
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Rock the nations” – SAXON
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΕΤΑΙΡΙΑ: Parlophone/EMI
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Gary Lyons
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Biff Byford – φωνητικά, πλήκτρα
Graham Oliver – Κιθάρες
Paul Quinn – Κιθάρες
Paul Johnson – Μπάσο
Nigel Glockler – Drums
Δέκα ημέρες για να αλλάξεις την ιστορία…
Οι TOKYO BLADE απέτυχαν, οι TYGERS OF PAN TANG απέτυχαν, οι GIRLSCHOOL απέτυχαν, οι SHY απέτυχαν, οι SAMSON απέτυχαν, οι RAVEN, οι TOBRUK, οι PRAYING MANTIS και οι HEAVY PETTIN’… απέτυχαν. Οι SAXON; Απέτυχαν τελικά κι αυτοί. Θα μου πείτε, πού απέτυχαν όλοι αυτοί;; Εκεί όπου κατάφεραν να πετύχουν μόνο οι DEF LEPPARD και οι IRON MAIDEN από τη γενιά των συγκροτημάτων που ξεπήδησαν μέσα από το New Wave Of British Heavy Metal. Στην Αμερική. Δεν είναι όμως αυτό το θέμα του σημερινού άρθρου. Δεν θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε γιατί τόσες βρετανικές metal μπάντες δεν κατάφεραν να μετατρέψουν την ευρωπαϊκή τους επιτυχία σε αντίστοιχη αμερικανική. Δεν θα εξετάσουμε συνολικά το φαινόμενο, αλλά θα το προσεγγίσουμε μέσα από την περίπτωση των SAXON και του “Rock the nations”.
Μόνο που το συγκεκριμένο άλμπουμ δεν μπορεί να απομονωθεί από το περιβάλλον του, ούτε να το δούμε απομονωμένο από τον περίγυρο του. Για να καταλάβουμε τι πραγματικά συνέβαινε στους SAXON το 1986, πρέπει να γυρίσουμε λίγο πίσω, στο 1984 και να ακολουθήσουμε την πορεία τους μέχρι το 1988. Γιατί αυτή η τετραετία δεν ήταν απλώς μια περίοδος αλλαγών στη δισκογραφία τους. Ήταν μια περίοδος κατά την οποία οι SAXON βρέθηκαν αντιμέτωποι με την φιλοδοξία τους, με απαιτήσεις που δεν υπήρχαν λίγο καιρό νωρίτερα, με διαφορετικές αντιλήψεις για το πόσο εμπορικός έπρεπε να γίνει ο ήχος τους, με την πίεση της αμερικανικής αγοράς και τελικά, με εσωτερικές αναταράξεις που κόστισαν στη σύνθεση και στη συνοχή της μπάντας.
Η συνεργασία με την EMI έφερε μαζί της δυνατότητες που οι SAXON δεν είχαν προηγουμένως. Έφερε όμως και προσδοκίες που έφτασαν την μπάντα στα όριά της. Η Αμερική ήταν ο μεγάλος στόχος και η επιτυχία των DEF LEPPARD και των IRON MAIDEN θα παρέσυρε μπάντες και δισκογραφικές να θέσουν στόχους που με το πέρασμα του χρόνου αποδείχτηκαν μάταιοι και ανεδαφικοί. Για τους SAXON, η επίπονη αυτή προσπάθεια πέρασε μέσα από τα “Crusader”, “Innocence is no excuse”, “Rock the nations” και “Destiny”. Και ο τρίτος σταθμός αυτής της πορείας είναι ένας δίσκος που γράφτηκε κάτω από ασφυκτικά περιορισμένο χρόνο, σε μια περίοδο κατά την οποία η σύνθεση της μπάντας είχε ήδη αλλάξει, με τον Elton John να βρίσκεται απρόσμενα στο ίδιο studio, και με τους SAXON να συνεχίζουν να διεκδικούν τη θέση τους στην Αμερική, ενώ η εμπορική πραγματικότητα δεν δικαίωνε τις προσδοκίες. Αυτό είναι το “Rock the Nations”, το άλμπουμ μιας μπάντας που η ψυχή της δελεάστηκε αλλά δεν μπορούσε να αλλάξει. Και για να καταλάβουμε τον δίσκο, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τι είχε συμβεί στους SAXON μέχρι να φτάσουν σε αυτόν.
Το 1983, οι SAXON δεν ήταν πλέον το συγκρότημα που προσπαθούσε να αποδείξει ότι ανήκει στην πρώτη γραμμή του NWOBHM, ήταν στην κορυφή του Βρετανικού heavy metal και στο απόγειο της δόξας τους. Τα “Wheels of steel”, “Strong arm of the law”, “Denim and leather” και “Power and the glory” είχαν φέρει την μπάντα πολύ ψηλά στην εκτίμηση του Ευρωπαϊκού κοινού, όμως η Αμερική παρέμενε η μεγάλη αγορά που δεν είχαν καταφέρει ακόμη να κατακτήσουν. Το “Crusader”, κυκλοφόρησε το 1984 και παρόλο που δεν εγκατέλειψε τον ήχο τους, έδειξε στο σύνολο του ένα προσανατολισμό για πιο καθαρό, πιο μελωδικό και περισσότερο προσβάσιμο ήχο. Δεν ήταν ακόμη η μεγάλη αλλαγή, ήταν όμως η αρχή μιας διαδρομής που μέσα στα επόμενα χρόνια θα έφερνε τους SAXON όλο και πιο μακριά από την αφετηρία τους.
Η Carrere είχε συνδέσει το όνομά της με την άνοδό τους, αλλά πλέον η μπάντα είχε μεγαλώσει αρκετά ώστε να αναζητά μια μεγαλύτερη διεθνή προοπτική. Και αυτή η προοπτική περνούσε αναπόφευκτα από την Αμερική. Η μετακίνηση στην Parlophone/EMI, που ακολούθησε, έφερε μεγαλύτερες δυνατότητες, μεγαλύτερα budget και ευκαιρίες αλλά και μεγαλύτερες απαιτήσεις. Οι SAXON έμπαιναν σε ένα περιβάλλον όπου η αμερικανική αγορά, ήταν ο προαπαιτούμενος στόχος και βασικό μέρος των εμπορικών προσδοκιών. Το επόμενο βήμα, το “Innocence is no excuse” του 1985, ήταν ακόμα πιο μετέωρο. Η EMI είχε ξοδέψει μια περιουσία στέλνοντας τη μπάντα στο Μόναχο για ηχογραφήσεις με τον παραγωγό Simon Hanhart. Με το “Innocence…” οι SAXON προχώρησαν περισσότερο προς έναν ήχο με μεγαλύτερη έμφαση στη μελωδία και σαφώς πιο προσεγμένη παραγωγή. Η κατεύθυνση φαίνονταν πλέον και ήταν σαφής, αλλά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το συγκρότημα είχε εγκαταλείψει εντελώς τον χαρακτήρα του. Άλλωστε, μιλάμε για έναν εξαιρετικό δίσκο, που διαθέτει δυνατές και κλασσικές συνθέσεις και δεν δικαιολογεί την εκ των υστέρων αντιμετώπισή του ως μιας αποτυχημένης προσπάθειας.

Το πρόβλημα βρισκόταν αλλού. Στην αμερικανική αγορά, το άλμπουμ έφτασε μόλις στο Νο. 133 του Billboard 200. Για μια μπάντα που ήθελε να κάνει το μεγάλο εμπορικό άνοιγμα στις ΗΠΑ, η θέση αυτή απείχε πολύ από τον στόχο της. Η αλλαγή κατεύθυνσης δεν είχε αποφέρει το αποτέλεσμα που προσδοκούσαν, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που απαιτούσε η φιλοδοξία τους, αλλά κυρίως όχι στον βαθμό που απαιτούσε η εταιρία τους. Και εκεί ακριβώς ξεκίνησε το πρόβλημα. Οι SAXON μπορούσαν να κυκλοφορούν αξιόλογους δίσκους, που σε εμάς να αρέσουν, να διατηρούν τη μουσική τους υπόσταση, αλλά να μην καταφέρνουν να μετατρέψουν αυτή την ποιότητα σε αντίστοιχη εμπορική επιτυχία στην Αμερική. Το επόμενο βήμα θα ήταν το “Rock the nations” του 1986. Αυτή τη φορά, όμως, οι συνθήκες μέσα στις οποίες θα δημιουργούνταν ο δίσκος θα ήταν ιδιαίτερα πιο πιεστικές.
Στις αρχές του 1986, ο Steve Dawson αποχώρησε από τους SAXON, αφήνοντας πίσω του μια μπάντα που έπρεπε να προχωρήσει χωρίς ένα από τα ιδρυτικά μέλη της και χωρίς έναν από τους βασικούς συντελεστές του προηγούμενου άλμπουμ. Οι ακριβείς λόγοι της αποχώρησής του παραμένουν αντικείμενο αμφιλεγόμενων αφηγήσεων. Ο Nigel Glockler έχει αποφύγει να μπει σε λεπτομέρειες, χαρακτηρίζοντας το θέμα εσωτερική υπόθεση της μπάντας, ενώ ο ίδιος ο Dawson έχει αναφέρει πως η αποχώρηση του δεν ήταν δική του επιλογή. Δεν θα ήταν σωστό να αποδώσουμε τη ρήξη σε μία και μοναδική αιτία όμως. Πιθανώς η πίεση για εμπορικότητα λειτούργησε σαν ωρολογιακή βόμβα για τις σχέσεις των μελών. Ο Dawson αντιστεκόταν σθεναρά σε μια μεγάλη αλλαγή του στυλ της μουσικής τους. Στην αυτοβιογραφία του Biff Byford, “Never Surrender (Or Nearly Good Looking)” ο frontman των SAXON περιγράφει με μεγάλη ειλικρίνεια πώς η EMI, έχοντας απογοητευτεί από τις χαμηλές πωλήσεις του “Innocence …” στην Αμερική, τους έθεσε αυστηρό τελεσίγραφο, περιέκοψε το budget και τους και τους έδωσε ένα ελάχιστο περιθώριο για να ηχογραφήσουν το νέο τους άλμπουμ στην Ολλανδία. Εξηγεί επίσης πώς η πίεση για ένα αμερικάνικο hit διέλυσε τις σχέσεις τους με τον Steve Dawson ο οποίος διαφώνησε και με την επιλογή του παραγωγού, αφού ήθελε τον Dieter Dierks να κάτσει στην κονσόλα για το επόμενο τους άλμπουμ και όχι τον Gary Lyons. Το αποτέλεσμα, πάντως, ήταν συγκεκριμένο, οι SAXON έμπαιναν στην επόμενη ηχογράφηση με διαφορετική σύνθεση και χωρίς έναν μπασίστα που είχε την ικανότητα να συνθέτει σπουδαίες μελωδίες.
Για το “Rock the Nations”, ο Biff Byford ανέλαβε ξανά το μπάσο, ενώ ο Paul Johnson εμφανίστηκε στα credits σε δύο τραγούδια και εντάχθηκε στο συγκρότημα ως νέος μπασίστας. Η αλλαγή αυτή, ιστορικά αποδείχτηκε, πως δεν θα μπορούσε από μόνη της να καθορίσει την πορεία της μπάντας. Όμως, σε συνδυασμό με όσα συνέβαιναν γύρω από το συγκρότημα, αποτελούσε ακόμη μία δυσκολία σε μια περίοδο που οι SAXON έπρεπε να ανταποκριθούν σε καταστάσεις που δεν είχαν καν φανταστεί.
Και ο χρόνος που τους δόθηκε για να γράψουν το νέο υλικό δεν βοήθησε καθόλου. Ο Nigel Glockler αναφέρει ότι το management τούς έδωσε μόλις δέκα ημέρες για τη σύνθεση του άλμπουμ. Ο ίδιος συνέδεσε αυτή την πίεση με αδυναμίες στις ενορχηστρώσεις ορισμένων τραγουδιών. Δεν μιλάμε, λοιπόν, απλώς για μια μπάντα που ήθελε να κινηθεί γρήγορα. Μιλάμε για τους SAXON του 1986, οι οποίοι καλούνταν να συνεχίσουν την προσπάθεια για την αμερικανική αγορά, ενώ η σύνθεση και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έπρεπε να δουλέψουν δεν έμοιαζαν ιδανικές. Το “Rock the Nations” ηχογραφήθηκε το 1986 στο Wisseloord Studios, στο Hilversum της Ολλανδίας, με παραγωγό τον Gary Lyons, έναν άνθρωπο που είχε ήδη δουλέψει με ονόματα όπως οι FOREIGNER, QUEEN, UFO, MOUNTAIN και ROLLING STONES. Είχαν μπροστά τους έναν παραγωγό με σημαντική εμπειρία, αλλά ο χρόνος που τους δόθηκε για να γράψουν το υλικό ήταν εξαιρετικά περιορισμένος. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον συνέβη κάτι που δύσκολα θα μπορούσε να προβλέψει κανείς, ο Elton John βρέθηκε να παίζει πιάνο σε δύο τραγούδια! Ηχογραφούσε στον ίδιο χώρο και οι δύο πλευρές ήρθαν σε επαφή μέσω του Lyons. Η συνεργασία δεν προέκυψε από κάποια στρατηγική, αλλά από την τυχαία συνάντηση των μουσικών στο στούντιο.
Το άλμπουμ τελικά κυκλοφόρησε το 1986 και η πρώτη ανάγνωση είναι ότι προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Από τη μία, υπάρχει η έμφυτη ανάγκη να διατηρήσουν τη δύναμη και την επιθετικότητα που τους καθιέρωσαν. Από την άλλη, η επιδίωξη ενός πιο προσιτού ήχου, με μεγαλύτερη έμφαση στις μελωδίες, στα ρεφρέν και σε μια θεματολογία που δεν ταιριάζει στο προφίλ της μπάντας. Αυτή η συνύπαρξη δεν οδηγεί όμως πάντοτε σε ένα ομοιογενές αποτέλεσμα. Και οι SAXON φύση και θέση ανήκουν στο καθαρόαιμο και αστραφτερό metal!
Το ομώνυμο κομμάτι είναι δηλωτικό και ένας τυπικός SAXON ύμνος, το “Battle cry” επίσης είναι ένα κλασσικό κομμάτι της μπάντας, όσο και εάν οι γωνίες λίγο αμβλύνονται. Στο “Waiting for the night” εμφανίζεται πιο καθαρά η μελωδική πλευρά του άλμπουμ και όσο όμορφο και καλό σαν σύνθεση και εάν είναι, δείχνει ξεκάθαρα πως οι SAXON είναι μια μπάντα που το εμπορικό στυλ τύπου BON JOVI ή VAN HALEN δεν θα μπορούσαν ποτέ να το πλησιάσουν αλλά ούτε και τους ταίριαζε. Η σύνθεση κινείται προς μια πιο προσεγμένη, ραδιοφωνική προσέγγιση, έγινε βίντεο και απέτυχε παταγωδώς. Οι SAXON μπορούσαν να γράψουν τραγούδια με πιο άμεση μελωδική απήχηση, αλλά η ύπαρξη τέτοιων συνθέσεων δεν σήμαινε αυτομάτως ότι θα αποκτούσαν και το εμπορικό πλεονέκτημα που αναζητούσαν. Κάτι που τελικά δεν συνέβη ποτέ.
Το θαυμάσιο “We came to here to rock” μπορεί και αυτό να είναι πιο εμπορικό όμως ο πραγματικός χαρακτήρας των SAXON ούτε εδώ μπορεί να κρυφτεί. Το κακό έρχεται με τα πολύ χαμηλού επιπέδου “You ain’t no angel”, “Running hot”, “Empty promises”, τα οποία είναι εντελώς έξω από τα νερά της μπάντας και το “Northern lady” (με τον Elton John) που ενώ είναι αξιόλογο, πάλι δείχνει ότι η μπάντα δεν είναι αυτό που ακούγεται, αλλά αυτό που θα ήθελε να γίνει ή την πιέζουν να γίνει. Στον αντίποδα, το “Party ’til you puke” επιλέγει μια πιο ανάλαφρη, σχεδόν προκλητικά διασκεδαστική προσέγγιση. Και η παρουσία του Elton John στο πιάνο προσθέτει μια απρόσμενη πινελιά σε ένα τραγούδι που περισσότερο μοιάζει με ένα απρόβλεπτο επεισόδιο των ηχογραφήσεων, παρά με κάτι που το ετοίμαζαν καιρό. Ο δίσκος μοιάζει να θέλει να κρατήσει το παλιό κοινό, αλλά να προσελκύσει ένα νέο και να ανταποκριθεί στις εμπορικές προσδοκίες της εποχής, χωρίς όμως να βρίσκει τον τρόπο να συνδυάσει αυτές τις επιδιώξεις. Και το κακό είναι ότι το αποτέλεσμα πρέπει να κριθεί με βάση αυτό που ακούγεται, όχι μόνο με βάση όσα συνέβησαν πίσω από τις πόρτες του στούντιο.
Όταν κυκλοφόρησε το “Rock the nations”, στις 13/10/1986, οι αριθμοί δεν άφηναν πολλά περιθώρια για πανηγυρισμούς, αλλά και οι κριτικές ήταν σχεδόν παντού απογοητευτικές. Στη Βρετανία το άλμπουμ έφτασε στο Νο. 34, ενώ στο αμερικανικό Billboard 200 περιορίστηκε στο νο 149, χαμηλότερα από το 133 του “Innocence…”. Η απόσταση από την εμπορική επιτυχία που επιδίωκαν ήταν πλέον δύσκολο να αγνοηθεί. Ανάλογη ήταν η εικόνα και στα singles. Το “Waiting for the night” έφτασε στο νο 66 του βρετανικού chart, ενώ το ομώνυμο “Rock the nations” σταμάτησε στο νο 80. Στην Αμερική τα “Waiting for the night”, “Rock the nations” και “Northern lady” δεν μπήκαν ποτέ ούτε στο επίσημο Billboard Hot 100, αλλά ούτε καν στο Mainstream Rock Tracks.
Κι όμως, η εικόνα δεν ήταν εξίσου απογοητευτική όταν οι SAXON ανέβαιναν στη σκηνή. Στις 23 Αυγούστου 1986 εμφανίστηκαν ως headliners στο Reading Festival, σε μια περίοδο κατά την οποία το νέο άλμπουμ ετοιμαζόταν να κυκλοφορήσει. Η εμφάνιση ηχογραφήθηκε για το BBC και αποτελεί μια ενδιαφέρουσα υπενθύμιση ότι η μπάντα εξακολουθούσε να διαθέτει τη συναυλιακή δύναμη που είχε χτίσει τα προηγούμενα χρόνια. Ακολούθησε και η αμερικανική περιοδεία με σύνολο 48 στάσεων, με τους SAXON να μοιράζονται τη σκηνή με ονόματα όπως οι Yngwie Malmsteen’s RISING FORCE, TRIUMPH, MOLLY HATCHET, WASP, MALICE και BLACK ’N BLUE. Η παρουσία τους δείχνει ότι εξακολουθούσαν να διεκδικούν χώρο στην αμερικανική αγορά, μιας και περιγραφές πάντα μιλούσαν για μια μπάντα που στην σκηνή ήταν σαρωτική. Η προσπάθεια όμως να διευρύνουν το κοινό τους δεν είχε αποδώσει το αποτέλεσμα που ήθελαν. Το πρόβλημα ήταν ότι όσο προσπαθούσαν να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις μιας μεγαλύτερης αγοράς, το όφελος αυτής της προσαρμογής παρέμενε ετεροβαρές και ουσιαστικά προσπαθούσαν να γίνουν κάτι που δεν ήταν.
Το 1988, το “Destiny” θα κλείσει ο κύκλος της προσπάθειας να κατακτήσουν την Αμερική, με τον ήχο τους να κινείται ακόμη πιο κοντά σε μια εμπορική προσέγγιση, με περισσότερα keyboards και ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στη μελωδία των FM. Ο Biff έχει εκφράσει εκ των υστέρων τη δυσαρέσκειά του για εκείνη την περίοδο και για την κατεύθυνση του άλμπουμ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απορρίπτει συνολικά τις συνθέσεις του. Η αμερικανική επιτυχία που επιδίωκαν δεν ήρθε ποτέ και η συνεργασία με την EMI έφτασε στο τέλος της. Τρία χρόνια αργότερα, με το “Solid ball of rock”, οι SAXON επέστρεψαν θριαμβευτικά σε έναν πιο σκληρό και αναγνωρίσιμο ήχο, συνεχίζοντας την πορεία τους μακριά από την προβληματική στρατηγική εκείνης της τετραετίας. Το “Rock the nations” παραμένει ένας σοβαρός σταθμός αυτής της ιστορίας, ένας δίσκος που αποτυπώνει την προσπάθεια των SAXON να μεγαλώσουν εμπορικά, σε μια αγορά που τελικά δεν τους έδωσε την ανταπόκριση που αναζητούσαν. Ίσως αυτό να έσωσε την ψυχή της ίδιας της μπάντας, μιας και αυτή η πορεία και η προσπάθεια που ολοκληρώθηκε με το “Destiny” τους οδήγησε τελικά πίσω, εκεί που πραγματικά ανήκουν και μπορούν να δημιουργήσουν. Στο καθαρό heavy metal, το οποίο υπηρετούν μέχρι και σήμερα, με υπερηφάνεια, ποιότητα και συνέπεια!

ENCORE:
SAXON – Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ
Το όνομα ενός συγκροτήματος δεν είναι απλώς μια εμπορική ταμπέλα, ή ένα logo και ένα απλό σήμα. Είναι ένα περιουσιακό στοιχείο που αποκτά αξία μέσα από χρόνια μουσικής δραστηριότητας, ηχογραφήσεων, φήμης, συναυλιών και σχέσεων με το κοινό. Όταν ένας οπαδός βλέπει το όνομα SAXON σε μια αφίσα, δεν αγοράζει απλώς ένα εισιτήριο για να ακούσει μερικούς μουσικούς. Περιμένει να συναντήσει ένα συγκεκριμένο ρεπερτόριο, μια ιστορία, έναν ήχο και μια ταυτότητα που έχει διαμορφωθεί επί δεκαετίες. Αυτή η αναγνωρισιμότητα μεταφράζεται και σε οικονομική αξία. Το όνομα και η φήμη που το συνοδεύει βρίσκονται στα εξώφυλλα των δίσκων, στις επανεκδόσεις, στα μπλουζάκια, στα συλλεκτικά αντικείμενα, στις αφίσες των συναυλιών και στις διαφημιστικές καμπάνιες. Επηρεάζουν τις συμφωνίες με δισκογραφικές εταιρείες, τις κρατήσεις σε φεστιβάλ, τις αμοιβές των εμφανίσεων και το ενδιαφέρον των διοργανωτών. Μια μπάντα με αναγνωρίσιμο όνομα έχει ένα πλεονέκτημα που ένα καινούργιο συγκρότημα, όσο καλό κι αν είναι, χρειάζεται χρόνια για να αποκτήσει.
Το σημαντικότερο είναι ότι η αξία αυτή δεν ανήκει αποκλειστικά σε έναν τραγουδιστή, έναν κιθαρίστα ή σε όποιο μέλος θεωρείται πιο καθοριστικό καλλιτεχνικά. Δημιουργείται μέσα από τη συνολική πορεία του συγκροτήματος, τη συμβολή διαφορετικών μουσικών, τις ηχογραφήσεις τους και την ανταπόκριση του κοινού. Ένα μέλος μπορεί να αποχωρήσει, να αντικατασταθεί ή να ακολουθήσει διαφορετική διαδρομή. Το όνομα, όμως, μπορεί να συνεχίσει να προσελκύει κοινό, ακριβώς επειδή έχει αποκτήσει μια αυτοτελή υπόσταση στη μουσική αγορά. Βλέπε JUDAS PRIESΤ ειδικά τώρα και με τον αποχώρηση του Ian Hill, αλλά και οι σημερινοί FOREIGNER είναι μια πολύ χαρακτηριστική ανάλογη περίπτωση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ιστορία και η συμβολή των πρώην μελών παύουν να έχουν σημασία. Σημαίνει, όμως, ότι η προσωπική συμμετοχή στη δημιουργία μιας μπάντας δεν συνεπάγεται αυτομάτως αποκλειστική ιδιοκτησία του ονόματός της. Η διαφορά ανάμεσα στην καλλιτεχνική συνεισφορά και στα νομικά δικαιώματα είναι συχνά το σημείο όπου αρχίζουν οι πιο δύσκολες αντιπαραθέσεις. Στη μουσική βιομηχανία, τελικά, το όνομα μιας μπάντας είναι κάτι πολύ περισσότερο από την υπογραφή των ανθρώπων που βρίσκονται σήμερα στη σκηνή. Είναι αυτό που αναγνωρίζει το κοινό, η ιστορία που κουβαλά ένα λογότυπο και η φήμη που μπορεί να συνεχίσει να παράγει καλλιτεχνική και οικονομική αξία ακόμη και όταν αλλάζουν τα πρόσωπα. Γι’ αυτό και οι διαφωνίες γύρω από τα δικαιώματα χρήσης του δεν είναι απλώς προσωπικές κόντρες μεταξύ μουσικών. Αφορούν τον έλεγχο μιας κληρονομιάς που χτίστηκε συλλογικά, αλλά μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη και προσοδοφόρα για όποιον έχει το δικαίωμα να τη χρησιμοποιεί. Και στις μέρες μας μπορεί οι νομικοί όροι και τα συμβόλαια να ξεκαθαρίζουν πια όλες αυτές τις δικονομικές υποθέσεις, αλλά δεν ήταν πάντα έτσι, ούτε όλοι είχαν την προνοητικότητα να έχουν ξεκαθαρίσει νομικά αυτές τις περιπτώσεις, πριν δημιουργηθούν διεκδικήσεις και αντιπαραθέσεις.
Έτσι, η ιστορία των SAXON δεν γράφτηκε μόνο μέσα από δίσκους, αλλαγές μελών και μουσικές διαφωνίες. Κάποια στιγμή, η σύγκρουση πέρασε και στις δικαστικές αίθουσες, με επίκεντρο ένα από τα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία ενός συγκροτήματος, το ίδιο του το όνομα.
Μετά την αποχώρησή τους από τους SAXON, ο κιθαρίστας Graham Oliver και ο μπασίστας Steve Dawson συνέχισαν να συνεργάζονται μουσικά. Το 1994 επανενώθηκαν με το όνομα SON OF A BITCH, χρησιμοποιώντας την ονομασία με την οποία ξεκίνησε η ιστορία του συγκροτήματος πριν καθιερωθεί ως SAXON στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Η επιστροφή αυτή, ωστόσο, δεν εξελίχθηκε απλώς σε μια νοσταλγική αναδρομή στο παρελθόν. Σταδιακά, οι δύο μουσικοί επιδίωξαν να αξιοποιήσουν και την ιστορική σύνδεσή τους με το όνομα SAXON, με το οποίο είχαν δραστικά συνδεθεί. Η κατάσταση περιπλέχθηκε το 1997, όταν ο Oliver και ο Dawson κατοχύρωσαν το όνομα SAXON ως εμπορικό σήμα, δηλώνοντάς το στα δικά τους ονόματα. Η καταχώριση αφορούσε, μεταξύ άλλων, ηχογραφήσεις, ζωντανές εμφανίσεις και υπηρεσίες ψυχαγωγίας.

Η κίνηση αυτή είχε ουσιαστικές συνέπειες. Οι δύο μουσικοί υποστήριξαν ότι η κατοχύρωση τους έδινε αποκλειστικά δικαιώματα στο όνομα SAXON στον χώρο της μουσικής και της ψυχαγωγίας. Η διεκδίκηση δεν περιορίστηκε σε μια τυπική νομική διαδικασία, χρησιμοποιήθηκε ως βάση για να αμφισβητηθεί η χρήση του ονόματος από το συγκρότημα του Biff, το οποίο εξακολουθούσε να ηχογραφεί και να εμφανίζεται κανονικά ως SAXON. Η διαμάχη έθετε πλέον ένα δύσκολο ερώτημα, μπορούσαν δύο πρώην μέλη να αποκτήσουν ατομικά τον έλεγχο ενός ονόματος που είχε δημιουργηθεί και καθιερωθεί από ένα συγκρότημα με περισσότερα μέλη;
Ο Biff προσέφυγε κατά της καταχώρισης, ζητώντας να ακυρωθεί. Στις 7 Νοεμβρίου 2002, το βρετανικό Γραφείο Εμπορικών Σημάτων απέρριψε αρχικά την αίτησή του. Η υπόθεση, όμως, δεν τελείωσε εκεί. Ο Byford άσκησε έφεση και η διαφορά έφτασε στο High Court του Λονδίνου. Στις 25 Φεβρουαρίου 2003, ο δικαστής Laddie ανέτρεψε την προηγούμενη απόφαση και ακύρωσε την καταχώριση του εμπορικού σήματος. Η δικαστική κρίση εξέτασε την ιστορία του συγκροτήματος, τη χρήση του ονόματος από τα διαφορετικά σχήματα που προέκυψαν με τις αλλαγές μελών και το γεγονός ότι οι Oliver και Dawson είχαν καταθέσει την αίτηση στο όνομά τους, διεκδικώντας στη συνέχεια αποκλειστικά δικαιώματα. Το δικαστήριο έκρινε ότι η κατοχύρωση είχε γίνει κακόπιστα (in bad faith) και ότι δεν μπορούσε να σταθεί με τον τρόπο που είχε επιχειρηθεί.
Υπάρχει, πάντως, μια σημαντική λεπτομέρεια που αξίζει να διευκρινιστεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία που εξετάστηκαν στη δίκη, οι Oliver και Dawson δεν ισχυρίστηκαν ότι εμφανίζονταν ως SAXON σκέτο ούτε ότι σκόπευαν να το κάνουν. Η δική τους μπάντα είχε ως OLIVER/DAWSON SAXON. Η δικαστική απόφαση κατέγραψε επίσης ότι η χρήση του ονόματος χωρίς σαφή διάκριση από το συγκρότημα του Biff, είχε αποτελέσει αντικείμενο αντιπαράθεσης και απειλών για δικαστικές ενέργειες.
Η ονομασία OLIVER/DAWSON SAXON επέτρεψε στους δύο μουσικούς να συνεχίσουν να εμφανίζονται, διατηρώντας ορατή τη σύνδεσή τους με την ιστορία του συγκροτήματος, αλλά και διαχωρίζοντας το δικό τους σχήμα από εκείνο του Biff. Η δικαστική απόφαση, ωστόσο, δεν έκρινε ποια πλευρά ήταν μουσικά η «αυθεντική» SAXON. Αφορούσε τη νομιμότητα της κατοχύρωσης του ονόματος και τα δικαιώματα που απορρέουν από τη χρήση του.
Η υπόθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο περίπλοκη μπορεί να γίνει η διαχείριση της κληρονομιάς ενός συγκροτήματος όταν οι δρόμοι των μελών χωρίζουν. Ένα όνομα που δημιουργήθηκε συλλογικά μπορεί να αποκτήσει τεράστια εμπορική αξία, όμως η ιστορική συμμετοχή ενός μουσικού στη δημιουργία του δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μπορεί να το κατοχυρώσει αποκλειστικά για τον εαυτό του. Στην περίπτωση των SAXON, η διαμάχη έληξε υπέρ του Byford ως προς την ακύρωση της συγκεκριμένης καταχώρισης, ενώ οι Oliver και Dawson συνέχισαν τη δική τους πορεία με το όνομα OLIVER/DAWSON SAXON.
Δημήτρης Σειρηνάκης










![A day to remember… 10/10 [TRIVIUM] Trivium](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/10/Trivium-Crusade-front-218x150.jpg)
![A day to remember… 9/10 [MY DYING BRIDE]](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/10/My-Dying-Bride-A-line-front-218x150.jpg)
![A day to remember… 9/10 [SCORPIONS] Scorpions](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/10/Scorpions-Virgin-Killer-front-218x150.jpg)