
«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: RIVERFLAME
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Lunar crusades”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Code 666 Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Haris – Κιθάρες, πλήκτρα
Håkon Freyr Gustafsson – Τύμπανα
Abro – Μπάσο
Romain Nobileau – Φωνητικά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Deezer
Spotify
Ο δίσκος “Lunar crusades” των RIVERFLAME, είναι από εκείνες τις πρώτες δουλειές που δείχνουν ότι μια μπάντα δεν μπήκε απλώς στον χώρο για να δοκιμάσει την τύχη της. Οι RIVERFLAME εμφανίστηκαν σχετικά πρόσφατα, γύρω στο 2024, αλλά πίσω από το όνομα βρίσκονται μουσικοί με εμπειρία από σχήματα όπως οι HAIL SPIRIT NOIR, PONTE DEL DIAVOLO και OWLS. Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί το αποτέλεσμα δεν ακούγεται «πρωτόλειο» ή αν θέλετε πιο «ερασιτεχνικό». Αντίθετα, έχει μια ωριμότητα που δεν περιμένεις από ένα τόσο νέο project.

Το εξώφυλλο του Mars Triumph των TRIUMPHER, μιλά από μόνο του. Ο ήχος του δίσκου κινείται σε αυτό που θα μπορούσε να πει κανείς epic ή medieval black metal, αλλά στην πράξη είναι κάτι πιο ανοιχτό. Δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένους κανόνες του είδους. Αντί για το κλασικό σχετικά απόμακρο ύφος, εδώ υπάρχει μια πιο αφηγηματική διάθεση, με έντονη χρήση μελωδιών και στοιχείων που θυμίζουν φανταστικούς κόσμους και ιστορίες. Στα περίπου σαράντα λεπτά του δίσκου, θα βρεις έξι κομμάτια, όλα μακροσκελή, πλην του ομώνυμου το οποίο λειτουργεί σαν η γέφυρα, ο κεντρικός σύνδεσμος της ευρύτερης σύνθεσης.
Η ταυτότητα της μπάντας επηρεάζεται και από το γεγονός ότι πρόκειται για ένα διεθνές σχήμα, με μέλη από διαφορετικές χώρες της ευρωπαϊκής σκηνής, με μέλη από Ελλάδα, Γαλλία και Ιταλία. Αυτή η ποικιλία φαίνεται στον τρόπο που συνδυάζονται τα στοιχεία τους. Υπάρχουν αναφορές σε μπάντες όπως οι SUMMONING και οι DISSECTION, αλλά δεν μένουν εκεί. Οι RIVERFLAME δεν προσπαθούν να αναπαράγουν έναν συγκεκριμένο ήχο. Παίρνουν αυτά τα στοιχεία και τα χρησιμοποιούν σαν βάση για κάτι δικό τους, ακόμη κι αν σε κάποια σημεία δείχνει τις επιρροές του πιο καθαρά. Η εμπειρία που λέγαμε νωρίτερα.
Στο πολύ καλό “Lunar crusades”, φαίνεται ότι οι RIVERFLAME θέλουν να χτίσουν έναν δικό τους κόσμο και να κινηθούν μέσα σε αυτόν με συνέπεια. Ίσως σε κάποια σημεία να φαίνεται ότι ακόμα ψάχνονται, αλλά αυτό δεν λειτουργεί αρνητικά. Δίνει την αίσθηση ότι υπάρχει περιθώριο εξέλιξης. Και αυτό είναι που κάνει το συγκρότημα εξαιρετικά ενδιαφέρον όχι μόνο για αυτό που είναι τώρα, αλλά και για αυτό που μπορεί να γίνει στο μέλλον.
(8 / 10)
Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: THE GREAT OBSERVER
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Loss of transcendence”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: BlackSeed Productions
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Luca Ercolani – Φωνητικά, τύμπανα
Daniele Zennaro – Φωνητικά, κιθάρες
Claudio Scialabba – Μπάσο
Matteo Arena – Κιθάρες
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Instagram
Ντεμπούτο άλμπουμ για τους γείτονες THE GREAT OBSERVER και ο δίσκος τους με τίτλο “Loss of transcendence” δίνει από νωρίς την εντύπωση ότι το black/death των Ιταλών, ξέρει καλά να υπηρετεί το είδος του. Δεν είναι από εκείνες τις κυκλοφορίες που προσπαθούν να σε κερδίσουν μέσα στα πρώτα λεπτά με μια μεγάλη κορύφωση ή με κάποιο εύκολο σημείο αναφοράς. Αντίθετα, μοιάζει να σε βάζει σιγά – σιγά στον κόσμο του, χωρίς βιασύνη. Υπάρχει μια διαρκής αίσθηση αμφισβήτησης που διαπερνά όλο το άλμπουμ. Σαν να κοιτάζει γύρω του και να αναρωτιέται αν όλα όσα θεωρούμε δεδομένα έχουν πραγματικά το βάρος που τους αποδίδουμε. Αυτή η διάθεση δεν παρουσιάζεται με βαρύγδουπο τρόπο. Βρίσκεται περισσότερο στο υπόβαθρο και δίνει χαρακτήρα σε όσα ακολουθούν.

Αυτό που κάνει εντύπωση είναι ότι ο δίσκος, παρότι ο πρώτος της μπάντας, δεν δείχνει να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το να ακολουθήσει μια ευθεία πορεία. Συχνά μοιάζει να κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές σκέψεις και διαθέσεις, χωρίς όμως να χάνει τη συνοχή του. Υπάρχουν στιγμές που δίνει την αίσθηση μιας εσωτερικής αναζήτησης και άλλες που ακούγεται πιο αποφασιστικός, λες και έχει ήδη βρει τις απαντήσεις που έψαχνε. Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν μένει για πολύ σε καμία από τις δύο πλευρές. Αυτή η συνεχής μετατόπιση δημιουργεί μια παράξενη έλξη. Δεν ακούς τον δίσκο για να φτάσεις σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Τον ακούς για να δεις πού θα σε οδηγήσει η επόμενη στροφή.
Ο τίτλος “Loss of transcendence” παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτό που προσπαθεί να εκφράσει η μπάντα. Δεν μοιάζει να μιλά για μια ξαφνική απώλεια, αλλά για κάτι που φεύγει αργά και σχεδόν ανεπαίσθητα. Σαν εκείνες τις ιδέες ή τις βεβαιότητες που κάποτε έμοιαζαν ακλόνητες και με τον καιρό αρχίζουν να ξεθωριάζουν. Ο δίσκος περιστρέφεται γύρω από τέτοιες σκέψεις χωρίς να γίνεται διδακτικός. Δεν προσπαθεί να δώσει κατευθύνσεις ούτε να επιβάλει κάποιο συμπέρασμα. Αφήνει τον ακροατή να βγάλει τα δικά του. Αυτό είναι ίσως και το πιο δυνατό του σημείο. Ότι αντιμετωπίζει τον ακροατή σαν συνοδοιπόρο και όχι σαν θεατή.
Το πολύ όμορφο αυτό άλμπουμ, δεν βασίζεται σε εντυπωσιασμούς και δεν κυνηγά τη γρήγορη επιβεβαίωση. Προτιμά να χτίσει σταδιακά τη σχέση του με τον ακροατή και να αφήσει τις ιδέες του να λειτουργήσουν με τον δικό τους ρυθμό. Για πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά δείχνει αξιοσημείωτη αυτοπεποίθηση, κυρίως επειδή δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα. Απλώς παρουσιάζει τον κόσμο του όπως είναι και αφήνει τον καθένα να αποφασίσει αν θέλει να μείνει μέσα σε αυτόν λίγο παραπάνω. Αυτό είναι που κάνει τον δίσκο να μένει στη μνήμη περισσότερο απ’ όσο ίσως φανερώνει η πρώτη ακρόαση.
(7,5 / 10)
Φανούρης Εξηνταβελόνης
ME, MYSELF AND I – Projects with a single member

Ο δίσκος “Bleak days ahead” των PURE WRATH μοιάζει με μια συνειδητή προσπάθεια να αφήσει πίσω του όσα χαρακτήριζαν το project τα προηγούμενα χρόνια. Όσοι είχαν συνδέσει το όνομα των PURE WRATH με ιστορικές αναφορές, εθνικές τραγωδίες και αφηγήσεις που αντλούσαν υλικό από το παρελθόν της Ινδονησίας, ίσως εκπλαγούν από την κατεύθυνση που ακολουθεί εδώ ο Januaryo Hardy. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται πλέον σε γεγονότα που σημάδεψαν μια χώρα, αλλά σε καταστάσεις που βιώνει ο ίδιος ο άνθρωπος στην καθημερινότητά του.
Η αίσθηση της εξάντλησης, η πίεση μιας ζωής που δεν σταματά ποτέ να ζητά περισσότερα και η προσπάθεια να βρεθεί ένα σημείο ισορροπίας μέσα σε όλα αυτά βρίσκονται στον πυρήνα του δίσκου. Αυτό δεν σημαίνει ότι το αποτέλεσμα γίνεται πιο εύκολο ή πιο άμεσο. Αντίθετα, σε αρκετές στιγμές μοιάζει πιο βαρύ ακριβώς επειδή τα θέματα που αγγίζει είναι πιο οικεία και πιο κοντά σε εμπειρίες που πολλοί αναγνωρίζουν γύρω τους.
Αυτή η αλλαγή φαίνεται και στον τρόπο που έχει στηθεί μουσικά το άλμπουμ. Οι PURE WRATH δεν εγκαταλείπουν το atmospheric black metal που τους έκανε γνωστούς, αλλά το χρησιμοποιούν διαφορετικά. Συνεχίζουν να χτίζουν μεγάλες συνθέσεις που στηρίζονται κυρίως στην ατμόσφαιρα και στην απόσταση, αλλά εδώ δίνουν μεγαλύτερη σημασία στην αμεσότητα παρά την διάρκεια. Ο δίσκος ακούγεται πιο γήινος, πιο ανθρώπινος. Δεν προσπαθεί να δημιουργήσει την εικόνα ενός μακρινού τοπίου ή μιας χαμένης εποχής.
Αντίθετα, φέρνει τον ακροατή πιο κοντά σε αυτό που περιγράφει. Η χρήση οργάνων που δεν αποτελούν συνηθισμένη επιλογή για τέτοιες κυκλοφορίες δεν γίνεται για να τραβήξει την προσοχή. Ενσωματώνονται με τρόπο που εξυπηρετεί το κλίμα του δίσκου και δίνουν την αίσθηση ότι όλα βρίσκονται εκεί για κάποιο λόγο. Το αποτέλεσμα δεν είναι πειραματικό με την κλασική έννοια του όρου. Είναι περισσότερο η εικόνα ενός δημιουργού που δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη συνταγή.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του “Bleak days ahead” είναι ότι αποφεύγει να παρουσιάσει τη μελαγχολία σαν κάτι μεγαλειώδες ή ρομαντικό. Δεν υπάρχει η αίσθηση της ρομαντικής θλίψης που συναντά κανείς συχνά σε παρόμοιες δουλειές. Εδώ όλα μοιάζουν πιο απλά και γι’ αυτό πιο αληθινά. Η κόπωση που διαπερνά τον δίσκο δεν προέρχεται από κάποια κοσμική καταστροφή ή από ένα αφηρημένο υπαρξιακό αδιέξοδο. Έρχεται από μικρότερα πράγματα που συσσωρεύονται με τον χρόνο. Από υποχρεώσεις, απογοητεύσεις και σκέψεις που δεν φεύγουν εύκολα. Ο τρόπος που αποτυπώνεται αυτό δημιουργεί μια διαφορετική σχέση με τον ακροατή. Δεν νιώθεις ότι παρακολουθείς μια ιστορία που συμβαίνει κάπου αλλού. Σε αρκετές στιγμές μοιάζει περισσότερο με μια προσωπική εξομολόγηση.
Το “Bleak days ahead” μοιάζει με σημείο καμπής για τους PURE WRATH. Δεν πρόκειται για μια απλή συνέχεια όσων προηγήθηκαν, αλλά για μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του project χωρίς να χαθεί η ταυτότητά του. Ο Januaryo Hardy δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς θα αποτυπώσει μια συγκεκριμένη ψυχολογική κατάσταση παρά για το αν θα ικανοποιήσει τις προσδοκίες που δημιούργησαν οι προηγούμενοι δίσκοι. Αυτή η επιλογή έχει ρίσκο, γιατί αρκετοί ίσως προτιμούσαν να τον δουν να συνεχίζει στον γνώριμο δρόμο.
Παρ’ όλα αυτά, είναι δύσκολο να μη σεβαστεί κανείς την ειλικρίνεια που διαπερνά το άλμπουμ. Το “Bleak days ahead” δεν ακούγεται σαν δίσκος που φτιάχτηκε για να ακολουθήσει μια τάση ή για να εκμεταλλευτεί μια επιτυχημένη φόρμουλα. Ακούγεται σαν το αποτέλεσμα μιας ανάγκης να ειπωθούν κάποια πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Και τελικά αυτό είναι που του δίνει τη μεγαλύτερη αξία.
Χρήσιμα links:
Bandcamp
Facebook
Official site
Instagram
Spotify
YouTube
(8 / 10)
Φανούρης Εξηνταβελόνης
EPs/LIVES/DEMOS & COMPILATIONS

«Πανέμορφο εξώφυλλο, πανέμορφο ηχητικό περιεχόμενο!»
Αυτό είναι το πρώτο που σκέφτηκα να γράψω – και τελικά το έγραψα – για τους Ισπανούς FABLE από τη Μούρθια, την οποία σίγουρα ξέρουν οι φανατικοί του ποδοσφαίρου και του τζόγου. Ας «ξεμπερδεύουμε» λοιπόν με το εξώφυλλο και το artwork, αρχικά, λέγοντας πως είναι ένα δημιούργημα του Álex Bustillo και ας του δώσουμε τα δέοντα εύσημα. Μα αλήθεια, δεν είναι υπέροχο;
Πάμε τώρα και στη μουσική, όπου βρίσκουμε τρείς εξίσου υπέροχους μουσικούς: Τον κιθαρίστα Jose Soler, ο οποίος εδώ παίζει και τύμπανα, τον Miguel M. Menárguez στο μπάσο και τον τραγουδιστή Alberto De Lara. Όλοι τους «μπλεγμένοι» σε μπάντες όπως οι PHANTOM SPELL, CHANTRICE, WITCHTOWER και WAR DOGS. Το ύφος που έχουν διαλέξει στο “Long hath the night dwelt”, έχουμε δεν έχουμε ακούσει νότα, δεν είναι δύσκολο να το μαντέψουμε: Vintage/retro hard rock, παρμένο από τα κιτάπια τόσο των 70s όσο και των early 80s, κατά βάση βρετανικό, folk-ίζον, συνεπώς μαγευτικό, αιθέριο.
Η έντονη ομοιότητα με τους PHANTOM SPELL, δεν ήταν δυνατόν να απουσιάζει. Συμμετέχει άλλωστε και ο Kyle McNeill, αφηγείται και μιξάρει. Άκουσα επίσης τους WYTCH HAZEL, τους TANITH, εννοείται τους WISHBONE ASH… Τί σημαίνει αυτό; Της διπλής κιθάρας το ανάγνωσμα, πρόσχωμεν! Μαγεία, ο παράδεισος του κέλτικου rock, παιγμένο από Σπανιόλους! Με μπασοτύμπανο και φωνητικά στο ίδιο μήκος κύματος. Και το παραμυθένιο concept, με τις ρεαλιστικές κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις στο «σήμερα», το ’χει το ενδιαφέρον και το βάθος του. Θα περιμένω όμως το full length, για να το δω να αναπτύσσεται πλήρως.
Ο Soler, μαζί με τον José Vicente Aldeguer (drummer των CHANTRICE, ο οποίος κάνει και β’ φωνητικά) τα πάνε περίφημα στην παραγωγή. Ο ήχος είναι «ζεστός», πολύ φιλικός στο αυτί, ξεκούραστος, «αναπνέει» τέλεια και το EP κυλά άψογα. Τόσο, που αμέσως γεννάται η επιθυμία για περισσότερη μουσική! Πραγματικά, δεν ξέρω για ποιον λόγο οι FABLE κυκλοφόρησαν EP… Να ξέμειναν από ιδέες, όταν συμπλήρωσαν τον αριθμό «4» στις συνθέσεις (δε μετρώ την εισαγωγή), το θεωρώ απίθανο. Μάλλον φρέναραν επίτηδες, ίσως για να μην εκτεθούν πολύ με την «πρώτη» και για να «μετρήσουν» αρχικά τις αντιδράσεις του κόσμου. Όποια όμως και να είναι η αιτία, να τους πω ότι μάλλον αυτογκόλ έβαλαν.
Διότι το “Long hath the night dwelt” είναι τόσο καλό, που αν είχε ακόμη τρία – τέσσερα κομμάτια ανάλογης αξίας με τα “The owl”, “The oak” “The funeral – March to the black mountain” και “The moon”, θα χτυπούσε “best of 2026” εικοσάδα, πολύ άνετα! Δε θα γράψω κάτι άλλο. Για να ακούσετε/αποκτήσετε ένα ΔΙΑΜΑΝΤΙ σαν και τούτο, ανατρέξτε στα παρακάτω σημεία. Μουσική που δε θα «πεθάνει» ποτέ είναι αυτή, δεν είναι «παίξε – γέλασε»!
Dying Victims Bandcamp
Fable Bandcamp
Instagram
Δημήτρης Τσέλλος










![A day to remember… 17/6 [GOJIRA] Gojira](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/06/Gojira-Magma-sbit-218x150.jpg)
![A day to remember… 16/6 [METAL CHURCH]](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/06/metal-church-a-light-sbit-218x150.jpg)
