
Μετά τον συγκριτικά συγκρατημένο και εσωστρεφή χαρακτήρα του άλμπουμ “6” (2023), οι Σουδοί επιστρέφουν με έναν δίσκο που τους δείχνει αποφασισμένους να επαναφέρουν την ένταση στη μουσική τους. Οι κιθάρες ακούγονται πιο «βρώμικες», τα grooves πιο βαριά, τα riff σε πρώτο πλάνο, το ρυθμικό τμήμα πιο κυρίαρχο, ενώ ο Joakim Nilsson δεν θυμίζει πια έναν άνθρωπο που συλλογίζεται το σκοτάδι, αλλά κάποιον που έχει καταπιεί μισό λίτρο βότκας και έχει καπνίσει μισό πακέτο τισιγάρα μονοκοπανιά κι όλα αυτά εν μέσω μιας υποβοσκόμενης μελαγχολίας.
Η εναρκτήρια τριάδα κομματιών αποτελεί, αναμφίβολα, το πιο ισχυρό στίγμα του άλμπουμ.
Το “Back From The Grave” δεν χάνει χρόνο να καθιερώσει τη νέα (και ταυτόχρονα παλιά) αισθητική των GRAVEYARD. Το riff διαθέτει το βάρος και την απειλητική διάθεση των κλασικών SABBATH, αλλά η εκτέλεση διατηρεί εκείνο το χαλαρό, bluesy «swing» α λα FLEETWOOD MAC (της εποχής του Peter Green) που διαφοροποιεί τους GRAVEYARD από τα αναρίθμητα συγκροτήματα που προσπάθησαν να αναβιώσουν τον ήχο της δεκαετίας του ’70, αφότου η λέξη «retro» μετατράπηκε σε μουσικό είδος. Ακολουθεί το “Tongue Tied”, με ένα από τα πιο κολλητικά grooves του δίσκου με το μπάσο και τα τύμπανα να αποκτούν εξίσου σημαντικό ρόλο με τις κιθάρες ενώ το “A Better Cut (Note To Self)” διατηρεί τη δυναμική, προσθέτοντας ψυχεδελικά στοιχεία. Το “Time To Tell” αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, με μια ρέουσα blues-rock αίσθηση που θυμίζει την κλασική ταυτότητα του συγκροτήματος, αφήνοντας παράλληλα στο κομμάτι τον απαραίτητο χώρο να αναπτύξει τη δική του προσωπικότητα. Άξιοι μαθητές των BLUE CHEER, SIR LORD BALTIMORE, κτλ. Εάν οι DANZIG ξεγυμνώνονταν από την metal πανοπλία τους, θα ακούγονταν κάπως έτσι.
Φυσικά, κάθε άλμπουμ των GRAVEYARD συγκρίνεται αναπόφευκτα με το “Hisingen Blues”.
Εκείνο το αριστούργημα του 2011 παραμένει το κορυφαίο επίτευγμα του συγκροτήματος, καθώς τα riffs και η ατμόσφαιρά του συνοδεύονταν από μια σχεδόν απίστευτη συνέπεια στη σύνθεση. Το “Fever” δεν φτάνει ακριβώς σε αυτό το επίπεδο γιατί το μεσαίο τμήμα του δίσκου κάνει μια κάποια κοιλιά και τα κομμάτια δεν αφήνουν το ίδιο αποτύπωμα στον ακροατή. Το θέμα επιλύνεται με το δυναμικό “Room Tempered” αλλά έχουμε φτάσει σχεδόν στο τέλος του δίσκου και ακολουθεί ίσως το πιο διχαστικό κομμάτι του δίσκου: “Dead Note”.
Με διάρκεια που ξεπερνά τα επτά λεπτά, επιβραδύνει σκόπιμα τον ρυθμό του άλμπουμ και επιτρέπει στην ατμόσφαιρα να κυριαρχήσει. Είναι επίσης η στιγμή του δίσκου που ίσως διχάσει περισσότερο. Για ορισμένους ακροατές, η μεγάλη διάρκειά του ίσως φανεί περιττή μετά από τόση ορμή βασισμένη στα riffs. Για άλλους, θα αποτελέσει την ιδανική στιγμή χαλάρωσης μετά την ένταση — έναν «καπνώδη», ψυχεδελικό επίλογο που προσδίδει συναισθηματικό βάθος στο άλμπουμ. Όπως και να ‘χει, η παρουσία του είναι σημαντική. Χωρίς το “Dead Note”, το “Fever” ίσως να μνημονευόταν απλώς ως το άλμπουμ στο οποίο οι GRAVEYARD θυμήθηκαν πώς να παίζουν rock και να είναι πιο άμεσοι. Με αυτό, ο δίσκος διατηρεί ένα μέρος της σκοτεινής ατμόσφαιρας που έκανε το “6” ενδιαφέρον εξαρχής.
Αυτή η αίσθηση αμεσότητας αποτελεί το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του “Fever” ενώ το αδύνατο σημείο του είναι ότι η σύνθεση των κομματιών στην μέση δεν διατηρεί το εξαιρετικό επίπεδο που έθεσαν τα εναρκτήρια κομμάτια.
Πάντως ο fuzz ήχος επέστρεψε. Το groove επέστρεψε. Τα blues επέστρεψαν. Το συγκρότημα ακούγεται πιο βαρύ χωρίς να γίνεται δύσκαμπτο, πιο άμεσο χωρίς να γίνεται απλοϊκό και νοσταλγικό χωρίς να εγκλωβίζεται στη νοσταλγία.
Οι GRAVEYARD δεν δημιούργησαν ξανά το αριστούργημά τους. Δημιούργησαν όμως κάτι σχεδόν εξίσου σημαντικό: έναν δίσκο που μας υπενθυμίζει γιατί θέλαμε εξαρχής άλλη μια κυκλοφορία από αυτούς.
8 / 10
Γιώργος Γκούμας













