Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 24

BEHEMOTH – “The shit of Athenian Gods”

0
Behemoth

Behemoth

Δύο χρόνια μετά τη headline εμφάνισή τους στο Release Athens οι BEHEMOTH και λίγο πριν ξεκινήσει η co-headline περιοδεία τους με τους Νορβηγούς DIMMU BORGIR. επιστρέφουν στη χώρα μας την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου στο Floyd της Αθήνας. Αυτή τη φορά οι Πολωνοί blackened deathsters αναμένεται να παρουσιάσουν το εντυπωσιακό live show τους με πλήρη τρόπο! Δυστυχώς δεν είχαμε την ευκαιρία να δούμε το εντυπωσιακό live σκηνικό τους στην πλατεία Νερού, γεγονός που γέννησε προσδοκίες στους οπαδούς τους να τους ξαναδούν! Και έχουν να παρουσιάσουν και το νέο τους άλμπουμ, “The shit of God”, που κυκλοφόρησε πέρσι και ικανοποίησε τους πολυάριθμους οπαδούς τους και στη χώρα μας.

Πέρσι ηγήθηκαν της άκρως πετυχημένης περιοδείας “Unholy trinity” μαζί με τους Νορβηγούς SATYRICON και τους συμπατριώτες μας ROTTING CHRIST, έχοντας μαζική προσέλευση σε όλους τους μεγάλους χώρους που εμφανίστηκαν. Ήταν η πιο πειστική επιβεβαίωση του επιπέδου που βρίσκονται εδώ και μια δεκαετία μετά την κυκλοφορία του δέκατου full length άλμπουμ τους, “The Satanist”, που τους γιγάντωσε.

Photo by Jake Owens

Ο ήχος τους χαρακτηρίζεται ως blackened death, αλλά αυτό δεν ίσχυε από το ξεκίνημα τους στα early 90s όταν και έπαιζαν αμιγώς black metal. Το 1998 με το τρίτο τους άλμπουμ, “Pandemonic incantations” είναι αναμφίβολα ο πιο κομβικός δίσκος της πορείας τους, γιατί σε αυτό διαμόρφωσαν την ηχητική τους ταυτότητα, η οποία έχει ως βάση το death metal με πολλά black metal στοιχεία. Το αποτέλεσμα ήταν ιδιότυπο για την εποχή, μιας και κανείς στον κόσμο δεν έπαιζε με αυτό το συνδυασμό, ο οποίος εξελίχθηκε ιδανικά έναν μόλις χρόνο μετά με το “Satanica” άλμπουμ. Με αυτόν τον δίσκο στις αποσκευές τους ήρθαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα για συναυλία σε ένα μισοάδειο ΑΝ club. Πέρα από τη φοβερή τους εμφάνιση έχω να θυμάμαι πολλά από την 28η Ιουλίου του 1999 που κατέγραψα μαζί με φωτογραφίες και από τη βόλτα μας κάτω από την Ακρόπολη. Εκεί είχα την ευκαιρία να συζητήσω με τον Nergal διεξοδικά για την μέχρι, τότε, πορεία τους, αλλά και τα όνειρα του για τη μπάντα. Μου έχει μείνει χαραγμένη η φράση του «Αν είμασταν Νορβηγοί θα είμασταν μεγαλύτεροι από τους EMPEROR»! Αυτός ο ισχυρισμός του έδειχνε πέρα από πικρία και το γεγονός ότι η νορβηγική σκηνή ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, ακυρώνοντας άξιες προσπάθειες όπως των BEHEMOTH! Του πήρε τελικά πολλά χρόνια, αλλά τα κατάφερε και έγιναν μεγαλύτεροι από όλα τα σχήματα του extreme metal, παίζοντας ακόμα και στη χώρα μας με support τους TESTAMENT και τους PESTILENCE! Αν έλεγε κάποιος εκείνη την εποχή ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε θα τον περνούσαν τουλάχιστον για τρελό!

Και μιλάμε για την πολωνική σκηνή που ήταν ανύπαρκτη στο ξεκίνημά τους και ουσιαστικά απέκτησε υπόσταση με την συνεχή διεύρυνση του κοινού τους με κάθε νέα τους κυκλοφορία. Κάθε δίσκος στα 00s ήταν ένα ακόμα βήμα για την ολοκλήρωση της ηχητικής τους ταυτότητας που έγινε με το “The Satanist” του 2014. Ο πιο κομβικός δίσκος αυτής της πορείας είναι αναμφίβολα το “Zos kia cultus (Here and beyond)” του 2002, στον οποίο μπήκε η συνθετική τους ταυτότητα όπως την ξέρουμε έκτοτε.

Στα mid 00s ήρθαν στη χώρα μας σε ένα, φοβερό σε ονόματα, festival, αλλά σε ένα άθλιο χώρο στη Λιοσίων της Αθήνας, που ήταν ντισκοτέκ! Η επιστροφή τους τον Μάρτιο του 2010 στο ΑΝ club ήταν θριαμβευτική με τους οπαδούς τους να γεμίζουν το club αυτή τη φορά. Ακόμα θυμάμαι τον Nergal να ρωτάει το κοινό: «Πόσοι ήσασταν παρόντες σε αυτό το club πριν 11 χρόνια»; και να δυσανασχετεί βλέποντας πολλά παραπάνω χέρια υψωμένα από τα περίπου 50 που είμασταν εκεί.

Η πορεία τους κινδύνευσε να διακοπεί όταν διαγνώστηκε μόλις λίγους μήνες μετά με λευχαιμία. Η επιμονή του και η πίστη του ότι θα τα καταφέρει τον έκαναν να είναι ακόμα πιο συγκεντρωμένος στον σκοπό του να ζήσει. Νικητής και στη ζωή, νικητής και στο σανίδι, κατάφερε το όνειρο του να γίνει πραγματικότητα και η εμφάνιση τους στο, γεμάτο από κόσμο, Fuzz club, επιβεβαίωσε την ευρύτερη αποδοχή που είχαν με το “The Satanist” άλμπουμ.  Η μπάντα που ηγείται έκτοτε είναι στην κορυφή και αναγνωρίζεται ως σπουδαία live μπάντα ακόμα και σε μεγάλα festivals, που συνήθως εμφανίζονται ως headliners.

Έχετε πολλούς λόγους να είστε παρόντες αυτή την Κυριακή 8/2 στο Floyd της Αθήνας σε αυτή τη μοναδική ευκαιρία να δείτε live το εντυπωσιακό show των BEHEMOTH! Προσωπικά αισθάνομαι τυχερός, μιας και διάλεξα να δω τους αγαπημένους μου NEGATIVE PLANE και να χάσω την ευκαιρία να δω την “The unholy trinity” περιοδεία, μιας και παίζανε δυστυχώς την ίδια μέρα όταν ήμουν πέρσι στο Βερολίνο. Το σημαντικότερο είναι ότι θα έχουμε να δούμε μια τεράστια μπάντα που παρουσιάζει την σύγχρονη ταυτότητα της, χωρία να ρετρολαγνεί παίζοντας κάποιον δίσκο από τα παλιά, για να ικανοποιήσει τους old school οπαδούς τους. Καθόλου τυχαία δεν θα εμφανιστούν ως BEHEMOTH στην παρουσίαση του ντεμπούτου τους, “Sventevith (Storming near the Baltic)”, στο φετινό Beyond The Gates Festival. Πόσες μπάντες ξέρετε να προβάλουν τη σημερινή τους υπόσταση μετά από 35 χρόνια πορείας, έχοντας νέο δίσκο να προωθήσουν;

Μην τους χάσετε!

Λευτέρης Τσουρέας

IRON MAIDEN – “Killers” – Worst to best

0
Killers

Killers

Το “Killers” κυκλοφόρησε μια μέρα σαν και αυτή το 1981 και αποτελεί τον άμεσο διάδοχο του ντεμπούτου των IRON MAIDEN, σε μια περίοδο όπου η μπάντα βρισκόταν ήδη σε διαρκή κίνηση. Η NWOBHM σκηνή, είχε αρχίσει να αποκτά διεθνή αναγνωρισιμότητα και το συγκρότημα έδειχνε αποφασισμένο να πατήσει γερά πάνω στη δυναμική των πρώτων του συναυλιών. Η ηχογράφηση έγινε με σαφή στόχο τη βελτίωση του ήχου και την δομή στη σύνθεση, στοιχεία που αποτυπώνονται τόσο στην παραγωγή όσο και στη μορφή των τραγουδιών. Σε αυτό, βοήθησε και η παρουσία του Adrian Smith, στην πρώτη του δουλειά με το Θηρίο. Η παρουσία του Martin Birch στην παραγωγή έδωσε σαφή κατεύθυνση με καθαρότερο ήχο, χωρίς όμως ακόμα να αποκτήσει την “βελούδινη” αίσθηση της συνέχειας. Το αποτέλεσμα δεν επιδίωξε ριζικές αλλαγές, αλλά εδραίωσε το στίγμα μιας μπάντας που μάθαινε γρήγορα πώς να μετατρέπει την ενέργεια της σκηνής σε στούντιο ηχογράφηση.

Παρά τη συνοχή και τη θετική υποδοχή, το “Killers” σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής. Η φωνή του Paul Di’ Anno, χαρακτήριζε τα πρώτα χρόνια των IRON MAIDEN, όμως οι εντάσεις στο εσωτερικό της μπάντας είχαν αρχίσει να βαθαίνουν. Η εξαντλητική περιοδεία που ακολούθησε, σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική, ανέδειξε τόσο τις δυνατότητες όσο και τα όρια του αρχικού σχήματος. Λίγο μετά την ολοκλήρωσή της, η αποχώρηση του Di’ Anno ήταν γεγονός, ανοίγοντας τον δρόμο για μια νέα κατεύθυνση που θα άλλαζε οριστικά την πορεία του συγκροτήματος. Έτσι, το “Killers” έμεινε στην ιστορία ως ο αποχαιρετισμός μιας πιο ακατέργαστης εκδοχής της Σιδηράς Παρθένου, ενός σχήματος που πάλευε ακόμη να βρει το τελικό του πρόσωπο. Σήμερα, το άλμπουμ ακούγεται σαν ένα μνημείο εσωτερικής μετάβασης των μεγάλων Βρετανών, λιγότερο φιλόδοξο από όσα θα ακολουθούσαν, αλλά γεμάτο ένταση, χαρακτήρα και την αίσθηση ότι κάτι μεγάλο βρισκόταν προ των πυλών.

Εντελώς υποκειμενικά, όπως πάντα, ορίστε μια όσο το δυνατόν πιο αξιολογική παρουσίαση των κομματιών που το απαρτίζουν.

The “Killers” countdown:

  1. “Another Life” (3:23)
    Στιβαρό αλλά επαναλαμβανόμενο, χωρίς ιδιαίτερες κορυφώσεις. Διατηρεί μια ένταση, όμως δύσκολα ξεχωρίζει στο σύνολο. Λειτουργεί περισσότερο υποστηρικτικά παρά αυτόνομα.

    9. “Innocent Exile” (3:51)
    Ευθύ και ενεργητικό, με ξεκάθαρη heavy metal γραμμή. Δεν διαθέτει το riff ή το ρεφρέν που μένει. Ακούγεται ευχάριστα, αλλά περνά χωρίς να αφήνει την αίσθηση του μεγάλου.

    8. “The Ides of March” (1:46)
    Υποβλητικό intro που βάζει τον ακροατή κατευθείαν στο κλίμα του δίσκου. Η μικρή διάρκειά του περιορίζει τον ρόλο του. Γραμμένο μαζί με τον Thunderstick των SAMSON, όταν αυτός έκανε ένα μικρό πέρασμα από τους MAIDEN. Μία εκδοχή του μπορεί να βρεθεί και την δισκογραφία των SAMSON, δίνοντας credits και στον Steve Harris.

    7. “Prodigal Son” (6:12)
    Πιο χαμηλότονο και μελωδικό από τα υπόλοιπα. Δείχνει ωριμότητα στη σύνθεση και μία διαφορετική διάθεση. Ξεχωρίζει για το συναίσθημα, όχι για την ένταση.

    6. “Genghis Khan” (3:02)
    Γρήγορο και τεχνικό, με έντονη κιθαριστική δουλειά. Κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, παρότι χωρίς φωνητικά. Από τα πιο χαρακτηριστικά instrumentals της μπάντας, το ένα από τα δύο που περιλαμβάνονται στον δίσκο, ο οποίος είναι ο πρώτος και τελευταίος δίσκος των MAIDEN με δύο ορχηστρικά κομμάτια.

    5. “Drifter” (4:47)
    Παρότι στις ζωντανές εμφανίσεις αποκτούσε άλλη δυναμική, στην studio εκδοχή του στερείται αυτήν την αίσθηση του “επικίνδυνου”. Κλείνει όμως τον δίσκο με αυθορμητισμό και γεμάτο ενέργεια.

    4. “Purgatory” (3:20)
    Καταιγιστικός ρυθμός και αίσθηση μεγαλείου. Προμηνύει τη μελλοντική ταχύτητα και επιθετικότητα της μπάντας. Από τα πιο αγαπημένα deep cuts του Θηρίου που έχει ατελείωτο καιρό να το τιμήσει ζωντανά.

    3. “Killers” (5:01)
    Σκοτεινό και απειλητικό, απόλυτα δεμένο με τον Eddie του εξωφύλλου. Η ερμηνεία του Di’ Anno δίνει μοναδικό χαρακτήρα στο κομμάτι. Ατμόσφαιρα που δύσκολα συναντάται αλλού στον δίσκο και ένα από τα πιο αγαπημένα live κομμάτια των MAIDEN.

    2. “Murders in the Rue Morgue (4:14)
    Νευρικό, κοφτό και γεμάτο αλλαγές. Δείχνει πόσο δεμένο είχε γίνει το συγκρότημα στο στούντιο. Ισορροπεί τέλεια ανάμεσα σε ένταση και δομή, προσφέροντας ένα κομμάτι πολύπλοκο και ταυτόχρονα επιδραστικότατο, εμπνευσμένο από το ομώνυμο έργο του μεγάλου Edgar Allan Poe.

    1. “Wrathchild” (2:54)
    Riff που αναγνωρίζεται από τα πρώτα δευτερόλεπτα. Συμπυκνώνει όλη την ωμή ταυτότητα της πρώτης περιόδου. Διαχρονικό, άμεσο και καθοριστικό. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει κομμάτι που να αντικατοπτρίζει καλύτερα την πρώτη περίοδο των MAIDEN. Wrathchilds, που έπαιζαν Heavy Metal του δρόμου, φινιρισμένο με αχνές εκλάμψεις αυτού, που θα τους κατοχύρωνε ως μια από τις μεγαλύτερες μπάντες που είδε ποτέ ο πλανήτης. To “Wrathchild”, είναι το μοναδικό τραγούδι του άλμπουμ, το οποίο είχε ηχογραφηθεί to 1979, πριν από την κυκλοφορία του δίσκου και είχε συμπεριληφθεί στην “Metal for Muthas” original εκδοχή του 1980.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

Η ΟΠΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ HEAVY METAL – Από τα εξώφυλλα στο horns up (μέρος πρώτο)

0
Photo by Gene Kirkland
Photo by Gene Kirkland

Το metal δεν υπήρξε ποτέ απλώς μουσική. Όπως όλα τα μουσικά ρεύματα, συνειδητά ή ασυνείδητα έχει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά τα οποία προσδιορίζουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, λιγότερο ή περισσότερο, το ίδιο το ιδίωμα, τους ακροατές και τους οπαδούς του. Το metal, πέρα από την μουσική του οντότητα, πάντα είχε ταυτότητα, είχε προσωπικότητα, άποψη, συγκεκριμένους συμβολισμούς, κανόνες επικοινωνίας και εμφάνισης. Από τη γέννησή του κουβαλούσε μια έντονη ανάγκη δήλωσης, μια επιθυμία να φανεί, να προκαλέσει, να διαχωριστεί, ίσως γιατί αυτός ήταν και ο μοναδικός τρόπος του να επιβιώσει και να κυριαρχήσει, όσο κυριάρχησε. Δεν αρκέστηκε στον ήχο, έντυσε τον αστικό «θόρυβο» της μουσικής του με εικόνα, τον όγκο με σύμβολα, την ένταση με αισθητική. Η οπτική του ταυτότητα δεν ήταν συμπλήρωμα, αλλά ήταν δομικό στοιχείο, το οποίο ενώ το ζούμε και το υιοθετούμε, συστηματικά το παραβλέπουμε ως κώδικα της μουσικής κουλτούρας μας, και όχι μόνο.

Αν αφαιρούσες τα εξώφυλλα, τα logo, το στιλ, τα leather jackets από τους οπαδούς, την «εικόνα» σε ένα γενικότερο πλαίσιο, θα έμενε το metal όρθιο; Ίσως ναι, αλλά θα ήταν το ίδιο; Ή μήπως ένα μεγάλο μέρος της δύναμής του το οποίο γεννήθηκε ακριβώς από αυτή τη συνύπαρξη ήχου και εικόνας, μουσικής και μύθου, θα έχανε την αίγλη του και γρήγορα θα χάνονταν στην παρακμή; Αν έβλεπες το “Reign in blood” χωρίς εξώφυλλο, αν άκουγες black metal χωρίς οι μουσικοί να έχουν corpse paint, αν οι MAIDEN κυκλοφορούσαν στην σκηνή χωρίς κολλητά jean και οι PRIEST χωρίς καρφιά και δερμάτινα ρούχα, αν έβγαιναν όλα τα logos με ίδια γραμματοσειρά, θα ήταν το ίδιο; Αν τα αλλάξεις όλα αυτά, όχι φίλοι μου, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο και οι οπαδοί αυτής της μουσικής θα ήταν πολύ λιγότεροι κατά την ταπεινή μου άποψη.

Αυτό το κείμενο δεν είναι απολογισμός, είναι δοκίμιο. Μια απόπειρα να δούμε πώς το metal χρησιμοποίησε, συνειδητά και ασυνείδητα την εικόνα (το image αν θέλετε να το λέτε έτσι) για να ορίσει τον εαυτό του, πώς προκάλεσε, πώς εμπορευματοποιήθηκε φυσιολογικά και πότε, ίσως, άρχισε να χάνει κάτι από τη μοναδικότητά του, χαμένο πια μέσα στον ανακυκλωτικό του χαρακτήρα.

Η εικόνα (μας) ως αντίθεση στο mainstream

Για πολλά χρόνια, η εικόνα του metal λειτούργησε ως συνειδητή αντίθεση απέναντι στην pop αισθητική. Όχι απαραίτητα με όρους μουσικής ανωτερότητας, αλλά και με όρους στάσης ζωής. Εκεί όπου η pop επένδυε στη φιλικότητα, στη φωτεινότητα, στην εύκολη ταύτιση, το metal επέλεγε την απόσταση, την διαφοροποίηση και την αποστασιοποίηση. Ήταν αυτό σωστό ή λάθος; Πάντως ήταν μια πραγματικότητα. Η εικόνα στο metal δεν προσπαθούσε να καθησυχάσει και να είναι απαραίτητα ευχάριστη ή ανώδυνη. Προσπαθούσε να ταράξει. Τα εξώφυλλα, τα logo, το στιλ δεν σχεδιάστηκαν για να είναι «ευχάριστα» ή εύπεπτα. Ήταν τρόπος να δηλωθεί ότι αυτή η μουσική δεν προορίζεται για παθητική κατανάλωση, όσο εμπορική και εάν ήταν, όσο μελωδική και όσο και εάν έγινε radio friendly σε πολλές περιπτώσεις. Σε αντίθεση με την pop εικόνα, που συχνά ακολουθεί τις τάσεις της εποχής, το metal έχτισε έναν περίπου διαχρονικό οπτικό κώδικα. Μαύρο χρώμα, βαριές γραμμές, συμβολισμοί που παρέπεμπαν σε δύναμη, σύγκρουση, εσωτερική ένταση. Όχι για να αποκλείσει συνειδητά, αλλά πιθανόν για να προστατεύσει τον χώρο του. Πάντα; Όχι πάντα, γιατί ειδικά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘80, η μουσική έγινε πιο προσιτή και το μαύρο χρώμα δεν αποτελούσε πάντα χαρακτηριστικό της γενικότερης metal σκηνής.

Αλλά ο γενικός κανόνας δεν άλλαξε και πολύ με τα χρόνια. Έτσι, η εικόνα θεωρητικά έγινε κάποια μορφή αντίστασης. Όχι πολιτικής, αλλά πολιτισμικής. Ένα «σιωπηλά» ηχηρό “δεν είμαστε σαν τους άλλους”, για δεκαετίες κυριάρχησε. Αλλά σήμερα, για να πολυλογήσω και να ξεφύγω και από το θέμα μας, προσωπικά μου ακούγεται παρωχημένο ως σοβαρή αντίληψη αυτό. Προσέξετε όχι για την εικόνα του heavy metal, αλλά για το οπαδικό “εμείς δεν είμαστε σαν τους άλλους”! Όταν η μουσική μας με την όποια δική της κουλτούρα φυσικά, έπαψε να είναι ένα δημιουργικό στοιχείο διαφοροποίησης από την μάζα, και μεταμορφώθηκε σε μια αίσθηση (σαχλής) ατομικής ανωτερότητας και αιτία αντικοινωνικοποίησης, τότε μια τόσο εσωστρεφής, συγκρουσιακή και επαΐουσα άποψη ήταν πολύ φυσιολογικό και να αμφισβητηθεί αλλά και φυσιολογικά να εκλείψει με την πάροδο του χρόνου. Σήμερα μια τέτοια άποψη, ακούγεται το λιγότερο γραφική και ανόητη. Κλείνω την φιλοσοφική μου παρένθεση και επανέρχομαι.

Υπήρξε μια περίοδος που το metal δεν φοβόταν τη γελοιοποίηση εικόνας του. Τη χρησιμοποιούσε. Η εικόνα του heavy metal, δεν ήταν ποτέ μόνο τα logos και τα εξώφυλλά φυσικά. Είναι και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες και οι μουσικοί του. Η δική τους εικόνα, και το ύφος. Δεν θα ασχοληθούμε με την συμπεριφορική τους στάση εδώ, αλλά με το image τους. Οι TWISTED SISTER έμοιαζαν με καρικατούρες, επίτηδες. Οι MOTLEY CRUE έπαιζαν με το φύλο, τη σεξουαλικότητα, την υπερβολή. Οι W.A.S.P. οι VENOM, οι KISS, όλο το ακραίο metal κλπ, ακουμπούσαν συνειδητά τα όρια της πρόκλησης, γνωρίζοντας ότι η αντίδραση ήταν μέρος του παιχνιδιού. Όλες αυτές οι μπάντες κατάλαβαν κάτι βασικό: η εικόνα δεν ήταν απλώς συνοδευτική. Ήταν όπλο. Σε συντηρητικές κοινωνίες ήταν έκφραση αντίδρασης, αργότερα στην εποχή της τηλεόρασης και των video clip, η πρόκληση ήταν τρόπος επιβίωσης και διαφοροποίησης τόσο απέναντι στο mainstream, όσο και απέναντι στον ανταγωνισμό. Ακόμα και η απλή εμφάνιση των καλλιτεχνών με ένα t-shirt και ένα jean ήταν η καθολική εικόνα της σκηνής, έξω από την καθημερινή pop οπτική των υπολοίπων.

Logos και σύμβολα, όταν το όνομα γινόταν ταυτότητα

Τα logos των συγκροτημάτων στο metal δεν είναι ποτέ απλώς ένα όνομα γραμμένο με ωραία γράμματα. Είναι σήμα, είναι υπογραφή. Είναι ένας οπτικός κώδικας που προηγείται του ήχου και συχνά τον συνοψίζει, τον ερμηνεύει και προειδοποιεί για αυτόν. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το κάθε υποείδος της μουσικής μας συνοδεύεται σχεδόν πάντα από logos τα οποία το δηλώνουν και το οριοθετούν και οπτικά έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την θεματολογία των εξωφύλλων. Θα έχετε προσέξει πολλές φορές μπάντες, οι οποίες ανάλογα στην φάση της καριέρας όπου βρίσκονται, έχουν αλλάξει το logo τους στις κυκλοφορίες τους. Μια αλλαγή μουσικής κατεύθυνσης, αν όχι νομοτελειακά, αποτυπώνεται σε ένα νέο logo στο πλείστο των περιπτώσεων, προκειμένου να αποτυπώσει μια νέα πορεία. Σε γενικές όμως γραμμές και σε αντίθεση με άλλα μουσικά είδη, όπου το logo αλλάζει από άλμπουμ σε άλμπουμ, ανά περίοδο ή αντιμετωπίζεται ως εμπορικό εργαλείο, στο metal απέκτησε χαρακτήρα και βαρύνουσα σημασία από την αρχή.

Ένα logo σχεδιάζεται για να αντέξει στον χρόνο, να χαραχτεί σε εξώφυλλα, μπλούζες, patches και αφίσες, να γίνει μέρος της καθημερινότητας του ακροατή και να εκφράσει με βροντερό τρόπο την διαφοροποίηση από τον «έξω κόσμο». Οι αιχμηρές γραμμές, οι βαριές γραμματοσειρές, οι συμμετρίες κλπ, δεν υπάρχουν για αισθητικούς λόγους μόνο. Υπάρχουν για να δηλώσουν βάρος, ένταση και γενικά διαφοροποίηση. Ένα metal logo δεν επιδιώκει την ευκολία, συχνά είναι δύσκολο να διαβαστεί από τον «απέξω». Το logo ήταν καθοριστικό. Έβλεπες μια μπλούζα στον δρόμο και ήξερες αμέσως τι ακούει ο άλλος. Ήξερες αν «μιλάτε την ίδια γλώσσα». Σήμερα, που τα πάντα είναι άμεσα προσβάσιμα και πιο εύκολα, το logo εξακολουθεί να κουβαλά μνήμη και να προβάλει την metal κουλτούρα και ίσως γι’ αυτό παραμένει τόσο ανθεκτικό και καθοριστικό. Το metal μπορεί να αλλάζει ήχους, τάσεις, εποχές. Αλλά τα logo του παραμένουν σαν σημάδια χαραγμένα σε πέτρα, μια σαφής υπενθύμιση ότι αυτή η μουσική δεν ακούγεται απλώς, μα δηλώνεται. Και τέλος τα σύμβολα με την καταλυτική ενσάρκωσης όλης της κουλτούρας του heavy metal στο horns up, λειτούργησαν ως κοινός κώδικας.

Τα εξώφυλλα μαζί με τα logo, ίσως ο δίσκος μιλούσε πριν ακουστεί!

Η εικόνα ενός εξωφύλλου, όχι λιγοστές φορές ήταν η «πρώτη ακρόαση» για το heavy metal και τις κυκλοφορίες του χώρου. Λειτούργησε ως πρόσκληση προς τον υποψήφιο ακροατή, αλλά με τα χρόνια απέκτησε και βιωματικό τόνο γιατί, αν όχι πάντα, πολλές φορές πριν ακούσουμε, «είδαμε» στο ράφι του δισκοπωλείου, στην κασέτα σε κάποια βιτρίνα ή μας τράβηξε το μάτι ένα backpatch στην πλάτη κάποιου με δερμάτινου μπουφάν. Η εικόνα του metal, είτε των εξωφύλλων, είτε του ενδυματολογικού κώδικα, είτε των logo της εκάστοτε μπάντας, σε διάλεγε οπτικά πριν εσύ ακόμα το διαλέξεις ηχητικά.

Γιατί το εξώφυλλο ήταν η πρώτη επαφή, το πρώτο φίλτρο και σαφώς η πρώτη εντύπωση. Στο metal, αυτό δεν ήταν ποτέ ουδέτερο. Ήταν δήλωση. Τα κλασικά metal εξώφυλλα δεν προσπαθούσαν να είναι απλώς όμορφα. Προσπαθούσαν κάτι παραπάνω, να είναι αξέχαστα! Να σοκάρουν, να δημιουργήσουν αίσθηση επικινδυνότητας, να δηλώνουν παντοδυναμία και κυρίως και πάνω από όλα, κυριαρχία. Ένα εξώφυλλο έπρεπε να δηλώνει ότι αυτός ο δίσκος δεν είναι για όλους, πως είναι για συγκεκριμένους ακροατές με συγκεκριμένες απαιτήσεις και κριτήρια, φυσικά πάντα ανάλογο του ύφους και του στυλ της μπάντας. Σε μια εποχή χωρίς internet, χωρίς streaming, το εξώφυλλο λειτουργούσε ως πύλη. Αν σε τραβούσε, είχες ήδη μπει στον κόσμο της μπάντας, βλέπε IRON MAIDEN ειδικά τα χρόνια ακμής τους. Αν σε απωθούσε, υπήρχε πρόβλημα, πχ οι CRIMSON GLORY του “Strange and beautiful”. Το metal ποτέ δεν επιδίωξε καθολική αποδοχή. Το metal είναι από τα λίγα είδη όπου, αναγνωρίζεις μια μπάντα από ένα logo, θυμάσαι δίσκο από ένα εξώφυλλο, καταλαβαίνεις ένα υποείδος από χρώματα, την γραμματοσειρά και τα σύμβολα.

Κάντε μια λογική ακολουθία σκέψης:

Χωρίς εξώφυλλα:

  • Ο Eddie δεν υπάρχει!
  • Ο Derek Riggs δεν είναι απλώς εικονογράφος/σχεδιαστής, δεν είναι δημιουργός. Είναι ένα τίποτα, δεν υπάρχει και μαζί του δεν υπάρχει ούτε η κουλτούρα που δημιούργησε.

• Το (κάθε) “Powerslave” δεν είναι αυτό που είναι. Χάνεται η εμπειρία του, ο συμβολισμός του, ο χαρακτήρας, το ύφος του.

Δημήτρης Σειρηνάκης
(η συνέχεια σε λίγες μέρες)

Rock Hard Festival Greece στις 11-12 Σεπτεμβρίου στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων!!!

0
Festival

Festival

Μόλις ανακοινώθηκαν οι ημερομηνίες του φετινού Rock Hard Festival Greece powered by Rock Kommander, που είναι η Παρασκευή 11 και το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου, στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων!!!

Τα συγκροτήματα, η προπώληση των εισιτηρίων και όλες οι υπόλοιπες λεπτομέρειες, θα ανακοινωθούν εντός των επόμενων εβδομάδων.

Stay tuned!

DEVIN TOWNSEND BAND interview

0
Townsend

Townsend

“Mad scientist”

Συνεχίζοντας τις “ανασκαφές” στο αρχείο του έντυπου Rock Hard, πέσαμε πάνω στη συνέντευξη που είχαμε κάνει με τον Devin Townsend, πριν από 20 χρόνια ακριβώς, για την προώθηση του άλμπουμ του “Synchestra” που είχε επέτειο κυκλοφορίας και ξαναθυμίζουμε τι είχε ειπωθεί τότε. Είναι πάντα ενδιαφέρον να μεταφερόμαστε στην εποχή που είχε βγει ο κάθε δίσκος και να διαβάζουμε τι είχε ο εκάστοτε καλλιτέχνης στο μυαλό του. Ποιο ήταν το καλλιτεχνικό του όραμα. Και ο Hevy Devy, έχει πάμπολλες ιδέες αν μη τι άλλο!

Μία συνέντευξη που ξεκινάει με τον πλέον τυπικό τρόπο (άλλωστε πρέπει να κάνουμε πρώτα δουλειά και μετά να ασχοληθούμε με τις προσωπικές μας προτιμήσεις), καταλήγει σε μία ειλικρινή παραδοχή της ζωής του πολυτάλαντου μουσικού Devin Townsend. Μη βιαστείτε να φτάσετε στο τέλος, καθώς ο λόγος κυλάει ομαλά προς εκείνη την κατεύθυνση ούτως ή άλλως.

Καλησπέρα Devin, πως είσαι;
Μια χαρά. Η τελευταία συνέντευξη κράτησε 8 λεπτά παραπάνω, οπότε σου ζητώ συγγνώμη…

Δεν πειράζει, αρκεί να μπορούμε να αναπληρώσουμε το χρόνο.
Φυσικά.

Ωραία. Πως νιώθεις τώρα που το άλμπουμ είναι έτοιμο;
Υπάρχουν πράγματα στους δίσκους μου που θέλω να αλλάξω, αλλά σε γενικές γραμμές, ο σκοπός του δίσκου έχει ολοκληρωθεί και είμαι περήφανος για αυτό.

Πως γνωρίζεις ότι έχεις όντως τελειώσει ένα δίσκο;
Όταν ακούγοντάς τον, ανατριχιάζω.

Έτσι έχεις νιώσει για κάθε THE DEVIN TOWNSEND BAND και STRAPPING YOUNG LAD άλμπουμ;
Ναι. Υπήρχαν κάποια που δεν ήταν τόσο καλά, αλλά εν γένει, όταν τα ξανακούω νιώθω πολύ ωραία. Ήταν ευχάριστο να δουλεύω στο “Synchestra”. Η ηχογράφηση αυτού του δίσκου ήταν μία αρκετά θετική εμπειρία για μένα. Το ευχαριστήθηκα όταν τελείωσα καθώς ήταν και πολύ δουλειά.

Ποια η σημασία του τίτλου;
Το “Synchestra” είναι μία σύζευξη των λέξεων “synchronised” (συγχρονισμένος) και “orchestra” (ορχήστρα). Πιστεύω ότι αφού έκανα το “Alien” με τους STRAPPING YOUNG LAD, το οποίο είχε μία πολύ «ξένη» αίσθηση, δημιουργώντας ένα απομονωμένο κι εχθρικό περιβάλλον, ήταν σημαντικό να κάνω ένα δίσκο που ήταν πιο βατός. Πιστεύω ότι μία συγχρονισμένη ορχήστρα είναι ένας καλός παραλληλισμός με τη ζωή, καθώς η ζωή, σε όλη της την δόξα και τη φρίκη, είναι συγχρονισμένη με τον εαυτό της κατά ένα περίεργο τρόπο.

Συζήτησα με μερικούς που είχαν ακούσει το “Synchestra” κι αρκετοί μου το συνέκριναν με το “Terria” σα μουσικό ύφος. Κάθε THE DEVIN TOWNSEND BAND άλμπουμ είναι διαφορετικό σε στιλ, παρόλο που διατηρείς την προσωπική σου υπογραφή. Ποια είναι η δική σου θέση για το “Synchestra” στον τομέα της μουσικής;
Πιστεύω ότι το “Synchestra” είναι ένας επικός δίσκος. Είναι αρκετά αισιόδοξος, κάτι που το κάνει να διαφέρει. Στο προσωπικό μου συγκρότημα έχω κάνει αρκετά καταθλιπτικά, απομονωμένα ή μοναχικά άλμπουμ. Το “Synchestra” σου βγάζει μία οικογενειακή αίσθηση (σ.σ.: family vibe). Μουσικά, ήθελα να αποφύγω να επιβάλλω στον ακροατή συναισθηματική παραξενιά. Πιστεύω ότι η μουσική διαφέρει από το “Terria” καθώς στο “Terria” υπάρχουν σημεία που είναι πάρα πολύ περίεργα, όπως το τραγούδι “Mountain”. Ένα τέτοιο τραγούδι επιμένει στη συμμετοχή του ακροατή, το οποίο μπορεί να αποβεί κουραστικό. Με το “Synchestra” προσπάθησα τόσο με τη μουσική όσο και με τους στίχους κάτι που θα ήταν ευχάριστο για τον ακροατή, κάτι που δε θα ήταν αναγκασμένοι να είναι σούπερ συναισθηματικά συνδεδεμένοι για να το απολαύσουν κι αυτή πιστεύω ότι είναι η κύρια διαφορά. Μουσικά είναι παρόμοιες οι νότες, με την ηχώ στην κιθάρα μου, τα μεγάλα, «ανοιχτά» samples και πλήκτρα… Η πρόθεση της μουσικής είναι διαφορετική.

Τι σε έκανε να αλλάξεις αυτή την πρόθεση; Όλα τα προηγούμενα άλμπουμ σου είχαν ως στόχο την επιβολή διαφορετικών συναισθημάτων στον ακροατή.
Αυτά τα συναισθήματα είναι υπαρκτά στο “Synchestra”. Απλά είναι εκεί μονάχα άμα θες εσύ ο ίδιος. Αφού έκανα τον τελευταίο STRAPPING YOUNG LAD δίσκο, επέβαλλα τόσα πολλά στον ακροατή που, σε κάποιο σημείο, ένιωθα ότι του χρωστάω κάτι ευχάριστο, σε αντίθεση με το “Alien” το οποίο μουσικά και στιχουργικά είναι σαν: “Oh God! Holy fuck!” Σε αυτό το δίσκο προσπάθησα να αποφύγω κάτι τέτοιο.

Στην περιορισμένη έκδοση θα περιλαμβάνεται κι ένα DVD. Πριν από μερικούς μήνες είχες κάνει σαφές ότι προοριζόταν για ξεχωριστή κυκλοφορία. Πως κατέληξε τελικά στο “Synchestra” και τι περιλαμβάνει;
Η δισκογραφική εταιρία θεώρησε ότι δεν ήταν αρκετά καλό για να κυκλοφορήσει αυτούσιο. Προσωπικά το λατρεύω και διαφωνώ με την άποψή τους. Όμως η εταιρία είναι που πληρώνει γι’ αυτό και είναι δική τους η τελική απόφαση, την οποία και πρέπει να σεβαστώ. Το αποτέλεσμα είναι ότι το κοινό θα κερδίσει πολλά με μόνο μία αγορά! Για μένα δεν είναι απλά ένα bonus DVD, αλλά μία ξεχωριστή κυκλοφορία. Είναι μία ώρα μουσικής στο στούντιο, behind the scenes, κάποιες συνεντεύξεις… Πέρασα 1,5 χρόνο για να το τελειώσω. Ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, αλλά τελικά βγήκε πολύ καλό.

Θα γυρίσετε κάποιο video clip από το “Synchestra”;
Ναι. Θα κοιτάξουμε να το έχουμε ετοιμάσει μέχρι την άλλη εβδομάδα. Θα είναι είτε γα το “Notes from Africa” είτε για το “Vampira”.

Όπως είπες, ο δίσκος είναι επικός, οπότε θα έπρεπε να ασχοληθείτε με ένα επικό κομμάτι.
Εκτιμώ απόλυτα αυτή την άποψη, αλλά τα video clips είναι σχετικά ακριβά και κάθε λεπτό που προσθέτεις είναι περίπου $2.000 παραπάνω. Γι’ αυτό και πρέπει να κάνω ένα 4-λεπτο τραγούδι. Εάν κάνω ένα 7λεπτο κατά πρώτο λόγο θα είναι πολύ πιο ακριβό και κατά δεύτερο λόγο δεν υπάρχουν τηλεοπτικές εκπομπές που παίζουν 7λεπτα video clips.

Χωρίς να θέλω να σε θίξω, οι προσωπικοί σου δίσκοι δεν ήταν ποτέ μέρος του mainstream όμως.
Και πάλι, πρέπει να κάνεις σε κάποιο βαθμό αυτό που σου ζητάει η εταιρία. Με φώναξαν και μου είπαν να κάνουμε κάποιο από τα “Vampira” ή “Notes from Africa”. Το να γνωρίζω ότι δε θα γίνω pop ή εμπορικός, ειδικά με αυτό το δίσκο, δεν κάνει διαφορά για ποιο τραγούδι θα κάνουμε video clip. Όσο ο κόσμος έχει πρόσβαση στο δίσκο, είμαι ικανοποιημένος. Εάν όμως το video clip παιχτεί κάποιες φορές και προσελκύσει κόσμο που σε άλλες συνθήκες δε θα είχε ασχοληθεί με το άλμπουμ, τότε ο σκοπός του εκπληρώνεται. Αυτό που εύχομαι είναι κάποια στιγμή στο μέλλον, όταν θα είμαι 50 χρονών για παράδειγμα, κάποιος να έρθει και να μου πει: «Ας κάνουμε μία ταινία για το “Synchestra”!» Τότε θα μπορούσαμε να κάνουμε το “Pixillate” και το “Triumph” με πολύ cool οπτικό αποτέλεσμα.

Ένας ακόμα λόγος όμως που θα μπορούσες να χρησιμοποιήσεις το “Triumph” είναι και η εμφάνιση του Steve Vai που παίζει κιθάρα σε αυτό. Ίσως εάν κάνατε μία ραδιοφωνική εκδοχή του τραγουδιού. Το ξέρω ότι κατά πάσα πιθανότητα θα κατέστρεφε το κομμάτι, αλλά θα ήταν ένα πλεονέκτημα το να έχεις τον Steve Vai παρόντα στο video clip.
Εκτιμώ αυτή την άποψη και θα το έχω σίγουρα στο μυαλό μου, αλλά για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, σιχαίνομαι τα video clips. (γέλια) Πραγματικά απολαμβάνω τη δημιουργία μουσικής και ήχων, αλλά όντας φαλακρός, με τα άθλια δόντια και την άσχημη φάτσα μου… Με τα video clips η αντίδραση μου είναι: «Ας το τελειώνουμε επιτέλους».

Ο κόσμος που αρέσκεται στη μουσική σου, δεν ενδιαφέρεται για την εμφάνισή σου, αλλά για το ποιος είσαι. Άλλωστε, σε ό,τι αφορά τους STRAPPING YOUNG LAD, εάν είχες οποιαδήποτε άλλη εμφάνιση, πιστεύω ότι δε θα ταίριαζε με το concept του συγκροτήματος.
Συμφωνώ. Πιστεύω ότι με τους STRAPPING YOUNG LAD υπάρχουν πράγματα που μπορούν να ειπωθούν για κάποιον που είναι καραφλός και funny looking. (γέλια)

Σχετικά με τον Steve Vai. Πως ήταν να δουλεύεις μαζί του μετά από τόσα χρόνια;
Ένας από τους λόγους που ζήτησα από τον Steve να συμμετέχει σε αυτό το δίσκο είναι διότι θέλω να κλείσω ένα κεφάλαιο στη ζωή μου, το οποίο ξεκίνησε με το “Sex & religion”. Οπότε, τον έχω τον Steve Vai να παίζει στο δίσκο μου, ενώ ξεκίνησα να παίζω εγώ στον δικό του, βγάζει νόημα. Όταν ξεκίνησα με το συγκεκριμένο συγκρότημα, ήταν αρκετά δύσκολα για εμένα. Είχα αυταπάτες για τη μουσική βιομηχανία. Τώρα όμως νιώθω ότι είμαστε φίλοι με τον Steve και η σχέση μας είναι παραγωγική. Το να τον έχω στο δίσκο μου, μου επιτρέπει να κλείσω ένα κεφάλαιο και να κοιτάξω προς το μέλλον κατά κάποιο τρόπο.

Ας δεχθούμε ότι όντως, έτσι κλείνει ένα κεφάλαιο. Γυρνάμε τη σελίδα, τι βλέπουμε;
Ποιος ξέρει; Πιστεύω ότι τον επόμενο χρόνο, η μουσική μου δε θα είναι και τόσο απαιτητική, για τους επόμενους 2 δίσκους. Θα είναι πιο εύκολη στο άκουσμα. Νιώθω πως είπα ό,τι είχα να πω για λίγο καιρό. Τα τελευταία χρόνια προσπάθησα να κάνω όσα περισσότερα μπορούσα σε θέματα πειραματισμού με τη μουσική. Πιθανώς, οι επόμενοι 2 δίσκοι θα είναι θα είναι λιγότερο απαιτητικοί και πιο ευχάριστοι για τον ακροατή. Ίσως όχι για κάθε ακροατή, ίσως όχι για εσένα…

Δεν πιστεύεις ότι αυτό θα ζημιώσει το σκοπό ακούσματος της μουσικής σου;
Έρχεται φυσικά σε εμένα. Η ζωή είναι να πηγαίνεις από το ένα σημείο στο επόμενο. Το “Ocean machine” έφτιαξε το “City”, το “City” έφτιαξε το “Infinity”, το “Infinity” έφτιαξε το “Physicist”, το “Physicist” έφτιαξε το “Terria”, το “Terria” έφτιαξε το “Accelerated evolution” και το “S.Y.L.”, το “Accelerated evolution” και το “S.Y.L.” έφτιαξαν το “Alien” και το “Alien” έφτιαξε το “Synchestra”. Κάνω κάτι μέχρι να το βαρεθώ και μετά κάνω κάτι διαφορετικό. Το κακό με αυτό είναι ότι δεν μπορώ να ταυτιστώ με ένα πράγμα. Είμαι όμως ικανός να εξερευνήσω διαφορετικές πτυχές της μουσικής μου προσωπικότητας. Πιστεύω ότι οι επόμενοι 2 δίσκοι θα είναι πιο εύκολοι για μένα. Μετά από αυτούς τους 2 δίσκους, ποιος ξέρει τι θα κάνω; Μπορεί να καταλήξω να κάνω τον πιο πολύπλοκο δίσκο που έχει γραφτεί. Επειδή νιώθω τώρα να κάνω κάτι ποιο στοιχειώδες, πιθανότατα να με οδηγήσει να κάνω κάτι λιγότερο στοιχειώδες. Είμαι διατεθειμένος να πάω όπου με οδηγεί η μούσα μου.

Αναφέρεσαι μόνο στο THE DEVIN TOWNSEND BAND ή και τους STRAPPING YOUNG LAD?
Και στους 2.

Διάβασα ότι έχετε ήδη αρχίσει την σύνθεση για το νέο δίσκο των STRAPPING YOUNG LAD.
Ακριβώς.

Αναγκάζεις τον εαυτό σου ή απλά κάθε πρωί που ξυπνάς έχεις ένα εκατομμύριο ιδέες;
Έχω τόσες πολλές ιδέες που είναι θέμα χρόνου να προλάβω να τις κάνω όλες. Κάθε project απαιτεί πολύ δουλειά. Εάν μπορούσα να κάθομαι και να είμαι δημιουργικός όλη μέρα, θα μπορούσα να κάνω πολύ περισσότερα πράγματα (σ.σ.: εδώ με έπιασε ένα μικρό νευρικό γέλιο για ευνόητους λόγους). Αλλά χάνω χρόνο από το να κλείνω συμφωνίες, να προωθώ την εκάστοτε δουλειά μου, από τις περιοδείες, διαφωνώντας με τους κατασκευαστές… Όλα αυτά αναλώνουν το 90% του χρόνου μου. Το υπόλοιπο 10% του χρόνου μου που μπορώ να είμαι δημιουργικός, είναι πραγματικά δοξαστικό και πολύ σπάνιο.

Πέρα από τα 2 βασικά σου συγκροτήματα, ετοιμάζεις ένα ακόμα solo project
Είναι ένας ambient δίσκος, αλλά διαφορετικός από τον προηγούμενο (σ.σ.: αναφέρεται στο “Devlab” που κυκλοφορεί μονάχα από την προσωπική του ιστοσελίδα). Δεν έχω γράψει ένα δίσκο με πανέμορφους ήχους. Έχω γράψει πανέμορφα τραγούδια και έχω κάποια πανέμορφα σημεία στη μουσική μου, αλλά ποτέ μου δεν έκανα έναν ειρηνικό και όμορφο δίσκο. Καθόλου στίχοι, καθόλου κιθάρες, μόνο μουρμουριστούς ήχους (σ.σ.: humming noises) και λαμπρή ατμόσφαιρα που θα πάλλει το δωμάτιο και θα σε «κανακεύει» για ύπνο. Προσωπικά πραγματικά λατρεύω αυτή τη δουλειά, αλλά είναι κάτι που κάνω ίσως μία φορά το μήνα, όταν έχω 3 ώρες περισσευούμενες, αλλά το απολαμβάνω πλήρως. Είναι δύσκολο να βρω χρόνο να το ολοκληρώσω. Δουλεύω σε αυτό αργά κι ελπίζω μέχρι το τέλος της χρονιάς να είναι διαθέσιμο. Δε θα το βιαστώ όμως.

Βλέπεις τη δημοτικότητα των THE DEVIN TOWNSEND BAND και STRAPPING YOUNG LAD να αυξάνεται λόγω των εκτενών περιοδειών, με τη συμμετοχή τραγουδιών σε soundtrack όπως στα “Alone in the dark” ή “The cave”, καθώς και με την εμφάνισή σου στο διαφημιστικό για την τελευταία σεζόν των “The Osbournes”;
Δεν ξέρω. Μερικές φορές νιώθω ότι θα αυξηθεί, ενώ άλλες νιώθω ότι θα καταποντιστεί. Θα δώσω τον καλύτερό μου εαυτό, είτε έχει να κάνει με την κυκλοφορία δίσκου ή DVD ή την εμφάνισή μου σε διαφημιστικό, ελπίζοντας ότι ο κόσμος θα το απολαύσει. Ο στόχος μου δεν είναι η απόλυτη επιτυχία. Η επιτυχία είναι ο κόσμος να γουστάρει αυτό που κάνω. Κι αυτό μπορεί να συμβεί εάν εγώ ο ίδιος το ευχαριστιέμαι και κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ.

Τι θα θεωρούσες ως σημείο καμπής για την καριέρα σου;
Πιστεύω ότι η δημιουργία του “Synchestra” είναι ένα σημείο καμπής, καθώς μου επιτρέπει να αλλάξω κεφάλαιο στη ζωή μου. Η συμμετοχή μου στο συγκρότημα του Steve Vai ήταν επίσης ένα σημείο καμπής. Υπήρχαν αρκετά σημεία καμπής στην καριέρα μου.

Μία πιο προσωπική ερώτηση: θα γίνεις σύντομα πατέρας;
Εκπληρώνω τη διαδικασία από τη μεριά μου (σ.σ.: I’m doing my part).

(γέλιο) Σε ρωτάω καθώς τόσο στο “Alien” όσο και στο “Synchestra” έχεις τραγούδια περί αγάπης και απόκτησης παιδιών. Εφόσον λοιπόν το THE DEVIN TOWNSEND BAND είναι πιο προσωπικό για εσένα, ίσως είναι μία ιδέα που έχεις στο μυαλό σου εδώ και κάμποσο καιρό.
(με κάποια επιφυλακτικότητα) Όντως. Εξαρτάται. Το ελπίζω. Οτιδήποτε κι αν μου επιφυλάσσει η ζωή και η μοίρα, είμαι προετοιμασμένος. Δε γνωρίζω πως θα αλλάξει τον τρόπο που δουλεύω ή που βγαίνω σε περιοδεία. Θα πρέπει να περιμένουμε. Εάν τα αλλάξει δραστικά, είμαι προετοιμασμένος για αυτό, εάν όχι, είμαι και πάλι προετοιμασμένος. Θέλω να κάνω το σωστό και να είμαι όσο καλύτερος γίνεται. Είμαι ταυτόχρονα συγχυσμένος και συγχέων άνθρωπος.

Αναφέρθηκες νωρίτερα στη μούσα σου. Ποια είναι αυτή; Οι φωνές στο μυαλό σου, οι προσωπικές σου εμπειρίες;
Υπάρχει κάτι που με καθοδηγεί σαν καλλιτέχνη. Είναι η αίσθηση που αποκτώ όταν ασχολούμαι με κάτι. Είναι αυτό το κάτι που με κάνει να επενδύσω χρόνο σε κάποιο ζήτημα. Το αίσθημα που με ωθεί να πάω προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα.

Υπήρχαν κάποιες φήμες για περιοδεία των STRAPPING YOUNG LAD με τους MESHUGGAH στην Ευρώπη, αλλά τελικά τίποτα δεν ανακοινώθηκε επίσημα…
Αυτό τον καιρό κοιτάω να κλείσω μία περιοδεία για την THE DEVIN TOWNSEND BAND μέσα στον Απρίλιο για την Ευρώπη, καθώς είναι δύσκολο να περιοδεύω συνέχεια.

Ποια ήταν τα καλά και τα κακά σημεία της τελευταίας περιοδείας για τους STRAPPING YOUNG LAD;
Έχει πλάκα να περιοδεύουμε με τους STRAPPING YOUNG LAD. Πρόσφατα σταμάτησα να καπνίζω χόρτο, οπότε είναι αρκετά διαφορετικά το να περιοδεύω. Είναι μία καινούργια εμπειρία για μένα. Περιοδεύω εδώ και 14 χρόνια και όλα ήταν μία θολούρα. Κάθε μέρα είναι ένας διαφορετικός συναυλιακός χώρος, πρέπει να κάνω 1 ώρα φωνητικών ασκήσεων για τη φωνή μου, να ακολουθήσω ένα πρόγραμμα. Δεν παίρνω ναρκωτικά, δεν κοιμάμαι με groupies, δε βγαίνω για πάρτυ. Η περιοδεία είναι δουλειά για εμένα και δεν έχει μεγάλη διαφορά από περιοδεία σε περιοδεία.

Προσπαθείς να ζεις μία υγιεινή ζωή;
Ναι, είναι σημαντικό για εμένα.

Πως πήρες μία τέτοια απόφαση; (κενό μερικών δευτερολέπτων) Νιώθεις ότι ωριμάζεις ή είδες τις κακές συνέπειες των πράξεών σου και σκέφτηκες ότι ήταν η στιγμή να σταματήσεις…;
(δυνατό ξεφύσημα) Απλά πιστεύω ότι μετά από αρκετά χρόνια κρυψίματος, δε νιώθω πλέον την ανάγκη να κρύβομαι τόσο πολύ. Δεν είναι καλό για μένα. Μεγαλώνω και το να καπνίζω τόνους μαριχουάνα ή να πίνω τόνους από ουίσκυ δεν είναι ό,τι καλύτερο. Νιώθω καλύτερα τώρα, νιώθω καθαρός.

Είπες ότι κρυβόσουν, αλλά μέσω της μουσικής, εξέφραζες κι εκφράζεις ποιος είσαι. Προσωπικά, μπορούσα να διακρίνω σε κάθε δίσκο σου την εξέλιξη, όχι μονάχα μουσικά, αλλά και βλέποντας τον άνθρωπο Devin Townsend να αλλάζει ως άτομο…
(σ.σ.: με διακόπτει) Πιστεύω ότι μέρος αυτής της εξέλιξης είναι και αυτή η πρόσφατη αλλαγή. Αυτό που έβλεπες στη μουσική ήταν ένας προάγγελος των τωρινών μου πράξεων και το ίδιο θα συμβαίνει στο μέλλον. Η μουσική μου θα είναι η αναπαράστασή μου, αλλά αυτό από το οποίο πραγματικά κρυβόμουν ήταν η πραγματικότητα. Ακόμα και μέσα στη μουσική, υπάρχει αυτό το κρύψιμο.

(σ.σ.: τον διακόπτω) Αυτό γίνεται κατανοητό καθώς κυκλοφορείς το ένα άλμπουμ μετά το άλλο, καθιερώνοντας ένα είδος ρουτίνας: άλμπουμ, προώθηση, περιοδεία και ξανά από την αρχή. Ελπίζω να μη γίνομαι πολύ αδιάκριτος…
Καθόλου! Είμαι ειλικρινής μέσα στη μουσική μου για το τι συμβαίνει στη ζωή μου, αλλά πιστεύω ότι οποιοσδήποτε, εάν καπνίζεις ναρκωτικά όλη μέρα για 12 χρόνια, όταν σταματάς, συνειδητοποιείς από πόσα πράγματα κρυβόσουν. Συνειδητοποιείς πόσες καθημερινές δουλειές αμελείς, πόση αντιπαράθεση αποφεύγεις καθώς είσαι απασχολημένος με το να μαστουρώνεσαι. Όταν αποφάσισα να σταματήσω αυτή την κατάσταση, κατάλαβα πόσα πράγματα παραμελούσα. Όσο για τη ρουτίνα που αναφέρθηκες, πιστεύω ότι η συνεχής δουλειά είναι ένας άλλος τρόπος κρυψίματος. Ποιος ξέρει, ίσως ένα παιδί να αλλάξει την κατάσταση για εμένα. Πηγαίνω όπου με οδηγεί η ζωή και είμαι διατεθειμένος να αποδεχτώ τις συνέπειες των πράξεών μου.

Κωνσταντίνος Βασιλάκος
Φωτογραφίες: Omer Cordell

A day to remember… 30/1 [MINISTRY]

0
Ministry

Ministry

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Filth pig” – MINISTRY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:
1996
ΕΤΑΙΡΕΙΑ:
Warner
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ:
Al Jourgensen/Paul Barker
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
:
Al Jourgensen – φωνητικά, keyboards, mandolin, harmonica, pedal steel, πιάνο
Paul Barker -μπάσο, φωνητικά, programming
Louis Svitek, Mike Scaccia – κιθάρες
Rey Washam, William Rieflin – drums

Πως διαχειρίζεσαι την επιτυχία, όταν αυτή βρίσκεται στο απόγειό της; Αυτός θα μπορούσε να ήταν ο τίτλος του “Filth pig”, του έκτου άλμπουμ των MINISTRY, το οποίο είχε την “ατυχία” να είναι ο διάδοχος ενός τόσο εμβληματικού έργου όπως το “Psalm 69”, όχι μόνο για το ίδιο το συγκρότημα, αλλά και για την industrial metal σκηνή. Της οποίας βεβαίως ο Jourgensen υπήρξε ο πρωτεργάτης και νονός της.

Χρειάστηκαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια για να ολοκληρωθεί η σύνθεση και ηχογράφηση του “Filth pig”. Στο μεσοδιάστημα, οι διόσκουροι Jourgensen/Barker είχαν περιοδεύσει ασταμάτητα, η αναγνώριση ήταν πλέον παγκόσμια και το ερώτημα που υπήρχε ήταν για το επόμενο βήμα. Οι προστριβές ήταν συνεχείς μεταξύ του Al και των βοηθητικών μελών, με αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων να αποχωρήσει αρχικά το πολυεργαλείο William Rieflin (αρνούμενος να παίξει τη διασκευή του “Lay lady lay”) και μετά το τέλος τους ο μακαρίτης Mike Scaccia (ο οποίος εν τέλει επανήλθε οκτώ χρόνια αργότερα).

Τελικά, η διαφοροποίηση του “Filth pig” είναι ότι το όλα τα industrial στοιχεία που έκαναν διάσημους τους MINISTRY θάφτηκαν στην παραγωγή, υπερκαλυπτόμενα από τους όγκους του μπάσου του Paul Barker και τις ξυραφισμένες κιθάρες των Scaccia/Svitek. Ακόμη κι έτσι, υπάρχουν συνθέσεις που αναδεικνύουν τη συνθετική ευφυΐα των Jourgensen/Barker, όπως το ομώνυμο έπος, το ρυθμικότατο “Dead guy”, το σχεδόν ambient “The fall” και το εναρκτήριο “Reload” με το θεϊκό video clip.

Μπορεί να έφαγε θάψιμο από τους κριτικούς όταν κυκλοφόρησε, μπορεί να είναι περισσότερο doom/sludge παρά industrial, μπορεί για πάρα πολλά χρόνια ο ίδιος ο Jourgensen να το μισούσε λόγω της κατάθλιψης και της κατάχρησης που βίωνε, τα γεγονότα όμως αποδεικνύουν το αντίθετο: Το “Filth pig” ανήκει επάξια στην χρυσή MINISTRY era, ακούγεται ακόμη φρέσκο τριάντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του και σίγουρα είναι ένα υποτιμημένο διαμάντι της δισκογραφίας τους.

Did you know that:

  • Ο William Rieflin δεν έμεινε στην ψάθα μετά την αποχώρησή του από τους MINISTRY. Ήδη αποτελούσε μόνιμο μέλος των KMFDM και των SWANS, ενώ στην πορεία των χρόνων έκανε την παρουσία του αισθητή σε μικρομεσαία ονόματα του βεληνεκούς των REM, NINE INCH NAILS, KING CRIMSON και της… Taylor Swift!
  • Το πρώτο single “The fall” ναι μεν κατάφερε να φτάσει μέχρι το νούμερο 18 του Billboard, με τη διαφορά ότι επρόκειτο για το dance chart.
  • Τα όσα διαδραματίστηκαν στην περιοδεία προώθησης του “Filth pig” κατάγραφηκαν on stage στο “Sphinctour” DVD του 2002 και off stage στην ταινία “Fix: The MINISTRY movie”. Η συγκεκριμένη ταινία μάλιστα απευθύνεται αποκλειστικά σε θεατές με γερά στομάχια.

Γιώργος Κόης

A day to remember… 30/1 [THE DEVIN TOWNSEND BAND]

0
Devin

Devin

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Synchestra” – THE DEVIN TOWNSEND BAND
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2006
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: HevyDevy
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Devin Townsend
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, κιθάρα – Devin Townsend
Κιθάρα, φωνητικά – Brian Waddell
Μπάσο, τούμπα, κοντραμπάσο – Mike Young
Πλήκτρα, πιάνο, Hammond, μαντολίνο, κιθάρα, φωνητικά – Dave Young
Τύμπανα – Ryan Van Poederooyen

Το 2004 ο Καναδός μουσικοσυνθέτης ξεκίνησε να δουλεύει πάνω στο τέταρτο δίσκο των STRAPPING YOUNG LAD, “Alien”. Η δημιουργία του “Alien” είχε οδηγήσει τον Devin στα άκρα γιατί σταμάτησε να παίρνει τα φάρμακα που του είχαν συνταγογραφηθεί για τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής του, επειδή δεν είχε μείνει ικανοποιημένος από τον προηγούμενο και ομώνυμο δίσκο της μπάντας. «Νομίζω ότι ως καλλιτέχνης, για να φτάσω στο επόμενο επίπεδο, νιώθω την ανάγκη να εξερευνήσω πράγματα και μερικές φορές αυτή η εξερεύνηση σε οδηγεί σε μέρη που είναι λίγο τρελά», είχε παραδεχθεί ο ίδιος.

Μετά την κυκλοφορία του “Alien” τον Μάρτιο του 2005, ο Devin άρχισε να δουλεύει πάνω στον όγδοο προσωπικό του δίσκο (τον δεύτερο με το όνομα THE DEVIN TOWNSEND BAND μετά το “Accelerated Evolution” το 2003). «Επειδή το “Alien” ήταν τόσο ακραίο, ένιωσα ότι έπρεπε να αντισταθμίσω αυτό το συναίσθημα με λίγο ανθρωπισμό» είχε πει ο Devin. Ο δίσκος “Synchestra” λοιπόν γεννήθηκε ως μια ανθρωπιστική, ευχάριστη και φωτεινή απάντηση στο σκοτεινό, ακραίο και μηδενιστικό “Alien”.

Ο δίσκος σήμανε επίσης την πρώτη φορά που ο Devin ανέλαβε καθήκοντα μίξης του ήχου, πέρα από εκείνα του παραγωγού. Εκτός από τα τύμπανα και το μπάσο που ηχογραφήθηκαν σε ένα στούντιο, όλα τα υπόλοιπα έγιναν στο υπόγειο του σπιτιού του Devin όπου είχε στήσει το στούντιο DevLab.

Μεγάλο μέρος του δίσκου μοιάζει με μια μακρά, συνεχή σουίτα παρά με μια συλλογή μεμονωμένων τραγουδιών, με επαναλαμβανόμενα μοτίβα και συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, μιας που ο ίδιος ο Devin είχε πει ότι αυτή ήταν η αρχική ιδέα. Το άλμπουμ είναι αρκετά εκλεκτικό και κινείται μεταξύ του progressive metal, του folk, και του ambient.

Προσωπικά, θα διέκρινα τα κομμάτια “Gaia” και “Vampira” ως τα πιο πιασάρικα και δυναμικά κομμάτια, και τα “Triumph”, “Judgement”, “Pixillate” και “Notes from Africa” ως τα πιο επικά και progressive (στο πρώτο συμμετέχει μάλιστα και ο παλιός του φίλος, από την εποχή του “Sex & Religion”, Steve Vai).

Σε τελική ανάλυση, δεν είναι ένα απλό metal άλμπουμ αλλά ένα ιδιόρρυθμο, έντονα συναισθηματικό και τολμηρά εκλεκτικό ηχητικό ταξίδι. Ίσως, περιστασιακά, να χάνει το focus, λόγω της φιλοδοξίας του να καλύψει όσο πιο πολλά πεδία μπορεί, και το άκουσμά του από την αρχή ως το τέλος να χρειάζεται μια έξτρα προσπάθεια εκ μέρους του ακροατή, αλλά μιλάμε για τον δίσκο όπου για πρώτη φορά ο Devin είναι 100% ο εαυτός του, αισθάνεται 100% ελεύθερος να εκφραστεί έτσι όπως ακριβώς θέλει και είναι μουσικά και συναισθηματικά πιο ώριμος. Οι πραγματικές βάσεις της μετέπειτα μουσικής του πορείας, βρίσκονται εδώ.

Γιώργος Γκούμας

GAMMA RAY – “To the metal!” – Worst to best

0
Gamma

Gamma

Κοίτα να δεις κάτι συμπτώσεις, δίσκος των GAMMA RAY και ο αγαπημένος φίλος και αρχισυντάκτης μας στο rockhard.gr είπε να μου το δώσει για να του ξηγηθώ ένα worst to best κείμενο. Τι να κάνουμε λοιπόν μιας και είμαι δεδηλωμένα, γνωστός και σεσημασμένος fanboy του Kai Hansen και των RAYs θα το πιω το ποτήριον τούτο και θα κάνω το καλύτερο δυνατόν. Η αλήθεια είναι πως θέλει μια προσπάθεια να βγάλεις άκρη με το ”To the metal!” και αυτό γιατί όπως είχα γράψει στο επετειακό κείμενο κάποτε για το rockhard.gr και έχω πει και στο ιντερνετικό ραδιόφωνο μας, Rock Hard Radio Show, αυτό είναι το πιο άνισο άλμπουμ που έχουν κάνει ποτέ. Ναι μεν υπάρχουν οι καλές στιγμές αλλά αυτές είναι όλες και όλες περίπου ο μισός δίσκος, ο άλλος μισός χωλαίνει σε διάφορα σημεία. Όπως και να έχει όμως πάμε στο ζουμί και στο countdown κατά την άποψη μου, εσείς ξέρετε λέτε την δική σας από κάτω ελεύθερα όπως πάντα.

The “To the metal!” countdown:
10. Shine forever
Σύνθεση του Dirk Schlachter η οποία όμως δεν καταφέρνει να σε κερδίσει και ο λόγος είναι πως το τραγούδι χωλαίνει πάρα πολύ τόσο στο refrain, όσο και στο κουπλέ του. Το πιο καλό που έχει να παρουσιάσει είναι το κλασικό PRIEST riff που σε ξεσηκώνει μεν, πρόσκαιρα δε μιας και δεν είναι ικανό από μόνο του να σε κερδίσει.

9. ”No need to cry
Πολύ ευαίσθητο το θέμα του τραγουδιού, καθώς ο Dirk Schlachter που αναλαμβάνει και τα κύρια φωνητικά, γράφει αυτήν την μπαλάντα για τον αποβιώσαντα πατέρα του. Όμως στο τέλος της ημέρας ούτε αυτό το τραγούδι μπορεί να σε κερδίσει. Μιας και ο τρόπος που χτίζεται το τραγούδι περισσότερο σε μπερδεύει παρά σε γοητεύει. Αρχίζει με ακουστική δομή μπαλάντας, γυρίζει σε μια power ballad λογική και κάπου στο ξεκούδουνο πέφτει και ένα ακουστικό rock γύρισμα στα μισά του. Αν σε κάτι μπορεί να σταθεί κανείς εδώ, είναι το συγκινησιακό θέμα του δημιουργού, το όμορφο refrain και το σόλο του. Τα σόλο των Hansen και Richter, βέβαια για να είμαι ειλικρινής είναι εξαιρετικά σε όλο το άλμπουμ.

8. ”Rise
Το τραγούδι αυτό είναι το μοναδικό που πιστώνεται ο για πολλά χρόνια εξαιρετικός ντράμερ των RAYS, Dan Zimmermann. Στην τελευταία του εμφάνιση σε δίσκο της μπάντας θέλω να τονίσω πως είναι φανταστικός σε όλο σχεδόν το άλμπουμ. Έτσι και εδώ είναι από τους πρωταγωνιστές σε μια σύνθεση που έχει ένα ξεκάθαρα πολύ ωραίο MAIDEN-ικό βασικό riff και άνοιγμα με πολύ ωραία μπασογραμμή. Στα υπόλοιπα υπέρ κλασικό epic speed/power τραγούδι με καλό πολυφωνικό refrain μεν αλλά όχι και το καλύτερο που μπορείς να βρεις στο άλμπουμ. Το κουπλέ πάντως είναι στα θετικά του μαζί με τα solos αλλαγές πάρε βάλε του διδύμου.

7. ”Chasing shadows
Η μια από τις 2 συνθέσεις που φέρουν την υπογραφή του Henjo Richter. Μελωδικότατο άνοιγμα με τα πλήκτρα και μια πολύ καλή συνέχεια στο ίδιο μοτίβο με μελωδικό riff δισολίας από τις κιθάρες. Πολύ όμορφο και το γκάζι που ακολουθεί με τις κιθάρες να οδηγούν σε φρενήρη power μονοπάτια. Όλα καλά λοιπόν μιας το άνοιγμα είναι ωραιότατο και συνεχίζει με πολύ ωραίο κουπλέ και μια ακόμα καλύτερη γέφυρα, όμως το πράγμα δυστυχώς χάνει στο refrain του και κάπως έτσι μας λείπει η απόλυτη κορύφωση σε ένα γενικά καλό τραγούδι. Τα σόλο είναι για μια ακόμη φορά υπέροχα και οι εναλλαγές απίθανες.

6. ”Deadlands
Τραγούδι διά χειρός Kai Hansen και μια σύνθεση του αρχηγού που ισορροπεί ανάμεσα στην επιθετικότητα και την μελωδία. Όντας μια κλασική speed/power αρχίζει με ένα μικρό ανάλαφρο άνοιγμα από πλήκτρα πριν ορμήσουν οι κιθάρες με ένα άκρως επιθετικό riffing και τύμπανα πολυβόλο από τον Zimmermann. Το κουπλέ του μπαίνει όμορφα με πιο μελωδική δομή και η γέφυρα του μικρή αλλά αρκετή για σηκώσει πάλι το τέμπο. Το refrain που ακολουθεί είναι αρκετά καλό, ίσως όμως να χάνει λίγο στο σημείο που μπαίνουν τα gang φωνητικά της μπάντας σε σχέση με τα πιο τραγούδια στις πιο πάνω θέσεις που σίγουρα έχουν καλύτερα refrain. Τα solos και η δισολία του και πάλι είναι εξαιρετικά, ενώ πολύ δυνατή είναι και έξοδος του τραγουδιού από τον μαινόμενο Hansen.

5. ”All you need to know
Σύνθεση και εδώ του αρχηγού στην οποία έχει για καλεσμένο του ποιον άλλο από τον Michael Kiske στο refrain. Αυτό και μόνο δίνει ένα πόντο πάνω στο refrain που σίγουρα είναι πάρα πολύ καλό έτσι και αλλιώς αλλά και ταυτόχρονα ταμάμ για την φωνή του Kiske. Κατά τα άλλα το τραγούδι κινείται και αυτό ιδανικά σε άκρως speed/power δεδομένα με εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στο επιθετικότατο βασικό riff που ανοίγει το τραγούδι αλλά και στο εξίσου ίδιο μοτίβο που έχει το κουπλέ, προτού μας φέρει την πιο μελωδική του πλευρά με την γέφυρα και το αιθέριο ξεσηκωτικό refrain του Kiske. Τα solos και πάλι είναι υψηλού επιπέδου με πολύ ωραία αλλαγή και ένα όμορφο επαναλαμβανόμενο μοτίβο πριν πάμε στο κλείσιμο του τραγουδιού με ένα ωραίο κόψιμο για να μπει το τελευταίο refrain.

4. ”To the metal!”
Αυτό επίσης σύνθεση του Hansen είναι από αυτά που έχουν την κλασική mid tempo epic νοοτροπία που μας έχει συνηθίσει. Πολλές αναφορές σε PRIEST, μα τι περίεργο άλλωστε, μέσα στο τραγούδι όπως στο κουπλέ που είναι πάρα πολύ καλό, αλλά και στην γέφυρα του που είναι εξίσου πάρα πολύ καλή. Το βασικό του riff θα έλεγα πως βρίσκει και αρκετή ACCEPT meets PRIEST λογική. Όπως στα μέτρα των ACCEPT με ολίγη από ”Balls to the wall” είναι και το refrain που ναι μεν είναι απλούστατο χωρίς κάτι φοβερό όμως είναι αυτό που θα δώσει έξτρα όγκο στα live όπως και έγινε όποτε παίχτηκε το τραγούδι. Το solo του Hansen επίσης είναι στα highlight μιας και δείχνει και πιο rock αναφορές.

3. ”Time to live
Η δεύτερη σύνθεση του Richter στο άλμπουμ και η καλύτερη του εξ αυτών. Πολύ κοντά σε σημεία με το επίσης δικό του ”Send me a sign” από το ”Power plant”. Πολύ μελωδικό riff με gallop λογική και πολύ έντονα πλήκτρα ανά φάσεις. Δυνατό κουπλέ, γέφυρα που χτίζεται πάρα πολύ καλά και ένα από τα καλύτερα και μεγαλύτερα refrain του δίσκου. Το solo του Richter είναι επίσης στα highlight και του τραγουδιού αλλά και του δίσκου. Επίσης υπέροχη τσαχπινιά με τα πλήκτρα πριν το τελευταίο refrain που οδηγεί στο κλείσιμο του τραγουδιού.

2. ”Mother angel
Σύνθεση του κυρίου Hansen ετούτη και από τις κορυφαίες του δίσκου, αλλά και ένα από τα πιο ωραία hard rock-αδικα τραγούδια που έχει γράψει, θα μπορούσα να το πω και αδικημένο ίσως. Εντελώς SCORPIONS δομή στα δικά μου αυτιά αυτό το τραγούδι. Δεν έχει γκάζια γιατί δεν τα χρειάζεται, σε κερδίζει από το καρφί hard rock riff που σκάει με το καλημέρα και οδηγεί σε ένα εξαιρετικό κουπλέ. Όμορφο κατέβασμα στην γέφυρα χωρίς να χαλάσει η λογική και η νοοτροπία του τραγουδιού και ένα πολύ όμορφο και μελωδικότατο refrain. Το σολάρισμα του Hansen δε, σίγουρα από αυτά που θα χαίρεσαι κάθε φορά που θα ακούς αυτό το τραγούδι και πολύ όμορφη παρατεταμένη δισολία στο τελείωμα του πριν έρθει η γέφυρα και το refrain με το riff για να κλείσει το κομμάτι.

1. ”Empathy
Το εναρκτήριο λάκτισμα του δίσκου επιλέγω για την κορυφή, μια σύνθεση του Kai Hansen από αυτές που γράφει για να παίζονται live σχεδόν σταθερά μιας και εκεί κερδίζει ακόμα περισσότερο σε όγκο και σε δυναμική. Όμως και στο άλμπουμ δεν πάει πίσω, υπέροχο άνοιγμα με τραγουδιστική απαγγελία από τον Hansen και ένα πανέμορφο, δυναμικό όσο και απλό hard rock-αδικό riff που οδηγεί σε ένα πολύ όμορφο κουπλέ. Η γέφυρα που ακολουθεί πλήρως ξεσηκωτική με έντονες αναφορές στα αγαπημένα 80s και ένα refrain που κορυφώνει όπως ακριβώς του πρέπει. Οι κιθάρες στα solos χτυπάνε καρφί με τις ανατολίτικες αναφορές στους RAINBOW τόσο από τον Hansen όσο και από τον Richter, δη το solo του δεύτερου είναι μια ωδή στον Ritchie Blackmore του ”Stargazer” με κάποιες νότες να είναι απροκάλυπτα ίδιες. Μετά από αυτά απλά ακολουθεί μια αποθεωτική έξοδο με την επανάληψη του refrain από τον Hansen και τα δεύτερα φωνητικά να τον σιγοντάρουν.

Παναγιώτης ”The Unknown Force” Γιώτας

A day to remember… 29/1 [AVANTASIA]

0
Avantasia

Avantasia

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Ghostlights” – AVANTASIA
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2016
ΕΤΑΙΡΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Sascha Paeth – Tobias Sammet
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Tobias Sammet – φωνητικά, μπάσο, πλήκτρα
Sascha Paeth – κιθάρες, μπάσο, πλήκτρα
Michael Rodenberg – πλήκτρα
Felix Bohnke – ντραμς
Guests: Jorn Lande, Michael Kiske, Dee Snider, Geoff Tate, Marko Hietala, Sharon den Adel, Bob Catley, Ronnie Atkins, Robert Mason, Herbie Langhans, Bruce Kulick, Oliver Hartmann

Πριν από δέκα χρόνια, ο Tobias Sammet άνοιξε διάπλατα τις πύλες του βασιλείου του και κυκλοφόρησε άλλη μια metal-όπερα, το “Ghostlights” — ένα επικό, θεατρικό άλμπουμ που καθιέρωσε τους AVANTASIA ως τους πιο φιλόδοξους αφηγητές του είδους. Κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2016 και δεν ήταν απλώς το δεύτερο μέρος του “Mystery of time” του 2013, αλλά ένα βήμα μπροστά, ένα έργο που τόλμησε να είναι μεγαλύτερο, πιο τολμηρό και πιο σκοτεινό από τον προκάτοχό του.

Από την πρώτη νότα, το “Ghostlights” μοιάζει με μια μεγαλειώδη θεατρική παραγωγή. Το “Mystery of a blood red rose” ανοίγει το έργο, σαν ένας χαμένος ύμνος του MΕΑΤ LOAF — ο Sammet παραδέχτηκε: «Ήθελα κάτι επιβλητικό, κάτι που να φωνάζει “Broadway meets metal”» και το πέτυχε! Το κομμάτι έγινε αμέσως αγαπημένο των οπαδών, ένα φανταχτερό άνοιγμα για το δράμα που ακολουθεί. Και μετά έρχεται το “Let the storm descend upon you” — ένα 12-λεπτο έπος με τους Jorn Lande, Ronnie Atkins και Robert Mason να το ντύνουν με πολλές στρώσεις από φωνητικά πέπλα. Είναι το είδος του τραγουδιού που σου θυμίζει γιατί οι AVANTASIA δεν είναι απλώς μια μπάντα, αλλά είναι ένα σύμπαν. Στρώσεις ενορχήστρωσης, αρμονίες και riff που πέφτουν σαν κεραυνοί — αυτό είναι το power metal στην πιο θεατρική του μορφή. Το ομώνυμο κομμάτι, “Ghostlights”, είναι καθαρή μαγεία.

Ο Michael Kiske — για πάντα η αγαπημένη μας φωνή των HELLOWEEN και συνοδοιπόρος από την αρχή του Sammet — παραδίδει μια ερμηνεία σχεδόν υπερφυσική. Ο ιθύνων νους των AVANTASIA είχε πει: «Όταν τραγουδάει ο Kiske, είναι σαν να ανοίγουν οι ουρανοί». Δεν ήταν υπερβολή. Και πιο μετά έρχεται το “Master of the Pendulum” (Marko Hietala θέλει κανείς;), ένα θηριώδες τραγούδι, γεμάτο από ριφ, που κλείνει το άλμπουμ με προοδευτική διάθεση, αποδεικνύοντας ότι οι AVANTASIA μπορούσαν ακόμα να εκπλήξουν, μετά από έξι προηγούμενες metal όπερες. Στα τραγούδια που ξεχωρίζω από ολόκληρη την δισκογραφία τους, μέχρι και σήμερα, είναι το “The haunting”, με τον αγαπημένο μας Dee Snider να μας δείχνει μια διαφορετική πτυχή της ερμηνείας του και του πόσο εύκολα μπορεί να βγει από το καλούπι που τον έχουμε συνηθίσει.

Ενώ το όραμα του Sammet οδηγεί τους AVANTASIA, το “Ghostlights” χρωστά πολλά στον Sascha Paeth — τον λιγότερο εμφανή ήρωα πίσω από την κονσόλα. Τα δαχτυλικά του αποτυπώματα είναι παντού: από την κοφτερή κιθαριστική δουλειά μέχρι την αψεγάδιαστη παραγωγή που κάνει κάθε χορωδία να γιγαντώνει και κάθε χτύπημα στα τύμπανα να ηχεί σαν κανονιά. «Ο Sascha είναι ο μάγος», μας είπε ο Sammet το 2016. «Χωρίς αυτόν, οι AVANTASIA δεν θα ακούγονταν έτσι». Ο άνθρωπος που λίγα χρόνια νωρίτερα οδήγησε αυτό που αρχικά ήταν ένα project δυο δίσκων, σε ένα από τα ροκ μεγαθήρια της Γερμανικής σκηνής, συνδράμει με πετυχημένα σόλο και πάνω απ’ όλα, τον ηχητικό χαρακτήρα. Επίσης χώρος δίνεται στον Bruce Kulick (KISS), για τρία υπέροχα σόλο, όπως είχε συμβεί και στο “Mystery of time”.

Ας μην ξεχνάμε πως η πραγματικότητα στο metal το 2016 ήταν σε οργασμό, Οι NIGHTWISH, οι EPICA και οι KAMELOT ήταν στην κορυφή, το συμφωνικό metal άνθιζε και οι νοσταλγικές περιοδείες ήταν παντού. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το “Ghostlights” πήγε πάρα πολύ καλά. Έφτασε στο #2 στη Γερμανία και μπήκε στα Billboard charts των ΗΠΑ, αποδεικνύοντας ότι η metal όπερα μπορούσε ακόμα να κυριαρχήσει σε μια εποχή που το streaming γινόταν η συνήθεια και η αφοσίωση στα τεχνικά και μακροσκελή τραγούδια έτεινε να μειωθεί.

Did you know that:

  • Το “Mystery of a Blood Red Rose” προτάθηκε αρχικά για να εκπροσωπήσει την Γερμανία στη Eurovision! Αν και υπήρξαν κάποιες συζητήσεις, τελικά δεν επιλέχθηκε με τον Sammet να αστειεύεται λέγοντας «Είπαν ότι ήταν πολύ heavy. Τους είπα, ‘Περιμένετε να ακούσετε τις κιθάρες!’»
  • Ηχογραφήθηκε στα Gate Studios στο Wolfsburg, μια από τις τελευταίες ολοκληρωμένες δουλειές που έγιναν στο θρυλικό στούντιο των HEAVENS GATE το οποίο λίγα χρόνια μετά έκλεισε τις πόρτες του. Η διαδικασία διήρκησε πάνω από ένα χρόνο, αν και όχι συνεχόμενα.
  • Η περιοδεία του “Ghostlights” κάλυψε πέντε ηπείρους, με ένα θρυλικό σετ στο Wacken Open Air όπου έπαιξαν για άλλη μια φορά και είχαν μια από τις μεγαλύτερες σκηνικές τους παραγωγές.
  • Γράφοντας το “Seduction of decay”, ο Tobias ξεδίπλωσε την αγάπη του για το “Rage for order” των QUEENSRYCHE. Ήταν επόμενο λοιπόν, να αποταθεί στον Geoff Tate  για να τραγουδήσει για πρώτη φορά στους AVANTASIA, σε μια συνεργασία που εξακολουθεί μέχρι τις μέρες μας.
  • Στιχουργικά, ολοκληρώνει την ιστορία του προκατόχου του και όπως είχα γράψει στην παρουσίαση πριν 10 χρόνια.«Ο ήρωάς μας είναι ένας επιστήμονας που έρχεται σε αντιπαράθεση ανάμεσα στις επιστημονικές του γνώσεις και την ηθική, ενώ αντιστέκεται σε έναν αποκρυφιστή που προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την χρήση του χρόνου (ναι…) για να αποκτήσει πλήρη έλεγχο και δύναμη.»

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

A day to remember… 29/1 [PRIMAL FEAR]

0
Primal

Primal

ΟΝΟΜΑ ΛΜΠΟΥΜ: “Rulebreaker” – PRIMAL FEAR
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2016
ΕΤΑΙΡΙΑ: Frontiers
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Mat Sinner
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Ralf Scheepers
Κιθάρα & πλήκτρα – Magnus Karlsson
Κιθάρα –  Alex Beyrodt
Κιθάρα – Tom Naumann
Μπάσο – Mat Sinner
Τύμπανα – Francesco Jovino

Ο απόηχος του “Delivering the black” δεν έχει κοπάσει και οι Γερμανοί μεταλλουργοί συνεχίζουν απρόσκοπτα να εξαπολύουν την καταιγιστική τους επίθεση προς πάσα κατεύθυνση. Για μισό λεπτό, όμως. Σαν πολύ ενθουσιασμός με το καλημέρα. Τουναντίον. Πάντοτε πρέσβευα την θέση πως ένα σημαντικό μέρος που καθορίζει την επιτυχία ενός μουσικού έργου έγκειται στην διαχρονικότητά του. Να το ακούς μετά από χρόνια και να νιώθεις ακριβώς τα ίδια συναισθήματα που σε είχαν πλημμυρίσει με την παρθενική επαφή μαζί του. Να εξακολουθείς να το επισκέπτεσαι με την ίδια θέρμη, την ίδια κάψα και να το περιβάλλεις με την αφοσίωση του τότε. Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο λατρέψαμε όλα εκείνα τα αριστουργήματα που μας ακολουθούν πιστά από τη νιότη μας μέχρι και σήμερα.

Υπό αυτό το πρίσμα ο υπ’ αριθμόν 11 δίσκος της εξάδας που κλείνει αισίως μία δεκαετία, ηχεί φρέσκος, δυναμικός και με όλα εκείνα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που είχαν κάνει τους οπαδούς τους να “ρουφήξουν” ως το μεδούλι κάθε νότα, κάθε φωνητική γραμμή. Πιστοί στο heavy μεταλλικό τους μανιφέστο, ένα αμάλγαμα PRIESTικής αποθέωσης και power metal αναφορών, οι PF εξακολουθούν και αποφεύγουν τα “κακά συναπαντήματα” με την επανάληψη όχι μόνο των επιρροών που τους καθόρισαν αλλά και του ίδιου τους του εαυτού. Προφανώς και δεν ευαγγελίστηκαν ποτέ ότι επιθυμούν διακαώς την επανάσταση στο heavy metal. Οι όποιες ρηξικέλευθες – σωστότερα, ελαφρώς διαφορετικές- προσεγγίσεις έχουν να κάνουν με το συγκεκριμένο ύφος που υπηρετούν και επ’ ουδενί με την εξερεύνηση νέων παραμέτρων.

Ξεκινώντας από το λιτό αλλά επιβλητικότατο εξώφυλλο – το οποίο κατά την ταπεινή μου γνώμη συγκαταλέγεται στα κορυφαία τους- την άψογη παραγωγή και την δεδομένη εξαιρετική απόδοση των μουσικών που συμμετέχουν -με προεξάρχοντα τον έναν και μοναδικό Scheepers-  η νίκη φαίνεται πως έχει κερδηθεί από τα αποδυτήρια. Και αν εγείρονται εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο το εναρκτήριο “Angels of mercy” είναι ικανό να προκαταβάλλει τον ακροατή για το τι θα επακολουθήσει, ο όλεθρος που ακολουθεί δύσκολα περιγράφεται με άψυχες λέξεις. Ανάσες και καταγράφουμε σε κατάσταση ανηλεούς headbanging και πλήρους ευφορίας. “Bullets & tears”, “The end is near”, “Rulebreaker”, “In metal we trust”, “We walk without fear”, “The sky is burning”. Μία “χρυσή” εξάδα που ανεβάζει αυτομάτως την ποιοτική στάθμη του άλμπουμ, τοποθετώντας το εύκολα στην πρώτη δεκάδα της πλούσιας δισκογραφίας τους.

Ακόμα κι αν επιχειρήσουμε να σταχυολογήσουμε τις στιγμές εκείνες που υπολείπονται συγκρινόμενες με τα προαναφερθέντα διαμάντια, οι πρώτες που μου έρχονται στο μυαλό είναι το “Devil in me” και το “Raving mad” που κλείνει την αυλαία της standard έκδοσης του “Rulebreaker”. Και πάλι, όμως, δεν κρίνονται ικανές να μειώσουν ούτε στο ελάχιστο την συνολική αποτίμηση μας. Απολαυστικό υλικό, η πεμπτουσία του heavy metal που αρνείται να κοιτάξει πίσω στο παρελθόν με μεμψιμοιρία και μιμητισμό αλλά στέκεται αγέρωχο στην elite όχι μόνο του ευρωπαϊκού αλλά και του παγκόσμιου (μαζί με τους BRAINSTORM φυσικά) του παγκόσμιου heavy metal!!!

Did you know that?

  • H περιοδεία που ξεκίνησε για την προώθηση του άλμπουμ τον Φεβρουάριο με τίτλο “Ruling Europe 2016” είχε ως support τους συμπατριώτες τους BRAINSTORM και τους Καναδούς STRIKER. Φυσικά και δεν πέρασε από τα μέρη μας…
  • Όταν οι JUDAS PRIEST έψαχναν για αντικαταστάτη του Halford, ένα από τα ονόματα που είχαν ακουστεί ήταν και αυτό του Scheepers. Η επιλογή του Tim Owens ήταν αυτή που τελικά προκρίθηκε και ο Γερμανός τραγουδιστής αυτό που είχε να κάνει ήταν απλά να δημιουργήσει το δικό του όχημα έκφρασης με τα γνωστά εξαιρετικά αποτελέσματα.
  • To “Walk without fear” αποτέλεσε το πρώτο μόλις κομμάτι της μέχρι εκείνης της στιγμής δισκογραφικής πορείας των PF που ξεπερνούσε τα δεκάλεπτο. Κι όλα αυτά μέχρι το μεγαλεπίβολο έπος του “Infinity” από το “Metal commando” το οποίο και σταμάτησε λίγο πάνω από τα δεκατρία λεπτά.
  • Στο “Rulebreaker” καταγράφηκαν μία επιστροφή αλλά και μία αποχώρηση. Συγκεκριμένα, επέστρεψε (για τρίτη φορά μάλιστα) ο κιθαρίστας Tom Naumann, ένα από τα ιδρυτικά μέλη του σχήματος, με αποτέλεσμα το σχήμα να έχει τρεις κιθαρίστες… Παράλληλα, αποχώρησε ο Randy Black κι έτσι στην θέση του πίσω από το drum kit βρίσκουμε τον Francesco Novino, γνωστό μας από την συμμετοχή του στο σχήμα του Udo Dirkschneider.

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece