
Οι ACCEPT θα είναι για πάντα ένα από τα συγκροτήματα που αν δεν υπήρχε, η heavy metal μουσική αφενός δεν θα είχε έναν πολύ σημαντικό αντιπρόσωπο, αφετέρου θα ήταν σίγουρα πιο φτωχή. Είναι ένα γκρουπ που χρίζει ιδιαίτερης προσοχής σε κάθε δισκογραφικό του βήμα. Παρόλο που καθένα δεν είναι ίσως το ίδιο ποιοτικά στα γούστα των οπαδών, βάση τελικού αποτελέσματος τραγουδιών, έχουν καταφέρει να δημιουργούν δισκογραφικές προσπάθειες, που αρέσουν στο κοινό, σε άλλους περισσότερο και σε άλλους λιγότερο, έχοντας όμως το σχήμα πάντα σε μια διαρκή δημοσιότητα και εκτίμηση. Με την ευκαιρία της εμφάνισης του Udo Dirkschneider στο festival του Rock Hard, του τραγουδιστή που έχει συνδέσει το όνομα του με τις κορυφαίες στιγμές του γκρουπ, βάζω σε σειρά προτίμησης, βάση προσωπικού γούστου, τα άλμπουμ στα οποία έχει συμμετάσχει.

ACCEPT WITH UDO discography countdown:

- “Accept” (1979)
Τον Σεπτέμβριο και Δεκέμβριο του 1978, ένα νέο συγκρότημα θα έμπαινε στο studio για να ηχογραφήσει τα τραγούδια για την επερχόμενη παρθενική του δισκογραφική κίνηση. Τον Ιανουάριο του 1979, το ομώνυμο άλμπουμ των ACCEPT θα έβλεπε το φως της δημοσιότητας, όντας το πρώτο δείγμα γραφής ενός από τα γκρουπ που όρισαν με την μουσική τους ένα ολόκληρο ιδίωμα. Ο κιθαρίστας Wolf Hoffmann κάποια χρόνια μετά αναφέρθηκε για το ντεμπούτο ως απλώς μια συλλογή τραγουδιών που το συγκρότημα είχε δουλέψει κατά τη διάρκεια των χρόνων που σχηματιζόταν, χωρίς κάποια πραγματική εστίαση: «Απλώς παίζαμε τραγούδια που παίζαμε πάντα. Ήταν υλικό που είχε συσσωρευτεί τους πρώτους μήνες και χρόνια της ύπαρξής μας και ήταν ένα μείγμα από κάθε είδους πράγματα». Όλο το άλμπουμ είχε σαφείς rock καταβολές αλλά και πολλά στοιχεία πρωτόλειου metal που ο οπαδός είχε ακούσει σε δουλειές άλλων εκείνα τα χρόνια. Έτσι χωρίς να είναι κακό, παρόλο που σε γενικές γραμμές δεν ήταν συνθετικά κάτι ιδιαίτερο, έβαλε «το τρένο στις ράγες» για την συνέχεια.
Highlight του δίσκου: “Seawinds”

- “Predator” (1996)
Το 1996 οι ACCEPT είχαν ήδη πίσω τους μια τεράστια καριέρα με τραγούδια που για πάντα θα είναι σημεία αναφοράς και θα χαρακτηρίζουν ηχητικά ένα ιδίωμα. Τέτοια συγκροτήματα είναι «αναγκασμένα» να παράγουν ωραίους δίσκους προς τέρψη των οπαδών. Το “Predator”, θα ήταν το τελευταίο άλμπουμ με τον Dirkschneider στα φωνητικά και το πρώτο που δεν συμμετείχε ο επί χρόνια drummer Stefan Kaufmann. Έτσι η τριάδα των Dirkschneider/Hoffmann/Baltes, δημιούργησε μια δουλειά που είχε μεν όλα τα στοιχεία του ήχου του συγκροτήματος, αλλά σε σύνολο συνθέσεων δε, κάπου «χόλωνε», με κάποιες αν δεν υπήρχαν, το άλμπουμ να είχε ίσως πιο ωραία ροή. Προσωπικά θεωρώ ότι ο δίσκος, παρόλο που φαίνεται ότι δημιουργήθηκε πολύ πρόχειρα, είναι λίγο παρεξηγημένος από τους οπαδούς, έχοντας, βεβαίως πολύ λίγα, ωραία τραγούδια, που αξίζουν αρκετών ακροάσεων, με φυσικά πρώτο το “Run through the night”, ένα κομμάτι που θα μπορούσε να υπήρχε σε πολλά παλαιότερα άλμπουμ τους, αφού είναι ένα από τα ωραιότερα που υπάρχει στη δισκογραφία τους.
Highlight του δίσκου: “Run through the night”

- “Death row” (1994)
Σε συγκροτήματα όπως οι ACCEPT, κάθε καινούργια τους κυκλοφορία αποτελεί μια σημαντική είδηση και αποτελεί αγοραστικό πόλο έλξης για τους οπαδούς. Πόσο μάλλον όταν αναφερόμαστε στο 1994, όπου ο ακροατής δεν είχε την επιλογή να ακούσει πρώτα το άλμπουμ που είχε «διαρρεύσει» διαδικτυακά, και μετά να το αγοράσει. Έτσι θυμάμαι σαν τώρα τον εαυτό μου σε γνωστό δισκάδικο να αγοράζω με περίσσια χαρά το “Death row”, και ακούγοντάς το να έχω μια ελαφρά απογοήτευση. Στο άλμπουμ, το συγκρότημα ενώ κράτησε την συνθετική φόρμουλα που είχε παρουσιάσει, προσπάθησε να ακολουθήσει μια λίγο πιο σκληρή πορεία, συνδυάζοντάς το παραδοσιακό heavy metal στυλ με κάποια, εκείνη την εποχή, πιο μοντέρνα και ελαφρώς extreme στοιχεία. Έτσι το συνολικό αποτέλεσμα, σε σύνολο, δεν ήταν το αναμενόμενο. Ευτυχώς τα τραγούδια που είχαν τα παραπάνω στοιχεία ήταν λιγότερα, αλλά και πάλι η δουλειά δεν συγκαταλέγεται σε αυτές που αξίζουν εκτενή αναφορά και παρουσίαση, με ελάχιστα τραγούδια να αντιπροσωπεύουν την αίγλη του συγκροτήματος.
Highlight του δίσκου: “Stone evil”

- “Objection overruled” (1993)
Το 1986 μετά την κυκλοφορία του “Russian roulette”, ο Udo Dirkschneider απολύεται από το συγκρότημα, και την θέση του παίρνει ο Αμερικάνος David Reece, με τον οποίο οι ACCEPT κυκλοφόρησαν το “Eat the heat” τον πιο εμπορικό δίσκο τους με τραγούδια που ήταν «μακριά» από τον γνώριμο ήχο τους. Κατά την διάρκεια της περιοδείας για την προώθηση του άλμπουμ, ο drummer Stefan Kaufmann υπέστη σοβαρό τραυματισμό στην πλάτη του και αντικαταστάθηκε για λίγο από τον drummer των HOUSE OF LORDS, Ken Mary, για το υπόλοιπο της περιοδείας στις ΗΠΑ. Μέχρι το τέλος της περιοδείας, στα τέλη του 1989, το συγκρότημα αποφάσισε ότι χωρίς τον Kaufmann, και με σαφείς διαφορές ηχητικού προσανατολισμού με τον Reece, έπρεπε να βάλουν το γκρουπ σε παύση δραστηριότητας.
Περίπου δυο χρόνια μετά την έναρξη της νέας δεκαετίας του 1990 οι Dirkschneider, Hoffmann, Baltes και Kaufmann, αποφασίζουν να επαναδραστηριοποιήσουν τους ACCEPT, μπαίνουν στο studio και το 1993 κυκλοφορεί το “Objection overruled”. Τα τότε χρόνια, όπως προανέφερα δεν υπήρχε η ευκολία του διαδικτύου όπως τώρα, οπότε αγοράζαμε δίσκους χωρίς να ξέρουμε το ποιον τους έχοντας την πίστη ότι θα είναι κάτι καλό. Ειδικά για τους ACCEPT, εξαιτίας του “Eat the heat”, υπήρχε μια μικρή δυσπιστία για το τελικό αποτέλεσμα. Ευτυχώς, βάση τραγουδιών, όλα τα όποια σύννεφα αμφισβήτησης διαλύθηκαν γρήγορα. Όλο το άλμπουμ εμπεριείχε τραγούδια που χαρακτήριζαν την ηχητική ταυτότητα του συγκροτήματος, με κάποια ακόμα και μέχρι σήμερα να ακούγονται με περίσσια χαρά και θέρμη. Τραγούδια που πιστοποίησαν το άπλετο ταλέντο των μουσικών που ήταν στους ACCEPT να δημιουργούν συνθέσεις που πιστοποιούν την αίγλη που είχε, όχι αδίκως, το συγκρότημα, και ας μην ήταν διαχρονικές.
Highlight του δίσκου: “Slaves of metal”

- “I’m a rebel” (1980)
10 μήνες μετά την κυκλοφορία της ομώνυμης παρθενικής τους δουλειάς, οι ACCEPT μπαίνουν στο studio και την επόμενη χρονιά, κυκλοφορούν το “I’m a rebel”, ένα άλμπουμ που ακόμα αναζητούσαν κάπως τη μουσική τους κατεύθυνση, πειραματιζόμενοι με έναν πιο εμπορικό ήχο απ’ ό,τι στο ντεμπούτο τους. Παρόλο το κοντινό διάστημα από την προηγούμενη δουλειά, το συγκρότημα παρουσίαζε ένα διαφορετικό συνθετικό αποτέλεσμα. Είχαν πια αποκτήσει μια κάποια φόρμουλα σύνθεσης που ναι μεν οικειοποιούνταν όλα τα στοιχεία της τότε χρονιάς στο heavy metal, αλλά έγραφαν πιο «ώριμα, »στιβαρά» και ολοκληρωμένα τραγούδια με πιο σαφείς ηχητικούς προσανατολισμούς, όταν ήθελαν να «ροκάρουν». Όταν πάλι ήθελαν να «ρίξουν» τις ταχύτητες, δημιουργούσαν μπαλάντες όπως τα “No time to lose” και “The king”, τραγούδια που μέχρι και σήμερα μπορούν άνετα να συμπεριληφθούν σε αντίστοιχες συλλογές. Οι ACCEPT με το “I’m a rebel”, εδραίωσαν τότε ακόμα περισσότερο το όνομα τους στους οπαδούς, ένα χρόνο πριν το άλμπουμ που θα άλλαζε τα πάντα στην καριέρα τους.
Highlight του δίσκου: “I’m a rebel”

- “Russian roulette” (1986)
Το 1986 οι ACCEPT αποφασίζουν να κυκλοφορήσουν ένα άλμπουμ που ήθελαν να τους επιστρέψει στον πιο «σκοτεινό», βαρύτερο ήχο των κυκλοφοριών πριν την προηγούμενη δουλειά, “Metal Heart” που είχε πιο σαφή εμπορική κατεύθυνση. Έτσι το “Russian roulette” βλέπει το φως της δημοσιότητας. Χαρακτηριστικά ο Wolf Hoffmann εξήγησε την απόφαση του συγκροτήματος: «Ίσως προσπαθούσαμε να επιστρέψουμε στον φυσικό ήχο των ACCEPT με αυτόν τον δίσκο. Δεν ήμασταν και τόσο ευχαριστημένοι με τον στιλβωμένο και καθαρό ήχο του “Metal Heart”. Ήμουν πολύ χαρούμενος με την κιθάρα μου σε αυτόν τον δίσκο και πολύ ευχαριστημένος με τα μέρη μου, αλλά θυμάμαι ότι όλη η ατμόσφαιρα του συγκροτήματος εκείνη τη στιγμή ήταν ότι δεν θέλαμε να το ξαναπεράσουμε αυτό». Χωρίς να αποβάλλουν τελείως κάποια ελαφρώς πιο μελωδικά μέρη σε διάσπαρτα σημεία του δίσκου, τα “T.V. War”, “Monsterman”, “Aiming high” και “Another second to be”, κυρίως, του έδωσαν την ώθηση και δυναμική να συγκαταλέγεται στις καλές και αντιπροσωπευτικές δουλειές του συγκροτήματος. Είναι ένα άλμπουμ που προσωπικά, είναι το τελευταίο με τον Udo, που έχει τον τόσο άπλετο συνθετικό οίστρο των μελών του συγκροτήματος, αφού ότι ακολούθησε μετά την επαναδραστηριοποίηση τους ήταν ένα κλικ πιο κάτω.
Highlight του δίσκου: “Aiming high”

- “Metal heart” (1985)
Οι ACCEPT το 1985, είχαν θέσει ήδη πολύ γερά θεμέλια στο metal στερέωμα, αφού κυρίως την διετία 1981-1983, με τα άλμπουμ τους “Breaker”, “Restless and wild” και “Balls to the wall”, κατάφεραν να δημιουργήσουν τρεις δουλειές που χαρακτηρίζουν και ορίζουν ένα ολόκληρο ιδίωμα. Μετά την κυκλοφορία του «κολοσσιαίου» “Balls to the wall”, έπρεπε να παρουσιάσουν την επόμενη δισκογραφική τους κίνηση.
Το γκρουπ, με τα τότε προηγούμενα άλμπουμ του, είχε δημιουργήσει μια άκρως αναγνωρίσιμη ηχητική ταυτότητα με το μουσικό μοτίβο που είχε, στην οποία «πάτησε» και στην τότε νέα δουλειά τους, “Metal heart”. Στο δίσκο ακολουθήθηκε η συνταγή των προηγούμενων ετών, με το στυλ και ύφος δόμησης των συνθέσεων που είχαν γνωρίσει οι ακροατές από το συγκρότημα, να τηρείται στο έπακρο, και έτσι το άλμπουμ πήρε επάξια την σκυτάλη από την προηγουμένη δουλειά. Η μόνη σημαντική διαφορά ήταν ότι το γκρουπ αποφάσισε να κυκλοφορήσει λίγο πιο εμπορικές συνθέσεις, σχετικά με το τότε πρόσφατο παρελθόν του. Σαφώς το metal στοιχείο ήταν διάχυτο σε κάθε τραγούδι, αλλά υπήρχαν έντονες και πιο hard rock καταβολές σε μέρη και στοιχεία. Έτσι οι πιο παρωπιδιασμένοι οπαδοί, ίσως «ξίνισαν λίγο» τότε, αφού τα αμιγώς heavy metal τραγούδια δεν υπήρχαν, υπήρχαν όμως οι catchy μελωδίες στην κιθάρα και στις φωνητικές γραμμές, σήμα κατατεθέν των ACCEPT, αλλά και τα refrain που σε έκαναν να τα τραγουδάς, κάποια συνεχώς.
Το εν λόγω άλμπουμ για πολλούς, «έκλεισε» μια «χρυσή» σε δημιουργία και έμπνευση εποχή ενός συγκροτήματος που μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο, είχε κυκλοφορήσει δίσκους που πρέπει να τους ακούς και απολαμβάνεις στην ολότητα τους. Η εν λόγω δουλειά, λογίζεται σαν μια από τις ωραιότερες και αντιπροσωπευτικότερες τους και θα γιγάντωνε περισσότερο την φήμη και την αίγλη που θα είχε το γκρουπ, «φέρνοντας» ακόμα πιο πολλούς οπαδούς. Το άλμπουμ ίσως τότε ηχούσε περίεργα, με την πάροδο των ετών όμως, κατάφερε να διατηρηθεί ακμαίο στον χρόνο, και αυτό του δίνει μια μοναδική δυναμική σε όλη την δισκογραφία του σχήματος.
Highlight του δίσκου: “Living for tonite”
- “Restless and wild” (1982)
Οι ACCEPT ένα χρόνο πριν, με την κυκλοφορία του “Breaker”, έβαλαν για τα καλά το όνομα τους στο metal χάρτη και στα στόματα των οπαδών. Και αν η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, τότε η επόμενη δουλειά τους “Restless and wild”, θα ήταν αυτή που θα τσιμέντωνε για πάντα το συγκρότημα, μαζί με άλλα, στο πως πρέπει να ακούγεται ηχητικά το heavy metal. Είναι το πρώτο άλμπουμ όπου ο Udo Dirkschneider έχει εξ ολοκλήρου το μικρόφωνο και χαρίζει μοναδικές ερμηνείες. Το εναρκτήριο “Fast as a shark”, λογίζεται ως το πρώτο speed metal τραγούδι, και εξαιτίας κυρίως της δίκασης από τον Stefan Kaufmann στα ντραμς θεωρείται πρόδρομος του thrash metal, καθώς προηγήθηκε των ντεμπούτο κυκλοφοριών συγκροτημάτων όπως οι METALLICA και οι SLAYER. Αν το “Breaker” ήταν η αρχή, το “Restless and wild” ήταν η συνέχεια που καθόρισε και εδραίωσε τον ήχο του συγκροτήματος, εμπεριέχοντας κάποιες από τις σημαντικότερες και πλέον αναγνωρίσιμες συνθέσεις της μπάντας. Εκτός αυτού ο αντίκτυπος που είχε ήταν πολύ σημαντικός επηρεάζοντας αναρίθμητα μεταγενέστερα συγκροτήματα.
Highlight του δίσκου: “Restless and wild”

- “Breaker” (1981)
Οι ACCEPT είχαν ήδη το πόδι στο γκάζι και δεν σταματούσαν με τίποτα. 6 μήνες μετά την κυκλοφορία του “I’m a rebel”, μπαίνουν στο studio και την επόμενη χρονιά, κυκλοφορεί το “Breaker”, ένα από τα ωραιότερα συνθετικά άλμπουμ στην ιστορία της heavy metal μουσικής και του γκρουπ, ένας δίσκος που μαζί με τις 3 επόμενες δουλειές, δημιούργησε τον μύθο του γκρουπ, «χτίζοντας» μια ανεπανάληπτη καριέρα και προσφέροντας μια μουσική κληρονομιά, με τραγούδια που αν υπήρχε φροντιστήριο heavy metal, μαζί με αυτά του “Balls to the wall”, έπρεπε να διδάσκονται σαν τον τρόπο δημιουργίας τραγουδιών ενός ιδιώματος.
Μετά την αποτυχημένη απόπειρα εμπορευματοποίησης του “I’m a rebel”, το γκρουπ αποφασίζει να μην επιτρέψει σε εξωτερικούς ανθρώπους και παράγοντες να επηρεάσουν το ποιον του συγκροτήματος. Έτσι τα μέλη του επικεντρώθηκαν στη δημιουργία ενός άλμπουμ όπως το ήθελαν και το είχαν φανταστεί τα ίδια. «Πάτησαν» μεν πάνω στην προηγούμενη δουλειά σαν δομή παρουσίασης τραγουδιών, αλλά το σχήμα δε, ξεκάθαρα, «άφησε» πίσω το ηχητικό –σε στιγμές εμπορικό- στυλ και hard rock περίβλημα που είχε, δίνοντας βαρύτητα στο να δημιουργήσει πιο δυναμικές metal συνθέσεις, κάτι που σαφώς κατάφερε, αφού οι ευφάνταστες κιθαριστικές μελωδίες και ριφ, έδεναν αρμονικά με τον επιθετικό προσανατολισμό του ήχου που είχαν πια υιοθετήσει. Τα “Starlight”, “Run if you can”, “Son of a bitch”, “Burning” και “Midnight highway” παραμένουν αθάνατα δείγματα γραφής συνθετικού ταλέντου.
Highlight του δίσκου: “Breaker”

- “Balls to the wall” (1983)
«Ανήκεις στο line up των ACCEPT. Έχεις ήδη κυκλοφορήσει το 1981, το “Breaker”, το άλμπουμ που άλλαξε όλη την καριέρα σου. Ένα χρόνο μετά, το “Restless and wild”, παίρνει την σκυτάλη και εδραιώνει τον ήχο σου. Επειδή έχεις πάρει την ανιούσα γρήγορα, κάνεις ένα meeting με τους συναδέλφους σου για το επόμενο δισκογραφικό σας βήμα. Εξαιτίας του άπλετου ταλέντου που υπάρχει να δημιουργούνται τραγουδάρες, μαζί με τους άλλους, ξεκινάς να μοιράζεσαι τις νέες ιδέες για το καινούργιο άλμπουμ. Επειδή όμως ο συνθετικός οίστρος είναι διάχυτος, τα καινούργια σου τραγούδια θα είναι σε σύνολο, πιο ωραία από τις δυο προηγούμενες δουλειές σου».
Όλα τα παραπάνω είναι πρόχειρες σκέψεις που έκανα, ακούγοντας για μια ακόμη φορά το “Balls to the wall” για το εν λόγω αφιέρωμα. Έχω γράψει αρκετές φορές ότι θα ήθελα να είμαι στο μυαλό μουσικού(ων) που «συλλαμβάνει(ουν)» συνθέσεις όπως το ομώνυμο του δίσκου, ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά τραγούδια του συγκροτήματος, ή τα “London leatherboys”, “Fight it back”, “Head over Heels”, “Losing more than you ’ve ever had”, “Love child”, “Turn me on” και “Losers and winners”. Το “Balls to the wall”, προσωπικά το θεωρώ ένα από τα αρτιότερα συνθετικά άλμπουμ στην ιστορία της heavy metal μουσικής, και προφανώς του ίδιου του γκρουπ, αντιπροσωπεύοντας την κορύφωση της τριάδας των δουλειών που «έχτισαν» και καθόρισαν την καριέρα τους.
Ακολούθησαν την φόρμουλα των προηγούμενων δουλειών, με πιασάρικες ακολουθίες συγχορδιών, διπλή κιθαριστική «επίθεση» με αξιομνημόνευτα riff, απίστευτα solos και refrain που δεν γίνεται να μην τραγουδάς συνεχώς, έχοντας μια συνεχή ανεβαστική αίσθηση σε κάθε σύνθεση. Φυσικά στο τελικό αποτέλεσμα συνέβαλαν όλα τα μέλη, ώστε να έχουμε αυτό το μουσικό κομψοτέχνημα. Ο Udo, έχοντας αυτή την πολύ μοναδική φωνή, με την βραχνή χροιά, καταφέρνει να είναι «άγριος» και μελωδικός όπου χρειάζεται, οι δυο κιθαρίστες Hoffman και Frank ερωτοτροπούν με τις εξάχορδες τους, ο Baltes δίνει την απαραίτητη «βαρύτητα» στις συνθέσεις με το μπάσο του, και ο Kaufmann, πίσω από το drum kit είναι ο τέλειος κρίκος ενός line up που αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο τραγούδια που θα μεγαλώνουν για πολλά χρόνια γενιές μεταλλάδων. Σε όλα τα παραπάνω προσθέστε και το ταλέντο/ικανότητα του Michael Wagener, ο οποίος με την μίξη που έκανε, έδωσε μια ξεχωριστή νότα ακρόασης σε κάθε τραγούδι.
Το εν λόγω άλμπουμ είναι αυτό που λένε οι νέοι: «δεν υπάρχει!», κάτι όμως που δεν ισχύει στην καθαυτή του ερμηνεία, αφού θα υπάρχει για πάντα σε οποίο format επιλεγεί να το ακούει ο ακροατής, όντας ένα από αυτά που δεν πρέπει να λείπει από μια ενημερωμένη δισκοθήκη.
Highlight του δίσκου: “Love child”
Θοδωρής Μηνιάτης












