Εδώ μιλάμε στην κυριολεξία για το πρώτο «full doom– day festival» που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα. Αυτό αποδεικνύεται σαφώς από το… “casting” της συγκεκριμένης συναυλίας που περιείχε από την μία τα πιο “hot” ανερχόμενα ονόματα του συγκεκριμένου χώρου (GHOST – HELL) σε συνδυασμό με τις παλιές καραβάνες του είδους (CANDLEMASS – TROUBLE). Κάπου ενδιάμεσα βέβαια κόλλησαν και οι LORD VICAR, των οποίων ο τραγουδιστής, Chritus ή καλύτερα Christian Lindersson, υπήρξε ο πρώτος τραγουδιστής στους θρυλικούς για πολλούς doomsters, COUNT RAVEN, ενώ αποτέλεσε εν συνεχεία και μέλος των SAINT VITUS. Ο συνδυασμός όλων αυτών των ονομάτων μπορεί θεωρητικά να αποτελούσε ένα πολύ ελκυστικό «πακέτο» για τους λάτρεις του είδους, και όχι μόνο, αλλά στην πράξη αποδείχθηκε ότι πολύ λιγότεροι ήταν αυτοί οι οποίοι αποφάσισαν να έρθουν στο Fuzz το βράδυ της 8ης Οκτωβρίου. Περίμενα η συναυλία αυτή να είχε πολύ περισσότερο κόσμο. Από την άλλη βέβαια και αυτοί που πήγαν, μπορεί μεν να το ευχαριστήθηκαν –ανάλογα τις απαιτήσεις τους βέβαια – αλλά πραγματικά μάλλον έμειναν από δυνάμεις, αφού παρακολούθησαν 7 ώρες doοm μουσικής στο όρθιο, σ’ ένα κλειστό χώρο και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου βέβαια. Αυτό φάνηκε προς το τέλος του set των CANDLEMASS, όταν ο Lowe παρατήρησε την σχετική ησυχία στο ακροατήριο, που για μένα από την μία προήλθε από την κούραση του κοινού και από την άλλη από την αναμενόμενη «νιρβάνα» του ακροατηρίου με το που παίχτηκε η τελευταία νότα του “Epicus, Doomicus, Metallicus”.
Ο doom αυτός «μαραθώνιος» ξεκίνησε με τους LORD VICAR, οι οποίοι πρέπει να ομολογήσω ότι δεν με τρελαίνουν γενικά ως συγκρότημα, όμως δεν παραβλέπω το γεγονός ότι είχαν το «κόσμο» τους στο Fuzz o οποίος «πήρε» και «έδωσε» ενέργεια στην μπάντα η οποία στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Εν συνεχεία, οι HELL πήραν την σκυτάλη, και για μένα τότε άρχισε το «ζουμί» της όλης «ιστορίας», αφού τότε ξεκίνησα να συμμετέχω πιο ενεργά στο γενικότερο κλίμα της συναυλίας, ανταποκρινόμενος στα εξωτερικά ηχητικά ερεθίσματα που μου προσέφεραν απλόχερα οι Άγγλοι. Θεωρώ ότι οι ΗΕLL, σίγουρα έβγαλαν έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς που διανύουμε και όσες αμφιβολίες μπορεί να είχα για τις live εκτελέσεις των πολύ απαιτητικών από πλευράς φωνητικών κομματιών τους, μετά από χθες δεν πρέπει να έχω καμία. Όλη αυτή η θεατρικότητα των φωνητικών μελωδιών που ακούγεται στον δίσκο αποδόθηκε πιστά, για να μην πω ακόμα καλύτερα, από ένα χαρισματικό frontman. Ένα άλλο γεγονός που μου έκανε εντύπωση ήταν η στάση του Andy Sneap, ο οποίος δεν είχε καμία πρόθεση αυτοπροβολής κατά την διάρκεια του live, δείχνοντας τον απόλυτο σεβασμό στην μπάντα που τον επηρέασε όσο καμία στην μουσική του σταδιοδρομία, μπάντα που αποτελεί κι αυτός πια ενεργό μέλος. Εμφανίστηκαν πολύ δεμένοι, σίγουροι για τον εαυτό τους και κυρίως με όλες τις τραγουδάρες που περιέχει το “Human remains”!
Φτάνουμε και στους GHOST λοιπόν. Δύο πραγματάκια θα ρωτήσω εγώ αυτούς που ήταν παρόντες χθες. Είχαν ή δεν είχαν το πιο επαγγελματικό στήσιμο μπάντας; Είχαν ή δεν είχαν τον καλύτερο ήχο απ’ όλες τις μπάντες που εμφανίστηκαν χθες; Έκαναν κάποιο λάθος στα τραγούδια τους που δεν θυμάμαι; Τώρα οκ, αν δεν σας αρέσουν τα κομμάτια τους, δεν μπορώ να πω κάτι, γούστα είναι αυτά. Όμως κατ’ εμέ όλα τα παραπάνω τα είχαν και πραγματικά εξεπλάγην από το πόσο καλή live μπάντα είναι αυτά τα «φαντάσματα» που κανένας δεν τους ξέρει ακόμα και ταυτόχρονα όλοι συζητάνε γι’ αυτούς. Το ξέρω, ενθουσιάζομαι εύκολα θα πει κανείς… Σιγά, δεν είναι δα και τα πιο δύσκολα κομμάτια που έχουν γραφτεί ποτέ ρε φίλε, απλά είναι, θα πει κάποιος άλλος… Ε, μα φίλε μου αυτό είναι το δύσκολο! Το απλό. Το ακριβές. Το ωραίο. Και αν μη τι άλλο αυτή η μπάντα ξέρει να γράφει όμορφη μουσική, και να την αποδίδει το ίδιο καλά. Αυτό έκανε και χθες παίζοντας όλο το “Opus eponymous” συν την διασκευή στο “Here comes the sun” των BEATLES που βρίσκεται στην ιαπωνική του έκδοση. Τώρα όμως τα πράγματα γι’ αυτούς είναι δύσκολα αφού όλα τα φώτα της δημοσιότητας είναι πάνω τους, πράγμα που σημαίνει ότι οι απαιτήσεις μας γι αυτούς αυξάνονται, προς το παρόν πάντως ένα κάλο λόγο πιστεύω τον αξίζουν.
Την σκυτάλη στην συνέχεια ανέλαβαν οι TROUBLE οι οποίοι με το groov-άτο doom τους , και με αρκετό νέο υλικό, προσπάθησαν να ανεβάσουν τους ρυθμούς κινητικότητας του ακροατηρίου και ως ένα βαθμό το κατάφεραν. Για μένα ένα γεγονός συντέλεσε στο να μην τα καταφέρουν περισσότερο και αυτό είναι η γρεζάτη φωνή του Κory Clarke, που άλλοτε ακουγόταν καλά, π.χ. στο “The tempter”, και άλλοτε τραγουδούσε με έναν δικό του έως και «περίεργο» προσωπικό τρόπο, π.χ. “End of my daze”. Ο άνθρωπος είναι rockstar, ok, όμως στα δικά μου αυτιά ο συνδυασμός ΤROUBLE με Κory δεν μου ηχεί καλά. Πάντως δεν υπάρχει ουδεμία σύγκριση με τον Eric Wagner, στα καλά του… Να σημειώσουμε ότι στο μπάσο ήταν ο K.K. από τους «δικούς» μας, NEED!
Ηeadliners της βραδιάς δεν ήταν άλλοι από τους αγαπημένους των Ελλήνων, CANDLEMASS, οι οποίοι και έπαιξαν, μεταξύ άλλων κλασικών αλλά και καινούργιων κομματιών, ολόκληρο το “Epicus, Doomicus, Metallicus”, με guest τον πρώτο τους τραγουδιστή Johan Langqvist! Από την άλλη, ο νυν τραγουδιστής της μπάντας, ο Robert Lowe , δεν βρέθηκε και στην καλύτερη μέρα της καριέρας του, η φωνή του «χανόταν». Δεν ξέρω τι έφταιγε πάντως δεν τραγούδησε σύμφωνα με τις μεγάλες δυνατότητές του. Βέβαια, δεν μπορώ να πω ότι αυτό το γεγονός στάθηκε ικανό στο να σταματήσω το headbanging μου ακούγοντας το “Μirror Mirror”, ή το “At the Gallows end”, ή το “Samarithan”, ή αργότερα το” The well of souls”, απλά είναι ένα θέμα το οποίο όπως «χάλασε» κι εμένα, σίγουρα θα «χάλασε» και πολλούς άλλους. Όσον αφορά την live εκτέλεση του “Epicus, Doomicus, Metallicus”, στην original μορφή του, δεν έχω να περιγράψω και πολλά αφού πέρα από ορισμένες, «χαμένες ψιλές» του Langqvist, τα υπόλοιπα κύλησαν άψογα, με ρίγη συγκίνησης από την πλευρά του ακροατηρίου. Για την ιστορία, τελευταίο και αποχαιρετιστήριο κομμάτι των CANDLEMASS ήταν το “Darkness in paradise” με τους δύο τραγουδιστές να μοιράζονται την σκηνή και ένα κοινό κάτω να παραληρεί…
Ιάσονας Φίλης
Φωτογραφίες: Πέτρος Καραλής









>



