Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 146

A day to remember… 28/9 [SAXON]

0
Saxon

Saxon

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Lionheart – SAXON
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2004
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: SPV/Steamhammer
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Charlie Bauerfeind
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Biff Byford
Κιθάρες – Paul Quinn, Doug Scaratt
Μπάσο – Nibbs Carter
Drums – Jörg Michael
Keyboards στο “Lionheart” – Chris Stubley

Οι SAXON το 2004, την χρονιά που κυκλοφόρησε το “Lionheart”, είχαν ήδη 25 χρόνια  δισκογραφικής παρουσίας, αποτελώντας αφενός ένα από τα πιο συνεπή συγκροτήματα σε σχετικά συχνές χρονικά κυκλοφορίες ανά άλμπουμ αλλά και αφετέρου σε ποιοτικό υλικό αυτών, αφού κατά γενική ομολογία δεν έχουν κακό δίσκο. Ακόμα και την περίοδο που θέλησαν να ακολουθήσουν πιο μελωδικούς δρόμους, έχουν γράψει και προσφέρει τραγούδια που έχουν μείνει αναλλοίωτα στο χρόνο.

Όσοι έχουν ασχοληθεί με το συγκρότημα, ξέρουν εκ προοιμίου τι να περιμένουν ηχητικά, αφού τα μέλη του group έχουν βρει μια συγκεκριμένη ηχητική φόρμουλα που ακολουθείται σε κάθε δισκογραφική τους κίνηση. Έτσι κανείς δεν περιμένει να ακούσει κάτι μουσικά καινοτόμο που θα ταράξει τα νερά της δισκογραφίας, όντας η νέα τάση. Οι SAXON έχουν χαράξει την δική τους πορεία και κανείς δεν μπορεί είτε να τους αμφισβητήσει, είτε να τους κατηγορήσει. Το μόνο που θέλει ο οπαδός είναι το πλήθος των αξιοπρόσεκτων τραγουδιών να είναι μεγάλο σε κάθε δουλειά.

Το 2004 λοιπόν κυκλοφόρησε η δεκαετή έκτη δουλειά τους, παίρνοντας την σκυτάλη από το προ τριετίας, τότε, πολύ καλό δίσκο “Killing ground”. Μετά την ακρόαση, απλά επιβεβαιώθηκε για ακόμα μια φορά, το ταλέντο που έχουν οι μουσικοί να γράφουν ωραία τραγούδια, που αξίζουν πολλών και επαναλαμβανόμενων ακροάσεων. Το “Lionheart”, ήταν άλλο ένα τέτοιο άλμπουμ των SAXON. Το συγκρότημα υιοθέτησε για άλλη δουλειά όλα εκείνα τα στοιχεία που το είχε κάνει τόσο αγαπητό. Χωρίς κανέναν ηχητικό πειραματισμό ή αλλαγή στυλ έκφρασης και μουσικού ύφους, έκαναν ότι ξέρουν καλύτερα: να προσφέρουν ποιοτικά heavy metal τραγούδια. Στην εν λόγω δουλειά, το group, παρέμεινε πιστό στις μουσικές αρχές του, «δηλώνοντας φωναχτά» ότι έχει τον τρόπο με τα τραγούδια του αλλά και τις γενικότερες κινήσεις του (όπως πχ άλλο ένα καταπληκτικό εξώφυλλο), να σε κάνει να αναφωνείς από χαρά. Το άλμπουμ σε σύγκριση με την πιο πρόσφατη τότε προηγούμενη δουλειά τους, ήταν ελαφρώς καλύτερο, σε σύνολο τραγουδιών, για ένα και μόνο λόγο που ήταν το περιεχόμενο του.

Γι’ άλλο ένα δίσκο, οι SAXON έγραψαν αξιομνημόνευτες συνθέσεις που είχαν όλα τα trademarks που τους είχαν καθιερώσει, σε όλες έναν διάχυτο ηχητικό τσαμπουκά και άπλετο δυναμισμό, «πορωτικά» κιθαριστικά ριφ, solos και μελωδίες που θα σου γίνονταν άκρως κολλητικές μετά τις πρώτες ακροάσεις, και ρεφραίν που θα τραγουδούσες άμεσα. Κάθε σύνθεση είχε την δικιά της θέση σε όλο το δίσκο, και έτσι αφενός όλη η δουλειά «κυλούσε» πολύ ευχάριστα και γρήγορα, αφετέρου δεν την βαριόσουνα. Σίγουρα ο καθένας θα ξεχώριζε αυτές που θα του έκαναν πιο μεγάλη εντύπωση, αλλά στο “Lionheart” δεν υπήρχε filler σε καμία στιγμή του δίσκου. Σαφώς και όλα τα τραγούδια δεν θα ήταν στο ίδιο επίπεδο αρεσκείας του ακροατή, γιατί αλλιώς θα αναφερόμασταν στον καλύτερο δίσκο της καριέρας τους. Όλα όμως τα γνωστά στο κοινό στοιχεία δόμησης του κάθε τραγουδιού, ήταν και πάλι παρόντα και έτσι ότι ακουγόταν ήταν άκρως ξεσηκωτικά τραγούδια σε up-tempo ρυθμούς.

Από το πρώτο τραγούδι του δίσκου “Witchfinder general” οι SAXON έδειξαν τις προθέσεις τους και σε αυτή την δουλειά. Ευτυχώς και η συνέχεια ήταν άκρως απολαυστική. Τα “Man and machine”, “Beyond the grave”, “Justice”, “To live by the sword”, “English man o’war” (το πιο New Wave of British Heavy Metal τραγούδι του δίσκου, προσωπικά), “Searching for Atlantis”, και φυσικά το all time classic πια ομώνυμο τραγούδι, πήραν πολύ ευκολά και γρήγορα την θέση που τους άρμοζε στις καρδίες των οπαδών. Τι και αν έχουν περάσει 20 χρόνια από την κυκλοφορία; Ακούγοντας ξανά τον δίσκο νομίζεις ότι κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα και όχι τόσο καιρό πριν. Αυτό είναι το μοναδικό προσόν που έχει αυτό το γκρουπ να μας χαρίζει ευφάνταστα δείγματα γραφής γραμμένα σε πεντάγραμμο.

Το “Lionheart” ήταν, και θα είναι για πάντα, ένα ακόμα άλμπουμ στο οποίο οι ιθύνοντες κατέθεσαν ψυχή τε και σώματι, κάνοντας αυτό που αγαπούν, δίνοντας στον metal οπαδό, άλλον ένα δίσκο που θα ακούγεται το ίδιο φρέσκος και επίκαιρος ακόμα και μετά από πολλά χρόνια. Μια δουλειά τόσο προσεγμένη που και αυτή τίμησε στο έπακρο το όνομα και την ιστορία του γκρουπ. Άλλωστε είναι γνωστό το μεράκι που υπάρχει σε κάθε καινούργια τους δισκογραφική κίνηση κάθε φορά που επιθυμούν να την κάνουν. Δεν είναι τυχαία τόσο αναγνωρίσιμοι.

Did you know that:   

– Το “Lionheart” είναι το μόνο άλμπουμ που συμμετέχει ο drummer Jörg Michael, με θητεία στους AVENGER, RAGE, MEKONG DELTA, AXEL RUDI PELL, GRAVE DIGGER, RUNNING WILD και φυσικά STRATOVARIUS μεταξύ άλλων.

– Το τραγούδι “Witchfinder general” αναφέρεται στο κυνήγι μαγισσών κατά την περίοδο της Μεσοβασιλείας. Επίσης αναφέρεται σε μεθόδους ανάκρισης και εκτέλεσης που είχε ο γνωστός  κυνηγός μαγισσών Matthew Hopkins.

– Το τραγούδι “Lionheart” είναι γραμμένο για τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, βασιλιά της Αγγλίας από το 1189 μέχρι το 1199.

– Το τραγούδι “Beyond the grave” αναφέρεται στο θάνατο και την μεταθανάτια ζωή.

– Το τραγούδι “To live by the sword” αναφέρεται στον τρόπο ζωής των Samurai.

– Το άλμπουμ επανεκδόθηκε το 2006 σε digipak cd box set συσκευασία περιοριορισμένου αριθμού 10,000 κοπιών, έχοντας ένα bonus dvd με ακυκλοφόρητο υλικό, videos, άλλες μίξεις τραγουδιών, νέα 5.1/96K πολύ υψηλής ποιότητας ηχητική μίξη όλου του album και ένα κρεμαστό μπρελόκ για τα κλειδιά με το λογότυπο του γκρουπ.

Θοδωρής Μηνιάτης

A day to remember… 28/9 [3 INCHES OF BLOOD]

0
3 inches

3 inches

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Advance and vanquish” – 3 INCHES OF BLOOD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2004
ΕΤΑΙΡΙΑ: Roadrunner Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Neil Kernon
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Cam Pipes: φωνητικά
Jamie Hooper: φωνητικά
Sunny Dhak: κιθάρα
Bobby Froese: κιθάρα
Brian Redman: μπάσο
Matt Wood: τύμπανα

Συμπτωματικά -όπως ακριβώς και με την περίπτωση του “Reckoning night” των SONATA ARCTICA- πριν 20 χρόνια είχα γράψει κριτική για το “Advance and vanquish” των Καναδών 3 INCHES OF BLOOD για γνωστό webzine της εποχής. Σήμερα καλούμαι να αναφερθώ ξανά, αυτή τη φορά μέσω του αγαπημένου μας Rock Hard, στο συγκεκριμένο άλμπουμ.

Η περίπτωση της συγκεκριμένης μπάντας είναι ιδιαίτερη αφού ο συνδυασμός 2 τραγουδιστών σε καθαρά και brutal φωνητικά δημιουργεί μια «διπλή» μουσική ταυτότητα, όπως εξάλλου και ο ήχος του συγκροτήματος που βρίσκεται ακριβώς στο ενδιάμεσο της απόστασης του παραδοσιακού heavy metal με το NWOSDM και κατ’ επέκταση των σχετικών πάντα «αμερικανιών» απο την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Το “Advance and Vanquish”, το μακρινό 2004 ήταν ένας δίσκος που προσπαθούσε αρκετά αποτελεσματικά να συνδυάσει μελωδικές με επιθετικές ιδέες στις κιθάρες αλλά όπως είπαμε και στη φωνή, έχοντας ως επιρροές τους IRON MAIDEN και τους JUDAS PRIEST από τη μία, τους IN FLAMES / AT THE GATES και το αμερικανικό power/thrash από την άλλη.

Από την πρώτη νότα το άλμπουμ σε αρπάζει με την ατέλειωτη ενέργεια του, με κυρίαρχο ρόλο στις κιθάρες όπου τα διαδοχικά γρήγορα riff, οι επικές μελωδίες και thrash επιρροές που παραπέμπουν σε κλασικούς metal δίσκους των 80s προκαλούν αμέσως το ενδιαφέρον. Τα ψηλά φωνητικά τα οποία έχει αναλάβει ο Cam Pipes είναι εντυπωσιακά και δίνουν μια αίσθηση μεγαλείου, ενώ τα πιο σκληρά φωνητικά του Jamie Hooper προσθέτουν μια επιθετική διάσταση και μια πιο μοντέρνα προσέγγιση.

Οι συνθέσεις είναι γεμάτες επική θεματολογία και αντίστοιχες ιστορίες (μας προϊδεάζει γι’ αυτό και το εξώφυλλο του δίσκου) με κορυφαία στιγμή το “Deadly sinners”, το πιο εμπορικό κομμάτι του άλμπουμ που κυκλοφόρησε και σε official video.

Οι δυνατές και γρήγορες εκτελέσεις που ακούμε σε όλη τη διάρκεια του δίσκου κρατούν αμείωτη την ένταση και το ενδιαφέρον του ακροατή, ενώ παρά τον αδιαμφισβήτητο φόρο τιμής στις μπάντες-επιρροές τους, οι 3 INCHES OF BLOOD καταφέρνουν να μην ακούγονται απλώς σαν μια retro μπάντα, αλλά σαν μια ολοκληρωμένη πρόταση εκσυγχρονισμού του παραδοσιακού ήχου συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν. Η παραγωγή είναι καθαρή και δυναμική, με κάθε όργανο να ακούγεται ξεκάθαρα και ο ήχος του άλμπουμ είναι τραχύς και σύγχρονος. Συνολικά, το “Advance and vanquish” κατά τη γνώμη μου αποτέλεσε έναν από τους καλύτερους all about metal δίσκους του 2004.

ΥΓ. Η μπάντα αν και διαλύθηκε το 2015 πρόσφατα ανακοίνωσε την επανασύνδεσή της καθώς και ημερομηνίες συναυλιών σε Καναδά και ΗΠΑ. Το καλοκαίρι του 2025 θα επισκεφτούν την Μεγάλη Βρετανία στο Bloodstock Open Air.

Δημήτρης Μελίδης

SAVATAGE – “Hall of the mountain king” – Worst to best

0
Savatage

Savatage

Υπάρχουν κάποια συγκροτήματα που και μόνο το άκουσμα του ονόματός τους είναι ικανό να προκαλέσει ρίγη ενθουσιασμού, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση των θρυλικών SAVATAGE. Όταν η συζήτηση δε πάει και σε ένα από τα καλύτερα άλμπουμ του σχήματος, τότε ο εν λόγω ενθουσιασμός πιάνει κόκκινο! Μπορεί η εποχή μετά τον αδικοχαμένο Criss Oliva να έχει δώσει φοβερά τραγούδια μέσα σε κάπως άνισους δίσκους, αλλά μαζί του η ομάδα ήταν ασταμάτητη. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το “Hall of the mountain king” είναι ένα Heavy Metal μνημείο από την πρώτη μέχρι και τελευταία του νότα. 

Να ξεκινήσουμε με το εξώφυλλο το οποίο είναι να το χαζεύεις μέχρι να βρεις την κάθε κρυμμένη του λεπτομέρεια. Μου πήρε πολύ καιρό να δω τον γελωτοποιό στην αριστερή κολώνα, ή τα πρόσωπα που σχηματίζονται στους καπνούς που δημιουργούν οι κεραυνοί του Mountain King. Η μουσική μετράει, σίγουρα, αλλά όταν όλο το πακέτο είναι υψηλής ποιότητας, ειδικά παλιότερα που το φυσικό format ήταν ο μόνος τρόπος να ακούσεις κάτι, η εμπειρία απογειώνεται. 

Μουσικά δεν υπάρχει κακό τραγούδι και αυτό οφείλεται κυρίως στην απόδοση και έμπνευση των αδερφών Oliva, η οποία είναι στο ταβάνι. Ο Criss είχε ένα πολύ χαρακτηριστικό ήχο στα riffs του τα οποία είναι ξυράφια, και μάλιστα ήταν τόσο μοναδικά που μέχρι σήμερα μου είναι δύσκολο έως αδύνατο να σκεφτώ κάποιον που να παίζει έτσι. Ο Jon από την άλλη ανεβοκατεβαίνει σε φωνητικές κλίμακες με την ίδια ευκολία που εμείς αναπνέουμε. Είναι καθηλωτικός, θεατρικός και τίγκα Metal, με τις τσιρίδες να πάνε και να έρχονται!

Μπορεί το 1987 που βγήκε το άλμπουμ να μην είχα γεννηθεί, αλλά μπορώ να φανταστώ την έκπληξη που είχε προκαλέσει αφού διαδέχτηκε το “Fight for the rock”, το οποίο δεν μπορούμε να πούμε πως είναι και η πιο λαμπρή στιγμή των SAVATAGE. Εκεί λοιπόν που υπήρχε η όποια αμφιβολία για το συνθετικό μέλλον της μπάντας, έρχεται ο βασιλιάς και τα γκρεμίζει όλα! Μετά από αυτό κυκλοφόρησαν και άλλα διαμάντια, αλλά είχαν διαφορετικό στυλ, το “Gutter ballet” ήταν πολύ πιο θεατρικό, το “Streets” την είδε musical, ενώ το “Edge of thorns” είχε άλλον (επίσης φοβερό) τραγουδιστή. Όπως αυτά λοιπόν, έτσι και το “Hall of the mountain king” καταφέρνει να ξεχωρίσει ακόμα και στα πλαίσια της δισκογραφίας του ίδιου του συγκροτήματος.  

Εννοείται πως με όποια σειρά και να βάζατε εσείς τα τραγούδια δεν νομίζω να σας παρεξηγούσε κανείς, αλλά για χάριν συζήτησης ας δούμε μία κατάταξη. 

The “Hall of the mountain king” countdown:

  1. “Last dawn” (1.07)

Δεν νομίζω να περίμενε κανείς κάτι άλλο εδώ. Ένα ωραίο διάλειμμα ενός λεπτού με ακουστική κιθάρα, αλλά και να μην υπήρχε δεν νομίζω ότι ο δίσκος θα έλαμπε λιγότερο. Ευκολάκι.

  1. “Prelude to madness” (3.14)

To έτερο instrumental, αυτή τη φορά έχουμε μία τρίλεπτη διασκευή ενός κομματιού κλασικής μουσικής του οποίου η σύνθεση έγινε από τον Edvard Grieg to 1875. Μελωδία που σίγουρα έχουμε ακούσει όλοι κάπου, μπορώ να πω πως ταιριάζει απόλυτα σαν intro του title track. Εδώ βέβαια έχει γίνει και κάτι άλλο ωραίο. Ο πραγματικός τίτλος της original σύνθεσης είναι το “In the hall of the mountain king”, επομένως η παρουσία του εδώ σαν “Prelude to madness” το οποίο οδηγεί στο τραγούδι “Hall…” των SAVATAGE είναι μία πανέξυπνη καλλιτεχνική λεπτομέρεια.  

  1. “Devastation” (3.38)

Φύγαμε από τα σιγουράκια και πάμε στα δύσκολα. Μιλάμε για κόμματο, ο οποίος κλείνει το άλμπουμ με άξιο τρόπο. Ο Jon τραγουδάει σαν να μην υπάρχει αύριο, το κύριο riff είναι τούβλο, αλλά σε ένα σύνολο τόσο δυνατό, τα άλλα τραγούδια το νικάνε στις λεπτομέρειες.  

  1. “White witch” (3.22)

Η πιο γρήγορη στιγμή του άλμπουμ. Είναι τέλειο για headbanging και για να ανοίξουν pit σε ένα υποθετικό live της μπάντας (γίνε καλά Jon μπας και γίνει πραγματικότητα!!!). Ποτέ δεν είχα στο μυαλό μου τους Savatage σαν μπάντα των μεγάλων ταχυτήτων, οπότε ας το αφήσουμε σε αυτή τη θέση. Δεν αλλάζει το γεγονός ότι παραμένει ένα κολασμένα πωροτικό τραγούδι. 

  1. “Legions” (4.51)

‘Can they hear your battlecry’ ρωτάει ο Jon και το μόνο σίγουρο είναι πως με τέτοια μουσική, η απάντηση θα είναι εκκωφαντική. Όταν η κιθάρα δεν αφήνει στίχο ασυνόδευτο χωρίς ωραία leads, ακόμα και στο ρεφρέν, πως να μην είναι ωραίο το αποτέλεσμα? Η τσιρίδα μετά το σόλο του Criss είναι το κερασάκι στην τούρτα. 

  1. “The price you pay” (3.52)

Έχει την ατυχία να διαδέχεται το ομώνυμο, αλλά παρόλα αυτά στέκεται στο ύψος του με μεγάλη επιτυχία. Αν φτιάξει κάποιος μία συλλογή με κομμάτια SAVATAGE έχει να βάλει πολλές κλασικές στιγμές, υπάρχουν πιο trademark συνθέσεις τους να επιλέξει. Είναι άξιο λόγου πως στην πλούσια δισκογραφία του συγκροτήματος λοιπόν, τραγούδια σαν αυτό μπορεί να είναι λίγο πιο θαμμένα αλλά μόλις τα ακούσεις μένεις με το στόμα ανοιχτό. Η απόλυτη απόδειξη της τεράστιας κληρονομιάς των Αμερικανών. Αν έβγαινε σήμερα θα το ακολουθούσαν διθύραμβοι. Αυτά είναι riff!

  1. “24 Hrs. ago” (4.56)

Θα πέσει φωτιά να με κάψει, άκου εκεί το “24 Hrs. ago” στο 4! Αυτά συμβαίνουν όταν μιλάμε για τέτοιες δισκάρες όμως! Ας πούμε ότι σου δίνουν ένα CD που δεν έχεις ακούσει ποτέ, σου λένε πόσο καλό είναι και δεν ξέρεις τι θα βγει από τα ηχεία σου. Υπάρχει περίπτωση να ακούσεις αυτό εδώ σαν εναρκτήριο και να μην πάθεις πλάκα; Ο Jon ξεχνάει να κατέβει σε χαμηλές συχνότητες και δεν μας χαλάει καθόλου πιστεύω. Μετά το τελευταίο ρεφραίν το μπάσο σηματοδοτεί έναν εξαιρετικό επίλογο που ήδη σε κάνει να παραμιλάς. Και είμαστε μόλις στην αρχή…

  1. “Strange wings” (3.46)

Μπροστά στην ολική Heavy Metal επίθεση που κάνουν όλα τα τραγούδια, το “Strange wings” είναι σίγουρα πιο ζεστό και μαζεμένο. Έχει ένα από τα καλύτερα ρεφραίν όχι μόνο του άλμπουμ αλλά και του συγκροτήματος γενικότερα. Ακόμα και να ήθελα να το βάλω πιο χαμηλά, έρχονται αυτά τα άτιμα τα bends στο σόλο του Criss και σου σκίζουν την ψυχή στα δύο. 

  1. “Beyond the doors of the dark” (5.09)

Το intro θυμίζει λίγο από “The dungeons are calling”. Όπως εκεί, έτσι και εδώ είναι η ηρεμία πριν την καταιγίδα, αφού ακολουθεί ο οχετός των αδερφών Oliva. Μέσα σε όλα αυτά, έχεις και τις εναλλαγές μεταξύ χορωδίας και Jon οι οποίες είναι ανατριχιαστικές. Τραγούδι με τρομερή ενέργεια που δεν λυπάται τίποτα, τύμπανα, φωνή, κιθάρες, δίνουν ρέστα. Τα backing vocals και η σποραδική χρήση των πλήκτρων βοηθούν στη δημιουργία μιας πιο σκοτεινής ατμόσφαιρας που ταιριάζει απόλυτα. 

  1. “Hall of the mountain king” (5.33)

Το απόλυτο riff, το απόλυτο intro σόλο, κιθάρες που στα κουπλέ έχουν πει πιο πολλά από όσα άλλοι λένε σε ολόκληρο άλμπουμ, φωνή που σε βάζει κάτω και όλα αυτά μέσα στο πρώτο λεπτό! Το ρεφραίν είναι πολύ απλό με μια πρώτη ματιά, αλλά αυτή η παύση του πριν επαναληφθεί το κυρίως μέρος είναι και αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει, σου κόβει την ανάσα. Το γέλιο και οι τσιρίδες του Mountain King πάνω στην λουπαρισμένη κιθάρα του αδερφού του είναι μία από τις πιο γαμάτες στιγμές στο Heavy Metal, ενώ η αναμονή μετά το τελευταίο ‘madness reigns’ που είναι μεγαλύτερη σε διάρκεια, το θεμελιώνουν ως ένα από τα κορυφαία SAVATAGE έπη, για να μην πω του είδους! Όταν κάποιοι λένε δεν βγαίνει τέτοια μουσική σήμερα σκέφτομαι πως κάθε εποχή έχει τους ήρωές της, αλλά αν έχουν τέτοια τραγούδια στο μυαλό τους μήπως δεν έχουν άδικο? 

Παύλος Παυλάκης

A day to remember… 27/09 [SLAYER]

0
Slayer

Slayer

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Divine intervention” – SLAYER
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ : 1994
ΕΤΑΙΡEIA : American Recordings
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ : Toby Wright, Rick Rubin, SLAYER
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, μπάσο – Tom Araya
Κιθάρες – Kerry King, Jeff Hanneman (R.I.P. 2013)
Drums – Paul Bostaph

Μάιος 1992. Ο Dave Lombardo αποφασίζει να αποχωρήσει οριστικά από τους SLAYER, προκαλώντας κύματα ανασφάλειας στους οπαδούς των Αμερικανών thrashers. Αφορμή ήταν η επερχόμενη γέννηση του πρώτου παιδιού του Lombardo και η επιθυμία του να παρευρίσκεται δίπλα στην γυναίκα του και να μην περιοδεύσει με τη μπάντα. Η αλήθεια είναι όμως ότι οι σχέσεις ανάμεσα στον εμβληματικό ντράμερ και τα υπόλοιπα μέλη των SLAYER , κυρίως με τον Kerry King, είχαν κλυδωνιστεί από την πρώτη αποχώρηση του Lombardo το 1986 και η ρήξη ήταν απλά θέμα χρόνου. Οι SLAYER δεν χάνουν τον καιρό τους και την ίδια χρονιά ανακοινώνουν ότι ο νέος ντράμερ της μπάντας είναι ο Paul Bostaph , που είχε ήδη δείξει τα διαπιστευτήρια του με τους FORBIDDEN στα εκπληκτικά “Forbidden evil” και “Twisted into form”.

Το έκτο άλμπουμ των Σφαγέων με τίτλο “Divine intervention” κυκλοφορεί σαν σήμερα το 1994, με ίσως, το καλύτερο εξώφυλλο που έχουμε δει ποτέ σε άλμπουμ των SLAYER,  και οι όποιες ανησυχίες για το αν ο Bostaph μπορεί να αντικαταστήσει επάξια τον Lombardo εκμηδενίζονται κατευθείαν με την εισαγωγή του “Killing fields”. Τεχνικό κομμάτι που απογειώνεται προς το τέλος του, δείχνοντας ότι η μηχανή των SLAYER είναι εδώ. Λογικά σε όλο το άλμπουμ η προσοχή μπορεί να είναι στραμμένη στον Bostaph, είναι όμως για μια ακόμα φορά τα φρενιασμένα riffs των King/ Hanneman που κλέβουν την παράσταση.

Ταχύτητες που σε σημεία θυμίζουν “Reign in blood” και ένας Araya που βγάζει το λαρύγγι του (πιάστε τον αν μπορείτε στο “Dittohead”). Ατμοσφαιρικό σε σημεία σε κομματάρες όπως το ομώνυμο, το “Serenity in murder” ή το “213”, χωρίς να χάνει ούτε λεπτό τη μοχθηρία του, το “Divine intervention” έδειξε περίτρανα ότι οι SLAYER , παρά τα τέσσερα χρόνια δισκογραφικής αποχής, ήταν αποφασισμένοι να μην αφήσουν τον θρόνο των thrash metal Βασιλιάδων έρμαιο στις ορέξεις του κάθε τυχάρπαστου διεκδικητή. Τρανή απόδειξη κομμάτια όλεθρος όπως τα ‘Dittohead”, “Sex, murder, art” , “Circle of beliefs”και “Mind control”. Αν έπρεπε να αναφέρω οπωσδήποτε ένα ψεγάδι σ’ αυτόν τον πολύ αγαπημένο μου δίσκο, αυτό δεν είναι άλλο από την κάπως μουντή παραγωγή που εκτιμώ ότι χαντακώνει το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα.

To “Divine intervention” είναι ένας πάρα πολύ βίαιος δίσκος. Από τους καλύτερους των SLAYER και σίγουρα ο καλύτερος με τον Bostaph στη σύνθεση τους. Κλασικό SLAYER άλμπουμ από την αρχή μέχρι το τέλος. Ακραίο, κτηνώδες, ασυμβίβαστο!

Awaken
In a web like hell
How did I reach this place
Why are they haunting me
I cannot look at God’s face

Και όπως πάντα… SLAYER TILL DEATH !

Did you know that:

  • Η πρώτη φορά που έπαιξαν οι SLAYER με τον Bostaph ζωντανά ήταν τον Αύγουστο του 1992 στο θρυλικό Monsters of Rock, μαζί με τους THE ALMIGHTY, W.A.S.P. , SKID ROW, THUNDER και IRON MAIDEN.
  • Μπορεί το “Divine intervention” να είναι το πρώτο άλμπουμ του Bostaph με τους SLAYER αλλά δεν είναι η πρώτη ηχογράφηση του με την μπάντα. Είχε προηγηθεί το κομμάτι “Disorder” μαζί με τον Ice – T το 1993 για το soundtrack της ταινίας “Judgement night”.
  • Η σοκαριστική φωτογραφία με το μπράτσο του νεαρού που έχει χαράξει επάνω του το λογότυπο της μπάντας είναι αληθινή, και, σύμφωνα με τα λεγόμενα των SLAYER υπάρχει και βίντεο που δείχνει τον πιτσιρικά να το υλοποιεί.
  • Στο οπισθόφυλλο του βινυλίου, αναγράφεται η φράση Satan Laughs As You Eternally Rot. Θυμίζουμε ότι η ίδια φράση υπήρχε χαραγμένη στο βινύλιο , στο διαχωριστικό ανάμεσα στην ετικέτα και στα τραγούδια του “Show no mercy”.
  • Φήμες λένε ότι το “Sex, murder, art” ηχογραφήθηκε χωρίς τον Hanneman καθώς o κιθαρίστας ήταν συνέχεια μεθυσμένος εκείνο τον καιρό και δεν μπορούσε να μάθει το κομμάτι.
  • Οι στίχοι των τραγουδιών για μια ακόμη φορά προκάλεσαν πολύ κόσμο. Το “Dittohead” αναφέρεται στον πολιτικό σχολιαστή Rush Limbaugh, το “SS-3” στον διαβόητο εμπνευστή του Ολοκαυτώματος Reinhard Heydrich, ενώ το “213” καταπιάνεται με τον serial killer Jeffrey Dahmer.
  • Ο Tom Araya θεωρεί ότι το “Divine intervention” είναι από τα καλύτερα άλμπουμ της δισκογραφίας των SLAYER.

Θοδωρής Κλώνης

A day to remember… 27/9 [PAIN OF SALVATION]

0
Salvation

Salvation

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ“Be” – PAIN OF SALVATION
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ2004
ΕΤΑΙΡΙΑInside out
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣDaniel Gildenlöw
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Daniel Gildenlöw – κιθάρες, φωνητικά, μαντολίνο
Fredrik Hermansson – πλήκτρα, πιάνο
Johan Hallgren – κιθάρες
Johan Langell – τύμπανα
Kristoffer Gildenlöw – μπάσο

Οι PAIN OF SALVATION αποτελούν το ιδανικότερο παράδειγμα ενός συγκροτήματος που δεν επαναπαύεται ποτέ σε ένα στυλ και έναν ήχο. Πιστεύω ειλικρινά πως δεν υπάρχει συγκρότημα στο σύγχρονο metal και εν γένει ροκ σύμπαν που να εκπροσωπεί περισσότερο τον όρο «εκλεκτικό» όταν μιλάμε για τη μουσική του. Από το 1997 και το πρώτο και πραγματικά ρηξικέλευθο, όσο και κυκλοθυμικό, εκκεντρικό και απολύτως αυθεντικό ντεμπούτο τους “Entropia”, μέχρι το 2020 και το πιο πρόσφατο “Panther”, ο Daniel Gildenlöw αναζητά κάθε φορά νέες διόδους έκφρασης και επικοινωνίας. Το πέμπτο άλμπουμ της μπάντας, “Be”, που βγήκε πριν από είκοσι χρόνια, ήταν ίσως ότι πιο εκλεκτικό και απαιτητικό είχαν κυκλοφορήσει μέχρι τότε, διχάζοντας οπαδούς και τύπο.

Αρχικά, ο τίτλος από μόνος τους προμήνυε έναν ακόμα φιλόδοξο concept δίσκο αλλά σίγουρα πιο φιλοσοφικό και περίπλοκο από πριν. Μέχρι τότε, είχαμε το “An hour by the concrete lake” που μιλούσε με ένα σχετικά ελεύθερο ύφος, χωρίς συγκεκριμένη αφήγηση, για τις επιπτώσεις της πυρηνικής ενέργειας στο περιβάλλον. Ύστερα, τα αριστουργηματικά “The perfect element Pt.1” και “Remedy lane” που εξιστορούσαν με περισσότερη συνοχή την ιστορία ενηλικίωσης δύο παιδιών μέσα από κακουχίες και κακοποίηση. Με το “Be”, όπως μαρτυρά ο τίτλος, ο Daniel Gildenlöw  είχε αρχίσει να έχει σοβαρές υπαρξιακές ανησυχίες που αποτύπωσε σε ένα άλμπουμ που μιλά, πάλι χωρίς ξεκάθαρη αφήγηση και συνοχή, για έναν Θεό που προσπαθεί να κατανοήσει την ίδια του την ύπαρξη, κάτι που τον ωθεί να δημιουργήσει τον άνθρωπο καθ’ ομοίωσή του.

Ο Θεός θα περάσει μια αιωνιότητα παρατηρώντας τον άνθρωπο και την πορεία του από ένα περίεργο και ενδιαφέρον ον, γεμάτο απορίες και επιθυμίες σε ένα αυτοκαταστροφικό είδος ορμώμενο από απληστία και οργή, οργή που τελικά κατευθύνει στον ίδιο του τον δημιουργό. Στο τέλος της ιστορίας, ο χαρακτήρας του Mr. Money, το τέκνο της Dea pecuniae (θεά της αμαρτίας), μια εκδοχή των σύγχρονων δισεκατομμυριούχων, παραμένει μόνος του στο θρόνο ενός κόσμου χωρίς ζωή, πάνω από ερείπια. Αλλά η ιστορία θα συνεχιστεί με τον θεό του πολέμου να παίρνει τη σκυτάλη από το θεό της δημιουργίας. Ή κάτι τέτοιο απ’ ότι κατάλαβα. Το concept του δίσκου είναι πολύ πιο πολύπλοκο και δαιδαλώδες από ότι σας εξήγησα παραπάνω, με πολλά φιλοσοφικά μέρη και δυσνόητους στίχους που μας παραπέμπουν επίσης στους τίτλους κάθε κομματιού καθώς είναι όλοι τους γραμμένοι στα λατινικά, γεγονός που προσδίδει περισσότερη βαρύτητα και ένα παρουσιαστικό αναγνώσματος για διανοουμένους.

Δε χωρά αμφιβολία πως μιλάμε για έναν ενδεχομένως πέραν του δέοντος φιλόδοξο δίσκο, έναν που ο Gildenlöw  μάλιστα σκαρφιζόταν από το 1996. Αυτό ήταν το παράπονο αρκετών οπαδών και κριτικών που κατηγορούσαν τον αρχηγό της μπάντας πως έδωσε παραπάνω έμφαση στο concept παρά στη μουσική. Αν και καταλαβαίνω το παράπονο, το συμμερίζομαι ελάχιστα μιας και οι PAIN OF SALVATION μας είχαν ήδη μάθει σε μια ερμηνεία του prog rock είδους που ελλοχεύει πολλές προκλήσεις για τον ακροατή. Και γιατί να μην μας ενδιαφέρουν και οι στίχοι και η κεντρική θεματική ενός άλμπουμ, ειδικά από μια μπάντα όπως τους PAIN OF SALVATION; Οι στίχοι εδώ είναι εκπληκτικοί με μηνύματα που είκοσι χρόνια μετά ακούγονται προφητικά και διαχρονικά.

Σε καθαρά μουσικό επίπεδο όμως, το “Be” τα έχει όλα: κλασσική μουσική που σε πάει ακόμα και στον μινιμαλιστή Philip Glass, τζαζ, blues και gospel, heavy metal ακραίο αλλά και γεμάτο συναίσθημα, απαλά instrumental κομμάτια και ακόμα και μεσαιωνική φολκ μουσική. Και αν πιστεύετε πως δεν είναι δυνατόν να κολλάνε όλα αυτά τα είδη μεταξύ τους και να κυλάει ομαλά ο δίσκος, είμαι εδώ για να σας πω αυτό που ένιωσα ακούγοντας το “Be” για πρώτη φορά πριν από είκοσι χρόνια: είναι ένας πολυσύνθετος και απαιτητικός δίσκος που ωστόσο θα σας ανταμείψει και θα σας συντροφεύει σε όλη σας τη ζωή. Αν πιστεύετε πως το concept υπερτερεί της μουσικής, σας παροτρύνω και πάλι να περάσετε πολύ χρόνο με το άλμπουμ και θα συμπεράνετε πως σε κάθε λεπτό η μουσική ερμηνεύει το concept.

Απλώς, ίσως για πρώτη φορά, δεν μιλάμε για ένα αμιγώς metal άλμπουμ αλλά ένα που βρίσκει τον Gildenlöw καλλιτεχνικά απελευθερωμένο. Εδώ τότε να προσθέσω πως για πρώτη φορά έχουμε και τη συμμετοχή μιας ορχήστρας, της Orchestra of Eternity που για μένα αποτελεί το έκτο μέλος της μπάντας. Από τις πιο πετυχημένες και ουσιαστικές περιπτώσεις όπου μια ορχήστρα ή ένα κλασσικό σύνολο «μπλέκονται» με rock/metal μουσική. Επιπλέον, εδώ συναντάμε και ένα επιτελείο από αφηγητές και ηθοποιούς που υποδύονται χαρακτήρες όπως τον Mr. Money, τον αλαζονικό και εγωκεντρικό δισεκατομμυριούχο που μεταχειρίζεται τις γυναίκες σαν παιχνίδια.

Ακούγοντας το “Be” είκοσι χρόνια μετά, νιώθω πως ο δίσκος έχει ωριμάσει και δεν έχει φθαρεί με το χρόνο. Παραμένει αναμφίβολα ως ο πιο προσωπικός και φιλόδοξος του Daniel Gildenlow, κάτι που προσδίδει ακόμη περισσότερη αξία μιας και οι PAIN OF SALVATION είναι, κακά τα ψέματα, ο Daniel Gildenlow και αν το εκάστοτε άλμπουμ της μπάντας προέρχεται από τα εσώψυχα και πιο ενδόμυχα μέρη του μυαλού του, τόσο το καλύτερο.

Did you know that:

  • Ανάμεσα στις διάφορες συμμετοχές βρίσκουμε και την Σουηδή τραγουδίστρια Cecilia Ringkvist, που ερμηνεύει την Dea Pecuniae και, στο εκκλησιαστικό όργανο, τον Mats Stenlund.
  • Το concept χωρίζεται σε πέντε μέρη: “Animae partus”, “Machinassiah”, “Machinageddon”, “Machinauticus”, “Deus nova mobile”.
  • Σε ένα από τα πιο λυρικά μέρη του δίσκου, το “Vocari Dei”, που περιέχει μηνύματα προς το Θεό από ένα σωρό κόσμου από διάφορες χώρες, ακούμε όντως μηνύματα και ευχές στον αυτόματο τηλεφωνητή του Θεού της ιστορίας ο οποίος στο τέλος απευθύνεται στον κόσμο ευχαριστώντας όλους όσους έβαλαν μπρος το σχέδιο της δημιουργίας. Στο τέλος του μηνύματος του ωστόσο παραδέχεται πως «αυτή τη φορά τα θαλασσώσαμε, συγνώμη». Ανάμεσα στις διάφορες φωνές που απευθύνουν μια ευχή ή μια απορία στο Θεό, ακούμε έναν Ιάπωνα και ύστερα έναν Έλληνα που λέει αυτολεξεί: “Γεια σου Θεέ, αναρωτιέμαι ποιοι είμαστε πόσο σημαντικοί είμαστε στο κόσμο και που πηγαίνουμε;” Στο “Diffidentia” που ακολουθεί, ο τόνος αλλάζει απότομα με τον στίχο “I will never submit to all the things you said God”.
  • Η τελευταία λέξη στο άλμπουμ προέρχεται από ένα κοριτσάκι που λέει “There is room for all of God’s creatures, right next to the mashed potatoes” με τον κόσμο γύρω της να ξεσπά σε γέλια.

Φίλιππος Φίλης

A day to remember… 27/9 [RHAPSODY OF FIRE]

0
Rhapsody

Rhapsody

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Symphony of Enchanted Lands II: The Dark Secret” – RHAPSODY OF FIRE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2004
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Steamhammer
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Luca Turilli, Alex Staropoli
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Fabio Lione
Kιθάρες – Luca Turilli
Πλήκτρα – Alex Staropoli
Μπάσο – Patrice Guers
Drums – Alex Holzwarth

Το 2004 δεν ήταν μία μαγική χρονιά μόνο για την Ελλάδα, αλλά όπως φαίνεται και για το Symphonic Power Metal, αφού εκείνη την περίοδο οι RHAPSODY OF FIRE ήταν στα πάνω τους συνθετικά και κάθε τι που κυκλοφορούσαν, αποτελεί και ένα κόσμημα για το είδος. Για τα τυπικά να πούμε πως ο δίσκος αυτός είναι ο τελευταίος που κυκλοφόρησε χωρίς το OF FIRE στο όνομα του συγκροτήματος, όπως επίσης και ότι αποτελεί την τελευταία πραγματικά μεγάλη στιγμή των Ιταλών. Και μετά βγάλανε ωραίες δουλειές εννοείται, αλλά στο δεύτερο “Symphony…” συναντάμε την τελευταία τους άπιαστη κορυφή. 

Ο λόγος που επαναλαμβάνεται ο τίτλος μιας παλαιότερης τους κυκλοφορίας δεν είναι γιατί ήθελαν να επαναφέρουν χαμένους οπαδούς ή κάτι τέτοιο, αλλά υπάρχει δημιουργικός λόγος. Βλέπετε, το προηγούμενο “Power of the dragonflame” ήταν το τέλος της Emerald Sword saga, μιας ιστορίας που είναι δημιουργία του Luca Turilli και διήρκησε 5 άλμπουμ. Με το 2ο “Symphony..” ξεκινάει η επόμενη ιστορία που λέγεται The Dark Secret saga, είναι συνέχεια της προηγούμενης αφού συμβαίνει στο ίδιο universe και έχει κοινούς χαρακτήρες, ενώ θα διαρκέσει και αυτή για 5 δίσκους. Η πλοκή τελειώνει οριστικά στο κύκνειο άσμα του Turilli με το συγκρότημα, στο “From chaos to eternity”.

Η μπάντα δεν θα μπορούμε να διαλέξει καλύτερο αφηγητή για τη νέα της περιπέτεια, αφού στα πρώτα δευτερόλεπτα κιόλας συναντάμε τον ΤΕΡΑΣΤΙΟ Christopher Lee! Ο ρόλος του δεν περιορίζεται σε αυτόν του αφηγητή, αφού δανείζει και την φωνή του στο πανέμορφο “The magic of the wizard’s dream”. Στο άλμπουμ περιορίζεται μόνο στο ρεφρέν του τραγουδιού, ενώ έχει κυκλοφορήσει και σαν single με τον Lee να τραγουδάει και σε άλλα μέρη, όπως επίσης και σε 3 επιπλέον γλώσσες (Ιταλικά, Γαλλικά, Γερμανικά)!

Μουσικά τι να πρωτοπούμε. Έγινε μία στροφή 180 μοιρών από το δυνατό για τα δεδομένα τους “Power of the dragonflame”, αφού οι κιθάρες έμειναν όσο πιο πίσω γίνεται με την παρουσία τους να γίνεται αισθητή κυρίως στα σόλος. Ο απόλυτος πρωταγωνιστής είναι η ορχηστρική και χορωδιακή πλευρά των RHAPSODY, η οποία ενισχύεται από έναν εκπληκτικό Fabio Lione, ο οποίος ότι και να τραγουδήσει δεν θα φτάσει ποτέ το μεγαλείο αυτής της περιόδου αφού τα τραγούδια του πάνε γάντι! 

Η νέα αυτή κατεύθυνση όχι απλά τους βγήκε, αλλά την θεωρώ ως την δεύτερη καλύτερη δουλειά τους μετά το “…dragonflame”. Το αποτέλεσμα είναι συγκλονιστικό για τον απλό λόγο ότι σε μεταφέρουν με τέτοιο τρόπο στο κλίμα της μουσικής τους, λες και σε “ρουφάνε” μέσα στον κόσμο τους. Βουνά, πεδιάδες, καταρράκτες, πουλιά, δαίμονες, ήρωες, όχι απλά αναφέρονται στους στίχους αλλά τα φαντάζεσαι λόγω της μουσικής και των ήχων που χρησιμοποιούνται. Πεντακάθαρος ήχος, όλα είναι κρυστάλλινα και μαγικά! Δεν είναι τυχαίο πως από τις 12 συνθέσεις, οι 3 είναι μπαλάντες και δεν με πειράζει καθόλου. Το αντίθετο, είναι εκπληκτικά τραγούδια που τα περιμένω σε κάθε ακρόαση. 

Στο χώρο του Fantasy Power Metal κανείς δεν έχει ξεπεράσει τους RHAPSODY για έναν απλό λόγο. Μπορεί σε σημεία να είναι (πολύ) cheesy, αλλά στην πραγματικότητα εκπέμπουν τεράστια σοβαρότητα, δεν γίνονται γελοίοι και παραδίδουν μαθήματα songwriting. Ο Luca Turilli είναι από τους καλύτερους σύγχρονους συνθέτες άλλωστε και μπορώ να το αιτιολογήσω από πολλές πλευρές, αλλά δεν είναι η στιγμή εδώ. Σύμφωνοι, σημεία όπως το intro του “Erian’s mystical rhymes” είναι παιδικά και δυστυχώς δεν μπορούμε να τα κάνουμε skip, αλλά τι να το κάνεις όταν αυτό που ακολουθεί είναι ένα έπος; Το ίδιο ισχύει και με την λογομαχία μεταξύ πατέρα και γιου στο “Sacred power of raging wind”, αλλά έρχονται αυτά τα αναθεματισμένα τα φλάουτα και τα βιολιά που ανταλλάσσουν σολιές με τις κιθάρες και τα συγχωρείς όλα! 

Άξιο αναφοράς είναι ότι τα 2 EP που συνόδεψαν το άλμπουμ, ονομαστικά “The dark secret” και “The magic of the wizard’s dream”, περιέχουν και 2 κομμάτια που δεν βρίσκονται μέσα στο Full length. Αυτά είναι τα “Thunder’s mighty roar” και “Autumn twilight” και είναι κομματάρες, να τα ακούσετε. Το πρώτο μοιάζει ηχητικά με το “When demons awake” οπότε χαμούλης, ενώ το δεύτερο είναι τίγκα στις εκπληκτικές μελωδιες. Για τους λάτρεις του φυσικού format, αξίζει να έχει κάποιος και το ίδιο το CD γιατί περιέχει κομμάτια της ιστορίας, ότι πρέπει για όσους θέλουν να εμβαθύνουν στην ιστορία του saga αυτού. 

Όποτε έχω διαβάσει άρθρο που να αφορά το συγκρότημα, πάντα αναφέρεται το ντεμπούτο τους “Legendary Tales”. Ναι εξαιρετικό είναι, ναι ήταν πρωτοπόρο, αλλά όσο σημαντική στιγμή και να ήταν δεν θα μπορούσα ποτέ να το κατατάξω πάνω από το “Symphony… II”. Προσωπικά πάντα, το θεωρώ σαν την κορωνίδα του υπο-είδους και πολύ θα ήθελα να δω κάποιον άλλο καλλιτέχνη να το πλησιάζει έστω και από απόσταση. 

Παύλος Παυλάκης

A day to remember… 27/9 (CORROSION OF CONFORMITY)

0
Corrosion

Corrosion

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ – “Deliverance” – CORROSION OF CONFORMITY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ1994
ΕΤΑΙΡΙΑColumbia
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣJohn Custer
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά / Κιθάρες – Pepper Keenan
Μπάσο – Mike Dean
Κιθάρες / Φωνητικά – Woody Weatherman
Τύμπανα / Φωνητικά – Reed Mullin

H στροφή στον ήχο των CORROSION OF CONFORMITY με το έμπα των 90s μετουσιώθηκε με μεγάλη επιτυχία στο “Blind”, μία φοβερή κυκλοφορία που λειτούργησε κατά κάποιο τρόπο ως γέφυρα σε ότι συνέβη μετέπειτα στην καριέρα τους. Το συγκρότημα που στα 80s κυκλοφόρησε δίσκους που καθόρισαν τον crossover ήχο καθώς και το ευρύτερο punk/hardcore ιδίωμα και υπήρξε επιδραστικό για αρκετά νέα συγκροτήματα, βρίσκεται πλέον στο δρόμο με σχήματα όπως οι PRONG, SOUNDGARDEN, ROLLINS BAND και σε κοινή περιοδεία με τους IRON MAIDEN και TESTAMENΤ, εκθέτοντας τη μουσική τους σε ένα εντελώς διαφορετικό ακροατήριο που θα αποτελέσει πρόσφορο έδαφος για τη συνέχεια αλλά η μοίρα τους βρίσκει σε άλλο ένα κομβικό σημείο που θα πρέπει να παρθούν οι σωστές αποφάσεις και θα επηρεάσουν το μέλλον των C.O.C.

Έχοντας ξεκινήσει να δουλεύουν πάνω σε νέο υλικό με τη σύνθεση που ηχογράφησε το “Blind”, μπαίνουν σε στούντιο στην Atlanta και στον πέμπτο μήνα των ηχογραφήσεων το συγκρότημα είναι απογοητευμένο από τον τραγουδιστή Karl Agell με αποτέλεσμα να τον απολύσουν και τον μπασίστα Phil Swisher να τον ακολουθεί για συμπαράσταση. Μαζί θα φορμάρουν τους LOOSE CANNON στους οποίους θα αποτελέσει μέλος για ένα μικρό διάστημα και ο κιθαρίστας των C.O.C., Woody Weatherman και στη συνέχεια θα μετονομαστούν σε LEADFOOT.

Αυτή η ατυχής συγκυρία ξαναφέρνει σε επαφή τους C.O.C. με τον Mike Dean, μπασίστα κι ένας εκ των ιδρυτών των C.O.C. o οποίος ακούει κασέτα με υλικό από τον επερχόμενο δίσκο κι εντυπωσιάζεται σε βαθμό που συζητάει να επιστρέψει στο συγκρότημα. Όντας εκτός σχήματος από το 1987 και συνυφασμένος απόλυτα με την crossover περίοδο των C.O.C., η αλλαγή του ήχου που προέκυψε από το “Blind” δεν τον δυσαρέστησε, αντιθέτως σε σχετική συνέντευξη είχε δηλώσει πως οι επιρροές από THIN LIZZY, DEEP PURPLE και BLACK SABBATH ήταν πάντα εκεί μιας και άκουγαν αυτά τα συγκροτήματα συνεχώς στο van όταν περιόδευαν.

Ένα από τα πρώτα τραγούδια που του έβαλαν να ακούσουν ήταν μία πρώιμη μορφή του “Clean my wounds” το οποίο είχε τον προσωρινό τίτλο “The Thin Lizzy song” και όταν άκουσε και τα υπόλοιπα συνειδητοποίησε το πόσο heavy και τεράστια ακούγονταν, με τη δυναμική να προσεγγίσουν ένα ευρύτερο κοινό χωρίς να χρειαστεί να συμβιβαστούν. Πώς θα γινόταν άλλωστε αυτό μιας και το budget από τη Relativity δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο αλλά είχαν την πλήρη υποστήριξη του παραγωγού τους John Custer με τον οποίον είχαν δουλέψει για πρώτη φορά στο “Blind” και παρέμεινε στενός συνεργάτης τους μέχρι και σήμερα.

Με τη θέση του μπασίστα να έχει καλυφθεί έπρεπε να δουν τι θα κάνουν με τραγουδιστή. Μετά από αποτυχημένες audition, o Mike Dean προτείνει στον Pepper Keenan να αναλάβει αυτός τα φωνητικά μιας και το είχε επιχειρήσει με επιτυχία στο “Vote with bullet”, μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των C.O.C. μέχρι τότε. Τα “My grain” και “Albatross” ήταν τα πρώτα τραγούδια που επιχείρησε να τραγουδήσει και η συνέχεια τους βρίσκει με πιο γρήγορους ρυθμούς να ολοκληρώνουν το δίσκο τους, με κάποιες ηχογραφήσεις να πραγματοποιούνται στα θρυλικά Electric Lady Studios στη Νέα Υόρκη καθώς και η μίξη την οποία ανέλαβε στο μεγαλύτερο μέρος της ο Toby Wright (SLAYER, ALICE IN CHAINS, PRIMUS) καθώς και ο John Custer.

Το “Deliverance” ηχογραφήθηκε με τον πατροπαράδοτο θεμελιώδη rock τρόπο χωρίς παρεμβάσεις κι αυτό που κατάφεραν οι C.O.C. ήταν να έχουν ένα άλμπουμ στα χέρια τους που ακουγόταν λες και είχε χρηματοδοτηθεί από μεγάλη εταιρεία, με ψαρωτικό ήχο κι επειδή πίστευαν αρκετά σε αυτό δεν ήθελαν να κυκλοφορήσει από τη Relativity κι όταν τους ζήτησαν να τους αποδεσμεύσουν πήραν αρνητική απάντηση.

Εντωμεταξύ μέσω γνωριμιών του drummer Reed Mullin, ακούει και ο Don Ienner, πρόεδρος της Columbia Records το νέο υλικό, αλλά τρώνε κι αυτοί άκυρο όταν τους ζητούν να «αγοράσουν» τους C.O.C. μιας και η Raltivity δεν είχε σκοπό να αφήσει άλλη εταιρία να κυκλοφορήσει το άλμπουμ που αυτή είχε ήδη χρηματοδοτήσει αφήνοντας το συγκρότημα μετέωρο, με τα μέλη τους άφραγκα κι ένα άλμπουμ να παραμένει στο ράφι. Η Columbia βέβαια δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια, μιας και η Sony στην οποία άνηκε και η Columbia εξαγόρασε την Relativity και μεταβίβασε το συμβόλαιο του συγκροτήματος σε αυτήν, με τo “Deliverance” να κυκλοφορεί τελικά από πολυεθνική εταιρεία.

Ένα άλμπουμ αγέραστο, ελευθεριακό και πνευματώδες από ένα συγκρότημα που μπορεί να περηφανεύεται πως έχει περιοδεύσει με punk/hardcore θρύλους όπως οι MINOR THREAT και τους BLACK FLAG και metal μεγαθήρια σαν τους METALLICA και IRON MAIDEN και δεν το αναφέρουμε τυχαία αυτό μιας και αμφισβητήθηκε το punk ethos του συγκροτήματος τότε και μάλιστα σε μία περίοδο που o punk ήχος βρισκόταν στο peak του εμπορικά με κυκλοφορίες όπως τα “Dookie” (GREEN DAY), “Smash” (THE OFFSPRING), “…And out come the wolves” (RANCID) και “Stranger than fiction” (BAD RELIGION). Τη συγκεκριμένη περίοδο οι C.O.C. απαντούν με ένα heavy άλμπουμ που πατάει γερά σε μεγαθήρια όπως οι BLACK SABBATH, LYNYRD SKYNYRD, THE ΑLMAN BROTHERS BAND και THIN LIZZY χωρίς να ακούγεται ρετρό ή παρωχημένο.

Αντιθέτως βγάζει μία ωμή δύναμη που μόνο ένα συγκρότημα με το background και τον metal απόηχο των C.O.C. θα μπορούσε να αποδώσει ενώ και οι πιο εύθραυστες στιγμές όπως το “Shelter” κρύβουν μεγαλείο ψυχής. Υπάρχουν σε αυτό μεγαλειώδεις ύμνοι όπως τα “Heaven’s not overflowing”, “Albatross”, “Clean my wounds”, “Broken man”, “Seven days”, κυριολεκτικά ολόκληρο το άλμπουμ ξεχειλίζει από έμπνευση σε τέτοιο βαθμό που μέχρι και οι METALLICA με τους οποίους έχουν φιλικές σχέσεις από τα μέσα των 80s και ιδιαίτερα ο James Hetfield με τον Pepper Keenan, εξέφρασαν έντονα τις κοινές τους επιρροές δύο χρόνια στο “Load”.

Με μία πολυεθνική πλέον να τους στηρίζει και να επενδύει σε αυτούς, γυρίζουν δύο βίντεο για τα δύο single “Albatross” και “Clean my wounds”, με τον Samuel Bayer που είχε σκηνοθετήσει το “Smells like teen spirit” των NIRVANA να αναλαμβάνει το πρώτο και το MTV να τα προβάλει σε τακτά χρονικά διαστήματα. Βγαίνουν σε headline περιοδεία στην Ευρώπη και ακολουθούν αργότερα τους MEGADETH σε Η.Π.Α. και Ευρώπη και αργότερα με τους MONSTER MAGNET και SEASON TO RISK στις Η.Π.Α. Στις 26 Αυγούστου 1995 θα εμφανιστούν στο Monsters Of Rock, στο Castle Donington μαζί με τους WARRIOR SOUL, MACHINE HEAD, WHITE ZOMBIE, SLASH’S SNAKEPIT, SLAYER, SKID ROW, THERAPY και headliners τους METALLICA για τους οποίους θα ανοίξουν τρεις μέρες πριν στο secret-gig στο Astoria 2 στο Λονδίνο. Το “Deliverance” παρέμεινε για τέσσερις μήνες στα Billboard φτάνοντας μέχρι τη θέση #155 και #5 θέση στα Heatseekers chart έχοντας πουλήσει πάνω από 500.000 αντίτυπα.

Did you know that:

  • Στο τραγούδι “Deliverance” τραγουδάει ο μπασίστας Mike Dean. Στο παρελθόν είχε αναλάβει εξολοκλήρου τα φωνητικά στο “Animosity” του 1985 καθώς και στο “Six Songs with Mike singing: 1985” που κυκλοφόρησε αργότερα το 1989.
  • Την ίδια περίοδο συμμετέχουν στο soundtrack της ταινίας “Clerks” (1994) με το “Big problems”, ένα τραγούδι που υπήρχε σε παλαιότερη εκτέλεση στη συλλογή του 1983 με τίτλο “No core” καθώς και στο “Nativity in Black: A tribute to Black Sabbath” με τη διασκευή τους στο “Lord of this world”. Για την εν λόγω διασκευή μπήκαν σε ένα 8-track στούντιο στο Raleigh, North Carolina απ’ όπου κατάγονται και το έπαιξαν live θέλοντας με αυτόν το τρόπο να δώσουν τη δική τους πτυχή στο τραγούδι, ηχογραφώντας το στις ίδιες συνθήκες με τους BLACK SABBATH εκείνης της περιόδου.
  • Ο Pepper Keenan είχε περάσει αρχικά από audition στους C.O.C. για να αναλάβει τα φωνητικά το 1989 αλλά επειδή έψαχναν κάτι διαφορετικό οι υπόλοιποι τον απέρριψαν αλλά του ζήτησαν να αναλάβει τη δεύτερη κιθάρα. Την ίδια περίοδο ο Reed Mullin είχε ρωτήσει τους Chris Cornell (SOUNDGARDEN) και Buzz Osborne (MELVINS) αν ήθελαν να καλύψουν την κενή θέση του τραγουδιστή.
  • Όταν έφυγε ο Phil Swisher από το συγκρότημα ένας από τους μπασίστες που είχε περάσει από audition και τζάμαρε μαζί τους για μερικές μέρες μέχρι που επέστρεψε ο Mike Dean, ήταν “Dixie” Dave Collins γνωστός από τους BUZZOV•EN και WEEDEATER.
  • Τα μικρά instrumental τραγούδια που υπάρχουν στο άλμπουμ με έντονο το άρωμα από QUEEN, LED ZEPPELIΝ κ.α. γράφτηκαν την περίοδο που οι Karl Agell και Phil Swisher είχαν ήδη αποχωρήσει, με το συγκρότημα να έχει ολοκληρώσει ένα μεγάλο μέρος των ηχογραφήσεων κι επειδή δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν μιας και η Relativity είχε ήδη πληρώσει για το διάστημα που βρισκόντουσαν εκεί, τα ηχογράφησαν χωρίς να έχουν σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως ιντερλούδια. Στο “#2121313” συμμετέχει συνθετικά ο παραγωγός John Custer. Αντίστοιχο credit βρίσκουμε και στο “Seven days”.
  • O Bruce Smith που παίζει pedal steel guitar στο “Shelter”, ήταν ο tour manager των C.O.C. και κιθαρίστας παλαιότερα σε συγκροτήματα όπως οι HEATHENS GIRLS, THE SWINGING RICHARDS κ.α.
  • Διαβάζοντας τα credits του άλμπουμ, διαβάζουμε εκτός των άλλων “thanks to James (jump in the fiyahh) Hetfield – for the shot” και με βάση αυτό δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε την κοντινή φωτογραφία με το χαρακτηριστικό χαμόγελο του James Hetfield σε μία από αυτές που υπάρχουν στο ένθετο. Ο James Hetfield είναι δηλωμένος οπαδός των C.O.C. και κατά καιρούς έχει ανέβει αρκετές φορές στην σκηνή μαζί τους κι έχουν παίξει το “Seven days”. Επίσης οι METALLICA σε συναυλία τους το 2019 στη PNC Arena στο Raleigh, τζάμαραν το “Albatross” ως φόρο τιμής στους C.O.C. που κατάγονται από κει.

Κώστας Αλατάς

ECLIPSE – “Megalomanium II” (Frontiers Records)

0
Eclipse

Eclipse

Ο χρόνος κυλάει γρήγορα και ειδικά για ένα συγκρότημα που είναι δημιουργικό, δεν πέφτει σε τέλματα μουσικά και που προσπαθεί και καταφέρνει να ακούγεται πάντα φρέσκο.

Ο σκληροτράχηλός, εξαιρετικά μελωδικός hard rock ήχος των ECLIPSE, από το 2008 που έκαναν την εμφάνισή τους, έδινε την αίσθηση ότι αυτή η μπάντα ήταν εδώ για να μείνει. Με τα χρόνια, έχουν εδραιώσει τη θέση τους ως ένα από τα μεγαλύτερα heavy rock συγκροτήματα της Σουηδίας, συγκεντρώνοντας πάνω από 100 εκατομμύρια streams σε διάφορες πλατφόρμες.

Ο πολυτάλαντος frontman Erik Mårtensson εκτός από ταλαντούχος κιθαρίστας, τραγουδιστής και παραγωγός, συμμετέχει επίσης στο mastering πολλών projects για την Frontiers Records, αλλά και ως συνθέτης με συνεισφορά σε δεκάδες συγκροτήματα, κυρίως της Σκανδιναβίας.

Το “Megalomanium II” αποτελεί συνέχεια του περσινού “Megalomanium” (που σε άλλες εποχές θα ήταν διπλό άλμπουμ….), τόσο σε ήχο ύφος, ήχο αλλά και έμπνευση.

Η δεινότητα του συγκροτήματος στη δημιουργία up-tempo μελωδικού hard rock είναι δεδομένη και διαφαίνεται από την έναρξη του άλμπουμ με το “Apocalypse Blues” ενώ το ταξίδι στη μελωδική διάσταση που δημιουργούν οι ECLIPSE συνεχίζεται με τα “Spark” και “Falling to my knees”, όλα τραγούδια που έχουν προηγηθεί της κυκλοφορίας του άλμπουμ.

Ένα τραγούδι που θα μπορούσε να κυριαρχήσει, άλλοτε, στο ραδιόφωνο είναι το “All I want”. Διαθέτει πιασάρικο refrain, ανεβασμένη διάθεση και είναι τόσο όσο πρέπει εθιστικό ώστε να τραγουδάς και να κουνάς το κεφάλι σου στο ρυθμό του.

Το μελαγχολικό “Still My Hero” φέρνει πίσω τις δονήσεις της δεκαετίας του ’80, και αποτελεί φόρο τιμής από τον Erik στον πατέρα του. “Όταν έγραψα αυτό το τραγούδι, είχα τη φράση ‘Still my Hero’ στο αρχικό μου demo track. Ο μόνος ήρωας που είχα ποτέ πραγματικά ήταν ο πατέρας μου. Έτσι έγραψα όλο το τραγούδι γι’ αυτόν. Δυστυχώς, πέθανε πολύ νέος το 2014. Αυτό είναι ένας φόρος τιμής σε έναν σπουδαίο άνθρωπο”, σχολίασε ο ίδιος.

Τα “Dive Into You” και “Until The War Is Over” είναι τα πρώτα τραγούδια που δεν έχουν γρήγορο ρυθμό, οπότε μπορείς να πάρεις μια ανάσα και να απολαύσεις τα μαγικά φωνητικά και τις υπέροχες μελωδίες που δημιουργούν εδώ οι ECLIPSE. Η “ηρεμία” τελειώνει όταν οι πρώτοι βαρείς ήχοι του “Divide & Conquer” βγαίνουν από τα ηχεία και οι κιθάρες ηχούν δυνατά!!!.

Το τελευταίο τρίτο του άλμπουμ ανοίγει με το “Pieces”, μια δυνατή στα «μέτρα» των ECLIPSE σύνθεση, μετά το οποίο, το “To Say Goodbye” είναι πιο ήσυχο κομμάτι που όμως είναι εξίσου συναισθηματικό και μελωδικό με ένα σπουδαίο κιθαριστικό riff που ξεπροβάλλει μερικές φορές και μια γαλήνια ατμόσφαιρα καθώς τα φωνητικά ταξιδεύουν τους ακροατές. Το άλμπουμ κλείνει με το “One in a Million” το οποίο μπορεί να υπερηφανεύεται για τις κιθάρες, τα τραχιά φωνητικά και το μελωδικό ρεφρέν του.

Οι ECLIPSE έχουν γίνει μια υπολογίσιμη δύναμη στη σουηδική σκηνή και – με βάση την δύναμη αυτού του άλμπουμ – δεν φαίνεται να επιβραδύνουν σύντομα. Πατάνε γερά στα θεμέλια  του μελωδικού hard rock και έχουν εξελίξει την τέχνη τους σε τέτοιο βαθμό που δεν βρίσκω τίποτα το αλαζονικό στο ότι είναι περήφανοι για τη δουλειά τους. Το άλμπουμ παρουσιάζει ένα εντυπωσιακό μουσικό εύρος και αντανακλά την αξιοσημείωτη εξέλιξη του συγκροτήματος, με ένα μείγμα από ενεργητικά ροκ κομμάτια, πιασάρικες μελωδίες και αισθαντικές μπαλάντες, προσφέροντας τόσο ποικιλία όσο και ωριμότητα.

8 / 10

Πέτρος Καραλής

NINEMIA – “Weapons of math destruction” (self-released)

0
Ninemia

Ninemia

Η βάση των NINEMIA είναι η Κύπρος, αλλά το συγκρότημα είναι πραγματικά πολυεθνικό. Ο ιδρυτής και μπασίστας τους, Χρίστος Αγαθοκλέους, είναι από την Κύπρο, ο τραγουδιστής Mikolaj Krzaczek από την Πολωνία, ο κιθαρίστας Artur Hearhadze, από τη Λευκορωσία και στα ντραμς είναι ο τεράστιος παίχτης, Dirk Verbeuren (MEGADETH, SOILWORK, Devin Townsend), ενώ εκτός των άλλων, έχει αρκετές ακόμα guest συμμετοχές, με πιο σημαντική αυτή του Derek Sherinian στο “The acquired savant”.

Ντεμπούτο, λοιπόν, το “Weapons of math destruction” και το ξεκίνημά του είναι ιδιαίτερα δυναμικό με το “Psychotropic plague”. Πολύ τεχνικό, με μπόλικα thrash περάσματα και σκρατσαρίσματα δίσκων που μου θύμισαν του MORDED. Από την πρώτη στιγμή εκτίμησα το γεγονός ότι το μπάσο παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού και τα θέματά του είναι πρωτότυπα και αξίζει να ακούγονται.

Σε γενικές γραμμές, είναι ένας progressive δίσκος απ’ όλες τις έννοιες. Δηλαδή, ακούει κανείς τους DREAM THEATER, αλλά –κυρίως λόγω του μπάσου- περνάει και στα μονοπάτια του djent, με ήχο σαν του Devin Townsend κάποιες φορές, όταν thrash-ίζει σίγουρα οι MEGADETH ή οι SOILWORK σου έρχονται στο μυαλό, σε πιο groovy στιγμές, νομίζω ότι οι FEAR FACTORY και οι MACHINE HEAD αποτελούν σημείο αναφοράς, ενώ μπορεί κανείς να ακούσει σε αρκετά σημεία έναν πιο μοντέρνο αμερικάνικο ήχο, πιο ραδιοφωνικό θα έλεγα, δίχως να λείπει και το metalcore σε στιγμές. Τα καλύψαμε όλα; Όχι, διότι δεν αναφέραμε το funky groove του “Selma”, σε μία στιγμή πιο FAITH NO MORE meets RED HOT CHILI PEPPERS.

Σε γενικές γραμμές μου αρέσει πολύ η ποικιλία στον ήχο, αλλά νομίζω ότι ο Χρίστος, κάπου θα έπρεπε να βάλει ένα φρένο στις ετερόκλητες επιρροές, γιατί κάπου χάνεται και η συνοχή μέσα στο “Weapons of math destruction”. Είναι λογικό να υπάρχει ένας ενθουσιασμός για το ντεμπούτο, πολλές ενδιαφέρουσες ιδέες που θα ήθελε να μπουν, άποψή μου όμως, είναι ότι θα μπορούσε να βάλει λιγότερες και το συνολικό αποτέλεσμα να ακουγόταν πιο συνεκτικό.

Αν με ρωτήσετε πιο είναι το αγαπημένο μου κομμάτι, με κλειστά μάτια λέω το σχεδόν 12λεπτο ομώνυμο τραγούδι του άλμπουμ, που είναι σχεδόν instrumental (λέω σχεδόν, διότι έχει κάποια samples) και είναι τόσο τεχνικό, σαν να τζαμάρουν οι MEGADETH με τους CORONER!!!

Το ντεμπούτο τους, είναι υψηλού επιπέδου, πραγματικά προοδευτικό από κάθε άποψη και αξίζει τα ακούσματά σας. Στα συν και οι στίχοι που σε πολλά σημεία αναφέρονται στην τούρκικη εισβολή στην Κύπρο το 1974. Θέλω να πιστεύω ότι τώρα που βγήκε ο δίσκος και διοχετεύθηκε η πληθώρα των ιδεών που είχαν, με τη δέουσα ωριμότητα, ο Χρίστος θα βρει τον τρόπο να φτιάξει ακόμα πιο συμπαγείς συνθέσεις και να μας κάνει να παραμιλάμε με το επόμενο άλμπουμ.

7,5 / 10

Σάκης Φράγκος

GOD DETHRONED – “The Judas paradox” (Reigning Phoenix Music)

0
God Dethroned

God Dethroned

Νομίζω για όποιον ακούει death metal οι GOD DETHRONED δεν θα έπρεπε να χρειάζονται συστάσεις. Πρωτεργάτες του Ολλανδικού ήχου δίπλα σε ASPHYX, PESTILENCE, SINISTER και πάει λέγοντας, πάντα οι πιο “μαύροι” από πλευράς μελωδιών, οι κύριοι, δεν έχουν σταματήσει να απασχολούν λιγότερο ή περισσότερο με τη ποιότητα των δίσκων τους. Τέσσερα χρόνια και κάτι πέρασαν από το τελευταίο πόνημα τους “Illuminati”. Καλό, ως πολύ καλό άλμπουμ σε σημεία, αλλά οπωσδήποτε μπορούν και καλύτερα. Άλλαξαν έκτοτε πράγματα: νέα δισκογραφική (Reigning Phoenix Music) και νέος drummer που έχει περάσει και σε συναυλιακούς επίπεδο τις εξετάσεις (Frank Schilperoort) (όσοι ήμασταν το Μάιο ξέρουμε). Μένει να φανεί σε επίπεδο δίσκου, τι ψάρια πιάνει

Και εκεί βέβαια, τα singles “Asmodeus” και “Rat kingdom” άνοιξαν την όρεξη για κάτι ανώτερο του προκατόχου τους, δείχνοντας ότι δεν είναι τυχαίος ο Frank. Το προηγούμενο είχε λίγη παραπάνω μελωδία/ατμόσφαιρα από όσο τους ταιριάζει, εδώ ήρθε μια ισορροπία καταπώς φαίνεται. Και έτσι, φτάνουμε σιγά σιγά στον δίσκο υπ’ αριθμόν 11 για τους Ολλανδούς (και τρίτο μετά τη δεύτερη επανασύνδεση), επ’ ονόματι “The Judas paradox”. Ένα όμορφο μεσημέρι του Αυγούστου (εκεί, ρομαντικά με το Αυγουστιάτικο φεγγάρι!), σκάει για παρουσίαση στα χέρια μου το λοιπόν. Και αρχίζουν τα όμορφα! Το ομώνυμο μπάσιμο είναι οι αργόσυρτοι GOD DETHRONED που μας αρέσουν, με αυτό το κομμάτι να αντιπροσωπεύει την πιο μελωδική πλευρά του δίσκου, αγκαζέ με το “The eye of providence”.

Έπειτα, έρχεται το πιο στακάτο “Kashmir princess” και το πιο mid-tempo “The hanged man” τα οποία δείχνουν και την δύναμη της μπάντας αυτής όταν δεν γκαζώνει και γράφει πραγματικά κολλητικά riffs, είτε ρυθμικά και κοφτά, είτε μελαγχολικά/μελωδικά, είτε οτιδήποτε. Στοιχεία που εμφανίζονται σε μικρότερη ποσότητα, σαν πινελιές παρά σαν κύρια γνωρίσματα, στους οδοστρωτήρες “War machine” (με τέτοιο τίτλο, τι περίμενα θα μου πεις….), “Hubris anorexia” καθώς και τα δύο πρώτα singles που έβγαλε αυτός ο δίσκος, τα οποία εντός του περιεχομένου του δίσκου λειτουργούν ακόμα καλύτερα, δίνοντας ακόμα περισσότερα πράγματα στον ακροατή σε αυτά τα πλαίσια.  Και στη μέση, στέκονται μάλλον οι αγαπημένες μου στιγμές του δίσκου, το “Hailing death” (πωπω….) και το υπέροχο “Broken bloodlines” (τι μελωδία αυτή στο ρεφρέν!).

Επιπλέον μνεία, στο υπέροχο “Black heart” ιντερλούδιο, που δίνει όση ανάσα χρειάζεται στον ακροατή για να μαρσάρει το “Asmodeus”. Όμορφες λεπτομέρειες που στις συνεχόμενες ακροάσεις, πως να το κάνουμε, κάνουν τη διαφορά. Κάπως έτσι, ο ακροατής παίρνει ένα πλήρες “γεύμα” 43 λεπτών περίπου. Ούτε να πλατειάζει, ούτε να νιώθεις ότι είναι ανολοκλήρωτο, ή μισοτελειωμένο. Τόσο – όσο. Είχα τη πολυτέλεια, να ακούσω το δίσκο αρκετές φορές μέχρι να καταλήξω στα όσα γράφω ως αυτό το σημείο και στον βαθμό στο τέλος. Ένας βαθμός που συνοδεύεται από το ακόλουθο συμπέρασμα: οι GOD DETHRONED παρέδωσαν έναν πραγματικά πολύ καλό δίσκο, ίσως τον καλύτερο της δεύτερης επανασύνδεσης, δένοντας πραγματικά το γλυκό στα δικά μου μάτια μετά το υπέροχο live με τους EXHORDER.

Να πω και κάτι ακόμα: ξέρεις ότι ένα δίσκο τον φχαριστήθηκες, όταν θες να ξαναδείς τη μπάντα ζωντανά μόνο και μόνο για να ακούσεις επιπλέον υλικό από αυτόν!

8 / 10

Γιάννης Σαββίδης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece