
“Musicians don’t retire, they drop”
Δεν αποτελεί έκπληξη ότι οι DEEP PURPLE κυκλοφόρησαν δίσκο. Μεταξύ μας, κανείς δεν πίστεψε ότι παρά τα προβλήματα υγείας του Ian Gillan, θα τα παρατούσαν και δεν θα έβγαζαν άλμπουμ. Η έκπληξη με το “Splat!”, είναι ότι έκανε ακόμα και όσους θεωρούσαν ότι οι PURPLE κυκλοφορούν ανούσια άλμπουμ τα τελευταία χρόνια, να αναθεωρήσουν από το άκουσμα κιόλας του πρώτου single, του “Arrogant boy”. Ο Σάκης Φράγκος, δεν άφησε χαμένη την ευκαιρία να μιλήσει με τον συμπαθέστατο και άψογο συνομιλητή, τον πάντα χαμογελαστό Don Airey, που έδωσε πάρα πολλές ατάκες!!!
Γεια σου Don, τι κάνεις;
Είμαι καλά. Εσύ;
Εξαιρετικά. Είναι πάντα χαρά να κάνω συνέντευξη μαζί σου, ειδικά τώρα που έρχεται ο καινούργιος δίσκος. Και, πρώτα απ’ όλα, ήταν μεγάλη έκπληξη το γεγονός ότι οι DEEP PURPLE βγάζουν νέο άλμπουμ, αλλά ακόμη μεγαλύτερη όταν το άκουσα. Το “Splat!” ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη.
Χαίρομαι.
Ήδη έχει χαρακτηριστεί ως ο πιο heavy δίσκος των DEEP PURPLE εδώ και πολλά χρόνια. Ακούγοντάς τον, έχω την αίσθηση ότι έπαιξες πολύ σημαντικό ρόλο, ίσως τον πιο καθοριστικό, γιατί τα περισσότερα τραγούδια μοιάζουν να βασίζονται στα πλήκτρα. Φαίνεται ότι είχες τεράστια συμβολή σε αυτό το άλμπουμ.
Ναι, έτσι είναι. Ο τρόπος που δουλεύουμε είναι ο εξής: κάνουμε πρόβες για δύο εβδομάδες. Αυτή τη φορά κάναμε πρόβες στο Nashville για δύο εβδομάδες και μετά μπήκαμε στο στούντιο, επίσης στο Nashville, όπου ηχογραφούσαμε για τρεις εβδομάδες. Νομίζω ότι είχαμε περίπου τριάντα ιδέες, γύρω στα τριάντα τραγούδια πάνω-κάτω. Ο Bob Ezrin έρχεται τις τελευταίες ημέρες των προβών και τα περιορίζει περίπου στα δεκαπέντε. Έτσι ηχογραφήσαμε δεκαπέντε κομμάτια. Νομίζω ότι ο βασικός κορμός της σύνθεσης προήλθε κυρίως από τον Simon κι εμένα, που φέραμε πολλές ιδέες. Φυσικά, όμως, όλα περνούν μέσα από τον Roger και τον Ian Paice, και στη συνέχεια τα ακούει ο Gillan και μπορεί να πει, «αυτό δεν λειτουργεί τόσο καλά για ρεφρέν, γιατί δεν το ανεβάζουμε;». Όλη η μπάντα είχε λόγο στη διαδικασία. Και πιστεύω ότι αυτό ακριβώς ακούγεται σε αυτό το άλμπουμ. Ακούγεται σαν μια πραγματική μπάντα που παίζει μαζί, γιατί αυτό ακριβώς είναι. Και στις μέρες μας αυτό είναι μάλλον σπάνιο.

Γιατί πλέον πολλές μπάντες δεν ηχογραφούν καν στον ίδιο χώρο.
Ακριβώς. Εμείς ήμασταν όλοι στο ίδιο δωμάτιο. Βέβαια, το στούντιο στο Nashville έχει ξεχωριστούς χώρους όπου μπορείς να βάλεις τους ενισχυτές και να τους ανοίξεις όσο δυνατά θέλεις. Παρ’ όλα αυτά βλέπεις όλους τους υπόλοιπους. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Ο Ian Gillan είπε ότι το πνεύμα του “Splat!” ξανασυνδέεται με την περίοδο 1969-1973. Προσεγγίσατε συνειδητά τον δίσκο με αυτή τη λογική ή προέκυψε φυσικά;
Προέκυψε εντελώς φυσικά. Ήταν αποτέλεσμα δύο χρόνων περιοδειών, μέσα στους οποίους ενσωματώσαμε τον Simon στη μπάντα. Σιγά-σιγά συνηθίσαμε την αλλαγή και όσα έφερνε μουσικά. Αυτή δεν είναι ποτέ εύκολη διαδικασία. Θέλει χρόνο, πολλές συναυλίες, αμέτρητες ώρες να παίζεις μαζί. Και κάποια στιγμή αποκτάς κάτι διαφορετικό. Εξωτερικά μπορεί να μη φαίνεται ότι άλλαξε κάτι, αλλά στην πραγματικότητα έχει αλλάξει. Και αυτό είναι που ακούς.
Μιλήσαμε πριν για τον Bob Ezrin, που πλέον έχει γίνει σχεδόν ένα ανεπίσημο έκτο μέλος των DEEP PURPLE. Τι είναι αυτό που βγάζει από τη μπάντα και ίσως να μην μπορούσε να το πετύχει κάποιος άλλος παραγωγός;
Όταν πρωτογνωριστήκαμε, εμείς σκεφτόμασταν ότι ίσως θα έπρεπε να κάνουμε κάτι πιο εμπορικό. Εκείνος μας είπε «σε καμία περίπτωση. Κάντε ακριβώς αυτό που κάνετε και τα υπόλοιπα θα τα φροντίσουμε εμείς». Ήθελε να διατηρήσουμε τη ζωντανή αίσθηση, τη μουσική επινόηση, τον αυτοσχεδιασμό, τη βαρύτητα. Αυτό ακριβώς ήθελε. Δεν θα έλεγα ότι είναι έκτο μέλος της μπάντας. Κάνει κάτι διαφορετικό από εμάς. Είναι ο παραγωγός. Και αυτός είναι ένας εντελώς διαφορετικός ρόλος. Δεν είναι πάντα ένας ρόλος που οι μουσικοί καταλαβαίνουν, αλλά είναι απολύτως απαραίτητος, γιατί βλέπει τα πράγματα όπως τα βλέπει το κοινό. Ενώ εμείς απλώς ακούμε τη μουσική και σκεφτόμαστε πόσο υπέροχοι είμαστε όλοι.
Πόσο όμορφοι είστε κιόλας…
(γέλια) Ναι!

Η μουσικότητα των DEEP PURPLE είναι θρυλική, όλοι το ξέρουμε. Όμως η μπάντα έχει και μια πολύ ανθρώπινη αίσθηση του χιούμορ. Πόσο σημαντικό είναι το γέλιο για να παραμένει ζωντανή αυτή η σύνθεση έπειτα από τόσα χρόνια; Και φαντάζομαι ότι αυτό αντικατοπτρίζεται και σε τραγούδια όπως τα “Jessica‘s Bra” ή “Scribblin‘ Gibberish”.
Αυτό είναι κυρίως έργο του Ian Gillan. Το αστείο είναι ότι όταν ξεκινήσαμε αυτό το άλμπουμ, μπήκαμε στην αίθουσα προβών, καθίσαμε όλοι στις θέσεις μας, είχαμε στήσει τα όργανά μας, και ο Pacey κοίταξε γύρω του και είπε: «Οι ίδιες παλιές φάτσες». Κι έτσι ξεκίνησε όλος ο δίσκος. Είναι καλό να μην παίρνεις τον εαυτό σου υπερβολικά σοβαρά και να υπάρχει και μια πιο ανάλαφρη πλευρά στο rock. Δεν χρειάζεται όλα να είναι καταστροφή και σκοτάδι. Όταν πρωτοείδα τον τίτλο “The Rider”, πριν ακούσω το τραγούδι, νόμιζα ότι θα ήταν κάτι για την Άγρια Δύση, με κάποιον που φοράει σομπρέρο και πόντσο και καλπάζει προς το ηλιοβασίλεμα αφού έχει σκοτώσει κόσμο. Κι όμως, τελικά είναι για τα καμαρίνια (σ.σ. “rider” είναι η λίστα με τα πράγματα που θέλουν οι μουσικοί να βρίσκονται στα καμαρίνια –και όχι μόνο- στις περιοδείες τους)!
Όταν παίζετε νεότερα τραγούδια στις συναυλίες, πιστεύεις ότι πλέον το κοινό είναι πιο δεκτικό στο υλικό της μετά-Blackmore εποχής;
Νομίζω ότι ο κόσμος θέλει να ακούσει καινούργια πράγματα. Το βασικό πρόβλημα με το νέο υλικό είναι να το παίξεις σωστά. Είναι καινούργιο, άρα πρέπει να το δουλέψεις. Τα παλιά τραγούδια τα έχουμε παίξει χιλιάδες φορές, γι’ αυτό ακούγονται τόσο καλά. Όταν όμως έχεις παίξει ένα κομμάτι μόνο δύο ή τρεις φορές, θα ακούγεται λίγο ασταθές. Η πρόκληση είναι να κάνεις τα καινούργια τραγούδια να ακούγονται το ίδιο καλά με τα παλιά. Δεν είναι εύκολο, αλλά κάνουμε ό,τι μπορούμε. Κάνουμε πρόβες και φροντίζω προσωπικά γι’ αυτό.
Είσαι κάπως ο… μαέστρος της μπάντας;
Αυτό το έμαθα από τον Ozzy. Όταν γράφαμε τους δίσκους του, κάναμε πρόβες μέσα στο στούντιο. Παίζαμε ένα κομμάτι οκτώ ή εννέα φορές και ο Ozzy έλεγε «πάλι». Το ξαναπαίζαμε και τον ρωτούσαμε «τώρα;» κι εκείνος απαντούσε «πάλι». Πρέπει να επαναλαμβάνεις τα πάντα ξανά και ξανά. Αυτό είναι το δύσκολο. Να καταφέρεις να ακούγεται πάντα φρέσκο.

Έχεις περάσει δεκαετίες δίπλα σε θρυλικούς κιθαρίστες και μουσικούς γενικότερα. Ο Simon McBride έφερε πολύ γρήγορα μια νέα ενέργεια στη μπάντα. Πρώτα απ’ όλα, τι ήταν αυτό που σε εξέπληξε περισσότερο όταν έγινε επίσημα μέλος των DEEP PURPLE; Και δεύτερον, τι είναι αυτό που κάνει έναν κιθαρίστα κατάλληλο για τους DEEP PURPLE;
Με τον Simon συνεργάζομαι πάνω από δέκα χρόνια, οπότε είχαμε ήδη βρει κοινό τρόπο δουλειάς στη σύνθεση και γενικότερα. Το βασικό όμως είναι ότι πρέπει πραγματικά να ακούς τι κάνουν τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας. Πρέπει να ακούς τον Pacey, πρέπει να ακούς τι παίζει ο Roger, γιατί αυτοί οι δύο είναι οι καλύτεροι στη δουλειά τους. Δεν μπορείς να τους πεις τι να κάνουν, εσύ πρέπει να προσαρμοστείς σε αυτούς. Κι αν δεν το κάνεις… ο Θεός να σε βοηθήσει. Ο Κύριος ας ελεήσει την ψυχή σου, γιατί ο Pacey και ο Roger δεν θα το κάνουν! (γέλια)
Ο Ian Gillan αποκάλυψε πρόσφατα ότι έχει απομείνει μόλις περίπου το 30% της όρασής του. Πώς έχει προσαρμοστεί η μπάντα γύρω του, τόσο πάνω στη σκηνή όσο και εκτός αυτής; Και πόσο εμπνευστικό είναι να τον βλέπεις να συνεχίζει να δίνει τόσο δυνατές εμφανίσεις παρά αυτή την κατάσταση;
Για μένα ήταν έκπληξη. Ήξερα ότι κάτι συνέβαινε, αλλά δεν μιλούσε γι’ αυτό. Και στη σκηνή δεν είχα παρατηρήσει κάποια ιδιαίτερη διαφορά, πέρα από το ότι στο τέλος των συναυλιών έδειχνε λίγο πιο κουρασμένος. Δεν έμοιαζε εντελώς ο συνηθισμένος εαυτός του, αυτό μόνο είχα καταλάβει. Όταν όμως ο Roger μού εξήγησε πρόσφατα τι ακριβώς συμβαίνει, πραγματικά σοκαρίστηκα. Δεν το γνώριζα. Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν είμαστε από αυτούς που κάθονται στα καμαρίνια και παραπονιούνται ο ένας στον άλλον για τα προβλήματα υγείας τους. Αν το κάναμε, δεν θα βγαίναμε ποτέ στη σκηνή. Προτιμάμε να κρατάμε το κλίμα ανάλαφρο, να μιλάμε για ποδόσφαιρο, να λέμε καμιά κουβέντα για τον Donald Trump, να γελάμε και μετά να βγαίνουμε να παίξουμε.
Υπάρχει κανείς άλλος στη μπάντα που να υποστηρίζει τη Sunderland ή μόνο εσύ;
Όχι, μόνο εγώ. Βέβαια, πέρασα ένα υπέροχο Σαββατοκύριακο. Τερματίσαμε έβδομοι στην Premier League και θα παίξουμε στην Ευρώπη. Προσοχή, Ολυμπιακέ, ερχόμαστε!

Ωχ, ωχ, ωχ!!! (γέλια) Νομίζω ότι φέτος θα έχετε πράγματα να συζητάτε, γιατί τα προηγούμενα χρόνια ήταν λίγο κάπως χάλια… Ο Ian Gillan ανέφερε πρόσφατα, έστω και για λίγο, το ενδεχόμενο της αποχώρησης, πριν ανασκευάσει τη δήλωσή του. Γίνονται ιδιωτικά συζητήσεις μέσα στη μπάντα για το τέλος των DEEP PURPLE; Γιατί προσωπικά δεν μπορώ να φανταστώ τους DEEP PURPLE να τελειώνουν.
Νομίζω ότι ισχύει αυτό που έλεγε ο Buddy Guy, ο μεγάλος blues κιθαρίστας: «Οι μουσικοί δεν συνταξιοδοτούνται. Απλώς… πέφτουν». Κάποια στιγμή θα έρθει η ώρα για όλους. Αλλά, όπως είπε και ο Pacey, εμείς κάναμε ήδη την αποχαιρετιστήρια περιοδεία το 2017, οπότε τώρα μπορούμε απλώς να συνεχίσουμε κανονικά.
Στην πρόσφατη περιοδεία σας στην Ιαπωνία συναντήσατε την πρωθυπουργό Sanae Takaichi, η οποία αποκάλεσε τον Ian Paice… Θεό της. Αυτό πρέπει να ήταν σουρεαλιστικό, ακόμη και για τα δεδομένα των DEEP PURPLE. Περιμένατε ποτέ ότι ένας παγκόσμιος ηγέτης θα γνώριζε τη μουσική σας με τόση λεπτομέρεια;
Όχι, καθόλου. Δεν ξέραμε πραγματικά τι μας περίμενε. Ξέραμε ότι παίζει ντραμς και νομίζαμε ότι θα ήταν μια τυπική συνάντηση: μια φωτογραφία, μια χειραψία και μετά πίσω στο ξενοδοχείο. Δεν ήταν όμως καθόλου έτσι. Μπήκε μέσα, είδε τον Pacey και άρχισε να λέει: «Θεέ μου! Θεέ μου!». Ο καημένος ο Pacey, από τότε, στα καμαρίνια, κάθε φορά που του πηγαίναμε ένα ποτήρι νερό, του λέγαμε: «Θεέ, μπορείς να το μετατρέψεις σε κρασί, σε παρακαλώ;». (γέλια) Ήταν όμως εξαιρετική και παίζει κιόλας αρκετά καλά. Ο Pacey της είχε φέρει δώρο ένα ταμπούρο, κι έτσι έπαιξαν μαζί ένα μικρό ντουέτο με ταμπούρα και ήταν πραγματικά πολύ καλό. Μετά ήρθε σε μένα και μου είπε: «Α, ήσουν στους RAINBOW στο Budokan». Της λέω: «Ναι». Μου απαντά: «Ήμουν δεκαπέντε χρονών τότε. Οι RAINBOW…». Και άρχισε να μιλάει με ενθουσιασμό για τους RAINBOW. Στο τέλος μού έκανε έναν μικρό λόγο και φυσικά έπρεπε να απαντήσω. Εγώ της είπα μόνο: «I Surrender, I Surrender». Όλοι οι φωτογράφοι ξέσπασαν στα γέλια. Ήταν μια εντελώς διαφορετική εμπειρία από αυτή που περιμέναμε.
Δεν είναι και συνηθισμένο να συναντάς τον ηγέτη μιας τόσο μεγάλης χώρας, έναν παγκόσμιο ηγέτη, που να γνωρίζει τόσο καλά τη μουσική σου και να θέλει να παίξει μαζί σου.
Πραγματικά. Ήταν υπέροχη.

Οι νεότεροι keyboard players συχνά επικεντρώνονται στην τεχνική ταχύτητα. Τι πιστεύεις ότι παρεξηγούν σχετικά με το πραγματικά σπουδαίο rock παίξιμο στα πλήκτρα;
Έχει ενδιαφέρον… Τελευταία ακούω πολύ τον Nicky Hopkins. Ήταν από τους κορυφαίους session μουσικούς στο Λονδίνο τη δεκαετία του ’60. Έπαιξε με τον Jeff Beck, με τους KINKS, σχεδόν με όλους. Νομίζω ότι παίζει και στο “You Really Got Me”. Ήταν ένας φαινομενικά πολύ απλός πιανίστας, αλλά υπήρχε κάτι τόσο εκλεπτυσμένο σε ό,τι έκανε. Ο Ray Davies είχε πει ότι ο Nicky έπαιζε κάτι και σκεφτόσουν «εντάξει, τίποτα ιδιαίτερο». Αν όμως το αφαιρούσες από το τραγούδι, το κομμάτι δεν θα ήταν πια το ίδιο. Αυτό το είχα πάντα στο μυαλό μου: το «λιγότερο είναι περισσότερο». Πρέπει να κάνεις αισθητή την παρουσία σου, αλλά όχι υπερβολικά. Ο Nicky Hopkins είναι ένας από τους μεγάλους αγαπημένους μου. Φυσικά και ο Jon Lord, μοναδικός σε αυτό που έκανε. Ο Thijs van Leer των FOCUS ήταν επίσης εκπληκτικός μουσικός. Και ένας ακόμη αγαπημένος μου είναι ο Jan Hammer από τους MAHAVISHNU ORCHESTRA. Όλοι αυτοί ήταν σπουδαίοι μουσικοί, αλλά ήξεραν να συγκρατούνται και να απελευθερώνουν όλη τους τη δύναμη μόνο όταν πραγματικά χρειαζόταν.
Μιλώντας για την καριέρα σου, θα ήθελα να μου πεις ποιο χαρακτηριστικό θα κρατούσες από κάθε έναν από τους ηγέτες των συγκροτημάτων με τους οποίους συνεργάστηκες, είτε ως session μουσικός είτε ως κανονικό μέλος. Ας ξεκινήσουμε από τον Ozzy Osbourne, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή. Ποιο χαρακτηριστικό του θα κρατούσες για να δημιουργήσεις, ας πούμε, την ιδανική μπάντα;
Το εκπληκτικό με τον Ozzy ήταν ότι ό,τι κι αν του έπαιζες, όποιο riff κι αν του έδινες, μπορούσε αμέσως να τραγουδήσει μια μελωδία από πάνω. Και συνήθως αυτή κατέληγε να είναι το ίδιο το τραγούδι. Έμοιαζε να βγαίνει από μέσα του, από το πουθενά. Αυτό ήταν το πραγματικά μοναδικό του χάρισμα.
Πάντα μιλούσες με τεράστιο θαυμασμό για τον Gary Moore στις προηγούμενες συνεντεύξεις μας.
Α, ο Gary… Ναι. Ο Gary ήταν ιδιοφυΐα. Ήταν όμως και μια βασανισμένη ψυχή, γιατί δεν ήξερε πραγματικά πώς να διαχειριστεί αυτό το τεράστιο χάρισμα που είχε. Ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, πολύ αστείος και εξαιρετικός φίλος. Αλλά μόλις έπαιρνε την κιθάρα στα χέρια του, μεταμορφωνόταν. Ήταν σαν να περνούσε κάτι άλλο μέσα από εκείνον. Ήταν απόλυτα εμπνευσμένος και ταυτόχρονα μπορούσε να εμπνεύσει τους πάντες.
Ο Ritchie Blackmore;
Κάτι αντίστοιχο. Ο Ritchie ήταν πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος. Από εκείνον έμαθα πάρα πολλά, κυρίως για το πώς να κρατάς τα πράγματα απλά και πώς να δομείς ένα τραγούδι. Πώς να γράφεις μουσική. Πώς να φτιάχνεις μια εισαγωγή, ένα middle eight, πώς να τελειώνεις ένα κομμάτι, πώς να δένεις όλα τα μέρη μεταξύ τους. Δεν είναι εύκολο. Ο Bach, ο Mozart, ο Chopin είχαν αυτό το χάρισμα. Το είχε όμως και ο Ritchie. Ήταν υπέροχο να βρίσκεσαι δίπλα του. Κι όταν έχεις ζήσει και δουλέψει μαζί του, αυτό μένει μέσα σου για πάντα. Και γι’ αυτό θα του είμαι πάντοτε ευγνώμων.
Ο Tony Iommi;
Το ίδιο και με τον Tony. Ήταν πρωτοπόρος στα riffs. Η διαφορά του από τον Ritchie ήταν ότι δεν τον ενδιέφερε τόσο η δομή του τραγουδιού. Τον ενδιέφερε περισσότερο να μπει στο άγνωστο. «Για να δούμε πού θα μας οδηγήσει αυτό». Ποτέ δεν ήξερες προς τα πού θα κατευθυνόταν μια ιδέα μαζί του. Κι αυτό ήταν το σπουδαίο.
Ο Michael Schenker;
Απλώς ένας εκπληκτικός μουσικός. Εξαιρετικός κιθαρίστας. Πάντα χρησιμοποιούσε ενισχυτή 50 Watt, οπότε δεν ήταν τόσο δυνατός όσο οι υπόλοιποι. Αλλά είχε έναν υπέροχο ήχο. Και ήταν φοβερός rhythm κιθαρίστας. Όταν έπαιζε ρυθμικά μέρη… πραγματικά σε ξεσήκωνε.
Ο David Coverdale;
Για τον David πάντα ρωτούσα, όταν έβγαινε από το δωμάτιο: «Πόση ώρα του πήρε να γράψει αυτά τα φωνητικά;». Η απάντηση ήταν: πρώτη λήψη. Το “Still of the Night” είναι one take. Ο Keith Olsen του είπε: «David, έχουμε καινούργια monitors. Θέλεις να δοκιμάσεις τα φωνητικά πάνω στο νέο κομμάτι;». One take. Αυτός ήταν ο David Coverdale.
Ο Cozy Powell;
Για τον Cozy θα έλεγα ότι ήταν ο καλύτερος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ στη μουσική βιομηχανία. Ένας καταπληκτικός φίλος για όλους. Τεράστιο ταλέντο. Δεν ήταν μόνο σπουδαίος ντράμερ· μπορούσε και να κάνει παραγωγή. Και αν δεν ήταν ντράμερ, θα μπορούσε να γίνει οδηγός Formula 1. Μιλάω σοβαρά. Υπήρχαν άνθρωποι που τον παρακολουθούσαν γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.

Έχω δει σχετικές φωτογραφίες. Υπάρχει ακόμη κάποιο μουσικό όνειρο που δεν έχει εκπληρωθεί για τον Don Airey; Κάτι που ούτε οι DEEP PURPLE έχουν καταφέρει καλλιτεχνικά;
Θα ήθελα να κάνω κάτι με μια μεγάλη συμφωνική ορχήστρα. Να ενσωματώσω περισσότερο αυτό το στοιχείο. Ο Jon το έκανε με το Concerto, αλλά δεν ξέρω πώς θα μπορούσαν να το κάνουν σήμερα οι DEEP PURPLE. Ίσως να είναι κάτι για ένα προσωπικό μου project. Ακούω ήδη κάτι στο μυαλό μου. Θα δούμε.
Έχεις ακόμη πολλά χρόνια μπροστά σου.
Μακάρι. Δεν ξέρω πόσα είναι πλέον… (γέλια)
Εσύ επιβίωσες, οι DEEP PURPLE επιβίωσαν. Περάσατε αλλαγές μελών, μουσικές μόδες, εσωτερικές κρίσεις. Ποιο ήταν το πραγματικό μυστικό της επιβίωσης της μπάντας;
Νομίζω ότι το μυστικό ήταν πως δεν σταματήσαμε ποτέ να παίζουμε ζωντανά. Είχαμε έναν μάνατζερ, τον Bruce Payne, και το μεγάλο του χάρισμα ήταν ότι μπορούσε να κλείσει συναυλίες οπουδήποτε στον κόσμο. Δεν ξέρω πώς το κατάφερνε. Τον ρωτούσαμε: «Bruce, πού πάμε μετά;». Και απαντούσε: «Έχω κλείσει μερικές εμφανίσεις… υπάρχει μία στο Βλαδιβοστόκ». «Και πριν από αυτό πού παίζουμε;». «Στη λίμνη Βαϊκάλη». Έστηνε ασταμάτητα περιοδείες και κρατούσε τη μπάντα συνεχώς σε κίνηση. Αυτό είναι μεγάλο μυστικό. Αν θέλεις να συνεχίσεις να παίζεις, πρέπει απλώς… να συνεχίσεις να παίζεις.
Σάκης Φράγκος












