
Η 10η Ιουλίου 2026 θα μείνει στην ιστορία ως η ημέρα που φιλοξένησε ένα από τα κορυφαία live shows που έχουμε παρακολουθήσει ποτέ στη χώρα μας. Και για να προλάβω όσους θεωρήσουν πως πρόκειται για υπερβολή ή για τον ενθουσιασμό της επόμενης ημέρας, όχι. Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι το βίωμα μιας συναυλίας που, μετά από δεκαετίες ενασχόλησης με αυτή τη μουσική, μας έκανε να ξεστομίσουμε το πλέον κλισέ αλλά απόλυτα ειλικρινές σλόγκαν, «Τι ζήσαμε;».
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το Release Festival φιλοξενούσε τους ASHES OF ARES, τους SAXON και τους HELLOWEEN. Ένα πακέτο που από μόνο του δημιουργούσε τεράστιες προσδοκίες και προμήνυε μια βραδιά γεμάτη αυθεντικό heavy metal. Οι αρχικές εκτιμήσεις ότι θα βλέπαμε μια συναυλία με μοναδικό στόχο να περάσει καλά ο κόσμος όχι μόνο επιβεβαιώθηκαν, αλλά το τελικό αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Και αυτό γιατί όλα λειτούργησαν όπως ακριβώς έπρεπε. Ο ήχος ήταν εξαιρετικός, οι εμφανίσεις των συγκροτημάτων από άλλο πλανήτη, το κοινό σε εκπληκτική διάθεση και η διοργάνωση υποδειγματική. Πραγματικά, μια βραδιά όπου όλα κύλησαν ιδανικά.

Το ότι όλα θα εξελίσσονταν ιδανικά φάνηκε ήδη από την άφιξή μας στην Πλατεία Νερού, αρκετή ώρα πριν ανοίξουν οι πύλες στις έξι το απόγευμα. Ένα μαγικό -άγιο- σύννεφο είχε σκεπάσει τον ήλιο, χαρίζοντας μια απρόσμενη ανάσα από τη ζέστη, ενώ ο κόσμος άρχισε να γεμίζει γρήγορα τον συναυλιακό χώρο. Το μοναδικό μικρό αγκάθι ήταν το αυστηρό και απολύτως δικαιολογημένο χρονοδιάγραμμα, το οποίο προέβλεπε την εμφάνιση των ASHES OF ARES μόλις δεκαπέντε λεπτά μετά το άνοιγμα των θυρών. Ως αποτέλεσμα, αρκετός κόσμος βρισκόταν ακόμη στις ουρές όταν η μπάντα ξεκίνησε το πρόγραμμά της, χάνοντας τα πρώτα τραγούδια. Προσωπικά, το μόνο που θυσίασα ήταν οι απαραίτητες μάρκες για τα… καύσιμα της βραδιάς.

Έτσι, μπροστά σε ένα ακόμη σχετικά αραιό κοινό, ο Matt Barlow και η παρέα του ανέβηκαν στη σκηνή, ανοίγοντας με δύο συνθέσεις από τη δική τους δισκογραφία, τα “New Messiahs” και “Wake of vultures”. Από τις πρώτες κιόλας νότες έγινε ξεκάθαρο ποιο θα ήταν το πρώτο μεγάλο highlight της εμφάνισής τους και δεν αυτό δεν άλλο από τη φωνή του Matt Barlow. Μια φωνή που ξυπνά αυτόματα κάθε ανάμνηση από τα εφηβικά μας χρόνια, τότε που οι ICED EARTH μεγαλουργούσαν και έχτιζαν μια από τις πιο πιστές οπαδικές βάσεις, ιδιαίτερα στην Ελλάδα.

Οι αναμνήσεις αυτές μετατράπηκαν γρήγορα σε ανατριχίλα όταν ακούστηκαν οι πρώτες νότες του “Dark saga”. Εκεί εξαφανίστηκαν και οι τελευταίοι δισταγμοί όσων αποφεύγουν πλέον να δηλώσουν δημόσια την αγάπη τους για τους ICED EARTH. Στο σημείο “I want to die, agaaaaaiiin”, όλα πήραν τον δρόμο τους. Το κοινό, που πλέον είχε γεμίσει τον χώρο, τραγουδούσε δυνατά κάθε στίχο, ενώ ο Barlow έμοιαζε να αντλεί ακόμη περισσότερη ενέργεια από αυτή την ανταπόκριση. Η ερμηνεία του ήταν πραγματικά εντυπωσιακή, σαν να μην είχε περάσει ούτε μία ημέρα από την εποχή της ακμής του.

Το “I died for you” έφερε την απαραίτητη δόση συγκίνησης και μελαγχολίας, ενώ το “Violate” ανέβασε ξανά τους παλμούς, με τον κόσμο να φωνάζει ρυθμικά το όνομα του Barlow. Το “Vengeance is mine” ολοκλήρωσε ιδανικά το αφιέρωμα στο “The dark saga”, χωρίς όμως να κλείσει και τον κύκλο των αναφορών στους ICED EARTH. Μεσολάβησε το “The iron throne” από τη δισκογραφία των ASHES OF ARES, πριν έρθει το “Burning times” από το κλασικό “Something wicked this way comes” και ανεβάσει το θερμόμετρο ακόμη περισσότερο. Κι εκεί που πίστευες πως το σετ είχε ήδη κορυφωθεί, ήρθε μια μικρή αλλά απολαυστική γεύση από το “Burnt offerings”, με την τελευταία στροφή του “Dante’s inferno”, προκαλώντας νέο κύμα ενθουσιασμού στους παλιούς οπαδούς.

Η αυλαία έπεσε με το “The one-eyed king”, αφήνοντας τους πάντες απόλυτα ικανοποιημένους και προετοιμασμένους για τη συνέχεια της βραδιάς, εκεί όπου οι θρυλικοί SAXON θα αναλάμβαναν να συνεχίσουν το ταξίδι στο μεγαλείο του παραδοσιακού heavy metal.
Δημήτρης Μπούκης
Μετά την πολύ καλή εμφάνιση των ASHES OF ARES, και το απαραίτητο διάλειμμα για να στηθεί επί σκηνής ότι χρειαζόταν, σειρά είχε ένα συγκρότημα που αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους στο παραδοσιακό heavy metal, «κλείνοντας» αισίως φέτος 47 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας. Ένα σχήμα που χαίρεσαι να βλέπεις ζωντανά κάθε φορά.

Άγγλοι στο ραντεβού ως προς την προκαθορισμένη ώρα έναρξης, το “The prophesy” το intro της τελευταίας δισκογραφικής τους δουλειάς ”Hell, fire and damnation” και το ομώνυμο τραγούδι «άνοιξαν» την εμφάνιση τους. Οι SAXON έχουν επισκεφτεί πολλές φορές την χώρα μας, και εύχομαι να το κάνουν για αρκετά χρόνια ακόμα. Αν τους έχεις δει ζωντανά πάνω από 2 φορές ξέρεις εκ προοιμίου αφενός τι θα αντιμετωπίσεις, και αφετέρου ότι θα περάσεις καλά, κατά την διάρκεια που θα είναι στο σανίδι, αφού το γκρουπ είναι από τα λίγα που έχει πάντα ένα υψηλό επίπεδο απόδοσης στα live του. Είναι άξιο θαυμασμού, παρόλη την ηλικία που έχει το κάθε μέλος, με τον εξηντάχρονο μπασίστα, Nibbs Carter, να είναι ο μικρότερος και όλα τα υπόλοιπα μέλη μεγαλύτερα, το υψηλό ποσοστό ενέργειας που εκπέμπουν από την σκηνή. Έτσι όποια χρονιά και αν ήσουν σε ένα live τους, αυτό που πάντα λάμβανες είναι το ίδιο καλό.

Εκτός του τραγουδιού από την τελευταία δουλειά τους και το “Dogs of war” του 1995, όλα τα υπόλοιπα τραγούδια ήταν ένα άτυπο best of από τις χρονιές 1980-1984, εκεί όπου «έχτισαν» την καριέρα τους, με τραγούδια που όχι μόνο είναι διαχρονικά, αλλά και πάντα πολύ ευχάριστα στην ακρόαση. Έχοντας, δυστυχώς για πολλούς, μόνο μια ώρα διαθέσιμη, επέλεξαν ένα πιο festival-ικό set list χωρίς εκπλήξεις, παίζοντας ζωντανά μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους, κομμάτια που αγαπάει και θέλει να ακούει ο κόσμος.

Οι SAXON έχουν γράψει τραγούδια ανεξίτηλα στον χρόνο, κάτι που αποδείχτηκε για ακόμα μια βραδιά και εμφάνιση. Όσοι δεν τους είχαν ξαναδεί ζωντανά, άκουγαν μερικά από τα σημαντικότερα τραγούδια στη heavy metal μουσική. Όσοι πάλι τους είχαν απολαύσει ζωντανά λίγες ή περισσότερες φορές, παρόλο που μπορεί να είχαν ελαφρώς εσωτερικά την σκέψη της επανάληψης ακρόασης τραγουδιών, και πάλι αυτή «έφευγε» σε δευτερόλεπτα, αφού είναι τέτοια η ποιότητα που δεν βαριέσαι με τίποτα.

Βεβαίως σε αυτό βοηθούν και τα ίδια τα μέλη του γκρουπ, αφού ξέρουν, χωρίς πολλές κινήσεις, να διασκεδάζουν τον κόσμο, δίδοντας του πάντα το 100% του εαυτού τους. Έτσι και η συγκεκριμένη βραδιά δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική. Με πρωτεργάτη, ως συνήθως, τον 75 ετών, πάντα έφηβο frontman, Biff Byford, να δίνει το έναυσμα, και οι άλλοι από δίπλα του να ακολουθούν στους ίδιους ρυθμούς, το συγκρότημα δικαιολόγησε στο 100% την φήμη και την αίγλη που έχει. Προσωπικά θεωρώ ότι έχει δώσει σημαντική ώθηση στο σχήμα ο Brian Tatler, κιθαρίστας των DIAMOND HEAD, που έχει ενταχθεί με μεγάλη επιτυχία στο συγκρότημα τα τελευταία χρόνια. Ακόμα και στα ελάχιστα δευτερόλεπτα στο “And the bands played on” που είχε κάποια μικρά τεχνικά θέματα στην κιθάρα του, δεν άφησε να γίνει «κοιλιά» στην εμφάνιση δείγμα της εμπειρίας που έχει.

Σε όλα τα παραπάνω προσθέστε και την βοήθεια της τεχνολογίας, αφού πια στα video walls, το κάθε συγκρότημα έχει ότι εικόνα θέλει για background, κάνοντας την κάθε εμφάνιση ακόμα πιο θελκτική στην θέαση. Έτσι παράλληλα με την μουσική, ο «Έλληνας» πολεμιστής στο “Heavy metal thunder”, τα εξώφυλλα των άλμπουμ τους στο “And the bands played on” και τα jackets με ραφτά στο “Denim and leather”, ήταν ο τέλειος συνδυασμός ήχου και εικόνας.

Η μια ώρα που ήταν οι SAXON επί σκηνής, ποτέ δεν θα είναι αρκετή, αφού «περνάει» πάντα πολύ γρήγορα. Δεν πειράζει όμως, γιατί έστω και αυτό είναι κάπως αρκετό. Ως την επόμενη φορά, που μακάρι να είναι του χρόνου σε headline εμφάνιση, μια και ανακοίνωσαν ότι τον Ιανουάριο του 2027, θα κυκλοφορήσει η νέα τους δισκογραφική δουλειά, με τίτλο “Gods of war”. Έτσι αν μας επισκεφτούν θα έχουμε την δυνατότητα να ακούσουμε και τραγούδια από αυτήν αλλά και πιο πολλά από ένα συγκρότημα που θα «κρατάει» πάντα ζωντανές τις λέξεις “heavy metal” στα χείλη κάθε οπαδού.
Θοδωρής Μηνιάτης
Ήταν 17 Ιουνίου 2023 όταν οι HELLOWEEN επέστρεψαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα μετά το εμβληματικό reunion με τους Michael Kiske και Kai Hansen. Προσωπικά, εκείνο το live ήταν ό,τι καλύτερο είχα βιώσει ποτέ συναυλιακά. Γιατί αγαπώ αυτό το συγκρότημα. Γιατί ήταν παιδικό όνειρο να δω επί σκηνής αυτούς τους δύο ανθρώπους μαζί με τους υπόλοιπους HELLOWEEN. Γιατί είναι τα βιώματά μου, η εφηβεία μου, η μουσική που με συντροφεύει σχεδόν σε ολόκληρη τη ζωή μου.

Τρία χρόνια αργότερα, οι κολοκύθες επέστρεψαν στον ίδιο τόπο του… εγκλήματος για να επιβεβαιώσουν κάτι που ίσως ακουστεί τολμηρό, αλλά το πιστεύω απόλυτα: αυτή τη στιγμή είναι το κορυφαίο metal συγκρότημα στον κόσμο. Γιατί γνωρίζουν ακριβώς τι αγαπάει ο κόσμος τους και το προσφέρουν στην καλύτερη δυνατή εκδοχή του. Από την οπτικοακουστική παραγωγή μέχρι την απόδοσή τους επί σκηνής και, κυρίως, τη διάθεση που εκπέμπουν. Βλέπεις επτά ανθρώπους να απολαμβάνουν πραγματικά αυτό που κάνουν και αυτή η χαρά μεταφέρεται αυτούσια στο κοινό. Και πάνω απ’ όλα, ξέρουν να αγγίζουν το συναίσθημα, τιμώντας την τεράστια ιστορία τους, χωρίς όμως να αντιμετωπίζουν το παρόν ως απλή υποσημείωση. Αντίθετα, το αγκαλιάζουν με υπερηφάνεια.

Με αυτό ως οδηγό, οι Γερμανοί πατέρες του ευρωπαϊκού power metal δεν έδωσαν απλώς μία ακόμη συναυλία. Παρέδωσαν ένα ταξίδι στον χρόνο, παίρνοντάς μας από το χέρι σε μια αναδρομή που συγκίνησε εξίσου τους παλιούς και τους νεότερους οπαδούς. Στις 21:15 ακριβώς, σύμφωνα με το πρόγραμμα, το μεγάλο πανό με το λογότυπο των HELLOWEEN έπεσε, αποκαλύπτοντας ένα εντυπωσιακό εισαγωγικό visual, όπου τα εξώφυλλα της δισκογραφίας τους διαδέχονταν το ένα το άλλο. Και τότε… χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια μας. Η μπάντα ανέβηκε στη σκηνή και άνοιξε με το “March of time”.

Και εδώ επιστρέφω σε αυτό που έγραψα προηγουμένως. Οι HELLOWEEN ξέρουν τι θέλει να ακούσει ο κόσμος και του το δίνουν. Η εισαγωγή ήταν μυθική και το συγκρότημα έμοιαζε ασταμάτητο. Ο Deris ήταν τιτάνας, ο Kiske εξωγήινος, ο Hansen απολαυστικά μουρλαμένος, ο Gerstner εξωπραγματικός, ο Grosskopf η προσωποποίηση της χαράς και της θετικής ενέργειας, ο Löble πολυβόλο πίσω από τα τύμπανα και ο Weikath ίδιος και απαράλλαχτος, ένας βράχος που συνεχίζει να στέκεται αγέρωχος. Προσπαθώντας να συνέλθουμε από το σοκ της εισαγωγής, η σκηνή βυθίστηκε ξανά στο σκοτάδι και στο video wall εμφανίστηκε ο Keeper, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του αφηγητή, όπως έκανε αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της βραδιάς.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να γίνει μια ιδιαίτερη αναφορά στην παραγωγή. Ζούμε πλέον στην εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται κατά κόρον για τη δημιουργία visual σε συναυλίες. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, όμως, πρόκειται για όμορφες εικόνες που δεν προσθέτουν ουσιαστικά κάτι στην εμπειρία. Οι HELLOWEEN πέτυχαν ακριβώς το αντίθετο. Τα βίντεο ήταν εκπληκτικής ποιότητας, γεμάτα φαντασία και απόλυτα συνδεδεμένα με το κάθε τραγούδι. Δεν λειτουργούσαν ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως οργανικό κομμάτι της παράστασης.

Ο Keeper προλόγισε το “The king for a 1000 years” και το αποτέλεσμα ήταν καθηλωτικό. Πέρα από το γεγονός ότι πρόκειται για μία από τις κορυφαίες συνθέσεις της σύγχρονης εποχής των HELLOWEEN, ήταν και η στιγμή που οι τρεις κιθαρίστες παρέδωσαν πραγματικά μαθήματα. Hansen, Weikath και Gerstner κεντούσαν ασταμάτητα, με απόλυτη ακρίβεια και τρομερή χημεία.

Στη συνέχεια, ο Kai Hansen ανέλαβε τα ηνία, παίζοντας το κλασικό θέμα από το “In the hall of the mountain king” του Edvard Grieg, λες και γνώριζε πως σε λίγες μέρες θα ακολουθήσουν οι SAVATAGE. Η εισαγωγή αυτή οδήγησε στο “Future world”, με τους τραγουδιστές να γίνονται ξαφνικά τρεις, αφού ο Hansen ανέλαβε και αυτός καθήκοντα στα φωνητικά. Γαλανόλευκες κορδέλες εκτοξεύθηκαν προς το κοινό και, κάπου εκεί, το πάρτι ξεκίνησε για τα καλά.

Το “This is Tokyo” από το πρόσφατο “Giants & monsters” απέδειξε πόσο φυσικά έχουν ενσωματωθεί οι καινούργιες συνθέσεις στο setlist. Ακολούθησε το “We burn” από το εμβληματικό “The time of the oath”, συνοδευόμενο από ένα εντυπωσιακό pyro show, με τον Andi Deris να κρατά μόνος του ένα φλογοβόλο, βάζοντας κυριολεκτικά φωτιά στη σκηνή. Και κάπου εκεί η νοσταλγία χτύπησε ξανά κόκκινο. Το “Twilight of the Gods” ήρθε μέσα σε ένα σκηνικό γεμάτο αισθητική από τα ’80s, με arcade machines να φωτίζουν το stage, ενώ η φωνή του Kiske ξύπνησε μέσα μου εκείνο το παιδί που μεγάλωσε με τις κασέτες και τα CD των HELLOWEEN.

Ο Keeper εμφανίστηκε ξανά, εξηγώντας πως πριν ακόμη δημιουργηθεί ο ίδιος, οι κολοκύθες είχαν ήδη ξεκινήσει τη μάχη απέναντι στο κακό και ρώτησε αν ήμασταν έτοιμοι να… καβαλήσουμε τον ουρανό. Το “Walls of Jericho” είχε την τιμητική του. Ο Kai Hansen, αυτή την φορά μόνος του, ανέλαβε τα φωνητικά και το “Ride the sky” προκάλεσε πραγματική έκρηξη ενθουσιασμού. Έβγαλε και εκείνη την ιστορική τσιρίδα του και κάπου εκεί τελειώσαμε. Χάσαμε τη φωνή μας, χάσαμε την ανάσα μας και μαζί κάθε ίχνος λογικής που σε κάνει να συμπεριφέρεσαι σαν φυσιολογικός άνθρωπος σε μία συναυλία.

Το “Into the sun” έριξε προσωρινά τους παλμούς, μέσα από ένα πανέμορφο ντουέτο των Kiske και Deris, ενώ αμέσως μετά ήρθε μία ευχάριστη έκπληξη από το “Better than raw”, με το “Hey lord!” να εκπροσωπεί έναν δίσκο που σπάνια τιμάται ζωντανά. Το εντυπωσιακό ήταν ότι βρισκόμασταν ακόμη περίπου στα μισά του προγράμματος και η ένταση είχε ήδη χτυπήσει κόκκινο. Το “Universe (gravity for hearts)” απέδειξε για ακόμη μία φορά ότι οι HELLOWEEN δεν ζουν αποκλειστικά από το ένδοξο παρελθόν τους. Εξακολουθούν να γράφουν σπουδαία τραγούδια. Το drum solo του Dani Löble έδωσε τις απαραίτητες ανάσες πριν ξεσπάσει ο απόλυτος ύμνος, το “I want out”, με χιλιάδες ανθρώπων να τραγουδούν κάθε λέξη μαζί με το συγκρότημα.

Η ακουστική ενότητα της βραδιάς είχε φτάσει. Αυτή τη φορά, αντί για το καθιερωμένο “Forever and one”, οι δύο τραγουδιστές παρουσίασαν το “In the middle of a heartbeat” από το “Master of the rings”, για να ακολουθήσει το “A tale that wasn’t right” και κάπου εκεί λύγισα. Τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν χωρίς να μπορώ να τα συγκρατήσω. Είναι εκείνες οι στιγμές όπου όλα τα προσωπικά βιώματα που κουβαλάς με αυτή τη μουσική ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Σε συνδυασμό με την εκπληκτική απόδοση του συγκροτήματος, νιώθεις πραγματικά ότι η ψυχή σου εγκαταλείπει για λίγο το σώμα σου. Και όταν το τραγούδι πέρασε από την ακουστική εκτέλεση στην πλήρη ηλεκτρική ανάπτυξή του, με τον Weikath να αποδίδει το εμβληματικό solo και ολόκληρη τη μπάντα να μπαίνει ξανά δυναμικά, οι HELLOWEEN μας γονάτισαν.
Ή μήπως όχι;

Γιατί αμέσως μετά επέστρεψε η απόλυτη παράνοια του Kai Hansen. “Heavy metal (is the law)” και τα μυαλά στα μπλέντερ. Ο Keeper έκανε την τελευταία του εμφάνιση και το “Halloween” συγκλόνισε ολόκληρη την Πλατεία Νερού, πριν το συγκρότημα αποχωρήσει προσωρινά από τη σκηνή. «Πού είναι το “Eagle fly free”;» σκεφτόμουν. Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι θα έλειπε από το setlist. Τότε ακούστηκε το “Invitation”. Ο ήχος του αετού προκάλεσε ανατριχίλα και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα το “Eagle fly free”, με τον Michael Kiske να το απογειώνει μόνος του, μας έκανε κυριολεκτικά να πετάξουμε. Power metal στην τελειότερη μορφή του.
Ο Deris πήρε στη συνέχεια τη σκυτάλη για το “Power”, πριν οι δύο τραγουδιστές ενώσουν ξανά τις δυνάμεις τους στο “Dr. Stein” και αποχαιρετήσουν το κοινό τραγουδώντας το τελευταίο ρεφρέν του “Keeper of the seven keys”.

Μετά από μία τόσο εξωπραγματική εμφάνιση, τι μπορεί να πει κανείς; Τα χαμόγελα στα πρόσωπα του κόσμου αρκούσαν για να δώσουν την απάντηση. Αν η προηγούμενη εμφάνιση των HELLOWEEN ήταν η καλύτερη συναυλία της ζωής μου, τώρα μπορώ να πω ότι έχω δύο καλύτερες συναυλίες της ζωής μου. Τόσο απλά.
Αυτή τη στιγμή, οι HELLOWEEN αποτελούν το απόλυτο σημείο αναφοράς στο heavy metal, συνδυάζοντας ιδανικά απόδοση, setlist, παραγωγή και σκηνική παρουσία.
Και ένα τελευταίο προσωπικό σχόλιο.

Να είσαι καλά, Andi Deris. Γιατί κράτησες όρθιους τους HELLOWEEN όταν όλα έμοιαζαν αβέβαια και σήμερα έχουμε την τύχη να ζούμε αυτό το θαύμα.
Και κάπως έτσι μετά από περίπου δυόμιση ώρες, οι HELLOWEEN με την τρομερή εμφάνιση τους «έκλεισαν» μια βραδιά που θα θυμόμαστε και θα συζητάμε για πάρα πολύ καιρό, με τρία συγκροτήματα που το καθένα, με το ιδίωμα που υπηρετεί, προσέφερε το 100% του εαυτού του στον κόσμο που έφυγε με πάρα πολλά χαμόγελα από το χώρο, σίγουρα ευχαριστημένος.
Δημήτρης Μπούκης
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη













