“Exploring the gate of Sethu”
Το “At the gate of Sethu” είναι το έβδομο album των Αμερικανών deathsters από το Greenville. Πολλά τα ερωτήματα από έναν δίσκο, ο οποίος δείχνει ηχητικά όμοιος με το “Those whom the Gods detest”, αλλά έχει σημαντικές διαφορές σε όλα τα υπόλοιπα επίπεδα. Με τον Karl Sanders είχαμε μιλήσει γι’αυτό το album όταν είχαν έρθει στη Θεσσαλονίκη πέρσι το χειμώνα και μου είχε επισημάνει ότι ο δίσκος θα είναι πιο ατμοσφαιρικός, mid tempo και διαφορετικός απ’ό,τι έχουν κάνει μέχρι τώρα. Με την ολοκλήρωση του επικοινώνησε μαζί μας για να μας αποσαφηνίσει τι περιλαμβάνεται στο νέο τους album και τι νέο φέρνει στον ήχο τους.
«Μας πήρε 10 μήνες η ολοκλήρωσή του. Ξεκινήσαμε τον περσινό Μάιο και ολοκληρώθηκε η μίξη του το Μάρτιο. Πιστεύω πως είναι διαφορετικό από το προηγούμενο album. Μια βασική διαφορά είναι ότι τα κομμάτια είναι μικρότερα σε διάρκεια και έτσι είναι πιο στοχευμένα. Επίσης η δομή των κομματιών είναι διαφορετική από κομμάτι σε κομμάτι και υπάρχουν και πολλές νέες δομές σε κάποια από αυτά. Αν βάλεις και τους διαφορετικούς ρυθμούς και τις τεχνοτροπίες στα riffs, τότε αυτό το album είναι κατά πολύ διαφορετικό από το “Those whom the Gods detest.

Υπάρχουν δύο «αργά» κομμάτια στο δίσκο. Το ένα το “Tribunal of the Dead” και το άλλο είναι το “The Chaining of the Iniquitous”, το οποίο κλείνει και το δίσκο».
Εντύπωση προκαλούν τα «καθαρά» φωνητικά του Karl Sanders, που εμφανίζονται εκτεταμένα σε αρκετά σημεία του δίσκου. Μήπως σιγά σιγά σκέφτονται να απομακρυνθούν από τα τυπικά death metal φωνητικά, που είχαν μέχρι τώρα;
«Ναι, νομίζω πως αυτό θα γίνει. Ψάχνω καινούρια πράγματα που μπορώ να κάνω με τη φωνή μου και νέες μεθόδους. Δεν υπάρχουν απαραίτητα κανόνες γι’αυτό και για την ακρίβεια επινοήσαμε νέους. Θέλαμε σε αυτό το δίσκο να βάλουμε περισσότερα «karl» φωνητικά. Στους προηγούμενους δίσκους δεν είχα κάνει εκτεταμένα τέτοια φωνητικά και νομίζω ότι θα έπρεπε. Όλοι συμφωνήσαμε πως μπορούμε να τα βελτιώσουμε και να τα εντάξουμε στον ήχο μας».
Τα μέρη των τυμπάνων αυτή τη φορά εντυπωσιάζουν με την αυτονομία τους και τη δυνατότητα που τους έχει δοθεί να οδηγούν τις συνθέσεις σε αρκετά σημεία. Ισχύει αυτό;
«Συμφωνώ με όλα αυτά. Είχαμε στο μυαλό μας τα τύμπανα να συνεισφέρουν στη γενική εικόνα, δένοντας με τις κιθάρες και τα φωνητικά. Ο Γιώργος φέρνει πάντοτε νέες ιδέες όσον αφορά τα τύμπανα, οι οποίες εντάσσονται στις συνθέσεις μας. Είναι πολύ σημαντικό να λειτουργούν σωστά όλα τα στοιχεία μαζί, για να δημιουργούν ένα μεγάλο ενιαίο evil metal ρυθμό. Λειτουργούμε σαν ομάδα».
Δε θα μπορούσε αυτό να επιτευχθεί αν δεν ήταν ο drummer τους τόσο καιρό μαζί τους. Κατά κάποιο τρόπο το album αυτό είναι το επιστέγασμα της άρρηκτης – πλέον – σύνδεσης του ονόματος των NILE με την παρουσία του Γιώργου Κόλλια πίσω από τα drums. Στο συνολικό ερώτημα του τί είναι για εκείνον ο George Kollias, οι επισημάνσεις είναι καίριες και αφοπλιστικές για όσους κρίνουν με άλλα μέτρα και σταθμά τους death metal drummers.

«Είναι σαν metal brother για εμάς και τον αγαπάμε. Είναι στη μπάντα για 8 χρόνια και ηχογραφήσαμε μαζί του 4 albums, περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο drummer στους NILE. Ο Γιώργος είναι ο καλύτερος από όλους! Το πιο σημαντικό σε αυτόν είναι ότι μπορεί και παίζει σωστά όσον αφορά το χρόνο.
Είναι πολύ σημαντική δουλειά για έναν drummer το να κρατάει το χρόνο, κάτι που ξεχνάνε πολλοί από το χώρο του death metal. Το ξεχνάνε, ενώ αυτό είναι το πιο σημαντικό και όχι το να έχουν ταχύτητα στα blastbeats και γενικότερα στον τρόπο παιξίματος. Ακόμα κι όταν παίζεις κάτι τρελό πρέπει να είσαι μέσα στο χρόνο!
Ο Γιώργος το καταλαβαίνει αυτό και έχει τρομερό timing! Είναι συνεπής σε αυτό και όσο τρελά πράγματα και να παίξει είναι πάντα σωστά στο χρόνο. Έτσι βοηθάει όλους να παίζουν σαν ομάδα και το αποτέλεσμα που βγαίνει είναι μουσική και όχι θόρυβος! Η καρδιά του είναι αληθινή! Τον αγαπώ αυτόν τον τύπο»!
Ακούγοντας το δίσκο πολλές φορές ίσως να εντοπίσετε πολλά στοιχεία και εκτός των ορίων του death metal. Ακόμα και παραδοσιακό heavy μπορεί να αναγνωρίσετε κάτω από τις περίπλοκες δομές των κομματιών, καθιστώντας το album πολυδιάστατο. Ισχύει και αυτό ή είναι ιδέα μου;
«Θα συμφωνήσω και με αυτό. Νομίζω ότι υπάρχουν πολλά στυλ metal μουσικής σε αυτό το δίσκο και ισχύει ότι υπάρχουν και κλασικά heavy στοιχεία. Το πώς προέκυψαν είναι μάλλον απλό: Δεν υπάρχουν κανόνες! Θα γράψω ό,τι χρειάζεται για ένα κομμάτι.
Όπως ανέφερες και πριν, δεν ήθελα να κάνω ένα μονοδιάστατο δίσκο, αλλά έναν πολυδιάστατο! Υπάρχουν επίσης πολλά επιπλέον όργανα σε αυτό το δίσκο. Η χρήση τους εξαρτάται από τις λέξεις. Κάποιες φορές σημαίνουν κιθάρες, ενώ κάποιες άλλες σημαίνουν κάποιο άλλο όργανο. Με αυτό τον τρόπο είναι σαν να δίνω ζωή στις λέξεις μέσω της μουσικής».το κομμάτι αυτόνομα. Ξεκινάω με τις λέξεις, οι οποίες με εμπνέουν στη σύνθεση της μουσικής.
Αυτός ο τρόπος σύνθεσης είναι πλήρως αντίθετος με τον καθιερωμένο, που ακολουθείται από την πλειονότητα των μουσικών ανεξαρτήτως στυλ. Όμως για τους NILE είναι απαραίτητος για να προκύψει αυτό το αποτέλεσμα και μάλλον οφείλουμε κι εμείς οι ακροατές να ακούμε τη μουσική τους, διαβάζοντας παράλληλα τους στίχους με θεατρικότητα.

«Γράφω τις λέξεις σαν να τις τραγουδάω, αλλά δε σημαίνει πως απαραίτητα έχω μια φωνητική γραμμή στο μυαλό μου. Είναι σαν μορφή απαγγελίας σε ένα θέατρο για παράδειγμα και ναι έχουν θεατρικότητα μέσα τους.
Ο καθένας μπορεί να γράφει μουσική με τον τρόπο που του αρέσει. Για εμένα το να γράφεις πρώτα μουσική και μετά στίχους είναι σαν αποτέλεσμα πολύ τυπικό. Πολλές φορές δεν θυμάμαι και πώς να δουλέψω διαφορετικά. Μου αρέσει πάρα πολύ να δουλεύω πρώτα με τους στίχους, γιατί σου δίνουν πολλές διαφορετικές ιδέες. Όταν βλέπω μια γραμμή από στίχους, έχω λέξεις που με εμπνέουν και δίνουν δυνατότητες.για riffs».
Πολλοί θα αναρωτιέστε από πού αντλεί την έμπνευση του γι’αυτούς τους στίχους και σίγουρα ακόμα περισσότεροι θα ποντάρετε ότι εμπνέονται από την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία. Τέτοια απάντηση σ’αυτό το ερώτημα ομολογώ δεν περίμενα…
«Δεν ξέρω…ο αέρας που αναπνέω! Αγαπάω το metal, αγαπάω τους NILE και κάθε μέρα είναι για εμένα μια ακόμα ευκαιρία να κάνω περισσότερη μουσική για τους NILE. Αυτό είναι που με ωθεί και είναι η φωτιά μου και το πάθος μου. Αυτό ήταν που πάντοτε ήθελα να κάνω και με κάνει πάρα πολύ χαρούμενο. Το ότι έχουμε την ευκαιρία να παίξουμε metal, να έχουμε τη μπάντα μας και να γυρνάμε όλο τον κόσμο κάνει τη ζωή μου ευτυχισμένη».
Πέρα από τους NILE, o 48χρονος κιθαρίστας έχει μέχρι στιγμής και δύο solo δίσκους. Σε αυτούς παρουσιάζει πιο εκτεταμένα τις ιδέες του στην ανατολίτικη μουσική, αξιοποιώντας τις ικανότητες του στο μπαγλαμά και στο σάζι, πέρα από τις κιθάρες και τα πλήκτρα. Άραγε θα δούμε στο μέλλον τους NILE να εντάσσουν πιο εκτεταμένα αυτά τα στοιχεία, όπως κάνουν για παράδειγμα οι MELECHESH;

«Πιστεύω πως θα γίνει κάτι τέτοιο στους επόμενους δίσκους. Τώρα που τελείωσε το νέο album των NILE θα ασχοληθώ με το να γράψω ένα νέο solo album σε ανάλογο ύφος. Κατά κάποιο τρόπο ανυπομονώ ν’ασχοληθώ, μιας και θα έχω χρόνο».
Οι εκτεταμένες περιοδείες είναι, κατά κάποιο, τρόπο ρουτίνα για τους Αμερικανούς τα τελευταία χρόνια. Τί θυμάται από την τελευταία περιοδεία;
«Κάναμε εκτεταμένες περιοδείες δύο χρόνων για το “Those whom the gods detest”. Θυμάμαι τον κόσμο που ανταποκρινόταν θερμά στα κομμάτια μας και τις νέες χώρες που επισκεφθήκαμε. Από τη Θεσσαλονίκη θυμάμαι τους πολλούς τρελαμένους Έλληνες και σίγουρα είχα περάσει πολύ καλά. Ο κόσμος έκανε headbanging, moshing και τραγουδούσε μαζί μας τα κομμάτια. και φυσικά ότι αρρώστησα και μου πήρε μήνες για να επανέλθω! Είμασταν το χειμώνα στη Σκανδιναβία με θερμοκρασίες πολλών βαθμών υπό το μηδέν και δεν υπήρχε περίπτωση να βελτιωθεί η κατάσταση μου. Μου πήρε πολλούς μήνες για να συνέλθω τελείως»!
Στην Ευρώπη ετοιμάζεται ένα τρομερό συναυλιακό πακέτο με τους KREATOR, τους MORBID ANGEL και τους NILE. Πώς προέκυψε;
«Μας ζήτησαν να συμμετάσχουμε και εμείς το αποδεχτήκαμε με μεγάλη χαρά! Θα είναι σίγουρα βραδιές με πολύ metal! Νομίζω θα υπάρχει show και στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα».
Λευτέρης Τσουρέας







>



