
Ο Quorthon ή κατά κόσμον Thomas Börje Forsberg, είναι μια από τις μεγαλύτερες μορφές του ακραίου metal ήχου και μια προσωπικότητα που χαίρει καθολικού σεβασμού. Όλα αυτά που κατάφερε με τους BATHORY από το 1983 και την ίδρυση της μπάντας, μέχρι και το 1991 και την κυκλοφορία του τεράστιου “Twilight of the Gods” είναι αδιανόητα, μιας και στην ουσία ήταν ο πρωτοπόρος στη δημιουργία δύο διαφορετικών στυλ της metal μουσικής και πιο συγκεκριμένα των black metal και Viking metal.
Εκτός όμως από τις μεγαλύτερες μορφές του ακραίου ήχου, ο άνθρωπος πίσω από τους BATHORY ήταν και μια από τις πιο μυστηριώδεις φιγούρες του. Σε μια εποχή που το internet δεν υπήρχε, οι ελάχιστες πληροφορίες που συνόδευαν τη μπάντα, τις κυκλοφορίες της και τον ίδιο τον Quorthon, η άρνηση των BATHORY να κάνει live εμφανίσεις και το σχεδόν ανύπαρκτο promotion δημιούργησε αυτόματα ένα μυστήριο γύρω από την μπάντα και τον ίδιο, που με το πέρασμα του χρόνου έγινε ένας μύθος που οδηγούσε διάφορους φανατικούς οπαδούς σε επίπεδα παροξυσμού.
Ο μύθος όμως δεν ξεφούσκωσε με το πέρασμα του χρόνου. Περισσότερα πράγματα έγιναν γνωστά για τους BATHORY, πολλές φορές από τον ίδιο τον Quorthon, μέσω κάποιων συνεντεύξεων που έδινε, διαλύοντας σε αρκετές πτυχές της μπάντας το μυστήριο που περιέβαλε την πρώτη της δεκαετία. Ακόμα και οι άνισες κυκλοφορίες που είδαν το φως της ημέρας στη δεκαετία που μεσολάβησε μεταξύ του “Twilight of the Gods” και των εξαιρετικών “Nordland I & II” (το “Blood on Ice” δεν συγκαταλέγεται σε αυτές μιας και στην ουσία γράφτηκε το 1989), δεν στάθηκαν ικανές να διαβρώσουν το όνομα και την αίγλη των BATHORY. Ήταν η μουσική ιδιοφυία του Quorthon η οποία επηρέασε τόσους και τόσους μουσικούς, με αποτέλεσμα ένα κάρο μπάντες να χρωστάνε την ύπαρξή τους στον “ψηλέα” από την Στοκχόλμη.
Στο σημερινό κείμενο και με αφορμή την εμφάνιση των BLOOD FIRE DEATH, την πρώτη μέρα του Rock Hard Festival Greece, την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026, στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων, σας παραθέτουμε 10 black στιγμές, από την πρώτη περίοδο της μπάντας. 10 στιγμές που φανερώνουν την μοναδική μουσική και συνθετική ιδιοφυία του Σουηδού και πως αυτές συνέβαλαν αφενός στη γιγάντωση του ονόματος των BATHORY και αφετέρου οδήγησαν τις εξελίξεις στη διαμόρφωση του black metal ήχου όπως τον γνωρίζουμε σήμερα.
Πριν προχωρήσω στα κομμάτια όμως θα ήθελα να σταθώ στο ότι οι BLOOD FIRE DEATH, δεν είναι ένα τυχαίο tribute σχήμα, αλλά κυριολεκτικά ένα «who is who» μιας γενιάς που γαλουχήθηκε από τη μουσική του Σουηδού. Ονόματα όπως αυτά των Erik Danielsson (WATAIN), Ihsahn (EMPEROR), Blasphemer (ex-MAYHEM), Apollyon (AURA NOIR) και Faust (ex-EMPEROR) που είναι ο κυρίως κορμός της μπάντας, αλλά και των Grutle Kjellson (ENSLAVED), Gaahl (ex-GORGOROTH), Frederick Melander (πρώην BATHORY), αλλά και μερικών ακόμα guest έκπληξη, οι οποίοι θα βρεθούν στην Αθήνα για αυτή την εμφάνιση, απλά προκαλούν δέος και είναι ενδεικτικά για το μουσικό αποτύπωμα του Σουηδού στον ακραίο ήχο.
- “Sacrifice” (“Bathory”, 1984)
Η στιγμή μηδέν! Τρεις πιτσιρικάδες στη Στοκχόλμη, ο Quorthon, ο μπασίστας Frederick Melander και ένας δεκαεπτάχρονος drummer Jonas Åkerlund (δεκαετίες αργότερα θα γινόταν γνωστός για τη σκηνοθεσία video clip των METALLICA, RAMMSTEIN και MADONNA), μπαίνουν στο στούντιο στις αρχές του 1984 και ηχογραφούν δύο κομμάτια. Οι τρεις τους θα συμμετείχαν σαν BATHORY στη συλλογή “Scandinavian Metal Attack”, αντικαθιστώντας μια μπάντα που αποχώρησε την τελευταία στιγμή από το project. Το ένα από τα δύο αυτά κομμάτια ήταν το “Sacrifice”. Η συντριπτική πλειοψηφία της αλληλογραφίας που έφτανε στην εταιρεία αφορούσε αποκλειστικά τους BATHORY, και κάπως έτσι προέκυψε η ηχογράφηση του θρυλικού πλέον ντεμπούτου της μπάντας. Η εταιρεία που κυκλοφόρησε, τόσο την προαναφερθείσα συλλογή όσο και το ντεμπούτο των Σουηδών, ήταν η Tyfon Grammofon, την οποία την έτρεχε ένας τύπος που ονομαζόταν Börje “Boss” Forsberg, ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον πατέρα του Quorthon. Η εκδοχή του “Sacrifice” που μπήκε στο ντεμπούτο είναι πιο γρήγορη, χαοτική και σκοτεινή, αποτελώντας ένα από τα πρώτα σημεία αναφοράς γι’ αυτό που αργότερα θα μας γίνει γνωστό σαν πρώτο κύμα του black metal.
- “Total Destruction” (“The Return……”, 1985)
Αν το ντεμπούτο των Σουηδών πήγε προς μια κατεύθυνση, στο “The Return……” τα πράγματα ήταν πιο ριζοσπαστικά. Η ατμόσφαιρα του δεύτερου δίσκου είναι απόλυτα χαοτική και απόκοσμη. Το “Total Destruction” είναι το εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου (μετά φυσικά από το “Revelation of doom” intro) και είναι ενδεικτικό του δίσκου που διαδέχτηκε το ντεμπούτο τους. Ωμό, ψυχρό και επιθετικό, ντύνοντας μουσικά με τον καλύτερο τρόπο αυτό που αφηγείται στους στίχους, το οποίο ξεφεύγει από το occult στοιχείο και αναφέρεται στην ολική καταστροφή του ανθρώπινου είδους. Από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία το drumming του δίσκου. Αρκετά χρόνια αργότερα, θα επηρέαζε σε βαθμό εμμονής μια ολόκληρη γενιά μουσικών που έψαχνε ακριβώς αυτόν τον ήχο — πρωτόγονο, ξερό και low-fi. Είναι ένα από τα κομμάτια που έδωσαν κατ’ ουσίαν το vibe πάνω στο οποίο θα χτιζόταν το μοντέρνο black metal.
- “The Return of the Darkness and Evil” (“The Return……”, 1985)
Το δεύτερο από τα δύο κομμάτια εκείνης της πρώτης ηχογράφησης του 1984 που μέσω της συλλογής “Scandinavian Metal Attack” σύστησαν τους BATHORY στο κοινό. Επίσης είναι το κομμάτι που κλείνει τον δεύτερο δίσκο δίνοντάς του ταυτόχρονα και το όνομά του. Το ανηλεές, κεντρικό thrashy riff δεν αφήνει τον ακροατή να πάρει ανάσα, και τα φωνητικά του Quorthon γίνονται σημείο αναφοράς για τον μετέπειτα black/death ήχο. Αξίζει μάλιστα να αναζητήσετε την αρχική, σαφέστατα πιο spooky εκδοχή του “Scandinavian Metal Attack” μιας και η σύγκριση με την κατά πολύ πιο ακραία εκδοχή του album έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
4. “Woman of Dark Desires” (“Under the Sign of the Black Mark”, 1987)
Πολλοί fans ρωτούσαν από που πήρε η μπάντα το όνομά της. Εδώ η μπάντα δίνει την απάντηση σε ακριβώς αυτό το ερώτημα. Οι στίχοι αφηγούνται την ιστορία της Elizabeth Báthory, της Ουγγαρέζας κόμισσας, η οποία κατηγορήθηκε για εκατοντάδες δολοφονίες νεαρών. Σαν ύφος το κομμάτι δειλά ξεφεύγει από το στυλ που μας είχαν συνηθίσει οι BATHORY και ξεκινά να φαίνονται οι μουσικές ανησυχίες του Quorthon, με τα πλήκτρα που ακούγονται πριν το σόλο, δίνοντας μια διαφορετική διάσταση στο κομμάτι, απολύτως ταιριαστή στο στιχουργικό του περιεχόμενο. Ο Quorthon δεν ντρέπεται καθόλου και κατά δήλωσή του, μας είπε πως ξεσήκωσε και χρησιμοποίησε στο κομμάτι τη μπασογραμμή του “Machine Gun” των SAXON, μιας και θεωρούσε τότε πως τα “Wheels of Steel” και “Denim and Leather” ήταν αρκετά υποτιμημένα τότε.
- “Call from the Grave” (“Under the Sign of the Black Mark”, 1987)
Ίσως η πιο απόκοσμη ατμόσφαιρα που είχε ποτέ η μπάντα σε κομμάτι της. Το “Call from the Grave” αρχικά ήταν να μπει στο δεύτερο δίσκο της μπάντας αλλά δεν τελείωσε ποτέ έγκαιρα. Το κομμάτι δεν στηρίζεται στην ταχύτητα αλλά είναι mid-paced και heavy, εξυπηρετώντας τον σκοπό της αφήγησης, δείχνοντας την συνθετική διορατικότητα που είχε ο Quorthon. Η ενσωμάτωση στο κομμάτι του “Funeral March” του Frédéric Chopin, μόνο τυχαία δεν ήταν, μιας και ταίριαζε γάντι στους στίχους που ήθελαν έναν μισοπεθαμένο άνθρωπο να θάβεται κατουσίαν ζωντανός και να καλεί από τον τάφο, σε μια πρόθεση του Quorthon να αμφισβητήσει οποιαδήποτε θρησκευτική θεωρία, οποιασδήποτε κατεύθυνσης. Σημαντικό clue του κομματιού είναι το 2ο riff (εκεί στο 0:48) και η εκδοχή της φυσικής μινόρε κλίμακας που ακούμε, η οποία θα αποτελέσει θεμέλιο λίθο στη μορφή που πήρε το riffing κατά το δεύτερο κύμα του black metal. Εάν με κάποιο τρόπο καταφέρετε να το ακούσετε σε τριπλάσια ταχύτητα, μην εκπλαγείτε εάν σας θυμίσει κάτι από Νορβηγία μεριά…
- “Enter the Eternal Fire” (“Under the Sign of the Black Mark”, 1987)
Το κομμάτι αυτό είναι το απόλυτο σημείο καμπής για τον Quorthon σε συνθετικό επίπεδο και ο προπομπός για την στροφή που θα κάνει η μπάντα από τον επόμενο δίσκο σε πιο επικά μονοπάτια. Εδώ το black feeling μπλέκει ιδανικά με το επικό στοιχείο, με την αίσθηση μεγαλείου να είναι διάχυτη. Δεν θα ήταν η υπερβολή να πούμε πως εδώ είχαμε τα γεννητούρια του Viking metal. Λίγο μετά τη μέση και πριν το σόλο (αρχικά με πλήκτρα και μετά με κιθάρα), εάν αυτό το χαρακτηριστικό κόψιμο με τις ακουστικές κιθάρες σας θυμίσει IMMORTAL πάλι μην εκπλαγείτε. Το “Enter the Eternal Fire” είναι η στιγμή που ο Quorthon σταματά να είναι απλά ακραίος και γίνεται πιο πολυδιάστατος σαν συνθέτης.

- “A Fine Day to Die” (“Blood Fire Death”, 1988)
Εάν το “Enter the Eternal Fire” ήταν η μετάβαση του Quorthon από το black στο Viking metal, τότε το “A Fine Day to Die”, μαζί με το intro “Odens Ride Over Nordland” είναι απλά ο ορισμός του. Ο Quorthon στήνει ένα αριστούργημα με αρκετές αλλαγές και μεταβάσεις κατά τη διάρκειά του δείχνοντας με εμφατικό τρόπο την πρόοδό του σαν συνθέτης. Είναι από εκείνα μάλιστα τα τραγούδια που δεν περισσεύει ούτε νότα, κάνοντας τον ακροατή να έχει την ψευδαίσθηση πως έχουν περάσει απλά μερικά δευτερόλεπτα. Σε στιχουργικό επίπεδο οι occult αναφορές υποχωρούν και ο Quorthon ανοίγει μια καινούργια πόρτα που μετέπειτα θα συνυφαστεί με την ίδια τη μπάντα. Με έναυσμα τη ρήση των παλαιότερων πολεμιστών κατά τη διάρκεια μιας μάχης, «Σήμερα είναι μια καλή μέρα για να πεθάνεις», οι στίχοι του κομματιού είναι μια ωδή στον αγώνα για ελευθερία ενάντια στις πιθανότητες.
- “The Golden Walls of Heaven” (“Blood Fire Death”, 1988)
Το εν λόγω κομμάτι είχε γραφτεί για το “Under the Sign of the Black Mark” όταν ακόμα ο Quorthon είχε σκεψεις για διπλό δίσκο. Τελικά βρήκε το δρόμο του για τον 4ο δίσκο των Σουηδών. Γρήγορο riffing, κολασμένα “σφηνάκια” σόλος και φρενήρεις ρυθμοί. Θεματικά, το κομμάτι εμπνεύστηκε από ένα βιβλίο για τον πόλεμο ανάμεσα σε αγγέλους και δαίμονες και εάν προσέξετε καλά τους στίχους, τα πρώτα γράμματα κάθε στίχου σχηματίζουν, ανά στροφή, τη λέξη SATAN — μια ακροστιχίδα που επαναλαμβάνεται οκτώ φορές μέσα στο κομμάτι. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Quorthon, από το ίδιο το βιβλίο ήρθε και η έμπνευση για το όνομα του θρυλικού γκαράζ όπου ηχογραφούσαν τα άλμπουμ τους, τα γνωστά μας Heavenshore Studios.
- “Holocaust” (“Blood Fire Death”, 1988)
Το πιο ωμό κομμάτι του δίσκου και το γρηγορότερο που ηχογράφησαν ποτέ οι BATHORY. Το riffing είναι βίαιο και ανηλεές που λειτούργησε σαν εγχειρίδιο για ολόκληρη τη black σκηνή. Στιχουργικά θα μπορούσε κάποιος να πει πως είναι η φυσική συνέχεια των “Total Destruction” και “Chariots of Fire”, μιας και πραγματεύεται τον πυρηνικό όλεθρο. Μέσα σε έναν δίσκο που πολλοί θυμούνται για τις επικές του στιγμές, το “Holocaust” στέκεται σαν υπενθύμιση της ακραίας πλευράς του Quorthon η οποία δεν είχε ακόμα εκλείψει και δεν είχε παραδώσει ολοκληρωτικά στη σκυτάλη σε αυτό που ακολουθούσε μουσικά.
- “For All Those Who Died” (“Blood Fire Death”, 1988)
Και κλείνουμε με ένα κομμάτι που γεφυρώνει τα πιο γρήγορα κομμάτια, εκεί στο μέσο του δίσκου. Μουσικά κινείται σε πιο mid-tempo ρυθμούς με heavy riffing και με φωνητικά σημείο αναφοράς για τη black metal σκηνή. Στιχουργικά, το περιεχόμενο προέρχεται από ποίημα της Αμερικανίδας Erica Jong, δημοσιευμένο στο βιβλίο της “Witches” (1981), ένα έργο για την Ιερά εξέταση και τις γυναίκες που καταδικάστηκαν στην πυρά. Εάν κάποιος ήθελε να είναι προβοκάτορας θα μπορούσε να πει πως ο Quorthon το 1988, διάβαζε φεμινιστική ποίηση και τη μετέφερε σε black metal κομμάτι. Ο ίδιος άνθρωπος δήλωνε λάτρης του Wagner και του Bach, και ήδη από το 1985 έλεγε σε δημοσιογράφους (σε κάποιες από τις σπάνιες τότε συνεντεύξεις του) ότι είχε αρχίσει να ακούει αποκλειστικά κλασική μουσική.
Θανάσης Μπόγρης













