A day to remember… 20/9 [AC/DC]

0
58
AC/DC
















AC/DC

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Dirty deeds done dirt cheap” – AC/DC
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1976
ΕΤΑΙΡΙΑ: Albert/Atlantic
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Harry Vanda/George Young
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Bon Scott
Κιθάρες – Angus Young
Κιθάρες – Malcolm Young
Mπάσο – Mark Evans
Τύμπανα – Phil Rudd

Στα τέλη του 1975, οι νεαροί, τότε, AC/DC από την Αυστραλία είχαν ήδη εδραιώσει την παρουσία τους στη σκηνή της χώρας τους, με δίσκους όπως τα “High voltage” και “T.N.T.”. Η πεντάδα από το Sidney ετοίμαζε την απόβασή της στη διεθνή αγορά. Ωστόσο, η πρώτη γεύση που πήραν από αυτό το πρώτο άνοιγμα συνοδεύτηκε από έντονο προβληματισμό και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απροκάλυπτη εχθρότητα. Όταν η διεθνής έκδοση του “High voltage” κυκλοφόρησε στις Ηνωμένες Πολιτείες την άνοιξη του 1976 (η πρώτη τους κυκλοφορία εκτός Αυστραλίας), το άλμπουμ έφτασε μόλις στο νο. 146 του Billboard Top 200, ενώ ο αμερικανικός μουσικός Τύπος δεν έδειξε καμία επιείκεια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διαβόητη κριτική του μουσικοκριτικού Billy Altman στο περιοδικό Rolling Stone τον Δεκέμβριο του 1976, ο οποίος χαρακτήρισε το “High voltage” ως το απόλυτο «ναδίρ» για το hard rock, συμπληρώνοντας με απαξίωση πως «η ηλιθιότητα με ενοχλεί, όμως η επιτηδευμένη ηλιθιότητα με προσβάλλει». Οι αρνητικές κριτικές, σε συνδυασμό με γραφειοκρατικά προβλήματα έκδοσης βίζας, οδήγησαν στην ακύρωση προγραμματισμένων εμφανίσεων του συγκροτήματος στο Los Angeles, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά αρνητικό κλίμα στα γραφεία της δισκογραφικής τους εταιρείας, της Atlantic Records.

Μέσα σε αυτό το τεταμένο περιβάλλον και ανάμεσα σε εξαντλητικά προγράμματα περιοδειών, οι AC/DC μπήκαν στα Albert Studios στο Sidney τον Δεκέμβριο του 1975, για να ηχογραφήσουν τον τρίτο τους δίσκο. Στην παραγωγή βρίσκονταν σταθερά οι Harry Vanda και George Young (ο μεγαλύτερος αδελφός των Malcolm και Angus Young). Η φιλοσοφία τους ήταν απόλυτα πιστή στον ωμό, ανεπιτήδευτο ήχο, χωρίς φιοριτούρες, με έμφαση στην ηλεκτρισμένη ενέργεια και το συμπαγές ρυθμικό μέρος. Και παρόλο που τα προγνωστικά δεν ήταν με το μέρος τους, είχαν καταφέρει τουλάχιστον να λειτουργούν σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή, ενώ κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων προέκυψε και επιπλέον υλικό.

Τον Απρίλιο του 1976, κατά την πρώτη περιοδεία της μπάντας στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι Vanda και Young ταξίδεψαν στο Λονδίνο για να ηχογραφήσουν στα Vineland Studios ορισμένα κομμάτια για ένα EP που τελικά δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Από εκείνες τις ηχογραφήσεις προήλθε το “Carry me home” (που κυκλοφόρησε ως B-side στο single “Dog eat dog” το 1977), το “Dirty eyes” (που αργότερα εξελίχθηκε στο θρυλικό “Whole lotta Rosie”) και το “Love at first feel”, το οποίο τελικά θα συμπεριλαμβανόταν σε μια έκδοση της επικείμενης κυκλοφορίας. Παράλληλα, ηχογραφήθηκε και ένα τραγούδι με τίτλο “I’m a rebel”, σύνθεση ενός ακόμη αδελφού της οικογένειας Young, του Alex. Οι AC/DC δεν κυκλοφόρησαν ποτέ το συγκεκριμένο τραγούδι. Όμως, αφήνοντάς το στα αρχεία της Albert Productions, το πήρε και το ηχογράφησε αργότερα ένα ανερχόμενο γερμανικό metal συγκρότημα από το Solingen, με το όνομα ACCEPT, μετατρέποντάς το σε δικό τους hit.

Το νέο άλμπουμ ονομάστηκε “Dirty deeds done dirt cheap” από μια παιδική ανάμνηση του Angus Young. Η φράση αυτή προήλθε από μια επαγγελματική κάρτα που ανήκε στον χαρακτήρα Dishonest John της κλασικής σειράς κινούμενων σχεδίων “Beany and Cecil”. Ο κιθαρίστας των AC/DC έβλεπε το κινούμενο σχέδιο όταν ήταν παιδί και θυμήθηκε τη χαρακτηριστική αυτή φράση όταν έγραφε το ομώνυμο τραγούδι.

Το “Dirty deeds done dirt cheap” αποτυπώνει τη συνθετική τριάδα των Malcolm Young, Angus Young και Bon Scott σε μία από τις πιο επιθετικές και παράλληλα πολυδιάστατες στιγμές της. Στο ομώνυμο τραγούδι, η συνθετική ιδέα βασίστηκε σε μια ατμόσφαιρα νουάρ μυστηρίου, βγαλμένη από τις ασπρόμαυρες ταινίες του Humphrey Bogart. Ο Bon Scott υποδύεται έναν πληρωμένο εκτελεστή που προσφέρει «λύσεις» σε ενοχλητικούς συζύγους ή διευθυντές μέσω τσιμέντου, κυανίου ή TNT. Μουσικά, το βαρύ riff πλαισιώνεται από το χαρακτηριστικό «λαχάνιασμα» του Malcolm Young στο υπόβαθρο, ενώ ο αριθμός «36-24-36» που αναφέρεται στους στίχους λειτουργεί ως διπλό λογοπαίγνιο: ήταν υπαρκτός τηλεφωνικός αριθμός στην Αυστραλία, αλλά και οι κλασικές αναλογίες του γυναικείου σώματος σε ίντσες.

Μάλιστα, το τραγούδι θα τους έβαζε σε περιπέτειες όταν, χρόνια αργότερα (το 1981), ένα ζευγάρι από το Illinois, οι Norman και Marilyn White, κατέθεσαν αγωγή ύψους $250.000 κατά της Atlantic Records. Υποστήριζαν ότι δέχονταν εκατοντάδες οχλητικές κλήσεις από οπαδούς των AC/DC, που πληκτρολογούσαν τον αριθμό 36-24-36 και ερμήνευαν την κραυγή “Hey!” που ακολουθούσε ως το ψηφίο “8” (36-24-368), ζητώντας «εγκληματικές εξυπηρετήσεις σε φτηνές τιμές». Ο δικαστής απέρριψε τελικά την υπόθεση.

Το “Love at first feel” (στη διεθνή έκδοση) έχει έναν τσαμπουκαλεμένο ρυθμό και μια κάπως αυθάδικη αισθητική που θυμίζει western, ενώ το “Big balls” αποτελεί μία από τις πιο ξεκαρδιστικές στιγμές της δισκογραφίας τους. Βασισμένο σε ένα διπλό υπονοούμενο —από αυτά που προτιμούσε και το είδωλο του Angus Young, ο Chuck Berry— το τραγούδι παίζει ανάμεσα στις αριστοκρατικές χοροεσπερίδες (balls) και την… ανδρική ανατομία. Ο Bon Scott υιοθετεί μια σνομπ, αριστοκρατική βρετανική προφορά, διακωμωδώντας την υψηλή κοινωνία, ενώ το κομμάτι κλείνει με τη χορωδιακή ιαχή “Bollocks! Knackers!”.

Το καταιγιστικό “Rocker” επαναφέρει τη φρενίτιδα του ατόφιου, παραδοσιακού rock ‘n’ roll, με τον Bon Scott να αυτοσχεδιάζει και να «αυτομυθοποιείται» ως ένας ανεξέλεγκτος τσαμπουκάς (“right-out-of-controller”). Στη συνέχεια, το αλήτικο “Problem child” ακολουθεί με ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα riffs του άλμπουμ και με στίχους κατευθείαν από το περιθώριο (“With a flick of my knife I can change your life”). Το τραγούδι παρουσιαζόταν συχνά από τον Scott στις συναυλίες ως αναφορά στον Angus. Η εκτέλεσή του εδώ θεωρείται μάλλον καλύτερη από αυτή του “Let there be rock” (1977), κυρίως λόγω του έξυπνου τελειώματος με το γέμισμα του Phil Rudd στα ντραμς και τις μαράκες.

Το “There’s gonna be some rockin’” αποδίδει φόρο τιμής στις boogie ρίζες τους, δανειζόμενο τον ρυθμό του “The seventh son” του μπλουζίστα Willie Dixon, ενώ το “Ain’t no fun (Waiting ’round to be a millionaire)”, διάρκειας επτάμισι λεπτών, βασίζεται σε μια επιστολή που είχε στείλει ο Bon Scott στον αδελφό του το 1972, όπου του έγραφε: “If you can still manage the other $50 I’d love ya f’rever… it’s no fun waiting round to be a millionaire!!!”. Το τραγούδι αποτυπώνει τη σκληρή πραγματικότητα ενός απένταρου μουσικού που ονειρεύεται την καταξίωση. Προς το τέλος του κομματιού, ο Scott απευθύνεται με καυστικό χιούμορ στον εκκεντρικό δισεκατομμυριούχο της εποχής, Howard Hughes (ο οποίος απεβίωσε τον Απρίλιο του 1976): “Hey Howard… get your fkn’ Jumbo Jet out of my airport!”.

Ωστόσο, η απόλυτη έκπληξη του δίσκου είναι το “Ride on”, μια αργή, blues μπαλάντα, μακριά από τη συνηθισμένη εικόνα των AC/DC. Ο Bon Scott εξομολογείται τη μοναξιά και την απομόνωση της ζωής στον δρόμο (“Got another empty bottle, and another empty bed”). Το συναισθηματικό κιθαριστικό σόλο του Angus Young έρχεται να χρωματίσει μία από τις πιο ειλικρινείς συνθέσεις στην ιστορία του συγκροτήματος.

Ο δίσκος ολοκληρώνεται με το “Squealer”, το οποίο είναι ίσως το πιο «βρώμικο» τραγούδι των AC/DC, εξιστορώντας την αποπλάνηση μιας παρθένου με ένα βαρύ riff. Σαν υποσημείωση, αξίζει να πούμε πως στην αρχική αυστραλιανή έκδοση του άλμπουμ περιλαμβάνονταν επίσης το εμβληματικό “Jailbreak” και το “R.I.P. (Rock In Peace)”. Όταν το άλμπουμ αναμορφώθηκε για τη διεθνή αγορά, τα δύο αυτά κομμάτια αντικαταστάθηκαν από τα “Rocker” και “Love at First Feel”.

Το άλμπουμ κυκλοφόρησε αρχικά στην Αυστραλία τον Σεπτέμβριο του 1976 και διεθνώς (σε Ευρώπη και Ηνωμένο Βασίλειο) τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Ωστόσο, όταν οι ταινίες της ηχογράφησης έφτασαν στα γραφεία της Atlantic US στη Νέα Υόρκη, το τμήμα A&R αρνήθηκε κατηγορηματικά την κυκλοφορία του στην Αμερική. Θεώρησαν την παραγωγή υπερβολικά ωμή και τα φωνητικά του Scott ακατάλληλα για το αμερικανικό ραδιόφωνο, φτάνοντας στο σημείο να ζητήσουν από τον ιδρυτή της εταιρείας, Ahmet Ertegun, να λύσει το συμβόλαιο του συγκροτήματος.

Η σωτηρία των AC/DC ήρθε από τον «από μηχανής θεό» Phil Carson, το στέλεχος της Atlantic στο Λονδίνο που είχε υπογράψει τη μπάντα. Βλέποντας τις υψηλές πωλήσεις στην Ευρώπη, ο Carson έπεισε τη διοίκηση να κρατήσει το συγκρότημα, δεχόμενος να μειώσει τον προϋπολογισμό ηχογράφησης κατά $10.000 για κάθε επόμενο άλμπουμ.

Παρά την αμερικανική απόρριψη, το συγκρότημα σάρωσε τις ευρωπαϊκές σκηνές κατά την περιοδεία “Dirty Deeds Tour” (1976–1977). Τα “Dirty deeds done dirt cheap” και “Problem Child” έγιναν αμέσως σταθερά σημεία αναφοράς στις ζωντανές εμφανίσεις τους. Τα συνοδευτικά promo videos και η εκρηκτική παρουσίαση του ομώνυμου τραγουδιού στην αυστραλιανή τηλεοπτική εκπομπή “Countdown” προκάλεσαν σοκ στο νεανικό κοινό της εποχής. Χρόνια αργότερα, μέχρι και ο διασημότερος συγγραφέας τρόμου της εποχής μας, Stephen King, αποκάλυψε ότι ήταν τόσο φανατικός οπαδός του δίσκου, ώστε έπεισε το συγκρότημα να γράψει το soundtrack για την ταινία του “Maximum overdrive” (1986), τραγουδώντας τους από μνήμης ολόκληρο το “Ain’t No Fun (Waiting ‘Round to Be a Millionaire)”!

Το άλμπουμ έφτασε στο Νο. 5 των charts στην Αυστραλία, όπου κυκλοφόρησε με διαφορετικό εξώφυλλο από τις άλλες χώρες, ένα σκίτσο φιλοτεχνημένο από τον καλλιτέχνη Richard Ford (που είχε κάνει και το αυστραλιανό εξώφυλλο του “T.N.T.”) στα EMI Studios του Sidney. Για τη διεθνή κυκλοφορία, το διάσημο σχεδιαστικό γραφείο Hipgnosis φωτογράφησε το Imperial 400 Motel στην Sunset Boulevard του Los Angeles, τοποθετώντας ανθρώπινες φιγούρες με καλυμμένη την περιοχή των ματιών, σαν εγκληματίες που κρύβουν τα χαρακτηριστικά τους, αποδίδοντας παραστατικά το νόημα του “Dirty deeds done dirt cheap”.

Η τελική δικαίωση για το “Dirty deeds done dirt cheap” ήρθε με τον πιο αναπάντεχο τρόπο. Τον Απρίλιο του 1981, περισσότερο από έναν χρόνο μετά τον τραγικό θάνατο του Bon Scott και στον απόηχο της σαρωτικής επιτυχίας του “Back in black”, η Atlantic US υπέπεσε σε ακόμα ένα φάουλ. Αποφάσισε τελικά να κυκλοφορήσει το άλμπουμ στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό που τόσο απαξιωτικά είχε μποϊκοτάρει όταν πρωτοβγήκε, ζημιώνοντας παράλληλα τη δυναμική της επερχόμενης κυκλοφορίας εκείνης της χρονιάς, “For those about to rock (We salute You)”.

Για του λόγου το αληθές, το “Dirty deeds done dirt cheap” πούλησε κοντά 7 εκατομμύρια αντίτυπα στις ΗΠΑ όταν το επανακυκλοφόρησε εκεί η Atlantic, «κολλώντας» το “For those about to rock…” στα 4 εκατομμύρια! Έτσι λοιπόν, πέντε χρόνια μετά την αρχική του απόρριψη, ο δίσκος εκτινάχθηκε στο Νο. 3 του αμερικανικού Billboard 200 και έγινε τελικά 7 φορές πλατινένιος. Παράλληλα, μετά τον θάνατο του Scott, τραγούδια όπως το “Ride On” απέκτησαν μια νέα, προφητικά σκοτεινή σημασία για τους fans του συγκροτήματος.

Μέχρι και σήμερα, το “Dirty deeds done dirt cheap” παραμένει ένα ακατέργαστο και ειλικρινές δείγμα hard rock, που κέρδισε την υστεροφημία του μέσα από την απόρριψη και κόντρα στην απληστία των στελεχών των δισκογραφικών εταιρειών, βάζοντας ταυτόχρονα ακόμη ένα λιθαράκι στον μύθο του Bon Scott ως μοντέρνου ποιητή του δρόμου. Το μόνο που μένει να κάνετε τώρα είναι να ξανακούσετε αυτό το εξαιρετικό τρίτο άλμπουμ των AC/DC και, ποιος ξέρει, αν χρειαστείτε ποτέ κάποια εξυπηρέτηση, να καλέσετε το… γνωστό νούμερο.

Κώστας Τσιρανίδης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here