Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 25

A day to remember… 29/1 [DREAM THEATER]

0
Theater

Theater

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The astonishing” – DREAM THEATER
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2016
ΕΤΑΙΡΙΑ: Roadrunner Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: John Petrucci
ΣΥΝΘΕΣΗ:
John Petrucci – κιθάρα
Jordan Rudess – πλήκτρα
James LaBrie – φωνητικά
John Myung – μπάσο
Mike Mangini – ντραμς

Είναι μερικά άλμπουμ, που ακόμα και όταν τα λαμβάνεις στο email σου (εντελώς διαφορετικό το συναίσθημα και πολύ πιο έντονο όταν τα αγοράζεις σε φυσικό προϊόν, φυσικά), ακόμα και τότε θυμάσαι που ήσουν και τι έκανες! Αυτό συνέβη και με το “The astonishing” των DREAM THEATER. Ήμουν από αυτούς που είχαν βρει τον ομώνυμο δίσκο τους, κατώτερο των δυνατοτήτων τους και το 13ο άλμπουμ τους, φαινόταν κομβικό στα μάτια μου. Το αγαπημένο μου συγκρότημα όλων των εποχών, έπρεπε να κάνει κάτι δραστικό για να ανέβει στην στρατόσφαιρα και σίγουρα αυτό δεν θα ήταν ένα ακόμη άλμπουμ που θα ακούγονται πιο γήινοι απ’ ότι πραγματικά είναι. Χρειαζόταν κάτι που δεν είχαν ξανακάνει.

Και τι έκαναν οι αθεόφοβοι; Διπλό concept δίσκο με 34 τραγούδια (βγάλε εσύ αν θέλεις τις 4 εισαγωγές με τους ήχους των NOMACS) και συνολική διάρκεια 2 ωρών και 10 λεπτών. Εντάξει είμαστε; Όχι, γιατί έχει κι άλλο. Τα τραγούδια είναι διάρκειας 4-5 λεπτών των καθένα, μόνο με το “A new beginning” να έχει διάρκεια μεγαλύτερη των 7 λεπτών (όσο ένα φυσιολογικό single τους, δηλαδή!!!). Θεωρώ μακράν πιο δύσκολο να γράψεις compact τραγούδια μικρής διάρκειας, παρά τα πιο «απλωμένα» που γράφουν κατά κόρον οι THEATER και το τόλμησαν κι αυτό.

Με χαλαρή δομή, δίχως απαραίτητα να ακολουθούν τη νόρμα «κουπλέ – ρεφρέν – κουπλέ – γέφυρα – ρεφρέν – σόλο – ρεφρέν», δίχως ευδιάκριτα ρεφρέν και δίχως να επαναλαμβάνονται πολλά μέρη (παρά το concept ύφος του, κάτι που θα το επέτρεπε). Και το τονίζω αυτό το τελευταίο, διότι είναι ακόμα πιο απαιτητικό, όταν έχεις ένα άλμπουμ 130’ περίπου λεπτών, όπερ μεθερμηνευόμενον, τεράστιος όγκος από μουσική, νότες και στίχους!

Ιδιαίτερη μνεία, πρέπει να κάνω στον James LaBrie, που έχει ακούσει τα μύρια όσα –αδίκως ή μη- ο οποίος ερμηνεύει οχτώ διαφορετικούς χαρακτήρες, με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά ο ένας από τον άλλον και τα καταφέρνει με τρόπο αδιανόητο. Για τους υπόλοιπους, δεν χρειάζονται πολλά, αφού ουδείς αμφέβαλλε για τις ικανότητές τους.

Τεράστια ποικιλία και εύρος στον ήχο των τραγουδιών, εξωτερική βοήθεια από τον πολύπειρο Phil Campbell (RUSH, MUSE, Adele, METALLICA) στις χορωδίες και τα ορχηστρικά μέρη, με τον ίδιο να ομολογεί ότι ήταν το μεγαλύτερο project που είχε δουλέψει ποτέ στην καριέρα του, ένα δυστοπικό concept που έχει να κάνει με την ανησυχία του Petrucci ότι κάποια στιγμή στο μέλλον δεν θα υπήρχε μουσική και θα γραφόταν από ρομπότ (ουπς, συνέβη λίγα χρόνια αργότερα). Όλα αυτά –και πολλά περισσότερα- συνθέτουν το παζλ ενός δίσκου η special edition του οποίου είχε απίστευτα καλούδια σε σχέση με το κεντρικό θέμα που ασχολείται και αργότερα έγινε και application στο κινητό.

Δέκα χρόνια έχουν περάσει από το “The astonishing” και στόχος αυτού του κειμένου δεν είναι να κάνουμε μία νέα παρουσίασή του. Άλλωστε όταν είχε βγει, είχαμε κάνει –σε πείσμα πολλών- πρεμιέρα κατ’ αποκλειστικότητα. Το θέμα είναι πως πάλιωσε τελικά το άλμπουμ αυτό. Η αλήθεια είναι ότι οι οπαδοί του σχήματος, δεν το υποδέχτηκαν θερμά. Η αλήθεια, επίσης, όμως, είναι ότι οι οπαδοί του σχήματος, πολλές φορές δεν ξέρουν τι θέλουν. Βγάζουν κάτι ίδιο με το προηγούμενο, γκρινιάζουν. Βγάζουν κάτι διαφορετικό, γκρινιάζουν πάλι. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Portnoy είχε γράψει το “Never enough” ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο.

Καταλαβαίνω ότι η διαφορά του “The astonishing” από τους προηγούμενους δίσκους των DREAM THEATER, είναι τεράστια. Για τα δικά μου αυτιά, ακόμα και τώρα, δέκα χρόνια μετά, είναι ένα άλμπουμ που επισκέπτομαι πολύ συχνά όταν θέλω να ακούσω κάτι από το συγκρότημα αυτό (αφού έχω λιώσει βέβαια τα κλασικά τους αριστουργήματα). Concept δίσκο είχαν κάνει (“Scenes…”), διπλό δίσκο είχαν κάνει (“Six degrees…”). Concept, διπλό δίσκο, με μικρά σε διάρκεια τραγούδια, ούτε κατά διάνοια.

Φυσικά, σ’ έναν τόσο μεγάλο όγκο μουσικής, υπάρχουν κάποιες λιγότερο καλές στιγμές. Επίσης, σε κάποια τραγούδια, έχω ενστάσεις με τον τρόπο που επιλέγει το γκρουπ να τα τελειώσει. Ένα από αυτά είναι το “A new beginning”, που έχει ένα μακρόσυρτο σόλο στο τέλος και τελειώνει με fade out… Μα fade out; Αλήθεια; Να μου πείτε όμως, κάπως έτσι και δεν είναι και το “Bend the clock” από το “Parasomnia”; Και γι’ αυτό όμως έχω τις ενστάσεις μου!

Δεν θέλω όμως να είμαι κι εγώ γκρινιάρης. Ήταν πολλά χρόνια που απείχα από τον συναυλιακό τουρισμό, που λόγω του φεστιβάλ, τον ξεκίνησα και πάλι το περασμένο καλοκαίρι. Είχα για πολύ καιρό τη συνήθεια να ταξιδεύω για να βλέπω τους DREAM THEATER και στο εξωτερικό, πέρα από την Ελλάδα. Αν μετανιώνω που δεν είδα μία περιοδεία τους, είναι αυτή για το “The astonishing”, όπου έπαιζαν ολόκληρο τον δίσκο. Παράτολμο; Βεβαίως. Αλλά το έκαναν επειδή μπορούν! Δεν έχω στοιχεία μπροστά μου για το πώς πήγε, θαρρώ όχι πολύ καλά, γιατί η πλατιά μάζα που τους ακολουθεί, θέλει να ακούσει (ίσως και για πρώτη φορά) τα “Pull me under” και “Metropolis” αυτού του κόσμου. Δεν τους αδικώ. Θα έλεγα ότι ήταν μία περιοδεία πιο πολύ για τους οπαδούς τους από τα 90s και όχι από τα 00s και 10s. Αυτούς που θέλουν κάτι λίγο πιο εκλεκτικό, επειδή τους έχουν απολαύσει πάρα πολλές φορές. Προφανώς όμως, δεν έκανε το γκελ που ήθελαν, διότι πέρα από αυτήν την περιοδεία, έχουν παιχτεί ζωντανά το “The gift of music” και το “A new world”. Αυτό κάτι μου δείχνει. Μετά την επιστροφή του Portnoy πάντως, οι πιθανότητες να ξαναπαίξουν κάτι από εκείνον το δίσκο, έχουν εξανεμιστεί. Αφήστε που ήταν η πρώτη φορά που δεν έβγαλαν ζωντανά ηχογραφημένο δίσκο μετά την στούντιο δουλειά τους… Με το παράπονο θα μείνω, λέμε!

Κι επειδή είμαι αρκούντως βλαμμένος, θα ήθελα να είχε κυκλοφορήσει ίσως σε κάποιο συλλεκτικό single, η μεταγενέστερη εκτέλεση του “A new world” με τη Lzzy Hale (HALESTORM). Δεν είναι και πολλές οι φορές που υπάρχουν καλεσμένοι σε τραγούδια των THEATER… Τ’ αφήνω εδώ για να ξανακούσω το δίσκο…

Σάκης Φράγκος

Καταράστηκαν τελικά οι GHOST τους Orlando Magic;;;

0
Orlando

Orlando

Ένα απρόσμενο και αρκετά… σατανικό αφήγημα έχει πάρει φωτιά στο διαδίκτυο τις τελευταίες ημέρες στις ΗΠΑ, με επίκεντρο τους Ghost και το NBA. Σύμφωνα με μία ανώνυμη ανάρτηση στο Reddit, που πλέον έχει διαγραφεί αλλά διαδόθηκε γρήγορα μέσω των social media, η πρόσφατη ήττα των Orlando Magic από τους Charlotte Hornets ενδέχεται —σύμφωνα πάντα με τον συντάκτη— να οφείλεται σε «ενέργεια» που άφησε πίσω της η συναυλία των Ghost στο Kia Center.

Το post, το οποίο αναδημοσιεύτηκε από το The Noise και τιτλοφορήθηκε «Το Kia Center χρειάζεται αγιασμό», υποτίθεται πως προερχόταν από εργαζόμενο του χώρου. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι βρέθηκε στη συναυλία των Tobias Forge & Co. μία ημέρα πριν τον αγώνα της 22ας Ιανουαρίου, περιγράφοντας «super σατανικά vibes», «εικόνες του διαβόλου», «εκκλησιαστικά stained-glass σκηνικά» και ύμνους για τον Εωσφόρο. Το ύφος ήταν εμφανώς ειρωνικό, με τον συντάκτη να σημειώνει πως «ήταν έξαλλος που αναγκάστηκε να καθίσει εκεί».

Από εκεί κι έπειτα, η θεωρία πήρε άλλη μορφή… «Πιστεύω πως ό,τι ενέργεια άφησαν στο κτίριο πέρασε στο παιχνίδι επειδή δεν υπάρχει άλλη εξήγηση για το πόσο χάλια παίξαμε», έγραφε χαρακτηριστικά, καταλήγοντας στο εύγλωττο: «Είναι δικαιολογία ή είμαστε απλώς εντελώς άχρηστοι;».

Η υπόθεση προκάλεσε χαμό στα social, με αρκετούς να αντιμετωπίζουν το θέμα χιουμοριστικά και άλλους να το συνδέουν με τις παλιές «Satanic Panic» ιστορίες των ‘80s. Οι Ghost, βεβαίως, δεν έχουν σχολιάσει και οι Magic δεν φάνηκαν ιδιαίτερα πρόθυμοι να αποδώσουν τις αδυναμίες τους σε… μεταφυσικούς παράγοντες.

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη The Noise (@thenoise)

EDENBRIDGE – “Set the dark on fire” (Steamhammer)

0
Edenbridge

Edenbridge

Το Symphonic Metal ξεκίνησε εγκλωβισμένο κάτω από την επιτυχία των NIGHTWISH, με πολλές μπάντες να προσπαθούν να αναπαράξουν το καλούπι αυτό. Με το πέρασμα των χρόνων τα συγκροτήματα αυτά βρήκαν δικιά τους ταυτότητα και εξελίχθηκαν, πολλές φορές βγάζοντας τον μανδύα του συμφωνικού, καταφέρνοντας να διευρύνουν το όνομά τους σε σημαντικό βαθμό. Από όσους καλλιτέχνες ξεπήδησαν τότε, οι EDENBRIDGE είναι από τους λίγους που δεν κατάφεραν να φτάσουν σε ένα ανώτερο επίπεδο αναγνωρισιμότητας, αφού ας είμαστε ειλικρινείς, το όνομά τους ακούγεται πολύ πιο σπάνια από άλλους συνοδοιπόρους τους. Παράλληλα, δεν έφυγαν ποτέ από το προσκήνιο. Χωρίς να έχουν απομακρυνθεί αισθητά από τον ήχο των πρώτων χρόνων τους, εμπλουτίζουν κάθε νέα τους δουλειά με πινελιές εξέλιξης και ωριμότητας, με αποτέλεσμα να κάνουν την ενασχόλησή μας με τον 12ο δίσκο τους μία πολύ ευχάριστη διαδικασία, ενισχύοντας την άποψή μου ότι το ιδίωμα αυτό διανύει μία από τις καλύτερες φάσεις του και έχει πολλά να δώσει εν έτει 2026.

Αν χαρακτήριζα με μία λέξη το “Set the dark on fire”, αυτή θα ήταν η ωριμότητα, αλλά όχι του είδους που κάνει τα συγκροτήματα να παίζουν άνευρα και άψυχα. Έχουμε πλειάδα από διαφορετικές ιδέες και προσεγγίσεις οι οποίες χτίζονται ωραία και οδηγούν σε όμορφες μελωδίες, ασχέτως της κατεύθυνσης του κάθε κομματιού. Συναντάμε κάθε λογής τραγούδια, από πιο δυνατά όπως το ομότιτλο, το “Lighthouse” που φέρνει μία ανατολίτικη αύρα, “Cosmic embrace” για το hit, ενώ το “Our place among the stars” είναι ένα υπέροχο επτάλεπτο mid-tempo άσμα. Όλα αυτά σερβίρονται με έναν τρόπο που σου κρατάει την προσοχή και εδώ είναι η ειδοποιός διαφορά των μοντέρνων EDENBRIDGE σε σχέση με το παρελθόν τους. Γιατί ό,τι κάνουν εδώ το έχουν ξαναπαίξει, δεν υπάρχει κάτι που να ξεπερνά σε heaviness το “A virtual dream?” του “Solitaire” ας πούμε. Αλλά τότε πιστεύω πως δεν κατάφερναν να ολοκληρώσουν τις ιδέες τους σε τόσο ικανοποιητικό βαθμό όπως σήμερα. 

Αν κάτι μου άρεσε πάρα πολύ, είναι πως η μουσική δεν βασίζεται στο συμφωνικό στοιχείο για να κάνει τη βαριά δουλειά. Θα χαρακτήριζα το αποτέλεσμα πρώτα ως μία κυκλοφορία μελωδικού Metal και δεύτερον ως συμφωνική, αφού τα χορωδιακά και ορχηστρικά μέρη εμπλουτίζουν παρά χτίζουν. Παρόλα αυτά, δεν έχει απολεσθεί τελείως όπως έχουν κάνει (με επιτυχία) οι WITHIN TEMPTATION και BEYOND THE BLACK, οπότε δεν ακούμε κάτι μοντέρνο ή φουτουριστικό. Η θεατρικότητα κυριαρχεί, όπως μας δίνει να καταλάβουμε στο καλωσόρισμα το “The ghostship diaries” το οποίο αποπνέει κάτι απόκοσμο σε στιγμές. Μιας και μιλάμε για vibes και soundtrack αισθητικές, αυτά τα στοιχεία ξεχωρίζουν στο “Bonded by the light” το οποίο δεν ξέρω αν ονομάστηκε τυχαία έτσι, γιατί θα μπορούσε να είναι άνετα τραγούδι εισαγωγής μία ταινίας James Bond και πρόκειται για κορυφαία στιγμή. 

Αν υπάρχει κάτι που δεν έκανε καλά ο δίσκος αυτός, είναι να προωθήσει τον εαυτό του σωστά. Τα singles που κυκλοφόρησαν πρώτα (“Cosmic embrace”, “Where the wild things are”), ανήκουν με ευκολία στις κατώτερες θέσεις της κατάταξης. Δεν είναι κακά σε καμία περίπτωση σαν μέρος του συνόλου, αλλά δεν τα βλέπω και ως τους καλύτερους κράχτες που θα σε κάνουν να ανυπομονείς για το τελικό, συνολικό αποτέλεσμα. Ευτυχώς μετά έβγαλαν το title track που έστρωσε κάπως την κατάσταση. Βέβαια μπορώ να καταλάβω αυτές τις επιλογές καθώς είναι τα πιο μελωδικά τραγούδια, με τα υπόλοιπα να έχουν δυνατό χαρακτήρα που θα τα έκανε πιο δύσκολα να σταθούν αυτόνομα ως σημεία έλξης.           

Όπως έχει γίνει αντιληπτό, η χρονιά έκανε ποδαρικό με το δεξί. Αν πιστεύω πως οι EDENBRIDGE με τον νέο τους δίσκο θα ανέβουν επίπεδο και θα διεκδικήσουν ένα κομμάτι από την πίτα των μεγάλων, που μοιράζονται πολλά αντίστοιχα συγκροτήματα; Πολύ δύσκολα, αφού δεν είναι τόσο ενεργοί συναυλιακά, ούτε αλλάζουν δραματικά ήχο, οπότε ό,τι έκαναν τόσο καιρό θα κάνουν και τώρα. Όμως, δισκογραφούν τα τελευταία 26 χρόνια και γράφουν ποιοτική μουσική. Δεν καμώνονται πως είναι οι ηγέτες της σκηνής, το ρίχνουν στη δουλειά και το αποτέλεσμα δικαιώνει τόσο αυτούς, όσο και τους οπαδούς τους. Με σοβαρότητα και αρκετή εμπειρία στις πλάτες τους, οι EDENBRIDGE κυκλοφορούν έναν άρτιο δίσκο μελωδικού συμφωνικού Metal, που δεν βοηθάει στην εξέλιξη του είδους, αλλά το ενισχύει, προσφέροντας μία αρκετά αξιόλογη επιλογή για όσους και όσες εξακολουθούν να δηλώνουν το παρόν!   

8 / 10

Παύλος Παυλάκης

A day to remember… 28/1 [BLACK SABBATH]

0
Sabbath

Sabbath

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Seventh star” – BLACK SABBATH
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Warner Bros
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jeff Glixman
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Tony Iommi – κιθάρες
Glenn Hughes – Φωνητικά
Geoff Nicholls – keyboards
Eric Singer – drums
Dave “The Beast” Spitz – μπάσο

Όταν οι BLACK SABBATH έγιναν… κάτι άλλο

Τα άλμπουμ των συγκροτημάτων στην συντριπτική τους πλειοψηφία αντικατοπτρίζουν την κατάσταση και τις ισορροπίες της μπάντα που τα δημιουργεί. Μας δείχνουν τις δημιουργικές περιόδους, τις περιόδους κάμψης, ακμής και παρακμής, κούρασης, τις περιόδους κρίσης. Το “Seventh star” ανήκει ξεκάθαρα στη τελευταία κατηγορία. Δεν είναι απλώς ένας αμφιλεγόμενος BLACK SABBATH δίσκος, είναι ένα άλμπουμ που γεννήθηκε μέσα στην καρδιά της κρίσης! Αποχωρήσεις, παλινδρομήσεις, λάθος timing, δισκογραφικές πιέσεις, δημιουργήθηκε κατά κύριο λόγο από την ανάγκη του Tony Iommi να συνεχίσει να συνθέτει, ακόμη κι όταν το όνομα BLACK SABBATH είχε πάψει να σημαίνει συγκεκριμένα πράγματα και ήταν υπό αμφισβήτηση από τους πάντες!

Η κρίση όμως μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή ή σε ευκαιρία! Και ο συμπαθής κιθαρίστας με ένα μαγικό τρόπο δεν οδηγήθηκε στην καταστροφή! Για να καταλάβει κανείς το “Seventh star”, πρέπει πρώτα να καταλάβει πρώτα τι δεν είναι: δεν είναι συνέχεια του “Born again”, δεν έχει σχέση με οτιδήποτε είχαν κάνει μέχρι τότε, δεν είναι ατμοσφαιρικό, ούτε σκοτεινό. Δεν είναι SABBATH με την κλασική έννοια, και, ειρωνικά, δεν ήταν καν σχεδιασμένο εξαρχής να είναι τέτοιο. Αν αυτό το καταλάβει ο ακροατής από την αρχή, τότε θα το κατανοήσει καλύτερα. Βέβαια οι προσδοκίες το 1986 που κυκλοφόρησε ήταν πολύ διαφορετικές.

Από το “Born again” στο κενό

Το “Born again” (1983) με τον Ian Gillan ήταν ήδη ένα παράδοξο κεφάλαιο. Ένας τραγουδιστής ταυτισμένος με τους DEEP PURPLE σε έναν από τους πιο σκοτεινούς metal δίσκους, σ’ ένα σχεδόν κατεστραμμένο από τον ήχο του άλμπουμ. Παρά την προσπάθεια, το άλμπουμ άφησε τη μπάντα κουρασμένη και ξέπνοη, χωρίς καν line-up και χωρίς κατεύθυνση. Για μην αναφέρω ότι η περιοδεία με τον Gillan, σε κάποιες περιπτώσεις ήταν και επιζήμια για το όνομα της μπάντας. Όταν ήταν οι DEEP PURPLE να επανενωθούν, ο Gillan έφυγε σχεδόν φυσιολογικά και οι SABBATH έμειναν ξανά μετέωροι. Βασικά, ούτε καν μετέωροι, ουσιαστικά έπαψαν να υπάρχουν αφού ο Geezer Butler αποχώρησε, ο Bill Ward ήταν ήδη εκτός, και ο Tony Iommi βρέθηκε ουσιαστικά μόνος, κουβαλώντας ένα όνομα βαρύτερο ακόμα και από την ίδια του τη μουσική. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα: ένα solo άλμπουμ!

Το project που δεν έπρεπε(;) να λέγεται BLACK SABBATH

Ο Iommi ξεκίνησε να γράφει και να συνθέτει υλικό χωρίς την πρόθεση να ακολουθήσει τον κλασικό SABBATH ήχο. Ήθελε μελωδία πιο bluesy φωνές, πιο καθαρή rock παραγωγή και λιγότερο όγκο. Το αρχικό πλάνο περιλάμβανε διαφορετικούς τραγουδιστές ανά τραγούδι, όπως ο Dio, ο David Coverdale κ.α. Κάπου εκεί εμφανίζεται ο Glenn Hughes, επιστήθιος φίλος του.

Ο Hughes, πρώην DEEP PURPLE και TRAPEZE, δεν ήταν metal τραγουδιστής σε καμία περίπτωση. Είναι soul-rock, funk-rock ερμηνευτής, γεμάτος συναίσθημα και blues επιρροές. Η χημεία του αλλά και η φιλία του με τον Iommi ήταν άμεση και καθοριστική στην εξέλιξη των ηχογραφήσεων. Τόσο, που τελικά τραγούδησε ολόκληρο τον δίσκο.

Και εδώ μπαίνει το μεγάλο “αλλά”: η δισκογραφική εταιρεία αρνήθηκε τελικά να κυκλοφορήσει το άλμπουμ ως solo δουλειά. Το όνομα BLACK SABBATH πουλούσε ακόμα και παρα τις προβλέψεις το υλικό που άκουσαν οι manager ήταν πολύ καλό για να μην έχει το όνομα του συγκροτήματος να το συνοδεύει. Έτσι, το “Seventh star” βαφτίστηκε, στο χωρίς νόημα “BLACK SABBATH featuring Tony Iommi”, ένας τίτλος που από μόνος τους όμως μαρτυρά σύγχυση η οποία επιβεβαιώνεται και από το εξώφυλλο στο οποίο παρουσιάζεται μόνος του ο κιθαρίστας. Πολλοί από εμάς αναρωτηθήκαμε, τι σημαίνει BLACK SABBATH featuring Tony Iommi, υπάρχουν και SABBATH χωρίς Iommi; Ή Iommi χωρίς SABBATH; Μια σύγχυση χωρίς λόγο…

Ένας δίσκος που ακούγεται… αλλιώς..,

Από το πρώτο κιόλας κομμάτι, το θαυμάσιο “In for the kill”, γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτό που ακούς δεν είναι τυπικός SABBATH ήχος, όσο και αν ο ρυθμός θα σου θυμίσει “Die young” και “Neon knights”. Το riff είναι βαρύ, αλλά η φωνή του Hughes μεταφέρει το κομμάτι σε hard rock μονοπάτια. Υπάρχει ένταση, υπάρχει δύναμη, αλλά όχι heavy ατμόσφαιρα με την κλασική της έννοια.

Το “No Stranger to love” ήταν το απόλυτο σοκ όμως. Radio-friendly power ballad συναισθηματική, σχεδόν στο ύφος των 80s και με τον Hughes σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες του. Για πολλούς οπαδούς δεν ήταν μόνο έκπληξη, ήταν “προδοσία”, ήταν γροθιά στο σαγόνι! Σήμερα, ακούγεται ως μια ώριμη, καλοδουλεμένη στιγμή που απλώς έφερε λάθος όνομα στο εξώφυλλο, αλλά διατηρεί στο έπακρο την γοητεία της. Το “Turn to stone” και το επικό και βαρύ “Seventh star” είναι ίσως τα κομμάτια που ισορροπούν καλύτερα ανάμεσα στον Iommi των SABBATH και τον Iommi που ήθελε να προχωρήσει διαφορετικά. Μελωδικά riffs, στιβαρή δομή, και μια αίσθηση εσωτερικής αναζήτησης αντί για οτιδήποτε άλλο. To οργανικό “Sphinx (the guardian)” μοιάζει σαν ανολοκλήρωτη σύνθεση, παρά το ενδιαφέρον που παρουσιάζει δείχνει ότι θα μπορούσε να αναπτυχθεί πολύ περισσότερο.

Το “Danger zone”, το “Angry heart” και το “Heart like a wheel” ακουμπούν ξεκάθαρα στο 80s hard rock καθώς βαδίζουν σε μουσικά μονοπάτια απάτητα για την μπάντα μέχρι τότε, αλλά με την ερμηνεία του Hughes να τους δίνει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Αν δεν ήξερες ποιος παίζει κιθάρα, δύσκολα θα μάντευες ότι πρόκειται για BLACK SABBATH. Και όμως, η σφραγίδα του Iommi είναι παντού, στον τρόπο που «ξεπηδάνε» τα riffs, στη λιτότητα, στην απλότητα και στον όγκο πίσω από τη μελωδία. Το άλμπουμ κλείνει με το “…In Memory”, ένα instrumental σχεδόν απολογιστικό. Δεν μοιάζει με φινάλε θριάμβου, αλλά με ένα αμήχανο και σιωπηλό τέλος μιας εποχής.

Η περιοδεία που δεν έγινε ποτέ σωστά

Ο Glenn Hughes ξεκίνησε την περιοδεία, (μαζί και οι Eric Singer , Dave “The Beast” Spitz και ο Geoff Nicholls), αλλά αποχώρησε σχεδόν αμέσως, μετά από ένα βίαιο επεισόδιο με μέλος του crew που του έσπασε τη μύτη, αλλά και τις παλινωδίες του επάνω στην σκηνή μιας και η χρήση ουσιών τον έκανε κομμάτια. Οι δικαιολογίες για την τότε κατάσταση ήταν αστείες, ο Hughes δικαιολογήθηκε πως επειδή δεν κρατούσε μπάσο στην σκηνή και δεν ήξερε τι να κάνει τα χέρια του, ο Iommi είπε ότι τον έδιωξαν επειδή έτρωγε πολλές …σοκολάτες!! Το πιο ακραίο της υπόθεσης ήταν πως είχαν τον Ray Gillen στα παρασκήνια έτοιμο να ανέβει στην σκηνή, όπως και τελικά έγινε. Όμως η ζημιά είχε γίνει. Το “Seventh star” δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να σταθεί «ζωντανά» όπως έπρεπε, παρά τον εξαιρετικά επιδέξιο και ταλαντούχο νεαρό που αντικατέστησε τον Hughes.

Την εποχή της κυκλοφορίας του, το άλμπουμ δέχτηκε ανάμικτες κριτικές και ήταν λογικό. Ήταν ένας άλλος ήχος. Οι οπαδοί το θεώρησαν “NON SABBATH”, οι κριτικοί μπερδεύτηκαν, και οι πωλήσεις ήταν μέτριες. Με τα χρόνια όμως, η οπτική άλλαξε όπως συχνά-πυκνά συμβαίνει. Σήμερα το “Seventh star” θεωρείται cult classic. Όχι γιατί είναι το κρυφό αριστούργημα των SABBATH, αλλά γιατί είναι ένα εξαιρετικό hard rock άλμπουμ που κουβαλά όμως λάθος ιστορία μέσα του. Είναι η απόδειξη όμως ότι ο Tony Iommi μπορούσε να υπάρξει και έξω από το doom καλούπι, ακόμη κι αν το κοινό δεν ήταν έτοιμο να το δεχτεί.

Το “Seventh star” πια δεν ζητά συγχώρεση. Απαιτεί αναγνώριση. Δεν είναι δίσκος που γράφτηκε για να ικανοποιήσει προσδοκίες, αλλά για να εκφράσει τον δημιουργό του σε μια μεταβατική φάση. Αν το ακούσεις ως “χαμένο SABBATH άλμπουμ”, δεν θα λειτουργήσει πιθανόν, αλλά αν του αλλάξεις τίτλο και το ακούσεις ως “Tony Iommi & Glenn Hughes project”, μπορεί να σε κερδίσει ολοκληρωτικά και να θαυμάσεις την ενέργεια του, την δυναμική του και τον ήχο του. Θα πεις “Ρε τον μπαγάσα τον Iommi, τι έφτιαξε πάλι»…

Και τελικά, ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο παράδοξο του “Seventh Star”, έχει δυο ακροάσεις, διαλέγετε και παίρνετε.

Δημήτρης Σειρηνάκης

HELLIXXIR – “Beyond the frame” (M & O Music)

0
Hellixxir

Hellixxir

Έχω παρατηρήσει ότι κάθε σχεδόν χρόνο στο τέλος τους, πάντα θα εμφανιστεί ένας δίσκος που θα με υποχρεώσει σε αναθεώρηση των προτιμήσεών μου για τη λίστα με τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς. Αυτή τη φορά η τιμή ανήκει στους Γάλλους HELLIXXIR και το τέταρτο τους άλμπουμ με τίτλο “Beyond the frame” .

Το προηγούμενο άλμπουμ των HELLIXXIR, το “The black fortress” του 2019 ήταν μια σαφής εξέλιξη στον ήχο τους καθώς, ενώ πατούσε γερά σε thrash φόρμες, είχε αρχίσει να εμπλουτίζεται με death και black στοιχεία και μου είχε αφήσει άριστες εντυπώσεις. Εδώ ο ακραίος προσανατολισμός είναι περισσότερο σαφής καθώς, ενώ οι thrash βάσεις παραμένουν σταθερές, τα black στοιχεία είναι πιο έντονα από ποτέ.  Σε αυτό συνηγορούν τόσο τα φωνητικά του Alexandre Manin όσο και τα καταιγιστικά blastbeats που είναι διάσπαρτα σε όλο το άλμπουμ. Συνολικά ο δίσκος διακρίνεται από την πολυπλοκότητα των συνθέσεων και τις φοβερές εναλλαγές του που δεν αφήνουν τη ροή της ακρόασης να βαλτώσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω είναι το “An overview of the great beyond”, από τα καλύτερα κομμάτια του είδους που έχω ακούσει τους τελευταίους μήνες.

Από εκεί και πέρα ξεχώρισα τα “ Worst day of your life… best time of my day” (φοβερός τίτλος!) , το “A gathering of all wasted souls” που μάλλον είναι το πιο straightforward κομμάτι του δίσκου και το “Homo patiens”, μελαγχολικό και σκοτεινό, μου θύμισε αρκετά πρώιμους PARADISE LOST. Είναι όμως συνολικά τα φοβερά riffs των Matthieu Laforêt και Baptiste Gastaldin που παίρνουν κεφάλια, ενώ όσοι έχετε αδυναμία στα τύμπανα όπως εγώ δεν υπάρχει περίπτωση να μην θαυμάσετε το εξωγήινο παίξιμο του Romain Charbonnier που ανταπεξέρχεται με επιτυχία στις απαιτητικές, είναι η αλήθεια, συνθέσεις. Θετική, επίσης, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι παρά την αρκετά μεγάλη του διάρκεια, μία ώρα γεμάτη, η ακρόαση δεν κουράζει, αλλά περισσότερο προκαλεί για επιπλέον ακροάσεις.

Το “Beyond the frame” δεν είναι ένας εύκολος δίσκος. Θέλει τον χρόνο του, τις ακροάσεις του, απαιτεί προσήλωση για να ανακαλύψεις τον μουσικό του πλούτο. Όσοι όμως αφοσιωθούν , θα ανταμειφθούν πλουσιοπάροχα με έναν πολύ καλό thrash/black metal δίσκο. Εγγυημένα!

8,5 / 10

Θοδωρής Κλώνης

HÄLLAS – “Panorama” (Äventyr Records)

0
Hallas

Hallas

Η εμπορική καταξίωση στη μουσική βιομηχανία, είναι ένα πολύ δίκαιο sport. Πραγματικά, ό,τι μα ό,τι αξίζεις, αυτό και παίρνεις. Ναι, ξέρω, είσαι έτοιμος να μου αραδιάσεις περιπτώσεις καλλιτεχνών και συγκροτημάτων που βάσει της μουσικής τους αξίας θα έπρεπε να είναι τεράστια ή έστω πολύ μεγάλα, εμπορικά, μα δεν είναι. Δεκτό και λογικό, ως αντίδραση.

Όμως, κάτσε και σκέψου από πόσα άσχετα με τη μουσική πράγματα ορίζεται και εξαρτάται η εμπορική απήχηση και σε πόσα από αυτά, τα «αδικημένα από την κακούργα κοινωνία» συγκροτήματα, παίρνουν κάτω από τη βάση. Μόνο τότε θα διαπιστώσεις ότι τελικά τίποτα δεν είναι τυχαίο και όντως, ουδεμία αδικία υπάρχει να κατατρώει την αγαπημένη σου μπάντα.

Γιατί έγινε αυτός ο πρόλογος; Για να περάσω στο τιμώμενο γκρουπ της παρουσίασης αυτής, τους HÄLLAS. Ένα συγκρότημα που μέσα σε δεκαπέντε χρόνια ζωής, με άρμα την αδιαμφισβήτητη μοναδικότητά του (τόσο μοναδικό που δεν έχει μιμητές) και με το ραβδάκι της Έμπνευσης συνεχώς πάνω από το κεφάλι του, κάλυψε την απόσταση από την The Sign Records και το underground ως την κραταιά Napalm Records και τα «διεθνή σαλόνια» των εκτεταμένων περιοδειών και των Grammy, με χαρακτηριστική ευκολία. Φίλε, τα παιδιά από το Jönköping μόνο τυχαία δεν είναι.

Η φετινή τους κίνηση δε, η οποία για να πω την αλήθεια, ήταν ζήτημα χρόνου να γίνει, δείχνει πως εκτός από δουλευταράδες, είναι και ικανότατοι businessmen… ή έστω, παίρνουν τα ρίσκα τους! Οι HÄLLAS άφησαν την κραταιά Napalm Records για να δημιουργήσουν τη δική τους εταιρεία (Äventyr Records) και μέσω αυτής, να κυκλοφορήσουν το ολοκαίνουργιο άλμπουμ τους, με τίτλο “Panorama”. Πώς αναγιγνώσκεται κάτι τέτοιο; Μα φυσικά, ως το πρώτο και κυριότερο βήμα για να υπάρχει πλήρης έλεγχος αποφάσεων και κινήσεων. Οι HÄLLAS δεν έχουν πια κανέναν ανάγκη, παρά μόνο τους οπαδούς τους. Όσο αυτοί τους στηρίζουν, κάθε γρανάζι της μουσικής βιομηχανίας θα ακολουθήσει. Θέλει δε θέλει.

Τούτη η επιστροφή, γίνεται με νέο line-up: Το “Panorama” είναι ο πρώτος studio δίσκος όπου βρίσκουμε μαζί τους Tommy Alexandersson (φωνητικά, μπάσο), Rickard Swahn και Marcus Petersson (κιθάρες), Nicklas Malmqvist (πλήκτρα) και Kasper Eriksson (τύμπανα). Ο πρώτος και ο πιο… «θαρραλέος» όλων! «Βαριά κουβέντα» βέβαια, από την στιγμή που οι HÄLLAS μόνο σε «περιορισμένα» και «ασφαλή ύδατα» δεν κινούνται. Αλλά, έχω την εντύπωση ρε παιδί μου, πως με το νέο τους άλμπουμ οι Σουηδοί ακούγονται πιο «ριψοκίνδυνοι» από ποτέ!

Μόλις πέντε συνθέσεις απαρτίζουν το νέο πόνημα, αρκετές όμως ώστε να συμπληρωθούν 44 λεπτά μουσικής. Τη μερίδα του λέοντος λαμβάνει το εναρκτήριο “Above the Continuum”, με διάρκεια σχεδόν 22 (!) λεπτά. Τι φάση…; Μετά τους SEVEN SISTERS και PHANTOM SPELL, των οποίων οι περυσινοί εκπληκτικοί δίσκοι ξεκινούσαν ομοίως με μακροσκελή έπη, έρχονται και οι HÄLLAS να κάνουν το ίδιο! Λες να έχουμε νέα μόδα/τάση, στο retro/vintage rock; Ποιος ξέρει!

Το “Above the Continuum” είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό, από όσο εκ πρώτης ακούγεται. Όχι γιατί το λυρικό prog rock των Σουηδών, βγαλμένο από τα άδυτα των CAMEL, RUSH, ELOY, GENESIS και NEKTAR, συναντάται στην πιο grande μορφή του από καταβολής της μπάντας… όχι. Ο λόγος; Οι HÄLLAS εμπλουτίζουν αυτό το prog rock με επιρροές από early 80s pop rock και Italo disco, γράφοντας μέχρι και ιταλικούς στίχους! Αλήθεια, θα ήθελα να είμαι από μια μεριά και να δω τις αντιδράσεις των πιο «συντηρητικών» οπαδών του γκρουπ, στο άκουσμά του!

Ακολουθεί το “Face of an Angel”, με τον pop χαρακτήρα και τον… BEE GEES χορευτικό ρυθμό. Και εδώ θα έχουμε αντιδράσεις, αλλά να θυμίσω πως το πρώιμο έπος “Star rider”, που θεωρείται δικαίως Ο ύμνος, επί της ουσίας έχει τον ίδιο χορευτικό χαρακτήρα, στο ίδιο tempo. Διαφορετική νότα δίνει και το πανέμορφο “Bestiaus”, το απόλυτο και μοναδικό “grower” του δίσκου. Μια δραματική μπαλάντα στο ύφος των KING CRIMSON, γραμμένη για πιάνο, πλήκτρα και φωνή, με πολύ έντονο refrain. Θέλει τον χρόνο του…

Χρειάζεται όμως και μια κάποια ισορροπία, έτσι δεν είναι; Τη ζυγαριά λοιπόν του “Panorama” ισορροπούν το ήδη κλασσικό, στα κιτάπια μου, “The Emissary”, μαζί με το “At the Summit”, που θα το έλεγες και μια «space, scifi εκδοχή των WYTCH HAZEL», δίχως να αστοχείς στο ελάχιστο. Δύο εξαίσια τραγούδια, που φέρνουν το επικό rock στα καλύτερά του και κάνουν τα περίπου επτά λεπτά διάρκειας του καθενός, να περνούν «νεράκι»!

Αυτοί είναι λοιπόν οι HÄLLAS του 2026: Ο ομώνυμος ιππότης συνεχίζει την περιπλάνησή του σε ένα παράλληλο μεσαιωνικό σύμπαν που ενώνεται με το δικό μας, ένα σύμπαν γεμάτο τυράννους, μάντεις και κοσμικές συγκρούσεις, προσπαθεί να νικήσει την Εντροπία και να φέρει Τάξη και ο όρος “adventure rock” που οι ίδιοι οι Σουηδοί χρησιμοποιούν, είναι τελικά απολύτως ταιριαστός για το soundtrack των μαχών του.

Αυτό είναι το “Panorama”: Ένα πραγματικό, ειλικρινές πανόραμα ήχων και στίχων προοδευτικού 70s rock, proto-metal, folk, pop και ψυχεδέλειας. Ευφάνταστο, περιπετειώδες, ασυγκράτητο, προκλητικό και γεμάτο αυτοπεποίθηση. Δεν ξέρω πού θα το τοποθετήσουν οι οπαδοί στη δική τους προσωπική ιεραρχία, ξέρω όμως πως προσωπικά, αισθάνθηκα πολύ «γεμάτος» κατά τις ακροάσεις του. Η βαθμολογία ωστόσο, θα είναι διπλή, για ευνόητους λόγους. Το “Panorama” θα λάβει λοιπόν

8/10, για όποιον θεωρεί ακόμη αξεπέραστο το “Excerpts from a Future Past” και…

9/10, για όποιον αγαπά το ίδιο τους HÄLLAS, σε κάθε έκφανση του υπέρμετρου ταλέντου τους.

Δημήτρης Τσέλλος

DEATH DEALER – “Reign Of Steel” (Massacre Records)

0

Ανά περιόδους, στην metal δισκογραφία, έχουμε ακούσει συμπράξεις μουσικών όπου κάποιες ήταν πολύ καλές και κάποιες άλλες δεν είχαν το προσδοκόμενα επιθυμητό αποτέλεσμα, διχάζοντας ή και προβληματίζοντας το κοινό, βάση τελικού αποτελέσματος. Όταν το line up ενός συγκροτήματος αποτελείται από μουσικούς που έχουν συμμετάσχει σε άλλα επιτυχημένα άλμπουμ, ο πήχης, κυρίως λόγω της εμπειρίας που λογικά υπάρχει, «ανεβαίνει» και στις περιπτώσεις που μένει χαμηλά, σίγουρα δημιουργείται μια μικρή απογοήτευση.

Οι DEATH DEALER, έχοντας τους Sean Peck (CAGE, THE THREE TREMORS, ex-DENNER/SHERMANN και guest συμμετοχή σε πολλά άλμπουμ) στα φωνητικά, Ross “The Boss” Friedman (ROSS THE BOSS, ex-MANOWAR, THE DICTATORS και guest συμμετοχή σε πολλά άλμπουμ) και Stu Marshall (NIGHT LEGION, EMPIRES OF EDEN, ARKENSTONE, ex-DUNGEON) στις κιθάρες, Mike LePond (MIKE LE POND’S SILENT ASSASSINS, ARKENSTONE, EVERDAWN, ex-SYMPHONY X, ex-THEM, ex-DISTANT THUNDER,ex-ETERNITY’S END, ex-SEVEN WITCHES,ex-SLEEPY HOLLOW) στο μπάσο και Steve Bolognese (ex-THEM, ex-WITHERFALL, ex-ROSS THE BOSS, ex-INTO ETERNITY) στη drums, χωρίς σκέψεις θεωρείται εύκολα ένα supergroup, ίσως όχι για τα «βαριά» σε σύνολο μουσικών ονόματα, αλλά αν μη το άλλο για καλλιτέχνες που έχουν αφήσει ενεργό το στίγμα τους στην metal δισκογραφία.

Από το 2013 που κυκλοφόρησε η πρώτη τους δουλειά “War master”, αρέσκονται να υπηρετούν το Αμερικανικό heavy/power metal με κάποιες αναφορές και στο αντίστοιχο Ευρωπαϊκό. Έτσι και στην νέα τέταρτη τους δουλειά “Reign of steel”, τηρούν κατά γράμμα τα παραπάνω μια και δημιούργησαν ένα άλμπουμ που προσφέρει δέκα κομμάτια ασυμβίβαστου heavy metal. Το ίδιο το γκρουπ αναφέρει στο συνοδευτικό δελτίο τύπου: «Το “Reign of steel” είναι ένα έντονο άλμπουμ και αποτέλεσμα χιλιάδων ωρών με πάνω από πέντε χρόνια αδιάκοπης σύνθεσης, ηχογράφησης και συνεχούς βελτίωσης έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι κάθε τραγούδι είναι το καλύτερο που μπορεί να είναι, αποτυπώνοντας το συγκρότημα στην πιο συγκεντρωμένη και εκρηκτική του μορφή. Είναι γεμάτο με φωνητικά σε ψηλές οκτάβες, riff ακριβείας και μια ανανεωμένη αίσθηση δύναμης, σηματοδοτώντας το πιο φιλόδοξο και δυνατό κεφάλαιο του γκρουπ μέχρι σήμερα. Μπορεί ακόμη και να περιέχει τη μεγαλύτερη σε διάρκεια συνεχή υψηλή κραυγή που έχει ηχογραφηθεί ποτέ…».

Δεν σας κρύβω ότι διαβάζοντάς τα, τα βρήκα ελαφρώς υπερβολικά και λίγο σαν να είναι λόγια εντυπωσιασμού του αναγνώστη, σε συνδυασμό και τον κάπως τετριμμένο τίτλο του δίσκου. Όταν όμως άκουσα καλά το άλμπουμ, οι όποιες αμφιβολίες «έφυγαν» άμεσα. Το γκρουπ ακολούθησε την φόρμουλα δημιουργίας των προηγούμενων δουλειών του, «δηλώνοντας» συνθετικά για άλλο ένα δίσκο, την αγάπη που έχει στο ιδίωμα που ακολουθεί. Αν δεν τους έχετε ξανακούσει και σας αρέσουν συγκροτήματα όπως οι JAG PANZER, CAGE, THE THREE TREMORS, PRIMAL FEAR, ROSS THE BOSS, FIREFORCE, JUDAS PRIEST τελευταίων ετών, και συναφή, σίγουρα θα βρείτε στους DEATH DEALER άλλον έναν αξιόλογο αντιπρόσωπο στα γούστα σας. Αν πάλι έχετε ασχοληθεί μαζί τους στο παρελθόν, θα μείνετε άκρως ικανοποιημένοι από την νέα δουλειά, αφού πληροί ότι έχετε ήδη ακούσει.

Ο ακροατής, είτε παλιός είτε καινούργιος, σε καμία στιγμή του άλμπουμ, δεν θα ακούσει κάτι πρωτότυπο ούτε καινοτόμο, αντιθέτως θα βρει τα όποια ηχητικά κλισέ του ιδιώματος που αρέσκονται να εκπροσωπούν, ή και μέρη που θα τα έχει (ή θα νομίζει ότι τα έχει) ξανακούσει ατόφια αλλού. Οι άκρως «ανεβαστικές» στιγμές, η ακατέργαστη δύναμη και ένταση στις συνθέσεις, οι αυξημένες ηχητικές ταχύτητες που σου «ανεβάζουν» την αδρεναλίνη, τα επιθετικά ριφ και οι «μανιασμένες» κιθάρες, τα ωραία τοποθετημένα solos και τα πωρωτικά refrain, οι ωραίες μελωδίες, τα δυναμικά κουπλέ και «γέφυρες» αλλά και η όλη αμεσότητα που προκύπτει, είναι η ταυτότητα του άλμπουμ. Ό,τι φτάνει στα αυτιά του αποτελεί μια συνολικά πολύ καλή προσπάθεια απόδοσης ωραίων τραγουδιών προς τέρψη του. Αυτό είναι και το μεγάλο ατού της νέας δουλειάς: τα ίδια τα τραγούδια που εμπεριέχονται σε αυτήν, τα οποία βεβαίως δημιουργήθηκαν από ένα στιβαρό line up αφού καθένας αναλαμβάνει το ρόλο του στο άλμπουμ. Όλοι, βάση απόδοσης, έχουν δώσει τον καλύτερο τους εαυτό, με μπροστάρη, τον χαρισματικό Sean Peck, ο οποίος έχει κάνει και πάλι συγκλονιστικές ερμηνείες.

Το άλμπουμ θέλει αρκετές ακροάσεις για μια ολοκληρωμένη άποψη. Όταν γίνουν, αυτό που καταλαβαίνεις είναι το συγκρότημα δεν έσφαλε σε αυτά που ανέφερε στο δελτίο τύπου, αφού όντως δημιούργησε καλά δουλεμένες συνθέσεις, οι οποίες από την πρώτη στιγμή θα σε «κρατήσουν», αν φυσικά σου αρέσει το ιδίωμα που οι ίδιοι εκφράζονται. Σε όλη την διάρκεια του δίσκου υπάρχει μια ωραία ροή, που σε κάνει να τον ακούς μονομιάς, χωρίς να βαρεθείς την ακρόαση στο σύνολο της. Ολόκληρο το πνεύμα/ύφος του Αμερικανικού power metal είναι παρών, σε ένα άλμπουμ που «κουβαλάει» όλα όσα αγαπάει ο ακροατής από το ιδίωμα. Σίγουρα σε αυτό βοήθησε και τι γεγονός ότι την όλη παραγωγή του δίσκου έχουν αναλάβει οι Marshall/Peck, των οποίων το συνδυασμένο όραμα διαμόρφωσε την επιθετική ακρίβεια και το μελωδικό μεγαλείο του άλμπουμ.

Οι DEATH DEALER, παρόλο που απουσίασαν δισκογραφικά 6 χρόνια, δείχνουν ανεπηρέαστοι, αφού δημιούργησαν ένα πολύ αξιόλογο άλμπουμ που αφενός τιμάει το ιδίωμα και αφετέρου όσες φορές επιλέξεις να το ακούσεις, δεν θα βαρεθείς. Το “Reign of steel” είναι μια πολύ καλή ηχητική πρόταση, από ένα συγκρότημα που βάση τελικού αποτελέσματος, δείχνει ότι έχει δουλέψει πολύ για να κυκλοφορήσει την δουλειά. Ακούστε το δίσκο, όχι λόγω της διαχρονικότητας που δείχνουν ότι θα έχουν οι συνθέσεις που εμπεριέχονται, αλλά γιατί σίγουρα θα βρείτε κάποια τραγούδια που θα συντροφεύσουν στιγμές σας μέσα στη χρονιά, κάτι που προσωπικά, αποτελεί ζητούμενο από μια δισκογραφική δουλειά ενός συγκροτήματος. Πόσο μάλλον από ένα που «υπηρετεί» ένα ιδίωμά που δεν είναι και πολύ «στη μόδα» τώρα πια.

7,5 / 10

Θοδωρής Μηνιάτης

A day to remember… 27/1 [SAMAEL]

0
Samael

Samael

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Era One” – SAMAEL
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2006
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Century Media
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Samael
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Vorph (Michael Locher) — φωνητικά, στίχοι
Xy (Alexandre Locher) — πλήκτρα, programming, μουσική/σύνθεση,

Πίσω στον χρόνο λοιπόν! Όταν το ημερολόγιο έγραφε 27 Ιανουαρίου του 2006! Δηλαδή 2 χρόνια μετά τις ανεπανάληπτες στιγμές της Ελλάδας σε αθλητικό επίπεδο (με κατακτήσεις ευρωπαϊκών κυπέλλων σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ), αλλά και σε παγκόσμιο με τη διοργάνωση των ολυμπιακών αγώνων. Όταν δηλαδή ξεκινούσε και η κατρακύλα μας λοιπόν σαν χώρα, οι σπουδαίοι SAMAEL κυκλοφορούσαν το “Era one”! Ήταν το 7ο ολοκληρωμένο άλμπουμ τους και σίγουρα πολύ διαφορετικό απ’ ότι είχαν κάνει μέχρι τότε!

Τα αδέρφια Locher χωρίς φόβο αλλά με πάθος και καμία διάθεση εμπορικότητας, βούτηξαν στα βαθιά  industrial και ambient ήχων, δημιουργώντας ένα μουσικό ατμοσφαιρικό ταξίδι σε κοσμογονικά και μεταφυσικά μοτίβα! Δημιούργησαν ένα άλμπουμ Black metal όχι με την στενή έννοια του όρου, αλλά με τη φιλοσοφία του! Άλλωστε το Black metal δεν μένει στα στενά όρια της μουσικής! Είναι τρόπος ζωής.

Στα μέσα της δεκαετίας του 2000 λοιπόν, ήδη πολλά Black metal συγκροτήματα είχαν δείξει μια αγάπη για πιο βιομηχανικούς ήχους. Τα παραδείγματα πολλά. Οι THE KOVENANT με το “Animatronic”, οι GODKILLER με το “Deliverance”, οι MAYHEM με το “Grand declaration of war”, o Mortiis με το “The smell of rain”, ακόμα και οι δικοί μας ROTTING CHRIST με το “Khronos” και ο The Magus με κάποια project εκτός NECROMANTIA.

Το “Era One” είναι ένα ψυχρό, μεθοδικό και πολύ ατμοσφαιρικό άλμπουμ, που ρέει σαν ήρεμος ποταμός, χωρίς υπερβολές. Τίποτα δεν ξεχειλίζει. Όλα είναι υπολογισμένα. Ένα τελετουργικό που σε αναγκάζει να δεις τον εαυτό σου κατάματα. Η φωνή του Vorph δεν ουρλιάζει πια. Απαγγέλει, αφηγείται. Δεν υπάρχει νεανική οργή.

Με το “Era One”, οι SAMAEL αποδεικνύουν την μεγάλη καλλιτεχνική τους φύση, δείχνοντας προς τα έξω, πως δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα και δημιουργούν κατά τον δαίμονα εαυτού.

Αυτό… Είναι Black metal!

Αντρέας Ζώρας

DEATH TO ALL (playing “Symbolic” & “Spiritual healing”) + BLOODBATH live στην Αθήνα!!!

0
Death To All

Death To All

DEATH TO ALL (U.S.A.)
(FEATURING: Gene Hoglan – Steve DiGiorgio – Bobby Koelble – Max Phelps)
Symbolic Healing
Celebrating The Anniversaries Of “Spiritual Healing” (35 Years) & “Symbolic” (30 Years)
+BLOODBATH (Sweden / U.K.)
(FEATURING: Anders Nyström – Martin “Axe” Axenrot – Nick Holmes)

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026 – Αθήνα – Gagarin 205 Live Music Space

Extreme Metal Alliance

Οι DEATH TO ALL επιστρέφουν στην Αθήνα το Σάββατο 13 Ιουνίου 2026 (μετά από δέκα χρόνια) στο Gagarin 205 Live Music Space, στο πλαίσιο της παγκόσμιας περιοδείας τους “Symbolic Healing”. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο tribute στον αείμνηστο Chuck Schuldiner και τους θρυλικούς DEATH, ενός από τους πλέον σημαντικούς (αν όχι οι πιο σημαντικοί) εκπροσώπους του death metal διαχρονικά. Η σημασία των DEATH στο ακραίο metal υπήρξε καταλυτική: Επτά στούντιο άλμπουμ, ανεξίτηλος καλλιτεχνικός αντίκτυπος και μια διαρκής επιρροή που σκιαγραφεί σχεδόν ολόκληρο το τεχνικό, προοδευτικό και μελωδικό φάσμα του ακραίου ήχου.

Οι DEATH TO ALL συγκροτήθηκαν επίσημα το 2012 (αρχικά ως DEATH – DTA TOURS). από τον επί πολλά χρόνια μάνατζερ των DEATH (καθώς και άλλων συγκροτημάτων του ακραίου ήχου) Eric Greif (R.I.P.), με στόχο να τιμήσουν την κληρονομιά του Chuck Schuldiner και να αναδείξουν εκ νέου το έργο των DEATH σε ζωντανή μορφή. Με πυρήνα πρώην μέλη του ιστορικού σχήματος, οι DEATH – DTA TOURS αποτέλεσαν μια μοναδική ευκαιρία ώστε οι νεότερες γενιές metal ακροατών να γνωρίσουν τη μουσική των DEATH επί σκηνής. Η ανταπόκριση υπήρξε απόλυτη, οδηγώντας σε εκτεταμένες και συνάμα επιτυχημένες περιοδείες σε Ευρώπη και Αμερική, με πολλές εκ των συναυλιών να γίνονται sold out.

Η περιοδεία “Symbolic Healing” φέρνει στο προσκήνιο δύο από τα σημαντικότερα κεφάλαια της δισκογραφίας των DEATH. Οι DEATH TO ALL θα παρουσιάσουν ολόκληρο το κλασικό “Symbolic” του 1995, ένα άλμπουμ που συχνά περιγράφεται ως το κορυφαίο επίτευγμα του συγκροτήματος, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος του “Spiritual Healing” του 1990, ενός άλμπουμ που σηματοδότησε την πιο ευδιάκριτη μετάβαση των DEATH από το πιο ωμό death metal σε πιο τεχνικές και προοδευτικές φόρμες. Το χορταστικό setlist θα περιλαμβάνει και κομμάτια από τα υπόλοιπα πέντε άλμπουμ των DEATH, προσφέροντας έτσι μία πλήρη συναυλιακή εμπειρία.

Στα τύμπανα θα βρίσκεται, ένας από τους κορυφαίους ντράμερ όλων των εποχών, ο Gene Hoglan, ο οποίος είχε παίξει στα “Individual Thought Patterns” και “Symbolic” των DEATH, αλλά και σε πάρα πολλά άλμπουμ συγκροτημάτων όπως οι DARK ANGEL (το βασικό του συγκρότημα), TESTAMENT, DETHKLOK, FEAR FACTORY, STRAPPING YOUNG LAD, DEVIN TOWNSEND, BRENDON SMALL’S GALAKTIKON, OLD MAN’S CHILD, THE ALMIGHTY PUNCHDRUNK, DAEMON, VIKING, TENET, FORBIDDEN (Live), MEMORAIN, κ.λ.π.. Στο μπάσο, θα είναι ίσως ο πιο περιζήτητος μπασίστας στον ακραίο ήχο (και όχι μόνο), ο Steve DiGiorgio, ο οποίος είχε παίξει σε πολλές διαφορετικές περιόδους με τους DEATH, στα “Human” και “Individual Thought Patterns”, αλλά και στα demos των “Symbolic” και “The Sound Of Perseverance” καθώς και στο μοναδικό άλμπουμ των CONTROL DENIED “The Fragile Art Of Existence”, τους οποίους είχε σχηματίσει ο Chuck Schuldiner λίγο πριν πεθάνει. Από εκεί και πέρα, ο κατάλογος συμμετοχών του, είναι άκρως εντυπωσιακός: SADUS (το πλέον πρώην βασικό του συγκρότημα), TESTAMENT, AUTOPSY, ICED EARTH, ROADRUNNER UNITED, SEBASTIAN BACH, CHARRED WALLS OF THE DAMNED, ACT OF DENIAL, QUADVIUM, DRAGONLORD, SPIRITS OF FIRE, FAUST, TERRA ODIUM, κ.λ.π. Στην κιθάρα, θα είναι ο Bobby Koelble (πρώην AZRAEL, νυν ACTS IN SCENE, EXPEDITION DELTA και LEVIATHAN PROJECT), που είχε παίξει στο θρυλικό “Symbolic” και στα φωνητικά / δεύτερη κιθάρα, ο επίσης ταλαντούχος Max Phelps, που ξεκίνησε (και συνεχίζει) με τους EXIST (επίσης εν ενεργεία μέλος των ACTS IN SCENE, DIABYS και WAIT) και εν συνεχεία εντάχθηκε στους CYNIC, μαζί με τους Paul Masvidal και Sean Reinert (R.I.P.), που έπαιξαν και αυτοί τόσο στους DEATH (στο “Human”) όσο και στους DEATH DTA TOURS. Ιδιαίτερα για τον Max Phelps πρέπει να πούμε ότι έχει υμνηθεί για την προσέγγισή του στο υλικό των DEATH. Το σχήμα παραμένει συνεπές στον χαρακτήρα και στη φιλοσοφία των DEATH. Δεν επιχειρεί να “αναστήσει” τους DEATH, αλλά να αποτίσει φόρο τιμής και να διατηρήσει ζωντανό όραμα του Chuck Schuldiner. Άλλωστε όσοι ήταν στην προηγούμενη και πρώτη εμφάνισή τους, το 2016, μπορούν να επιβεβαιώσουν ότι οι εκτελέσεις των τραγουδιών ήταν τόσο άρτιες που άγγιζαν τις αυθεντικές.

Μαζί τους και μάλιστα για πρώτη φορά στη χώρα μας με πλήρες set, θα βρίσκονται οι BLOODBATH. Το Σουηδικό / Αγγλικό old school death metal supergroup, που σχηματίστηκε το 1998 στη Στοκχόλμη, αποτελεί ένα από τα πιο σταθερά και αναγνωρίσιμα ονόματα του Ευρωπαϊκού ακραίου ήχου, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του έξι στούντιο άλμπουμ, τρία EP’s, ένα ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ και δύο DVD’s από τις εμφανίσεις του σε Wacken Open Air Festival και Bloodstock Festival. Οι BLOODBATH κατάφεραν από νωρίς να συνδυάσουν την παραδοσιακή δυναμική του death metal με το riffing της σουηδικής σχολής, εκφράζοντας παράλληλα ένα ύφος που παρέμεινε πιστό στην old school αισθητική, αλλά με σύγχρονη παραγωγή και επιθετικότητα.

Ο χαρακτηρισμός supergroup δεν αποτελεί υπερβολή. Κατά καιρούς στους BLOODBATH έχουν συμμετάσχει και συμμετέχουν ακόμα μέλη από ορισμένα από τα πιο γνωστά και καθοριστικά σχήματα του Ευρωπαϊκού ακραίου και μη, αλλά σκοτεινού και προοδευτικού ήχου, όπως οι OPETH, KATATONIA, PARADISE LOST, HYPOCRISY & PAIN, EDGE OF SANITY, WITCHERY, OCTOBER TIDE και LIK, διαμορφώνοντας έναν ιδιαίτερο πυρήνα δημιουργών με βαθιά γνώση, τεχνική κατάρτιση και στιλιστική ταυτότητα. Εδώ και πολλά χρόνια, η βασική σύνθεσή τους αποτελείται από αγαπημένους μουσικούς με πλούσιο βιογραφικό και πιο συγκεκριμένα από τους Anders Nyström (Ιδρυτικό μέλος των BLOODBATH και πρώην KATATONIA, κ.λ.π.) στην κιθάρα, Martin Axenrot (πρώην OPETH, κ.λ.π.) στα τύμπανα και Nick Holmes (PARADISE LOST & HOST) στα φωνητικά, ενώ θα υπάρχουν και άλλα δύο μέλη, στην δεύτερη κιθάρα και στο μπάσο, ολοκληρώνοντας την πενταμελή σύνθεση τους.

Η παρθενική εμφάνισή των BLOODBATH στην Αθήνα και μάλιστα με πλήρες set, συνιστά αξιοσημείωτο γεγονός, αφού το συγκρότημα δεν περιοδεύει τακτικά και δίνει σπάνια συναυλίες με την πλειοψηφία αυτών να είναι εμφανίσεις σε φεστιβάλ. Το «πακέτο» δε, DEATH TO ALL και BLOODBATH, δεν θα εμφανιστεί σε καμία άλλη χώρα, οπότε έστω και για μία φορά, μπορούμε να αισθανόμαστε προνομιούχοι, αφού τέτοια live δεν γίνονται κάθε μέρα…

Ώρα έναρξης: 20:00 – Τιμή εισιτηρίου: 40 Ευρώ (Περιορισμένη προπώληση) – 43 Ευρώ (Λοιπή προπώληση) – 45 Ευρώ (Ταμείο)

Η online προπώληση εισιτηρίων Θα ξεκινήσει την Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026 στις 14:00 μέσω του www.ticketservices.gr

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σύντομα θα ξεκινήσει και η προπώληση εισιτηρίων μέσω των παρακάτω φυσικών σημείων πώλησης.

Προπώληση Εισιτηρίων

Ticket Services (Πανεπιστημίου 39 (Στοά Πεσμαζόγλου), Αθήνα / Τηλ: 210-7234567)
Metal Era (Εμμανουήλ Μπενάκη 22, Αθήνα / Τηλ: 210-3304133)
Reload Store (Ακαδημίας 81, Αθήνα / Τηλ: 210-3801464)
Le Disque Noir (Θεμιστοκλέους 29, Αθήνα / Τηλ: 211 2143554)
Monsterville (Αγίας Ειρήνης 13, Μοναστηράκι / Τηλ: 210-3648180)

Οι Crimson Fire θα ανοίξουν τη συναυλία των FM

0
FM

FM

Τη συναυλία των FM στο Κύτταρο στις 18 Απριλίου θα ανοίξουν οι Crimson Fire.

Οι Crimson Fire σχηματίστηκαν το 2004 από τους Γιάννη Μπρίτσα και Στέλιο Κουτέλη, με όραμα τη δημιουργία ενός δυναμικού και μελωδικού metal ήχου που θα βασίζεται σε βαριά riffs, ένταση και ισχυρή σκηνική παρουσία.

Το 2010 κυκλοφόρησαν το πρώτο τους album “Metal Is Back”, σηματοδοτώντας την επίσημη είσοδό τους στη σκηνή, ενώ το “Fireborn” (2016) ανέδειξε την εξέλιξη και τη στιβαρότητα του ήχου τους.

Το 2018 η είσοδος στην μπάντα του Ντίνου Γανίτη σηματοδοτεί μία νέα αρχή και ένα νέο κεφάλαιο στο συγκρότημα.

Το “Another Dimension” (2021) επιβεβαίωσε την καλλιτεχνική τους ωρίμανση με σημαντικές πωλήσεις και άνοιξε τον δρόμο για μια έντονα  συναυλιακή πορεία.

Σε συναυλιακό επίπεδο, οι Crimson Fire ξεχώρισαν με το Greek tour με τους Anvil (2011), το “A Week on the Road” tour το 2018 με εμφανίσεις σε Σερβία και Γερμανία και αποκορύφωμα το Trvheim Festival, καθώς και το European Dimension Tour (2024) ως support στους Suicidal Angels. Παράλληλα, έχουν σημειώσει sold out εμφανίσεις σε venues όπως το Temple (2023) και το Rethymno Rocks Nights, εδραιώνοντας τη φήμη τους ως ένα από τα πιο αξιόπιστα και εκρηκτικά live metal σχήματα της ελληνικής σκηνής.

Πλέον ως εξάδα με την είσοδο του John Morris στη μπάντα είναι έτοιμοι για το επόμενο βήμα, με την αρχή να γίνεται στις 18 Απριλίου στο Κύτταρο.

Η μπάντα έχει ετοιμάσει ένα δυναμικό set list με εκπλήξεις που θα αφήσουν άφωνο το κοινό!

Keep The Fire Burning!

FM – Exclusive Show – “Indiscreet” 40th anniversary in Athens

opening act: Crimson Fire
Ημερομηνία: Σάββατο, 18 Απριλίου 2026

Το μέρος: Κύτταρο Club (Ηπείρου 48 και Αχαρνών)

Τιμή Εισιτηρίου: 30 Ευρώ

ηλεκτρονική προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/music/fm-40-years-of-indiscreet-live-in-athens/

Hard copy εισιτήρια: Metal Era, με DM στο Rockpages

35 Ευρώ (στην πόρτα)

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece