«Επιχείρηση Barbarosa»
Οι LAMB OF GOD, μόλις κυκλοφόρησαν το καινούργιο έπος τους με τίτλο “Resolution” και το ROCK HARD συναντήθηκε με τον κιθαρίστα Mark Morton και τον τραγουδιστή Randy Blythe, σε μία κουβέντα που είχε τον …ατελείωτο προς ευχαρίστηση των αναγνωστών!!!
Την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, ήσασταν κατά κάποιο τρόπο υποτιμημένοι στην Γερμανία. Έχει αλλάξει αυτό από τότε;
Mark Morton: Η Γερμανία ήταν ένα από τα μέρη για τα οποία απορούσαμε, γιατί δεν μπορούμε να προχωρήσουμε σε αυτή, ποιο είναι το πρόβλημα. Φταίει το ότι δεν τους αρέσουν οι αμερικανικές μπάντες ή το ότι έχουμε το λάθος στυλ την ακατάλληλη στιγμή. Αλλά πιστεύω πως το θέμα ήταν πως ποτέ δεν σταματήσαμε να την επισκεπτόμαστε επειδή οι συναυλίες ήταν μικρότερες, η ανταπόκριση πιο αργή και τα σχετικά, και νομίζω πως λειτούργησε, μιας και τώρα έχουμε πιάσει τη στιγμή απ’ ότι φαίνεται.
Χρειάζεται πολλά κότσια, ειδικά για μεγάλες μπάντες όπως εσείς στις Η.Π.Α. αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, μέσα από συζητήσεις και διαφωνίες μεταξύ σας, να έρχεστε στη Γερμανία, ενώ μπορείτε να πάτε αλλού όπου μπορείτε να κερδίσετε περισσότερα χρήματα.
Randy Blythe: Για εμένα ποτέ δεν ήταν θέμα συζήτησης του αν πρέπει να πάμε στη Γερμανία επειδή μπορούμε να βγάλουμε σε άλλες χώρες περισσότερα χρήματα. Το θέμα ήταν πως ξέρω ότι πρέπει να την βάλουμε στο πρόγραμμα. Η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη περιοδεία στην ευρωπαϊκή αγορά και ξοδεύαμε τον περισσότερο χρόνο στην χώρα…
Mark Morton: …που μας μισούσε (χαχαχα)!
Randy Blythe: Ήταν κάπως περίεργο και απορούσαμε γιατί να γίνεται αυτό στη χώρα που είναι τόσο “metal”…
Mark Morton: …και έχει τόσους metalheads, τι στο καλό! Πιστεύω πως οι θέσεις μας στα φεστιβάλ βοήθησαν, καθώς παίρναμε όλο και καλύτερες στα Rock Am Ring και Rock Im Park…
Randy Blythe: …και στο With Full Force!
Mark Morton:…και οι Γερμανοί οπαδοί «αναγκάστηκαν» να μας δουν κάποιες φορές και μετά άρχισαν να μας «πιάνουν».
Μου είχες πει παλιότερα πως έχεις ρίζες και συγγενείς στην Γερμανία;
M. : Ναι, στη Φρανκφούρτη και στο Βερολίνο…
Και επιτέλους τώρα, είναι περήφανοι για εσένα…
M. : (χαχαχα) Ήταν πάντα περήφανοι, απλά τώρα μπορούν να με δουν και στα περιοδικά!
Συλλέγεις ακόμη όλο αυτό το υλικό, ενδιαφέρεστε γι’ αυτό;
M. : Δεν τα συλλέγω πλέον τόσο, τα γερμανικά περιοδικά πηγαίνουν στην μητέρα μου, αλλά μετά από 15 χρόνια που το κάνουμε αυτό δεν νομίζω πως υπάρχει λόγος να έχω ένα δωμάτιο γεμάτο με περιοδικά.
Άρα δεν ενδιαφέρεστε να «χτίσετε» τη δική σας «αυτοκρατορία»;
R. : (χαχα) Όχι, δεν το κάνουμε αυτό… Το υλικό μου είναι στη σοφίτα…
Μ. : Έχω ένα πορτοφόλι με δημοσιεύματα που με ενδιαφέρουν.
R. : Ήμουν στην Taiwan πριν 2 εβδομάδες για διακοπές με τη σύζυγό μου, η μητέρα της οποίας είναι από την Κίνα όπου και μεγάλωσε, και πήρα κάποια εισιτήρια και αφίσες μας στα κινέζικα να της τα δώσω. Kαι αυτή τη φορά δημοσιεύθηκε μια εικόνα στην «μεγάλη» τοπική εφημερίδα της Taipei, με εμένα και τη σύζυγο μου να τρώμε έξω, και το κράτησα για να το δώσω στην μητέρα μου να μας δει στην κινέζικη εφημερίδα. Η οποία δεν είναι από άλλη χώρα, αλλά το θεώρησα ενδιαφέρον να της δώσω αυτό το υλικό, όπως και από τη Βραζιλία, επειδή η σύζυγος του αδερφού μου κατάγεται από κει και μου το δίνει όταν πάμε εκεί.
Είσαστε μπάντα που ποτέ δεν δίστασε να ταξιδέψει σε «ξένα» μέρη, αναφέραμε πριν την Γερμανία (χαχα)…
M. : …στην Ινδία, στην Ιαπωνία.
Από πού προέρχεται αυτό, είστε περίεργοι να εξερευνήσετε, να προσπαθήσετε κάτι, ακόμη και ας μην βγάλετε τόσα χρήματα όσα σε άλλες χώρες;
M. : Πιστεύω πως ποτέ δεν πήγαμε κάπου απλά και μόνο για να κάνουμε αίσθηση, δεν είναι “business” για μας αλλά ούτε και διακοπές, έτσι δεν θέλουμε να ξοδέψουμε χρήματα να πάμε και να «τεμπελιάζουμε». Όταν παρουσιάζονται ευκαιρίες να πάμε σε τέτοια μέρη, πιστεύω πως αναγνωρίζουμε το ότι, αν μόνο λίγες μπάντες μπορούν να πάνε εκεί, έχουμε τη δυνατότητα να πάμε και να «χτίσουμε» μία αναπτυσσόμενη βάση οπαδών που δεν βλέπει τόσες metal συναυλίες, και έτσι μπορείς να αποκτήσεις αρκετούς πιστούς οπαδούς. Αν περιοδεύσουν 5 μπάντες στην Ινδία τότε οι Ινδοί οπαδοί θα τρελαθούν. Την πρώτη φορά που παίξαμε, είχαμε 650 άτομα και δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο μέρος που να έχουμε πάει για πρώτη φορά και να είχαμε τόσο κόσμο. Άρα όταν υπάρχουν αυτές οι αναδυόμενες αγορές και είσαι μία από τις πρώτες μπάντες που πατάν το πόδι τους εκεί, τότε θέτεις τον εαυτό σου πιο κοντά στους οπαδούς σου και βοηθάει στο να αποκτήσεις μια μακροχρόνια καριέρα εκεί.
R. : Επίσης δεν είναι ευθύνη μας, αλλά έχω μιλήσει με κάποιους ανθρώπους που έχουν πάει σε μερικά από αυτά τα μέρη με τις μπάντες τους και μου λένε πως εσείς με καναδυό άλλες μπάντες το ξεκινήσατε. Άρα υπάρχει ένα συναίσθημα ενθουσιασμού αν σκεφτείς πως υπάρχει μία νέα, αναπτυσσόμενη, όχι τόσο με οικονομικούς όρους, αγορά, με μέρη που μπορούν να ταξιδέψουν μπάντες και ενθουσιάζομαι όταν βάζω τις βάσεις σε όλο αυτό, με την έννοια πως «πήγαμε πρώτοι εκεί, θυμάμαι τότε…» κλπ.
Αλλά αυτό συνεπάγεται αρκετή δουλειά μεταξύ σας όπως και να χει… Πάντα είχα την εντύπωση πως είστε σκληρά εργαζόμενοι μουσικοί;
M. : Έχουμε αυτή τη δυνατότητα που δεν θα μας παρουσιάζεται για πάντα και μερικές φορές υπάρχουν μέρη που δεν θέλουμε τόσο να πάμε ενώ είναι μέσα στο πρόγραμμα. Αλλά πιστεύω πως όλοι μας αναγνωρίζουμε πως δεν είναι μια ευκαιρία που θα κρατήσει για πάντα και είναι μια θαυμάσια δυνατότητα να πάμε την μουσική μας σε μέρη που δεν έχουμε φτάσει καν και προσπαθούμε να την εκμεταλλευτούμε.
Υπάρχει ημερομηνία λήξης στο να παίζετε ακραίο metal;
R. : Πρέπει να είναι μέχρι τις 18 Σεπτέμβρη του 2015 στις 7 η ώρα (χαχαχα), άρα μας μένουν άλλα 4 χρόνια, υπήρχε πλάνο από την αρχή γι’ αυτό!!!
M. : Πιστεύω πως υπάρχει ημερομηνία λήξης σε αυτό που κάνουμε, αλλά ακόμη δεν την ξέρουμε και δεν θέλω να το νιώσω αυτό.
Απλά εννοούσα επίσης και από άποψη υγείας και σωματική, καθώς είναι κάτι πολύ απαιτητικό να παίζεις αυτό το υλικό κλπ…
M. : Δεν νομίζω πως το εκτελεστικό μέρος είναι τόσο απαιτητικό όσο ο τρόπος ζωής, τα ταξίδια…
Έχετε γενικά τέτοια προβλήματα;
R. : Όχι γενικά, από την πλευρά μου προσπαθώ να είμαι υπεύθυνος την προηγούμενη νύχτα και να μην ενεργώ σαν ηλίθιος, αλλά για μένα το πρόβλημα είναι η πλάτη μου και αν ταξιδεύω όλη μέρα σίγουρα αισθάνομαι χάλια και με «σκοτώνει». Για εμάς το να δώσουμε μια συναυλία σημαίνει να είσαι εκεί και να μπορείς να σταθείς γιατί συνεπάγεται πολύ πόνο.
Το artwork του δίσκου είναι πάρα πολύ καλό… Μοιάζει με πετρελαιοκηλίδα που έπιασε φωτιά;
M. : Αυτό λένε όλοι… Δεν νομίζω, δεν μπορεί να είναι ακόμη και αν θέλει να είναι. Όπως πάντα, ο Ken Adams κάνει όλα μας τα εξώφυλλα. Είχε μια συζήτηση μαζί μου και ίσως με κάποιους άλλους από εμάς, δεν είμαι σίγουρος, άκουσε κάποια μέρη της μουσικής μας και διάβασε κάποιους από τους στίχους, και παρουσίασε ένα «όραμα» με ιδέες σχετικά με αυτά.
Όταν μιλάτε με τον καλλιτέχνη του δίνετε μια κατεύθυνση με όλους τους στίχους;
M. : Όχι κομμάτι με κομμάτι, μιας και η συζήτηση έγινε πριν τελειώσει ο δίσκος. Απλά του δίνουμε κάποιες λέξεις – κλειδιά και κάποια θέματα από μερικά τραγούδια, και προσπαθούμε να τα «ενώσουμε» και να δούμε αν έχουν κάποιο κοινό παρανομαστή και να προσπαθήσουμε έπειτα να τα οπτικοποιήσουμε.
Κάνατε καλή δουλειά…..
M. : Είναι, και πιστεύω πως το καλύτερο artwork πρέπει να σχετίζεται με την μουσική και αυτό που μου αρέσει περισσότερο, είναι πως δείχνει πολύ διαφορετικό απ’ ότι έχουμε ήδη κάνει.
R. : Μου αρέσει το γεγονός ότι όταν το κοιτάς, έχει ένα μυστήριο, μία αβεβαιότητα πως κάτι συμβαίνει, αλλά δεν ξέρεις τι…
Από την άλλη, δείχνει αρκετά θετικό, εξαιτίας του λευκού χρώματος κλπ…
R. : Στην Κίνα το λευκό είναι το χρώμα του θανάτου, άρα…
Διαφορετικές ερμηνείες βλέπω… Σε μια συνέντευξή σου, είπες πως ο νέος δίσκος, είναι πολύ καλύτερος από το “Wrath”.
R. : Καταρχάς, δεν ήταν συνέντευξη. Ήταν κάποιος στο twitter που με ρώτησε «τι πιστεύεις για το νέο δίσκο;» και απάντησα ακριβώς αυτό: «Κατά τη γνώμη μου, ο νέος δίσκος είναι πολύ καλύτερος από το “Wrath”». Αυτό σημαίνει πως μου αρέσει περισσότερο, χωρίς να σημαίνει πως είναι ο καλύτερος μας δίσκος ή πως κάνει το “Wrath” να ακούγεται χάλια, είπα απλά πως είναι πολύ καλύτερος από αυτόν κατά τη γνώμη μου. Οι γνώμες είναι σαν τις κωλοτρυπίδες, ο καθένας έχει και από μία! Και το υποστηρίζω επειδή είναι η γνώμη μου… Γιατί το πιστεύω αυτό, ας έρθει κάποιος να με ρωτήσει.
Αυτή ακριβώς θα ήταν και η επόμενη ερώτηση μου…
R. : Πιστεύω πως είναι καλύτερο συνολικά από το “Wrath”. Είναι απλά δυνατότερο υλικό, ρέει καλύτερα, έχει καλύτερη συνοχή και διασκεδάζω ακούγοντάς τον. Νομίζω πως δικαιολογώ τη γνώμη μου…
M. : Δεν νομίζω πως χρειάζεται να υπερασπιστείς τον εαυτό σου…
R. : Όχι, αλλά είναι κάτι που νιώθω πως πρέπει να εξηγήσω επειδή οι άνθρωποι παρεξηγούν…
M. : Μα δεν το είπες…
R. : Αυτό που είπα ήταν πως κατά τη γνώμη μου, ο νέος δίσκος είναι πολύ καλύτερος του “Wrath”, αλλά δεν το λέει αυτό. Το μόνο που λέει είναι πως είναι πολύ καλύτερος του “Wrath” γενικά, που είναι μια εντελώς διαφορετική δήλωση.
Ποια είναι η γνώμη σου για τον δίσκο;
Μ. : Τον αγαπώ… Ακούγεται κοινότυπο αλλά είναι η αλήθεια. Δεν βάζω τους δίσκους σε διαγωνισμό μεταξύ τους. Δεν θα ήταν ποτέ πιθανό να κάναμε αυτό τον δίσκο όταν κάναμε το “Sacrament”. Περάσαμε τόσα πράγματα και καταστάσεις για τις οποίες δεν θα μπορούσαμε να γράψουμε για το δίσκο χωρίς να τις ζήσουμε. Για μένα αν βάλω όλους τους δίσκους σε μια εναρκτήρια γραμμή, αυτό θα τερματίσει πρώτο, συγκεντρώνει τους περισσότερους βαθμούς. Δεν είναι διαγωνισμός, αλλά απλά μια τεκμηρίωση. Δεν νομίζω πως κοιτάζεις τα φωτογραφικά σου άλμπουμ στο σπίτι και προσπαθείς να επιλέξεις τις καλύτερες φωτογραφίες και αυτό είναι το ίδιο και για την μουσική. Αν διαβάζω ένα βιβλίο για το τάδε θέμα και ένα άλλο για το δείνα, δεν είμαι σίγουρος αν με ρωτούσες, να σου πω ποιο θα ήταν καλύτερο, επειδή είναι εντελώς διαφορετικά, έχουν διαφορετικές ιστορίες και αυτό νιώθω και με τους δίσκους. Δεν μπορεί όλα να είναι τα αγαπημένα σου, αλλά κάποιοι συνδέουν το ένα περισσότερο με το άλλο αλλά αυτό δεν τα κάνει καλύτερα, απλά ταιριάζουν πιο πολύ γι’ αυτούς μεταξύ τους. Μια μέρα μπορεί να μου αρέσει το ένα και μια άλλη το άλλο, επειδή μπορεί να έχω διαφορετική διάθεση, αλλάζουν μορφή λειτουργικά.
Άρα, αυτός ο δίσκος χωρίς το “Wrath” δεν θα ήταν εφικτός…
M. : Για εμένα ναι…
R. : Κανένας δίσκος δεν θα ήταν εφικτός χωρίς τον προηγούμενο…
Ναι, αλλά ακούγοντας τον καινούριο δίσκο έχω την εντύπωση πως υπάρχει μια επιστροφή στις ρίζες, είναι πιο “riff oriented”…
M. : Είναι περισσότερο “riff oriented” από το “Wrath”; Γιατί το “Wrath” έχει αρκετά αυτόν τον προσανατολισμό…
Πιστεύω πως έχει περισσότερα “hooks”, τουλάχιστον για τα δικά μου «ταπεινά» αυτιά. Πρέπει να μιλήσουμε για τους στίχους… Δεν τους πιάνω, δεν τους καταλαβαίνω, πιστεύω πως διαβάζετε πολλά βιβλία.
M. : Μιλάς πολύ καλά αγγλικά αλλά υπάρχει ένα χάσμα γλώσσας για εσένα…
Είναι αρκετά συμβολικοί…
M. : Πιστεύω πως μερικοί είναι λίγο αφηρημένοι και συχνά αρκετά έντονοι επειδή δεν θέλω να ξέρεις για τι ακριβώς μιλάω, μερικές φορές είναι προσωπικοί, άλλες γίνεται για την πλάκα…
Άρα εσείς οι δύο γράφετε τους στίχους ή όλη η μπάντα;
R. : Όχι…
M. : Εμείς οι δύο κατά κύριο λόγο αλλά, όλοι βοηθάμε ο ένας τον άλλον και ο Willie μπορεί να συνεισφέρει με μερικούς στίχους.
Αλλά η μουσική γράφεται από όλους σας, σωστά;
M. : Αυτή ξεκινάει από τα κιθαριστικά μέρη και αφορά εμένα και τον Willie, αλλά φυσικά και όλοι συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία.
Δηλαδή ξεκινήσατε να γράφετε και κατά τη διάρκεια των περιοδειών;
M. : Ναι, αλλά δεν είναι απαραίτητο…
Δεν μπορείτε να είστε συνεχώς σε τέτοια διάθεση, σωστά;
M. : Όχι, δεν συμβαίνει καθημερινά αλλά σε μια κενή μέρα μου αρέσει να έχω την κιθάρα μου στο ξενοδοχείο και να γράψω κάτι…
Άρα είναι κάτι σαν καταγραφή ιδεών;
M. : Ακριβώς, αυτό μου δίνει το έναυσμα να έχω μαζί την κιθάρα μου στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και να καταγράφω ότι θέλω.
Υπάρχουν επίσης κάποιες blues επιρροές στον δίσκο, συμφωνείτε; Σημεία τα οποία θυμίζουν Stevie Ray Vaughan, ZZ Top και παρόμοια ακούσματα που διακρίνεις σε ακροάσεις με ακουστικά. Και αυτό είναι που μου αρέσει σε εσάς, πως όλοι οι δίσκοι σας είναι αρκετά απαιτητικοί, δεν είναι εύκολα ακούσματα, πάντα μπαίνω ολοκληρωτικά στην όλη ατμόσφαιρα και πραγματικά μου αρέσουν οι δίσκοι σας σαν ολότητες, επειδή σου μεταφέρουν αυτή την ατμόσφαιρα, σαν ένα δίσκο που χρησιμοποιείται γι’ αυτό…
R. : Αυτό ακριβώς προσπαθούμε να πετυχαίνουμε, ευχαριστούμε, θαυμάσιο κομπλιμέντο…
Πρέπει να είναι εξουθενωτικό, για εμένα τουλάχιστον μιας και δεν είμαι τόσο οικείος με τέτοια πράγματα (χαχαχα)…
M. : Ξεκινάει με το πρώτο τραγούδι “Straight for the Sun” και τελειώνει με το “King Me”. Υπάρχουν τόσα πολλά που συμβαίνουν ανάμεσα σε αυτά και για μένα να το καταφέρω αυτό από την αρχή ως το τέλος, είναι μια πρόκληση.
Ας μιλήσουμε για κάποια από τα τραγούδια, να μου δώσετε κάποιες διευκρινίσεις για το τι συμβαίνει… Μου αρέσει η εισαγωγή, είναι πραγματικά «άρρωστη». Τα φωνητικά, ειδικά εκεί που τραγουδάς “gone” στην αρχή και στο τέλος και μετά το heavy riffing, είναι σαν να προετοιμάζουν το έδαφος για τη σφαγή που θα ακολουθήσει.
M. : Πιστεύω πως θέλαμε να το ξεκινήσουμε με αυτό τον τρόπο, επειδή αυτός ο δίσκος είναι αρκετά αντιδραστικός. Δεν είχαμε κάποιο θέμα με το να κάνουμε πάλι κάτι που είχαμε ξανακάνει, εκτός από αυτή την περίπτωση. Το “Wrath” ξεκινούσε με το “The Passing”, που ήταν ένα πολύ καλό δείγμα ακουστικής μουσικής και θέλαμε αυτό να ξεκινήσει έτσι, με τον εντελώς αντίθετο τρόπο. Έτσι συνθέσαμε την πιο «βρώμικη» και «σιχαμερή» μουσική που μπορούσαμε και κάναμε το “Straight for the Sun”, αν και εγώ θα προτιμούσα να ξεκινήσει με ένα κομμάτι του στυλ “Redneck”. Οι υπόλοιποι όμως πίστευαν πως είναι ένας πολύ καλός τρόπος να ξεκινήσει ο δίσκος και είναι αρκετά «σοκαριστικό» για έναρξη του δίσκου.
Σας αρέσει να παίζετε με τις προσδοκίες;
M. : Ναι, μου αρέσει αρκετά να βλέπω αντιδράσεις, ειδικά με τραγούδια όπως το “To the End”, το οποίο είναι αρκετά rock ‘n’ roll και bluesy. Προσωπικά θέλω να μιλάω για εμένα και όχι να εκπροσωπώ όλη την μπάντα και να βλέπω ποια είναι τα όρια που μας «επιτρέπεται» να φτάσουμε.
“Desolation”… Killer drumming στην αρχή. Είναι τόσο ταπεινός και προσγειωμένος (για τον Chris Adler) και ας είναι ένας από τους καλύτερους drummers στο ακραίο metal. Και μετά έρχεται το τυπικό, όχι με την αρνητική έννοια, αλλά χαρακτηριστικό σας riffing και επίσης, έχετε αρκετά μελωδικές κιθάρες στην πρώτη γέφυρα. Είναι αυτή η αντίθεση κάτι που θέλετε να επιτύχετε, ώστε να βγαίνει κάτι όμορφο μέσα σε αυτή την «αποκάλυψη»;
Μ. : Σίγουρα, αλλά δεν νομίζω πως είναι απαραίτητο να ακολουθούμε μία συγκεκριμένη «συνταγή» για να το επιτύχουμε. Είναι αρκετά απλό… Έχω μία ιδέα εγώ, μία κάποιος άλλος, τις κρατάμε αν μας αρέσουν και η διαδικασία σύνθεσης είναι αρκετά αυθόρμητη.
R. : Κάτι που αγαπώ στο δίσκο, είναι η «ομορφιά» μέσα στον όλο θυμό…
Μπορείτε να μου δώσετε κάποιες πληροφορίες για τους στίχους του “Desolation”;
M. : Υπάρχουν δύο γέφυρες και το ρεφρέν στο τραγούδι… Η πρώτη γέφυρα πραγματεύεται μία κατάσταση όπου είσαι σε μία προσωπική διαμάχη, νιώθοντας κλεισμένος στον εαυτό σου, που σε κάνει αμυντικό και κατηγορείς εξωγενείς παράγοντες. Τα πάντα σου φαίνονται ανταγωνιστικά και εξαπατάσαι πως όλοι είναι εναντίον σου. Το ρεφρέν εξηγεί το συναίσθημα που σε κάνει να νιώθεις έτσι, και στη δεύτερη γέφυρα υπάρχει μια πιο άμεση ερμηνεία της προσωπικής εμπειρίας στην οποία, κάποιος σε κοιτάζει και πιστεύει πως έχεις ότι χρειάζεται για μια ωραία ζωή, όπου όλα είναι όπως πρέπει να είναι, αλλά είσαι στα χειρότερά σου.
Άρα, είναι όλοι οι στίχοι του δίσκου αυτοβιογραφικοί;
M. : Στην περίπτωση μου ναι, τουλάχιστον αυτοί που έγραψα, εκτός από αυτούς του “To the End”…
Έγραψες το “Ghost Walking”;
M. : Ναι…
Τους βρίσκω πολύ μπερδεμένους, δεν μπόρεσα να τους καταλάβω…
M. : Σε αυτό το τραγούδι ακολουθήσαμε σχεδόν τον ίδιο τρόπο σκέψης με το “Desolation”… Πραγματεύεται τις στιγμές της ζωής μου όπου έπρεπε να κάνω το σωστό, αλλά είχα την τάση να κάνω το λάθος, σαν ένα προσωπικό σαμποτάρισμα για να αποφύγω τις όποιες ευθύνες είχα.
Πρέπει να έχεις συγκεκριμένες συνήθειες για να αντιδράς στη ζωή σου με αυτό τον τρόπο;
M. : Για εμένα ναι…
R. : Έχει ενδιαφέρον το ότι ο Mark μου ζήτησε πριν καιρό, να γράψω ένα τραγούδι για τον εθισμό, και έγραψα το “11th Hour”. Προφανώς μου ζήτησε να γράψω ένα τραγούδι για τον εθισμό επειδή ήξερε τα προβλήματα που είχα. Ήξερα τι ήθελε… Μερικές φορές δεν χρειάζεται να τα λέμε!
Μου αρέσει το “The Undertow”… Για μένα έχει ένα rock ‘n’ roll vibe. Συμφωνείτε;
Μ. : Πιστεύω πως είναι ένα πάρα πολύ καλό τραγούδι. Έχει ένα ρεφρέν με το πρώτο πραγματικά μεγάλο hook του δίσκου.
Ωραίο κιθαριστικό σόλο πάλι, και έπειτα έχουμε κάποια SLAYER riffs στο “Guilty”, το οποίο έχει γίνει το σήμα κατατεθέν σας…
M. : Μα πως μπορεί το σήμα κατατεθέν μας να είναι τα SLAYER riffs;
Αυτό θέλω να μου εξηγήσετε, με τα χρόνια, έχουν την τάση να λένε, «ναι, είναι LOG, αυτοί είναι οι τύποι που παίζουν SLAYER riffs συχνά»…
M. : Ποιος το είπε αυτό;
Κάποιοι οπαδοί, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Αλλά όσο ακούν κάτι του στυλ «ντι ντι ντι, ντι ντι ντι» (δηλαδή το “Raining Blood”), είναι SLAYER, μιας και προϋπήρχαν.
M. : Αυτή είναι η εντύπωση σου;
Όχι, γιατί πιστεύω πως είναι άδικο…
M. : Το θέμα έχει κάπως έτσι… Έχουμε επηρεαστεί από πολλές μπάντες και οι SLAYER είναι οπωσδήποτε μία από αυτές, ειδικά για εμένα σαν κιθαρίστα, αλλά όχι τόσο ως προς τους στίχους (χαχα). Αλλά, ακούω περισσότερο PANTERA απ’ ό, τι SLAYER και συχνά σκέφτομαι τον εαυτό μου σαν συνεχιστή τους…
Άρα, θεωρείτε τους εαυτούς σας σαν τους νέους PANTERA, νομίζετε πως κουβαλάτε αυτό το βάρος;
M. : Γιατί τόση αναφορά για τους PANTERA; Το ίδιο ισχύει και για τους SLAYER ή για όποιον άλλον μας έχει επηρεάσει. Το θέμα είναι πως οι βασικές επιρροές μου είναι οι πρώιμοι METALLICA, οι πρώιμοι MEGADETH, οι TESTAMENT, οι πρώιμοι SLAYER και η PANTERA μέσης εποχής, μαζί φυσικά με τους BLACK SABBATH και τους TROUBLE, από τους οποίους θα ακούσεις στοιχεία στην μουσική μου. Με τον ίδιο τρόπο για τον Chris, μπάντες όπως οι DEATH, οι MESHUGGAH και αρκετές σουηδικές, αποτελούν μεγάλες επιρροές γι’ αυτόν, και θα ακούσεις στοιχεία τους στην μουσική του.
Πιστεύω πως όλοι αυτοί οι παραλληλισμοί με τους PANTERA, πηγάζουν από το ότι είστε όλοι σας εξαιρετικοί μουσικοί και ότι έχετε «ευθεία» δομή στα τραγούδια σας…
M. : Πιστεύω πως ήταν η πρώτη πραγματικά groovy αμερικανική μπάντα και γι’ αυτό υπάρχει αυτός ο παραλληλισμός… Αγαπώ τους PANTERA.
Από την άλλη βλέπετε να υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής σκηνής, ή πιο συγκεκριμένα, του ευρωπαϊκού και του αμερικάνικου metal ήχου;
R. : Πιστεύω πως ο ήχος, πάει τόσο μακριά όσο και η σκηνή. Η ευρωπαϊκή metal σκηνή έχει λίγη παραπάνω σταθερότητα, οι οπαδοί είναι λίγο πιο πιστοί, αλλά πιστεύω πως περιορίζεται στην εκάστοτε πόλη/χώρα, όπως η σουηδική σκηνή για παράδειγμα.
M. : Στην Ευρώπη υπάρχουν πολλές διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρες και πιστεύω πως και η αμερικανική σκηνή είναι το ίδιο ένοχη γι’ αυτό. Ήταν πάντα συναρπαστικό για εμένα το πώς αυτά τα χρονοδιαγράμματα αλλάζουν, μιας και υπάρχουμε 16 χρόνια, και θυμάμαι που μας θεωρούσαν, όντας οι BURN THE PRIEST, grindcore μπάντα και μετά γίναμε extreme metal, μετά N.W.O.A.H.M., metalcore…και θυμάμαι όταν μας αποκαλούσαν metalcore σκεφτόμουν πως είναι ενδιαφέρον, είμαστε στον τέταρτο δίσκο μας και έκανα δίσκους πριν υπάρξει το όλο κίνημα, άρα “fuck my metalcore”.
Από ποιους πιστεύετε πως έχουν επηρεαστεί όλες αυτές οι metalcore μπάντες;
Μ. : Είχα μια παρόμοια συζήτηση με κάποιον, νομίζω χθες στο Άμστερνταμ…δεν ανήκουμε ακριβώς στη νέα γενιά συγκροτημάτων, μετά από 7 δίσκους (μαζί με το “Burn the Priest”), 15 χρόνια στην πλάτη μας και την όποια επιτυχία θα ήταν λογικό να επηρεάσουμε τη νεότερη γενιά, αλλά πες μου μια μπάντα που ακούγεται σαν εμάς;
Καμία…Πιστεύω πως το θέμα είναι πως, αντλείτε τις επιρροές σας από τις προαναφερθείσες old thrash και classic rock μπάντες…
M. : Και punk rock επίσης…
…και μέσα από όλα αυτά μπορείτε και γράφετε σωστά τραγούδια, ενώ οι καινούριες μπάντες δεν το γνωρίζουν απαραίτητα αυτό…Πιστεύω πως αυτή είναι η διαφορά. Η νεότερη γενιά, μεγάλωσε με μπάντες σαν και εσάς, ήσαστε από τις πρώτες μπάντες που άκουσαν, δεν είναι απαραίτητο να πάνε πίσω στους LED ZEPPELIN, στους BLACK SABBATH ή στους πρώιμους METALLICA.Το τραγούδι “The Number Six” μιλάει για πολιτική;
R. : Όχι για εθνική πολιτική, αλλά για την βιομηχανική. Συμπτωματικά είναι το έκτο κομμάτι του δίσκου, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με το γιατί ονομάστηκε έτσι. Σχετίζεται με τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα, από τα οποία το έκτο είναι ο φθόνος. Πίσω στον Μεσαίωνα, συμβόλιζαν τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα με δαιμονικές μορφές από τη Βίβλο και ο φθόνος συμβολιζόταν με ένα θαλάσσιο τέρας (το Leviathan). Έτσι το ρεφρέν είναι ένας ωραίος τρόπος να δηλώσεις «ζηλιάρης». Βασικά οι άνθρωποι που φθονούν, οι οποίοι κάθονται στο «παρασκήνιο» και κριτικάρουν, φαίνεται πως κάθε στιγμή ο οποιοσδήποτε, όχι μόνο στην μουσική σκηνή αλλά στη ζωή γενικότερα, ειδικά στο internet με όλες αυτές τις ανώνυμες προσωπικότητες, κάθε φορά που προσπαθείς να κάνεις κάτι με τον εαυτό σου, τη ζωή σου, πάντα κάποιος προσπαθεί να σε «καταστρέψει». Είναι πολύ πιο εύκολο να κριτικάρεις…
M. : Οι άνθρωποι δεν διασκεδάζουν με το να βλέπουν τους άλλους να πετυχαίνουν, αλλά με το να τους βλέπουν να αποτυγχάνουν και νομίζω πως αυτό είναι κάτι που έχει αλλάξει με τις γενιές, καθώς παλιότερα συνέβαινε το αντίθετο. Αλλά τώρα είναι πιο «ψυχαγωγικό» να βλέπεις τους άλλους να «καταστρέφονται». Βλέπεις τα reality shows… Παλιότερα γιορτάζαμε τα κατορθώματα, αλλά τώρα την καταστροφή και αυτό είναι κάτι μου φαίνεται περισσότερο κυρίαρχο στον μοντέρνο πολιτισμό. Δείχνει εν μέρει το τι είμαστε σαν κοινωνία.
Ποιος είχε την ιδέα για το “To the End”;
Μ. : Ο Willie Adler…Είναι ο τύπος που μπορεί να μην ξέρει τις πιο απλές cowboy συγχορδίες, αλλά έρχεται με αυτά τα εξωφρενικά και εντελώς αντισυμβατικά riffs και αυτό είναι ένα παράδειγμα της ιδιοφυίας του. Και αυτό είναι ένα μέρος της μαγείας μεταξύ μας σαν κιθαριστικό δίδυμο, γιατί κάθε φορά που έρχεται με κάτι παρόμοιο του λέω, «τι στο καλό κάνεις ρε φίλε;» και μου λέει, «όχι είναι καλό, θα δεις» και την άλλη μέρα του λέω «είναι όντως πολύ καλό» (χαχαχα).
Το οργανικό “Barbarosa”, που χωρίζει κατά κάποιο τρόπο το δίσκο σε δύο πλευρές, γιατί το ονομάσατε έτσι; Επηρεαστήκατε από την στρατιωτική επιχείρηση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ή τον αυτοκράτορα;
R. : Δεν είναι τίποτα από τα δύο, είναι απλά το όνομα του στούντιο που ηχογραφήσαμε το “Wrath”, όπου ο ήχος του ωκεανού που ακούς στο τέλος του “Reclamation” είναι από εκεί. Είναι ένα θαυμάσιο μέρος και δεν είναι στούντιο πλέον. Το είχαμε κάνει εμείς, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα εξοχικό μιας γιαγιάς που την έλεγαν Barbara και όταν πέθανε, το μετατρέψαμε σε στούντιο και το ονομάσαμε “Barbarosa”. Έτσι το κάναμε πάλι και μας άφησε, ενώ δεν είναι στούντιο πια, και αποφάσισα να το ονομάσω έτσι προς τιμή της.
Το “Insurrection” έχει ένα εξαιρετικό εισαγωγικό riff το οποίο έχει μία αρκετά «ανεβαστική» αίσθηση και τα καθαρά φωνητικά, τα κάνει ένας καλεσμένος σας τραγουδιστής ή είναι ο Randy;
R. : Ναι, εγώ είμαι…
Είναι πιθανότατα η πρώτη φορά που το κάνετε αυτό…
M. : Δεν είναι η πρώτη φορά που το προσπαθήσαμε αλλά η πρώτη που τα γράψαμε για τραγούδι… Είχαμε κάνει το ίδιο στην προπαραγωγή του “Wrath” αλλά δεν τα κρατήσαμε.
R. : Το ενδιαφέρον στην υπόθεση είναι πως δεν βρίσκονται στο ρεφρέν του τραγουδιού, δεν διαρκούν για πάντα, είναι απλά στην αρχή εκεί που ταιριάζουν.
M. : Σε αυτό το τραγούδι κατά κάποιο τρόπο ανεβαίνει η ένταση με τη ροή του, εξελίσσεται και πιστεύω πως τα καθαρά φωνητικά που ξεκινούν με αυτή την απλή μελωδία, αναδεικνύουν στη συνέχεια το ρεφρέν.
Ας μιλήσουμε για το τραγούδι “King Me”… Επικό και με bluesy εισαγωγή πάλι.
M. : Είναι κάπως ανατριχιαστικό…
Ναι, και έχετε αυτά τα γυναικεία φωνητικά που τα κάνει τραγουδίστρια της όπερα;
R. : Ναι…
Ακούγεται πολύ καλό, με τη συνοδεία ορχήστρας και όλα αυτά… Τι ήρθε πρώτα, η ιδέα να κάνετε ακριβώς αυτό το τραγούδι ή ήταν κάτι που «ξεδιπλώθηκε» στην πορεία;
M. : Ήρθε αυθόρμητα στην πορεία και στο τέλος της όλης διαδικασίας δημιουργίας του δίσκου. Οι ιδέες των οπερετικών φωνητικών και της ορχήστρας ήρθαν πραγματικά αργά, σχεδόν στην διαδικασία της μίξης από τον παραγωγό μας Josh Wilbur, ένα τέλειο παράδειγμα του τι ένας καλός παραγωγός μπορεί να προσφέρει στο δίσκο.
R. : Ηχογραφούσα τα φωνητικά γι’ αυτό το τραγούδι, όταν ήρθε ο Josh και μου είπε «ας δοκιμάσουμε μερικά οπερετικά φωνητικά εδώ». Οι υπόλοιποι είχαν τελειώσει με τα μέρη τους και ήταν ήδη ένα πολύ καλό τραγούδι με αρκετές εναλλαγές, αλλά ο Josh με τις ιδέες του το έκανε ακόμη καλύτερο κατά τη γνώμη μου, αν και ήταν κάτι σαν παιχνίδι νεύρων στην αρχή για μας, καθώς νιώθαμε πως ρισκάραμε αρκετά.
M. : Και ως τώρα έχει εισπράξει πολύ καλές αντιδράσεις από όσους το έχουν ακούσει.
Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του παραγωγού για εσάς; Άκουσα πως τον είχατε λίγο νωρίτερα μαζί σας αυτή τη φορά σε σχέση με το “Wrath”;
Μ. : Πιστεύω πως σε αυτό τον δίσκο ιδιαίτερα, ήταν πολύ σημαντικός, καθώς είχαμε τόσο πολύ υλικό από την αρχή. Ο Willie και εγώ είχαμε περίπου 22-23 κομμάτια…
R. : Ο χειρότερος μου εφιάλτης…
M. : Έπρεπε να φιλτράρουμε πολλά πράγματα και ο Josh έκανε πολλή καλή δουλειά βοηθώντας μας να βάλουμε προτεραιότητες και να παραμείνουμε συγκεντρωμένοι για να τα καταφέρουμε. Δεν ξέραμε που θα κατέληγε όλο αυτό, συνέχεια οι ιδέες αλλάζουν και μετατρέπονται σε κάτι άλλο. Αυτό που σκέφτεσαι είναι το τι έχεις και κατά πόσο μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι καλό, και αυτό συνέβη και σε αυτό τον δίσκο. Και το θέμα είναι πως ο Josh είναι πολύ καλός στο να μας κρατήσει συγκεντρωμένους και έχει επίσης και κάποιες πολύ καλές ιδέες.
Και είναι πολύ καλός στο να σας δώσει τον τέλειο ήχο, όπως είπατε, δεν είναι επίπεδος…
R. : Αυτή είναι μία από τις ανησυχίες μας…
M. : Και αυτό ήταν το μεγαλύτερο του θέμα όταν ηχογραφούσαμε το “Wrath”. Ένιωθε πως το “Sacrament” ήταν ένα παράδειγμα δουλειάς του “Machine” (ο παραγωγός του), με τον οποίο μας άρεσε να δουλεύουμε. Ήταν ένας πολύ επιτυχημένος δίσκος για εμάς και είμαστε περήφανοι γι’ αυτόν, αλλά θέλαμε να αλλάξουμε κατεύθυνση, γιατί ο “Machine” είχε δώσει το δικό του στυλ και χαρακτήρα στο “Sacrament”, αλλά ο Josh ήθελε το “Wrath” να ακούγεται σαν εμάς για πρώτη φορά, την καλύτερη έκδοσή μας που μπορούσε να ηχογραφήσει. Και πιστεύω πως διατηρήσαμε την ίδια προσέγγιση και στο “Resolution”, απλά κάναμε ένα πιο πολύπλοκο και διαφορετικό δίσκο.
Πιστεύετε πως ο δίσκος θα μπορούσε να είναι καλύτερος ή είστε ικανοποιημένοι με αυτόν ως τώρα;
M. : Το σκέφτομαι τώρα που έχει ολοκληρωθεί και όχι όταν τον γράφαμε και τον ηχογραφούσαμε, αλλά τώρα είμαι περίεργος για το τι αντιδράσεις θα εισπράξει.
Μερικοί μπορούν να σας κριτικάρουν παρεμπιπτόντως, το παίρνετε προσωπικά κάποιες φορές ή δεν σας ενδιαφέρει;
M. : Αν μου πεις πως είμαι κακός πατέρας ή σύζυγος ίσως το πάρω προσωπικά, αλλά αν μου πεις πως δεν σου αρέσει το σπίτι μου δεν έχω πρόβλημα (χαχα).
R. : Αυτό έχει να κάνει και με την ανωνυμία στο διαδίκτυο που λέγαμε νωρίτερα. Όταν οι δημοσιογράφοι υπογράφουν επώνυμα τα κείμενα τους και λένε, «δεν μου αρέσει αυτός ο δίσκος» με επιχειρήματα, τότε το σέβομαι αυτό ακόμη και αν διαφωνώ μαζί τους. Αν όμως κάποιος μαλ**ας, κάθεται και λέει ανώνυμα «αυτός ο δίσκος είναι χάλια, αυτοί οι τύποι πρέπει να αυτοκτονήσουν», είναι κάτι που δείχνει πως οι άνθρωποι δεν σκέφτονται πλέον τι λένε. Όλα αυτά είναι απλά μπούρδες και καλύτερα να το βουλώσουν. Δεν τα παίρνω προσωπικά, αλλά πιστεύω πως είναι ένα παράδειγμα της κοινωνικής παρακμής.
M. : Είχα πρόσφατα μια συνέντευξη με ένα δημοσιογράφο, ο οποίος μου είπε πως στον καινούριο δίσκο, όλα τα τραγούδια ακούγονται ίδια, και σκεφτόμουν από μέσα μου, «έχει ακούσει τον δίσκο;». Σαφώς και ο καθένας μπορεί να έχει τη γνώμη του, αλλά αν υπήρχε κάποιος δίσκος για να το πεις αυτό, σίγουρα δεν θα αφορούσε το “Resolution”, αλλά όπως και να χει δεν θα κάτσω να ανησυχήσω γι’ αυτό.
Thomas Kupfer
(μετάφραση: Βασίλης Γκορόγιας)
www.lamb-of-god.com
Line-up:
Chris Adler (ντραμς)
John Campbell (μπάσο)
Mark Morton (κιθάρα)
Randy Blythe (φωνητικά)
Willie Adler (κιθάρα)
Δισκογραφία:
“Burn the priest” (1999)
“New American gospel” (2000)
“As the palaces burn” (2003)
“Ashes of the wake” (2004)
“Sacrament” (2006)
“Wrath” (2009)
“Resolution” (2012)






>



