Saturday, February 14, 2026




Home Blog Page 2747

KATAKLYSM – “Of Ghosts And Gods” (Nuclear Blast)

0

Ακάθεκτοι συνεχίζουν οι Γαλλοκαναδοί deathsters, μιας και το “Of ghosts and gods”, είναι η δωδέκατη δουλειά τους, με το ύφος της μπάντας να έχει αλλάξει δραστικά στα είκοσι και παραπάνω χρόνια που δισκογραφούν αποκλειστικά για τη Nuclear Blast.

Με τα ¾ της μπάντας να τα συναντούμε και στο ρωμαϊκό death metal project EX DEO, οι KATAKLYSM, με μπροστάρη πάντα τον Maurizio Iacono, κινούνται πλέον σε ρυθμικό και αρκετά μελωδικό death metal, που μπορεί να μην έχει σχέση με την ακρότητα δίσκων όπως το ντεμπούτο τους, “Sorcery”, ή και μεταγενέστερων άλμπουμ τους, όπως τα “Epic (The poetry of war) και “Shadows and dust”, αλλά ο χαρακτήρας της μπάντας παραμένει σχεδόν ακέραιος. Η βαρβαρότητα στα riff τους παραμένει και αν καταφέρεις και μπεις στο πνεύμα του άλμπουμ, θα σταματήσεις να δυσανασχετείς.

Αυτά ισχύουν βέβαια για τους παλαιότερους οπαδούς των KATAKLYSM, γιατί οι νεότεροι και ιδιαιτέρως αυτοί που δε διστάζουν να βάζουν στην ίδια πρόταση τους AMON AMARTH πχ και το death metal, πολύ πιθανόν να βρουν τη νέα τους αγαπημένη κυκλοφορία. Ο ογκώδης τους ήχος αποτελεί πιθανότατα αποτέλεσμα της παραγωγής του κιθαρίστα της μπάντας και υπεύθυνο για αυτόν τον τομέα εδώ και αρκετά χρόνια, J-F Dagenais (DESPISED ICON, MISERY INDEX, MALEVOLENT CREATION), με την βοήθεια του Mark Lewis (CANNIBAL CORPSE, DEVILDRIVER, WHITE CHAPEL) για την ηχογράφηση των φωνητικών στα Audiohammer Studios και την τελική μίξη από τα χέρια του Andy Sneap (MEGADETH, ΑCCEPT, ΤESTAMENT).

Όσοι μείνατε ευχαριστημένοι από την πρόσφατη κοινή τους εμφάνιση με τους CANNIBAL CORPSE στη χώρα μας ή αρέσκεστε στην πιο μελωδική πλευρά τους, που έτσι κι αλλιώς πάντα υπήρχε στη μουσική τους, καλά θα κάνετε να περάσετε από μία ακρόαση το “Of ghosts and gods”, όπως και οι φίλοι του μελωδικότερου ακραίου ήχου, χωρίς αυτό απαραίτητα να παραπέμπει στη 90s σκηνή του Gothenburg ή κάτι παραπλήσιο.

6.5/10

Κώστας Αλατάς

Second Strike Is Deadlier

0

Autopsy Mental FuneralΤις προάλλες, ενώ έκανα μια μουσική ανασκόπηση για το τρέχον έτος ακούγοντας παράλληλα το καταπληκτικό νέο άλμπουμ των OBSEQUIAE, συνειδητοποίησα πόσο μεγάλο ποσοστό από τις καλύτερες φετινές κυκλοφορίες κατέχουν τα “δεύτερα” άλμπουμ, τα sophomores που λέμε. Κάτι τέτοιο μόνο τυχαίο δεν είναι βέβαια όπως μας έχει δείξει επανειλημμένα η ιστορία. Αν και κατά βάση “πρωτοδισκάκιας” και αρκετά αιρετικός για τις μουσικές μου προτιμήσεις, δεν μπορώ να αγνοήσω κλασσικά παραδείγματα της μουσικής που δείχνουν τεράστια βήματα προόδου μιας μπάντας από το ντεμπούτο στο δεύτερο άλμπουμ. Τι να πρωτοαναφέρει κανείς, από “Kill ‘Em All” σε “Ride The Lightning” και από “Rocka Rolla” σε “Sad Wings Of Destiny”, από “Undertow” σε “ Ænima” και από “Bleach” σε “Nevermind” ή από “Lost Paradise” σε “Gothic” και από “Severed Survival” σε “Mental Funeral”…θα μπορούσα να συνεχίσω τη λίστα για μέρες. Από τη μία, ένα ντεμπούτο έχει αυτή την ακατέργαστη ενέργεια και τον ενθουσιασμό ενός ξεκινήματος, αλλά συνήθως μια καλή μπάντα βρίσκει τον πραγματικό της εαυτό/ήχο στη συνέχεια, κάτι που έρχεται φυσιολογικά και μέσα από την εμπειρία. Δεδομένου ότι δεν έχουν όλοι την έμπνευση και το ταλέντο να συνεχίσουν για πολλούς δίσκους το ποιοτικό τους σερί, το δημιουργικό peak πολλές φορές συμπίπτει με τον δεύτερο δίσκο. Όπως και να έχει, δεν θα συνεχίσω περαιτέρω μιας και το θέμα εδώ δεν είναι ένα debate “debuts vs. sophomores” αλλά η παρουσίαση μερικών σπουδαίων δεύτερων άλμπουμ από τη μέχρι στιγμής καλή αλλά όχι τέλεια φετινή σοδειά, περιοριζόμενη στον ακραίο metal ήχο.

obsequiaeΑρχίζουμε με το πιο τρανταχτό τέτοιο παράδειγμα και ταυτόχρονα αφορμή για το παρόν κείμενο, το “Aria Of Vernal Tombs” των Αμερικανών OBSEQUIAE, μια από τις πιο φρέσκιες και ανανεωτικές προτάσεις στο σύγχρονο metal underground. Μπορεί διάφορες μπάντες να ισχυρίζονται ότι παίζουν medieval metal ή τελοσπάντων να μιλάνε για μεσαιωνικές μουσικές στον metal ήχο τους, αλλά οι OBSEQUIAE όχι μόνο είναι η επιτομή αυτού του όρου, αλλά ίσως και η μοναδική περίπτωση που μπορεί να μπει κάτω από αυτή την ταμπέλα, μακριά από κιτσοφολκ καραγκιοζιές. Ο δίσκος είναι γεμάτος μαγευτικές μελωδίες τόσο στα ακουστικά κομμάτια παιγμένα με άρπα, όσο και στα ηλεκτρικά τα οποία μπορεί να φέρουν στο νου από ROTTING CHRIST του “Non Serviam” μέχρι παλιό Σουηδικό melodeath και κάτι από το folky touch των AMORPHIS. Απλά μοναδικό, ακόμη καλύτερο από το ήδη φοβερό ντεμπούτο “Suspended In The Brume Of Eos”.

Σε hardcore/grindcore μονοπάτια, το “Ageless” των CALL OF THE VOID συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε ο σπουδαίος προκάτοχός του, “Dragged Down A Dead End Path”, μην επιφυλάσσοντας ιδιαίτερες εκπλήξεις, αλλά εκπληρώνοντας εν τέλει τις υψηλές προσδοκίες. Κάτι τέτοιο συμβαίνει χάρη στην ποικιλία του άλμπουμ, με riff που δανείζονται από PIG DESTROYER μέχρι black metal, και την πολύ έξυπνη διαχείριση των δυναμικών για το χτίσιμο των κομματιών.
bell witchΣτον doom χώρο μπορεί να μην παρακολουθώ τα τεκταινόμενα στον ίδιο βαθμό όπως με μερικά χρόνια πριν, αλλά το παρακλάδι του funeral doom όσο δύσκολο, επίπονο και για πολύ συγκεκριμένες ώρες και περιστάσεις είναι, τόσο το αγαπώ. Η παγίδα σε αυτό τον ήχο έγκειται στο γεγονός πως η διαχωριστική γραμμή μεταξύ βαρετού και αριστουργήματος είναι λεπτή και οι ισορροπίες εύκολα ανατρέψιμες. Οι BELL WITCH είναι από τις μπάντες που τα καταφέρνουν περίφημα και στο δεύτερο, θεματικό τους άλμπουμ, “Four Phantoms” καταβάλουν τον ακροατή με ατμόσφαιρα βαριά σαν ταφόπλακα.

Περνώντας στον χώρο του death metal, όπου τα τελευταία χρόνια υπάρχει τεράστια παραγωγικότητα στα σκοτάδια του underground, μπορεί μέχρι στιγμής φέτος να μην υπάρχει ο αριστουργηματικός δίσκος που εκτοπίζει όλους τους υπόλοιπους, ωστόσο ποιοτικές κυκλοφορίες έχουμε ακούσει και με το παραπάνω. Αρχικά για να παραμείνουμε σε αυστηρά και ανόθευτα death metal  πλαίσια, αξίζει ν’ αναφέρουμε πως από τους δίσκους που με ευκολία ξεχωρίζουν σε αυτό το είδος είναι το “Gateway To The Antisphere” των SULPHUR AEON που μοιάζουν σαν να βγήκαν κατευθείαν από τη σούφρα του Cthulhu. Ίσως η μόνη μπάντα αυτής της συνομοταξίας που μπορώ ν’απολαύσω σε τόσο μεγάλο βαθμό, και λέγοντας συνομοταξία εννοώ τις μπάντες με καθαρή παραγωγή (φουλ triggers κλπ), απαιτητικό, τεχνικό παίξιμο και πολύ, πολύ blast. Οι SULPHUR AEON για εμένα στέκονται εύκολα αυτή τη στιγμή στο υψηλότερο επίπεδο, με καταπληκτικά θέματα που θα ζήλευαν ακόμα και οι MORBID ANGEL ή οι NILE στα καλύτερά τους.

ectovoidΣε λίγο πιο ομιχλώδη μονοπάτια και σ’ έναν χώρο που τείνει να κορεστεί -αν δεν έχει ήδη- αυτό του INCANTATION-ικού death metal, το “Fractured in the Timeless Abyss” των ECTOVOID που κυκλοφόρησε πριν 3 χρόνια αποτελεί μέχρι και σήμερα μια από τις πλέον καλές και ξεχωριστές προτάσεις σε αυτό το ύφος, με αισθητική (εξώφυλλο, τίτλοι, στίχοι) που έδινε το κάτι παραπάνω. Ο διάδοχός του, “Dark Abstraction” μόλις κυκλοφόρησε και η πρώτη εντύπωση είναι σίγουρα θετική, με τη μπάντα να φαίνεται πως έχει πλέον κατασταλάξει σε αυτό το στυλ που ανάμεσα στον χαμό και τη μαυρίλα διατηρεί μια γερή δόση groove κάνοντας έτσι το αποτέλεσμα όσο πιασάρικο και προσιτό χρειάζεται.

Ξεκινώντας από την ίδια βάση με τους ECTOVOID, (λέγε με INCANTATION) αλλά αναπτυσσόμενοι σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση, οι SHROUD OF THE HERETIC βαδίζουν στα ίδια ή παραπλήσια χνάρια με μπάντες όπως οι VASAELETH. Στο “Unorthodox Equilibrium”, οι Αμερικανοί ακούγονται πραγματικά ακραίοι, με μόλις 4 κομμάτια πολύ μεγάλων διαρκειών, εξαιρετικά βουρκώδη παραγωγή, φωνητικά της σχολής Craig Pillard και μια τελετουργική αύρα να πλανάται καθ’ όλη τη διάρκεια. Ο δίσκος είναι χωρισμένος 50-50 ανάμεσα σε doom ρυθμούς και σαρωτικό blasting κάνοντας το αποτέλεσμα ακόμη πιο δύσκολο και σίγουρα όχι πολύ “ευχάριστο”.

Adversarial coverΠαρομοίως δύσκολο άκουσμα αποτελεί και το δεύτερο άλμπουμ των ADVERSARIAL, από την μητέρα ίσως του death/black ήχου, τον Καναδά. Το γλαφυρά επονομαζόμενο “Death, Endless Nothing And The Black Knife Of Nihilism”, με το ακόμα πιο παραστατικό εξώφυλλο, προσωπικά αποτελεί δίσκο αποκάλυψη για τη χρονιά που διανύουμε. Έχοντας πετύχει τον ήχο που τους ταιριάζει (στο ντεμπούτο υπήρχε μια αστοχία στην παραγωγή), η μπάντα παραδίδει μαθήματα αριστοτεχνικού riffing, μέσα σ’ ένα ελεγχόμενο χάος, με τα δύο ιντερλούδια να προσδίδουν ακόμη μεγαλύτερη έμφαση σε αυτό το βλάσφημο, μηδενιστικό έργο τέχνης.

Σε black/death πλαίσια, αλλά με περισσότερο παραδοσιακό Νορβηγικό tremolo riffing, οι KATECHON με πολύ γρήγορους για τα σημερινά δεδομένα ρυθμούς φτάνουν στον δεύτερο δίσκο τους. Το “Coronation” είναι σαφώς ανώτερο του προκατόχου του (που τελικά δεν άντεξε το τεστ του χρόνου) σε όλους τους τομείς, με σαφώς καλύτερα και περισσότερο αξιομνημόνευτα riff και συνθέσεις γενικότερα. Τίποτα καινούργιο, αλλά δίχως αμφιβολία προσεγμένο και καλοεκτελεσμένο.

destruktor opprobrium coverΣυνεχίζοντας με ένα ακόμη ανίερο death/black άλμπουμ, από μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ακραίες σκηνές τη σήμερον ημέρα, αυτή της Αυστραλίας, το “Opprobrium” διεκδικεί τον τίτλο του πιο “πουτ**α όλα” άλμπουμ της χρονιάς. Οι DESTRUKTOR μπορεί να μην έλκονται ιδιαίτερα από το όλο κύμα ατονικού/άμετρου/στριφνού death/black που είναι της μόδας τελευταία και να παραμένουν πιστοί στο old-school πνεύμα, ωστόσο δεν κοπιάρουν κανέναν, ούτε και επιχειρούν την χιλιοστή αναβίωση των BATHORY ή των HELLHAMMER. Με απαράμιλλη μανία και ενέργεια, και με σύμμαχο έναν καταπληκτικό φυσικό ήχο, οι Αυστραλοί επιδίδονται σ’ ένα συνεχές σφυροκόπημα από riffs που παίρνουν πολλά από τις thrash ρίζες αυτής της μουσικής και σε κάνουν να θέλεις να βγεις στο δρόμο και να σπάσεις τον πρώτο τραγόπαπα που θα βρεις μπροστά σου.

Μαζί με το προαναφερθέν “Opprobrium”, τα δύο παρακάτω άλμπουμ ανήκουν στα καλύτερα φετινά δείγματα κιθαριστικού metal που μπορεί ν’ ακούσει κανείς μέχρι στιγμής. Το ένα από αυτά είναι το “Hybris In Excelsis” των SCYTHIAN, που επιτέλους κυκλοφόρησε, έξι χρόνια μετά το φανταστικό “To Those Who Stand Against Us…” ενός από τους πιο παραγνωρισμένους metal δίσκους αναλογικά με την αξία του. Ο διάδοχός αποδεικνύεται άξιος, διατηρώντας το χαρακτηριστικό τους πολεμικό στυλ και όντας περισσότερο ώριμος, χωρίς όμως να υστερεί σε επιθετικότητα. Οι Βρετανοί καταφέρνουν να συνδυάσουν άριστα την αιχμή του death/thrash με τις επικές στιγμές των BATHORY, DESASTER, DESTRÖYER 666, με τη μελωδία να μην χάνεται στο βωμό της ακρότητας. Να σημειωθεί ότι οι lead κιθάρες είναι ίσως οι πιο μαεστρικά χειριζόμενες που θ’ ακούσετε σε φετινή metal κυκλοφορία.

noisemΤο δεύτερο είναι το “Blossoming Decay” των Αμερικανών NOISEM. Οι πιτσιρικάδες από τη Βαλτιμόρη στη δεύτερη full-length κυκλοφορία τους έχουν ανέβει φανερά επίπεδο, όντας βελτιωμένοι όχι μόνο συνθετικά και στιχουργικά αλλά σχεδόν σε όλους τους τομείς. Η μουσική ποικιλία εδώ σε σχέση με το ντεμπούτο είναι σαφώς μεγαλύτερη, ενώ οι ανέκαθεν υπάρχουσες punk και grindcore επιρροές έχουν τη μερίδα του λέοντος, κάνοντας το τελικό αποτέλεσμα ένα εκρηκτικό μείγμα, ακόμη πιο έντονο από την death/grind/thrash σφαλιάρα του “Agony Defined” προς έκπληξη των περισσοτέρων. Από τις μεγαλύτερες ελπίδες στον χώρο αυτή τη στιγμή.

Για το τέλος, αφήσαμε τις ντόπιες μουσικές προτάσεις, που για άλλη μια χρονιά επιβεβαιώνουν την με γεωμετρική πρόοδο άνοδο της ποιότητας στα εγχώρια metal δρώμενα. Αρχίζουμε μ’ έναν δίσκο που τυπικά ανήκει στην προηγούμενη χρονιά μιας και κυκλοφόρησε τρεις ημέρες πριν το τέλος του 2014 , όμως ουσιαστικά ανήκει στις φετινές κυκλοφορίες. Πρόκειται για το “Ερείπια Ψυχών” των CAEDES CRUENTA που αποφάσισαν στην δεύτερη ολοκληρωμένη δισκογραφική τους απόπειρα να ακολουθήσουν πιστά τις διδαχές του “Non Serviam”, συνθέτοντας ένα άλμπουμ-λουκούμι για τους λάτρεις τους παλιού ελληνικού black metal ήχου. Με Storm Studios ήχο και δυνατό song-writing με κιθαρισμούς άλλοτε μελαγχολικούς και άλλοτε επικούς, καταφέρνουν να πιάσουν άριστα το early 90’s κλίμα, όντας μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις που τόση πολλή επιτήδευση τελικά λειτουργεί σε τέτοιο βαθμό.

MacabreOmen CoverΓια το αριστούργημα των MACABRE OMEN τα έχουμε πει και πιο αναλυτικά μέσω αυτού του ιστότοπου, τόσο για την μουσική του αξία όσο και για τα ανάμεικτα συναισθήματα και προβληματισμούς που αφήνει. Όπως και να έχει, η αλήθεια είναι πως δύσκολα θα συναντήσει κανείς καλύτερη BATHORY-ίλα από αυτή του “Gods Of War – At War” όχι μόνο φέτος, αλλά ούτε και στα κιτάπια της metal ιστορίας. Από τις πιο λαμπρές και μεγαλειώδεις στιγμές στο επικό metal.

Φέτος ήταν η χρονιά και για το δεύτερο χτύπημα των NADIWRATH. Έπειτα από ένα σπουδαίο ντεμπούτο πάνκικου black metal με εντελώς “fuck you” attitude και τρία split, οι Αθηναίοι σερβίρουν ένα ακόμη μισανθρωπικό μανιφέστο υπό τον τίτλο “Circle Of Pest”. Τα έντονα hardcore/punk και depressive black metal στοιχεία έχουν δώσει χώρο σε μία πιο παραδοσιακή προσέγγιση, χωρίς όμως να εξαλείφονται εντελώς από τον μουσικό χάρτη των NADIWRATH. Η αηδία και η οργή παραμένουν και λειτουργούν ως έμπνευση για 9 κομμάτια καθοδηγούμενα από τα εξαιρετικά riff του Nadir, δημιουργώντας ένα σύνολο που ικανοποιεί και με το παραπάνω.

serpent noirΓια το τέλος αφήσαμε μια ασυνήθιστη για τα σημερινά δεδομένα πρόταση, που δεν είναι άλλη από το “Erotomysticism” των SERPENT NOIR. Ήδη από τον τίτλο και μια γρήγορη ματιά στο εξώφυλλο μπορεί να υποψιαστεί κανείς ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τυπικό black metal. Βασικά το άλμπουμ κατά τη γνώμη μου περιορίζεται αρκετά από αυτό τον όρο, ξεφεύγοντας και δημιουργώντας έναν δικό του κόσμο, όπου μουσικές επιρροές και αναφορές σε άλλες μπάντες είναι μικρής σημασίας. Το “Erotomysticism” συνεχίζει την διαρκή εξέλιξη των SERPENT NOIR, αυτή τη φορά δημιουργώντας θεατρική και έντονα εικονοπλαστική μουσική μέσα από μυστικιστικές, νοσταλγικές ατμόσφαιρες και mid & low tempo υπνωτιστικούς ρυθμούς.

Τα παραπάνω είναι όλα καθαρά προσωπικές επιλογές, αναγνωρίζοντας πως υπάρχουν και άλλα sophomore άλμπουμ που έχουν δημιουργήσει αρκετό ντόρο στους ανάλογους κύκλους όπως οι νέες δουλειές των ROYAL THUNDER, AKHLYS και MONOLORD για παράδειγμα, με τις οποίες ωστόσο δεν έχω ασχοληθεί.

Νίκος Χασούρας

THE PRODIGY – Are you ready to “Breathe”?

0

Ποιες να είναι οι πρώτες λέξεις που σου έρχονται στο μυαλό όταν ακούς το όνομα THE PRODIGY; Σίγουρα rave, underground… Αλλά και επανάσταση, ένταση, πάρτυ, χάπια, ποτό, 90’s… Ανάμεικτα. Και καλά και άσχημα. Γιατί λοιπόν αξίζει να δείτε ή να ξαναδείτε τους PRODIGY αυτό το Σάββατο στο ερχόμενο Rockwave Festival; Τι έχουν να σας προσφέρουν; Μια μουσική επιστροφή σε ένα είδος που πέρασε και άφησε στο πέρασμά του χιλιάδες παρακλάδια του στην ηλεκτρονική αλλά και στη ροκ μουσική; Την τρέλα και την ανεμελιά που είχες όταν ήσουν 10-12-15 χρονών; Ένα καθόλου άσχημο comeback με το “The day is my enemy”;

Η αρχή της rave μουσικής και ο δρόμος των PRODIGY προς την κορυφή

Η αρχή έγινε στα τέλη του ’80 και στο ξεκίνημα του ’90 όπου εμφανίστηκε και εδραιώθηκε μέχρι και το ’95-’96 η rave μουσική. Για τα τυπικά και μόνο, θα αναφέρω ότι η rave μουσική είναι ένα πάντρεμα της house με την techno κατά βάση, και αργότερα διαχωρίστηκε σε psychedelic trance, drum and bass, electro house και άλλα άπειρα επιμέρους παντρέματα.

Έτσι, το 1992, οι PRODIGY, κάνουν το breakthrough τους με το single “Charly”, του οποίου η γρήγορη διάδοση στα μουσικά μέσα της εποχής, τους βοήθησε να αποκτήσουν την αναγνώριση που κάθε νέο συγκρότημα χρειάζεται.
Το ίδιο έτος λοιπόν, υπήρξε και η κυκλοφορία για το ντεμπούτο τους, “Experience”, με ακόμη πιο underground style αυτή τη φορά, θέλοντας να βγάλουν από πάνω τους τη «ρετσινιά» του “kiddie rave” που τους κόλλησε με την κυκλοφορία του “Charly”. Ευτυχώς για εκείνους, είχε την αποδοχή που προσδοκούσαν και που στόχευαν, με τις κριτικές να είναι η μία πιο ενθαρρυντική από την άλλη, και με κομμάτια που ακούγονται με την ίδια –επιτρέψτε μου- πόρωση ακόμη και σήμερα, όπως το “Wind It up” και το “Out of space”.

 

 

Δύο χρόνια μετά, έρχεται το τεράστιο “Music for the Jilted Generation”, στο οποίο οι PRODIGY εδραιώνουν τον σκοτεινό hardcore ήχο τους, με το “No Good” να αντηχεί σε κάθε Walkman, κάθε πάρτυ, κάθε είδους συνάντηση, ξανά και ξανά.

Το “Music for the Jilted Generation” δίνει την σκυτάλη το 1997 στο “The fat of the land”, με το “Firestarter” το 1996 ως πρώτο single, το οποίο επέτρεψε στους PRODIGY να εισχωρήσουν και να αποκτήσουν σιγά σιγά το δικό τους fan base επί Αμερικανικού εδάφους, αλλά και την αποδοχή τους από άτομα που κατά βάση άκουγαν rock/hard rock/metal μουσική. Εύκολα μπήκε στις λίστες για τα τοπ άλμπουμ της χρονιάς και στο βιβλίο 1001 Albums You Must Hear Before You Die, και οι πωλήσεις του μέχρι το 2012 ξεπερνούν τα 10 εκατομμύρια αντίτυπα. Από το άλμπουμ ξεχωρίζουν  τρία κομμάτια: «Firestarter”, “Breathe” και “Smack my bitch up”, με το τελευταίο να αποσπά κυρίως αρνητικές κριτικές.

Οι κριτικοί «δαγκώνουν» από την πρώτη στιγμή για το άλμπουμ, εξαιτίας του συγκεκριμένου κομματιού που ανοίγει τον δίσκο. Τα μέσα το καταδικάζουν, ενώ δέχεται πυρά και από σωματεία γυναικών, εξαιτίας των προσβλητικών στίχων.
Οι PRODIGY έρχονται ακόμα και σε on stage διαμάχη με τους BEASTIE BOYS στο Reading Festival (βλέπε βίντεο παρακάτω) για το συγκεκριμένο κομμάτι. Αλλά γρήγορα το … «σοκ» ξεπερνιέται και το άλμπουμ σκαρφαλώνει στην κορυφή, δίνοντας επάξια στους PRODIGY τον τίτλο του κορυφαίου συγκροτήματος του είδους του, στην εποχή του.

 

 

Smack My Bitch Up
Αξίζει να σημειωθεί ότι το βίντεο για το “Smack my bitch up”, το οποίο είναι εξίσου ιδιαίτερο, σοκαριστικό και ενόχλησε τους πάντες και τα πάντα, είναι σκηνοθετημένο από τον Jonas Akerlund, έναν άνθρωπο που ξεκίνησε από σκηνοθεσία σε κλιπ των CANDLEMASS και πλέον η λίστα με τις συνεργασίες του έχει από METALLICA και RAMMSTEIN (ναι και το “Pussy”), μέχρι MACY GRAY, MOBY, SMASHING PUMPKINS, μέχρι ROLLING STONES, μέχρι PITBULL, MADONNA και BEYONCE. Οι PRODIGY δεν το συμπεριλαμβάνουν (προς το παρόν τουλάχιστον) στη λίστα με τα official video clips τους στο κανάλι τους στο YouTube.

 

 

Να κάνω μια μικρή παρένθεση και να πω ότι το χτύπημα στην ηλεκτρονική μουσική και ειδικά στο rave/trance/house εκείνο το έτος ήταν μαζικό: ξεκινώντας από το 1996 όπου ήταν το ντεμπούτο των THE CHEMICAL BROTHERS με το “Exit planet dust”, όπως και του FATBOY SLIM με το “Better living through chemistry”, αργότερα το 1997, ήρθε και το “Vegas” των THE CRYSTAL METHOD. Όλα αυτά τα συγκροτήματα δηλαδή που συντέλεσαν τον βασικό κορμό του big beat. Μπορείτε εύκολα να φανταστείτε όλα τα tracklists της εποχής.

Η μακροχρόνια αποχή και το reunion το 2002

Το 1999 υπήρξε η αποχώρηση του Leeroy Thornhill, και το γεγονός αυτό έβαλε στον πάγο τους PRODIGY, βάζοντας στην επίσημη ιστοσελίδα τους ένα μήνυμα-υπόσχεση: “We will be back…”. Υπόσχεση που κράτησαν μέχρι το 2002.

Και εκεί που περιμέναμε ότι όλα τελείωσαν με τους PRODIGY και ότι ήταν ακόμα ένα από εκείνα τα acts που χάθηκαν με την εξέλιξη της μουσικής, επιστρέφουν με reunion και περιοδεύουν σε όλο τον κόσμο, γράφοντας παράλληλα υλικό και ηχογραφώντας.
Το πρώτο δείγμα της επιστροφής τους, το “Baby’s got a temper”, το οποίο προκάλεσε και πάλι αντιδράσεις για την αναφορά του στο “Rohypnol”, υπνωτικό χάπι, η χρήση του οποίου γινόταν κυρίως από τους βιαστές στα θύματά τους. Ουσιαστικά, η κατηγορία ήταν ότι προέτρεπε τον κόσμο στη χρήση του συγκεκριμένου χαπιού.

Το 2004 οι PRODIGY κυκλοφορούν το “Always Outnumbered, Never Outgunned”, το οποίο είναι ο δίσκος με τις λιγότερες πωλήσεις στην ιστορία τους, ωστόσο το “Girls” καταφέρνει να ξεχωρίσει και να μπει στα charts κυρίως της Μεγάλης Βρετανίας.

Ακολουθούν ακόμη 5 χρόνια αποχής από την δισκογραφία, μέχρι και το 2009 όπου κυκλοφορεί το “Invaders must die”, όπου οι αντιδράσεις ήταν ανάμεικτες. Στην Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη, όπως επίσης και στον Καναδά κατέκτησε εύκολα υψηλές θέσεις στα charts. Ξεχώρισαν και πάλι συγκεκριμένα κομμάτια –εξαιρετικά κομμάτια- , όπως το “Omen”, το “Takem me to the hospital”, το καταπληκτικό “Warrior’s dance” όπως και το “Run with the wolves” (όπου συμμετέχει ο Dave Grohl στα drums).

 

 

prodigy15
Και ερχόμαστε στο 2015 με την κυκλοφορία του “The day is my enemy” τον περασμένο Μάρτιο, με τους Prodigy να είναι επιθετικοί και παράλληλα σκοτεινοί και μυστηριώδεις στον ήχο τους. Οι ίδιοι έχουν προλογίσει ότι θα είναι βίαιοι σε αυτόν τον δίσκο, αρνούμενοι να ακολουθήσουν το dubstep και όλα τα trends της σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής.
Το “Nasty” αποτέλεσε το πρώτο single και το υποδέχτηκαν με διθυραμβικές κριτικές, με το “The day is my enemy”, με τα χαότικα φωνητικά της Martina Topley-Bird, να ακολουθεί την ίδια αποδοχή. Ο δίσκος βέβαια περιλαμβάνει πολλά ακόμα διαμάντια, “Ibiza”, “Wild Frontier”, “Beyond The Deathray” και “Wall of Death”, τα οποία είμαι σίγουρη ότι θα δέσουν απόλυτα με τα διαμάντια του παρελθόντος στις ζωντανές εμφανίσεις τους!

Αν ψάχνετε ακόμη λόγους για να έρθετε το Σάββατο να τους δείτε, μπορώ να σας πω ότι οι PRODIGY ακολουθούν με συνέπεια αυτό που σχεδόν δημιούργησαν και αγάπησαν, παρά τις διάφορες αλλαγές στο line-up τους και είναι εγγύηση για ένα διασκεδαστικό και γεμάτο ενέργεια live. Η αλήθεια είναι ότι τους PRODIGY ή τους αγαπάς με πάθος ή τους μισείς θανάσιμα. Και αυτό το αφιέρωμα δεν ήταν για όσους ανήκουν στη δεύτερη ομάδα.

Δέσποινα Δευτεραίου

JUDAS PRIEST: “Rock Hard, Ride Free”

0

Μετά από την –ουσιαστική- απουσία ενός έτους, το Rockwave Festival υποδέχεται το Σάββατο στη μικρή σκηνή του την καθιερωμένη metal edition του. Με αφορμή τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από εκείνο το αλησμόνητο Rock Of Gods του 1996, το Rock Hard σας θυμίζει είκοσι από τις πιο σημαντικές ημερομηνίες της καριέρας των JUDAS PRIEST, που είναι οι headliners της σκηνής.

Sad wings of destiny cover1/9/1969: Οι JUDAS PRIEST ανοίγουν το παράθυρο προς τον κόσμο του heavy metal, βαφτίζοντας τη μπάντα από το “The ballad of Frankie Lee and Judas Priest” του Bob Dylan. Από τα ιδρυτικά μέλη, κανείς πλέον δεν παίζει στο συγκρότημα.

6/9/1974: Το “Rocka Rolla” γράφτηκε «live». Όχι σε κοινό, αλλά η μπάντα έπαιξε live σε στούντιο και ηχογραφήθηκε το album. Τίποτα δεν θα προμήνυε την θριαμβευτική συνέχεια.

23/3/1976: Κυκλοφορεί το “Sad wings of destiny”. Το τραγούδι που κάνει τη διαφορά και τους ακολουθεί στις live εμφανίσεις τους μέχρι και σήμερα είναι φυσικά το “Victim of changes”, που ουσιαστικά είναι ένα medley από τα τραγούδια “Red light lady” της Atkins era και “Whiskey woman” των HIROSHIMA, της προηγούμενης μπάντας του Metal God.

9/10/1978: Μόλις οκτώ μήνες μετά το “Stained class”, εμφανίζεται στις προθήκες των βρετανικών δισκοπωλείων το “Killing machine”, το οποίο μετονομάστηκε για χάρη της PMRC “Hell bent for leather” στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι τελευταίοι είχαν και εξτραδάκι τη διασκευή του “The Green Manalishi (with the two-pronged crown)” των FLEETWOOD MAC. Παρά το ότι οι κυκλοφορίες και των δύο albums είναι πολύ κοντινές, η ποιότητά τους είναι εξαιρετική.

priest maiden tour7/3/1980: Οι Judas Priest ξεκινούν από το Cardiff της Ουαλίας την British Steel Tour. Σε αυτή τη μικρής διάρκειας περιοδείας, support ήταν οι πρωτοεμφανιζόμενοι IRON MAIDEN.

17/7/1982: Το “Screaming for vengeance” συναρπάζει τους πάντες και γίνεται το μοναδικό διπλά πλατινένιο album των JUDAS PRIEST.

4/1/1984: Το γεγονός που επιβεβαιώνει του γνώμη του γράφοντος ότι το “Defenders of the faith” είναι το καλύτερο JUDAS PRIEST album, είναι ότι πρόκειται για τη μοναδική δουλειά τους όπου κάθε τραγούδι της έχει ερμηνευθεί επί σκηνής όχι μόνο στην περιοδεία προώθησής του (πλην του “Eat me alive”), αλλά και στις περιοδείες που ακολούθησαν. Η αδικία του “Eat me alive” αποκαταστάθηκε μόλις το 2008.

23/12/1985: Στην πόλη Sparks της Nevada, οι James Vance και Raymond Belknap, μετά από μια βραδιά γεμάτη καταχρήσεις και τη μουσική των JUDAS PRIEST, πηγαίνουν στην εκκλησιά της γειτονιάς τους και αυτοκτονούν με μια σφαίρα στο κεφάλι. Σύμφωνα με τους οικείους τους, στην αυτοκτονία τους ώθησαν τα τραγούδια “Better by you better than me” και “Beyond the realms of death” από το “Stained class”, τα οποία περιείχαν υποσυνείδητα μηνύματα. Πέντε χρόνια αργότερα, στη δίκη που έγινε, η μπάντα αθωώνεται. Η εικόνα του Halford να σιγοτραγουδά δακρυσμένος τους στίχους του “Better by you, better than me” συγκλονίζει.

priesttrial22/10/1988: Στο Βανκούβερ του Καναδά τελειώνει η “Mercenaries of metal” tour,  για την προώθηση του “Ram it down” και ταυτόχρονα η τελευταία επίσημη εμφάνιση του Dave Holland ως drummer, που στη συνέχεια αποχωρεί, λόγω προβλημάτων υγείας. Τα προβλήματα αυτά ήταν και η αιτία που στο εν λόγω album το ρυθμό δίνει ένα drum machine.

3/9/1990: Η καταιγιστική εισαγωγή του ομώνυμου τραγουδιού στο “Painkiller” έχει την υπογραφή του Scott Travis. Ήταν το πρώτο μη βρετανικό μέλος τους.

19/8/1991: Ο Καναδάς δεν αποδεικνύεται γούρικος για τους PRIEST. Στο Τορόντο αυτή την φορά, το “You’ve got another thing comin’” αποδεικνύεται προφητικό, αφού είναι και το τελευταίο on stage τραγούδι του Rob Halford, πριν την αποχώρησή του. Οι λόγοι ήταν οι συνεχείς καυγάδες του με τους Tipton και Downing, καθώς και η δημιουργία των FIGHT, μαζί με τον Scott Travis.

12/2/1996: Ο Tim “Ripper” Owens αναλαμβάνει τη θέση πίσω από το μικρόφωνο του συγκροτήματος, μετά από μια audition που διήρκεσε μόλις ένα κουπλέ του “Victim of changes”. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν μέλος των BRITISH STEEL, μιας tribute band που είχε εντυπωσιάσει την τότε κοπέλα του Scott Travis.

5/2/1998: «Νομίζω ότι οι περισσότεροι γνωρίζουν ότι είμαι gay για όλη μου τη ζωή και μόλις πρόσφατα αποφάσισα ότι είναι ένα ζήτημα για το οποίο νιώθω άνετα και ένα ζήτημα που με ακολουθεί από τότε που αναγνώρισα τη σεξουαλικότητά μου». Σε συνέντευξη στα νέα του MTV, ο Rob Halford δηλώνει δημόσια την ομοφυλοφιλία του.

7/9/2001: Βγαίνει στις αίθουσες η  ταινία Rock Star, με πρωταγωνιστές τους Mark Wahlberg και Jennifer Anniston, που ήταν εμπνευσμένη με την πρόσληψη του Ripper. Αν και αρχικά είχε συμφωνηθεί να έχει την επίσημη έγκριση του συγκροτήματος, τελικά μίλησαν τα managements, άλλαξαν πρόσωπα και πράγματα, αλλά οι γνωρίζοντες ήξεραν καλά που ήταν βασισμένη.
1/7/2003 Ανακοινώνεται η αποχώρηση του Ripper και η επαναπρόσληψη του Rob Halford.

23/1/2004: Ο πρώην drummer Dave Holland παραπέμπεται σε δίκη για απόπειρα βιασμού σε βάρος ενός 22χρονού με κινητικά προβλήματα, στον οποίο παρέδιδε μαθήματα drums στο σπίτι του στο Northampton. Καταδικάστηκε σε οκτώ χρόνια φυλάκισης.

20/6/2004: Οι PRIEST εμφανίζονται για πρώτη φορά στο αθηναϊκό κοινό με τον Metal God στο μικρόφωνο (είχε προηγηθεί η εμφάνισή τους στο ΟΑΚΑ με τον Ripper Owens τρία χρόνια πριν), στο ντεμπούτο του Terra Vibe ως έδρα του Rockwave Festival. Βέβαια, τη συγκεκριμένη πολλοί δεν την ευχαριστήθηκαν δεόντως, καθώς την ίδια ώρα η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου έπαιζε την πρόκρισή της στα προημιτελικά του Euro 2004, απέναντι στη Ρωσία.

24/6/2010: Η μπάντα λαμβάνει βραβείο Grammy την καλύτερη metal εμφάνιση, με τη live εκτέλεση του “Dissident aggressor”, από το “A touch of evil: live”.

7/12/2010: Η μπάντα ανακοινώνει ότι θα κάνει την Epitaph World Tour (2010-2012) και θα συνταξιοδοτηθεί. Ένα χρόνο αργότερα, κάνουν την κωλοτούμπα και ανακοινώνουν ότι ξαναμπαίνουν στο studio.

20/4/2011: Οι διαφορές του KK Downing με τους συνοδοιπόρους του και το management του συγκροτήματος, τον οδηγούν στο να ανακοινώσει τη συνταξιοδότησή του. Ταυτόχρονα ανακοινώνεται η αντικατάστασή του από τον Richie Faulkner.

Γιώργος Κόης

CORROSION OF CONFORMITY: America’s Unholy Stonebreakers

0

Για κάτι παραπάνω από τρεις δεκαετίες, οι CORROSION OF CONFORMITY ανήκουν στην συνομοταξία εκείνων των συγκροτημάτων που παρότι ουδέποτε σάρωσαν τα charts από τις υπέρογκες πωλήσεις δίσκων, κατάφεραν να διατηρήσουν τον ποιοτικό πήχη της δισκογραφικής όσο και της συναυλιακής τους παρουσίας αρκετά ψηλά ώστε να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του άκρως φανατικού κοινού τους. Με αφορμή την πρόσφατη επανένωσή τους με τον εμβληματικό Pepper Keenan αλλά και την επικείμενη επίσκεψή τους στην Αθήνα, το αφιέρωμα που ακολουθεί ρίχνει φως στους κυριότερους σταθμούς της ιστορίας του συγκροτήματος από την North Carolina όσο και στα πρόσωπα που συνέβαλαν στην διαμόρφωση της.

 

The Four Horsemen: An introduction

Woody Weatherman
Ο λόγος που το όνομα του κιθαρίστα Woody Weatherman μπαίνει πρώτο-πρώτο στο κάδρο είναι προφανής όσο και κατηγορηματικός. Από την γένεση του συγκροτήματος μέχρι και σήμερα είναι άλλωστε το πρόσωπο που ήταν πάντα εκεί ως πιστός θεματοφύλακας του ήχου και των επιτευγμάτων των CORROSION OF CONFORMITY. Και ναι, όσο κι αν ο Pepper Keenan είναι το αλατοπίπερο της μπάντας και ο απόλυτος star που όλοι λατρεύουν να βλέπουν επί σκηνής, η riffολογία αλλά και ο δυναμισμός του κατά τα άλλα σεμνού και ταπεινού Weatherman αποτελεί δίχως αμφιβολία το Α και το Ω των CORROSION OF CONFORMITY. Και μόνο το γεγονός ότι μονάχα μια φορά κυκλοφόρησε κάτι εκτός C.O.C. και αυτή ήταν το 1989 όταν μαζί με τον Mike Dean και τον comic artist-ντράμερ Brian Walsby σχημάτισε τους SNAKE NATION για συνεχίσει το hardcore punk κρεσέντο του “Animosity”, αρκεί για να τον κατατάξουμε ως μια από τις σεβαστές φυσιογνωμίες στην ιστορία του southern metal και του heavy ήχου γενικότερα.

Pepper Keenan
Έφτασε η πολυπόθητη ώρα της επιστροφής του ασώτου. Σχεδόν μια δεκαετία από την αποχώρησή του ήρθε επιτέλους η στιγμή της επανένωσης των αιώνιων αυτών εφήβων. Λένε πως η αξία κάποιου αποτιμάται καλύτερα όταν αυτός εξαφανίζεται από την ζωή σου. Όταν όλα αυτά τα μοναδικά στοιχεία που ανεβάζουν το επίπεδο κάθε σου προσπάθειας παύουν να υπάρχουν στην (κατά τα άλλα ρουτινιασμένη) καθημερινότητά  σου, αποκαλύπτεται η αληθινή σου όψη. Κάτι τέτοιο συνέβη τόσο με τους C.O.C. με το ομότιτλο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν το 2012, όσο και με την προ διετίας σόλο προσπάθεια του Phil Anselmo “Walk Through Exits Only”. Και στις δύο περιπτώσεις δεν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη απόδειξη ότι C.O.C. και DOWN δεν υφίστανται χωρίς τον Pepper Keenan. Και ενώ τόση ώρα του πλέκουμε το εγκώμιο για την πορεία των C.O.C. ας ρίξουμε μια ματιά την πορεία του με τους λατρεμένους από το ελληνικό κοινό DOWN. Οι συστάσεις είναι φυσικά περιττές. Μιλάμε για την μεγαλύτερη συνομοταξία αλιγατόρων που γέννησαν οι ιεροί βάλτοι του νότου. Για τους ιδρυτές της NOLA heavy metal σκηνής. Έτσι λοιπόν, το 1995 με κεκτημένη ταχύτητα από το “Deliverance”, κυκλοφορεί το θεάρεστο “Nola”. Όπως και να ‘χει, τέτοια  βόμβα μεγατόνων δεν εκτοξεύθηκε ξανά από το στρατόπεδο των DOWN. Το εσωστρεφές “Down II: A Bustle in Your Hedgerow” του 2002, βγήκε σε μια εποχή όπου και στην αντίπερα όχθη οι C.O.C. το γύρισαν στο alternative, ενώ το 2007 με το “Down III: Over the Under” μπορεί Keenan να έβγαζε τα απωθημένα που κράταγε μέσα του, παρόλα αυτά η τριπλέτα “Blind”-“Deliverance”-“Nola” είχε περάσει για πάντα στην ιστορία.

Mike Dean
Μετά τον Pepper Keenan ο Mike Dean αποτελεί ίσως την πιο cult φιγούρα του συγκροτήματος από την North Carolina. Ήρεμη δύναμη πίσω από τον μπάσο, είναι ο άνθρωπος που με το παίξιμο και την σταθερότητα του έδωσε αποφασιστική ώθηση σε όλες τις μεγάλες στιγμές των C.O.C. και ειδικά στα αξεπέραστα “Deliverance” και “Wiseblood”. Πλην των C.O.C., ο Dean δημιούργησε το 1996 τους NINEFINGER με τους οποίους κυκλοφόρησε (μόλις) ένα δίσκο-επιτομή του λασπωμένου sludge, το 2010 μαζί με τον Reed Mullin σχημάτισε τους RIGHTEOUS FOOL ενώ το 2013 συμμετείχε στο κομμάτι “As you wish” που περιλαμβανόταν στο ντεμπούτο άλμπουμ των VISTA CHINO, “Peace”. Παράλληλα έχει αναλάβει κατά καιρούς την παραγωγή δίσκων για συγκροτήματα σαν τους WEEDEATER, SOURVEIN και EARTHRIDE.

Reed Mullin
Πίσω από τον στιβαρό, δυναμικό όσο και ογκώδη ήχο των drums στους C.O.C. κρύβεται η προσωπικότητα του Reed Mullin. Με την εξαίρεση του “In the arms of God” όπου αυτή ήταν και η μοναδική φορά που οι δρόμοι του χώρισαν με το συγκρότημα, ο Mullin μαζί με τον Weatherman αποτελούν τους δυο θεμελιώδεις πυλώνες της μουσικής προσωπικότητας των C.O.C. Αρκεί και μόνο να ακούσει κανείς προσεκτικά τα επιτεύγματα του στα “Blind” και “Wiseblood” και θα καταλάβει γιατί μετά την κοινή περιοδεία τους με τους IRON MAIDEN το 1992 ο ίδιος ο Nicko McBrain όχι μόνο τον επαίνεσε για το παίξιμο του αλλά του χάρισε και ένα ζευγάρι ακριβά πιατίνια προκείμενου να ακούγεται ακόμα καλύτερος στις συναυλίες των C.O.C.

The Band: A brief history

The Hardcore Punk Years
Σωτήριο έτος 1982. Προτού σκάσει το κύμα του thrash metal στο Los Angeles και στα πέριξ αυτού και παρασύρει μαζί με τον μουσικό θίασο του glam τα πάντα στον διάβα του, προτού καν η τρέλα του Buzz Osborne βρει την απόλυτη έκφραση της στους MELVINS και λίγο πριν οι SUICIDAL TENDENCIES και οι D.R.I. εξαπολύσουν το πρώτο τους δισκογραφικό χτύπημα που έμελλε να ταρακουνήσει για τα καλά τα θεμέλια του underground, στο Raleigh της North Carolina ο κιθαρίστας Woody Weatherman και ο ντράμερ Reed Mullin, παράλληλα με την δραστηριότητα τους στους NO LABELS, δημιούργησαν μαζί με τον μπασίστα Mike Dean τους CORROSION OF CONFORMITY. O σκοπός τους ήταν από την αρχή απλοϊκός. Να συνδυάσουν την κάψα τους για το νιχιλιστικό punk με ό,τι πιο φρέσκο και οργισμένο υπήρχε στον σκληρό ήχο εκείνη την εποχή. Η συγκεκριμένη θέληση εκφράστηκε εμπράκτως μέσα από την συμμετοχή του συγκροτήματος σε δυο split άλμπουμ το 1982 και το 1983 καθώς και την δημιουργία ενός demo τον επόμενο χρόνο. Ωστόσο, το πρώτο σοβαρό δείγμα γραφής δεν άργησε να έρθει τον Μάιο του 1984 με την κυκλοφορία του “Eye for an eye”, στο οποίο συμμετείχε επίσης και ο τραγουδιστής Eric Eycke. Αν λάβουμε υπόψη το ύφος κομματιών όπως τα “Minds are controlled” και “Dark thoughts”, ουσιαστικά το “Eye for an eye” δεν ήταν τίποτα λιγότερο από ένα εκρηκτικό μίγμα ακατέργαστου punk και hardcore που βάδιζε στα χνάρια των BLACK FLAG, BAD BRAINS και THE MISFITS. Η απειρία των μελών του συγκροτήματος όσο και η κακή παραγωγή ήταν σαφώς τα στοιχεία που χαντάκωσαν το τελικό αποτέλεσμα, ωστόσο η παρουσία κομματιών σαν τα “Coexist”, “What?” καθώς και η διασκευή στο “Green Manalishi” των FLEETWOOD MAC (!) καταδείκνυε πως τα περιθώρια για βελτίωση ήταν ακόμα μεγάλα.

 

 

corrosion of conformity animosityΠαρόλα αυτά, το “Eye for an eye” δεν πέρασε καθόλου απαρατήρητο. Το συγκρότημα είχε ήδη πραγματοποιήσει κάποιες συναυλίες σε μεγάλες πόλεις όπως στη Νέα Υόρκη και στο San Francisco και η κυκλοφορία του ντεμπούτου του σε συνδυασμό με το περίφημο tape-trading της εποχής συνέβαλε έτσι ώστε η φήμη του να εξαπλωθεί εκτός από τις τοπικές σκηνές του hardcore punk/crossover και στα αυτιά ανερχόμενων metal ονομάτων σαν τους METALLICA και SLAYER. Η εξέλιξη αυτή στάθηκε αρκετή για να του δώσει την ευκαιρία να εμφανιστεί ως support στην συναυλία των SLAYER στην Βαλτιμόρη για τις ανάγκες της προώθησης του “Haunting the chapel” EP, με τους Tom Araya και Dave Lombardo να μεσολαβούν μάλιστα προκειμένου οι C.O.C. να κλείσουν συμφωνία με την Death Records που ήταν ουσιαστικά θυγατρική της Metal Blade του Brian Slagel. Εκμεταλλευόμενοι αυτό το ιδιαίτερο ευνοϊκό momentum, οι C.O.C. δεν άργησαν να επανέλθουν τον Οκτώβριο του 1985 με το δεύτερο τους άλμπουμ, “Animosity”. Μπορεί εν συγκρίσει με το “Eye for an eye” οι ταχύτητες  του “Animosity” να ήταν μεν πιο συγκρατημένες, όχι όμως τόσο αισθητά ώστε να υπερκαλύψουν τις οργισμένες punk τάσεις όσο και τις πολιτικοκοινωνικές ανησυχίες στην θεματολογία των στίχων που και πάλι είχαν την μερίδα του λέοντος. Το ενθαρρυντικό στοιχείο είχε να κάνει σαφώς με το γεγονός ότι η μπάντα παρουσίαζε για πρώτη φόρα ένα αρκετά βελτιωμένο και πιο σφιχτοδεμένο πρόσωπο παύοντας ταυτόχρονα να λειτουργεί ως ένα σύνολο που ήξερε απλά να βγάζει ενέργεια και βρωμιά στο παίξιμο του. Και μόνο άλλωστε από τις κιθαριστικές επιδόσεις του Weatherman στα “Holier”, “Kiss of death” και “Mad world” αλλά και την επιβλητική παρουσία του Mike Dean τόσο στο μπάσο όσο και στο μικρόφωνο ως frontman μετά την αποχώρηση του Eycke, καταλαβαίνει κανείς πως η μπάντα έχει κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός σχεδόν σε όλους τους τομείς.

 

 

CorrosionofConformity TechnocracyΜαζί λοιπόν με το “Dealing with it!” των D.R.I. και το “Speak English or Die” από τους S.O.D. που κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά, το “Animosity” ήταν ένα σαφές δείγμα πως το ρεύμα του hardcore punk/crossover δεν ήταν απλά και μόνο μια αντίδραση απέναντι στις mainstream μουσικές φόρμες της εποχής αλλά κάτι που άρχιζε πλέον να αποκτά γερές ρίζες όσο και φανατικό κοινό εκτός των στενών πλαισίων του underground. Για αρκετούς ο συγκεκριμένος δίσκος μαζί με το “Technocracy” EP του 1987 ήταν η ιδανική επισφράγιση της πιο αγνής και ανεπιτήδευτης περιόδου του συγκροτήματος. Όπως όμως αποδείχτηκε εκ των υστέρων δεν ήταν παρά μονάχα το μεταβατικό στάδιο για τα χρυσά επιτεύγματα που θα ακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια.

 

 

The Great Purification
Όσο κι αν με τα δυο πρώτα της άλμπουμ οι C.O.C. έμοιαζαν να βρίσκουν τα πατήματα όσο και τον προσωπικό τους ήχο δίχως να αποστασιοποιούνται υπερβολικά από τις punk καταβολές τους, δεν θα μπορούσαν να μείνουν εντελώς ανεπηρέαστοι από τις τάσεις στον σκληρό ήχο του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ‘80. Το thrash ήταν άλλωστε στα φόρτε του ενώ η πορεία των SUICIDAL TENDENCIES έδειχνε ξεκάθαρα πως υπήρχε τρόπος να συμβιβαστεί το hardcore punk με το καινούργιο αυτό μουσικό ρεύμα που χρόνο με το χρόνο ανέβαζε συνεχώς την δημοτικότητα του. Η μετάβαση όμως προς τις αμιγώς πιο μεταλλικές φόρμες συνέπεσε και με ορισμένες άκρως σημαντικές μεταβολές στο line-up του συγκροτήματος. Αμέσως μετά την κυκλοφορία του “Technocracy” EP ο Mike Dean μαζί με τον τραγουδιστή Simon Bob αποχώρησαν με συνέπεια το συγκρότημα να ξοδέψει δύο χρόνια μέχρι να βρει τους ιδανικούς αντικαταστάτες τους στα πρόσωπα των Phil Swisher και Karl Agell. Ο αέρας ανανέωσης λειτούργησε ευεργετικά καθώς η κυκλοφορία του “Blind” το 1991 έθεσε σε νέες βάσεις το μουσικό μέγεθος των C.O.C. Το “Blind” κυριολεκτικά τα είχε όλα. Ροή, ποικιλία μα πάνω απ’ όλα ξεχείλιζε από τόση δύναμη που δεν σε άφηνε να πάρεις ανάσα. Αυτή άλλωστε ήταν και η πρώτη cocblindcdφορά που ο ήχος του συγκροτήματος αποκτούσε τόσο ξεκάθαρο μεταλλικό προσανατολισμό, με τα riffs του Weatherman μαζί με το metal-on-metal βομβάρδισμα του Reed Mullin στα drums να συμβιβάζουν με τον πιο μαεστρικό τρόπο τις ταχύτητες του thrash και του sludge σε επικές στιγμές του δίσκου όπως τα “Painted smiling face”, “Great purification” και “Damned for all time”. Για να είμαστε ειλικρινείς βέβαια, η έλευση του Pepper Keenan ως δεύτερου κιθαρίστα αποδείχθηκε ως η χρυσή μεταγραφή του δίσκου. Μπορεί η συνθετική συμμετοχή του να μην απέκτησε μονομιάς βαρύτητα ανάλογη με εκείνη των υπολοίπων, παρόλα αυτά οι southern πινελιές που κατάφερε να βάλει στα “Dance of the dead” και “Buried” καθώς και οι φωνητικές ικανότητες του στο “Vote with a bullet” που επισκίασαν το thrash-ιάρικο γρέζι του Agell, ήταν μια επαρκή πιστοποίηση πως μπορούσε να αποτελέσει μεγάλο κεφάλαιο για την μελλοντική πορεία του συγκροτήματος. Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν συν το γεγονός ότι το “Blind” προσέλκυσε για πρώτη φορά το ενδιαφέρον του mainstream κοινού, δεν φαντάζει καθόλου παράλογο το πως το συγκρότημα κατάφερε να κλείσει θέση μαζί με τους TESTAMENT στο αμερικανικό σκέλος της “Fear of the Dark Tour” των IRON MAIDEN τον φθινόπωρο του 1992.

 

 

Discarding the Albatross
Το 1994 ήταν σημαδιακή χρονιά για τους CORROSION OF CONFORMITY. Έχοντας κάνει το πρώτο τους δειλό άνοιγμα προς το mainstream μεταλλικό κοινό με το εκπληκτικό “Blind” το 1991, συμφώνησαν να υπογράψουν στην πολυεθνική Columbia Records (η οποία μάλιστα την ίδια χρονιά είχε υπογράψει και τους THE OBSESSED του Scott “Wino” Weinrich), σε μια εποχή όπου η δημοτικότητα του grunge άρχισε σιγά σιγά να υποχωρεί και να αφήνει χώρο για ανερχόμενα ρεύματα όπως αυτό του stoner rock καθώς και των πιο extreme metal ιδιωμάτων. Η εξέλιξη αυτή έμελε να συμπέσει και με ορισμένες αλλαγές στο εσωτερικό της μπάντας. Το κενό που δημιούργησαν το 1993 στη θέση του frontman και του μπάσου αντίστοιχα οι αποχωρήσεις των Karl Agell και Phil Swisher, καλύφθηκε από την επιστροφή του Mike Dean και την ανάληψη των φωνητικών από τον ρυθμικό κιθαρίστα του σχήματος, Pepper Keenan.
COC deliveranceΗ κυκλοφορία του “Deliverance” ήρθε να επισφραγίσει μια σειρά μεταβολών και στο μουσικό ύφος του σχήματος. Το hardcore punk/πρώιμο sludge μοτίβο των προηγούμενων τριών δίσκων εγκαταλείπεται σχεδόν οριστικά, καθώς στη μουσική εξίσωση υπεισέρχονται για τα καλά πλέον στοιχεία που φλερτάρουν ανοιχτά με το southern όσο και το stoner rock, ενώ από την άλλη πλευρά τα riffs αποκτούν έναν αμιγώς πιο groovy και Sabbath-ικό τόνο. Η σπουδαιότητα όμως του “Deliverance” έγκειται στο γεγονός ότι μέσα από αυτό αναδεικνύεται για πρώτη φορά τόσο έντονα η μουσική προσωπικότητα του Pepper Keenan. Δεν ήταν μόνο η χαρακτηριστική χροιά της φωνής του, η οποία επρόκειτο να βάλει την σφραγίδα της και στις επόμενες τρεις δουλειές των C.O.C. αλλά κυρίως η μεγαλύτερη συνεισφορά του στον κιθαριστικό όσο και τον συνθετικό τομέα, που ανεβάζει κατακόρυφα το ποιοτικό επίπεδο του δίσκου και κάνει συγχρόνως τους υπόλοιπους και ειδικά τον έτερο κιθαρίστα του σχήματος, Woody Weatherman, να βγάλουν κυριολεκτικά τον καλύτερο τους εαυτό. Κομμάτια άλλωστε σαν τα “Albatross”, “Clean my wounds”, “Seven Days” ή το fuzz-ιάρικο “Senor Limpio”, όχι μόνο επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές αλλά μέχρι και σήμερα συγκαταλέγονται στις κορυφαίες στιγμές του συγκροτήματος από την North Carolina.

 

 

COC WISEBLOODΌταν όμως ο προηγούμενος δίσκος σου είναι η αιτία της απογείωσης σου, σίγουρα δε θες με τίποτα ο διάδοχός του να είναι αυτός που θα σε προσγειώσει ανώμαλα στο έδαφος. Έχοντας συμβόλαιο για ένα ακόμα άλμπουμ με την θρυλική Columbia, το συγκρότημα αποβάλει κάθε μορφή άγχους που μπορεί να του δημιουργεί η επιβεβλημένη επιτυχία, και απλά μπαίνει στο στούντιο με τους οπαδούς να τρέφουν τις μεγαλύτερες προσδοκίες. Όμως ο πήχης είχε ανέβει υπερβολικά ψηλά, ακόμα και για τους ίδιους. Το “Wiseblood” παρά το γεγονός ότι ακολουθεί την συνταγή του “Deliverance”, δεν καταφέρνει σε καμιά περίπτωση να ξεφύγει από την σκιά του. Και μπορεί στα κιτάπια του να βρίσκουμε μια σύμπραξη τιτάνων, με την φωνή του James Hetfiled να συμμετέχει στο “Man or Ash”, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου φαντάζει να ξεθωριάζει μετά από μερικές ακροάσεις. Προσοχή, αν δεν υπήρχε το “Deliverance” θα μιλάγαμε για μία από τις καλύτερες στιγμές της μπάντας, αφού ο ήχος, το heavy riffing, ο τσαμπουκάς και τα επάλληλα κοψίματα που κυριαρχούν σε συνθέσεις όπως τα “Long whip/Big America”, “The snake has no head” ή το επικό instrumental του “Bottom feeder” δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ακόμα και από τους πιο δύσπιστους. Άλλωστε, παρότι δεν κατάφερε να σημειώσει την εμπορική επιτυχία του προκατόχου του, το “Wiseblood” δεν οδήγησε άδικα το συγκρότημα σε ένα πολύ επιτυχημένο τουρνέ ως support των METALLICA στην “Poor Touring Me” των τελευταίων το 1996. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το σημαντικότερο ήταν πως μέσα από την τελειοποίηση της νέας μουσικής τους προσέγγισης, οι C.O.C. κατάφεραν μέσω αυτού του δίσκου να εξελιχθούν και να καθιερωθούν σε αυτό που όλοι αναγνωρίζουν μέχρι και σήμερα. Ως μια από τις σημαντικότερες μπάντες-εκφραστές του southern metal.

 

 

America in the arms of God
americas volume dealerΗ αλλαγή της χιλιετίας δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την παρέα από την North Carolina. Στα απόνερα της κυριαρχίας της alternative/grunge σκηνής, η μπάντα εξαλείφει σχεδόν πλήρως τον τραχύ ήχο και με το “America’s Volume Dealer” γυρίζει σελίδα σε μια πιο ζεστή stoner χροιά. Οι ιδέες, το αλήτικο attitude και ο γρήγορος ρυθμός παραμένουν αμετάβλητοι, με τις μεγαλύτερες αλλαγές να τις παρατηρούμε στα φωνητικά που χάνουν πολύ από το οξύ αυτό γρέζι στις καταλήξεις που χαρακτήρισε μια ολόκληρη γενιά συγκροτημάτων. Επίσης την επιστροφή του κάνει ο σκονισμένος αέρας τους “Deliverance”, με τις catchy μελωδίες και τα χτυπητά ρεφρέν, στοιχεία που γνωρίζουν να μεταχειρίζονται καλά ο Keenan κι η παρέα του. Ταυτόχρονα η μπάντα αλλάζει εταιρεία, μετακομίζοντας δισκογραφικά στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, και συγκεκριμένα στη Μ. Βρετανία και την Sanctuary. Φαίνεται πως τα γυρίσματα του “Drowning in a Daydream” που πραγματοποιήθηκαν εκεί τέσσερα χρόνια νωρίτερα αποδείχθηκαν προφητικά.

 

 

In the arms of godΌχι άδικα το “In The Arms of God” θεωρείται από πολλούς η καλύτερη στιγμή της μπάντας από την “Deliverance” εποχή, μέχρι σήμερα. Οι C.O.C. συγκεντρώνουν με ευλάβεια το απόσταγμα όλων αυτών των χρόνων που οργώνουν με τις μουσικές τους τις ηπείρους για να μας το προσφέρουν στην πιο καθαρή και αγνή του εκδοχή. Ο δίσκος αποτελεί την φυσική συνέχεια του προκατόχου του, με τον ήχο να αποτελεί ουσιαστικά τον κοινό παρανομαστή και οι μεγάλες αλλαγές να παρατηρούνται  στον βαθμό “αυθεντικότητας” των συνθέσεων. Η μπάντα ξεφεύγει από τον χλιαρό χαρακτήρα που κράτησε στον προηγούμενο δίσκο. Στο “In the arms of god” τα δυνατά σημεία γίνονται δυνατότερα, ενώ τα χαλαρά πιο ταξιδιάρικα. Μεγάλη απώλεια για τον δίσκο η απουσία του Reed Mullin που είχε ήδη αποχωρήσει μετά το τέλος του προηγούμενου δίσκου, ενώ και για τον Keenan αυτός θα είναι ο τελευταίος σταθμός στην μακρόχρονη πορεία του με τους C.O.C. .

 

 

Born again for the last time
Όπως είχαμε γράψει και το 2012… «βλέποντας το εξώφυλλο του δίσκου, με τη νεκροκεφαλή του “Eye for an Eye” να επιστρέφει, και το όνομά τους να είναι και ο τίτλος του, δύο πράγματα μπορούμε να συμπεράνουμε. Πρώτον, ότι το ραντεβού με την έμπνευση πάτωσε, αυτή δεν εμφανίστηκε ποτέ, και έτσι έχουμε το επανασυνδεδεμένο τρίο εποχής “Animosity” να μας τα πρήζει για επιστροφή στον ήχο του τότε και κουραφέξαλα! Ή δεύτερον πως η κίνηση αυτή, αποτελεί μια δήλωση της μπάντας ότι ο δίσκος είναι ο πλέον χαρακτηριστικός και ειλικρινής που μπορούσαν να βγάλουν αυτή τη χρονική στιγμή, και τους αντικατοπτρίζει πλήρως (CLUTCH, METALLICA, AUDREY HORNE μερικά παραδείγματα)» (εκτενέστερα όλη η παρουσίαση). Η αλήθεια βέβαια βρίσκεται κάπου στην μέση, αφού στις φλέβες των Weatherman, Mike Dean και Reed Mullin, το πικρό αίμα της hardcore έχει μπολιαστεί με την ζεστασιά της southern σκηνής που πρεσβεύει ο (απών πλέον) Keenan. Κάπως έτσι, τόσο το ομότιτλο album όσο και το “Megalodon” EP, περιέχει αναμνήσεις από την αλλοτινή τους νιότη, χωρίς όμως να ξεχνάνε πόσα κεράκια σβήνουν στην τούρτα τους. Ώριμοι πια, ακομπλεξάριστοι και πάνω απ’ όλα γνώστες των ορίων τους, φέρνουν στο φως έναν τίμιο δίσκο που άξια φέρει το όνομα της μπάντας.

 

 

Δύο χρόνια μετά, το “IX” ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη ότι η επιστροφή των C.O.C. δεν ήταν μια ακόμη συναυλιακή αρπαχτή. Αρνούμενοι να μάθουν από τα λάθη που τους προσδίδουν στην πρώτη τους απόπειρα ως τρίο μετά από (πάρα) πολλά χρόνια, ακολουθούν τον ίδιο old school δρόμο μεταξύ thrash (πως;;) και doom/southern-ιάς που τους αρμόζει. Ναι, τα φωνητικά παραμένουν ο αδύναμος κρίκος της μετά-Keenan εποχής, ωστόσο το συγκρότημα βρίσκει τα πατήματά του και αποδεικνύει ότι πάντα και παντού υπάρχει χώρος για εξέλιξη. Ειδικά ο Woody Weatherman φαίνεται πως είναι η μεγαλύτερη έκπληξη αυτής της νέας προσπάθειας, αφού όντας πλέον ο μοναδικός κιθαρίστας βγαίνει μπροστά (πιο μπροστά και από τον Mike Dean στα φωνητικά) αποδεικνύοντας ότι όχι μόνο μπορεί να σηκώσει το δημιουργικό-συνθετικό βάρος της μπάντας, αλλά κι ότι δεν κρύβεται πίσω από καμιά σκιά του παρελθόντος.

 

 

Είναι λοιπόν μεγάλη η πρόκληση που πρόκειται να δεχθούμε το ερχόμενο Σάββατο (27/6), αφού θα δούμε επί σκηνής να ξετυλίγεται ένα κουβάρι 30 περίπου χρόνων, με μια πορεία που πέρασε από πολλά και πανύψηλα κύματα. Με μεγάλη περιέργεια περιμένουμε πως θα ανταποκριθεί ο Keenan στο νέο υλικό και το πώς θα δέσει με τον Weatherman. Βέβαια αυτά θα είναι ψιλά γράμματα μπροστά στους ύμνους του παρελθόντος. Κοντοζυγώνουν οι μέρες, ξετρυπώστε καρό πουκάμισα και ελάτε στο Fuzz.
Επιμέλεια αφιερώματος: Πάνος Δρόλιας – Νίκος Ζέρης

DJ sets

0

Κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στο RAINBOW ROCK BAR (Δεκελέων 40, Γκάζι, δίπλα στο σταθμό μετρό Κεραμεικός), ο Σάκης Φράγκος resident dj, με πολλά αφιερώματα, live μπάντες και επιλογές απ’ όλο το φάσμα της metal μουσικής!

Radio shows

0

Κάθε Κυριακή 11-2 το βράδυ, ο Σάκης Φράγκος παρουσιάζει το Rock Hard Radio Show τον Legend 88,6 (live streaming: www.legend886.gr), το νέο rock σταθμό της πόλης, με όλες τις νέες κυκλοφορορίες, επικαιρότητα, καυστικά σχόλια, βουτιές στο παρελθόν, ελληνική σκηνή και φυσικά τις δικές σας παραγγελιές. Συντονιστείτε εγκαίρως!

BLIND GUARDIAN: “Imaginations beyond the red mirror”

0

guardian 2Ο Σάκης Νίκας και ο Φραγκίσκος Σαμοΐλης, βρήκαν την ευκαιρία να βγάλουν τον οπαδό από μέσα τους και να μιλήσουν για τους BLIND GUARDIAN, σ’ ένα κλίμα εντελώς παρεΐστικο, χωρίς να μασάνε τα λόγια τους, λέγοντας την πραγματική τους άποψη για το συγκρότημα και την πορεία του, σαν να μην έχουν κανένα δίπλα τους. Απολαύστε μία συζήτηση «καφενείου», που λέγονται πολλές αλήθειες έξω από τα δόντια και στη συνέχεια, ίσα που προλαβαίνετε να δηλώσετε συμμετοχή για τον σούπερ διαγωνισμό μας με το μυστικό, ακουστικό, δωρεάν show του συγκροτήματος για τα 10 χρόνια του ROCK HARD ή στην τελική να προμηθευτείτε εισιτήριο για τη συναυλία της Παρασκευής στη Θεσσαλονίκη ή της Κυριακής στην Αθήνα (αφού το Σάββατο έγινε ήδη sold out).

(Φ: Φραγκίσκος Σαμοΐλης, Σ: Σάκης Νίκας)

Φ: Και τώρα πως θες να το κάνουμε δηλαδή αυτό;
Σ: Δεν είναι ανάγκη να διαφωνήσουμε. Μπορεί και να συμφωνούμε.
Φ: Όλο και κάπου θα συμφωνούμε εμείς οι δύο. Νομίζω δηλαδή.
Σ: Για παράδειγμα. Ποιά είναι η χρυσή εποχή των BLIND GUARDIAN για εσένα;
Φ: Σίγουρα η περίοδος από το “Tales from the twilight words” μέχρι και το “Imaginations from the other side”. Αυτή η τριάδα δίσκων.
Σ: Ορίστε που συμφωνούμε για αρχή!
Φ: Βέβαια, αυτή η περίοδος είναι η χρυσή για τη δική μας γενικά. Η νεότερη γενιά ίσως διαφωνεί μαζί μας.
Blind Guardian 2015Σ: Κοίτα, το “Nightfall” είναι το άλμπουμ που τους γιγάντωσε. Πούλησαν περισσότερα αντίτυπα, τους έμαθε περισσότερος κόσμος.
Φ: Κοίτα, για μένα είναι ένα σχεδόν ισάξιο άλμπουμ. Διαφορετικό μεν, ποιοτικά σχεδόν ισάξιο δε.
Σ: Φυσικά. Φυσικά. Μου πήρε πολύ χρόνο για να μου αρέσει το “Nightfall”. Ήταν πολλές και μεγάλες οι αλλαγές.
Φ: Και μένα στην αρχή μου φάνηκε λίγο κάπως. Αλλά μετά το αγάπησα και αυτό.
Σ: Ας τα πάρουμε από την αρχή. Πόσες περιόδους βλέπουμε των GUARDIAN;
Φ: Τουλάχιστον 3.
Σ: Εγώ θα έλεγα 4. Είναι τα πρώιμα χρόνια, τα δύο πρώτα άλμπουμ, “Follow the blind” και “Battalions”, έτσι;
Φ: Ναι, τα οποία είναι speed στην ουσία και δεν έχουν κάποιο προσωπικό ήχο εκεί οι GUARDIAN.
Σ: Ναι, είναι HELLOWEEN “Walls of Jericho” φάση, ξέρεις. Είναι μετά τα χρόνια της Virgin, της εταιρείας. Από το “Tales”, μέχρι… να βάλω και το “Night at the opera”;
Φ: Δε μου κάνει το “Night…” γι’ αυτή την περίοδο. Το “Nightfall” ναι, είναι σίγουρα μέσα σε αυτήν την περίοδο. Το “Night at the opera” προχώρησε στην ουσία τον ήχο του “Nightfall”. Τον πήγε ακόμα παραπέρα.
Σ: Το “Night at the opera” είναι παρεξηγημένο άλμπουμ; Είναι κακό; Είναι καλό; Τι είναι;
blind guardian4Φ: Για μένα είναι σίγουρα μεταβατικό. Γιατί το σήμερα της μπάντας, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο “Night at the opera”. Είχαν χρόνια το συμφωνικό στοιχείο ήδη, αλλά δεν ήταν η βάση τους. Εκεί άρχισε να περνάει πιο μπροστά από ότι είχαμε συνηθίσει. Ειδικά τώρα μοιάζει να είναι η βάση του ήχου τους το συμφωνικό στοιχείο.
Σ: Ίσως είναι μεταβατικό, ναι. Απλά εκεί που δε μπορώ καθόλου, είναι η γιγάντωση του συμφωνικού στοιχείου στα χρόνια τους στη Nuclear Blast. Δηλαδή “Twist in the myth”…
Φ: Μακράν το χειρότερο. Εδώ σίγουρα θα συμφωνούμε.
Σ: Εδώ συμφωνούμε. Το “Twist in the myth” είναι το άλμπουμ που δε μου έχει μείνει τίποτα πέρα 2-3 κομματιών.
Φ: Μα ακόμα και στα live δείχνουν και οι ίδιοι ότι δεν το έχουν σε εκτίμηση, αφού θα παίξουν κυρίως το “Fly”.
Σ: Που ακόμα και αυτό είναι κακό κομμάτι για μένα.
Φ: Εμένα με ενοχλεί πολύ και στιχουργικά για BLIND GUARDIAN. Δε θέλω Peter Pan στους GUARDIAN, πως να το κάνουμε. Βάλε και Candy-Candy.
Σ: (γέλια) Από τα 3 τελευταία άλμπουμ, ποιό είναι το καλύτερο;
Φ: Προσωπικά και με χαρακτηριστική ευκολία, είναι το “At the edge of time”.
Σ: Κι εγώ συμφωνώ μαζί σου.
BlindGuardian2010aΦ: Έχει πολλά καλά τραγούδια, έχουν καταφέρει πολύ καλά το πάντρεμα του συμφωνικού με τον παλιότερο κάπως ήχο τους.
Σ: Το τελευταίο σου άρεσε;
Φ: Μου λείπει η μαγεία. Που στους GUARDIAN είναι το Α και το Ω η μαγεία. Αυτό είναι που τους κάνει τόσο ξεχωριστούς και ιδιαίτερους.
Σ: Εγώ απογοητεύτηκα. Αν εξαιρέσεις νομίζω το “Holy grail” και το “Prophecies” που μου έχουν μείνει κιόλας, νομίζω ότι ο Hansi κάνει προσπάθεια να ξεφύγει από το παρελθόν. Στα δύο τελευταία άλμπουμ τουλάχιστον, μη σου πω στα τρία τελευταία. Σα να λέει “όχι, δε θέλω να παίζω όπως στα 90’s, αλλά κάτι τελείως διαφορετικό”. Μεγαλώνουν; Δε ξέρω.
Φ: Κοίτα, δε μπορείς να παίζεις το ίδιο στα 20, στα 35 και στα 45. Και σαν μουσικός κιόλας, πρέπει να έχεις ανησυχίες. Ή τουλάχιστον το θεωρώ πιο υγιές αυτό.
Σ: Ναι, αλλά πες μου το άλλο. Ένας μουσικός έχει μουσικές ανησυχίες και δε μπορεί πχ στα 45 του να παίζει όπως στα 25 του. Δεκτό. Και παίζει live και βλέπει τον κόσμο να τραγουδάει τραγούδια από το “Tales…” με όλη του τη δύναμη, τραγούδια από το “Somewhere…” με όλη του τη δύναμη, από το “Imaginations…” ακόμα πιο δυνατά, από το “Nightfall” της πουτ@@ας. Και στα καινούργια; Ο κόσμος είναι flat. Τι κάνεις εκεί; Δηλαδή γίνεσαι Geoff Tate που αδιαφορούσε μέχρι πρότινος για τους οπαδούς και έπαιζε ότι γούσταρε;
guardian6Φ: Εντάξει, τώρα μιλάμε όμως για μία μπάντα που δείχνει ότι δεν αδιαφορεί στο ελάχιστο για τους οπαδούς της. Είναι από τις πλέον τίμιες μπάντες εκεί έξω.
Σ: Ναι. Αλλά τι κάνεις εκεί; Γίνεσαι μήπως SAVAGE CIRCUS;
Φ: ΟΧΙ!
Σ: (γέλια) Τι κάνεις τότε; Προσπαθείς να παντρέψεις το παλιό με το νέο;
Φ: Εγώ θεωρώ μαγκιά των GUARDIAN που δεν ενδιαφέρονται για τους οπαδούς όσον αφορά το τι θέλουν να ακούσουν ακριβώς. Σε εισαγωγικά το ενδιαφέρονται. Παίζουν αυτό που θέλουν αυτοί, ανεξαρτήτως αν ας πούμε οπαδός θέλει ένα νέο “Nightfall”. Εμένα αυτό μου αρέσει, να σου πω την αμαρτία μου. Με πονάει σε πολλές μπάντες, συμπεριλαμβανομένων και των GUARDIAN, αλλά μου αρέσει. Γιατί το θεωρώ και πιο αληθινό. Γιατί όταν συνθέτεις τη μουσική σου ελεύθερα, είναι πιο αληθινό από το να πιεστείς και να πεις με το ζόρι ότι πρέπει να βγάλεις ένα καινούριο “Somewhere far beyond” ας πούμε. Και δε μπορείς. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν και πολλές μπάντες που έχουν καταφέρει κάτι τέτοιο βασικά. Μη σου πω και καμία. Να πάει να αντιγράψει κάτι πολύ πετυχημένο και να το κάνει. Και στην τελική, εγώ είμαι και όπως με μάθει μία μπάντα. Οι GUARDIAN με μάθανε στην αλλαγή. Αυτό που λέγαμε και για τις περιόδους. Αλλάζανε τον ήχο τους. Αν μιλάγαμε πχ για MOTORHEAD και AC/DC, θα ήθελα το ίδιο, γιατί με μάθανε ότι παίζουν το ίδιο πράγμα. Αυτό με μάθανε. Στους GUARDIAN μου αρέσει η αλλαγή. Δεν πετυχαίνει όλες τις φορές, αλλά μου αρέσει που το δοκιμάζουν. Και για τα συμφωνικά πιστεύω ότι φταίει και εκείνο το καταραμένο το συμφωνικό άλμπουμ που θέλουν να κάνουν και δε ξέρω αν και πότε θα βγει τελικά. Μήπως περνάνε κάποια περισσότερα στοιχεία στα κομμάτια τους γι’ αυτό το λόγο.
blind guardian 5Σ: Εμένα με χαλάει η έμφαση που δίνουν στο συμφωνικό τα τελευταία χρόνια. Είναι πολύ πομπώδες και ογκώδες. Πολύ φορτωμένο με ορχήστρες.
Φ: Συμφωνώ. Με χαλάει επίσης ότι είναι πολύ παρεμφερές. Δηλαδή ακόμα και στον τελευταίο δίσκο, τα δύο μεγάλα για παράδειγμα κομμάτια, είναι πολύ κοντά και σε νοοτροπία και σε τοποθέτηση στα αντίστοιχα δύο του προηγούμενου. Ακόμα και ο δίσκος ξεκινάει και τελειώνει με τον ίδιο τρόπο. Τα riff μέσα είναι ίδια. Κάτι που δε μας είχαν συνηθίσει οι GUARDIAN.
Σ: Μήπως θέλουν να τα ενώσουν με κάποιο τρόπο; Να το παρουσιάσουν ως μίας μορφής concept;
Φ: Κοίτα, είναι μία φυσική συνέχεια του προηγούμενου ο τελευταίος δίσκος. Σαν να λένε “εδώ είναι το λιμάνι μας” ρε παιδί μου. “Τα βρήκαμε καλά με το συμφωνικό, εδώ γουστάρουμε”. Μου ακούγεται πολύ safe που λέμε. Γιατί μπορεί οι πιο παλιοί και ηλικιακά να λέμε ότι ανατριχιάζουμε με άλλους BLIND GUARDIAN πολύ περισσότερο, όμως εμπορικά με τα τελευταία άλμπουμ γιγαντώθηκαν. Τα πιο συμφωνικά.
Σ: Ναι, αλλά δεν είναι κακό για μία μπάντα σαν τους GUARDIAN να παίζουν έναν safe ήχο; Και μάλιστα να περιμένεις 5.5 χρόνια για ένα νέο άλμπουμ; 2010 το “At the edge of time”, 2015 το καινούριο.
Φ: Συμφωνώ απολύτως σε αυτό. Και μιλάμε για μπάντες τέτοιου επιπέδου που από αυτό ζούνε. Δεν έχουν όλα τα υπόλοιπα άγχη ας πούμε. Δουλειές, καθημερινότητα. Βέβαια, οι GUARDIAN δεν ήταν και ποτέ η μπάντα που θα έλεγες ότι την έχουν δει rock stars ή συμπεριφέρονται έτσι. Χαβαλέ κάνουν ως ένα βαθμό. Επαγγελματίες στο έπακρο φυσικά, αλλά κάνουν αυτό που γουστάρουν απλά. Και σαν άτομα, τους έχεις γνωρίσει κι εσύ, είναι κυριλέ άτομα που κάνουν αυτό που γουστάρουν και ζουν από αυτό. Δεν είχαν το άγχος του να βγάζουν δίσκο κάθε δύο χρόνια, να περιοδεύσουν, να πουλήσουν. Τουλάχιστον τα τελευταία αρκετά χρόνια. Και αυτό μου αρέσει στους GUARDIAN.
Σ: Εσύ που τους παρακολουθείς και περισσότερο από εμένα, πιστεύεις ότι έχουν χάσει την κά@@α που λέμε; Την όρεξη να δημιουργήσουν.
Φ: Αν έχουν χάσει κάποια κά@@α, αυτή είναι νομίζω του πιο heavy, του πιο γρήγορου παιξίματος.
Σ: Πότε την χάσανε θεωρητικά; Όταν έφυγε ο Thomen ας πούμε;
guardian3Φ: Για μένα αυτή είναι η μεγαλύτερη απώλεια. Γιατί ο Thomen ήταν ο συνδετικός κρίκος στην ουσία. Αυτός που τους κράταγε ηχητικά στην περίοδο μέχρι και το “Imaginations…”. Και σαν drummer καθαρά, είναι άλλο επίπεδο. Βέβαια, ο άνθρωπος πλέον δε μπορεί με τόσα ιατρικά προβλήματα. Εδώ υπάρχει ο κίνδυνος να μην ξαναπαίξει ποτέ δυστυχώς. Χάσανε πολύ όμως. Αν θυμάσαι όταν είχαν έρθει πρώτη φορά με τον Ehmke ήταν περίεργα. Πιο αργά παιγμένα κάποια κομμάτια, διαφορετική αίσθηση σαν συγκρότημα. Δεν ήταν απλά ένας drummer o Thomen. Ήταν ζωτικό κομμάτι των BLIND GUARDIAN. Δεν έχουν χάσει την κά@@α της δημιουργίας. Το αντίθετο μου δείχνει αυτό που κάνουν. Ότι το ψάχνουν διαφορετικά και περισσότερο ηχητικά. Συμφωνικά για παράδειγμα, πάνε σε μέρη που δεν είχαν πάει ποτέ. Δε θα στηριχθούν στο να παίξουν στο 140, στο 160, στο 180, σε οτιδήποτε πιο speed για να δείξουν κάτι. Θα δείξουν κάτι διαφορετικό, περισσότερο στηριζόμενο στην ενορχήστρωση, πιο μουσικό αν μπορείς να πεις κατά μία έννοια. Αν και λίγο παρεξηγήσιμη η λέξη, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Δεν έχουν στήριγμα πχ τα τρομακτικά καλά ρεφρέν. Αν και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο που μου λείπει μαζί με τη μαγεία παρεμπιπτόντως. Τα ρεφρέν. Ψάχνω να βρω στο τελευταίο δίσκο και δεν τα βρίσκω εύκολα και πολλά.
Σ: Τελευταία φορά που με έπιασε ένα ρεφρέν των GUARDIAN και να με κολλήσει, ήταν ίσως το “Soulforged”.
Φ: Ο Χριστός και η μάνα του!
Σ: Το “Under the ice”; Εμένα μου αρέσει το “A night at the opera”. Κάπου εκεί σταματώ. Εντάξει, δε σου λέω “Nightfall”. Εκεί είχε πάρα πολλά.
Φ: Τώρα όμως τα ψάχνεις.
Σ: Εγώ πιστεύω ότι είναι και θέμα παραγωγής ρε φίλε. Δηλαδή όταν μπλέκονται τόσα πράγματα στο αυτί μου, δε ξέρω, χάνεται η ουσία του κομματιού ρε γαμώτο.
Φ: Και επειδή οι GUARDIAN δεν είχαν και ποτέ τις τρομακτικές παραγωγές, τώρα τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα.
Σ: Ακριβώς.
blindguardianband2014Φ: Δηλαδή ακόμα και η παραγωγή του τελευταίου… μήπως φταίει και ο Charlie Bauerfeind στην τελική;
Σ: Κοίτα, ότι τους έχει οδηγήσει σε ένα καλούπι και δεν τους βγάζει και δε ρισκάρουν, ναι, σίγουρα. Αλλά δε νομίζω και τόσο όμως ρε συ. Εντάξει, πόσο ρόλο να έχει ο Charlie; Είναι σαν αυτό που λένε για τους ACCEPT με τον Andy Sneap. Που λένε ότι είναι ίδια η παραγωγή.
Φ: Καλά, ο Andy Sneap ούτως ή άλλως το έχει αυτό και του το προσάπτουν μερικοί, αλλά είναι παραγωγάρες, πως να γίνει;
Σ: Ναι. Αλλά το θέμα είναι το τραγούδι.
Φ: Συμφωνώ. Και καλά έκανες και είπες για ACCEPT σαν παράδειγμα, γιατί όταν βγήκε το “Blood of the nations”, αρρωστήσαμε όλοι. Ο συνδυασμός ήχου και τραγουδιών…
Σ: Δεν υπήρχε αυτό το πράγμα!
Φ: Και αυτοί έχουνε μπει βέβαια σε μία λούπα. Τρία ίδια άλμπουμ.
Σ: Ναι. Τρία καλά άλμπουμ μεν, που έχουν όμως χάσει το πλεονέκτημα του εντυπωσιασμού και της έκπληξης που είχε το πρώτο. Μια χαρά είναι και τα άλλα, αλλά το “Blood of the nations” είναι το καλύτερο.
Φ: Πίσω στο θέμα μας όμως, ακόμα και από τις δηλώσεις που διαβάζαμε πριν ακούσουμε το δίσκο, περιμέναμε περισσότερες γέφυρες με το παρελθόν. Να είναι περισσότερο διαφορετικό από το “At the edge of time”. Υπάρχουν φυσικά οι γέφυρες, με το “Imaginations…” περισσότερο, αλλά περιορίζονται σε ένα κουπλέ, κάνα riff, κάνα bridge. Είναι σαν τυράκια ρε παιδί μου.
blindgbandΣ: Αφού το ανέφερες, το “Imaginations…” είναι το αγαπημένο μου άλμπουμ των GUARDIAN. Αν μου πει κάποιος να του πω το αγαπημένο μου, θα έλεγα “Imaginations…”, αλλά αν μου έλεγε ότι δεν έχει ακούσει ποτέ και μου ζήταγε ένα από όλα, θα έλεγα το “Somewhere…”. Εσύ πιο θα έλεγες; Το πιο αντιπροσωπευτικό δεν είναι το “Somewhere…”;
Φ: Για εμένα είναι το “Imaginations…”, επειδή είναι ίσως αυτό που παντρεύει τα πάντα. Και τα πιο speed, και τα πιο επικά…
Σ: Έχουνε ρίξει όμως ρυθμούς στο “Imaginations…”.
Φ: Ναι, αλλά έχει κάτι “I’m alive” μέσα…
Σ: Τα οποία όμως δεν είναι και τα κατώτερα του δίσκου;
Φ: Δε μπορώ να βάλω κατώτερα εύκολα σε έναν τέτοιο δίσκο ρε φίλε! (γέλια) Αλλά επειδή καταλαβαίνω με ποιά έννοια το λες, μάλλον συμφωνώ. Γιατί ακούς ένα “Mordred’s song” και τέλος! Πεθαίνεις. “Bright eyes”, υπερχιτάρα, το ομότιτλο. Και στο “Somewhere…” βέβαια ισχύει αυτό αρκετά.
Σ: Είναι βέβαια και αυτό που φοράς. To “Tales…”. “Tommy knockers”. (γέλια)
Φ: (γέλια) Έτσι! Στο “Tales…” είναι για παράδειγμα το αγαπημένο μου κομμάτι GUARDIAN. Μάλλον, το αγαπημένο μου ρεφρέν σίγουρα, γιατί στο κομμάτι έχω κάτι δυσκολίες. (γέλια) Το θεωρώ το ύψιστο ρεφρέν που έχουν γράψει ποτέ. Δε θα έβαζα σίγουρα σε κάποιον που δεν έχει ακούσει ποτέ GUARDIAN το “Tales…”. Θα του έβαζα ένα εκ των “Somewhere…” ή “Imaginations…”. Ίσως το “Somewhere…”, γιατί θα σου πετάξει ένα “Theatre of pain”. Θα σου πετάξει και τα δύο “Bard’s song”.
Σ: Γιατί δεν παίζουν περισσότερα κομμάτια από το “Somewhere…”;
Φ: Πόσα να σου παίξουν δηλαδή ρε συ; Έχουν πλέον 10 άλμπουμ. Αλλά επειδή και οι δύο τους έχουμε δει πολλές φορές, ξέρουμε ότι είναι από τις μπάντες που θα σου αλλάξουν συνέχεια το setlist. Και το διήμερο σε τέτοια συγκροτήματα, έχει απόλυτο νόημα.
Σ: Ναι! Έχει νόημα. Βέβαια! Τίμια live.
Φ: Θυμάμαι στο Fuzz, που παίζουν ξαφνικά “Wizard’s crown” και έχω εκστασιαστεί!
Σ: Ναι, ναι, ναι!
Blind Guardian 1995Φ: Κομμάτι που αρκετός κόσμος από κάτω δεν το ήξερε. Και δεν το λέω υποτιμητικά προφανώς, γιατί είναι λογικό ως ένα βαθμό. Άλλη εποχή BLIND GUARDIAN. Από την άλλη όμως, δεν είναι λίγο άσχημο αυτό; Μαθαίνεις το συγκρότημα για παράδειγμα με το “Nightfall”, κάτι που ισχύει για μεγάλη μερίδα οπαδών των GUARDIAN. Δεν έχει σημασία πότε τους έμαθες. Οι λόγοι μπορεί να είναι άπειροι. Αλλά γιατί να μην κάτσεις να ακούσεις καλά και το υπόλοιπο υλικό τους ρε παιδί μου; Ειδικά το παλιότερο;
Σ: Θα το μάθει νομίζω. Αλλά δεν ξέρω αν θα δεθεί. Αν το μάθει βέβαια, γιατί εξαρτάται και το άτομο πάντα. Αλλά κι εγώ, για να σου πω την αλήθεια, δε μπορώ να δεθώ με το “Battalions of fear”. Δεν το άκουσα όταν βγήκε, άκουσα πρώτο το “Somewhere…” όταν βγήκε, αλλά μετά δε μπόρεσα να δεθώ με τα πρώτα άλμπουμ. Όσο καλά ή κακά είναι. Γούστα.
Φ: Καλά άλμπουμ είναι! Προσωπικά, κάτι ιδιαίτερο δεν είναι. Και κυρίως λόγω του ότι δεν είχαν τότε οι GUARDIAN κάτι το τρελά ξεχωριστό. Περισσότερο σημαντικά γίνονται νομίζω όταν μιλάμε για old-school, για ατάκες τύπου «τα δύο πρώτα», cult, παρά τίποτα παραπάνω. Το απόγειο και το πραγματικά ιδιαίτερο είναι τα τρία επόμενα. Άντε τα τέσσερα επόμενα. Να το βάλω το “Nightfall”, γιατί πραγματικά είναι πολύ ωραίο άλμπουμ και αυτό. Και ας είναι περίεργο άλμπουμ, γιατί πόσους ας πούμε ξέρεις που λένε “σταμάτησα εκεί”.
Σ: Συμφωνώ. Αλλά είναι ένα άλμπουμ που όσο περνάνε τα χρόνια, πηγαίνει όλο και περισσότερο το χέρι σου και το βάζεις να το ακούσεις. Το βάζεις το γαμ@@ένο.
Φ: Ναι, το βάζεις. Και έχει δύο τεράστια χιτ μέσα. “Into the storm” και ειδικά το “Mirror mirror”. Ακόμα και το “Noldor” είναι κομματάρα πχ. Βέβαια, αν τα συγκρίνω με αντίστοιχα “Noldor” προηγούμενων δίσκων, δεν είναι το ίδιο ποιοτικά για μένα, αλλά στο live, αυτό θα είναι πιο αποδεκτό. Παράξενο μεν, αλλά είναι και αυτό που λέμε με τη διαφορά γενιάς. Παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στη μουσική η διαφορά γενιάς. Το πότε άκουσες κάτι. Τι εποχή ήταν. Εσύ πως ήσουνα εκείνη την εποχή. Τι άλλο υπήρχε, πως ξεχώρισε.
Σ: Σίγουρα! Μα η μουσική είναι αυτό που λέμε το soundtrack of your life. Σου θυμίζει τι έκανες τότε. Δεν ξέρω πολλές αν το “Imaginations” πχ είναι το αγαπημένο μου επειδή τα κομμάτια είναι γαμώ ή απλά το άκουσα σε μία περίοδο που ήμουνα κάπως και τους είδα πρώτη φορά live τότε. Hansi με μπάσο. Αυτή η εικόνα μου λείπει.
Φ: (γέλια) Κοίτα, δε μου λείπει ιδιαίτερα και ούτε εκείνου! (γέλια)
Blind Guardian 1Σ: (γέλια) Κάτι για να μην ακουμπάει μωρέ τα χέρια του στο γόνατο και να χτυπιέται με αυτή την κλασική του κίνηση.
Φ: (γέλια) Η κίνηση του συνταξιούχου. Θεός! Αλλά ένας λόγος που αγαπάω τους BLIND GUARDIAN είναι τα ίδια τα μέλη της μπάντας. Ακούω μπάντες που τα μέλη είναι καραγκιόζηδες. Τόσο γενικότερα, όσο και απέναντι στους οπαδούς τους. Οι GUARDIAN δεν έχουν καμία σχέση με αυτό. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την τελευταία φορά που είχαν έρθει διήμερο στην Αθήνα, στο Fuzz, μετά την πρώτη συναυλία, βρίσκομαι backstage με τη μπάντα και ήθελε ο Hansi να πιεί ένα ποτό έξω ρε παιδί μου. Μένανε στα όρια των Εξαρχείων και πήγαμε κάτω με τη μπάντα. Με τον Hansi πήγαμε μόνοι μας για ένα ποτό και γυρνώντας προς το ξενοδοχείο, είχε κόσμο σε ένα κομμάτι της διαδρομής. Και όπως είναι φυσικό, κάποιοι τον αναγνώρισαν και ήρθαν του μιλήσανε κλπ. Ξέρεις. «Σας γουστάρουμε πολύ σαν μπάντα» κλπ. Και κάπου λένε ότι δεν έχουν λεφτά να έρθουν στο live. Και ο τύπος, απλά σημείωσε τα ονόματα και τους έβαλε λίστα για το live της επόμενης μέρας. Respect και τέλος! Άλλοι δε κάθονται καν να μιλήσουν.
Σ: Καλά, έχουμε δει πολλά καθίκια στο χώρο μας.
Φ: Και άτομα που είχες ψηλά και μετά ξεπέσανε τελείως.
Σ: Βέβαια!
Φ: Πιστεύω λοιπόν ότι ένας λόγος που υπάρχει αυτό το τόσο μεγάλο δέσιμο μεταξύ των GUARDIAN και των οπαδών τους, είναι και τα ίδια τα μέλη. Ο χαρακτήρας τους. Αυτό μου αρέσει με τους GUARDIAN. Είναι μία μπάντα που μου τα καλύπτει όλα. Στιχουργικά προφανώς μας καλύπτει, με βιβλία που διαβάζαμε κάποτε, εικόνες που δημιουργούσαμε στο μυαλό μας κλπ. Μουσικά εννοείται. Αλλά είναι όλο το πακέτο. Και σαν χαρακτήρες.
Σ: Ρε φίλε, τι κάνει ο Andre και μένει ίδιος τόσα χρόνια; Όσες φορές τον έχω δει από κοντά, δε μεγαλώνει καθόλου!!!
Φ: Μήπως έχει βρει τον Φουστάνο;
Σ: (γέλια)
Φ: Τόσες φορές που έχει έρθει Ελλάδα, όλο και κάποιο κονέ θα έχει κάνει μαζί του.
Σ: Και ο Marcus μια χαρά είναι. Ο Hansi έχει γεράσει ρε φίλε μόνο.
Φ: Κοίτα, είναι μία μπάντα που θα βγάλει το δίσκο, θα κάνει την περιοδεία της, θα πάει μετά στα αμπέλια της, θα βγάλει τα κρασιά της, θα τα πιεί. Δεν είναι η μπάντα που είχε το life style του rock star. Ποτά, ξενύχτια, ναρκωτικά, γυναίκες. ΟΚ, γυναίκες θα είχαν οι άνθρωποι, αλλά δεν είχαν αυτό το απροκάλυπτο. Όχι όλοι τουλάχιστον. (γέλια) Δεν είναι αυτή η ουσία των GUARDIAN ρε παιδί μου. Και αυτό είναι από τα κλειδιά τους για μένα. Και ότι live είναι live ρε φίλε. Τιμάνε τον ιδρώτα και τα λεφτά που δίνει ο οπαδός για να τους δει.
Σ: Δεν το συζητάμε αυτό. Τα live των GUARDIAN είναι εμπειρία! Εμπειρία ζωής! Πραγματικά από τα καλύτερα live που έχω δει ποτέ από τις club μπάντες. Ιδρώνουν και τιμάνε τη φανέλα.
guardian1Φ: Εμένα και κάτι άλλο μου κάνει εντύπωση για το πόσο ιδιαίτεροι είναι. Διασκευές. Άπειρες διασκευές συνέχεια, αλλά πόσες μπάντες έχουν διασκευάσει GUARDIAN; Απειροελάχιστες. Και είναι μία μπάντα που έπαιζε με 2 κιθάρες, μπάσο, τύμπανα σαν βάση. Και η μουσική που βγάζουν, είναι πολύ περίεργη για αυτά τα όργανα. Ενορχηστρωτικά. Ιδιαίτερη. Για αυτό και δεν είναι εύκολο να πας να παίξεις GUARDIAN και να το κάνεις τόσο καλά. Είναι και αυτό το παρεξηγημένο που έχει το heavy/power, που λένε άλλοι ότι δεν είναι τεχνικό, δεν είναι τίποτα, σιγά το πράγμα κλπ. Ρε φίλε, δεν χρειάζεται να παίζεις στο 280 ή progressive για να έχει κάτι τεχνική. Άσε που η μουσική των GUARDIAN έχει και μία progressive αισθητική. Μπορεί να μην είναι τα μετρήματα τόσο, αλλά ενορχηστρωτικά είναι progressive σε πολλές στιγμές τους. Είναι μία μπάντα που σου δείχνει ότι δεν είναι τυχαία. Αυτά που κατάφερε, δούλεψε και τα κατάφερε. Και ίσως αυτό μας ενοχλεί εμάς τους δύο και αρκετούς ακόμα με την ίδια αντίληψη. Ότι αυτό το κομμάτι των GUARDIAN έχει περάσει στην ορχήστρα. Έφυγε από τα «βασικά» ας πούμε όργανα και πέρασε στην ορχήστρα.
Σ: Σωστή παρατήρηση αυτή. Δηλαδή το prog στοιχείο που είχαν ας πούμε στο “Imaginations…” ή το “Nightfall”, πήγε στις ορχήστρες και έγινε περισσότερο συμφωνικό.
Φ: Ναι, γιατί τότε η ορχήστρα λειτουργούσε περισσότερο σαν στήριγμα στη μουσική τους. Έδινε το κάτι παραπάνω, το έξτρα. Τώρα είναι η βάση σε πολύ μεγάλο βαθμό η ορχήστρα.
Σ: Δεν το είχα σκεφτεί έτσι αυτό. Σωστό. Απλά εγώ δυσκολεύομαι να σκεφτώ κάτι άλλο. Όταν αναγάγαμε εμείς τους GUARDIAN σαν αγαπημένη μας μπάντα στα 90’s, δυσκολεύομαι να σκεφτώ ότι ένας πιτσιρικάς τώρα, το 2015, θα μπορέσει να αναγάγει τους GUARDIAN με αυτό το δίσκο σε αγαπημένη του μπάντα.
Φ: Με αυτό το δίσκο κι εγώ το πιστεύω αυτό που λες. Αλλά έχουν προηγηθεί άλλοι δίσκοι με τους οποίους μπορεί να το κάνει. Για αυτό πολύς κόσμος γούσταρε πολύ τον καινούριο δίσκο. Πιστεύω ότι οι GUARDIAN είναι χαρακτηριστικότατο παράδειγμα μπάντας αυτού που λέγαμε πριν. Του πότε τους άκουσες. Ακριβώς επειδή είχαν τις αλλαγές στον ήχο τους.
Σ: Αυτό που μου αρέσει εμένα, είναι ότι έχουν δίσκους που τους εκτίμησα αργότερα. Βέβαια, δε νομίζω ότι θα συμβεί ποτέ αυτό με τα τρία τελευταία άλμπουμ, αλλά το “Nightfall” και το “Night at the opera”, όταν βγήκαν έλεγα “τώρα τι ακούω;”. Αλλά μετά τα εκτίμησα και τα δύο.
Φ: Το εκτίμησες τόσο τελικά το “Night at the opera” ε;
Σ: Ναι, γιατί ακολούθησαν τρία κατώτερα άλμπουμ. (γέλια)
Φ: Εγώ το “Night at the opera” το έχω μόνο πάνω από το “Twist in the myth” στη λίστα. Πολύ καλύτερο εννοείται, αλλά ως εκεί.
Σ: Κοίτα να δεις. Εγώ νομίζω ότι πολλές φορές ακούμε με τα μάτια. Κι εγώ το κάνω. Θυμάμαι ότι τότε, ο μακαρίτης ο Βαγγέλης ο Μπαλτάς στο Rock City, είχε ανοίξει το μαγαζί όταν βγήκε το “Night at the opera” και βλέπω αυτό το εξώφυλλο, αφού τότε δεν είχα internet ή οτιδήποτε. Και θυμάμαι πηγαίνω στο Rock City, πρώτη μέρα κυκλοφορίας του δίσκου και βλέπω αυτό το εξώφυλλο. Και λέω “τί είναι αυτό το πράγμα; Είναι αυτό εξώφυλλο GUARDIAN”;
Φ: Πού είναι ο Marshall;
Σ: Τι γίνεται εδώ; Και αυτόματα μου δημιουργείται η εντύπωση ότι θα είναι κακό άλμπουμ. Σίγουρα κατώτερο από τα προηγούμενα τρία τουλάχιστον. Για αυτό λέω ότι ακούμε με τα μάτια μερικές φορές.
Φ: Κοίτα, στη δικιά μας μουσική, το εξώφυλλο παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Δεν υπάρχει άλλωστε άλλη μουσική που να δίνει τόση βάση στο εξώφυλλο του δίσκου. Πιστεύω κι εγώ ότι παίζει ένα ρόλο. Σου δημιουργεί μία θετική ή αρνητική προδιάθεση πολλές φορές. Λάθος μεν, αλλά γίνεται.
Σ: Σίγουρα. Σκέψου όμως ότι ίσως το πιο άρτιο heavy metal άλμπουμ όλων των εποχών, το “Black album”, έχει το πιο λιτό εξώφυλλο.
Φ: Βασικά… θεωρείται εξώφυλλο; (γέλια)
Σ: (γέλια) Δε ξέρω. (γέλια) Έχει ένα φίδι κάπου εκεί κάτω δεξιά.
Φ: Είναι όμως αρκετά μεγάλη μπίζνα του χώρου το εξώφυλλο. Και αυτό δεν είναι τυχαίο προφανώς. Και εμένα πάντως με ενόχλησε αρχικά το εξώφυλλο, αλλά μετά με χάλασε και ο ήχος ρε φίλε.
Σ: Σίγουρα δεν είναι το αριστούργημα των GUARDIAN. Το έχω ακούσει λιγότερες φορές από κάθε άλμπουμ ως το 2002 της μπάντας, αλλά το βάζω και το ακούω. Μετά, τα άλμπουμ της Nuclear Blast δε μπορώ να τα ακούσω εύκολα.
Φ: Εγώ το εκτίμησα λίγο παραπάνω το “Night at the opera”, γιατί μετά βγήκε το “Twist in the myth” και απογοητεύτηκα τόσο πολύ, που ξαναγύρισα στο προηγούμενο. Θυμάμαι τότε, όταν έκανα και την κριτική του δίσκου, ήμασταν ακόμα έντυπο και είχαμε και εξώφυλλο GUARDIAN σε εκείνο το τεύχος της κριτικής. Και μόνο που δεν το κατακρεούργησα το άλμπουμ. (γέλια) Τραγική ειρωνεία. Αλλά δε γίνεται να μη μιλήσει ο οπαδός ρε φίλε μέσα σου.
Σ: Το θυμάμαι. Μα και στους ίδιους δεν αρέσει. Ακόμα και στα live όταν πάνε να παίξουν κάτι από εκεί, αστειεύονται με το κοινό και οι ίδιοι.
Φ: Επειδή πάντα κάνουν περιοδείες για άλμπουμ, προσπαθούν και παίζουν κομμάτια από κάθε δίσκο, ειδικά στη μετα-“Tales…” εποχή. 2-3 κομμάτια σίγουρα. Από το “Twist in the myth”, θα είναι τα λιγότερα. Δεν είναι τυχαίο. Και αυτοί καταλάβανε τι δίσκος είναι. Κάποιοι το γουστάρουν, πάσο. Κοίτα, κάποιες φορές είμαστε και πολύ αυστηροί με τις μπάντες.
Σ: Έτσι πάει όμως. Με τις πολύ αγαπημένες σου μπάντες πρέπει να είσαι αυστηρός.
Φ: Συμφωνώ απόλυτα σε αυτό! Από το να είσαι “ότι και να βγάλουν γα@@ει”. Δε γα@@ει. Καλύτερα αυστηρός. Και φάνηκε με το “Twist…” ότι δεν τράβηξε όσο θα ήθελαν ίσως. Και αποτέλεσμα; Σου έβγαλαν έναν πολύ ωραίο δίσκο αμέσως μετά. Δεν είναι τυχαίο για μένα αυτό.
Σ: Καλά, όχι και αμέσως. Τους πήρε 4 χρονάκια. (γέλια)
Φ: Έλα μωρέ. Σαν τις Ολυμπιάδες ή τα Μουντιάλ, αφού και Γερμανοί και βλέπουν και μπαλίτσα. Δικά μας παιδιά. (γέλια)
Σ: Με την ευκαιρία του live, έχεις κάποιο κομμάτι σαν απωθημένο; Που δεν έχεις ακούσει live και θα ήθελες;
Φ: Τώρα μου βάζεις δύσκολα. Πρέπει να κάτσω να θυμηθώ όλες τις φορές που έπαιξαν τι τραγούδια επέλεξαν.
Σ: Κι εγώ και τους έχω δει 8-9 φορές…
Φ: Ίδια χάλια είμαστε δηλαδή. (γέλια)
Σ: (γέλια) Αυτό που δε θυμάμαι να έχουν παίξει όμως ποτέ live και θα ήθελα πολύ να ακούσω, είναι το “Theater of pain”.
Φ: Νομίζω δεν το έχουν παίξει ποτέ στην Αθήνα. Όντως. Και τώρα θα πεταχτεί από κάτω ο κλασικός καμμένος και θα αρχίσει τα “ρε μάγκες, είστε ηλίθιοι; Δε θυμάστε τότε που έβρεχε κιόλας στη μισή Αττική και χιόνιζε στην άλλη μισή;”
Σ: (γέλια) Δε θυμάμαι πάντως.
Φ: Να στο πω αλλιώς. Τo “Theater of pain” είναι από τα κομμάτια που θα ήθελα να ακούω πάντα στα live των GUARDIAN. Το λατρεύω!
Σ: Είναι από τα αγαπημένα μου. Είμαι και πιο του ποζεριλικιού. Καταλαβαίνεις πως στο λέω.
Φ: Ναι. Δυστυχώς. (γέλια) Και ήτανε και λίγο παράταιρο σαν τραγούδι σε αυτό το δίσκο το “Theater of pain”. Πολύ συμφωνικό για την εποχή του και τα δεδομένα τους. Ήταν το πρώτο συμφωνικό κομμάτι τους αν θες. Η αρχή του τέλους για σένα δηλαδή. (γέλια)
Σ: (γέλια) Αλλά δεν το έχω ακούσει live.
Φ: Θα ήθελα μία φορά να δω ένα live GUARDIAN μόνο με τέτοια τραγούδια. Που δεν παίζουν ποτέ ή παίζουν σπάνια. Το κάνουν βέβαια σε κάθε περιοδεία αυτό. Να σου πετάνε στο άκυρο κομμάτια ξεχασμένα στο χρονοντούλαπο. Ένα “Tommy knockers”, ένα “Wizard’s crown”, ένα “Barbara Ann”. Και τους παραδέχομαι τρελά για αυτό! Τότε που πίναμε και το ποτό μας με τον Hansi και τα λέγαμε χαλαρά τελείως, μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση. Παίζει να έχουν προβαρισμένα και 50 κομμάτια για κάθε περιοδεία. Έχουνε κάβα. Είναι έτοιμοι. Και μπαίνουνε στο κλίμα και του κοινού. Είναι τίμιοι. Για αυτό θα ξαναπάω και φέτος σαν καλό αρρωστάκι να τους δω 10η και 11η φορά.
Σ: Αυτό που σου είπα και στο facebook. Μου το είπε ένας φίλος μου βασικά. “Όσο υπάρχουν BLIND GUARDIAN”, μη φοβάσαι τίποτα. Τα live των GUARDIAN είναι εμπειρία.
Φ: Συμφωνώ ότι είναι εμπειρία. Εγγύηση. Ναι, ΟΚ, προφανώς και ο Hansi δεν είναι τραγουδισταράς. Αλλά δε σε νοιάζει! Ξέρεις τι πας να δεις. Δεν πας να δεις την τεχνική αρτιότητα. Πας να γίνεις ένα.
Σ: Το “Bard’s song” θα το πούνε ποτέ μόνοι τους; Μπορεί ο Hansi να το πει μόνος του;
Φ: (γέλια) Είσαι τρελός; To “Lord of the rings” θες να το πει μόνος του πχ ή μόνη της η μπάντα;
Σ: Όχι.
Φ: Δε νομίζω ότι μπορεί και ιδιαίτερα πλέον, αλλά δε με νοιάζει ούτε στο ελάχιστο. Γιατί προτιμώ να μην το λέει κι ας ήταν ο Παβαρότι. Γιατί στην τελική αυτές είναι οι μαγικές στιγμές των live των GUARDIAN. Για μένα είναι ο ορισμός της heavy metal στιγμής αυτό που το κοινό με τη μπάντα γίνονται ένα. Τέλος!
Σ: Ακριβώς. Σε απόλυτη αρμονία. Έτσι. Ακριβώς.
Φ: Δε με νοιάζει αν το “Bard’s song” είναι το χιλιοπαιγμένο κομμάτι των GUARDIAN, το αντίστοιχο «Λιωμένο παγωτό» ας πούμε. Συγχωρήστε την αμαρτία μου εννοείται. Ή το “Mirror mirror” για παράδειγμα. Την ώρα του live είναι απόλυτες στιγμές.
Σ: Ναι, ναι. Που ξεκινάει το Intro του “Mirror mirror” και επικρατεί πανζουρλισμός. Αυτό πάντως μου λείπει από τους GUARDIAN. Το να σε αρπάξουνε.
Φ: Αυτό, αυτό! Η μαγεία που βγάζανε. Δε σε αρπάζουνε πλέον τόσο. Βέβαια στο live μια χαρά θα σε αρπάξουνε, δεν υπάρχει πιθανότητα.
Σ: Όταν είδα το πρώτο μέρος της τριλογίας των ταινιών του “Lord of the rings”, το “Fellowship of the ring” και τους δείχνει να πλέουν στο ποτάμι, είναι σαν να ακούω τον Hansi στο μυαλό μου να τραγουδάει το “Lord of the rings”. Ξέρεις, το “Slow down and I sail on the river”. Είναι απίστευτο το γιατί οι GUARDIAN δεν έγραψαν το soundtrack του “Lord of the rings”.
Φ: Δεν είναι μεγάλη αδικία; Είχε γίνει ντόρος τότε, θυμάσαι. Δεν ήταν ακριβώς παραφιλολογία. Αλλά έπρεπε έστω τιμής ένεκεν, για το δικό μας το μεταλλάδικο γαμώτο.
Σ: Έπρεπε να στείλουν στον Jackson το κομμάτι για να το βάλει.
Φ: Λες να γινότανε οπαδός; Τώρα πάει, έφυγε. Αλλά και αυτός είναι ένας λόγος του κολλήματος με GUARDIAN. Eπειδή τότε εμείς παιδάκια ακόμα, διαβάζαμε τα “Lord of the rings”, τον “Έλρικ” και τα συναφή βιβλία. Και όταν η μπάντα μου κάνει εικόνα στο μυαλό μου ακούγοντάς την, είναι το πιο σημαντικό. Πιο σημαντικό από το να κοπανηθώ, από το οτιδήποτε. Και είναι σπάνιες τέτοιες μπάντες. Υπάρχουν, αλλά όχι και τόσες πολλές. Και οι GUARDIAN μου έκαναν εικόνες σε πράγματα που είχα ήδη από τα βιβλία για παράδειγμα. Ή από βιβλία που δεν είχα διαβάσει, ιστορίες που δεν είχα ακούσει. Το να σε πάνε κάπου αλλού. Αυτό το ταξίδι που σου δίνουν είναι κάτι διαφορετικό.
Σ: Σίγουρα. Και πιστεύω ότι ο Hansi στο πίσω μέρος του μυαλού του θα ήθελε να γράψει μουσική για ταινίες. Πως το έκανε δηλαδή ο δικός σου εκεί με τους NIGHTWISH, ο Tuomas.
Φ: (γέλια) Θες λίγο οινόπνευμα να καθαρίσεις το στόμα σου; Ξέρω ότι έκανες υπέρβαση αυτή τη στιγμή και νιώθεις μολυσμένος. Είναι γνωστή η μη αγάπη σου για αυτό το είδος.
Σ: Τον συμπαθώ τον Tuomas. Τα γυναικεία φωνητικά δε μπορώ.
Φ: Ένα άλλο χαρακτηριστικό που έχουν οι BLIND GUARDIAN, αλλά και οι RUNNING WILD επίσης, είναι ότι και ο πιο ακραίος ηχητικά οπαδός θα ακούσει BLIND GUARDIAN. Έστω το υλικό μέχρι και το “Imaginations”. Μπορεί να σιχαίνεται το power, να μην άκουσε ή ακούει πλέον αυτό το είδος, αλλά οι GUARDIAN είναι κάτι διαφορετικό.
Σ: Ναι, θα βρει στοιχεία που θα του μιλήσουνε. Καλά, τώρα θα σου πω μα@@κία, αλλά το πιστεύω. Ξέρεις γιατί στο μυαλό μου οι GUARDIAN θα είναι πάντα μία πολύ μεγάλη metal μπάντα; Γιατί αναφέρεσαι σε αυτούς σαν GUARDIAN. Πως λέμε ρε παιδί μου MAIDEN; Πως λέμε PRIEST;
Φ: (γέλια) Που κόβεις την πρώτη λέξη. Δεκτό! Εγώ τους θεωρώ πολύ μεγάλη μπάντα και για έναν άλλο λόγο. Που έχουν καταφέρει και έχουν διατηρήσει τόσο πολύ το όνομά τους, παρόλο που έχουν τόσο μεγάλα κενά μεταξύ των δίσκων για παράδειγμα, πάρα πολλές αλλαγές στον ήχο τους, συνεχίζουν να πειραματίζονται. Ακόμα και για το ότι περιοδεύουν όσο θέλουν και δεν κάνουν πχ περιοδείες 1.5 χρόνου. Βλέπεις άλλες μπάντες και σκίζονται στα live και στις περιοδείες και δεν φτάνουν αυτό το status.
Σ: Έχουν ισχυρό fan base. Δεν ξέρω τι γίνεται στον υπόλοιπο κόσμο. Όταν τους είδα στη Γερμανία, ο κόσμος γούσταρε, αλλά ήταν η χώρα τους. Αλλά και από βίντεο που έχω δει, ο κόσμος τους γουστάρει πολύ. Και να σε ρωτήσω κάτι άλλο. Γιατί νομίζεις ότι οι Έλληνες είναι τόσο δεμένοι με τους BLIND GUARDIAN;
Φ: Κοίτα, νομίζω ότι το επικό στοιχείο πάντα μίλαγε στον Έλληνα οπαδό. Να στο πω και σε πιο ακραίο ήχο. Οι BOLT THROWER γιατί μιλάνε στον Έλληνα τόσο πολύ; Που είναι death metal. Είδος που στην Ελλάδα δεν έχει και το τρομερά μεγάλο κοινό. Και όποιος διαφωνεί, ας τσεκάρει απλά τις προσελεύσεις στα live. Οι BOLT THROWER γιατί μιλάνε όμως τόσο πολύ; Το Gagarin ακόμα κουνιέται από εκείνο το επικό live τους. Οι AMON AMARTH; Οι SABATON γιατί μιλήσανε στους πιτσιρικάδες; Για να πάμε πάλι σε πιο heavy.
Σ: Καλά, γι’ αυτό έχω την απορία μου. (γέλια)
Φ: Ως ένα βαθμό κι εγώ, αλλά ισχύει. Οι WARLORD γιατί μιλήσανε κάποτε στον Έλληνα; Είσαι και οπαδός εσύ.
Σ: Είχε να κάνει με τον Τσάμη ίσως, τις λυρικές κιθάρες…
Φ: Είχαν το επικό στοιχείο μέσα όμως;
Σ: Ναι, πως δεν το είχαν.
Φ: Οι Έλληνες ακούνε BATHORY; Ακούνε PRIMORDIAL; Το επικό στοιχείο μιλάει στον Έλληνα.
Σ: Ναι, σωστή παρατήρηση και αυτή. Το επικό στοιχείο μιλάει στον Έλληνα. Το δέσιμο με τους GUARDIAN όμως είναι μοναδικό.
Φ: Ξέρεις κάτι φίλε; Ίσως ο κόσμος τελικά, σε αυτές τις καλές εκλάμψεις του, εκτιμάει. Και στους GUARDIAN εκτιμάει ότι είναι αληθινή μπάντα.
Σ: Σωστό. Δηλαδή όσο και αν ακούγεται περίεργο, ο Έλληνας είναι περισσότερο δεμένος με GUARDIAN παρά με HELLOWEEN για παράδειγμα. Ή με GAMMA RAY. Μπάντες πρωτοπόρους στο είδος τους.
Φ: Σε βάθος χρόνου συμφωνώ! Αν πηγαίναμε στις αρχές με μέσα 90’s δε θα ίσχυε κάτι τέτοιο βέβαια. Δεν υπάρχει σύγκριση. Αλλά σε βάθος χρόνου, ισχύει. Βέβαια μιλάμε για μπάντες με τελείως διαφορετική πορεία. Οι GAMMA RAY έχουν μία πολύ πτωτική πορεία εδώ και χρόνια για παράδειγμα. Οι HELLOWEEN από την άλλη, βγάζουν μεν πολύ καλά άλμπουμ, κατά την ταπεινή μου άποψη, αλλά έχουν διχάσει ακόμα περισσότερο τον κόσμο τους, τόσο με τις αλλαγές στον ήχο, όσο και με τον Deris, που ακόμα και μετά από 20 χρόνια, ο κόσμος κάθεται και ασχολείται με αυτό. Οι GUARDIAN δε διχάζουν τόσο πολύ. Έχουν ξενερώσει αρκετοί με τη δισκογραφική τους πορεία στα 3 τελευταία άλμπουμ, αλλά έχουν διατηρήσει τεράστιο fan base.
Σ: Είναι στο απυρόβλητο οι GUARDIAN; Δηλαδή εσύ που σε εμάς, στο Rock Hard, έχεις κάνει όλες τις κριτικές τους, ξεκινάς θετικά διακείμενος;
Φ: Δεν ξεκινάω ποτέ για μπάντα που λατρεύω έτσι. Είτε τους πεις GUARDIAN, είτε SAVATAGE, είτε AMORPHIS, είτε DARK TRANQUILLITY. Πάντα ξεκινάω αυστηρά, ακριβώς επειδή τους λατρεύω. Όταν αγαπάς μία μπάντα θες πάντα το καλύτερο. Εννοείται πως είσαι ρεαλιστής και δύσκολα θα έχεις το τέλειο.
Σ: Μα και δεν πρόκειται ποτέ οι GUARDIAN να μας ξαναδώσουν εύκολα το τέλειο νομίζω. Είτε λέγεται κάτι αντίστοιχο του “Imaginations”, είτε του “Nightfall”, είτε όποιου νομίζει ο καθένας.
Φ: Μα δε με ενδιαφέρει καν αυτό. Δε θέλω από τέτοιες μπάντες να αλλάξουν πάλι το χάρτη της μουσικής ας πούμε. Από κάποιες μπάντες θέλω την τιμιότητα. Να ακούω ωραία πράγματα. Να βγάζουν δίσκους που να τους ακούω και να γουστάρω. Και ας μην είναι εννοείται τέλειοι. Δε με νοιάζει πλέον.
Σ: Ξέρεις, είμαστε και εμείς υπερβολικοί ίσως μερικές φορές. Στην ηλικία μας…
Φ: Στην ηλικία σου. Είμαι και 6 χρόνια νεότερος. (γέλια)
Σ: (γέλια) Ωραία. Στην ηλικία μου λοιπόν, είναι δύσκολο να με πιάσει ένα άλμπουμ και να με ταρακουνήσει όπως έκανε πχ το “Imaginations…”.
Φ: Σε πιάνουν όμως.
Σ: Ναι. Λίγα και διαφορετικά βασικά. Οι GUARDIAN δε νομίζω ότι θα το ξανακαταφέρουν αυτό. Μακάρι δηλαδή, αλλά δε νομίζω.
Φ: Αλλά παρόλα αυτά κατάφεραν και διατήρησαν τη φήμη τους και μη σου πω ότι την αύξησαν κιόλας! Γιατί επειδή έχουν τόσα διαφορετικά άλμπουμ, υπάρχει κόσμος που αγάπησε κάποιο διαφορετικό από αυτά και μπήκε στη μπάντα με κάποιο άλλο. Θα υπάρχει και κάποιος που αγάπησε το “Twist in the myth”. Δε γίνεται.
Σ: Υπάρχει;
Φ: Υπάρχει ανωμαλία σε αυτόν τον κόσμο! Αλλά άστα αυτά για να τελειώνουμε κιόλας. Στο ακουστικό θα κλαίμε; Τι θα κάνουμε;
Σ: Στο ακουστικό, χαμός!
Φ: Θέλω Στέλιο Μπασμπαγιάννη με ότι μπορεί να έχει από το φαρμακείο του δίπλα μου. Δε με βλέπω καλά.
Σ: (γέλια) Αυτό θα είναι εμπειρία πραγματικά. Θα ήταν ωραία μία ακουστική περιοδεία GUARDIAN πλάκα πλάκα.
Φ: Και αφού λέγαμε για τίμιες μπάντες. Αυτή η κίνηση είναι τίμια; Έχουν ανάγκη να το κάνουν αυτό; Και στην τελική, παίζουν Παρασκευή Θεσσαλονίκη, ταξιδεύουν Αθήνα, θα παίξουν Σάββατο, θα παίξουν και Κυριακή. Γιατί να μην ξεκουραστούν, να πάνε βόλτες, να κάνουν κάτι άλλο ρε παιδί μου.
Σ: Μα δεν έχουν ανάγκη να παίξουν και μάλιστα ΔΩΡΕΑΝ και για κανέναν. Θα μπορούσαν να κάνουν 10 άλλα πράγματα.
Φ: Και το κάνουν τζάμπα.
Σ: Για τον Σάκη το Φράγκο. (γέλια)
Φ: (γέλια) Το απαραίτητο γλύψιμο ήταν αυτό ε; Δε μπόρεσες! (γέλια) Τιμή μας πάντως φίλε, πραγματικά. Και δείχνουν ότι εν μέσω περιοδείας, έκατσαν και έφτιαξαν ένα set ακουστικών εκτελέσεων, για να παίξουν τζάμπα (το τονίζω, αλλά δε γίνεται), για εμάς σαν Rock Hard και 20 τυχερούς οπαδούς. Και ας τους έβαλα 6 στο τελευταίο άλμπουμ (γέλια)
Σ: Θα παίξουν το “Tommy knockers” ακουστικά; (γέλια)
Φ: (γέλια) Ότι και να παίξουν θα περάσουμε τέλεια.
Σ: Θα ήθελα να ακούσω το “Theatre of pain”.
Φ: Υπάρχει. Υπάρχει στο “The forgotten tales”. Ναι. Αυτό θα το γούσταρα πολύ. Αλλά άμα πούνε το “Fly” στο ακουστικό, θα τους σκοτώσω, στο λέω! (γέλια)
Σ: (γέλια) “Mordred’s song”… γιατί όχι;
Φ: Ίσως το αγαπημένο μου μαζί με το “Lost in the twilight hall”. Ναι. Παίξτε το!
Σ: Έλα να το κλείσουμε. Ποιό ένα κομμάτι πρέπει σίγουρα να ακούσουμε;
Φ: Ένα; Να τα κάνω δύο; Βασικά να τα κάνω τρία που θέλω σίγουρα;
Σ: Δύο και bonus ένα Ιαπωνικής έκδοσης. Άντε. Πάμε.
Φ: “Lord of the rings”, “Bright eyes” και “Mordred’s song”. Εύκολα. Βασικά αν τους πρήξω, λες να μου πούνε και το ρεφρέν έστω του “Lost in the twilight hall”; (γέλια)
Σ: (γέλια)

Σάκης Νίκας / Φραγκίσκος Σαμοΐλης

ACCEPT – Η δεκαετία του ‘90: “The classic, the obscure and the underrated”

0

Η δεκαετία του ‘90 δεν υπήρξε και πολύ γενναιόδωρη για το παραδοσιακό heavy metal. Για να ακριβολογούμε ήταν μία πολύ δύσκολη περίοδος (ιδιαίτερα στην Αμερική) με πολλά συγκροτήματα να χάνουν το δισκογραφικό τους συμβόλαιο και να καταλήγουν να παίζουν σε μικρά clubs αφού η δημοτικότητά τους είχε αγγίξει το ναδίρ. Οι αιτίες πολλές και σύνθετες αλλά σίγουρα η εύκολη απάντηση για την έλευση του grunge δεν δίνει την πλήρη εικόνα του φαινομένου. Αυτή όμως είναι μία άλλη συζήτηση…

Οι ACCEPT είναι δίχως δεύτερη σκέψη η σημαντικότερη Γερμανική heavy metal μπάντα όλων των εποχών. Σημάδεψαν ανεξίτηλα τα 80’s με δίσκους-ορόσημα ενώ ο ήχος τους επηρέασε πλήθος συγκροτημάτων που μέχρι τις μέρες μας αναπαράγουν συχνά τις μουσικές φόρμες των Γερμανών. Ωστόσο, τα 90’s υπήρξαν και γι’ αυτούς μία δύσκολη περίοδος η οποία –κρινόμενη σήμερα με μία πιο αποστασιοποιημένη και αντικειμενική ματιά σε σχέση με εκείνα τα χρόνια- δεν ήταν διόλου αμελητέα. Για να μην παρεξηγηθούμε, κανένας από τους τρεις δίσκους της δεκαετίας του ‘90 δεν φτάνει σε ποιότητα κανένα από τα μουσικά πονήματα της περιόδου 1981-1986. Όμως, οι ACCEPT κατάφεραν να προσθέσουν ένα κλασικό, ένα…περίεργο και ένα υποτιμημένο άλμπουμ στον πλούσιο κατάλογό τους που «αναγκάζει» πολλούς fans να δίνουν μία ακόμη ευκαιρία σε αυτούς τους δίσκους. Για να δούμε τι ηχογράφησαν τα Panzer από το 1993 ως το 1996…

Objection Overruled album
The Classic
: H επανασύνδεση των ACCEPT –αν και χωρίς τον Jorg Fisher- βρίσκει τους Γερμανούς σε σπουδαία φόρμα γεγονός που οφείλεται σίγουρα στη θετική ενέργεια που απορρέει πάντα από ένα reunion. Οι ACCEPT αποβάλουν κάθε ίχνος πειραματισμού και εμπορικής διάθεσης (που ήταν τόσο εμφανή στο “Eat the heat”) και το “Objection overruled” γίνεται αποδεκτό με διθυραμβικά σχόλια από τον μουσικό τύπο και φυσικά από όλους τους οπαδούς της μπάντας. Ο κλασικός ήχος των ACCEPT είναι ξανά εδώ με την κιθάρα του Hoffmann να βγάζει φωτιές παντρεύοντας ιδανικά τον σκληρό ήχο με τις κλασικότροπες φόρμες, τους Baltes & Kaufmann να χτίζουν ένα στιβαρό rhythm section και τον Στρατηγό να σε κολλάει στον τοίχο με το trademark γρέζο του! Τα “I don’t wanna be like you”, “Protectors of terror”, “Sick, dirty and mean”, η εκπληκτική μπαλάντα “Amamos la vida” και το ομώνυμο κομμάτι είναι υπερκλασικά ACCEPT. Οι Γερμανοί είχαν επιστρέψει αλλά η συνέχεια δεν θα ήταν εφάμιλλη και θα ξένιζε πολύ κόσμο…

death row
The Underrated
: Το “Death row” που διαδέχθηκε το “Objection overruled” προκάλεσε ανάμεικτα συναισθήματα και οι κριτικές ήταν –κατά το μάλλον ή ήττον- μέτριες και αποθαρυντικές. Ο νέος δίσκος φλέρταρε ανοιχτά με τον ήχο των PANTERA –που ήταν στο απώγειό τους εκείνη την εποχή- και οι μοντέρνες αναφορές στον ήχο των ACCEPT σίγουρα δεν άρεσαν στους μακροχρόνιους οπαδούς της μπάντας. Οι κοφτές και χαμηλοκουρδισμένες κιθάρες του Hoffmann θύμιζαν ελάχιστα τις χαρακτηριστικές μελωδίες των προηγούμενων δίσκων και οι ACCEPT έκαναν μία –αποτυχημένη, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων- προσπάθεια να κερδίσουν ένα νεότερο ακροατήριο (κυρίως από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού). Ωστόσο, οι συνθέσεις αυτές καθαυτές ήταν αξιοσημείωτες και αν κατάφερνε κάποιος να αποδεχθεί τη μοντέρνα παραγωγή του δισκου, τότε ανακάλυπτε μερικά εξαιρετικά τραγούδια όπως τα “Like a loaded gun”, “Bad habits die hard”, “The beast inside”, το ομώνυμο κομμάτι κ.α. Το “Death row” είναι σίγουρα ένας υποτιμημένος δίσκος που περιμένει όλους μας να τον ανακαλύψουμε ξανά 21 χρόνια μετά την κυκλοφορία του.

Predator album
The obscure
: And then there were three…οι ACCEPT ηχογραφούν τον τελευταίο τους δίσκο με τον Udo και δίχως τον Stefan Kaufmann αφού τα προβλήματα του τελευταίου με τη μέση δεν του επιτρέπουν να συμμετέχει στις ηχογραφήσεις. Αντ’ αυτού, πίσω από τα τύμπανα κάθεται ο Michael Cartellone (DAMN YANKEES, LYNYRD SKYNYRD) και από την κλασική σύνθεση των ACCEPT συναντάμε μονάχα τους Hoffmann, Baltes & Udo. Φυσιολογική εξέλιξη όλων αυτών ήταν το…περίεργο “Predator” που αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα των Γερμανών μέχρι το εντυπωσιακό “Blood of the nations” του 2010. Η αλήθεια είναι ότι όσες ευκαιρίες έχω δώσει στο “Predator” (και πιστέψτε με είναι πάρα πολλές στο πέρασμα των χρόνων) η αρχική μου εκτίμηση παραμένει ίδια και απαράλλακτη. Πρόκειται για ένα αναιμικό άλμπουμ, με αδιάφορες συνθέσεις που φανερώνουν μία μπάντα που ηχογραφεί μόνο και μόνο γιατί δεσμεύεται από ένα δισκογραφικό συμβόλαιο. Στα αξιοσημείωτα είναι η παρουσία του Baltes πίσω από το μικρόφωνο σε τρία τραγούδια του δίσκου τα οποία όμως είναι και αυτά κατώτερα των αυξημένων προσδοκιών μας. Το εναρκτήριο “Hard attack” και το “Diggin’ in the dirt” κάπως διασώζονται αλλά…ως εκεί.

Οι ACCEPT θα επισκεφτούν ξανά τη χώρα μας για ένα ακόμη εκρηκτικό live αλλά οι πιθανότητες να ακούσουμε κάτι από τα τρία αυτά άλμπουμ είναι μάλλον ελάχιστες. Ίσως να πόνταρα λίγα χρήματα σε κάποιο τραγούδι από το “Objection overruled”. Άλλωστε, το 2011 είχαν παίξει το “Bulletproof”…όπως και να έχει θα είμαστε εκεί για μία ακόμη βραδιά απόλυτου Τευτονικού Τρόμου!

Σάκης Νίκας

BEHEMOTH: “Satan’s evangelion”

0

SventevithΚαι το όνομα αυτού… BAPHOMET! Όχι δεν είναι ορθογραφικό λάθος. Ο Nergal (Holocausto τότε), κατά κόσμον Adam Darski και ο Τσέχος Adam Muraszko (Sodomizer τότε, Baal Ravenlock αργότερα), οι δημιουργοί της μπάντας, της είχαν δώσει αυτό το όνομα, το οποίο άλλαξε πολύ σύντομα σε BEHEMOTH, αφού υπήρχαν δεκάδες συγκροτήματα με το τίτλο BAPHOMET. Οι Πολωνοί έχουν καταφέρει να κάνουν το βλάσφημο metal τους, ένα είδος hype, όχι τόσο με τη μουσική τους, που εξακολουθεί να είναι ακραία και ποιοτική, αλλά με τα καμώματα του χαρισματικού Nergal, ο οποίος ταυτόχρονα είναι «κόκκινο πανί» αλλά και είδωλο για πολλούς. Αλλά για να δούμε πως φτάσαμε ως εδώ, κυρίως μουσικά όμως.

Βρισκόμαστε στο μακρινό 1991 στη Πολωνία. Μετά από 4 demos, το 1995 έρχεται η πρώτη επίσημη κυκλοφορία τους, το “Sventevith (Storming near the Baltic)”. Φυσικά καμία σχέση με το σήμερα, αλλά σου έδινε την εντύπωση, πως δεν θα είναι άλλη μια black metal μπάντα. Καθαρό black metal, με μερικά ακουστικά σημεία και πλήκτρα όπου το απαιτεί η ατμόσφαιρα. Τα φωνητικά του Nergal δεν είναι και τα καλύτερα, αν και οι πιο φανατικοί του είδους ίσως διαφωνούν. Για την εποχή του και το είδος, ήταν ένας θετικός δίσκος, αλλά όχι και τόσο ιδιαίτερος. Αξιομνημόνευτα τραγούδια, τα “From the pagan vastlands” και “Hidden in a fog”.

Pandemonic IncantationsΜόλις ένα χρόνο μετά, κυκλοφορούν το “Grom”, ο οποίος είναι αντικειμενικά ίσως ο χειρότερος δίσκος της μπάντας. Το ύφος ήδη έχει αρχίζει να αλλάζει, οι κιθάρες γίνονται πιο thrash, το drumming βελτιώνεται πολύ, αλλά οι συνθέσεις είναι κατώτερες του ντεμπούτου. Το αποτελειώνουν τα γυναικεία φωνητικά, τα οποία είναι ερασιτεχνικά το λιγότερο. Νομίζω πως ούτε ο Nergal δεν θέλει να θυμάται αυτό το δίσκο. Η κυκλοφορία αυτή θα μπορούσε να είναι η ταφόπλακα της μπάντας. Ευτυχώς όμως, η μετέπειτα πορεία τους μας διαψεύδει. Δε μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο τραγούδι, σε έναν flat δίσκο (ούτε τα ακουστικά περάσματα με συγκινούν). Παρόλα αυτά, η μπάντα ξεκινά ευρωπαϊκές περιοδείες (να ‘ναι καλά τα Πολωνικά μεγαθήρια του death metal).

Προχωράμε στο 1998. Ο Baal Ravenlock αποτελεί παρελθόν από τη μπάντα και τη θέση του παίρνει, ο πολύ καλύτερος κατ’ εμέ, τωρινός drummer των Πολωνών, Inferno. Το Μάρτιο εκείνης της χρονιάς κυκλοφορούν το “Pandemonic incantations”. Ο δίσκος αυτός είναι η «γέφυρα» μεταξύ του black metal παρελθόντος και του blackened death metal της νέας εποχής των BEHEMOTH. Το ειρωνικό της υπόθεσης είναι ότι το άλμπουμ αυτό ήταν ανάμεσα σε δυο στρατόπεδα, μπλακμεταλλάδων και ντεθμεταλλάδων, που το καθένα το απαξίωνε για τους δικούς του λόγους. Ακούγοντας το σήμερα όμως, σίγουρα είναι κοινώς αποδεκτό ότι ήταν ότι καλύτερο είχαν βγάλει μέχρι τότε. Τα πρώτα riffs που υπάρχουν μέχρι και σήμερα και χαρακτηρίζουν τη μπάντα, σε αυτόν πρωτοακούστικαν. Πολύ πιο κιθαρο-κεντρικό άλμπουμ, με αρκετά solos και με τα γεμάτα drums να του δίνουν άλλη υπόσταση. Ο Nergal επιτέλους βρίσκει τα φωνητικά που του ταιριάζουν και απομακρύνεται από τα καθαρά black metal, που ποτέ δεν «είχε». Ιδιαίτερες στιγμές τα “In thy pandemaeternum” και “The thousand plagues I witness”.

satanicaΣτο τέλος του περασμένου αιώνα, ο Nergal είχε γνωρίσει τον ποιητή/συγγραφέα Krzysztof Azarewicz, ο οποίος έμελε να αλλάξει αρκετά το ύφος της μπάντας, κυρίως στους στίχους (μη ξεχνάμε ότι έχει γράψει την αυτοβιογραφία του Nergal). Ο Azarewicz από το 1999 και την 4η κατά σειρά full length δουλειά των BEHEMOTH, “Satanica”, έχει γράψει στίχους σε πάρα πολλά τραγούδια της μπάντας, έχει επιμεληθεί artworks, ακόμα και backing vocals. Στο συγκεκριμένο δίσκο, πέρα των στίχων “Starspawn”, τα υπόλοιπα εφτά κομμάτια είναι του Azarewicz. Εδώ η μπάντα διαχωρίζεται από το παρελθόν κάθετα, κρατώντας το σκοτάδι του black metal, αλλά όχι τον ήχο. Κι εγένετο blackened death metal. Κοφτά riffs, με prog πινελιές, λυσσαλέο drumming (αν και λίγο «πλαστικό») και το Nergal να «μισεί» τον κόσμο, δείχνοντας το με τα φωνητικά του. Κορυφαίες στιγμές, τα “Chant for eschaton”, “Decade of therion” και “Lam”.

Μόλις ένα χρόνο μετά, κυκλοφορούν το “Thelema.6”. Άλλο ένα άλμπουμ, που η μπάντα ακόμα ψάχνεται. Ίσως το μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τον προκάτοχό του, δεν βοήθησε και πολύ τον Nergal να γράψει κάτι το πολύ καλό. Ο δίσκος δε φημίζεται για τις συνθέσεις του, αφού είναι σχετικά απλοϊκές σε σχέση με ότι είχε κάνει η μπάντα. Αρκετά death/thrashy δίσκος, με σχετικά βαρετές κιθάρες και πλαστικό drumming. Ιδιαίτερα τα πάμπολλα solos κουράζουν. Είναι σαν ένα πάντρεμα MORBID ANGEL με black metal. Ίσως ο λιγότερο σκοτεινός και λυρικός δίσκος της μπάντας. Συνθέσεις που ξεχωρίζουν κάπως, τα “Christians to the lions” και “Pan Satyros”.

Zos Kia CultusΈκτη κατά σειρά full length δουλειά το υπερεκτιμημένο κατ’ εμέ “Zos Kia Cultus (Here and Beyond)”. Ίσως φταίει ότι άρχισα να ακούω τη μπάντα από το “Demigod” και μετά. Το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι ακόμα πιο death metal. Οι επιρροές MORBID ANGEL έχουν πάλι την τιμητική τους και ασφαλώς οι συνθέσεις υπερέχουν κατά πολύ του “Thelema.6”. Όχι όμως και του “Satanica”, παρόλο που ο ήχος εκμοντερνίζεται ακόμα περισσότερο. Και πάλι στη πλειοψηφία των τραγουδιών, οι στίχοι είναι από τον Azarewicz. Ο Inferno χρησιμοποιεί triggers κατά κόρον, αλλά τα drums είναι πιο ευφάνταστα. Πολλά catchy riffs, που κάνουν αρκετά εμπορικό τον δίσκο. Επιμένω ότι και εδώ απουσιάζει το «σκοτάδι». “As above below” και το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου ξεχωρίζουν.

Το 2004, ενώ η Ελλάδα κατέστρεφε την οικονομία της με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο Nergal και η παρέα του έβγαλαν έναν δίσκο-σταθμό στη καριέρα τους, που δεν είναι άλλος από το “Demigod”. Πλέον η μπάντα αρχίζει και απολαμβάνει παγκόσμια αναγνώριση. Πολλοί οι λόγοι. Καταρχήν, η μπάντα επιτέλους βρίσκει άλλο ένα σταθερό μέλος, τον Orion (VESANIA), που αναλαμβάνει το μπάσο. Μέχρι τώρα το «τρίτο» μέλος πηγαινοερχόταν, γι’ αυτό δεν αναφέρθηκα. Η μπάντα ηχογραφεί το άλμπουμ στη Σουηδία, με τον γνωστό από τους IN FLAMES και τους MESHUGGAH, παραγωγό Daniel Bergstrand, με τον οποίο συνεργάζονται μέχρι και σήμερα. Η παραγωγή είναι κάτι παραπάνω από καλή και βοηθά τα μέγιστα τον ήχο της μπάντας. Τα τραγούδια επιτέλους «μαυρίζουν» και βγάζουν το απόλυτο blackened death metal ήχο. Πολλά catchy κομμάτια, αλλά με νόημα. Ο Nergal χρησιμοποιεί πολύ το τρέμολο, ενώ τα solos του δε κουράζουν πλέον, αλλά και τα φωνητικά του γίνονται ακόμα καλύτερα (βοηθά η παραγωγή). Στο άλμπουμ συμμετέχει ως guest στο τραγούδι “XUL”, o κιθαρίστας των NILE, Karl Sanders. “Conquer all”, “Sculpting the throne ov Seth”, “Slaves shall serve” και το ομώνυμο ξεχωρίζουν.

The ApostasyΤρία χρόνια μετά, κυκλοφορούν μία από τις καλύτερες δουλειές τους, το “Apostasy”, το οποίο συνεχίζει στα χνάρια του προκατόχου του, βελτιωμένο σε αρκετούς τομείς. Τα φωνητικά του Nergal είναι ένα επίπεδο πιο καλά, brutal-ίζουν αρκετά, ενώ τα riffs είναι ακόμα πιο εμπνευσμένα. Ξεχωρίζουν τα drums, όπου ο Inferno δίνει ρεσιτάλ, παίζοντας ίσως καλύτερα από ποτέ. Η εξέλιξη του μέσα όλα αυτά τα χρόνια είναι αξιοθαύμαστη. Για πρώτη φορά θα ακούσουμε και tech στοιχεία στη μουσική της μπάντας, με αρκετές επιρροές NILE. Η παραγωγή και πάλι είναι άψογη, κάνοντας ακόμα και το μπάσο να ακούγεται (επιτέλους). Οι στίχοι γίνονται ιδιαίτερα αντιχριστιανικοί, κάτι που τους χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα, δημιουργώντας τους αρκετά προβλήματα, αλλά εκτοξεύοντας τη φήμη τους. Εδώ έχουμε guest (άσχετο) έκπληξη, τον Warrel Dane (το παραβλέπω με δυσκολία), που δανείζει τη φωνή του στο κατά τα’ άλλα κομμάταρο “Inner sanctum”. “At the left hand ov God” και “Christgrinding Avenue”, οι καλύτερες στιγμές.

Το 2009 υπογράφουν με την Nuclear Blast και κυκλοφορούν το “Evangelion”, κατά πολλούς το καλύτερο άλμπουμ τους. Σίγουρα το πιο εμπορικό. Η μουσική τους γίνεται πιο επική, αλλά πολύ πιο εύπεπτη με χαρακτηριστικά catchy riffs, ενώ οι πρώτες γκρούβες κάνουν την εμφάνιση τους. Παρόλα αυτά, εξακολουθούν να είναι σκοτεινοί. Εξαφανίζονται οι tech επιρροές που είχαμε ακούσει στο “Apostasy” και το drumming είναι πιο απλοϊκό, αλλά δυνατό. Την επεξεργασία του δίσκου, έχει αναλάβει μία μίνι dream team της κονσόλας. Πέρα από τον Daniel Bergstrand, που έκανε τη παραγωγή στα drums αυτή τη φορά, τη μίξη ανέλαβε ο Colin Richardson (NAPALM DEATH, MACHINE HEAD, FEAR FACTORY, CARCASS, BOLT THROWER κ.ά.), ενώ το mastering o Ted Jensen (METALLICA, SOULFLY, MEGADETH, MASTODON, MACHINE HEAD, DREAM THEATER κ.ά.). Από κει και μόνο καταλαβαίνεις ότι έχουν μπει πια στην elite. Φυσικά η παραγωγή είναι υπερτέλεια. Η μπάντα προωθήθηκε όσο ποτέ γι’ αυτή τη δουλειά, έχοντας τρία video! “Ov Fire and the Void” και “Alas, Lord Is Upon Me” ξεχωρίζουν, από ένα γενικά πολύ καλό δίσκο.

satanistΗ επόμενη χρονιά όμως δεν ήταν ιδιαίτερα καλή για τον Nergal. Toν Αύγουστο του 2010 διεγνώσθη με λευχαιμία και ξεκίνησε αμέσως τις χημειοθεραπείες. Ήταν μια δύσκολη περίοδος, που πέρα από την σοβαρή αυτή ασθένεια, είχε να αντιμετωπίσει, όλους όσους είχε «προσβάλει» θρησκευτικά τα περασμένα χρόνια. Όλοι μιλούσαν για τιμωρία Θεού και τα συναφή. Ευτυχώς, ο Πολωνός φυσικά τους διέψευσε, αφού βρέθηκε δότης μυελού των οστών και κατάφερε να ξεπεράσει αυτή τη δύσκολη περιπέτεια. Για το λόγο αυτό, πέρασαν 5 ολόκληρα χρόνια για να δούμε νέα δουλειά των BEHEMOTH. Το 2014 όμως, επανήλθαν δριμύτεροι με ένα πάρα πολύ καλό δίσκο, το “The satanist”. Πάλι εμπορικός μεν, αλλά με απίστευτες συνθέσεις για όλα τα γούστα. Γρήγορα κομμάτια με triggers και blastbeats, αλλά και αργόσυρτα σκοτεινά, αποκρυφιστικά μελωδικά τραγούδια. Για πρώτη φορά θα ακούσουμε και λίγη Σουηδίλα στις κιθάρες. Ο Nergal, αντί να «ηρεμήσει» στιχουργικά, μετά την περιπέτεια της υγείας του, έγινε ακόμα πιο ακραίος, μια που ο δίσκος είναι ωδή στον Σατανά! Η εκτενής χρήση ορχηστρικών σημείων και ιδιαίτερα πνευστών, δημιουργεί μια πολύ σκοτεινή ατμόσφαιρα. Φοβερή παραγωγή και πάλι από τους Bergstrand και Jensen. Ξεχωρίζουν τα “Ora pro nobis Lucifer”, “Blow your trumpets, Gabriel” (με ένα κορυφαίο video) και το ομώνυμο.

Αν μη τι άλλο οι BEHEMOTH, στα 25 αυτά χρόνια τους στο ανίερο extreme metal, είναι μια από τις πιο εξελίξιμες και αναγνωρίσιμες μπάντες που έχουν περάσει από το χώρο, έχοντας γράψει μοναδικούς δίσκους, που έχουν μείνει στην ιστορία. Με τις τελευταίες δηλώσεις του Nergal, που ουσιαστικά βάζει τη μπάντα στο «ψυγείο», για να αφοσιωθεί σε ένα solo project, στις 17 Απριλίου ίσως είναι η τελευταία μας ευκαιρία, να δούμε αυτή τη μεγάλη μπάντα on stage. Τα λέμε στο Fuzz λοιπόν!

Γιώργος Δρογγίτης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece