
Από το 2001, στην περιοδεία του δίσκου “War to end all wars”, είχε να επισκεφτεί ο Σουηδός μαέστρος της εξάχορδης την Αθήνα (καθώς πέρσι είχε παίξει μόνο στη Θεσσαλονίκη), οπότε υπήρχε μια μεγάλη προσμονή εκ μέρους των εδώ οπαδών του. Τι και εάν έκτοτε δεν έχει βγάλει κάτι το αξιομνημόνευτο τα τελευταία χρόνια; Τι και εάν η συναυλία συνέπεσε με την μαζική καλοκαιρινή έξοδο των Αθηναίων, τον τελικό του Μουντιάλ και τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες; Οι φανς του τα αψήφησαν όλα αυτά και πήγαν στην Τεχνόπολη. Τόση ανάγκη υπήρχε για να ακούσουν ζωντανά τα διαβολεμένα γρήγορα arpeggios του.

Οι RIVETSKULL από το Seattle ήταν εκείνοι που ξεκίνησαν την βραδιά. Είναι μια παραδοσιακή heavy metal μπάντα που λειτουργεί μεταξύ του NWOBHM, του αμερικανικού power metal της δεκαετίας του ’80 (βλέπε Dio), του παραδοσιακού μέταλ α λα JUDAS PRIEST και με κάποια στοιχεία RAINBOW, αλλά περασμένα όλα μέσα από ένα μοντέρνο φίλτρο. Συμπωματικά, είχαν ξεκινήσει ως μια tribute band των RAINBOW υπό το όνομα RISING. Που να ξέρανε ότι δεκαπέντε χρόνια μετά, θα έκαναν support ανά τας Ευρώπας στον Σουηδό ήρωά τους και το τελευταίο κομμάτι τους θα το διαδέχονταν λίγο αργότερα το “Rising Force”, πρώτο κομμάτι στο set list του Malmsteen;

Ιδανικό κομμάτι για να ξεκινήσει το show του, και από τα πρώτα δευτερόλεπτα ο Malmsteen επέβαλε τον χαρακτηριστικό του ήχο με την Stratocaster, με τη κιθάρα πολύ μπροστά στη μίξη, κάτι που είναι σύνηθες στις εμφανίσεις του, έτσι κι αλλιώς , με πλούσιο sustain και sweep arpeggios, και με το κοινό να τον προσκυνά ήδη.
Εδώ πρέπει να πούμε ότι δεν πρόκειται για ένα live με την κλασσική έννοια του όρου: από τότε που αποφάσισε ότι δεν θα είχε ξανά έναν κανονικό frontman, οι συναυλίες του Malmsteen δεν περιστρέφονται γύρω από τα τραγούδια αυτά κάθε αυτά, αλλά, όπως ήταν και αναμενόμενο, στην καθαριστική του δεξιοτεχνία, που παραμένει αναλλοίωτη και πέρα κάθε αμφιβολίας.

Το αποτέλεσμα; Ελάχιστα κομμάτια παίχτηκαν ολόκληρα (“Rising Force”, “The Seventh Sign”, “You Don’t Remember (I’ll Never Forget)”, “I’ll see the light tonight”, “Fire and ice”) και εκεί ανέλαβε δράση στα φωνητικά ο βετεράνος πληκτράς Nick Marino με μια φωνή που προσωπικά μου θυμίζει εκείνη του Michael Vescera, που είχε τραγουδήσει σε άλμπουμ του Malmsteen όπως τα “The Seventh Sign” και “Magnum Opus”.
Από την άλλη είχαμε ορχηστρικά κομμάτια όπως “Trilogy Suite Op. 5” και “Black star” που λόγω των μεγάλων τμημάτων που ήτανε καθαρά αυτοσχεδιαστικά, καμιά φορά τρόμαζα να τα αναγνωρίσω. Σε άλλο κομμάτι, το θρυλικό “Far Beyond the Sun”, πήγε και κόλλησε και ένα μέρος του “Bohemian Rhapsody” των QUEEN.

Μιλώντας για διασκευές, μας χάρισε και ένα “Smoke on the Water”, ως φόρο τιμής στο προσωπικό του είδωλο, Richie Blackmore, όπου συγκρατήθηκε και δεν έκανε ένα σόλο με χίλιες νότες ανά δευτερόλεπτο, αν και κατάφερε να το κάνει δικό του.
Γνωρίζοντας τις δηλώσεις του Malmsteen σχετικά με το blues και το πόσο λίγη επιρροή είχε στην μουσική του μόρφωση, προσωπικά εξεπλάγην όταν έπαιξε και ένα electric blues κομμάτι τραγουδημένο από τον ίδιο που εάν δεν κάνω λάθος λέγεται “Sun’s Up Top’s Down”. Εδώ να πούμε ότι η φωνή του δεν ήταν και τόσο χάλια όσο την περίμενα. Ναι, πνιγμένη στα εφέ, αλλά την δουλειά της την έκανε εκεί που έπρεπε. Περιορισμένη αλλά λειτουργική.

Όσο αφορά την υπόλοιπη μπάντα, ήδη μίλησα για τον Nick Marino αλλά ξέχασα να αναφέρω τις «μονομαχίες» του με την κιθάρα του Yngwie στα πλήκτρα ήταν εντυπωσιακές, κάτι χαρακτηριστικό άλλωστε των συνθέσεών του. Ο Emilio Martinez (μπάσο), κράτησε το ρυθμικό κομμάτι με απόλυτη σταθερότητα, δίνοντας τον απαραίτητο όγκο πίσω από τα καταιγιστικά σόλο ενώ ο Kevin Klingenschmid (τύμπανα) έδωσε έναν απίστευτα δυναμικό και γρήγορο ρυθμό, κρατώντας τις απαιτητικές neoclassical ταχύτητες χωρίς το παραμικρό λάθος. Αλλά ας μην γελιόμαστε: ήξεραν ότι το show έχει να κάνει 100% με τον Σουηδό μαέστρο οπότε δεν υπάρχουν περιθώρια για να αναδείξουν τις δικές τους ικανότητες. Χαρακτηριστικό είναι ότι τους τοποθέτησε στο αριστερό μέρος της σκηνής και τον ντράμερ όλο πίσω για να έχει εκείνος όλη την σκηνή δική του.

Ο Malmsteen παρέμεινε πιστός στην περσόνα του: θεατρικές κινήσεις (αυτές οι κλωτσιές στον αέρα που καμιά φορά έβρισκαν και καμιά πένα που έπεφτε κοντά στο κοινό), στριφογυρίζοντας την Stratocaster γύρω από το σώμα του, συνεχείς αλλαγές κιθάρας (τις περισσότερες φορές τις έριχνε προς τον τεχνικό του που τις έπιανε στον αέρα), χαρακτηριστικές “μονομαχίες” με το όργανό του (κρατούσε τις κιθάρες από τις χορδές, τις έβαζε δίπλα στα πεντάλια και έπαιζε με τον oscillator, τις έκανε ισορροπία πάνω στον τοίχο των ενισχυτών Marshall ή έπαιζε με τα δόντια). Mόνο φωτιά δεν τις έβαλε, έτσι όπως είχε κάνει και ο Hendrix στο Monterey, μια σκηνή που άλλαξε την ζωή του Malmsteen όταν την είχε δει μικρός στην τηλεόραση.
Στα 63 του χρόνια, ο Malmsteen εξακολουθεί να έχει εκπληκτική τεχνική. Τα sweep arpeggios, τα alternate picking περάσματα και τα χαρακτηριστικά του vibrato παρέμειναν σχεδόν αψεγάδιαστα. Εντυπωσιακό ήταν ότι δεν έπαιζε μηχανικά, αλλά υπήρχε ακόμα αυθορμητισμός και διαφορετικές φράσεις από αυτές που ακούγονται στις στούντιο εκτελέσεις, και για αυτό ανέφερα πιο πάνω ότι κάμποσες φορές αδυνατούσα να αναγνωρίσω τα κομμάτια από την αρχή ή πότε τελείωνε το ένα και άρχιζε το άλλο.

Για τους φίλους του hard rock και του neoclassical metal, η συναυλία προσέφερε ακριβώς αυτό που υπόσχεται ένας Malmsteen: τεχνική αρτιότητα, υψηλή ένταση και εντυπωσιακά σόλο. Όσοι αναζητούσαν μεγαλύτερη ποικιλία στη σκηνική αλληλεπίδραση ή πιο “τραγουδοκεντρική” συναυλιακή εμπειρία ενδέχεται να τη βρήκαν μονόπλευρη.
Ένα πράγμα που δεν έχει αλλάξει από το 1995, όταν τον είχα δει ζωντανά στην Μαδρίτη, είναι το merchandising και εκείνο το θρυλικό πια μπλουζάκι που είχα αγοράσει τότε με την φράση μπροστά “Yngwie who?” και που πίσω έλεγε: “Yngwie Fucking Malmsteen, that’s who!”. Αυτή η φράση είναι ότι καλύτερο για να κλείσω αυτήν την ανταπόκριση.
Γιώργος Γκούμας
Φωτογραφίες: Πέτρος Καραλής













