
(διαβάστε το πρώτο μέρος του αφιερώματος εδώ)
More flops!
Η εμπορική επιτυχία δεν είναι, από μόνη της, πρόβλημα στο heavy metal. Πολλές από τις μεγαλύτερες μπάντες του είδους κατάφεραν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ευρύτερη απήχηση και την καλλιτεχνική συνέπεια. Ωστόσο, υπάρχει ένα σημείο όπου η επιδίωξη της εμπορικότητας παύει να λειτουργεί ως εξέλιξη και μετατρέπεται σε συμβιβασμό. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν δίσκοι που χαρακτηρίζονται από απλοποίηση της δομής της μουσικής, μείωση της έντασης και προσπάθεια προσαρμογής σε πιο ραδιοφωνικά πρότυπα. Το αποτέλεσμα είναι συχνά ένας ήχος πιο εύπεπτος, αλλά ταυτόχρονα λιγότερο χαρακτηριστικός. Κακό; ΟΧΙ! Αλλά πρέπει να το κάνεις με τρόπο! Η αντίδραση του κοινού σε τέτοιες περιπτώσεις είναι έντονη, καθώς η αλλαγή εκλαμβάνεται όχι ως δημιουργική επιλογή, αλλά ως υποχώρηση. Άλλοι το έκαναν και κέρδισαν, άλλοι το έκαναν και την πάτησαν…

Το “Turbo” (1986) αποτελεί μία από τις πρώτες μεγάλες περιπτώσεις εμπορικής στροφής στο heavy metal. Η εισαγωγή synthesizers και πιο γυαλισμένης παραγωγής διαφοροποιεί αισθητά τον ήχο των JUDAS PRIEST, που τους είχαμε μάθει να ορίζουν τον όρο του heavy metal. H αλλαγή δεν ήταν μόνο σε μουσικά μονοπάτια αλλά και σε επίπεδο image ως ένα σημείο. Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ ότι ξαφνικά είδαμε τον Halford ξανθό και με χαίτη, ενώ τους Tipton και Downing με λακ και μαλλί κομμωτηρίου! Βρίσκονταν στο απόγειο της δημοτικότητάς τους και επιχείρησαν να διευρύνουν περαιτέρω το ακροατήριο με έναν ήχο και ένα άλμπουμ που προκάλεσε ποικίλα σχόλια κυρίως αρνητικά. Η επιλογή αυτή είχε οφέλη, αλλά κόντεψε να έχει σοβαρό κόστος σε επίπεδο αξιοπιστίας της μπάντας. Σε άλλους το “Turbo” άρεσε, σε άλλους όχι, και ακόμα και σήμερα οι γνώμες διχάζονται. Αξίζει πάντως να ακούστε την “Turbo 30 (30th Anniversary Deluxe Edition)”. Αν όχι ο ορισμός του flop, τον πλησίασε πολύ όμως. Σε αντίθεση, το “Demolition” η συνέχεια του σχεδόν καλού “Jugulator” δεν αποτελεί επιτυχημένη εμπορική στροφή, το αντίθετο μάλιστα. Μοιάζει με μάλλον αποτυχημένη προσπάθεια επαναπροσδιορισμού και υιοθέτησης πιο σκληρής τάσης στην μουσική. Οι JUDAS PRIEST συνεχίζουν να ενσωματώνουν σύγχρονα στοιχεία, επιχειρώντας να προσεγγίσουν ένα νέο κοινό, που είχε για ήρωες τους PANTERA. Δεν το κάνουν με κακό τρόπο, το άλμπουμ δεν είναι για πέταμα. Η έλλειψη όμως σαφούς κατεύθυνσης και η συνεχής απουσία της χαρακτηριστικής φωνής του Rob Halford ενισχύουν την αστάθεια του πυρήνα του συγκροτήματος που η αλήθεια είναι προσπάθησε πολύ φιλότιμα να διατηρήσει ταχύτητα και τραχύτητα στην μουσική του. Και όπως είπαμε και πιο πάνω, σε πολλές περιπτώσεις, το πρόβλημα δεν είναι η ποιότητα του νέου σχήματος ή της ίδιας της μουσικής, αλλά η σύγκριση με το παρελθόν. Και εδώ αυτό ισχύει στο έπακρον.
Το “Destiny” (1988) αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις εμπορικής στροφής στο τέλος της δεκαετίας του 1980. Οι SAXON, από βασικοί εκπρόσωποι του NWOBHM, απομακρύνονται εδώ αισθητά από τον σκληρό, άμεσο ήχο που τους καθιέρωσε, υιοθετώντας πιο μελωδικές, AOR προσανατολισμένες φόρμες. Η παραγωγή είναι πιο “γυαλισμένη”, οι συνθέσεις πιο φιλικές και η συνολική αποτίμηση δείχνει μια συνειδητή προσπάθεια διεύρυνσης του ακροατηρίου. Ωστόσο, η αλλαγή αυτή δεν συνοδεύεται από την ίδια συνθετική δύναμη που χαρακτήριζε τις προηγούμενες δουλειές τους. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που, αν και δεν είναι κακός, στερείται της ταυτότητας και της έντασης που το κοινό είχε συνδέσει με το όνομα των SAXON. Σε μια περίοδο όπου πολλές παραδοσιακές metal μπάντες ένιωθαν ισχυρή πίεση για πιο εμπορικές τάσεις, οι SAXON επιχείρησαν να προσαρμοστούν. Το “Destiny” αποτυπώνει αυτή την προσπάθεια και τα όριά της. Δεν λειτούργησε, απογοήτευσε την μπάντα, απογοήτευσε το κοινό τους, αλλά όλοι ξέρουμε ότι τελικά βρήκαν τον δρόμο τους!
Το “One way ticket to hell… and back” (2005) των THE DARKNESS, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της λεγόμενης “υπερβολής της επιτυχίας”. Μετά από ένα εξαιρετικά αλλά ανεξήγητα επιτυχημένο ντεμπούτο οι THE DARKNESS επιστρέφουν με έναν δίσκο πιο φιλόδοξο, αλλά και πιο φορτωμένο. Ούτε δυο χρόνια δεν είχαν περάσει όταν με το “Permission to land” πούλησαν περίπου 1.500.000 αντίτυπα στην Μεγάλη Βρετανία, αριθμός απίστευτος για πρωτοεμφανιζόμενη rock μπάντα εκείνα τα χρόνια. Επικράτησε χάος με τους THE DARKNESS που ξαφνικά έγιναν από το τίποτα rock stars. Από την μία μέρα στην άλλη στην κυριολεξία, και όλοι περίμεναν ότι θα ήταν οι νέοι QUEEN, αν και γενικά πρέπει να ομολογήσουμε ότι είχαν πολύ προσωπικό ήχο. Αμ δε, όμως… Το “One way ticket to hell… and back” τους οδήγησε στο να χάσουν το δισκογραφικό τους συμβόλαιο με την Atlantic! Μιλάμε για τέτοια μεγάλη εμπορική αποτυχία. Οι συνθέσεις είναι πιο περίπλοκες, η παραγωγή πιο επιτηδευμένη και η αμεσότητα που χαρακτήριζε την προηγούμενη δουλειά έχει περιοριστεί. Υπό τεράστια πίεση να επαναλάβουν την επιτυχία τους, οδηγήθηκαν σε υπερβολικές επιλογές. Το αποτέλεσμα ήταν η αρχή μιας απότομης πτώσης, όπως ήρθαν έτσι εξαφανίστηκαν και παρόλο που μετά από πολλές παλινωδίες συνέχισαν να δισκογραφούν, κανείς δεν τους έδωσε ξανά ποτέ σημασία…
Το “The X-Factor” (1995) σηματοδοτεί μια από τις πιο δραστικές αλλαγές στην ιστορία των IRON MAIDEN. Με την αποχώρηση του Bruce Dickinson και την είσοδο του Blaze Bayley, η μπάντα διαφοροποιείται στην παραγωγή και υιοθετεί έναν πιο σκοτεινό και εσωστρεφή ήχο. Η αλλαγή αυτή δεν είναι μόνο στα φωνητικά και στην ταυτότητα μιας μπάντας που εν πολλοίς οριοθετεί τον heavy metal ήχο, επηρεάζει και τη συνολική αισθητική πέρα από τον τρόπο σύνθεσης. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος πιο «βαρύς» και αργός, αλλά και λιγότερο άμεσος, χωρίς την σπιρτάδα που είχαν στο παρελθόν. Η σύγκριση ούτως ή αλλιώς του νέου με το παλαιό είναι δεδομένη.
To “Virtual XI” (1998), θα έρθει ως συνέχεια της ίδιας περιόδου, αλλά χωρίς ουσιαστική βελτίωση. Η μπάντα φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί στο νέο σχήμα, ωστόσο το επίπεδο των συνθέσεων δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί στο επίπεδο των προσδοκιών. Δύο δίσκοι που δέχτηκαν σφοδρή κριτική όταν είχαν βγει, αντιμετωπίζονται αρκετά διαφορετικά στις μέρες μας, όμως. Την συνέχεια την γνωρίζετε..

Η αποχώρηση του Udo άλλαξε ριζικά τον ήχο των ACCEPT. Η χαρακτηριστική τραχιά φωνή του αντικαθίσταται από πιο “καθαρή” προσέγγιση, οδηγώντας σε έναν εμπορικό hard rock ήχο που ειλικρινά, δεν ταιριάζει με τους Γερμανούς Τεύτονες ιππότες του metal. Το “Eat the heat” (1989), παρά τις ποιοτικές του στιγμές, δεν αναγνωρίζεται ως “ACCEPT” αφού σε ελάχιστα σημεία θυμίζει το κοφτερό και καθαρό metal που τους προσδιόριζε την ταυτότητα. Είναι ένα κακό άλμπουμ; Όχι δεν είναι. Αλλά δεν έχει ταυτότητα, και προσωπικότητα, μιας και πέρα από την μουσική αλλαγή και εδώ έχουμε και μια έντονη αισθητική μετατόπιση στα Αμερικάνικα πρότυπα. Οι προσδοκίες τους να κατακτήσουν την Αμερικάνικη αγορά διαψεύδονται εν τη γένεσή τους. Εμπορικά στέκεται χαμηλά, αξιολογικά από τους οπαδούς δεν μπορεί να πάει πιο χαμηλά, ούτε ο χρόνος δεν το δικαιώνει στον βαθμό που απαιτείται. Flop!
Ο πειραματισμός αποτελεί βασικό στοιχείο της εξέλιξης του heavy metal. Χωρίς αυτόν, το είδος θα παρέμενε στάσιμο. Από το progressive μέχρι το industrial και το avant-garde, πολλές από τις σημαντικότερες στιγμές του metal προέκυψαν μέσα από την υπέρβαση των ορίων. Ωστόσο, υπάρχει ένα κρίσιμο σημείο όπου ο πειραματισμός παύει να λειτουργεί ως εξέλιξη και μετατρέπεται σε αποσύνδεση. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν δίσκοι που δεν απέτυχαν επειδή “δοκίμασαν κάτι διαφορετικό”, αλλά επειδή το έκαναν απότομα χωρίς σαφή κατεύθυνση.

Το “Lulu” (2011) αποτελεί ίσως το πιο ακραίο παράδειγμα ανεξέλεγκτου πειραματισμού στο heavy metal. Η συνεργασία των METALLICA με τον Lou Reed , από μόνη της είναι ένα τολμηρό πόνημα, αλλά οδήγησε σε μια κυκλοφορία που απομακρύνεται σχεδόν πλήρως από τα χαρακτηριστικά της μπάντας. Θα μου πείτε, ότι οκ, τι περιμένεις από μια τέτοια συνεργασία; Πάντως δεν περίμενε κανείς μια ιδιαίτερα δύστροπη και διχαστική κυκλοφορία. Δεν είναι πως το “Lulu” δεν ακολουθεί την metal αισθητική, αυτό δεν σημαίνει και πολλά. Είναι πως είναι κακόηχο, δύστροπο, ανακόλουθο στο άκουσμα του, χωρίς κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον. Είναι ενοχλητικό στο άκουσμα. Spoken word άλμπουμ που όσο και να το θες να το δεις ως πειραματισμό, σου «ξύνει» τα αυτιά. Το βασικό εμπόδιο δεν είναι η διαφορετικότητα. Είναι η πλήρης απουσία γέφυρας μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Το πρόβλημα για τους METALLICA θα ήταν μικρότερο εάν δεν υπήρχε βέβαια και η απογοήτευση του “St. Anger” (2003) όπου η εσωτερική κρίση, είχε και εκεί οδηγήσει σε ακόμα ένα παράδειγμα αποτυχημένου πειραματισμού στην παραγωγή και στη δομή. Η απόφαση να αφαιρεθούν τα κιθαριστικά solos, να διατηρηθεί ένας ωμός, σχεδόν ακατέργαστος ήχος και να δοθεί έμφαση στην ένταση αντί για τη λεπτομέρεια, δημιουργεί ένα αποτέλεσμα που μοιάζει σκόπιμα ανολοκλήρωτο. Θα μπορούσε κανείς να επεκτείνει τον κύκλο της κρίσης για τους METALLICA και να θεωρήσει flops και τα “Load” και “Re-load” αλλά ο ήχος παρέμεινε σε ανεκτά επίπεδα πειραματισμού και αναζήτησης. Εκεί το πρόβλημα ήταν όχι τόσο ο ήχος, αλλά η ποιότητα των συνθέσεων, οπότε το θεωρώ λίγο άδικο να αναφέρουμε εδώ τα δύο αυτά άλμπουμ. Άλλωστε οι «σφαλιάρες» που έφαγαν οι οπαδοί από το “St Anger” και “Lulu” ήταν ανεπανάληπτες. Παρά το γεγονός όμως, πως η μπάντα έχει δύο τρομερά flop στην καριέρα της και πολλά ακόμα «χαμηλά» σημεία, παραμένει ακόμα και σήμερα ηγετική και με αναρίθμητους οπαδούς ανά τον κόσμο.
Οι MORBID ANGEL με το “Ιllud divinum insanus” (2011) επιχείρησαν να ενσωματώσουν industrial και electronic στοιχεία σε έναν ήχο που είχε ήδη καθοριστεί ως σημείο αναφοράς για το death metal και ήταν τόσο ηχηρή η απογοήτευση των οπαδών τους, που κίνησε το ενδιαφέρον ακόμα και ..εμένα! Ως μη σχετικός με το είδος δεν θα εκφράσω άποψη, αλλά ήταν τόσο εντυπωσιακό το flop που ξεπέρασε τα στενά όρια του είδους τους.

Το “Cold Lake” (1988) αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτυχημένου πειραματισμού σε επίπεδο αισθητικής και εικόνας, προσπάθειας πιο εμπορικής προσέγγισης, κρίσης ταυτότητας και ότι άλλο θέλετε. Οι CELTIC FROST εγκαταλείπουν τον σκοτεινό, πρωτοποριακό τους ήχο και υιοθετούν glam στοιχεία, τόσο μουσικά όσο και οπτικά. Η αλλαγή αυτή δεν λειτουργεί ως εξέλιξη, αλλά ως πλήρης ρήξη με το παρελθόν. Υπό πίεση για εμπορική επιτυχία και με εσωτερικές ανακατατάξεις, οδηγήθηκαν σε μια απόφαση που αργότερα οι ίδιοι αποκήρυξαν και οι οπαδοί τους δεν θέλουν καν να θυμούνται. Το “Vanity/Nemesis” (1990) επιχειρεί να επαναφέρει μέρος της χαμένης ταυτότητας. Ωστόσο, το αποτέλεσμα παραμένει ανομοιογενές. Ο δίσκος κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές κατευθύνσεις, χωρίς να καταλήγει σε σαφή καλλιτεχνική πρόταση. Flop #2 παρακαλώ αφού μιλάμε για τρανές απογοητεύσεις.
Πίσω από κάθε μεγάλο συγκρότημα υπάρχει μια εύθραυστη ισορροπία. Δημιουργικές προσωπικότητες, έντονοι χαρακτήρες, πίεση από τη βιομηχανία, συνεχείς περιοδείες και προσωπικά προβλήματα συνθέτουν ένα περιβάλλον που, αργά ή γρήγορα, δοκιμάζεται.
Σε αυτή την κατηγορία, το flop δεν είναι αποτέλεσμα μιας λανθασμένης καλλιτεχνικής επιλογής ή μιας αποτυχημένης προσαρμογής σε τάσεις. Είναι το αποτέλεσμα μιας μπάντας που δεν λειτουργεί πλέον ως ενιαίο σύνολο. Οι δίσκοι αυτοί συχνά έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: την αίσθηση αστάθειας. Οι συνθέσεις μοιάζουν αποσπασματικές, η κατεύθυνση ασαφής και η συνολική εικόνα αντικατοπτρίζει περισσότερο μια κατάσταση παρά μια συνειδητή πρόταση.
Το “Forbidden” (1995) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα δίσκου που δημιουργήθηκε σε περίοδο κόπωσης, έλλειψης κατεύθυνσης και πιθανού πειραματισμού, αλλιώς πως να εξηγήσεις την παρουσία του Ernie C. στην παραγωγή; Πρέπει να παραδεχτούμε πως οι BLACK SABBATH, εκείνα τα χρόνια ήταν σε μια από τις πιο αδύναμες φάσεις της καριέρας τους και παρουσιάζουν ένα άλμπουμ χωρίς συνοχή, με προβληματική παραγωγή, περιορισμένη έμπνευση και μικρή σχέση τουλάχιστον με την προγενέστερη λαμπρή περίοδο τους με τον Tony Martin. Δυστυχώς η κόπωση του Iommi κυρίως, οδήγησε την μπάντα σε ένα μεγάλο flop και τους οπαδούς της σε ακόμα μια νευρική κρίση…

Το “Hear in the now frontier” (1997) βρίσκει τους QUEENSRŸCHE να σοκάρουν τον κόσμο! Εγκαταλείπουν σε υπερβολικό βαθμό το progressive ύφος που τους έκανε διάσημους, εγκαταλείπουν την βαθιά αισθητική τους, την πηγαία έκφραση τους και μας προσφέρουν έναν ρηχό εναλλακτικό ήχο, λες και είναι μια μπάντα χωρίς παρελθόν. Δεν καταφέρνουν να αντικαταστήσουν, αυτό που εγκατέλειψαν με κάτι εξίσου ισχυρό. Πειραματισμός; Μα σε κάθε άλμπουμ τους μέχρι τότε είχαν πειραματιστεί! Κρίση ταυτότητας; Προσπάθεια να πιάσουν το hype των nineties; Όλα μαζί; Πιθανόν. Όλοι πάντως θα θυμάστε το πόσο αρνητική εντύπωση προκάλεσε το “Hear in the now frontier” αλλά και ότι επακολούθησε τα επόμενα πολλά χρόνια… Ένα μεγάλο flop που ήταν η αρχή μιας γενικότερα flop περιόδου για την μπάντα..
Το “Angry Machines” (1996) παρουσιάζει έναν πιο σκοτεινό και “μοντέρνο” ήχο, αλλά χωρίς την ίδια συνθετική δύναμη που χαρακτήριζε τις προηγούμενες δουλειές των DIO, ένα άλμπουμ αργό, δύσκολο, χωρίς σπίθα και χωρίς φλόγα. Ο Ronnie James Dio επιχειρούσε να προσαρμοστεί σε μια νέα εποχή, αλλά χωρίς την ίδια δημιουργική συνοχή. Και εδώ θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για προσπάθεια προσαρμογής, για κρίση ταυτότητας και πολλά ακόμα. Το θέμα είναι πως πάντα περιμέναμε το άλμπουμ που θα έφερνε πίσω τις καλές αποχές των DIO, μάταια όμως μιας και αυτό δεν ήρθε ποτέ και δικαίως το “Angry Machines” ήταν το εμπορικό ναδίρ της μπάντας.
Beyond the main list: the grey zone of failure (flops σε δεύτερο πλάνο)
Οι παρακάτω περιπτώσεις δεν ανήκουν απαραίτητα στον “σκληρό πυρήνα” των flops, αλλά λειτουργούν ως χαρακτηριστικά παραδείγματα των ίδιων μηχανισμών σε πιο σύνθετες ή μεταβατικές συνθήκες και με σκληρά αποτελέσματα για τις μπάντες.
QUIET RIOT – “Condition Critical” (1984)
Μετά το εκρηκτικό “Metal health”, οι QUIET RIOT επιχειρούν να επαναλάβουν τη συνταγή της επιτυχίας. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος, όχι κακός, αλλά που ακούγεται πιο προβλέψιμος και λιγότερο εμπνευσμένος, επιβεβαιώνοντας πόσο δύσκολο είναι να ακολουθήσεις ένα τόσο μεγάλο breakthrough. Ήταν αποτέλεσμα της πίεσης της CBS/Sony προς την μπάντα να επαναλάβει τις τρελές πωλήσεις του “Metal health”. Η μπάντα αμέσως μετά την περιοδεία υποχρεώθηκε να μπει στο στούντιο και τα αποτελέσματα μιας πολύ σύντομης κυκλοφορίας, με σχεδόν ίδια δομή, δεν ήταν καθόλου ικανοποιητικά.
RATT – “Detonator” (1990)
Το “Detonator” αποτυπώνει την τελική προσπάθεια μιας μπάντας που προσπαθεί να διατηρήσει τη δυναμική της και να πάει πιο ψηλά ακόμα σε ένα περιβάλλον που αλλάζει. Οι RATT ήταν μια πετυχημένη μπάντα, αλλά δεν είχαν κάνει το μεγάλο breakthrough που περίμεναν και ο ανταγωνισμός τους πίεζε. Παρά την ποιοτική παραγωγή, που κατά την γνώμη μου δεν ταιριάζει τόσο πολύ στο ύφος τους, η έμπνευση δεν λείπει αλλά φαίνεται περιορισμένη και η πίεση είναι φανερή. Το αποτέλεσμα δείχνει περισσότερο διαχείριση παρά εξέλιξη. Η θέση 23 στο Billboard δεν είναι κάτι ιδιαίτερα ικανοποιητικό για την μπάντα και σίγουρα δεν αντικατοπτρίζει τον στόχο που ήταν πολύ πιο ψηλά. Ουσιαστικά οδήγησε στην διάλυση.
VAN HALEN – “III” (1998)
Με νέο τραγουδιστή τον Gary Cherone, και σαφή διάθεση πειραματισμού, οι VAN HALEN παρουσιάζουν έναν δίσκο που απομακρύνεται από τον καθιερωμένο τους ήχο. Η έλλειψη συνοχής και η διατάραξη της ταυτότητας τους, οδηγεί σε μια από τις πιο αμφισβητούμενες στιγμές της καριέρας τους, παρά την διάθεση που είχαν να κάνουν κάτι διαφορετικό. Τελικά αυτό το άλμπουμ μόνο σε μένα πρέπει να άρεσε…
TWISTED SISTER – “Come Out and Play” (1985)
Μετά το “Stay Hungry”, οι προσδοκίες είναι τεράστιες και δημιουργούν πίεση. Οι TWISTED SISTER επιστρέφουν με έναν πιο ελεγχόμενο, λιγότερο αυθόρμητο και πιο εμπορικό ήχο η αλήθεια να λέγεται. Παρότι δεν λείπουν οι δυνατές στιγμές και οι καλές συνθέσεις, η απώλεια της αμεσότητας και της ενέργειας και του αυθορμητισμού του προκατόχου του είναι φανερές. Αποτέλεσμα ο κοινό δεν ανταποκρίνεται με τον ίδιο ενθουσιασμό, η μπάντα βρίσκεται υπό πίεση, υπάρχουν εντάσεις και απογοητεύεται…

KREATOR – “Endorama” (1999)
Με το “Endorama”, οι KREATOR απομακρύνονται αισθητά από τον thrash πυρήνα τους, υιοθετώντας gothic και πιο μελωδικά στοιχεία. Η αλλαγή είναι συνολική, τόσο σε ύφος όσο και σε ατμόσφαιρα, δημιουργώντας έναν δίσκο που δύσκολα αναγνωρίζεται ως φυσική συνέχεια της μπάντας. Παρότι διαθέτει ενδιαφέρουσες στιγμές, η απόσταση από το παρελθόν προκάλεσε έντονη αντίδραση από το κοινό τους.
EXODUS – “Force of habit” (1992)
Το “Force of habit” παρουσιάζει τους EXODUS σε μια πιο βαριά, groove προσανατολισμένη κατεύθυνση, απομακρυσμένη από την ταχύτητα και την επιθετικότητα που τους χαρακτήριζε. Η αυξημένη διάρκεια και η άνιση ποιότητα των συνθέσεων ενισχύουν την αίσθηση ενός δίσκου χωρίς σαφή κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα είναι ένα άλμπουμ που σηματοδοτεί περισσότερο μια αμηχανία ως προς τι ακριβώς ήθελαν να κάνουν, παρά εξέλιξη.
Η Αξία της Αποτυχίας στο Heavy Metal
Οι περιπτώσεις των flops δεν είναι απλώς στιγμές όπου οι μπάντες “έκαναν λάθος”, για τους λόγους που αναφέραμε, αλλά σημεία όπου δοκιμάστηκαν τα όρια και οι αντοχές του ίδιου του είδους και των μουσικών. Τα flops λειτουργούν ως καθρέφτης. Αποκαλύπτουν τις προσδοκίες και τις απαιτήσεις του κοινού, τις πιέσεις της εποχής και τα όρια της καλλιτεχνικής ελευθερίας. Δείχνουν μέχρι ποιο σημείο μπορεί μια μπάντα να εξελιχθεί χωρίς να αποκοπεί από τον πυρήνα της, και πότε αυτή η εξέλιξη μετατρέπεται σε ρήξη. Παράλληλα, αναδεικνύουν μια βασική ιδιαιτερότητα του heavy metal, τη σημασία της συνέπειας αλλά και της επανάληψης. Σε αντίθεση με άλλα είδη, όπου η αλλαγή αποτελεί σχεδόν προϋπόθεση επιβίωσης, στο metal αυτό απαιτεί λεπτή ισορροπία. Η ταυτότητα δεν είναι περιορισμός, αλλά σημείο αναφοράς. Και όταν αυτή χαθεί, η αντίδραση είναι άμεση και πολλές φορές αποφασιστικής σημασίας. Ωστόσο, η αποτυχία δεν είναι απαραίτητα τελική. Πολλές από τις μπάντες που πέρασαν μέσα από τέτοιες περιόδους κατάφεραν να επανέλθουν, να επαναπροσδιορίσουν τον ήχο τους, να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη του κοινού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, οι αποτυχημένες κυκλοφορίες λειτούργησαν ως αναγκαία στάδια για την επόμενη φάση. Σε τελική ανάλυση, τα flops στο heavy metal δεν είναι απλώς αποτυχίες προς αποφυγή. Είναι σημεία κρίσης αλλά και κατανόησης. Μέσα από αυτά, γίνεται σαφές τι σημαίνει ταυτότητα, τι σημαίνει αυθεντικότητα, αντοχή και ποια είναι τα όρια της εξέλιξης.
Δημήτρης Σειρηνάκης












![A day to remember… 1/6 [URIAH HEEP] Uriah](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/06/Uriah-Heep-High-and-mighty-sbit-218x150.jpg)
![A day to remember… 31/5 [U.F.O.] UFO](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/05/Ufo-no-heavy-sbit-218x150.jpg)