

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Dangerous games” – ALCATRAZZ
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Capitol
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Richie Podolor
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά: Graham Bonnet
Κιθάρες: Danny Johnson
Μπάσο: Gary Shea
Πλήκτρα: Jimmy Waldo
Drums: Jan Uvena
Ας αρχίσουμε τα πράγματα αντίστροφα, γιατί το “Dangerous games” δεν ήταν η αρχή μιας νέας εποχής, αντιθέτως ήταν το χρονικό του τέλους της πρώτης τους περιόδου. Και για να είμαι ειλικρινής, ήταν επι της ουσίας το ουσιαστικό τέλος τους, καθώς οι μεταγενέστερες εκδοχές του συγκροτήματος δεν κατάφεραν ποτέ να πλησιάσουν τη σημασία και την ποιότητα της πρώτης περιόδου τους.
Η ιστορία των ALCATRAZZ δεν ήταν μεγάλη, αλλά έχει ενδιαφέρον, και όταν ο Bonnet «βούτηξε» τον Malmsteen μέσα από τα χέρια των ημι-διαλυμένων ουσιαστικά τότε U.F.O. ξαφνικά ο κόσμος έστρεψε τα μάτια του σε αυτούς και στο “No parole from rock n’ roll”. Και ο λόγος ήταν πως μετα από μια περιορισμένη κυκλοφορία με τους STEELER, τότε θα ήταν η πρώτη φορά που η παγκόσμια κοινότητα, θα καταλάβαινε τι συμβαίνει με αυτό το παιδί-θαύμα. Η παρουσία του Malmsteen δεν μειώνει την αξία της υπόλοιπης μπάντας, το αντίθετο, αλλά όπως και το δούμε, με αυτή την σύνθεση, με έναν τέτοιο δίσκο και με έναν τέτοιο μουσικό στις τάξεις τους οι ALCATRAZZ ξεκινούσαν την πορεία τους με πολύ θετικό πρόσημο, πολλά μάτια πάνω τους αλλά και με τεράστιες πλέον προσδοκίες.
Παρά τη φήμη του όμως, το θαυμάσιο “No parole…” δεν ήταν μια εμπορική επιτυχία και τα πράγματα μεταξύ Bonnet και Malmsteen ήταν οριακά, μέχρι που επήλθε η σύγκρουση. Τα μάτια όλων πάλι έπεσαν σε αυτούς όταν ο Jimmy Waldo, παρα τις επιφυλάξεις του Bonnet, έφερε τον Steve Vai στην μπάντα. Όμως το πιο τεχνικό αλλά επίσης πολύ καλό “Disturbing the peace”, ξανά απέτυχε εμπορικά. Ο Vai δέχτηκε την προσφορά του Roth και φυσικά έφυγε. Οι ALCATRAZZ είχαν τον σεβασμό και την φήμη, όμως, δεν είχαν πλησιάσει την επιτυχία στις ΗΠΑ, και η Ιαπωνία που τους είχε αγκαλιάσει ήταν πολύ λίγη για εκείνα τα χρόνια.
Όταν το “Dangerous games”, κυκλοφόρησε το 1986, το συγκρότημα βρισκόταν ήδη σε δύσκολη θέση. Μέσα σε τρία μόλις στούντιο άλμπουμ θα παρουσίαζε τον τρίτο διαφορετικό κιθαρίστα του και αυτό ήταν ένα ερώτημα που πολλοί έθεταν, μιας και η μπάντα είχε συνηθίσει το κοινό της, σε κιθαρίστες – «αστέρια». Οι ALCATRAZZ, είχαν ήδη συνδεθεί με δύο από τους πιο εντυπωσιακούς κιθαρίστες της δεκαετίας του ’80. Ο Malmsteen είχε απογειώσει το neο-classical ύφος, ενώ ο Vai είχε προσδώσει στο δεύτερο άλμπουμ μια τεχνική αρτιότητα και μια δημιουργικότητα που ελάχιστοι μπορούσαν να πλησιάσουν. Τελικά τη θέση πίσω από την κιθάρα ανέλαβε ο Danny Johnson, ένας μουσικός με σημαντική εμπειρία αλλά εντελώς διαφορετική φιλοσοφία. Η επιλογή για τον κοινό ακροατή, λογικά, έμοιαζε πολύ φτωχή σε σχέση με το παρελθόν. Παράλληλα και για τον ίδιο τον Johnson, το έργο που ανέλαβε να φέρει εις πέραν, μόνο εύκολο δεν ήταν, μιας δεν είχε άλλη επιλογή από το να αντιμετωπίσει σχεδόν αδύνατες συγκρίσεις.
Ο Danny Johnson, ωστόσο, δεν ήταν κάποιος τυχαίος, νεόφερτος ή άπειρος μουσικός. Είχε ήδη συνεργαστεί με καλλιτέχνες όπως οι Rick Derringer, Alice Cooper και Rod Stewart, χτίζοντας τη φήμη ενός εξαιρετικού κιθαρίστα με ισχυρές blues και hard rock καταβολές, αλλά φυσικά δεν διέθετε τις κλασικές αναφορές του Malmsteen ούτε την τεχνική τελειότητα του Vai. Η δύναμή του βρισκόταν αλλού, στο feeling, στη μελωδία και σε ένα πιο απλό αλλά άμεσο παίξιμο. Ήταν ένας πολύ καλός κιθαρίστας, αλλά σίγουρα όχι ο κιθαρίστας που περίμενε το κοινό των ALCATRAZZ εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αλλά… για μια στιγμή ρε παιδιά!!! Πως μπήκε ο Johnson στους ALCATRAZZ; Σύμφωνα με όλα όσα ο ίδιος αναφέρει, ήταν επιλογή της Wendy Dio, η οποία εκείνη την περίοδο άρχισε να μανατζάρει το συγκρότημα. Από την άλλη η Capitol ήθελε έναν κιθαρίστα που να μπορεί η μπάντα να στηριχτεί πάνω σε αυτόν και όχι αυτός να βλέπει την μπάντα σαν σκαλοπάτι και μετά από ένα δίσκο να φύγει και αυτός! Με αυτό το σκεπτικό αποκλείστηκε η εκδοχή ενός ακόμα ανερχόμενου εκείνα τα χρόνια κιθαρίστα και η επιλογή του Johnson έμοιαζε ιδανική.
Όμως οι ALCTRAZZ κατά κάποιο τρόπο είχαν και μια ιδιαιτερότητα, ένα πιο ουσιαστικό πρόβλημα. Παρότι ο βασικός πυρήνας του συγκροτήματος παρέμεινε ουσιαστικά αναλλοίωτος, κάθε αλλαγή κιθαρίστα άλλαζε δραματικά, πέρα από τα λογικά πλαίσια, τον χαρακτήρα της μουσικής τους. Στην ουσία υπέφεραν επειδή οι κιθαρίστες που αποχωρούσαν άφηναν πίσω τους τεράστιο καλλιτεχνικό αποτύπωμα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά υπήρξε και ένα ακόμα θεματάκι. Η εταιρία τους που δεν ήθελε ακόμα έναν απόφοιτο του Berklee, φέρεται να ζήτησε η παραγωγή να ήταν πιο «γήινη», να μην δώσει τόση ένταση στην κιθάρα και ο δίσκος να έχει μια πιο soft προσέγγιση. Ο Gary Shea, είπε στον Johnson να αγνοήσει αυτή την οδηγία, ο κιθαρίστας όμως δεν τον άκουσε…
Παρόλα αυτά, ακούγοντας σήμερα το “Dangerous games”, γίνεται γρήγορα αντιληπτό ότι το βασικό του πρόβλημα δεν βρίσκεται στις κιθάρες. Βρίσκεται στα τραγούδια. Παρά τις καλές στιγμές που προσφέρουν συνθέσεις όπως τα “Undercover”, “Dangerous games”, “Blue boar” και “The witchwood”, το άλμπουμ, πρέπει να παραδεχτούμε, ότι σπάνια αγγίζει το επίπεδο της έμπνευσης των δύο προκατόχων του. Οι διασκευές των “It’s my life” και “Only one woman” δείχνουν μια μπάντα που αναζητά όχι μόνο πιο εμπορικές και άμεσες φόρμες για άμεση επιτυχία, αλλά και έμπνευση! Δυστυχώς όμως το αποτέλεσμα δεν δικαίωσε ούτε τους ίδιους, αλλά ούτε και τις δικές μας προσδοκίες.
Το “Dangerous games”, δεν είναι ένας κακός δίσκος, όμως σίγουρα είναι όμως ένας μέτριος δίσκος από ένα συγκρότημα που είχε ήδη αποδείξει ότι μπορούσε να δημιουργήσει κάτι πολύ καλύτερο. Αλλά αυτό ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα σε μια εποχή όπου ο ανταγωνισμός γινόταν ολοένα και πιο αδυσώπητος, μαζί και οι απαιτήσεις των εταιριών. Είχες μια εύκαιρα, άντε δυο, στην τρίτη αποτυχία καιγόσουν και μάλιστα με συνοπτικές διαδικασίες. Το 1986 το hard rock και το heavy metal βρίσκονταν σε διαρκή άνοδο. ΟΙ IRON MAIDEN, JUDAS PRIEST, ο Ozzy Osbourne, οι BON JOVI, JOURNEY, METALLICA, QUEENSRŸCHE, RATT και MOTLEY CREW διεκδικούσαν τις αρένες και την προσοχή του κοινού σε μια αγορά που γινόταν όλο και πιο απαιτητική. Οι shredders μετατρέπονταν σε ήρωες και οι δισκογραφικές αναζητούσαν μανιωδώς το επόμενο εμπορικό φαινόμενο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ALCATRAZZ και το management τους, μοιάζει να έκαναν αναγκαστικά ίσως, το αντίθετο ακριβώς. Απαρνήθηκαν το shredding, ακριβώς στα χρόνια της ακμής του!

Και όπως ήταν φυσικό, η ειρωνεία της τύχης είναι πως την ίδια στιγμή που το συγκρότημα πάλευε να επιβιώσει, οι δύο πρώην κιθαρίστες του απογειώνονταν. Ο Yngwie Malmsteen καθιερωνόταν ως ένας από τους σημαντικότερους κιθαρίστες της γενιάς του και όχι μόνο, ενώ ο Steve Vai ετοιμαζόταν να γνωρίσει παγκόσμια αναγνώριση μέσα από τη συνεργασία του με τον David Lee Roth. Οι δύο μουσικοί που είχαν συμβάλει καθοριστικά στη φήμη των ALCATRAZZ, προχωρούσαν δυναμικά μπροστά, ενώ η μπάντα που τους έδωσε την ευκαιρία, έχανε το τραίνο. Η εμπορική πορεία του άλμπουμ επιβεβαίωσε ότι η δυναμική τους είχε αρχίσει να εξαντλείται. Το “Dangerous games” δεν κατάφερε να μπει καν στο Billboard 200, σε αντίθεση με τους δύο προκατόχους του, και λίγο αργότερα η μπάντα διαλύθηκε, κλείνοντας το πρώτο και σημαντικότερο κεφάλαιο της ιστορίας της. Φυσικά, οι ευθύνες δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στις αλλαγές των κιθαριστών ή στην ποιότητα των νέων συνθέσεων. Ως ηγετική φυσιογνωμία του συγκροτήματος, ο Graham Bonnet φέρει και ο ίδιος μέρος της ευθύνης. Παρέμεινε ένας σπουδαίος τραγουδιστής και ένας χαρισματικός frontman, όμως οι ALCATRAZZ, δεν κατάφεραν ποτέ να ξεφύγουν από τη σκιά των σπουδαίων κιθαριστών τους και να επιβληθούν ως μια μπάντα με ξεκάθαρη και αναγνωρίσιμη ταυτότητα.
Ευτυχώς για τον Danny Johnson, η παρουσία του στο “Dangerous games” δεν καθόρισε ούτε περιόρισε την αξία του ως μουσικού. Μετά τη διάλυση των ALCATRAZZ συνέχισε να εργάζεται μέχρι και σήμερα σταθερά στον χώρο της μουσικής, συνεργαζόμενος με σημαντικά ονόματα και χτίζοντας μια σοβαρή καριέρα ως κιθαρίστας και συνθέτης. Απλά η ιστορία υπήρξε λίγο άδικη μαζί του. Για τους πολλούς, θα είναι πάντα ο άνθρωπος που βρέθηκε ανάμεσα στον Yngwie Malmsteen και τον Steve Vai. Στην πραγματικότητα όμως υπήρξε ένας αξιόλογος μουσικός με τη δική του προσωπικότητα, ο οποίος απλώς κλήθηκε να αναλάβει έναν από τους πιο δύσκολους ρόλους στο hard rock της δεκαετίας του ’80. Σκεφτείτε το λίγο…
Οι ALCATRAZZ τέλος, για εμάς δεν υπήρξαν ποτέ μια αποτυχημένη μπάντα. Αντίθετα, υπήρξαν ένα συγκρότημα με τεράστιες δυνατότητες, το οποίο μας έδωσε δυο θαυμάσιους δίσκους και ακόμα έναν απλά μέτριο (προς καλό…). Και πάντα έτσι θα τους μετράμε, όχι σύμφωνα με τις πωλήσεις τους, αλλά σύμφωνα με το πόσο αγαπάμε τα άλμπουμ τους. Και για αυτό, ακόμα και το “Dangerous games” που δεν μπορεί να συγκριθεί με τα δύο πρώτα τους άλμπουμ, το έχουμε στην δισκοθήκη μας και καμία φορά μας πιάνει ο ρομαντισμός, να το ξανακούσουμε με καλή διάθεση και νοσταλγία. Και ας είναι μέτριο μωρέ, έχει και αυτό τη χάρη του!
Δημήτρης Σειρηνάκης









![A day to remember… 20/9 [AC/DC] AC/DC](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/09/Acdc-Dirty-deeds-front-218x150.jpg)
![A day to remember…19/09 [SUFFOCATION] Suffocation](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/09/Suffocation-same-front-218x150.jpg)
