A day to remember… 23/5 [POISON]

0
115
Poison










"/>



Poison

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Look what the cat dragged in” – POISON
ΕΤΟΣ ΚΥΚΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΕΤΑΙΡΙΑ: Enigma / Capitol
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Rick Browde
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Bret Michaels – lead φωνητικά, ρυθμική κιθάρα
C.C. DeVille – lead κιθάρα
Bobby Dall – μπάσο
Rikki Rockett – ντραμς

POISON, ένα από πλέον αμφιλεγόμενα ονόματα της Αμερικάνικης rock σκηνής, εδώ και πολλές δεκαετίες. Μια μπάντα που με το πρώτο της άλμπουμ, αμέσως τράβηξε την προσοχή όλων, για διάφορους λόγους. Μια μπάντα που δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη, μια μπάντα που πήδηξε στην αρένα με τα λιοντάρια και για πολλούς λόγους που θα δούμε παρακάτω κατάφερε όχι μόνο επιβιώσει αλλά και να πουλήσει πάνω από 65.000.000 άλμπουμ! Πετυχημένοι; Αναμφισβήτητα. Πρωτοπόροι; Ε, όχι. Μεγάλοι; Δεν θα το έλεγα γιατί πολλά συστατικά κάνουν μια μπάντα μεγάλη. Τολμηροί; Ναι, αυτό θα τους το δώσουμε. Προκλητικοί; Ως έναν βαθμό, ναι. Παραγνωρισμένοι; Ναι, γιατί πιο πολύ κουβέντα έγινε για το look τους, παρα για οτιδήποτε άλλο. Αλλά ό,τι και να τους προσάψετε, οι POISON ήταν ο ορισμός του rock πάρτι σε όλο του το μεγαλείο. Ήταν η rock μπάντα που ενσάρκωσε στον απόλυτο βαθμό την υπερβολή των 80s.

Αλλά όπως μου αρέσει συχνά να λέω, ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Πριν γίνουν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα, οι POISON ήταν απλώς ακόμα μία μπάντα που προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα σε μια σκηνή γεμάτη ανταγωνισμό, συναγωνισμό, φιλοδοξία και αμέτρητα χαμένα όνειρα, στα club και στις αρένες της Αμερικής. Η ιστορία τους ξεκίνησε μακριά από τα φώτα του Los Angeles, στην Pennsylvania, όπου ο Bret Michaels, ο Bobby Dall, ο Rikki Rockett και ο Matt Smith άρχισαν να παίζουν μαζί σε μικρά μπαρ, όταν το hard rock και το heavy metal είχαν ήδη αρχίσει να αποκτούν τεράστια εμπορική δύναμη. Όπως αμέτρητες μπάντες εκείνης της περιόδου, έτσι κι αυτοί είχαν καταλάβει κάτι πολύ απλό, αν ήθελες πραγματικά να κάνεις κάτι μεγάλο, αργά ή γρήγορα έπρεπε να βρεθείς στο Los Angeles. Στην καρδιά της rock ακολασίας. Αλλά το Los Angeles εκείνη την εποχή δεν συγχωρούσε κανέναν που δεν θα έπαιζε σωστά το παιχνίδι. Το Sunset Strip είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης για εκατοντάδες συγκροτήματα που κυνηγούσαν το ίδιο όνειρο. Κάθε βράδυ, τα clubs γέμιζαν από οπαδούς, μουσικούς, managers, groupies αλλά και ανθρώπους της μουσικής βιομηχανίας που αναζητούσαν το επόμενο μεγάλο όνομα ή αναζητούσαν το να δημιουργήσουν το επόμενο μεγάλο όνομα. Οι POISON , ίσως όμως είχαν κάτι που πολλές άλλες μπάντες δεν διέθεταν στον ίδιο βαθμό με αυτούς, απίστευτη επιμονή και ένστικτο αυτοπροβολής.

Πολύ πριν αποκτήσουν δισκογραφικό συμβόλαιο, είχαν ήδη καταλάβει τη σημασία του image, του promotion και της επαφής με το κοινό. Μοίραζαν flyers, κυνηγούσαν εμφανίσεις, έχτιζαν σταδιακά φήμη και fanbase και προσπαθούσαν να μετατρέψουν κάθε live σε ένα event που θα συζητηθεί. Στην πραγματικότητα, πίσω από την εικόνα που θα τους ακολουθούσε αργότερα, υπήρχε μια μπάντα που λειτουργούσε σχεδόν με επαγγελματική νοοτροπία και απόλυτη πίστη ότι μπορούσε να ξεχωρίσει μέσα σε μια μεγαλούπολη που ποτέ δεν κοιμόταν. Οι POISON δεν προσπάθησαν ποτέ να δείξουν επικίνδυνοι, επιθετικοί ή μυστηριώδεις κάτι που έκαναν σχεδόν όλες οι μπάντες της εποχής. Αντίθετα, έμοιαζαν να ασπάζονται πλήρως τη χρωματική υπερβολή της pop των mid-’80s, ήταν θορυβώδεις, ήταν rock, ήταν υπερβολικοί και το σημαντικότερο, ήξεραν ακριβώς πώς να τραβούν την προσοχή.

Όταν το “Look what the cat dragged In” εμφανίστηκε στα δισκοπωλεία το 1986, πολλοί δεν ξέραμε τι ακριβώς κοιτούσαμε. Πραγματικά δεν μπορούσες να καταλάβεις τι γίνεται εδώ. Είναι άντρες; Μάλλον. Μήπως είναι γυναίκες; Μάλλον όχι… Αλλά τόσο φρου φρου κι αρώματα; Τι στα κομμάτια… Τι παίζουν τώρα αυτοί εδώ… Είναι pop; Είναι rock; Δεν έβγαζες ένα συμπέρασμα. Για κάποιους ήταν σοκαριστικό αυτό, για άλλους σχεδόν αστείο. Αρκετούς όμως, τους τραβάει σαν μαγνήτης. Το εξώφυλλο του άλμπουμ έμοιαζε να συμπυκνώνει ολόκληρη την υπερβολή της εποχής μέσα σε μία μόνο εικόνα. Από τον Boy George στους POISON πραγματικά μια τσιγαριά δρόμος! Τεράστια μαλλιά, βαρύ make-up, εκτυφλωτικά χρώματα και μια αισθητική που έσπρωχνε το glam στοιχείο στα άκρα. Σε μια Αμερική που εξακολουθούσε να κουβαλά έντονα συντηρητικά αντανακλαστικά, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστεψαν αρχικά ότι ήταν γυναικείο συγκρότημα ή ακόμα χειρότερα μια αγέλη από τραβεστί. Βλέπετε, δεν είχαν τον τσαμπουκά των MOTLEY CRUE, ούτε την επιθετικότητα των TWISTED SISTER…

Οι POISON κατάλαβαν όμως κάτι που αρκετές hard rock μπάντες της εποχής άρχιζαν μόλις τότε να συνειδητοποιούν, ο κόσμος πια δεν λειτουργούσε μόνο με τη μουσική. Λειτουργούσε και με εικόνες που έμεναν χαραγμένες στο μυαλό του κοινού. Σε έναν κόσμο όπου τα video clip αποκτούσαν πλέον τεράστια σημασία, η εμφάνιση , όπως έχουμε ξαναπεί, η εικόνα ήταν εξίσου ισχυρό όπλο με ένα δυνατό single. Το συγκρότημα αγκάλιασε πλήρως αυτή τη λογική χωρίς φόβο και χωρίς καμία διάθεση να απολογηθεί για την υπερβολή του. Εκεί όπου άλλες μπάντες προσπαθούσαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στο σκληρό rock image και την εμπορικότητα, οι POISON έμοιαζαν να δηλώνουν ανοιχτά ότι ήθελαν να είναι μεγαλύτεροι, πιο θορυβώδεις και πιο φανταχτεροί από όλους. Και για να πούμε την αλήθεια, στην Αμερική τουλάχιστον, πλησίασαν τους στόχους τους πάρα πολύ και το κοινό δεν θα αργούσε να …τρώει από τα χέρια τους.

Παρά τη θεατρικότητα της εικόνας όμως, υπήρχε κάτι αυθεντικό στον τρόπο με τον οποίο παρουσίαζαν τον εαυτό τους και εάν δεν υπήρχε αυτό, θα είχαν χαθεί, όπως συνέβη με τόσους και τόσους. Έμοιαζαν σαν τέσσερις μουσικοί που είχαν βγει κατευθείαν από τα clubs του Sunset Strip και προσπαθούσαν να ζήσουν το αμερικανικό rock όνειρο χωρίς κανένα φρένο. Ήταν απόλυτα ειλικρινείς με τον εαυτό τους και το και το κοινό τους. Δεν πούλησαν μαγκιά και αγριάδα, δεν πούλησαν δεξιοτεχνία και περφεξιονισμό, ούτε καν αντικοινωνικότητα ή επανάσταση. Πούλησαν, ένα πράγμα: Διασκέδαση! Και το κοινό των mid-’80s ήταν περισσότερο από έτοιμο να συμμετάσχει σε αυτό το κοινό όνειρο.

Και τότε ήξεραν όλοι πολύ καλά ότι το πάρτι είχε μόλις ξεκινήσει!

Αν όμως η εικόνα ήταν αυτή που έκανε τον κόσμο να στρέψει το βλέμμα προς τους POISON, ήταν τα τραγούδια του “Look what the cat dragged in” εκείνα που κράτησαν το άλμπουμ ζωντανό πολύ μετά το αρχικό σοκ της εμφάνισής τους.

Γιατί πίσω από τη glam υπερβολή υπήρχε μια μπάντα που καταλάβαινε απόλυτα τη σημασία των εύκολων ρεφρέν, της αμεσότητας και της απλότητας. Μπορεί να μην είχαν τη μουσική πολυπλοκότητα ή δεξιοτεχνία άλλων συγκροτημάτων της εποχής, όμως ήξεραν να γράφουν τραγούδια που κολλούσαν αμέσως στο μυαλό του ακροατή. Το “Cry tough”, με το οποίο ανοίγει ο δίσκος, λειτουργούσε σχεδόν σαν δήλωση. Πίσω από το party image υπήρχε η νοοτροπία μιας μπάντας που είχε περάσει από clubs, είχε δεχτεί απορρίψεις και αβεβαιότητα, είχε φτύσει αίμα προσπαθώντας να επιβιώσει στη ζούγκλα του Los Angeles. Το τραγούδι κουβαλούσε εκείνη τη χαρακτηριστική αισιοδοξία των mid-’80s, την αφελή ιδέα ότι με αρκετή επιμονή και αρκετό θράσος, όλα ήταν πιθανά. Και φυσικά, υπήρχε το “Talk dirty to me” , το “I want action”, το “I won’t forget you”. Λίγα τραγούδια αποτύπωσαν τόσο τέλεια την αισθητική και τη φιλοσοφία της glam metal έκρηξης όσο αυτά. Άμεσα, πιασάρικα, γεμάτα ενέργεια και φτιαγμένα σχεδόν μαθηματικά για τα ραδιοκύματα και το rotation του MTV. Έγιναν γρήγορα το soundtrack μιας ολόκληρης εποχής. Και φυσικά μην ξεχνάμε το ομώνυμο κομμάτι, που έβαζε κάτω πολλούς ανταγωνιστές τους! Τίποτα δεν προσπαθούσε να είναι βαθύ ή πολύπλοκο. Και εκεί βρισκόταν το μεγάλο μυστικό του άλμπουμ. Οι POISON δεν πουλούσαν κάτι “επικίνδυνο”. Πουλούσαν πολύ απλά απόδραση, διασκέδαση και τίποτα άλλο.

Ο δίσκος δεν είχε τη γυαλισμένη υπερπαραγωγή, αντίθετα μετέφερε την ενέργεια της μπάντας που μόλις είχε βγει από τα υπόγεια club και προσπαθούσε να μεταφέρει αυτή την ενέργεια κατευθείαν στο στούντιο. Οι κιθάρες του C.C. DeVille είχαν βρώμικο χαρακτήρα, το rhythm section κρατούσε τα τραγούδια απλά και άμεσα, ενώ η φωνή του Bret Michaels έδινε συνεχώς την αίσθηση frontman που γεννήθηκε περισσότερο για να είναι στην σκηνή παρά για τεχνικές επιδείξεις. Αυτό το στοιχείο έκανε το άλμπουμ να μοιάζει πιο ανθρώπινο, πίσω από τη λακ, το make-up και την υπερβολή, υπήρχε η αίσθηση μιας πραγματικής club μπάντας που έπαιζε δυνατά, γρήγορα και με απόλυτο στόχο να κερδίσει και να διασκεδάσει και αυτή μαζί με το κοινό της. Και ως τέτοια μπάντα πρέπει να η ιστορία να κρίνει τους POSION.

Παρά την τεράστια εμπορική επιτυχία που ακολούθησε, οι POISON δεν απέκτησαν ποτέ τον “σεβασμό” που κέρδισαν άλλα μεγάλα ονόματα της rock σκηνής, και αυτό είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ιστορίας τους. Από τη μία πλευρά, όχι μόνο το “Look what the cat dragged In”, αλλά και οι επόμενες κυκλοφορίες τους, γνώρισαν επιτυχία, η μπάντα έκανε εκτεταμένες περιοδείες, γέμισε τις αρένες και γνώρισε μεγάλη αναγνώριση. Τα τραγούδια τους έμειναν ζωντανά στα FM, στο MTV και στην μνήμη μιας ολόκληρης γενιάς οπαδών και όχι μόνο. Οι POISON έγιναν star, έπαιξαν στο Donington το 1990, δίπλα στους AEROSMITH και WHITESNAKE δίχως το μακιγιάζ τους, και τελικά και μετατράπηκαν, μέχρι και σήμερα, σε βασικό κομμάτι της αμερικανικής pop κουλτούρας των late-’80s.

Από την άλλη όμως, ένα μεγάλο μέρος του μουσικού Τύπου και αρκετοί hard rock οπαδοί συνέχισαν να τους αντιμετωπίζουν σχεδόν σαν ένα παράταιρο φαινόμενο της εποχής. Για πολλούς, η εικόνα τους ήταν υπερβολικά εμπορική, υπερβολικά φανταχτερή, έξω από τα κλασσικά πλαίσια του rock. Πολλοί θεώρησαν πως το να κυκλοφορείς με προβιές επάνω στην σκηνή ήταν πιο αντρικό από το να φοράς make up. Όμως το “Look what the cat dragged in” δεν προσπαθούσε ποτέ να παρουσιαστεί ως αριστούργημα ή ως σοβαρό heavy metal statement. Αντίθετα, αγκάλιαζε πλήρως την εποχή του. Τη λάμψη, την υπερβολή, την ανάγκη για διασκέδαση και την αίσθηση ότι το rock μπορούσε πλέον είναι ταυτόχρονα μουσική, πολύχρωμη εικόνα και lifestyle προϊόν.

Σήμερα, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το “Look what the cat dragged In” παραμένει ένα στιγμιότυπο μιας εποχής όπου το Sunset Strip έμοιαζε με το κέντρο του μουσικού κόσμου, και αυτό είναι κάτι που κανείς δεν δικαιούται να το αμφισβητήσει, είτε αποδέχεται τους POISON είτε όχι. Η επιτυχία του ήταν μόνο η αρχή. Μέσα στα επόμενα χρόνια, οι POISON εξελίχθηκαν σε ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά ονόματα ολόκληρης της hard rock σκηνής, με άλμπουμ όπως το “Open up and say… Ahh!” το “Flesh & blood” και το εκπληκτικό αλλά διαφορετικό “Native tongue” με τον Richie Kotzen να τους δίνει μια άλλη οπτική. Όμως, όπως συνέβη με μεγάλο μέρος της glam metal σκηνής, οι αρχές της δεκαετίας του ’90 έφεραν δραματικές αλλαγές. Η άνοδος του grunge και η αλλαγή στη μουσική αισθητική της εποχής έκαναν ξαφνικά τον πολύχρωμο κόσμο του Sunset Strip να μοιάζει με απομεινάρι μιας διαφορετικής πραγματικότητας. Παρόλα αυτά, οι POISON κατάφεραν να επιβιώσουν και να δισκογραφούν περισσότερο από πολλούς συνοδοιπόρους τους, γιατί, πίσω από την υπερβολή και το image, υπήρχαν τραγούδια που είχαν συνδεθεί βαθιά με μια ολόκληρη γενιά ακροατών από την μία αλλά και γιατί η ίδια η μπάντα συνέχισε να κάνει αυτό για το οποίο ήταν φτιαγμένη, να διασκεδάζει το κόσμο.

Δημήτρης Σειρηνάκης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here