
Η παρουσία του Per Wiberg στα πλήκτρα είναι καθοριστική — προσφέρει θαυμάσια ηχητικά στρώματα με το Hammond που επαυξάνουν την δραματικότητα των συνθέσεων. Η κιθάρα του Michael Amott είναι στιβαρή αλλά παιχνιδιάρα την ίδια στιγμή, με riff που ακροβατούν μεταξύ SABBATH-ικής βαρύτητας και ψυχεδέλειας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ο πιο ώριμος δίσκος τους, ο πιο σοβαρός και σκοτεινός και που παραμένει ως ένα ιδανικό άκουσμα για τους φίλους του 70s revival heavy rock, του stoner metal και όσους εκτιμούν μπάντες που ισορροπούν ανάμεσα σε σκληρό ήχο και την ψυχεδελική ατμόσφαιρα.
Επειδή οι ARCH ENEMY ήταν ανέκαθεν η προτεραιότητα του Amott, κι επειδή εκείνη την εποχή οι ARCH ENEMY ήταν στο ζενίθ της δημοφιλίας τους, εκείνο σήμαινε ότι δεν υπήρχε πολύ χρόνος στην ατζέντα του Amott να βγει σε περιοδεία για να προμοτάρει τον δίσκο. Ως αποτέλεσμα, ένας από τους καλύτερους δίσκους της μπάντας παίχτηκε ζωντανά μονάχα τέσσερις φορές: τρεις φορές στην Ιαπωνία ως support στην τότε περιοδεία του Dio και μια φορά ως headliners στο Λονδίνο.
Γιώργος Γκούμας














