ROCK HARD FESTIVAL GREECE – DAY 1 (BLOOD FIRE DEATH – STRATOVARIUS – MORGANA LEFAY – PRIMORDIAL – LEATHERHEAD, 11/9, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων)

0
156
Festival
















Festival

Δεύτερο Rock Hard festival, λοιπόν,  μετά την μεγάλη επιτυχία του πρώτου. Οι φετινοί πόλοι έλξης πλείστοι όσοι. Τη πρώτη μέρα ωστόσο, είχαμε επάνοδο των Σουηδών MORGANA LEFAY στα συναυλιακά δρώμενα μετά από πολλά χρόνια, έχουμε τους εγγυημένους και λατρεμένους υπό οιεσδήποτε συνθήκες Ιρλανδούς PRIMORDIAL, έχουμε αμιγώς 90s setlist από τους Φινλανδούς πιονέρους STRATOVARIUS και έχουμε και τους BLOOD FIRE DEATH, το tribute σχήμα στους τιτάνες του Σουηδικού metal BATHORY, που απαρτίζεται από την αφρόκρεμα ούτε λίγο ούτε πολύ του black metal της Σκανδιναβίας. Όλα αυτά θα τα δούμε ενδελεχώς στις παρακάτω γραμμές.

Την ημέρα, άνοιξαν, οι LEATHERHEAD στις 17:30. Εκρηκτικό, σαρωτικό και ραγδαία ανερχόμενο heavy/speed σχήμα. Σκεφτείτε τους FLOTSAM AND JETSAM του “Doomsday for the deceiver” (ο αεικίνητος μπροστάρης Τόλης Μέκρας είναι ένα άξιο τέκνο του Erik A.K.) με γκάζια AGENT STEEL και πρώιμων OVERKILL. Τα δύο άλμπουμ τους “Leatherhead” και “Violent horror stories” αποτελούν λίρα εκατό για τους θιασώτες τέτοιου ήχου. Eιδικά το δεύτερο έχει μπει στις κορυφαίες κυκλοφορίες της φετινής χρονιάς στην εγχώρια σκηνή. Όλο αυτό, στη σκηνή, μεταμορφώνεται σε κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο, το οποίο σταδιακά χαρακτηρίζεται και από μια μεστότητα.

Δεν “τρέχει” για να πει ότι “τρέχει”, αλλά χρησιμοποιεί σοφά το κάθε τι. Το set μοιράστηκε επίσης με σοφία, ανάμεσα στα δύο άλμπουμ ως εξής: “Leatherhead” (“Leatherhead”, “Equinox”, “Under your bed”), “Violent horror stories” (“V.H.S.”, “Summoning the dead”, “Incubus”, “The visitors”). Οι Λαρισαίοι φονιάδες, εκκίνησαν όπως έπρεπε την πρώτη μέρα του festival, κερδίζοντας πολύ κόσμο με την ενέργειά τους. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα σε τέτοιες εμφανίσεις, να χτίζεις κοινό χωρίς να έχεις πολύ χρόνο στη διάθεση σου. Άξιοι κύριοι!

Γιάννης Σαββίδης

Λίγο μετά τις 18:20 ήρθε η ώρα για μία από τις πιο αγαπημένες μπάντες του ελληνικού κοινού. Έχοντας πάνω από 20 εμφανίσεις στην χώρα μας από το τις αρχές του 2000, οι περισσότεροι από εμάς μετρούσαμε πόσες φορές έχουμε απολαύσει τους PRIMORDIAL, ενώ ήταν κι εκείνοι που ήρθαν για πρώτη φορά αντιμέτωποι με το συγκρότημα, παίρνοντας έτσι μια γερή γεύση του καθηλωτικού Alan Averill και της παρέας του.

Πρώτο τραγούδι “As Rome burns”, και η πεντάδα είχε ήδη πάρει φωτιά επί σκηνής, με τον ήλιο να μην τους λυπάται. Ψυχομένη εκτέλεση, με την μπάντα να ξεκινάει με τον καλύτερο τρόπο, και το μόνο βαρίδι ο μπουκωμένος ήχος του μπάσου. Τα επόμενα δύο κομμάτια (“To hell or the hangman” και “Victory has 1000 fathers, defeat is an orphan”) προήλθαν από τις δύο τελευταίες κυκλοφορίες τους, αποδεικνύοντας ότι υπάρχει (μουσική) ζωή και μετά το “Where greater men have fallen”.

Εξαιρετικοί και πάλι, με τον κόσμο όμως να νιώθει ότι περιμένει τι σπίθα που θα γίνει φωτιά. Φυσικά, αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει με διαφορετικό τρόπο, παρά με την εισαγωγή του “The coffin ships”. Γνώριμες μελωδίες, γνώριμη ανατριχίλα που σε συνταράσει από άκρη σε άκρη σε όλο σου το σώμα. Θεωρώ ήταν η στιγμή που όλοι οι θεατές κατάλαβαν τι εστί Alan και PRIMORDIAL. Και πάνω που η έκσταση έφτασε σε δυσθεώρητα επίπεδα ήρθε η ανακοίνωση ότι το “Empire falls” θα είναι το κομμάτι που θα κλείσει την εμφάνισή τους σε αυτή την πρώτη μέρα του Rock Hard Festival. Τι κι αν ήταν λίγη η χρονική διάρκεια του σετ, όπως περιμέναμε, η εμπειρία και το βίωμα παραμένει τεράστιο, όπως μας έχουν συνηθίσει όλα αυτά τα χρόνια!

Νίκος Ζέρης

Οκτώ χρόνια πέρασαν από την τελευταία εμφάνιση των MORGANA LEFAY στη χώρα μας, όπως επίσης τόσα ήταν και τα χρόνια κατά τα οποία οι Σουηδοί έμειναν για ακόμα μία φορά αδρανείς. Μιλάμε για ένα συγκρότημα που ποτέ δεν περπάτησε στα σαλόνια της πρώτης κατηγορίας, αλλά κέρδιζε την αγάπη και τον θαυμασμό όσων έκαναν το βήμα να τους ακολουθήσουν.

Η ασυνέπειά τους τόσο δισκογραφικά όσο και στο πότε ήταν ενεργοί και πότε όχι, έπαιξε μεγάλο ρόλο στη δημοτικότητά τους. Όμως, η μουσική τους είναι μοναδική, καθώς συνδυάζουν επιρροές από SAVATAGE μέχρι METALLICA και CANDLEMASS, με έναν τρόπο που δένει όλα τα στοιχεία αρμονικά μεταξύ τους. Η δισκογραφία τους, δε, συγκαταλέγει άλμπουμ στα οποία αξίζει να επενδυθεί άπλετος χρόνος, σε ένα ατμοσφαιρικό ταξίδι που θα αποζημιώσει όσους αποφασίσουν να το κάνουν.

Σίγουρα, όμως, αποζημιώθηκαν και με το παραπάνω όσοι ήρθαν από νωρίς στην Τεχνόπολη και έγιναν μάρτυρες της εμφάνισής τους. Στις 19:25, βάσει προγράμματος και με τον ήλιο ακόμα στον ουρανό, οι MORGANA LEFAY ανέβηκαν στη σκηνή και ξεκίνησαν δυναμικά με το “The source of pain”, ίσως και από τον καλύτερό τους δίσκο, το “Maleficium”. Από την πρώτη στιγμή, το συγκρότημα έδειξε πως έχει τρομερή όρεξη και ενέργεια. Παίζοντας μπροστά σε ένα κοινό, ένα μεγάλο ποσοστό του οποίου φάνηκε πως δεν τους γνώριζε ή, τουλάχιστον, δεν τους γνώριζε αρκετά, έπαιξαν για να διασκεδάσουν πρώτα οι ίδιοι και αυτό μέτρησε πολύ στην απόδοσή τους. Φυσικά, εξίσου σημαντική ήταν και η απόδοση του Charles Rytkönen, με τη βραχνή φωνή του να βρίσκεται σε καταπληκτικό επίπεδο και τον ίδιο να ερμηνεύει με περίσσεια θεατρικότητα.

Με μια μικρή αναδρομή στα πρώτα βήματα της μπάντας και το τραγούδι “Rooms of Sleep” από το άλμπουμ “The Secret doctrine”, οι MORGANA LEFAY στη συνέχεια κέρασαν πόνο με το “Master of the masquerade” και, στα καπάκια, το “Another dawn” έκανε τους πάντες να κουνιούνται στον ρυθμό τους. Τι κι αν παραπονέθηκε για τη ζέστη ο Rytkönen, δεν πτοήθηκε στο ελάχιστο και μόλις ξεκίνησε να ερμηνεύει το “Hollow”, οι νέοι φίλοι της μπάντας κατάλαβαν ότι μπροστά τους υπήρχε ένα συγκρότημα που είναι πέρα από τα όρια της τιμιότητας. Με το “I roam” ακούστηκε το τελευταίο τραγούδι από το “Grand materia”, για να έρθει η έκπληξη με την κομματάρα “The boon he gives”, από την περίοδο που το συγκρότημα είχε μετονομαστεί σε LEFAY.

Οδεύοντας προς το τέλος της εμφάνισής τους, προφανώς το συγκρότημα θα έκλεινε με τα all-time classics τους, με τον Rytkönen να μας μεταφέρει στη Μέση-Γη για να προελαύσουμε στην Isengard, με το “To Isengard” να γίνεται αμέσως το πιο εύκολα αναγνωρίσιμο τραγούδι τους. Το “In the court of the crimson King” ταρακούνησε με τη thrash νοοτροπία του, ενώ το αναμενόμενο “Maleficium” έκλεισε επικά την εμφάνισή τους, με το κοινό να τραγουδάει το κλείσιμο του τραγουδιού.

Με έναν ήχο δυνατό και μπετό, όπως του άξιζε για να αναδειχθεί ο τραχύς groove ήχος από τις κιθάρες τους, μέσα σε 50 λεπτά χώρεσαν δέκα τραγούδια από τα καλύτερα άλμπουμ τους, “Maleficium”, “Sanctified” και “Grand materia”, και κέρδισαν τις εντυπώσεις ως μία από τις καλύτερες εμφανίσεις στο διήμερο του Rock Hard Festival.

Δημήτρης Μπούκης

Μετά από τη φοβερή εμφάνιση των MORGANA LEFAY, ήρθε η ώρα για το επιβλητικό αστέρι των STRATOVARIUS να γεμίσει το πίσω μέρος της σκηνής. Μπορεί αυτό το σύμβολο να αντιπροσωπεύει τη μετα-Tolkki εποχή, αλλά για τη συγκεκριμένη βραδιά η μπάντα θα κάνει βουτιά στο παρελθόν και θα παραμείνει εκεί, με ένα setlist βασισμένο στη χρονική περίοδο 1996-2000. Τα φώτα χαμηλώνουν, το μαγευτικό χορωδιακό intro του “Destiny” παίζει και το πάρτι ξεκινάει! Και αν το έπος αυτό γέννησε το πρώτο κύμα ενθουσιασμού, τι να πούμε για τη συνέχεια με τα “Phoenix” και “Kiss of Judas”, που προκάλεσαν και ένα pit το οποίο θα έμενε ανοιχτό για τη μεγαλύτερη διάρκεια της εμφάνισης.

Το να βλέπει κανείς τους Φινλανδούς επί σκηνής είναι κάτι το απερίγραπτο από άποψη συναισθημάτων. Ο Timo Kotipelto χαμογελαστός και συμπαθέστατος όπως πάντα, με μία φωνή που μπορεί να μην κάνει πλέον ακρότητες τύπου “Elements”, αλλά κρατιέται σε μεγάλη φόρμα δεδομένης της δυσκολίας του υλικού και αποδίδει κάτι παραπάνω από επάξια. Όταν στα πίσω αριστερά του, στη θέση των πλήκτρων, υπάρχει και αυτή η φιγούρα που λέγεται Jens Johansson, τα λόγια περισσεύουν. Κάπου εδώ θα κάνω την αναπόφευκτη συζήτηση που γίνεται συχνά, όταν μπάντες αλλάζουν τα βασικά τους μέλη, πόσο μάλλον στην περίπτωση των STRATOVARIUS που πλέον έχουν μόλις τα 2/5 της σύνθεσης που ηχογράφησε τα τραγούδια που ακούγαμε.

Θεωρώ λοιπόν ότι αυτό πολλές φορές μπορεί να δώσει αέρα αναζωογόνησης και νέα πνοή σε ένα συγκρότημα. Το να παίζεις ευρωπαϊκό power metal θέλει αστείρευτη όρεξη, τεχνική και ενέργεια, κάτι που οι Rolf Pilve, Lauri Porra και Matias Kupiainen φέρουν σε αφθονία. Ειδικά ο Matias μας έχει αποδείξει άπειρες φορές τις ικανότητές του, κάτι που ξαναέκανε με το “Stratosphere” το οποίο ήρθε μετά από το “S.O.S”. Η μπαλάντα του σετ δεν ήταν το στοιχηματικό σιγουράκι “Forever”, αλλά το “4000 rainy nights”, ενώ στη συνέχεια έρχεται τριάδα φωτιά αφού βιώσαμε τα “Black diamond”, “Paradise” και “Speed of light” το ένα μετά το άλλο! Από τη στιγμή που αγγίξανε και τραγούδια από το “Infinite”, δεν υπήρχε περίπτωση να μην έρθει επίλογος με το “Hunting high and low”.

Οι σκέψεις μετά από την εμφάνιση πολλές, σχεδόν όλες θετικές. Οι αγαπημένοι power-άδες έτυχαν της πιο θερμής ανταπόκρισης της βραδιάς με τον κόσμο να τραγουδάει και να συμμετέχει συνεχώς, και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά όταν έχεις ένα τόσο έμπειρο frontman ο οποίος παίζει το κοινό στα δάχτυλά του. Περί setlist δεν γκρινιάζω σχεδόν ποτέ γιατί ποτέ κανείς δεν θα είναι πλήρως ευχαριστημένος. Θα πω από τη μία ένα μπράβο που ανακατεύτηκε λίγο η τράπουλα και δεν μείναμε σε σιγουράκια, με την μπάντα να δίνει ένα 90s show υπό τη μορφή που αντιπροσωπεύει τη σημερινή τους υπόσταση και φιλοσοφία.

Αλλά, αλλά, αλλά. Κάνετε συναυλία λατρεμένοι μου Φινλανδοί που παίζετε “old shit” και αφήνετε εκτός το “Fourth dimension”; Ένα “Against the wind” ή “Distant skies” θαρρώ έπρεπε να το χωρέσουν κάπου, και αυτό ήταν το μοναδικό μου παράπονο από αυτήν την κατά τα άλλα καταιγιστική εμφάνιση. Το ζουμί είναι πως άνετα θα τους θέλαμε για άλλο τόσο, και αυτό είναι τεράστια νίκη. Όταν είσαι μπάντα 40 και βάλε χρόνων και με την όποια μορφή είσαι σήμερα, δεν θέλει ο κόσμος να κατέβεις από τη σκηνή, έχεις κερδίσει το παιχνίδι. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα το έκαναν αυτό οι STRATOVARIUS, αλλά είναι ωραίο που μας το επιβεβαίωσαν με ευκολία. Σκόρπισαν άπειρα χαμόγελα, γέμισαν την Τεχνόπολη με ενέργεια και τους ευχαριστούμε.

Παύλος Παυλάκης

Headliners της πρώτης μέρας του φετινού φεστιβάλ του Rock Hard ήταν οι BLOOD FIRE DEATH και έγινε μεγάλη συζήτηση για το αν μια tribute μπάντα μπορεί να είναι στη θέση αυτή. Η απάντηση δόθηκε στα 80 λεπτά που είχαμε την τύχη να δούμε επί σκηνής τους επίγονους του Quorthon, οι οποίοι όχι μόνο τίμησαν την πορεία του, αλλά ανέδειξαν με τον δικό τους τρόπο 12 συνθέσεις των BATHORY. Με την παρουσία τους και την άκρως πειστική απόδοσή τους επιβεβαίωσαν γιατί θεωρούνται πολλά παραπάνω από απλά μια tribute μπάντα των BATHORY.

Καταρχάς, ο Quorthon δεν παρουσίασε ποτέ live τις συνθέσεις του με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μέτρο σύγκρισης. Οι μουσικοί που βρέθηκαν στη σκηνή της Τεχνόπολης είναι φανατικοί οπαδοί των BATHORY σε τέτοιο βαθμό που η μουσική του Quorthon ήταν καθοριστικός παράγοντας για να γίνουν μουσικοί. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με την αναγνωσιμότητα που έχουν όλοι, επιβεβαιώνουν γιατί θεωρούνται μια all-star black metal μπάντα.

Αναμφίβολα τα περισσότερα βλέμματα ήταν στραμμένα στην αριστερή πλευρά της σκηνής, όπου βρισκόταν ο Ihsahn. Για ίσως μοναδική φορά είχαμε την τύχη να δούμε τον ηγέτη των EMPEROR σε όλη τη διάρκεια της εμφάνισής τους και όχι απλά ως guest όπως έγινε φέτος στο Wacken. Προσωπικά περίμενα με αγωνία να τον δω πλάι στον εξίσου χαρισματικό και μόνιμο μέλος τους, Blasphemer. Δεν υπήρχε κομμάτι που να μην βρεθούν ο ένας δίπλα στον άλλο και να χαίρονται σαν μικρά παιδιά που ήταν το κιθαριστικό δίδυμο της βραδιάς. Όλα τα lead περάσματα έπαιξε ο Blasphemer με καθηλωτικό τρόπο, φτάνοντας στο σημείο να εισάγει δικά του μέρη στα πρώιμα τραγούδια των BATHORY, στα οποία τα lead μέρη ήταν ανεπαρκή σε επίπεδο τεχνικής.

Αυτός ο συνδυασμός αγνής πόρωσης και εκτελεστικής δεινότητας από όλους τους μουσικούς προσέδωσε στην εμφάνιση τους μια ανεπανάληπτη στιγμή αντάξια της περσινής εμφάνισης των CANDLEMASS με τον Messiah Marcolin.

Το setlist τους επικεντρώθηκε κυρίως στην πρώτη μαυρομεταλλική περίοδο τους, έχοντας μαζί τους τον μπασίστα των πρώτων ημερών των BATHORY, Frederick Melander. Με τον Grutle Kjellson των ENSLAVED στα φωνητικά έπαιξαν το “Raise the dead”, ενώ τα “The return of darkness and evil” και “Sacrifice” με τον κύριο τραγουδιστή τους και ηγέτη των WATAIN, Erik Danielsson. Σε αυτό το μέρος της εμφάνισης τους φάνηκε πόσο ταιριαστή είναι η φωνή του Erik με του Quorthon τόσο σε άρθρωση όσο και σε χροιά. Και είμαστε τυχεροί στην ατυχία μας να μην έχουν περισσότερους guests στα φωνητικά, γιατί τα μισά τραγούδια ερμήνευσε εκείνος με τον πλέον πειστικό και καθηλωτικό τρόπο.

Το “A fine day to die” ξεκινάει πάντα τις εμφανίσεις τους και είχαμε την τύχη να αναλάβει τα φωνητικά ο Ihsahn, μιας και είναι ένα τραγούδι που έχει διασκευάσει μοναδικά με τους EMPEROR στα mid 90s. Στο “The rite of darkness” ανέλαβε τα φωνητικά ο μπασίστας τους, Apollyon των AURA NOIR, δίνοντας με τη φωνή του μια απόκοσμη χροιά των BATHORY. Έκπληξη ήταν που ανέλαβε και τα φωνητικά στο “Shores in flames” μαζί με την τριμελή χορωδία στο μοναδικό κομμάτι του set από την αμιγώς Viking περίοδο των BATHORY και συγκεκριμένα από το “Hammerheart”. Θα περίμενα να το ερμηνεύσει ο Grutle, αλλά προτίμησε να δώσει μια απόκοσμη ηχητική στο “Born for burning” με την φοβερή επιβράδυνση στο τελείωμα του και στο “Call from the grave” που έχει επηρεάσει όλη τη νορβηγική σκηνή στα πρώτα βήματά της.

Όμως η συνολική απόδοση του συγκροτήματος απογειωνόταν όποτε πίσω από το μικρόφωνο ήταν ο Erik και αυτό φάνηκε εξαρχής με την παρουσίαση του “Enter the eternal fire”, κομμάτι-γέφυρα ανάμεσα στην πρώτη και δεύτερη περίοδο των BATHORY. Οι τεράστιες φλόγες δημιουργούσαν ένα κλίμα αποθέωσης, καθιστώντας το σημείο αυτό ως το πιο αντιπροσωπευτικό της εμφάνισής τους. Άπαντες καταλάβαιναν την σημασία των BATHORY ακούγοντάς το, ανεξάρτητα από τις προσωπικές του προτιμήσεις.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της εμφάνισης τους με «ενοχλούσε» η primitive ηχητική των drums, που είχε αναλάβει ο Faust (ex-EMPEROR, HEXBANE). Κατά έναν μαγικό τρόπο όμως ταίριαζε με τον συνολικό τους ήχο με αποκορύφωμα την καταιγιστική εκτέλεση του “Woman of dark desires”. Σε εκείνο ακριβώς το σημείο αποκαλύφθηκαν οι ρίζες της δεύτερης γενιάς του black metal και η πόρωση έφτασε στο ζενίθ της! Κι αυτό ήταν πλέον σαφές και στον πλέον ανυποψίαστο παρόντα στην Τεχνόπολη, ο οποίος δεν άντεχε την, επιτηδευμένα βρώμικη, ηχητική των πρώιμων BATHORY.

Με το “Blood, fire, death” και τον Erik πίσω από το μικρόφωνο έκλεισαν και αυτή την εμφάνιση τους και με τη χορωδία τους να γίνεται τετραμελής (το τέταρτο μέλος ήταν ο  Grutle;). Αποθέωση από το ετερόκλητο κοινό, που ομόθυμα υποκλίθηκε στο μεγαλείο των συνθέσεων του Quorthon και της συνολικής παρουσίασης τους που συνέβαλαν στην υποβλητική ατμόσφαιρα. Ο Faust αντί για drum sticks πέταξε στο κοινό τρεις μπλούζες της μπάντας που είχαν φτιαχτεί αποκλειστικά γι’αυτή την εμφάνιση τους και δεν υπήρχαν διαθέσιμες στο merchandise. Τυχεροί οι κάτοχοί τους!

Λευτέρης Τσουρέας
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here