A day to remember… 6/7 [QUIET RIOT]

0
72
Quiet Riot










"/>





Quiet Riot 

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “QR III” – QUIET RIOT
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:
1986
ΕΤΑΙΡΙΑ: CBS
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Spencer Proffer
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Kevin DuBrow – φωνητικά, κιθάρα
Carlos Cavazo – κιθάρα
Chuck Wright – μπάσο
Frankie Banali – ντραμς

Η ιστορία της rock μουσικής απέδειξε ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για ένα συγκρότημα δεν είναι μόνο το να φτάσει ψηλά, αλλά το να παραμείνει εκεί. Η επιτυχία μπορεί να αποδειχθεί ευλογία, μπορεί όμως να εξελιχθεί και στην πιο ύπουλη παγίδα, δημιουργώντας προσδοκίες και απαιτήσεις που δύσκολα μπορούν να ικανοποιηθούν. Πολλές φορές το βάρος της κορυφής είναι το ίδιο δυσβάστακτο όσο και το να φτάσεις ως εκεί. Οι QUIET RIOT είναι από τις (πολλές) μπάντες που γνώρισαν αυτή την πραγματικότητα με τον πιο σκληρό τρόπο.

Το 1983, το “Metal health” έγραψε ιστορία ως το πρώτο heavy metal άλμπουμ που κατέκτησε την κορυφή του αμερικανικού Billboard. Μέσα σε λίγους μήνες, ένα συγκρότημα που μέχρι τότε πάλευε απλά για την αναγνώριση, μετατράπηκε σε σημείο αναφοράς για ολόκληρη τη σκηνή. Οι αρένες γέμισαν, τα φλας άστραψαν, το χρήμα έρεε, ο Τύπος τους αποθέωνε, οι λιμουζίνες έφτασαν να τους παραλάβουν και πίσω τους έτρεχαν εκατοντάδες θαυμαστές για ένα αυτόγραφο.

Κι όμως, αυτή η εκρηκτική άνοδος έκρυβε μια ιδιαιτερότητα που συχνά παραβλέπεται. Για την πλειονότητα των Αμερικανών ακροατών, η ιστορία των QUIET RIOT ξεκινούσε ουσιαστικά από το “Metal health”, καθώς τα δύο πρώτα άλμπουμ με τον Randy Rhoads είχαν κυκλοφορήσει αποκλειστικά στην Ιαπωνία. Το κοινό δεν παρακολούθησε τη φυσική εξέλιξη της μπάντας. Είδε μόνο την ξαφνική εκτόξευσή της στην κορυφή.

Από εκείνη τη στιγμή και μετά, οι QUIET RIOT έπαψαν να κρίνονται ως ένα ακόμη ανερχόμενο συγκρότημα. Κάθε νέα τους κίνηση συγκρινόταν με έναν δίσκο που είχε ήδη αποκτήσει ιστορικές διαστάσεις. Στην συνέχεια το  βιαστικό “Condition critical”, παρά τις αξιόλογες πωλήσεις του, αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως η συνέχεια της επιτυχίας  του “Metal Health” και η σύγκριση ήταν λογική, αλλά άδικη. Ήταν η πρώτη ένδειξη ότι η μεγαλύτερη πρόκληση δεν ήταν πλέον η δημιουργία ενός ακόμη καλού άλμπουμ, αλλά η διαχείριση μιας επιτυχίας που είχε δημιουργήσει σχεδόν αδύνατες προσδοκίες.

Η δισκογραφική εταιρεία περίμενε έναν ακόμη εμπορικό θρίαμβο, το κοινό ζητούσε νέους ύμνους, ο μουσικός Τύπος αναζητούσε αποδείξεις ότι οι QUIET RIOT δεν αποτελούσαν ένα συγκυριακό φαινόμενο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η δημιουργικότητα πολλές φορές παραχωρεί τη θέση της στην ανάγκη για επιβεβαίωση. Η πρόκληση δεν ήταν πλέον να γράψεις καλά τραγούδια, αλλά να αποδείξεις ότι μπορείς να επαναλάβεις κάτι που, ίσως, δεν μπορούσε να επαναληφθεί. Μια μεγάλη παγίδα απειλούσε να στραγγαλίσει μια μπάντα που από την μια μέρα στην άλλη βρέθηκε, απροετοίμαστη, στο κέντρο της δημοσιότητας. Θα ήταν, ωστόσο, άδικο να θεωρήσουμε ότι η ευθύνη ανήκε αποκλειστικά στη δισκογραφική εταιρεία. Οι εταιρείες πάντοτε επιδιώκουν να αξιοποιήσουν μια μεγάλη επιτυχία. Αυτός είναι ο ρόλος τους. Οι καλλιτέχνες, όμως, είναι εκείνοι που καλούνται να αποφασίσουν πώς θα απαντήσουν σε αυτή την πίεση. Και οι QUIET RIOT πίστεψαν (ή πείστηκαν) ότι μετά το “Condition critical”, η λύση θα βρισκόταν σε μια διαφορετική μουσική κατεύθυνση.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, το hard rock άρχισε να αλλάζει πρόσωπο. Το MTV είχε μετατραπεί στον σημαντικότερο σύμμαχο της μουσικής βιομηχανίας, οι δισκογραφικές αναζητούσαν τραγούδια με μεγαλύτερη ραδιοφωνική απήχηση και ολοένα περισσότερα συγκροτήματα άρχισαν να λειαίνουν τον ήχο τους, αναζητώντας ένα ευρύτερο κοινό. Για κάποιους, αυτή η μετάβαση αποδείχθηκε απόλυτα φυσική. Για άλλους, όχι.

Οι QUIET RIOT βρέθηκαν μπροστά στο ίδιο σταυροδρόμι. Το “QR III” διαθέτει αισθητά περισσότερα μελωδικά στοιχεία, πιο “γυαλισμένη” παραγωγή και πολύ πιο έντονη παρουσία των keyboards σε σχέση με τους προκατόχους του. Δεν πρόκειται για έναν καθαρό AOR δίσκο, είναι όμως εμφανές ότι το συγκρότημα αναζητούσε έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης, περισσότερο εναρμονισμένο με τις απαιτήσεις της εποχής. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι QUIET RIOT είχαν δικαίωμα να εξελιχθούν. Κάθε συγκρότημα οφείλει να εξελίσσεται. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτή η εξέλιξη παρέμεινε πιστή στο μουσικό DNA που είχε κάνει τη μπάντα να ξεχωρίσει.

Η ιστορία απέδειξε πως οι αλλαγές δεν οδηγούν πάντα στην επιτυχία. Η αυξημένη χρήση των keyboards δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα, ούτε όμως οδηγεί απαραίτητα σε μεγαλύτερες πωλήσεις. Η ιστορία του hard rock είναι γεμάτη από συγκροτήματα που τα αξιοποίησαν δημιουργικά. Στην περίπτωση των QUIET RIOT, όμως, η παρουσία τους δεν μοιάζει να ενισχύει την προσωπικότητα της μπάντας, ούτε να ενδυναμώνει τις συνθέσεις. Αντίθετα, συχνά λειτουργεί εις βάρος εκείνου του ωμού κιθαριστικού χαρακτήρα που αποτέλεσε το βασικό στοιχείο της επιτυχίας τους.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, άλλαζε και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιαζόταν οι μπάντες επίσης. Οι QUIET RIOT, με την πίεση που ένιωθαν στις πλάτες τους, δεν έμειναν ανεπηρέαστοι. Το “QR III” το οποίο στόχευε ξεκάθαρα στην εμπορική επιτυχία, συνοδεύτηκε από μια πιο προσεγμένη αισθητική και μια συνολική εικόνα που έδειχνε να ακολουθεί τις επιταγές της εποχής. Καμία από αυτές τις επιλογές δεν ήταν λανθασμένη από μόνη της, αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα εξέφραζαν πραγματικά τη φυσιογνωμία του συγκροτήματος ή αν αποτελούσαν μια προσπάθεια προσαρμογής σε μια μουσική σκηνή που άλλαζε με ταχύτατους ρυθμούς. Το σίγουρο είναι πως θα ήταν πολύ άδικο να τους κατηγορήσουμε γι’ αυτό, από την στιγμή που το μεγαλύτερο ποσοστό των συγκροτημάτων του ίδιου χώρου, ασπάζονταν εκείνα τα χρόνια ακριβώς την ίδια λογική.

Την ίδια περίοδο, ο Kevin DuBrow βρισκόταν συνεχώς στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Οι δηλώσεις του προκάλεσαν αντιδράσεις, καθώς συχνά υποστήριζε ότι οι QUIET RIOT είχαν ανοίξει τον δρόμο για πολλές από τις μπάντες που ακολούθησαν, έκανε συγκρίσεις με τους BEATLES κλπ. Σήμερα είναι εύκολο να χαρακτηρίσει κανείς αυτές τις τοποθετήσεις αλαζονικές. Ίσως, όμως, η πραγματικότητα να ήταν περισσότερο σύνθετη. Η επιτυχία πολλές φορές δεν αλλάζει έναν άνθρωπο από μόνη της. Μεγεθύνει  όμως χαρακτηριστικά που ήδη υπάρχουν. Ο DuBrow ήταν πάντοτε εκρηκτικός, αυθόρμητος και προκλητικός. Όταν όμως οι ίδιες δηλώσεις προέρχονται από τον τραγουδιστή της πιο επιτυχημένης metal μπάντας της Αμερικής εκείνη τη στιγμή, αποκτούν διαφορετικό βάρος και διαφορετικές συνέπειες. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του δεν εξηγούν από μόνες τους την πορεία του “QR III”. Συνέβαλαν όμως στη διαμόρφωση μιας εικόνας που άφηνε στους QUIET RIOT ελάχιστο περιθώριο για λάθη αλλά και στο ότι πολλοί τους περίμεναν στην …γωνία περιμένοντας την ευκαιρία να τους χλευάσουν.

Ακούγοντας σήμερα το “QR III”, γίνεται φανερό ότι οι QUIET RIOT δεν είχαν χάσει τη ικανότητα να γράφουν καλά τραγούδια. Εκείνο που λείπει δεν είναι το ταλέντο, αλλά εδώ είναι η συνοχή και η συνέχεια.

Το “The wild and the young” αποτελεί ίσως την πιο ολοκληρωμένη στιγμή του άλμπουμ. Καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στη μελωδία και τη δυναμική, χάνει μεν την ενέργεια που χαρακτήριζε το συγκρότημα, αλλά κερδίζει σαν σύνθεση τον ακροατή. Το “Twilight hotel” αποκαλύπτει μια διαφορετική, πιο ατμοσφαιρική πλευρά των QUIET RIOT. Η διάθεση για πειραματισμό είναι εμφανής και δείχνει ότι η μπάντα δεν επαναλάμβανε απλώς μια επιτυχημένη συνταγή, αλλά προσπαθεί για κάτι διαφορετικό. Το “Still of the night” θα ήταν πραγματικά καλό για τους FOREIGNER, με διχάζει που το ακούω εδώ, όμως θα παραδεχτώ ότι μου αρέσει. To Put up or shut upείναι μια ματιά στο παρελθόν τους, αλλά όχι κάτι εξαιρετικό δυστυχώς.

Υπάρχουν όμως και στιγμές όπου αυτή η αναζήτηση τους δείχνει να χάνει τον προσανατολισμό της. Συνθέσεις όπως τα “Down and dirty”, “The pump” και, “Helping hands”, “Rise and fall” δύσκολα αφήνουν το ίδιο ισχυρό αποτύπωμα. Δεν πρόκειται για κακοπαιγμένα τραγούδια αλλά για συνθετικές αστοχίες και αυτό που τους λείπει είναι η προσωπικότητα. Σε αυτά τα τραγούδια, οι QUIET RIOT μοιάζουν περισσότερο να ακολουθούν μια απρόσωπη FM αισθητική που κυριαρχούσε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, παρά να ολοκληρώνουν τη δική τους. Το “QR III”, δεν είναι ένας δίσκος χωρίς αξιόλογες στιγμές. Η εξέλιξη είναι απαραίτητη για κάθε συγκρότημα. Όταν όμως απομακρύνεται από το μουσικό του DNA, κινδυνεύει να μετατραπεί σε απώλεια ταυτότητας. Αυτό μοιάζει να είναι το σημαντικότερο δίδαγμα του.

Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του, το “QR III” μπορεί να είναι δυστυχώς για τους δημιουργούς του, ένας αποτυχημένος δίσκος, αλλά αποτυπώνει μια από τις δυσκολότερες στιγμές που μπορεί να αντιμετωπίσει ένα συγκρότημα. Τη διαχείριση μιας επιτυχίας που άλλαξε για πάντα τις προσδοκίες γύρω από το όνομά του και την αγωνιώδη προσπάθεια του να κρατηθεί ψηλά.

Η πίεση της δισκογραφικής εταιρείας, οι απαιτήσεις της αγοράς, η επιρροή του MTV, η αλλαγή στον ήχο, η διαφοροποίηση της εικόνας του συγκροτήματος και οι δημόσιες δηλώσεις του Kevin DuBrow δεν αποτελούν ανεξάρτητες εξηγήσεις. Συνθέτουν, όλες μαζί, το παζλ μιας ιδιαίτερα σύνθετης περιόδου.

Το “QR III” δεν θα καταγραφεί ποτέ ανάμεσα στους μεγάλους δίσκους των QUIET RIOT. Ούτε όμως αξίζει να αντιμετωπίζεται ως μια απλή υποσημείωση στην ιστορία τους. Είναι η ηχητική καταγραφή μιας μπάντας που βρέθηκε αντιμέτωπη με το δυσκολότερο ερώτημα της καριέρας της. «Τι γίνεται από εδώ και εμπρός;». Και φίλοι μου, όχι, δεν ήταν ικανές όλες οι μπάντες να βρουν την σωστή απάντηση. Ας το αποδεχτούμε και ας μην τους κατηγορούμε γι’ αυτό.  Η απάντηση που έδωσαν οι QUIET RIOT μπορεί να μην οδήγησε στο αποτέλεσμα που προσδοκούσαν. Αυτό, όμως, δεν κάνει την ιστορία τους λιγότερο ενδιαφέρουσα. Αντίθετα, την κάνει πιο ανθρώπινη.

Και  γι’ αυτό το “QR III” αξίζει ακόμη να ακούγεται. Επειδή μας θυμίζει ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για κάθε μεγάλο συγκρότημα δεν είναι να αλλάξει. Είναι να εξελιχθεί χωρίς να χάσει εκείνο που το έκανε ξεχωριστό. Μπορεί οι QUIET RIOT να απέτυχαν, αλλά σήμερα ας έχουμε την ωριμότητα να δεχτούμε την προσπάθειά τους.

Δημήτρης Σειρηνάκης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here