
Πέντε χρόνια μετά το “Hushed and Grim”, οι MASTODON επιστρέφουν με το “Marrow deep”, έχοντας στο μεταξύ βιώσει τη μεγαλύτερη αλλαγή στην ιστορία τους. Η αποχώρηση του Brent Hinds στις αρχές του 2025 έκλεισε έναν κύκλο περίπου 25 χρόνων, πριν ο θάνατός του σε δυστύχημα με μοτοσικλέτα τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς βάλει οριστικό τέλος σε μία σχέση που είχε ήδη φθαρεί σημαντικά. Λίγους μήνες νωρίτερα ο Brann Dailor είχε χάσει και τη μητέρα του, Michele Lawrence, με τις δύο απώλειες να βαραίνουν αναπόφευκτα το τελικό συναισθηματικό αποτύπωμα του άλμπουμ. Ακόμη και ο τίτλος παραπέμπει σε κάτι που φτάνει μέχρι το μεδούλι, στο βαθύτερο σημείο μιας ανθρώπινης σχέσης.
Η απώλεια άλλωστε μοιάζει εδώ και χρόνια να ακολουθεί τους MASTODON, με τον Bill Kelliher να έχει δηλώσει ήδη από την εποχή του “Once more ’round the Sun” πως «ο θάνατος αποτελεί πάντα πρόσφορη θεματική για τη μουσική μας». Το “Crack the Skye” συνδέθηκε βαθιά με την αυτοκτονία της αδελφής του Dailor, το “The Hunter” αφιερώθηκε στον αδελφό του Hinds, ενώ μεγάλο μέρος των στίχων του “Once more ’round the Sun” γράφτηκε όταν η μητέρα του Dailor βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο. Στο “Emperor of sand” ο καρκίνος βρέθηκε στο επίκεντρο μετά τη διάγνωση της συζύγου του Troy Sanders και τον θάνατο της μητέρας του Kelliher, ενώ το “Hushed and Grim” γεννήθηκε στη σκιά της απώλειας του επί χρόνια manager και στενού τους φίλου, Nick John. Ο θρήνος λοιπόν δεν αποτελεί απλώς μία θεματική που επανέρχεται στη μουσική τους, αλλά εδώ και χρόνια μοιάζει άρρηκτα δεμένος με τον τρόπο που δημιουργούν.
Το υλικό του “Marrow deep” είχε πάντως αρχίσει να διαμορφώνεται αρκετά πριν από τον θάνατο του Hinds, με τους MASTODON να δουλεύουν νέες ιδέες για περίπου δύο χρόνια. Οι ηχογραφήσεις είχαν ήδη προγραμματιστεί όταν εκείνος σκοτώθηκε, περίπου μία εβδομάδα πριν μπουν στο studio και παρά την αρχική αμφιβολία για το αν έπρεπε να προχωρήσουν τόσο σύντομα, η όλη διαδικασία λειτούργησε τελικά ως τρόπος να διαχειριστούν όσα είχαν συμβεί. Μέσα σε αυτή τη μετάβαση, το “Marrow deep” αποτελεί και την πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά τους με τους Nick Johnston στην κιθάρα και João Nogueira στα keyboards να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση της νέας δημιουργικής πραγματικότητας της μπάντας.
Στην παραγωγή, οι Kurt Ballou (CONVERGE) και Patrik Berger δίνουν αρκετό βάρος στην πιο λασπώδη και επιθετική πλευρά των MASTODON, επαναφέροντας σε σημεία κάτι από τις πιο ωμές και θορυβώδεις καταβολές των πρώτων χρόνων τους, με το sample από την ταινία “River’s edge” στην αρχή του “Poisonous weapons” να θυμίζει αντίστοιχες απόπειρες από τις εποχές των “Lifesblood” και “Remission”. Παράλληλα, ο prog rock προσανατολισμός που έχει πλέον ο ήχος τους καταλαμβάνει ακόμη μεγαλύτερο χώρο μέσα στον δίσκο. Το artwork υπογράφει για ακόμη μία φορά ο Paul Romano και σε πλήρη αντίθεση με την ασπρόμαυρη αισθητική του “Hushed and Grim”, το εξώφυλλο πλημμυρίζει από χρώμα, έχοντας στο επίκεντρο τις Τρεις Μοίρες, Κλωθώ, Λάχεσις και Άτροπος, που υφαίνουν, μετρούν και τελικά κόβουν το νήμα της ζωής. Ανάμεσα στις λεπτομέρειές του βρίσκονται και τα πρόσωπα του Brent και της μητέρας του Dailor, δένοντας ακόμη περισσότερο την εικόνα με όσα βρίσκονται πίσω από το άλμπουμ.
Αρκετές είναι και οι guest συμμετοχές, με τον Josh Homme (QUEENS OF THE STONE AGE) στο “Snakes for dinner”, τους Randy Blythe (LAMB OF GOD) και Nate Newton (CONVERGE) στο “A vampire’s demeanor”, τον Joe Duplantier (GOJIRA) και τον Geezer Butler στο “The vanishing”, τον Neil Fallon (CLUTCH) στο “The three fates” και τον Ben Koller στο “Barbarians blood”. Στο “The vanishing” μάλιστα οι αναφορές στους BLACK SABBATH δεν περιορίζονται απλώς στο εισαγωγικό solo μπάσου του Butler, αφού και ο ψυχεδελικός χαρακτήρας του τραγουδιού παραπέμπει έντονα στις αντίστοιχες αναζητήσεις των Sabs τη δεκαετία του ’70.
Το “Marrow deep” χρειάστηκε πάντως μερικές ακροάσεις για να ξεδιπλωθεί πλήρως. Στην αρχή η πιο αισθητή χρήση των πλήκτρων μου δημιούργησε μια μικρή επιφύλαξη, από τη στιγμή όμως που ο João Nogueira αποτελεί πλέον σταθερό κομμάτι των MASTODON, η μεγαλύτερη βαρύτητα που αποκτούν στον ήχο της μπάντας μοιάζει λογική. Αυτή η prog κατεύθυνση μπορεί αντανακλαστικά να δημιουργεί “Crack the Skye” συνειρμούς, χωρίς όμως το άλμπουμ να επιχειρεί να επιστρέψει πραγματικά εκεί, ακολουθώντας τελικά το δικό του μονοπάτι. Στην πρώτη ακρόαση υπήρξαν στιγμές που μου έφεραν στο μυαλό δρόμους ήδη γνώριμους από συγκροτήματα σαν τους OPETH, σύντομα όμως ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των MASTODON παίρνει ξανά το πάνω χέρι.
Αν υπάρχει πάντως ένα τραγούδι που μου θυμίζει περισσότερο τον γλυκόπικρο τρόπο με τον οποίο ο Hinds προσέγγιζε τη σύνθεση, αυτό είναι το “In the ruins”. Όχι ως μία προσπάθεια να αναπαράγουν το ύφος του, αλλά σαν μία φευγαλέα υπενθύμιση του τρόπου με τον οποίο μπορούσε να κάνει το τραχύ, το μελαγχολικό και το παράξενα όμορφο να συνυπάρχουν. Στο “Snakes for dinner” από την άλλη, ο στίχος “When you left you took the moon and stars / Buried them deep underneath the ocean” αποτυπώνει για μένα ιδανικά την απουσία του Brent Hinds και το δημιουργικό κενό που άφησε πίσω του, φανερώνοντας παράλληλα μια ιδιαίτερα εύθραυστη πλευρά ενός ανθρώπου του οποίου ο αλλοπρόσαλλος και εκκωφαντικός χαρακτήρας φάνταζε συχνά ως το ακριβώς αντίθετο συναισθηματικό άκρο.
Ήδη από το “Hushed and Grim” ο Hinds είχε αρχίσει να αποστασιοποιείται από το συγκρότημα και να συμμετέχει λιγότερο στη σύνθεση, χωρίς όμως να παύει να αφήνει έντονο το στίγμα του στη μουσική τους. Οι Brann Dailor, Bill Kelliher και Troy Sanders έχουν βέβαια αποδείξει εδώ και χρόνια πόσο καθοριστικοί είναι για τη δημιουργική ταυτότητα της μπάντας και το “Marrow deep” δείχνει πως μπορούν να βρουν τη δική τους ισορροπία και χωρίς εκείνον. Αυτό που λείπει είναι εκείνο το στοιχείο που έφερνε ο Hinds και που δύσκολα μπορεί να αντικατασταθεί, χωρίς όμως η απουσία του να στερεί από τους MASTODON τη δυνατότητα να αναζητήσουν νέες δημιουργικές διεξόδους. Το που θα τους οδηγήσουν αυτές, έχει πλέον το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
8,5 / 10
Κώστας Αλατάς












