίστως στην κιθαριστική δουλειά των κυρίων Bogdan και Morris, η οποία από πλευράς έντασης και όγκου είναι μεν μισό κλικ πιο κάτω σε σχέση με τους δισκογραφικούς προκατόχους της, εντούτοις, περικλείει όση βαρύτητα χρειάζεται για να πιστοποιήσει ότι πρόκειται για έναν ακόμη δίσκο που κουβαλάει την ατόφια doom σφραγίδα των WINDHAND. Η απουσία ενός “Summon the Moon” ή ενός “Woodbine”, ίσως να αφήνει μια γλυκόπικρη αίσθηση στις πρώτες ακροάσεις του άλμπουμ, στη θέση τους όμως υπάρχουν κομμάτια με τη δική τους ισχυρή προσωπικότητα, όπως τα “Hyperion”, “Forest clouds” και το ερεβώδες “Hesperus”, τα οποία συνθέτουν από κοινού μία δυνατή ηχητική εμπειρία, χάρη κυρίως στα βαριά και ασήκωτα ρυθμικά μέρη τους και τα fuzz-ιάρικα solos τους.
Η παρουσία του φημισμένου Jack Endino πίσω από την κονσόλα, αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα μεγάλα συν του άλμπουμ, καθώς βάζει όσο πρέπει το χεράκι της, προκειμένου το συνολικό αποτέλεσμα να βγει αρκούντως πεντακάθαρο και κολακευτικό. Ωστόσο, η ουσιαστική συνεισφορά της έγκειται ομολογουμένως στο ότι αναδεικνύει περισσότερο από ποτέ το πραγματικό δυνατό χαρτί των WINDHAND, το οποίο δεν είναι άλλο από τη φωνή της Dorthia Cottrell. Ανανεωμένη και με ακόμη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση έπειτα από την προ μηνών κυκλοφορία του πρώτου προσωπικού δίσκου της, αφήνει πίσω της τον, ως επί το πλείστον, απαγγελτικό ρόλο του “Soma” και βγαίνει μπροστά, φωτίζοντας με τις φωνητικές αρμονίες της την ακουστική μελαγχολία των “Sparrow” και “Aition”, όσο και την βαρύγδουπη ψυχεδέλεια των “Crypt Key” και “Kingfisher”.
Εν κατακλείδι, το “Grief’s Infernal Flower” συνιστά ένα ακόμη κερδισμένο στοίχημα για τους WINDHAND. Η ουσία όμως για το αμερικανικό συγκρότημα, είναι πως αυτή τη φορά το επίτευγμά του δεν έρχεται μέσα από την άκρατη επιμονή στα ματαιόδοξα clichés που κατακλύζουν το ιδίωμά τους, αλλά μέσα από τη συνειδητή ανατροφοδότηση του μουσικού οικοδομήματός του, με περίσσεια αποθέματα φρεσκάδας, οξυδέρκειας και συνθετικής μεθοδικότητας. Αν μη τι άλλο τίμια και προπάντων μεστότατη προσέγγιση, που τους φέρνει επάξια σε απόσταση αναπνοής από την πανηγυρική εδραίωση στην αφρόκρεμα των πρωτοκλασάτων ονομάτων του doom metal.
8/10
Πάνος Δρόλιας






>



