Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 170

Ο απόλυτος συναυλιακός οδηγός του καλοκαιριού – Rock Hard – The Pod S02E22

0
Rock Hard - The Pod

Rock Hard - The Pod

Ο Σάκης Φράγκος στο εικοστό δεύτερο επεισόδιο της δεύτερης σεζόν του Rock Hard – The Pod (www.rockhard.gr), με την υποστήριξη του God’s Restaurant (Μακρυγιάννη 23-27), μας προσφέρει τον απόλυτο συναυλιακό οδηγό για το φετινό καλοκαίρι!


Κι επίσης στα iTunes, PocketCasts και Amazon Music.

Release Athens Festival – MEGADETH, BLIND GUARDIAN, GRAND MAGUS (Πλατεία Νερού, 14/6/2024)

0
Megadeth

Megadeth

Μεταλλικών ήχων πρεμιέρα για το αγαπημένο μας Release Athens Festival, με μια τριπλέτα – φωτιά! Περίπου τόσο καυτή, όσο και οι μέρες που προηγήθηκαν, με τον καύσωνα να κάνει σμπαράλια ολόκληρο το νευρικό μας σύστημα! Λογικό λοιπόν, την συννεφιά και το αεράκι του πρωινού της Παρασκευής, να τα είχα εκλάβει ως «δώρο εξ ουρανού»… αν είχαν παραμείνει! Δυστυχώς όμως, μας άφησαν νωρίς και έδωσαν τη θέση τους σε μια απίστευτη υγρασία, που τρυπούσε σάρκες. Το φτωχό νούμερο «3», βέβαια, δεν έλειψε από κατά τόπους συζητήσεις και σχολιάστηκε αρνητικά. Με κάθε σεβασμό σε όλα τα δικά μας συγκροτήματα που θεωρητικά θα ήταν υποψήφια για να «ανοίξουν» την ημέρα και θα μπορούσαν να σταθούν αντάξια στο ύψος των περιστάσεων, όπως και σε όσους θέλουν να βλέπουν μακροσκελή billings, καλύτερα που δεν υπήρξε τέταρτη μπάντα και το event ξεκίνησε στις 19:00. Είμαι σίγουρος πως και για τα ίδια τα groups, δεν θα ήταν ό,τι καλύτερο να παίζουν νωρίς το απόγευμα, υπό συνθήκες φούρνου, με λιγοστό κόσμο από κάτω να νιώθει σαν τομάτα ή πιπεριά γεμιστή. Έτσι δεν είναι; Το ’χουμε δει το έργο.

Ωπ, τι συμβαίνει εδώ; Οι μάστορες του επικού metal GRAND MAGUS σε μεγάλη σκηνή; Και με ΠΟΛΥ κόσμο από κάτω; ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! Μου αρέσουν πολύ στα μικρότερα live, σε κλειστούς χώρους, αλλά δεν το κρύβω, ήθελα να τους δω και σε ένα festival με αρκετό κόσμο από κάτω. Άσε που, με μια γρήγορη ματιά στο διαδίκτυο, θα παρατηρήσεις πως είναι ουκ ολίγες οι φορές που οι Σουηδοί αλωνίζουν τις μεγάλες σκηνές της Ευρώπης. Λογικό. Πρόκειται περί ΜΕΓΑΛΗΣ ΜΠΑΝΤΑΣ. Μια ώρα είχαν στη διάθεσή τους και την κάλυψαν με τρόπο αναμενόμενο.

Κακά τα ψέματα, ένα GRAND MAGUS live, στερείται εκπλήξεων για έναν οπαδό και το τι θα δει είναι τόσο σιγουράκι, όσο το αποτέλεσμα του αγώνος Ρεάλ Μαδρίτη – Άσπρα Χώματα (άσσος, over ημίχρονο/τελικό). Η τριάδα των Christoffersson, Skinner και Witt ποντάρει στα παλαιά τραγούδια, προτιμά κυρίως hits (“Iron will”, “Steel versus steel”, “Ravens guide our way”, “Hammer of the North” και δεν συμμαζεύεται), δεν αφήνει να υπάρξει πουθενά υποψία έστω «ψαγμενιάς» και «υποτιμημένων» συνθέσεων και σαν επαγγελματίες ως την τελευταία λεπτομέρεια που είναι, κινούνται όσο πιο “safe” γίνεται. Αυτό έχουμε, σου λένε, το θες; Πάρτο. Δεν το θες; Μην το θες.

Τώρα λοιπόν που έχω πληρέστερη εικόνα, μπορώ να πω με σιγουριά πως οι GRAND MAGUS είναι κλάσεις ανώτεροι σε κλειστούς χώρους. Εδώ, ένιωσα να χάνεται η δυναμική τους. Ποτέ, σε κανένα σημείο του live, δεν με άρπαξαν από τον λαιμό, όπως έκαναν ας πούμε στην τελευταία τους συναυλία, όπου ήταν καταπληκτικοί. Μην παρεξηγηθώ, δεν ήταν κακοί, ούτε μέτριοι. Καλοί ήταν, αλλά… ΑΛΛΑ.

Ευτυχώς, σε αντίθεση με εμένα, οι ιαχές των παρευρισκομένων στις πρώτες γραμμές και στο μέσο της αρένας, έδειξαν πως έστω και σε ρηχά νερά κινούμενοι, οι Σουηδοί μπορούν να κερδίσουν νέους οπαδούς. Και να τους κερδίσουν, σημαντικό αυτό, από την «πιτσιρικαρία» που έδωσε βροντερό «παρών», φέρνοντας λίγη αισιοδοξία στα προβληματισμένα, όσον αφορά το μέλλον του κλασσικού metal ήχου, μυαλά ημών των μεγαλυτέρων (ή και γέρων, ναι).

Συνοψίζοντας και κλείνοντας, θετικό πρόσημο θα έβαζα στην εμφάνισή τους. Θετικό, γιατί ξεπέρασαν γρήγορα ΚΑΙ το πρόβλημα με τον, αρχικά, κακό ήχο. Περιμένοντας λοιπόν νέο δίσκο και δικό τους live, για τους απολαύσω όπως πρέπει, δίνω την σκυτάλη στους Φραγκίσκο και Δημήτρη, για να μεταφέρουν με την σειρά τους τις εντυπώσεις τους από τους BLIND GUARDIAN και MEGADETH, αντίστοιχα. Πάω για ψιλή κουβέντα, βλέπω πολλούς γνωστούς και φίλους στο κοινό.

Δημήτρης Τσέλλος

20:15 λοιπόν, με τον ήλιο να αποχωρεί σιγά σιγά (επιτέλους), με τον κόσμο να έχει φυσικά αυξηθεί και με τη ζέστη επίσης να γίνεται ένα τσικ πιο υποφερτή, άρα συνθήκες καλύτερες να απολαύσουμε για ακόμη μία φορά τους BLIND GUARDIAN επί ελληνικού εδάφους.

Θα είμαι ειλικρινής εξ αρχής. Γιατί καλή η «αρρώστια» και η πώρωση, αλλά κάποια πράγματα είναι αντικειμενικά και πιο ρεαλιστικά. Ναι, θέλω να βλέπω 1-2-3 φορές το χρόνο τις αγαπημένες μου μπάντες. Ειδικά όσες αλλάζουν τα setlists τους και δίνουν συνεχώς «τυράκια» στους οπαδούς τους. Άρα οι Βάρδοι είναι σε αυτήν την κατηγορία. Όμως, μερικές φορές, με βαριά καρδιά μιλώντας, αυτό δεν θα λειτουργήσει και τόσο, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για 4η εμφάνιση (5η για κάποια άλλα συν-αρρωστάκια) σε διάστημα 9 μηνών.

Προφανώς και όταν βγαίνεις με το “Imaginations…”, έχεις βάλει το γκολάκι από τα αποδυτήρια και έχεις πάρει μαζί σου και «παλιούς» και «νέους» οπαδούς. Όταν έχεις κομμάτια στο setlist όπως τα “The script for my requiem”, “Lord of the rings”, “Time stands still” και το κλασικό τρίο των “Bard’s song”, “Mirror mirror” και “Valhalla”, ο κόσμος θα τραγουδήσει, θα περάσει καλά και το live θα είναι ωραίο. Όμως, προσωπικά, δεν το χάρηκα στο βαθμό της παράκρουσης του Οκτωβρίου που ήταν 3 φορές σε 5 μέρες ή πόσες.

Από τη μία ο μέτριος ήχος του σχήματος, που βελτιώθηκε κάπως μετά τα μισά, αλλά και πάλι δεν ήταν και «σύμμαχος» και από την άλλη το setlist, που αυτό ίσως μου το «χάλασε» λίγο περισσότερο. Αν για κάτι δεν γκρινιάζω για τα παιδιά, είναι τα setlist. Ειδικά όταν τους έχουμε δει τόσες φορές που μας έχουν προσφέρει άπειρες αλλαγές τραγουδιών, εκπλήξεις και και και. Αυτήν τη φορά όμως, το να είναι στην ουσία το setlist της περιοδείας του “The God machine” χοντρικά, μου ξίνισε λίγο. Το είδαμε 3 (ή 4… είπαμε… ανάλογα την παράνοια) φορές τον Οκτώβριο. Δώστε κάτι άλλο, αφού το κάνετε πάντα (όπως μας καλομαθαίνετε… δεν φταίμε).

Προφανώς και ο κόσμος πέρασε καλά και συμμετείχε φουλ στη συναυλία. Άλλωστε αυτά είναι τα live BLIND GUARDIAN. Ασχέτως που πάντα θα τους θέλω πολύ περισσότερο σε κλειστό χώρο παρά σε ανοικτό, όπου «χάνεται» κάπως αυτό το ανατριχιαστικό interaction με το κοινό και σου λείπει το εκκωφαντικό του κόσμου στα αυτιά σου. Εννοείται πως ακούσαμε κομματάρες που λατρεύουμε και θέλουμε να ακούμε ξανά και ξανά.

Ο Hansi δεν το συζητάω πως ήταν (και πάλι) εξαιρετικός και ο άνθρωπος πρέπει να έχει πλέον κομματάκια του λάρυγγά του διασκορπισμένα στα περισσότερα venues της Αθήνα (και της Ελλάδας γενικότερα). Μόνο σεβασμό και προσκύνημα. Απλά, νομίζω πως αυτήν τη φορά, κάτι έλειπε για να κάνει το live όπως τα περισσότερα των BG: Επικό. Ίσως λίγο το setlist, ίσως λίγο κάτι ακόμα πιο βασικό όπως φάνηκε μετά: Άλλο πράγμα η προσμονή 10 χρόνων (μέσα έξω), άλλο 9 μηνών… όπως και να το κάνουμε, η δίψα του κοινού περνάει σε άλλο επίπεδο.

Εν κατακλείδι, μία καλή εμφάνιση των παιδιών, όχι από τις καλύτερες που έχουμε βιώσει, αλλά απολύτως αποδεκτή και φυσικά (για να γίνω πάλι γραφικός), να μας ξανάρθουνε με το καλό και σε 5 μήνες (δεν μετράω τα Χανιά, αφού είναι σε 1 μήνα και στη θέση τους δεν θα έφευγα από Ελλάδα… άσε που θα είχα ήδη αγοράσει κάνα εξοχικό/σπίτι). Ο κόσμος πέρασε καλά; Εννοείται. Και το ζητούμενο είναι αυτό στις συναυλίες!

Μία παρατήρηση απλά, που δεν έχει να κάνει αναγκαστικά με GUARDIAN, MEGADETH ή οποιαδήποτε άλλη μπάντα, αλλά με την ευκαιρία και του χθεσινού live: Όσο και αν είναι μπαντάρες οι Ευρωπαϊκές και στο heavy metal είμαι περισσότερο Ευρωπαίος παρά Αμερικάνος (δεν λογίζω alternative, metalcore κλπ είδη, γιατί εκεί γέρνω υπερβολικά προς Αμερική), οι Αμερικάνοι ρε φίλε είναι κάτι άλλο στο θέμα πως βγαίνουν στη σκηνή. Πως να το κάνουμε. Και απλά απόδειξη αυτού είναι αυτά που θα σας αναλύσει αμέσως μετά ο αγαπητός κύριος Μπούκης…

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

Η επίσκεψη στη χώρα μας, ενός εκ των τεσσάρων μεγάλων του thrash metal, είναι πάντα ένα τεράστιο γεγονός. Οι MEGADETH λοιπόν είχαν να πατήσουν επί ελληνικού εδάφους για συναυλία από το καλοκαίρι του 2016 και τα οκτώ χρόνια αναμονής ήταν ικανά από μόνα τους, να οδηγήσουν χιλιάδες κόσμο στην Πλατεία Νερού για ακόμα μία φορά. Όσοι λοιπόν είδαν εχθές τον Dave Mustaine και την παρέα του, είχαν την τύχη να απολαύσουν ίσως μία από τις καλύτερες εμφανίσεις τους στη χώρα μας.

Όλα βάση προγράμματος και στις 22:21 οι MEGADETH ανεβαίνουν στη σκηνή του Release Festival, ανοίγοντας το πρόγραμμα τους με το ομώνυμο τραγούδι του πιο πρόσφατου τους άλμπουμ, “The sick, the dying…and the dead”. Η ενέργεια τους τρομερή, ένας Dave Mustaine πιο ορεξάτος από ποτέ και το υπόλοιπο συγκρότημα να παρασέρνεται από την ενέργεια του κόσμου και την φόρα του αρχηγού τους. Πριν το καταλάβουμε, ο Mustaine μας συστήνεται ως “κοινωνική ασθένεια” με το “Dread and the fugitive mind”, φτύνοντας με ειρωνεία κάθε στίχο και όλοι μας αντιλαμβανόμαστε ότι το βράδυ αυτό θα είναι υπέροχο.

Ένα βράδυ που παραλίγο όμως να χαλάσει μόλις στο τρίτο τραγούδι. Ξεκινάει το “Skin ‘o my teeth”, όλοι μας βρισκόμαστε σε παραλήρημα από την εξαιρετική απόδοση τους και ξαφνικά ακούμε καντήλια. (σ.σ. Σάκη Φράγκου: Ο λόγος του ξεσπάσματος αυτού, ήταν το γεγονός ότι security του φεστιβάλ δεν άφηνε τους φωτογράφους, ανάμεσά τους και τον δικό μας, Πέτρο Καραλή, παρά το συμβόλαιο που είχαμε υπογράψει, να τραβήξει φωτογραφίες και στο τρίτο τραγούδι, παραβαίνοντας το συμβόλαιο. Ο Mustaine, που εννοείται ότι τα ξέρει ΟΛΑ, φώναξε στον security να αφήσει τους φωτογράφους να κάνουν τη δουλειά τους, επειδή υπήρχε μία αναστάτωση στο photo pit, μπροστά στα μάτια του. Security του ίδιου του συγκροτήματος, έδιωξαν τον συγκεκριμένο security που δεν έκανε τη δουλειά του σωστά και συνεχίστηκε κανονικά η φωτογράφηση και η συναυλία). Σε αυτό το σημείο να πούμε κάτι για την προσωπικότητα Mustaine. Ο άνθρωπος αυτός δεν αφήνει ούτε την καλημέρα να πέσει κάτω. Ο τρόπος μόνο που κοιτάει την ώρα που τραγουδάει, σου κόβει το αίμα.

Στην κατάσταση που ήταν και με τον τρόπο που αντιμετώπισε το ζήτημα, όχι μόνο δεν μας ξενέρωσε, αλλά προσωπικά εμένα με έκανε να γουστάρω ακόμα περισσότερο. Και δεν είναι αυτό ένα δείγμα μαζοχισμού, αλλά έχοντας μπροστά μου ένα είδωλο όπως ο Mustaine, με την τεράστια προσωπικότητα του και τον δύσκολο χαρακτήρα του, είδα ένα μουσικό την ώρα που ρίχνει solo στην κιθάρα να απομονώνει κάτι που παραβίαζε κάποιους κανονισμούς και να συνεχίζει να παίζει για να μην διακόψει το τραγούδι.

Μega Dave λοιπόν και συνεχίζει με το “Angry again”, πιο ταιριαστό τραγούδι μετά το σκηνικό του “Skin o’ my teeth” δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Όλοι μας πια είχαμε καταλάβει ότι η βραδιά θα είναι ένα εξαιρετικό best of της μπάντας και το “Hangar 18” σκάει για να το επιβεβαιώσει, δημιουργώντας έναν πανικό με την λυσσαλέα εισαγωγή του. Όσο περνούσε η ώρα, μπορούσε κάποιος να διακρίνει ότι ο Mustaine τραγουδούσε πιο συντηρητικά, αλλά η ενέργεια και η διάθεση του κάλυψαν το οποιοδήποτε κενό. Το να είσαι σε συναυλία των MEGADETH και να πετυχαίνεις τον Mustaine σε αυτή τη διάθεση, είναι πραγματικά δώρο. Μέχρι που χαμογέλασε ο τεράστιος, ξέρετε αυτό το σαρδόνιο μειδίαμα, όταν εξηγούσε την ιστορία του “She-wolf” που τραγούδησε αμέσως μετά.

Γενικά τα κενά μεταξύ των τραγουδιών δεν ήταν πολλά και μόνο καλό το βρήκα αυτό. Ο Mustaine όσες φορές μίλησε ήταν λιτός και ευδιάθετος, μην αφήνοντας πολλά περιθώρια να πάρουμε ανάσα. Έτσι ενώ δεν ακούσαμε το “Take no prisoners”, το συγκρότημα ήταν αποφασισμένο να μην αφήσει κανέναν όρθιο. Έτσι λοιπόν από την ψυχανάλυση του “Sweating  bullets” περάσαμε στη λατρεμένη τραγουδάρα “Trust” και από εκεί στον τυφώνα “Tornado of souls” που τα ισοπέδωσε όλα. Το “Cowntdown to extinction” ηρέμησε λίγο τα νερά, για να αγριέψει ξανά η κατάσταση με το “We’ll be back”, το πιο thrash-άτο τραγούδι τους από την τελευταία τους δουλειά.

Δυστυχώς οδεύαμε προς το κλείσιμο μίας επικής εμφάνισης των MEGADETH η οποία έλαβε τέλος με τον πιο εμφατικό τρόπο, με τα “Symphony of destruction”, “Peace sells” (με κοστουμάτο Vic Rattlehead να αλωνίζει στη σκηνή), “Mechanix” και “Holy wars” να κλείνουν αυτή την μαγική νύχτα. Μία νύχτα η οποία άφησε μόνο χαμόγελα σε όλους όσους βρεθήκαν εκεί.

Έχουμε πολλές αγάπες στη μουσική. Συγκροτήματα μικρά, μεγάλα, κολοσσούς ή λιγότερο εμπορικά. Οι MEGADETH εχθές επιβεβαίωσαν απλά πως είναι να βιώνεις ένα live ενός συγκροτήματος A’ εθνικής. Ένα λιτό stage, με μόνο το λογότυπο και την μασκότ της μπάντας στην οθόνη, χωρίς πυροτεχνήματα, χωρίς φλόγες, χωρίς τίποτα. Όμως με άπειρη προσωπικότητα, αστείρευτο επαγγελματισμό, εξαιρετικούς μουσικούς (τι να πρωτογράψεις για το κτήνος Dirk Verbeuren στα ντραμς) και μουσική που έχει γράψει ιστορία και δεν ξαναβγαίνει ποτέ παρόμοια της. Στα μικρά και αρνητικά θα μπορούσα να πω ότι η κιθάρα του Teemu Mantisaari δεν ακουγόταν πάντα. Μιλάμε όμως για ένα πταίσμα σε μία εξαιρετική από κάθε άποψη συναυλία. Εις το επανιδείν!

Δημήτρης Μπούκης
Φωτογραφίες: Πέτρος Καραλής

SUNBURST – “Manifesto” (Inner Wound Recordings)

0
Sunburst

Sunburst

Ψάχνω εδώ κι εβδομάδες, να δω τι να πρωτογράψω γι’ αυτόν το δίσκο. Γράφω – σβήνω. Γράφω – σβήνω. Είμαι δηλωμένος fanboy των SUNBURST από το ντεμπούτο τους, Fragments of creation και χρειάστηκε να περιμένουμε 8 ολόκληρα χρόνια για τον διάδοχό του. Σκάει το πρώτο single κι –ευτυχώς- ταυτόχρονα ολόκληρος ο δίσκος στον υπολογιστή μου. Ξέρετε, με τέτοια ταλέντα, δεν έχω αμφιβολίες και δεύτερες σκέψεις. Είμαι απλά βέβαιος για την ποιότητα του αποτελέσματος. Και συνήθως δεν διαψεύδομαι, κάτι που συνέβη και σε αυτήν την περίπτωση.

Για όσους δεν γνωρίζουν, οι SUNBURST αποτελούνται από τον κιθαρίστα Gus Drax που παίζει και στους SUICIDAL ANGELS, τον τραγουδιστή (την ΥΠΕΡΦΩΝΑΡΑ μάλλον, πρέπει να πω) Βασίλη Γεωργίου, έναν από τους κορυφαίους ντράμερ στη χώρα μας, τον Κώστα Μυλωνά και τον Nick Grey στο μπάσο. Τα πλήκτρα τα παίζει όλα ο Bob Katsionis (σιγά μην κάτσω να αραδιάσω τα γκρουπ που έχει παίξει) ενώ ο John K, δηλαδή ο Γιάννης Κουτσελίνης των BIOMECHANICAL και DECEPTOR, έχει βοηθήσει στις ενορχηστρώσεις κάποιων τραγουδιών. Αν αυτό δεν είναι Dream Team, δεν μπορώ να φανταστώ τι άλλο θα μπορούσε να είναι…

Αφού σας αράδιασα τα μέλη και θυμηθήκατε ποιοι είναι οι SUNBURST, να δούμε και τι παίζουν. Σαφώς και η βασικότερη επιρροή τους, είναι οι DREAM THEATER, θα έλεγα εποχής από “Train of thought” μέχρι και το “A dramatic turn of events”. Θα ήθελα να προσθέτατε πολλούς SYMPHONY X με ολίγη από CONCEPTION αλλά και πιο «μοντέρνο» prog, τύπου HAKEN κι έχετε τον ήχο του γκρουπ στο πιάτο σας.

Δεν έχουν γυναικεία φωνητικά, δεν έχουν brutal φωνητικά (όπως στο ντεμπούτο τους), δεν έχουν καλεσμένους. Όμως, έχουν όλα τα στοιχεία που με εντυπωσίασαν στο ντεμπούτο τους, πολλαπλασιασμένα. Περισσότερες μελωδίες, περισσότερη τεχνική, περισσότερη ουσία, πιο κολλητικά θέματα, πιο κινηματογραφική ατμόσφαιρα. Δεν χρειάζονται κανέναν άλλον, για να δημιουργήσουν τη μουσική που οι ίδιοι ονειρεύονται και μας προσφέρουν απλόχερα.

Δεν θα μιλήσω για τραγούδια ξεχωριστά, καθώς είναι από τις περιπτώσεις που η αρτιότητα του δίσκου, επιβάλλει να ακουστεί καθ’ ολοκληρίαν. Αυτό που θα πω, είναι ότι ο κόσμος χρειάζεται περισσότερους SUNBURST για να γίνει καλύτερος. Χρειαζόμαστε περισσότερο Drax, Γεωργίου και Μυλωνά. Κι αν τον Gus Drax τον θαυμάζουμε τακτικά με τους SUICIDAL ANGELS, αλλά και τον Κώστα Μυλωνά, που παίζει σε αρκετά σχήματα, δεν ισχύει το ίδιο για τον Βασίλη Γεωργίου. Σοβαρολογώ. Είναι από τις κορυφαίες φωνές που έχω ακούσει! Δεν αστειεύομαι, ούτε υπερβάλλω.

Παλιότερα γράφαμε στο τέλος των παρουσιάσεων των δίσκων, πομπώδεις ατάκες τύπου “buy or die” και διάφορα τέτοια ωραία. Τώρα, με το streaming, τα πράγματα είναι πιο απλά. Αν ακούς μουσική με τα αυτιά, το μυαλό και το συναίσθημα, οφείλεις να ψάξεις να ακούσεις το “Manifesto” των SUNBURST με οποιονδήποτε τρόπο. Κάνεις ένα ωραιότατο δώρο στον εαυτό σου και …με ευχαριστείς αργότερα. Για εμένα, από τους υποψήφιους για δίσκος της χρονιάς.

9 / 10

Σάκης Φράγκος

FULL HOUSE BREW CREW – “Rise of the underdogs” (ROAR! Rock Of Angels Records)

0
Full House Brew Crew

Full House Brew Crew

Η τιμή και χαρά του να γράφω για σπουδαίες εγχώριες κυκλοφορίες είναι πάντα μεγάλη. Κυρίως γιατί αποδεικνύει το εξής, απλό και διαχρονικό (όπως αποδεικνύεται) σκεπτικό. Μια μπάντα που στέκει ψηλά από συνθετικής άποψης και ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες, δεν χρειάζεται (ούτε τη βοηθάνε στο φινάλε του πράγματος, κατά την άποψη μου) φτηνές ελεημοσύνες και σπρωξιματάκια (λεκτικά, βαθμολογικά και πάει λέγοντας) για να διαπρέψει, απλά και μόνο επειδή μπορεί να πετύχεις τα μέλη της στο δρόμο όταν θα πηγαίνεις για κοψίδια. Χρειάζεται απλώς να πεις τα πράγματα ως έχουν, χωρίς φόβο και πάθος. Μια τέτοια περίπτωση “κανένα λάθος, μόνο πάθος” είναι φυσικά οι Αθηναίοι FULL HOUSE BREW CREW, για την οποία θα σας μιλήσουμε ευθύς αμέσως σήμερα.

Η μπάντα – κύριο συνθετικό όχημα του κιθαρίστα/τραγουδιστή Βαγγέλη Καρζή (γνωστός επίσης, ως πάλαι ποτέ μπασίστας στους ROTTING CHRIST, ενώ πλέον είναι κιθαρίστας και στους Φινλανδούς WOLFHEART), μετράει αισίως 15 χρόνια ύπαρξης. Το ύφος τους για όσους δεν τους γνωρίζουν; Ας ξεκινήσουμε λέγοντας πως είναι φουλ Αμερικάνικο. Στο ντεμπούτο “Bet it all”, ήταν μια πιο metal εκδοχή των BLACK LABEL SOCIETY με μια γερή δόση από METALLICA και PANTERA, στο “Me against you” (εκεί τους έπιασα λίγο πολύ) σιγά σιγά κάνουν την εμφάνιση τους και οι SLIPKNOT με τον χαρακτήρα να παίρνει μορφή ενώ στο τελευταίο “Bare knuckle”, έχουμε έντονη την επιρροή μπαντών όπως οι FIVE FINGER DEATH PUNCH, για το έξτρα “ραδιοφωνικό” του πράγματος, βαραίνοντας παράλληλα.

Το “Bare knuckle” το αγάπησα περισσότερο από όλα. Και τσαμπουκαλίδικο και πιασάρικο και μπαμ-μπαμ σε διάρκεια για ακροάσεις επί ακροάσεων. Οριακά μετάνιωσα που δεν χώρεσε τότε στη λίστα αλλά αυτά είναι τα σταθερά προβλήματα του “επαγγέλματος” ούτως ειπείν. Στο θέμα μας τώρα. Δίσκος νούμερο τέσσερα για τους FULL HOUSE BREW CREW, με τίτλο “Rise of the underdogs”. Από το μπάσιμο του “Fake” και του “When violence meets the art” (μπουνιά Rocky Balboa!), βλέπουμε να κάνουν την εμφάνιση τους στο ηχητικό μείγμα του συγκροτήματος μπάντες όπως οι ύστεροι MACHINE HEAD, κάνοντας πιο τσαμπουκαλεμένο το υλικό από ποτέ άλλοτε. Το δεύτερο, ήταν και το single που πρωτοβγήκε για τη προώθηση του δίσκου, κατεβάζοντάς μου το σαγόνι.

Παράλληλα, παρουσιάζεται ένα στοιχείο που κάπως μου έκανε εντύπωση και δίνει σίγουρα το στίγμα του δίσκου. Αυτά τα ηλεκτρονικά στοιχεία, που ειδικά σε συνδυασμό με κοφτά ή γκρουβάτα riffs  θύμιζαν FEAR FACTORY, θύμιζαν MESHUGGAH, μη σας πω πως άκουσα και κάτι σημεία τύπου MASSIVE ATTACK. Ειδικά στο “Nightmare” – το πιο ενδιαφέρον πείραμα του δίσκου, κατά τη γνώμη μου. Τα εξαίρετα πιασάρικα ρεφρέν φυσικά, δεν λείπουν, ούτε στο “Flaws of guilt”, ούτε από το φοβερό ομώνυμο ή το “Downfall”. Ξεχωριστά στέκεται το κομμένο και ραμμένο για ραδιόφωνο “Bleed” (έχει και μια “Βόρεια” μελαγχολία αυτό εδώ το ρεφρέν – αν δε το έλεγα θα έσκαγα!).

Ξεχωριστά θέλω να μιλήσω για το μεγάλο φινάλε “Leaving home” που εκτός του ότι κλείνει εμφατικά το άλμπουμ, έχει κρυμμένο και ένα reprise του “Nightmare” προς το τέλος των 6 λεπτών του. Εμένα μου έκανε εντύπωση που μια μπάντα το έκανε εν έτει 2024 αυτό. Παλιότερα, ήταν πιο συνηθισμένο να έκρυβε μια μπάντα κάτι επιπλέον στο τέλος του τελευταίου κομματιού μετά από κάποια δεύτερα σιωπής. Είτε ένα κομμάτι ακόμα, είτε μέρος αυτού, είτε ακόμα και αστεία ηχητικά ντοκουμέντα. Οπότε έξτρα χαρά για κάτι βλαμμένους σαν εμένα, η ύπαρξη τέτοιων λεπτομερειών!

Κλείνοντας, μόλις σε 37 λεπτά, έχουμε ένα δίσκο όπου οι FULL HOUSE BREW CREW πειραματίζονται και τους βγαίνει, ενώ βαραίνουν κι άλλο ταυτόχρονα. Κάτι που μόνο κέρδος είναι για τους ίδιους, που κοιτάζουν μπροστά με αισιοδοξία. Και εις ανώτερα!

8 / 10

Γιάννης Σαββίδης

BLACK COUNTRY COMMUNION – “V” (Provogue/Mascot Label Group)

0
Black Country Communion
Unidentified flying object at night with fog and a light below. Triangular UFO, 3D illustration.

Black Country Communion

BLACK COUNTRY COMMUNION. Η πεμπτουσία του όρου “super group”, σε μια εποχή που οι έννοιες έχουν ξεχειλωθεί και έχουν χάσει κάθε τους νόημα. Ναι ρε φίλε, γελώ όταν ακούω να περιγράφονται με τον ίδιο όρο, ή ως “all star bands”, συγκροτήματα αποτελούμενα από πέντε, για παράδειγμα, μουσικούς, οι οποίοι όλοι μαζί, δεν είναι ούτε μια τρίχα του Glenn Hughes, του Joe Bonamassa, του Jason Bonham και του Derek Sherinian! Γελώ και κουνώ το κεφάλι μου με ύφος «τι να μας πεις και συ βρε κακομοίρη», όσο κι αν θέλουν οι εταιρείες να μας πλασάρουν τον άνθρακά τους, για θησαυρό. Και μη μου πεις τώρα πως θες να γράψω σε παρένθεση ποιος είναι ο καθένας τους και τα συγκροτήματα στα οποία έχει πάρει μέρος, γιατί αν όντως ισχύει αυτό, αδίκως και ασκόπως διαβάζεις τις γραμμές αυτές.

Πέμπτος studio δίσκος και έκτος συνολικά, μαζί με το “Live over Europe”, για τούτο το παρεάκι. Η αρχική τους «φούρια», με το ομώνυμο ντεμπούτο, το “Black Country Communion 2” και το “Afterglow” να έρχονται μέσα σε μόλις δύο χρόνια, θυμίζοντας εποχές όπου υπήρχε ακατάσχετη έμπνευση και οι τεράστιες σε αξία και κληρονομιά μπάντες κυκλοφορούσαν μέχρι και δύο δίσκους τη χρονιά, έδειχνε να κοπάζει. Κάπου εκεί, ήρθε και η διάλυση, απόρροια της αδυναμίας του Bonamassa να χωρέσει δύο καρπούζια (περιοδείες με τους BLACK COUNTRY COMMUNION, περιοδείες με την solo μπάντα του) σε μια μασχάλη. Έγιναν κι άλλα στην πορεία… Μεταξύ αυτών και η δημιουργία των βραχύβιων αλλά εξαιρετικών CALIFORNIA BREED, δηλαδή των BLACK COUNTRY COMMUNION, με τον Andrew Watt στην κιθάρα αντί του Joe και χωρίς του λούστρο των πλήκτρων του Sherinian. Το αναφέρω διότι οφείλεις να ακούσεις τον μοναδικό, ομώνυμο δίσκο τους. Οπωσδήποτε!

Πάμε ξανά στους BCC, οι οποίοι από το 2016 είναι ξανά μαζί. Το 2017 κυκλοφόρησε το “BCCIV”, το τέταρτο άλμπουμ, όπως μαρτυρά και το όνομά του. «Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα» για το συγκρότημα, με μια ακόμη εξαίσια δουλειά να λαμβάνει ανάλογες κριτικές, λες και δεν είχε μεσολαβήσει το παραμικρό. Και εκεί που περιμέναμε να φορτσάρουν ξανά, λίγο τα προσωπικά κολλήματα, λίγο η πανδημία, να σου πάλι να μένει «πίσω» το πέμπτο εγχείρημα. Από εκεί που θα κυκλοφορούσε τον Ιανουάριο του 2021, έφτασε να κυκλοφορήσει φέτος. Δεν πειράζει όμως… Εμείς αυτό που θέλουμε είναι να υπάρχει το συγκρότημα, να είναι ενεργό, να ηχογραφεί (ας είναι και σε αργούς ρυθμούς) και γιατί όχι, να τους δούμε κάποια στιγμή και από τα μέρη μας. Εντάξει, μιλάμε για κάτι το πολύ δύσκολο, μια δυσκολία που είναι μάλιστα άθροισμα πολλών παραγόντων, αλλά όλοι έχουμε δικαίωμα στα όνειρα, έτσι δεν είναι;

Ας ασχοληθούμε τώρα με το “V”. Καταρχάς, παρατηρώ στο εξώφυλλο πως για πρώτη φορά, λείπουν το logo της μπάντας και οποιαδήποτε αναφορά σχετική με πετούμενα, είτε αυτά είναι φτερά, είτε κοράκια, είτε Φοίνικες κλπ. Δεν θέλω να επισημάνω κάτι άλλο πέραν από αυτό, δε θέλω να περάσω κάποιου είδους μήνυμα, απλά μου έκανε εντύπωση, μπορείς να προσπεράσεις άνετα. Προτού περάσουμε στις συνθέσεις, ας πούμε δυο λόγια για την, για μια ακόμη φορά, ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ παραγωγή του Kevin Shirley. Ο τύπος είναι μάγος, το ξέρουν και οι πέτρες αυτό. Και το λέω, γιατί ξέρω πως το μυαλό σου ήδη είναι στους IRON MAIDEN και τις «κακές παραγωγές» τους. Έλα όμως που απ’ όσο φαίνεται, άλλος είναι το αφεντικό, άλλος δίνει τις συντεταγμένες και σε τελική ανάλυση, άλλος είναι το «αγύριστο κεφάλι»… Όχι ο ικανότατος Shirley.

Ως προς την ποιότητα των συνθέσεων… μεγάλη η έκπληξή μου! Όχι γιατί δεν περίμενα ένα πολύ καλό άλμπουμ, το περίμενα. Αν φτάσουν στο σημείο οι BCC να ηχογραφήσουν μετριότητες, ας το κλείσουμε το μαγαζί! Δεν περίμενα όμως ένα ΤΟΣΟ καλό άλμπουμ. Αν θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι το “Black Country Communion” είναι ένα αριστούργημα και τα επόμενα τίποτα λιγότερο από πολύ καλά (αυτά που λέμε «δισκάρες», για να καταλάβεις καλύτερα), το “V” έρχεται να πλασαριστεί πάνω από αυτά και ακριβώς κάτω από το ντεμπούτο. Είναι ένας δίσκος γεμάτος ψυχή και τσαμπουκά, ένας δίσκος που ξεχειλίζει συναισθημάτων, που δηλώνει την επάνοδο, στον απόλυτο βαθμό, της καταπληκτικής χημείας μεταξύ των αστέρων που απαρτίζουν το group. Και κάθε φορά που θα τον ακούς, θα σου δώσει και κάτι καινούργιο! Πράγμα πολύ δύσκολο πια στις μέρες μας…

Ο Glenn Hughes όπως πάντα νεανίας, αειθαλής. Όχι, δεν πρόκειται για ένα θαύμα της Φύσης. Είναι ένα υπόδειγμα επαγγελματία, αυτό είναι όλο. Θα προσέξει τη φωνή του, θα προσέξει τη φυσική του κατάσταση, δεν θα κάνει όχι καταχρήσεις, ούτε καν χρήσεις. Άλλωστε, πέρασε στο παρελθόν από αυτό το τούνελ, ξέρει πως στο τέλος του, δεν υπάρχει έξοδος, δεν υπάρχει φως. Ο Joe Bonamassa μπορεί να «μπολιάζει» τη μουσική με την απαιτούμενη blues δόση, αλλά rock-άρει. Rock-άρει πολύ δυνατά! Βγαίνει επίσης μπροστά, αρπάζοντας και το μικρόφωνο, όταν θέλει! Και από πίσω του ένα θεϊκό rhythm section, με το μπάσο του Glenn σε funky διάθεση και τον Jason Bonham να μας θυμίζει τη χαμένη τέχνη του groove και του ΨΥΧΩΜΕΝΟΥ, όχι ψυχρού και τεχνοκρατικού, drumming. Μόνο οι στολισμοί των old school πλήκτρων θα έλειπαν από μια τέτοια γιορτή, φρόντισε όμως για την κάλυψη αυτού του κενού ο – είσαι μεγάλη απώλεια, γύρισε πίσω στους DREAM THEATER Derek Sherinian.

Είμαι μια ανάσα από το να χαρακτηρίσω το “V” ως το άλμπουμ που θα κυκλοφορούσαν οι LED ZEPPELIN, αν ηχογραφούσαν ακόμη. Με ήχο ελκυστικό, που κουβαλά την κληρονομιά τους αλλά προσαρμόζεται στις σημερινές απαιτήσεις. Έχει όμως μέσα και επιρροές από την προσωπική μπάντα του Bonamassa, από τους TRAPEZE (άλλο ένα πάλαι ποτέ super group όπου μεγαλούργησε ο Hughes), τους CALIFORNIA BREED, ολίγη από THE DEAD DAISIES… Και κάτι κομματάρες… ΝΑ! Με το συμπάθιο, πάντα. Το εναρκτήριο “Enlighten”, το “Stay free” με τη funk-ιά του να σε στέλνει στον καταψύκτη για μπύρες, πολλές μπύρες, το hard rock ΕΠΟΣ “Red sun”, το υποβλητικό, ατμοσφαιρικό “Skyway”, το παιδάκι του “Kashmir” που ονομάζεται “Love and faith”… Μέλι στάζει ο δίσκος, μέλι!

Μακρηγόρησα; Με συγχωρείς! Όπως και να ’χει, πέραν από περιγραφές και χαρακτηρισμούς που άλλες φορές διευκολύνουν και άλλες δυσκολεύουν την κατάσταση, ένα πράγμα πρέπει να κρατήσεις από όλο αυτό το «κατεβατό»: Το “V” έχει την στόφα του κλασσικού. Τελικά, τι θα γίνει όταν όλοι αυτοί οι τιτάνες αποσυρθούν; Θα υπάρξει διάδοχη κατάσταση για ΑΥΤΟ το rock, ή θα γίνει μουσειακό είδος; Όρεξη που την έχω για προβληματισμούς, με 40+ βαθμούς Κελσίου εκεί έξω… ε;

9 / 10

Δημήτρης Τσέλλος

PIRATE QUEEN – “Ghosts” (Despotz Records)

0
Pirate Queen

Pirate Queen

Την ύπαρξη των PIRATE QUEEN, τη γνώριζα πολύ καιρό πριν ανακοινωθεί και ομολογώ ότι μου είχε φανεί ταυτόχρονα περίεργο αλλά και ενδιαφέρον το concept, αφού προηγουμένως, οφείλω να πω και ότι εδώ και καιρό, έχω συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις, η ύπαρξη ενός concept πίσω από ένα συγκρότημα, είναι σχεδόν αναπόφευκτη.

Αυτή η ιδέα του ότι είναι ένα συγκρότημα, με πειρατίνες (μιλάμε για all-female band), που βρίσκονται στο Τρίγωνο των Βερμούδων και υπάρχουν 500 χρόνια, όταν μάλιστα αναπαράγεται και στις συνεντεύξεις, μου ακούγεται γραφική, το λιγότερο. Όπως καταλαβαίνετε, μιλάμε για ένα σχήμα, που έχει τόσα heavy metal κλισέ (πάρα πολύ προσεγμένα, πάντως, σε κάθε λεπτομέρεια, ώστε να μην είναι απωθητικά), που κοκκινίζουν από ντροπή οι DREAM EVIL!!!

Έχω όμως μία βασική αρχή. Όποιο image ή concept και να έχει κάποιο συγκρότημα, αν δεν ακούσω τη μουσική τους, δεν μπορώ να βάλω συμπέρασμα. Και το πολύ θετικό με τις PIRATE QUEEN, είναι ότι παρά το γεγονός των τόσων πολλών κλισέ που έχουν, η μουσική τους είναι αρκούντως καλή και ικανή να σε κάνει να τους ψάξεις.

Καλοπαιγμένο, πιο πολύ power και λιγότεροι συμφωνικοί, είναι βέβαιο ότι θα θέλξουν με τον ήχο τους, τους οπαδούς των NIGHTWISH του “Oceanborn” ή του “Wishmaster” και λιγότερο τους οπαδούς των RUNNING WILD ή των ALESTORM (αυτούς, κυρίως, λόγω image, υποθέτω). Υπάρχουν πιο άμεσα τραγούδια, όπως το “Open fire” αλλά και τραγούδια όπως το “Ghosts”, που βγαίνει κατευθείαν από το “playbook” των NIGHTWISH, με πολύ ωραία singalong σημεία και δίχως «κακή τυρίλα» (νομίζω με καταλαβαίνετε).

Όταν η αρχική εικόνα που έχω για ένα συγκρότημα, όταν το ακούω γίνεται σαφώς καλύτερη, είναι κάτι που δεν συμβαίνει τακτικά, όποτε συμβαίνει όμως, είναι παραπάνω από καλοδεχούμενη. Αυτό, έγινε και με τις PIRATE QUEEN. Πολύ θετικό ντεμπούτο, δεν μπορώ όμως να δεχτώ ότι το “Ghosts” είναι ένας ολοκληρωμένος δίσκος, αφού έχει ένα μικρό instrumental (το “Siren’s tears”) κι άλλα πέντε ολοκληρωμένα τραγούδια συν το radio edit και την instrumental έκδοση του “Ghosts”. Με τα δικά μου δεδομένα, το κατατάσσω στα EP, αφού κάπως έτσι το βλέπει και το ίδιο το συγκρότημα άλλωστε.

Έχουμε ένα θετικό ξεκίνημα, λοιπόν, αλλά τα πέντε τραγούδια, ουσιαστικά, είναι ένα δείγμα γραφής για το τι μπορεί να κάνει το συγκρότημα. Θα περιμένω τη συνέχεια, όπως και να έχει και φυσικά θα τις παρακολουθώ, διότι όλο το concept είναι καλοστημένο και παρά τα όποια κλισέ, που είναι αναπόφευκτα, δείχνουν ότι είναι ικανές για ακόμη καλύτερα πράγματα.

Σάκης Φράγκος

A day to remember… 13/6 [GOREFEST]

0
Gorefest

Gorefest

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Erase” – GOREFEST
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Pete “Peewee” Coleman
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Μπάσο/φωνή – Jan Chris De Koeije
Κιθάρες – Boudewijn Bonebakker
Κιθάρες – Frank Harthoorn
Drums – Ed Warby

Πολλές μπάντες γκρουβάρανε στο death metal στη δεκαετία του ‘90. Ειδικά μετά το ‘93 – ‘94. Οι OBITUARY με το “World demise”, οι ENTOMBED με το “Wolverine blues” (και κατ’ επέκταση GRAVE με το “Soulless” και DISMEMBER με το “Massive killing capacity”), οι CARCASS με το “Heartwork”, οι MORBID ANGEL με το “Domination”, απενοχοποίησαν τη γκρούβα στα αυτιά πολλών deathsters ακόμα και των πλέον κολλημένων! Και φυσικά οι Ολλανδοί GOREFEST δεν μείνανε έξω από το χορό, με το “Erase”. 2 χρόνια μετά το εκπληκτικό “False” (για το οποίο έχω τοποθετηθεί σε ενυπόγραφο αναλυτικό κείμενο), επιστρέφουν στο τόπο του εγκλήματος. Και διάολε, τι επιστροφή και εξέλιξη ήταν αυτή!

Με διαφορετικό παραγωγό αυτή τη φορά, διαφορετικό στούντιο και διαφορετική ματιά στη μουσική τους, στηριζόμενοι σε αυτή τη στακάτη/γκρουβάτη riff-ολογία, αναπτύξανε ένα διαφορετικό ύφος σε σχέση με το “False” και ειδικά σε σχέση με το “Mindloss”.  Πλην του ξεσπάσματος στο “Fear”, αλλά και του καταστροφικού “Peace of paper” (ωχ μανούλα μου!), ο δίσκος βασίζεται σε mid-tempo μασίφ riffing όπως του “Low” και του “I walk my way”, με αργόσυρτες στιγμές όπως το “Goddess in black” και το πιο ποικιλόμορφο “Το hell and back” να κλείνουν ιδανικά τα 42 λεπτά του δίσκου.

Παράλληλα, μελωδικές στιγμές κάνουν την εμφάνιση τους με αρμονίες δεξιά και αριστερά όπως στο φοβερό “Seeds of hate” ή στο μνημειώδες ομώνυμο, που επιλέχθηκε και για video clip του δίσκου. Αυτό κι αν συμπυκνώνει την ουσία αυτού εδώ του δίσκου. Αναπάντεχο (αυτό το ακουστικό solo, πάντα με πιάνει στον ύπνο), μα και στρωτό στην αντίληψη, έχουμε ένα δίσκο που ήταν αρκετά μπροστά από την εποχή του, πλαισιωμένο από τη παραγωγή του Pete Coleman. Επίσης, δεδομένης της συνέχειας των GOREFEST, ήταν ο ιδανικός δίσκος μετάβασης στο δικό τους χαρμάνι death n’ roll, αρχής γενομένης από το “Soul survivor” δύο χρόνια μετά.

Βέβαια εδώ, αξίζει να σημειωθεί η άποψη του ιδίου του Boudewijn Bonebakker επί του θέματος: “Κοιτάζοντας πίσω, είναι το τυπικό ενδιάμεσο άλμπουμ. Η μουσική είναι τέλεια. Του λείπει μόνο η δύναμη. Είναι το άλμπουμ του μουσικού, πολύ πολύπλοκο”. Συμφωνούμε εν μέρει, διαφωνώ στο ότι του λείπει η δύναμη φερ’ ειπείν, ειδικά όσο γράφονται αυτές οι γραμμές, μια χαρά νιώθω πολλή δύναμη, 30 χρόνια μετά από το “Erase” των GOREFEST. Σίγουρα επίσης, ο δίσκος αυτός μεγάλωσε πολύ όμορφα μέσα σε αυτές τις 3 δεκαετίες, ειδικά στα μάτια των death metal οπαδών. Κάτι που μπορείς να πεις για όλα τα άλμπουμ εκείνης της περιόδου για το είδος.

Οι χρονιές ‘94 – ‘95 θα ήταν φοβερές για τους Ολλανδούς παρόλο που η κοινή γνώμη είχε διχαστεί αναφορικά με το “Erase” τότε, μια και θα έφταναν σε ακόμα περισσότερες χώρες με τις περιοδείες τους, μοιραζόμενοι τη σκηνή με μπάντες όπως οι FORBIDDEN, WARPATH, DEATH, UNLEASHED, GRAVE και HATE SQUAD μεταξύ άλλων. Ο χρόνος πίεζε για να υπάρξει σύντομα συνέχεια, αλλά αυτά, θα αναλυθούν σε δικό τους, ξεχωριστό κείμενο, εν καιρώ.

Did you know that?

– Το “Fear” EP που ακολούθησε την ίδια χρονιά, είχε το ομώνυμο κομμάτι, το “Raven”, μια επανηχογράφηση του “Horrors in a retarded mind” και μια ζωντανή εκτέλεση του ομώνυμου κομματιού. Εννοείται ήταν κομμάτι της επανέκδοσης διπλού CD του “False” μαζί με το “Erase”.

– Ειδικών εκδόσεων συνέχεια, η πρώτη περιορισμένη έκδοση ήταν σε ένα μεταλλικό κυκλικό κουτί, με το εξώφυλλο τυπωμένο πάνω του. Με booklet που ξεδίπλωνε και το CD σκέτο. Άλλη μια παράξενη λεπτομέρεια ήταν πως το βινύλιο ήταν μωβ στη πρώτη έκδοση, αντί για το παραδοσιακό μαύρο.

– Πέραν του ομώνυμου κομματιού, video clip με πλάνα παρμένα από συναυλίες της μπάντας, έγινε και το “Fear”, το οποίο δείχνει την ισχύ τους στο σανίδι.

Γιάννης Σαββίδης

Underground Halls Vol. 177 (CODEX MORTIS, DEAD EARTH, FUNERAL STORM, TEMPLE OF THE BEAST)

0
Underground

Underground

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το album; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: CODEX MORTIS
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Tales of woe”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Black Lion Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Mathieu Westerveld – Μπάσο
Dirk Willems – Φωνητικά
Arjan van Dune – Κιθάρες
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp 1
Bandcamp 2
Facebook
Spotify
Instagram
Deezer
YouTube

Πάντα άρεσαν στον γράφοντα τα άλμπουμ που έχουν ένα κεντρικό θέμα, μια κεντρική ιδέα, ή ακόμα καλύτερα, μία ολόκληρη ιστορία να αφηγηθούν. Είναι σαν να βλέπεις με τα μουσικά σου μάτια μια ιστορία να εξελίσσετε μπροστά σου. Το «κουσούρι», μου έμεινε από τότε που εξερράγη για πρώτη φορά το κεφάλι μου, ακούγοντας το “Operation: Mindcrime” (αν χρειάζονται περισσότερα να ειπωθούν γι’ αυτό το άλμπουμ…..). Μία ιστορία λοιπόν μας διηγούνται και οι CODEX MORTIS.

Οι CODEX MORTIS είναι ένα σχήμα που μας έρχεται από την Ολλανδία, γεννήθηκαν το 2017, κυκλοφορόντας το πρώτο τους άλμπουμ, το “What befalls of tainted souls” το 2021. Φέτος, πρόκειται να κυκλοφορήσουν τον δεύτερο ολοκληρωμένο δίσκο τους και να εξαπολύσουν για ακόμα μία φορά, μια μαυρομεταλλική καταιγίδα, καθώς, η μουσική τους κατεύθυνση είναι αδιαπραγμάτευτη, ωμή και φουριόζα. Με αρκετές θεατρικές συνιστώσες και ένα ύφος επιθετικό μεν, έντονο όμως και συναισθηματικό δε, οι Ολλανδοί στα έξι καινούργια τους κομμάτια, δείχνουν ότι βρίσκονται σε φόρμα.

Η ιστορία που μας αφηγούνται, έχει ως εξής. Ένα κακό πνεύμα βασανίζει έναν άνθρωπο μέσω της δαιμονικής κατοχής και του ελέγχου του μυαλού του. Με φρικτά οράματα των προηγούμενων θυμάτων του να τυραννούν τον πρωταγωνιστή, το κακό πνεύμα προσπαθεί να μετατρέψει τον άντρα σε δολοφόνο. Ο άντρας ξεφεύγει από τα χέρια του δαίμονα, θυσιάζοντας την ίδια τη ζωή του, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να τερματίσει τον κύκλο του τρόμου και χωρίς να αφήσει το πνεύμα να μεταπηδήσει αλλού, συνεχίζοντας να αναζητά νέα θύματα. Ο πρωταγωνιστής, θεωρεί μέσα στο ταραγμένο του μυαλό, ότι έτσι θα κλείσει τον κύκλο του αίματος. Είναι όμως έτσι, ή το τέρας θα συνεχίσει ακόμα και μετά την μεγάλη θυσία του ξενιστή του;

Μία μικρή ταινία τρόμου. Αυτός είναι μάλλον ο καλύτερος χαρακτηρισμός που θα μπορούσε να περιγράφει το “Tales of woe”, όπως ονομάζεται ο δίσκος και σίγουρα αξίζει της προσοχής σας.

(Σ.Σ. ΟΧΙ, η αυτοκτονία δεν είναι ΠΟΤΕ λύση. Για κανέναν λόγο.)

(8 / 10)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: DEAD EARTH
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Et disperdam illud”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: De:Nihil Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Mathias Kamijo – Όλα τα όργανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Spotify
YouTube

Ένα σημαντικό όνομα κρύβεται πίσω από το project με το όνομα DEAD EARTH, αυτό του Mathias Kamijo, ο οποίος είναι κυρίως γνωστός από την παρουσία του κατά βάση στην κύρια μπάντα του, τους ALGAION (μετράει συμμετοχές σε ουκ ολίγα σχήματα), αλλά και από τις ζωντανές εμφανίσεις του με τους HYPOCRICY και τους PAIN, αμφότερους του σπουδαίου Peter Tägtgren. Ο Kamijo, ίδρυσε το project του το 2022, θέλοντας να γράψει και να παρουσιάσει κάτι εντελώς δικό του, οπότε και κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ υπό το όνομα των DEAD EARTH, το οποίο ονομαζόταν “Et disperdam illud”. Το άλμπουμ, είχε κυκλοφορήσει σε περιορισμένη έκδοση βινυλίου τότε, παίρνοντας νέα ημερομηνία φέτος για την επίσημη κυκλοφορία του.

Το άλμπουμ, είναι ένας πολύ ενδιαφέρον μελωδικός black/death metal δίσκος, ο οποίος, όσον αφορά το melodeath κομμάτι του, προφανώς και κουβαλάει το ύφος όλης της τεράστιας από κάθε άποψη σε αυτό το είδος Σουηδικής σκηνής και αυτό φυσικά, μόνο κακό δεν θα μπορούσε να είναι. Αυτό το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί ευχάριστη έκπληξη για του Έλληνες τουλάχιστον ακροατές του δίσκο, είναι ότι στα black metal σημεία του, θα εντοπίσει στοιχεία Ελληνικού black metal ύφους, κυρίως στα φωνητικά αλλά και στα heavy/black riff, τα οποία, κυρίως ένεκα της δημοφιλίας των ROTTING CHRIST, είναι ένα από τα σήματα κατατεθέντα της «δικής μας» εκδοχής του black metal.

Συνολικά, ο δίσκος συνθέτει ένα πολύ ενδιαφέρον σύνολο οκτώ κομματιών, με διάφορη θεματολογία, χωρίς συγκεκριμένη στιχουργική κατεύθυνση, αφήνοντας ένα δικό του στίγμα, κάτι πολύ σημαντικό, μιας και τον κάνει να ξεχωρίζει και να στέκεται περήφανα απέναντι στα θηρία που προέρχονται από την χώρα καταγωγής του.

(8 / 10)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: FUNERAL STORM
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Chthonic invocations”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Hells Headbangers Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Wampyrion – Κιθάρες, φωνητικά, μπάσο, πλήκτρα, τύμπανα (programming)
Stefan Necroabyssious – Φωνητικά
Arcania – Κιθάρες, πλήκτρα
Merihem – Κιθάρες
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp 1
Bandcamp 2
Deezer
Facebook
Instagram
Spotify
Tidal

Μπορεί δισκογραφικά να μην μας έχουν χαρίσει παρά μόνο ένα (αλλά λεόντειο) ολοκληρωμένο άλμπουμ, μπορεί η παρουσία τους από την ίδρυσή τους το 2002 (με ένα διάλλειμα μεταξύ του 2007 και του 2012) και μέχρι και σήμερα να περιορίζεται σε συμμετοχές σε διάφορα split άλμπουμ, τέσσερα τον αριθμό και σε ένα compilation δίσκο, αλλά αν δει κανείς, ποιοι απαρτίζουν το συγκρότημα που ακούει στο όνομα FUNERAL STORM, θα καταλάβει ότι δεν πρόκειται για κάτι το οποίο ψάχνει τα βήματα του ή την έμπνευση του. Βλέπετε, και τα τέσσερα μέλη του σχήματος (δείτε παραπάνω), είναι άτομα με πολλά χιλιόμετρα στην πλάτη τους στην ελληνική extreme metal σκηνή.

Οι FUNERAL STORM, ξεκίνησαν το 2001, ως ένα προσωπικό, μονοπρόσωπο σχήμα του Wampyrion Markhor Necrowolf (κατά κόσμον Σάκη Αξιώτη), πολύ γρήγορα όμως, κατέληξαν ένα supergroup αν θέλετε, με συμμετοχή από καλλιτέχνες μέλη (νυν και πρώην) των KATAVASIA, VARATHRON, AHERUSIA, DISHARMONY, FOVITRON και άλλων πολλών, πολλών σχημάτων. Φέτος, οι Έλληνες black metallers, κυκλοφόρησαν το δεύτερο άλμπουμ τους, διάδοχο του “Arcane mysteries” του 2019, με την ονομασία “Chthonic invocations”. Τι θα πάρετε ακούγοντας αυτόν τον δίσκο; Ατόφιο, αυθεντικό, μαύρο και άραχλο Ελληνικό black metal. Κοφτό, επιθετικό, που ακούγεται μονορούφι.

Μετά από μία πολύ απειλητική εισαγωγή με πλήκτρα, η οποία σε συνδυασμό με δυσοίωνους ψιθύρους προετοιμάζει το έδαφος, το άλμπουμ ξεκινά τον βομβαρδισμό και αρνείται πεισματικά να τον σταματήσει μέχρι και το τέλος. Αρχέγονο black, στα μονοπάτια των μεγάλων VARATHRON και NECROMANTIA, με μελωδικά κιθαριστικά σημεία στο ύφος των ROTTING CHRIST που παράλληλα έχουν γίνει σήμα κατατεθέν του Ελληνικού black, το “Chthonic invocations” είναι πραγματικά ένα χθόνιο άλμπουμ, το οποίο δείχνει ότι το παρόν μπορεί να έχει άμεση σχέση με το ένδοξο παρελθόν, αρκεί οι σωστοί άνθρωποι να βρεθούν στην σωστή θέση και να υπάρχει διάθεση και μεράκι.

Μέσα σε οκτώ συνθέσεις με την προαναφερθείσα σχεδόν δίλεπτη εισαγωγή και σε σύνολο τριάντα επτά λεπτών απόλυτης ηδονής, οι FUNERAL STORM προσφέρουν μια ακόμα εξαιρετική κυκλοφορία για όλο το Ελληνικό black και όχι μόνο για τον κατάλογό τους, που πρέπει να εμπλουτίζεται συχνότερα.

(8,5 / 10)

EPs/LIVE & COMPILATION ALBUMS

Ας ξεκινήσουμε με μια παράκληση στον δημιουργό, ΒΓΑΛΕ ΡΕ ΑΝΘΡΩΠΕ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟ ALBUM!

Συνεχίζοντας, ας σας συστήσουμε τον ανωτέρω άνθρωπο. Ο κατά κόσμον Alexander Macias, είναι ένας πολυπράγμων και πολυοργανίστας μουσικός (κατά βάση drummer), αρκετά γνωστός στον underground χώρο, μιας και έχει συμμετοχές σε μπάντες όπως οι THORNSPAWN και στο παρελθόν οι Νορβηγοί VULTURE LORD, με το ψευδώνυμο Blackthorn.

Με έδρα του το Ελ Πάσο του Τέξας και με καινούργιο όνομα, ως DarkWvlf  πλέον, το 2022 ξεκίνησε την καινούργια του μπάντα ή project, όπως θέλετε, μιας και είναι μονοπρόσωπη, η οποία ονομάζεται TEMPLE OF THE BEAST και έχει κυκλοφορήσει ως τώρα ένα demo και το επερχόμενο, φετινό του ΕΡ ή αν θέλετε μίνι άλμπουμ, μιας και περιλαμβάνει πέντε κομμάτια, τα δύο εκ των οποίων μακροσκελή και «τρέχει» σε διάρκεια τριάντα λεπτών με το μυστηριώδες όνομα “Geminian arcana”.

Αν έχετε κάποια επαφή με τις προηγούμενες δουλειές του Alexander Macias, ίσως θα περιμένετε κάτι πιο brutal, πιο γρήγορο και επιθετικό. Εδώ όμως, θα βρείτε κάτι τελείως διαφορετικό. Με πολλά ambient και τελετουργικά στοιχεία, με μελωδίες μυστικιστικές και πολύ, πολύ σκοτεινές και με φωνητικά βαθιά και σχεδόν ψαλμωδικά, με πλήκτρα και κιθάρες που συνθέτουν ένα πλήρως απόκοσμο σκηνικό, που συνδέεται απόλυτα με την θεματολογία που ασχολείται με αρχαία τελετουργικά και όπως λέει και το όνομα του ΕΡ, αρκάνες.

Το EP, για όσους αρέσκονται σε μουσικές πιο τελετουργικές, πιο occult, είναι πραγματικά υπέροχο. Εμπνευσμένο, μαύρο, χαοτικό, με κλειστοφοβική παραγωγή που δεν προσθέτει απλά στο γενικότερο κλίμα αλλά το συν-δημιουργεί μαζί με την μουσική. Ίσως από τα καλύτερα σε αυτό το ύφος το τελευταίο διάστημα. Προτιμήστε το, με μια επίσκεψη Bandcamp και Facebook

Φανούρης Εξηνταβελόνης

MEGADETH – “Killing Is My Business… and Business Is Good!” – Worst to best

0

Όπως η αγάπη, έτσι και το μίσος, είναι συναισθήματα που μπορούν να ωθήσουν έναν άνθρωπο εκτός των ορίων του. Στην προκειμένη περίπτωση, το μίσος που ένιωθε ο Dave Mustaine για τους METALLICA όταν τον έδιωξαν από τις τάξεις τους το 1983, ήταν τόσο που τον ώθησε να φτιάξει μια μπάντα που θα χτυπούσε στα ίσα τους πρώην συνεργάτες του. Φυσικά, η ιστορία τον δικαίωσε, καθώς οι MEGADETH, έχουν φτάσει να συγκαταλέγονται σε ένα από τα μεγαλύτερα metal ονόματα αυτή τη στιγμή, και μέλος της Big 4 thrash ομάδας. Όλα όμως έχουν μια αρχή. Και η αρχή έγινε εδώ, με το “Killing Is My Business… and Business Is Good!” που κυκλοφόρησε σαν σήμερα το 1985. Οι ιστορίες πίσω από το άλμπουμ αυτό, αρκετές, και πιστεύω ότι αξίζει να διαβάσετε το σχετικό Insider αλλά και να ακούσετε και τα δύο podcast με ιστορίες γύρω από τους MEGADETH, δια χειρός και στόματος Σάκη Φράγκου, με πολλές και ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες. Αρκετά όμως σας ζάλισα, φύγαμε!

The “Killing Is My Business… and Business Is Good!” countdown

  1. “These boots” (Nancy Sinatra cover) (3.36)

Προφανέστατη η επιλογή στην τελευταία θέση, καθώς εδώ οι MEGADETH πήραν το πασίγνωστο “These boots” της Nancy Sinatra και του άλλαξαν τα φώτα, κάνοντας το κυριολεκτικά αγνώριστο, φέρνοντας το στα δικά τους μέτρα. Διασκεδαστικό αλλά μέχρι εκεί. Στην remaster έκδοση ακούγεται ελαφρώς παραλλαγμένο εξαιτίας των λόγων που θα διαβάσετε, αν δεν έχτε διαβάσει ήδη, στο Insider του Σάκη, αλλά εμείς ως παραδοσιακοί τύποι προτιμούμε την αυθεντική εκτέλεση.

  1. Chosen ones(2.55)

Το πιο τσαχπίνικο, ας μου επιτραπεί η έκφραση, τραγούδι του δίσκου. Mid tempo κομμάτι με πολύ ψαγμένο riff και αυτή την πανέξυπνη μπασογραμή από τον Ellefson προς το τέλος του. Πολύ όμορφο κομμάτι, που όμως εκτιμώ ότι ακούγεται λίγο παράταιρο σε σχέση με τα υπόλοιπα.

  1. “Last rites/Loved to Deth” (4.41)

Κλασικό δείγμα πρωτόλειου thrash της εποχής, το κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο, χωρίς να είναι κάτι το εξαιρετικό, εξυπηρετεί απόλυτα τον σκοπό του, καθώς μας συστήνει τους MEGADETH με ιδανικό τρόπο. Οργισμένο τραγούδι, με μια πιο in your face συμπεριφορά, απόρροια προφανώς των συναισθημάτων που κατέκλυζαν τον Mustaine εκείνη την εποχή. Το μίσος που λέγαμε στην αρχή….

  1. Mechanix (4.25)

Μπορεί να το μάθαμε ως το “The four horsemen” από τους METALLICA, όμως η αυθεντική του μορφή είναι ετούτη εδώ. Μια από τις κληρονομιές που άφησε ο Mustaine στην προηγούμενη του μπάντα, το “Mechanix” ακούγεται εδώ ελαφρώς παραλλαγμένο σε σύγκριση με το “The four horsemen” . Το κλασικό riff είναι εδώ, το “Mechanix” όμως ακούγεται πιο τραχύ, πιο ωμό και επιθετικό ενώ απουσιάζει και το ήρεμο break που ξέραμε. Αν με ρωτήσετε, προτιμώ την εκτέλεση που μάθαμε από το “Kill’em all”, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το “Mechanix” υστερεί. Καθόλου όμως.

  1. “Looking down the cross” (5.02)

Ξεκάθαρα το πιο ξεχωριστό κομμάτι του δίσκου, χωρίς να ακούγεται παράταιρο όπως το “Chosen ones”, το “Looking down the cross” είναι ένα μικρό δείγμα από το τι θα μας πρόσφερε ο Mustaine στο μέλλον. Εξαιρετική εισαγωγή και τις ταχύτητες να εναλλάσσονται ιδανικά, το “Looking down the cross” είναι από εκείνα τα τραγούδια που έδειχναν από την αρχή ότι οι MEGADETH δεν ήταν άλλη μια τυχαία thrash μπάντα αλλά ήταν προορισμένοι για πολλά περισσότερα. Ενδεχομένως θα μπορούσε να βρίσκεται και σε υψηλότερη θέση. Από την άλλη όμως, η συνέχεια είναι σαφώς καλύτερη.

  1. “Killing Is My Business… and Business Is Good!” (3.07)

Πάμε στα πιο δύσκολα τώρα και στα τρία πιο αγαπημένα μου κομμάτια του δίσκου. Χωρίς ιδιαίτερη σειρά προτίμησης και για χάρη της στήλης, στην τρίτη θέση μπαίνει το ομώνυμο κομμάτι. Εισαγωγή με ένα mid tempo riff προτού ξεσπάσει το μακελειό που περιγράφεται στους στίχους. Το fast break στο τέλος του κομματιού είναι για σεμινάριο. Κομματάρα!

  1. Rattlehead” (3.43)

Τι απίστευτα πορωτικό κομμάτι είναι το “Rattlehead” ! Από εκείνα τα τραγούδια που συγκλονίζουν με την ορμητικότητα τους. Κλασικό MEGADETH τραγούδι με άλλο ένα φοβερό εναρκτήριο riff και το σφυροκόπημα μέχρι το τέλος του, το “Rattlehead” μπαίνει άνετα στη λίστα με τα best of της μπάντας. Και αν σκεφτεί κανείς τι κομματάρες έχουν γράψει, καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό για την αξία του.

  1. “The skull beneath the skin” (3.48)

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το “The skull beneath the skin” είναι από εκείνα τα κομμάτια που έδειχναν από τότε τι τεράστια μπάντα θα γινόταν η ομάδα του Mustaine. To “The skull beneath the skin” μπορεί να μην αγγίζει τις υψηλές ταχύτητες του “Rattlehead” για παράδειγμα, έχει όμως αυτές τις απίστευτες αλλαγές στα riffs που ακόμα και τώρα αφήνουν τον ακροατή με το στόμα ανοιχτό. Για τον Mustaine όμως είναι άλλη μια μέρα στη δουλειά. Από το άκρως διαστροφικό riff της εισαγωγής του, καταλαβαίνει κανείς ότι κάτι πολύ ξεχωριστό θα ακολουθήσει. Κατά την ταπεινή μου άποψη, μιλάμε για το κομμάτι που έθεσε τις βάσεις για την μετέπειτα πορεία των MEGADETH, και για αυτό αξίζει να βρίσκεται στην πρώτη θέση. Και συναισθηματικά μιλώντας, αυτό μαζί με το “Rattlehead” ήταν τα πρώτα κομμάτια MEGADETH που άκουσα πιτσιρικάς, οπότε ένα παραπάνω δέσιμο μαζί τους, υπάρχει. Αριστούργημα.

Αντί επιλόγου. Αν η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, όπως λένε, οι MEGADETH με το “Killing…..” έκαναν ένα τεράστιο βήμα για μια καριέρα που, ενδεχομένως ούτε ο ίδιος ο Mustaine να μην φανταζόταν. Και μπορεί η συνέχεια να ήταν σαφώς καλύτερη, όμως η αρχή για την ένδοξη πορεία τους ξεκίνησε από αυτόν τον δίσκο. Άγουρο ντεμπούτο, με τις αδυναμίες του, τα ψεγάδια του, αλλά και τις κομματάρες του και έναν Mustaine να ακροβατεί ιδανικά ανάμεσα στην τρέλα και την ευφυΐα, τροφοδοτούμενος από το κίνητρο της εκδίκησης απέναντι στους METALLICA. Σαφέστατα και δεν συγκαταλέγεται στις καλύτερες δουλειές των MEGADETH αλλά δεν αμφισβητείται από κανέναν ότι από εδώ ξεκίνησε να γράφεται ιστορία. Απλά, λιτά, ξεκάθαρα. Και για τους διαφωνούντες….

RATTLE YOUR GODDAMNED HEAD

Θοδωρής Κλώνης

CAVALERA interview (Max Cavalera)

0
Cavalera
Photo by Kevin Estrada
Cavalera
Photo by Kevin Estrada

“Schizos are never alone”

Η συνέντευξη με τον Max Cavalera, είχε κανονιστεί αργά, μετά τα μεσάνυχτα. Ο τελικός του Conference League είχε τελειώσει ελάχιστα πριν και ο εμβληματικός τραγουδιστής, ήταν απέναντί μου, στην οθόνη του υπολογιστή, για να μιλήσουμε για την επανηχογράφηση του “Schizophrenia”. Η κουβέντα –όπως μπορείτε να δείτε και στο video- έγινε σ’ ένα πάρα πολύ εγκάρδιο και φιλικό κλίμα, με τον Max να είναι πολύ χαλαρός και με πολύ χιούμορ. Μιλήσαμε για την ηχογράφηση του “Schizophrenia” τη δεκαετία του ’80, για την επανηχογράφηση, αλλά στο τέλος, άφησε ανοιχτό κι ένα παραθυράκι για τους SEPULTURA. Για διαβάστε παρακαλώ…

Έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από την τελευταία μας συνέντευξη, να ‘μαστε όμως και πάλι μαζί, για να μιλήσουμε για το “Schizophrenia”, που ήταν ο πρώτος δίσκος που άκουσα από τους SEPULTURA σαν νέο παιδί.
Κι εγώ ήμουν νέο παιδί όταν τον έκανα το δίσκο. Χαχαχαχα.

Πολύ ωραία. Ας μιλήσουμε λοιπόν και για την επανηχογράφηση αλλά και για τον «κανονικό» δίσκο, που είχε βγει στα 80s. Νομίζω ότι θα έχει πλάκα. Ας ξεκινήσουμε από το τώρα. Τι σας έκανε να επανηχογραφήσετε αυτό το κλασικό άλμπουμ; Θεωρήσατε ότι χρειαζόταν μία πιο φρέσκια προσέγγιση και παιχτικά αλλά και στο θέμα της παραγωγής ή μήπως απλά θέλατε να αποκτήσετε οι ίδιοι τα δικαιώματα;
Όχι, έχει να κάνει με τον ήχο. Μιλάμε για μία τριλογία, δηλαδή τους τρεις δίσκους που ηχογραφήθηκαν στη Βραζιλία, σε στούντιο που δεν ήταν φτιαγμένα για heavy μουσική, από μηχανικούς ήχου που δεν ήξεραν τίποτα σχετικά με τη heavy μουσική. Ήμασταν λοιπόν εμείς, κάποια παιδιά που προσπαθούσαμε να τους υποδείξουμε τι θέλαμε ηχητικά και ήμασταν κάπως απογοητευμένοι από το αποτέλεσμα, επειδή δεν ακουγόταν ο δίσκος όπως θέλαμε. Όταν αρχίσαμε να παίζουμε live μαζί με τον Iggor το “Return to roots”, το “Beneath the remains”, το “Arise”, νιώθαμε τόσο καλά, τόσο έντονα που μας γεννήθηκε η ιδέα να επιστρέψουμε στο στούντιο και να βάλουμε στους δίσκους αυτό το attitude που είχαμε στις συναυλίες και να τους κάνουμε να ακούγονται φοβεροί, έχοντας έναν μοντέρνο ήχο, αλλά την ίδια επιθετικότητα και την ωμή βία του αυθεντικού δίσκου. Αυτοί ήταν και οι τρεις δίσκοι, που δεν ήμουν 100% ικανοποιημένος. Μου αρέσουν τα riff και τα τραγούδια, αλλά δεν μου αρέσει ιδιαίτερα η παραγωγή. Κάναμε τους δίσκους, μαζί με τον Iggor, έχοντας υπόψη τι θα ήθελε να ακούσει ένας οπαδός, αλλά κι εμείς, ως μουσικοί. Έτσι κάναμε αυτές τις ηχογραφήσεις. Όταν επανηχογραφήσαμε το “Morbid visions” και το “Bestial devastation”, νομίζω ότι υπήρχε κόσμος που είχε μπερδευτεί με την ιδέα μας, αλλά όταν τα άκουσαν, κατάλαβαν ακριβώς τι θέλαμε να κάνουμε. Ήταν σαν να κάναμε κάποιο μαγικό τρικ, διότι είναι πολύ δύσκολο να πάρεις κάτι παλιό και να το κάνεις να ακούγεται καλό, αυτή τη στιγμή. Φτάσαμε πολύ κοντά σ’ αυτό που θέλαμε να κάνουμε, όμως, με τα δύο πρώτα άλμπουμ. Το “Schizophrenia” ήταν το τελευταίο κομμάτι του παζλ. Αυτό που έκανα ήταν να παίξω λίγο γρηγορότερα από το αυθεντικό, ιδίως σε τραγούδια όπως το “To the wall” ή το “Septic schizo”, οπότε έγινε και πιο ενεργητικό το άλμπουμ. Τα φωνητικά είναι πιο σκοτεινά από το αυθεντικό, το drumming του Iggor είναι φανταστικό και νομίζω ότι τελικά ήταν πολύ καλή ιδέα. Ξέρεις, πάντα μπορείς να επιστρέψεις και να ακούσεις το αυθεντικό άλμπουμ. Αν θέλεις όμως, να ακούσεις που θα θέλαμε να ακούγονται αυτοί οι δίσκοι, τότε προτιμάς τις επανηχογραφήσεις.

Πιστεύεις ότι παίζοντας και πάλι τους τρεις πρώτους σας δίσκους στο στούντιο αλλά και ζωντανά, έχοντας αυτά τα vibes από τα 80s δηλαδή, μπορεί να σας επηρεάσει προς αυτήν την κατεύθυνση και στις τωρινές μπάντες στις οποίες βρίσκεστε;
Εννοείται. Ο λόγος που κάναμε τις επανηχογραφήσεις, ήταν οι συναυλίες και τώρα αυτές οι επανηχογραφήσεις θα επηρεάσουν όσα θα κάνουμε στο μέλλον. Ήδη, θεωρώ ότι οι δίσκοι των GO AHEAD AND DIE ήταν πάρα πολύ επηρεασμένοι από το “Morbid visions”, με αυτόν τον συνδυασμό του black metal με την punk μουσική, για παράδειγμα. Νομίζω ότι κάθε καλλιτέχνης που επισκέπτεται ξανά τον παλιό του κατάλογο, θέλει να επηρεαστεί από αυτόν στη μουσική που θα γράψει. Ναι, λοιπόν, έχω επηρεαστεί πάρα πολύ από αυτό, αλλά κυρίως από τις περιοδείες, γιατί όταν παίζουμε αυτά τα τραγούδια live, είναι σαν να σκάει μία βόμβα, ο κόσμος τρελαίνεται. Είχαμε τις προάλλες ένα sold out show εδώ, στο Los Angeles, σ’ ένα χώρο 2000 ατόμων, και νόμιζα ότι είχαμε γυρίσει στο 1988!!! Ο κόσμος φορούσε ζώνες με σφαίρες, battle vests, είχαν όλοι μακριά μαλλιά και αναρωτιόμουν μήπως είχε γυρίσει ο χρόνος πίσω στο 1988-1989!!! Χαχαχα.

Φορούσες καρφιά στα χέρια όταν έπαιζες;
Ναι, ναι! Χαχαχα!

Ε, τότε, γιατί να μην φοράει και ο κόσμος battle vests και ζώνες με σφαίρες; (γέλια)
Ξέρεις, αυτή η επιστροφή στις ρίζες, θέλαμε να είναι και αισθητική. Με τις ζώνες με τις σφαίρες, με τα καρφιά. Και φέρνει και μία συντροφικότητα, αφού πολλές φορές ζητάω από τον Iggor, για παράδειγμα, να μου βάλει τα καρφιά στα χέρια. Είναι φοβερό να κάνεις σ’ αυτήν την ηλικία, τα πράγματα που έκανες όταν ήσουν 15. Μόνο που τώρα είμαι 54! Χαχαχα. Δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ!

Το “Nightmares of delirium” είναι καινούργιο τραγούδι ή απομεινάρι εκείνης της εποχής;
Πέρασα μία εβδομάδα ακούγοντας το “Schizophrenia” στο repeat. Αυτό και μόνο αυτό. Συνήθιζα να αστειεύομαι λέγοντας “I’m high on schizophrenia”!!! Πήρα λοιπόν την κιθάρα και άφησα να βγουν τα riff από μόνα τους, εμπνευσμένα από εκείνον το δίσκο. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει ένα riff, που το έπαιζα από την περίοδο του “Schizophrenia”, μόνο που δεν είχε μπει ποτέ στο δίσκο (σ.σ. ξεκινά να το τραγουδά, με μοναδικό τρόπο), που ήταν επηρεασμένο από το “Bonded by blood” των EXODUS. Σκέφτηκα λοιπόν, να γράψω ένα καινούργιο τραγούδι, επηρεασμένο από τα πράγματα που ακούγαμε εκείνα τα χρόνια, στον χώρο του death/thrash metal. Ο γιος μου Igor Amadeus, έγραψε μερικούς πολύ metal στίχους για ανθρώπους με ψυχικές διαταραχές, που ταιριάζουν απόλυτα με τη μουσική.

Photo by James Young

Πάντα ήθελα να σου κάνω την επόμενη ερώτηση, αλλά ποτέ δεν είχαμε μιλήσει για το “Schizophrenia”. Ο demo τίτλος του τραγουδιού ήταν “The past reborns the storms”, όπου μιλάμε ξεκάθαρα για λάθος αγγλικά. Στη συνέχεια όμως, αλλάξατε τον τίτλο, με άλλον έναν που ήταν σε λάθος αγγλικά: “From the past comes the storms”. Δεν σας είπε κανείς ότι είναι λάθος;
Χαχαχαχα. Μου αρέσει που είναι λάθος και μακάρι να κρατούσα τον αυθεντικό τίτλο! Ήθελα να περιγράψω την κατάσταση ότι αυτά που είχες περάσει μικρός, σ’ έκαναν την «καταιγίδα» που είσαι τώρα. Έχει να κάνει και με τους πολέμους του παρελθόντος, που έρχονται να στοιχειώσουν τους πολέμους του παρόντος. Τότε, ακόμα μετέφραζα τα πορτογαλικά σε αγγλικά…

Χωρίς καν google translate ή βοήθεια από την τεχνητή νοημοσύνη.
Χαχαχα! Το google translate μου, ήταν ένας φίλος μου, που τον έλεγαν Lino.

Ο οποίος Lino, να πούμε, ότι ήταν ο μεταφραστής σας, όταν πήγατε να υπογράψετε το πρώτο σας συμβόλαιο με τη Roadrunner, για το “Schizophrenia”. Θυμάμαι, μιλώντας με τον Monte Conner, μερικά χρόνια πριν, μου είχε πει ότι φοβόταν πολύ πριν σας υπογράψει στην εταιρία, επειδή μόνο εσύ γνώριζες ελάχιστα αγγλικά και ίσως υπήρχε πρόβλημα με τα συμβόλαια, οπότε τα είχε μεταφράσει και στα πορτογαλικά, ενώ είχατε και τον φίλο σας τον Lino στις διαπραγματεύσεις, σαν μεταφραστή, έτσι δεν είναι;
Ναι, αλλά ποτέ δεν διαβάσαμε τίποτα απ’ όλα αυτά που γράφονταν. Απλά υπογράψαμε το συμβόλαιο. Θα μπορούσαν να είχαν βάλει σαν όρο, να έχουν τις ψυχές μας για μία αιωνιότητα. Θα το υπογράφαμε κι αυτό! Χαχαχαχα. Ήμασταν απελπισμένοι να υπογράψουμε κάπου καλύτερα από εκεί που ήμασταν.

Το intro στον αυθεντικό δίσκο, σίγουρα προέρχεται από την ταινία «Ψυχώ». Τώρα, σαν να μου φαίνεται ότι λείπει. Έχει να κάνει με τα πνευματικά δικαιώματα;
Ε, είναι εκεί, αλλά το καμουφλάραμε λίγο, αφού δεν θέλουμε να μας μηνύσει η εταιρία. Χαχαχαχα. Εμείς θέλαμε να κρατήσουμε το αυθεντικό, αλλά ο παραγωγός μας, μας συμβούλευσε για το αντίθετο. Αυτό που ήταν cool, όμως, ήταν ότι βάλαμε πάλι τον ίδιο «ανάποδο» ήχο, κάνοντας αυτό το παλιό τρικ από το αυθεντικό άλμπουμ, με τις τωρινές συνθήκες. Η αλήθεια είναι ότι κάναμε πολλά πράγματα όπως στην αυθεντική ηχογράφηση. Για παράδειγμα, είπα στον Iggor, να βάλει μικρόφωνα μέσα στα tom των τυμπάνων του, για να έχει αυτό το feeling του “Pleasure to kill”. Επίσης, μου αρέσουν πολύ τα φωνητικά μου στο “Schizophrenia”, είναι από τα πιο αγαπημένα μου σε δίσκο που έχω ηχογραφήσει. Έχουν λίγη παραμόρφωση, είναι θυμωμένα, έχουν λίγη απελπισία. Ήθελα να πιάσω αυτό το feeling και νομίζω ότι τώρα, τα έκανα ίσως και ακόμη πιο σκοτεινά. Όταν ηχογραφούσα το δίσκο, τότε και τώρα, ένιωθα σαν τον τύπο στο εξώφυλλο με τον ζουρλομανδύα! Χαχαχα.

Μιλώντας για το εξώφυλλο, είμαι εντελώς σίγουρος ότι είχατε στο μυαλό σας το εξώφυλλο του “Blackout” των SCORPIONS όταν το φτιάξατε…
Ναι, ναι, ακριβώς. Το είχαμε μαζί μας όταν πήγαμε στον καλλιτέχνη που μας έφτιαξε το αυθεντικό εξώφυλλο και του είπαμε ότι θέλαμε να το κάνει έτσι, μόνο που αντί για ένα πρόσωπο να είχε ένα άτομο με ζουρλομανδύα. Να σου πω την αλήθεια, στην αρχή είχαμε άλλο εξώφυλλο, αλλά στη συνέχεια πήγαμε στον Ibsen και μας έφτιαξε αυτό. Άκουσα  τις προάλλες ότι το πρόσωπο στο εξώφυλλο είναι κοπέλα. Δεν ξέρω αν είναι κοπέλα ή αγόρι, αλλά σίγουρα, στην καινούργια εκδοχή του δίσκου, είναι αγόρι! Χαχαχα.

Σ’ αυτή του Eliran Kantor, εννοείς, έτσι;
Ναι. Ό,τι φτιάχνει ο Eliran, είναι για να μπαίνει στο μουσείο. Έκανε τρομερή δουλειά και σε αυτό και στις επανηχογραφήσεις των δύο πρώτων άλμπουμ. Ξέρεις, στο “Morbid visions”, δεν ξέρω αν το έχεις παρατηρήσει, ο δαίμονας στο εξώφυλλο είναι αλλήθωρος!!! Χαχαχαχαχα! Χρειαζόταν γυαλιά και ο Eliran το έφτιαξε αυτό. Ο τύπος που έφτιαξε το αυθεντικό εξώφυλλο, ήθελε να βάλει τους δαίμονες να κρατάνε κιθάρες και εμείς του λέγαμε «όχι, όχι. Υποτίθεται ότι βασανίζουν τον Χριστό, δεν τζαμάρουν μαζί του» (σ.σ. δεν φαντάζεστε τι γέλιο ρίξαμε ή μάλλον, μπορείτε να το δείτε στο video).

Το “Inquisition symphony” ήταν ένα κομμάτι που κανείς δεν περίμενε ότι μπορούσατε να γράψετε. Το αφήνω όμως στην άκρη για λίγο, επειδή θέλω να μου πεις αν περίμενες ότι λίγα χρόνια αργότερα, ένα γκρουπ, οι APOCALYPTICA, που αποτελούνται από μουσικούς με κλασική εκπαίδευση, που παίζουν τσέλο, θα ονόμαζαν ένα δίσκο τους από αυτό το τραγούδι και θα το διασκεύαζαν κιόλας.
Χαχα! Είναι εντελώς τρελό. Όταν το γράφαμε, φυσικά και πίστευα ότι ήταν πολύ επηρεασμένο από τα instrumental των METALLICA, όπως το “The call of Ktulu”. Θέλαμε να το κάνουμε όμως πιο γρήγορο και πιο επιθετικό. Εκείνη την περίοδο, ο Jairo (σ.σ. κιθαρίστας του σχήματος πριν τον Andreas Kisser), μου έμαθε να παίζω μερικά riff των MERCYFUL FATE. Το “Inquisition symphony”, λοιπόν, είναι σαν ένα τραγούδι των MERCYFUL FATE, όπου βάζουμε το ένα riff μετά το άλλο, χωρίς να σταματάμε, ολοένα και περισσότερα. Είχαμε 50 riffs και λέγαμε ότι θέλαμε και 20 ακόμα, τέτοια φάση. Τώρα, καταλαβαίνω ότι υπάρχει ένα λίγο «κλασικό» ή «οπερετικό» στοιχείο στο τραγούδι. Θα γούσταρα πάρα πολύ να ηχογραφούσα μόνο αυτό το τραγούδι, με φουλ ορχήστρα, με τσέλο, με βιολί, με πολλά όργανα.

Γιατί δεν το ζητάς από τους APOCALYPTICA; Είμαι βέβαιος ότι θα χοροπηδήσουν από τη χαρά τους, αφού είναι μεγάλοι σας οπαδοί.
Θα ήταν πολύ ωραίο να γινόταν αν παίζαμε μαζί σε κάποιο φεστιβάλ ή κάτι τέτοιο.

Μιας και ανέφερες τον Jairo, τον παλιό σας κιθαρίστα, είναι αλήθεια ότι έφυγε από το γκρουπ επειδή άκουγε POISON και CINDERELLA;
Δυστυχώς, ναι! Ποτέ δεν μπόρεσα να το καταλάβω, να σου πω την αλήθεια. Ήμασταν σ’ όλο αυτό μαζί και μεγάλο μέρος του “Schizophrenia” γράφτηκε από τον Jairo. Έγραψε το “Screams behind the shadows”, το “”R.I.P. Rest in pain”, το “To the wall”, το “From the past comes the storms”. Πολλά από αυτά τα riffs που ακούς, τα είχα δουλέψει με τον Jairo. Και μία μέρα, εντελώς ξαφνικά -και αυτό που θα σου πω είναι αλήθεια, δεν το βγάζω από το μυαλό μου- ήρθε και μας είπε ότι τα παρατάει και θα πάει να παίξει glam rock!!! Χαχαχαχα! Του την πέσαμε όλοι και του λέγαμε ότι αυτή η μουσική είναι χάλια και διάφορα τέτοια… Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Είχε υπαρξιακά θέματα προφανώς. Χάρηκα που έφτιαξε τους TROOPS OF DOOM και παίζει πάλι αυτή τη μουσική. Τον γουστάρω αυτόν τον τύπο.

Ο τίτλος του δίσκου, “Schizophrenia”, είχε να κάνει με την Ιταλική μπάντα SCHIZO και το άλμπουμ της “Total schizophrenia”;
Όχι, απ’ όσο θυμάμαι, έχει να κάνει με μία hardcore μπάντα από τη Φινλανδία, τους RIISTETYT, που είχαν κυκλοφορήσει το 1983 το δίσκο “Skitsofrenia” και είχαμε επηρεαστεί από αυτούς. Νομίζω ότι ήμασταν μπροστά από την εποχή μας, κάνοντας ένα δίσκο για την ψυχική υγεία, όταν κανείς δεν είχε κάνει κάτι παρόμοιο. Πρέπει να σου πω ότι λατρεύω και το τραγούδι “Septic schizo” και το θεωρώ ως το τέλειο death/thrash τραγούδι.

Το “Escape to the void” είναι βασισμένο στο “Escape into the mirror”, που είχε ο Andreas Kisser στο προηγούμενο γκρουπ του, τους PESTILENCE;
Ναι, κάπως έτσι πρέπει να είναι, δεν θυμάμαι ακριβώς. Είχε έρθει ο Andreas με ένα χαρτί με στίχους. Δεν μου άρεσε ποτέ να γράφω στίχους, ποτέ όμως. Όταν ήρθε, είχαμε έτοιμα κάποια τραγούδια, αλλά είχε κι εκείνος πολλές ιδέες. Μου άρεσε πολύ το “Abyss”, το instrumental. Είναι κάτι που το δούλευε μόνος του και θυμάμαι ότι τον προτρέπαμε να κάνει κι άλλα πράγματα σαν κι αυτό. Στην επανηχογράφηση αλλάξαμε λίγο το κομμάτι αυτό και το κάναμε πιο πολύ σαν την ταινία “Twin peaks”. Βάλαμε ήχο σαν να καίγεται κάτι και ήχους από φωτιά και τέτοια πράγματα. Για να επιστρέψω στην ερώτησή σου, είμαι σίγουρος ότι έφερε τουλάχιστον τους στίχους από το άλλο συγκρότημα.

Πιστεύεις ότι το γεγονός πως εσύ και ο Andreas, προερχόσασταν από εντελώς διαφορετικό background, έφερε κάτι τόσο διαφορετικό και φρέσκο στον ήχο των SEPULTURA;
Πάντα αναρωτιόμουν πως θα ήταν ο δίσκος, αν έπαιζε ο Jairo. Ίσως να ήταν λίγο πιο heavy και λιγότερο τεχνικός. Είναι δύσκολο να το κανείς ότι θα γινόταν βέβαια πιο σκληρός, αφού είναι ήδη πολύ σκληρός. Επικοινωνώ πολύ καλά με τους μουσικούς, έτσι και με τον Andreas, που έπαιξε και το μπάσο, επειδή ο Paulo Jr δεν ήθελε να ηχογραφήσει, αφού είναι πάντα νευρικός στο στούντιο. Έτσι στον αυθεντικό δίσκο, εγώ κι ο Andreas, μοιραστήκαμε το μπάσο. Αυτό που μου αρέσει πολύ στη νέα version, είναι ότι μπορείς πραγματικά να ακούσεις το μπάσο, όπως και να νιώσεις αυτή χημεία που έχει το μπάσο με τα τύμπανα. Όπως λέει ο Iggor, εκείνη η περίοδος ήταν περιπετειώδης για τη μουσική. Είχες το “Killing technology” των VOIVOD, το “Pleasure to kill”, το “Darkness descends”. Τότε είχε αρχίσει το death/thrash να γίνεται δημοφιλές. Πάντα μου άρεσε το thrash, αλλά πίστευα ότι μπορούσε να γίνει ηλίθιο με πάρα πολλά τρικ. Πάντα μου άρεσε το death metal, αλλά πίστευα επίσης, ότι του έλειπε λίγο το τεχνικό στοιχείο του thrash. Έτσι, αν τα έβαζες και τα δύο μαζί, παίρνεις ως αποτέλεσμα το “Schizophrenia” ή το “Eaten back to life” των CANNIBAL CORPSE, που είναι ένας σπουδαίος δίσκος, ένας από τους αγαπημένους μου από αυτό το γκρουπ, επειδή δεν είναι death metal, αλλά death/thrash.

Οι SEPULTURA ανακοίνωσαν το τέλος τους, Σας πλησίασαν ποτέ για να κάνετε ένα τελευταίο show μαζί;
Όχι, δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Κάπου, μου φαίνεται ότι είδα μία απάντηση του Andreas, του τύπου «γιατί να τους καλέσουμε; Για να μας χαλάσουν το πάρτι;», που είναι μία πολύ τυπική απάντησή του (χαμογελάει). Εγώ θα αφήσω τα πράγματα να συμβούν όπως πάνε. Δεν πρόκειται να πιέσω κάτι. Όταν φτάσει η στιγμή που φαίνεται ότι μπορούμε να κάνουμε ένα reunion, ΟΚ, καλά, θέλω όμως να το κάνουμε με τον σωστό τρόπο. Όπως ακριβώς και με τις επανηχογραφήσεις. Τις κάναμε με τον σωστό τρόπο. Ειλικρινείς, σωστά, μέσα από την καρδιά. Τώρα δεν το σκέφτομαι αυτό. Ξέρω ότι ανακοίνωσαν το τέλος της μπάντας, βέβαια δεν καταλαβαίνω για το έκαναν, αν πιέστηκαν από κάτι ή αν είναι κοινή απόφαση όλων να σταματήσεις να παίζεις επειδή δεν θέλεις να το κάνεις άλλο. Δεν γνωρίζω. Εγώ, δεν μπορώ πάντως να ζήσω χωρίς μουσική. Θέλω να παίζω συναυλίες. Είναι σαν τον αέρα που αναπνέω. Μου αρέσει αυτό που κάνω με τον Iggor και τους CAVALERA και θα το συνεχίσουμε.

Ποιες είναι οι αντιδράσεις του κόσμου για τις επανηχογραφήσεις;
Οι περισσότερες είναι πολύ καλές. Τα δύο πρώτα άλμπουμ είχαν απίστευτα καλές αντιδράσεις, πιο καλές απ’ ότι περίμενα. Εγώ τα ακούω και μου αρέσουν πολύ, αλλά ήμουν βέβαιος ότι θα είχαμε αντιδράσεις από κόσμο που θα ήθελε να μην αγγίξουμε τα αυθεντικά άλμπουμ. Παρόλα αυτά, ακόμα και οι κριτικές από τον Τύπο ήταν πολύ καλές, του τύπου «έτσι πρέπει να γίνονται οι επανηχογραφήσεις». Νομίζω ότι και για το “Schizophrenia” θα είναι έτσι, γιατί δεν αλλάξαμε τίποτα στην προσέγγιση που είχαμε παλιά. Είναι πολύ όμοιο με το “Morbid vision”. Πολύ βρώμικο, επιθετικό, σκοτεινό, απλά είναι πολύ καλύτερα ηχογραφημένο.  Έχει έναν καλύτερο ήχο, μοντέρνο, αλλά όχι ψηφιακό. Είναι ακόμα οργανικός.

Τι να περιμένουμε από τα άλλα σου σχήματα τώρα που έχεις την έμπνευση από τα παλιά άλμπουμ των SEPULTURA;
Δουλεύω αυτή τη στιγμή πάνω σε νέο δίσκο των SOUFLY. Νομίζω ότι θα είναι ένας πολύ δυναμικός δίσκος κυρίως από το γεγονός ότι πέθανε πέρσι η μητέρα μας και κάνω αυτόν το δίσκο σαν φόρο τιμής για όσα έκανε για εμάς, από την αρχή των SEPULTURA και όλες τις θυσίες που έκανε. Ήταν ένα πολύ δυναμικό πρόσωπο με μεγάλη πνευματική επιρροή πάνω μου και τώρα θέλω να κάνω ένα δίσκο εμπνευσμένο από εκείνη και τη ζωή της. Νομίζω ότι ταιριάζει πολύ σ’ ένα δίσκο των SOULFLY. Μουσικά, θα δούμε τι θα συμβεί, εξαιτίας της επιρροής των επανηχογραφήσεων. Σίγουρα θα έχουμε πολύ δυναμικά τραγούδια. Πάντως ανυπομονώ για το μέλλον. Έχουμε τόσα σπουδαία πράγματα να κάνουμε. Σήμερα ανακοινώσαμε και τη νέα μας περιοδεία με τους SOULFLY με τους EYHATEGOD και όπως φαίνεται, αυτός ο χρόνος θα είναι γεμάτος από συναυλίες και σύνθεση μουσικής. Και το γουστάρω πολύ γιατί δεν μου αρέσει να κάθομαι.

Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου και σου εύχομαι μια ωραία μέρα.
Κι εγώ ευχαριστώ. Ανυπομονώ να τα πούμε στην Ελλάδα.

Σάκης Φράγκος    

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece