GRAVE DIGGER – BRAINSTORM – BLAZON STONE (Gagarin 205, 27/04)

0
100
Grave Digger








>








Grave Digger

Αν υπάρχει ένα επίθετο που θα μπορούσε να συνοδεύσει το συναυλιακό πακέτο BLAZON STONE, BRAINSTORM και GRAVE DIGGER, αυτό θα ήταν το «πλούσιο». Φυσικά, οι γερόλυκοι GRAVE DIGGER, που θα έπαιζαν ολόκληρο το “Tunes of war”, αποτελούσαν τον βασικό πόλο έλξης. Ωστόσο, από τη μία οι BRAINSTORM, που είχαν να επισκεφθούν τη χώρα μας 24 χρόνια και για πολλούς αυτή θα ήταν η πρώτη επαφή μαζί τους, και από την άλλη οι BLAZON STONE, ό,τι πιο κοντινό υπάρχει στο ύφος των RUNNING WILD, συμπλήρωσαν ένα ιδανικό τρίο για μια συναυλία γεμάτη από κάθε άποψη.

Φτάνοντας στο Gagarin νωρίς το απόγευμα, η πρώτη εικόνα ήταν κάπως απογοητευτική, καθώς μέχρι και πέντε λεπτά πριν την έναρξη των BLAZON STONE ο κόσμος ήταν τραγικά λίγος. Αυτό που συνέβη όμως δεκαπέντε λεπτά αργότερα ήταν εντυπωσιακό, αφού ο χώρος έφτασε να θυμίζει σχεδόν sold out.

Έτσι, μπροστά σε αρχικά περιορισμένο αλλά γρήγορα αυξανόμενο κοινό, οι Σουηδοί ανέβηκαν στη σκηνή και παρέδωσαν μια ανεπανάληπτη εμφάνιση. Μιλάμε, προφανώς, για τους «κληρονόμους» των RUNNING WILD και ναι, υπάρχουν αρκετοί «κολλημένοι» σαν και του λόγου μου (με την καλή έννοια) που βρίσκουμε αποκούμπι σε οτιδήποτε θυμίζει το συγκεκριμένο ύφος, ειδικά από τη στιγμή που οι ίδιοι οι RUNNING WILD είτε δεν τους έχουμε δει ποτέ είτε έχουν κινηθεί συνθετικά σε πιο ρηχά νερά τα τελευταία χρόνια. Οι BLAZON STONE λοιπόν δεν αποζημίωσαν μόνο αυτό το κοινό, αλλά όλους όσοι ήθελαν να ακούσουν αυθεντικό, «αλήτικο» heavy metal με πειρατική θεματολογία. Η ενέργειά τους ήταν στα ύψη, με μπροστάρη τον κιθαρίστα και εγκέφαλο της μπάντας, Cederick Forsberg, ο οποίος δεν σταμάτησε στιγμή να κινείται, να προσφέρει εξαιρετικά solo, να συμμετέχει στα φωνητικά και να μεταδίδει τον ενθουσιασμό του. Εξαιρετικός και ο drummer Kalle Löfgren, πραγματικό «πολυβόλο», που δεν άφησε περιθώρια αμφισβήτησης για την απόδοσή του.

Παρότι δεν ακούσαμε κάποια διασκευή RUNNING WILD, το setlist ήταν γεμάτο δυνατές στιγμές. Με επτά άλμπουμ στη δισκογραφία τους, οι BLAZON STONE διαθέτουν ήδη πλούσιο υλικό και αυτό φάνηκε, με κομμάτια όπως “Raiders of Jolly Roger”, “Return to Port Royal”, “The tale of Vasa” και “Eagle warriors”. Το κοινό, που πλέον είχε γεμίσει τον χώρο, παρασύρθηκε πλήρως από την ενέργεια της μπάντας.

Αν κάτι λείπει από τους BLAZON STONE, αυτό είναι κάποιες πιο δυνατές συνθέσεις, ειδικά αν επιχειρήσει κανείς τη σύγκριση με τους RUNNING WILD. Αν όμως αφήσουμε στην άκρη αυτή τη σύγκριση, έχουμε ένα τίμιο συγκρότημα που ματώνει τη φανέλα και το απέδειξε περίτρανα εκείνο το βράδυ. Μπράβο τους.

Χωρίς καθυστερήσεις, τη σκυτάλη πήραν οι BRAINSTORM, με το λογότυπό τους να δεσπόζει στο φόντο της σκηνής. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα αγαπητό συγκρότημα, που ωστόσο κάπου στην πορεία δεν κεφαλαιοποίησε πλήρως το momentum του. Παρόλα αυτά, την τελευταία δεκαετία παρουσιάζει σταθερά αξιόλογες δουλειές, αν και τα “Soul temptation” και “Liquid monster” παραμένουν σημεία αναφοράς.

Η έναρξη έγινε με το “Worlds are comin’ through” από το “Liquid monster”, δίνοντας τον τόνο από νωρίς. Ο Andy B. Frank ήταν σε πολύ καλή κατάσταση, αν και φάνηκε πως ο χρόνος έχει επηρεάσει κάπως τις αντοχές του. Από την άλλη, οι κιθαρίστες Torsten Ihlenfeld και Milan Lončarić έδειχναν σαν να βγήκαν κατευθείαν από τις ένδοξες εποχές του παρελθόντος. Ενδιαφέρον είχε και η παρουσία των νέων μελών, Danij Perl και Kevin Lutolf, που στάθηκαν επάξια στο ύψος των περιστάσεων.

Το “Midnight ghost” είχε την τιμητική του, με κομμάτια όπως “Devil’s eye”, “Jeanne Boulet”, “The pyre” και το “Ravenous minds”, που έκλεισε το set. Εξαιρετική επιλογή η διασκευή στο “The boys of summer”, ενώ τραγούδια όπως τα “Highs without lows”, “Garuda”, “All those words” και “Glory disappears” αποδόθηκαν με ακρίβεια και πάθος.

Το μοναδικό στοιχείο που υστέρησε ήταν η σύνδεση με το κοινό. OK, η μπάντα δεν ξεχείλιζε από ενέργεια, κάτι ίσως αναμενόμενο, ενώ και το κοινό δεν διατήρησε σταθερά τον ίδιο ενθουσιασμό. Χαρακτηριστική στιγμή στο “All those words”, όταν ο Andy, βλέποντας τη δυσκολία του κοινού με τους στίχους, προτίμησε να δώσει το ρυθμό μέσω της μελωδίας του ρεφρέν, πετυχαίνοντας τελικά μια δυνατή συμμετοχή, δημιουργώντας ωραία ατμόσφαιρα.

Συνολικά, η εμφάνιση των BRAINSTORM ήταν μεστή και ποιοτική, επιβεβαιώνοντας την εμπειρία και την αξία τους και όλα λειτούργησαν ως ιδανική προετοιμασία για τους GRAVE DIGGER. Ήταν μια συναυλία γνήσιου heavy/power metal που δικαίωσε όσους βρέθηκαν εκεί.

Δημήτρης Μπούκης

Και αφού ο φίλος μου ο Δημήτρης ο Μπούκης σας μίλησε για τους καταιγιστικούς BLAZON STONE (οι αξιότεροι να πάρουν τα ηνία του “πειρατικού” του Rolf Kasparek – μια και ο ίδιος πλέον, δεν μπορεί) αλλά και τους φανταστικούς BRAINSTORM (τι ηχάρα και αποδοσάρα ήταν αυτή που να με πάρει;! Εξαιρετικοί!), ήρθε η ώρα, για το κυρίως πιάτο της βραδιάς. Οι GRAVE DIGGER σε special setlist, για τα 30 χρόνια του “Tunes of war”, ενός δίσκου που αγαπήθηκε πολύ βαθιά από το ελληνικό κοινό ανά τις δεκαετίες, όπως και οι ίδιοι οι GRAVE DIGGER.

H απόδοση της μπάντας αυτό το βράδυ Δευτέρας του Απριλίου, ήταν αποστομωτικά σαρωτική. Προσωπικά, πάντα γούσταρα το ACCEPT-ικής ανατροφής power metal των GRAVE DIGGER, ενώ η Μεσαιωνική τριπλέτα “Tunes of war” – “Knights of the cross” – “Excalibur”  μιλάει στη καρδιά μου (για το προσωπικό αγαπημένο “Excalibur” έχω τοποθετηθεί αναλυτικά σε κείμενο). Το “Tunes of war” ήταν η πρώτη μου επαφή με τους Γερμανούς, οπότε το να το βλέπω να τιμάται επί σκηνής ήταν το κάτι άλλο. Από το “Scotland united” και το “The dark of the sun”, στο “William Wallace (Braveheart)” όπου ουρλιάξαμε μέχρι να μας ακούσει ο ίδιος ο εθνικός ήρωας της Σκωτίας: “I KILL UNTIL MY BLOOD RUNS DRY!”

Στο συγκλονιστικό “Ballad of Mary (Queen of Scots)” κλάμα γοερό και δυνατό, ενώ στο διαχρονικότατο hit του δίσκου “Rebellion (the clans are marching)”, μας άκουσαν μέχρι τα Highlands! Χαρακτηριστική η στιγμή που ο αειθαλής Chris Boltendahl, προσπαθούσε στα καπάκια να πει δύο κουβέντες και δεν σταματούσαμε να τραγουδάμε, οπότε απλά χαμογέλασε και υποκλίθηκε. Το δε προσωπικό αγαπημένο “Killing time” με διέλυσε όπως παίχτηκε! Αυτός ο δίσκος γενικά φάνηκε πως μεγάλωσε κόσμο και κοσμάκη, ενώ η υπέροχα ξεροκέφαλη φύση των GRAVE DIGGER γοητεύει και νέο κόσμο, αντί να τον απωθεί, μια και η ηλικιακή κατανομή στο κοινό, ήταν αρκετά μοιρασμένη. Σημαντικό για συγκρότημα 40ετίας και βάλε.

Mε το “Culloden Muir” να κλείνει το “Tunes of war” μέρος του set, συνεπικουρούμενο από το “The fall of the brave” outro, συνεχίζουμε με ένα μικρό “πέρασμα” από το αγαπημένο μου “Excalibur” (“The round table (forever)”, “Morgane le fey”, ομώνυμο). Εκεί που από τη Σκωτία, μεταφερθήκαμε νοητά στον μύθο του βασιλιά Αρθούρου και των ιπποτών του. Τη τιμητική του είχε και το “Knights of the cross” (ομώνυμο, “The curse of Jacques”) για να μας μεταφέρει με τη σειρά του στις Σταυροφορίες. Και κάπου εδώ, το επικό στοιχείο, δίνει τη θέση του, στο ατόφιο metal, προλογισμένο από τον Boltendahl να κάνει μια δήλωση αναφορικά με την μπάντα “δεν έχουμε playback, δεν έχουμε προηχογραφημένα, είμαστε τέσσερις τύποι που παίζουμε heavy metal. Σε 10 χρόνια να μας ξαναδείτε, πάλι το ίδιο θα δείτε”.

Αν μη τι άλλο….σέβας! “Headbanging man”, “Witch hunter” και “Heavy metal breakdown” και δεν έμεινε πέτρα πάνω σε πέτρα! Ένα Gagarin – φωτιά, τύποι φορώντας τόσο “κλασσικές” όσο και “ακραίες” μπλούζες να τραγουδούν αγκαλιά με γροθιές στον αέρα και πώρωση στη φωνή! Συγκίνηση και για εμένα, μια και η έκδοση του “Tunes of war” που έχω, έχει αυτά τα τρία κομμάτια επανηχογραφημένα σαν bonus! Μετά από μετρημένα 90 λεπτά και με το ρολόι να δείχνει μεσάνυχτα, οι GRAVE DIGGER μας αποχαιρετούν κλείνοντας παράλληλα και την μικρή περιοδεία στην οποία ήταν στον Ευρωπαϊκό Νότο αυτή τη περίοδο. Κατάφερα να τους δω μετά από 15 ολόκληρα χρόνια, διάολε αποζημιώθηκα! Εις το επανιδείν κύριοι!

Γιάννης Σαββίδης
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here