Δέκα χρόνια μετά την κυκλοφορία του “Arktis.”, είναι ίσως πιο εύκολο να βρει κανείς τις λέξεις για να περιγράψει αυτό που τότε έμοιαζε σχεδόν άπιαστο. Γιατί το έκτο σόλο άλμπουμ του Ihsahn ήταν εκείνο που τον εκτίναξε στη συνείδησή μου, ως έναν πάρα πολύ σπουδαίο καλλιτέχνη, που δεν διστάζει να πειραματιστεί με οτιδήποτε.
Ομολογώ ότι δεν ήμουν οπαδός των τεσσάρων πρώτων σόλο άλμπουμ του Νορβηγού μουσικού. Από τη σταδιακή απομάκρυνση από το black metal και την ενσωμάτωση κλασικών στοιχείων, μέχρι τον σχεδόν αποδομητικό πειραματισμό του “Das Seelenbrechen” (αυτό το “NaCl” είναι ΤΕΡΑΣΤΙΑ κομματάρα), φαινόταν πως ο Ihsahn αναζητούσε κάτι συγκεκριμένο – ακόμη κι αν δεν ήταν σαφές τι ακριβώς. Στο “Arktis.”, αυτή η αναζήτηση καταλήγει σε ένα αποτέλεσμα που μοιάζει με σύνθεση όλων των προηγούμενων ιδεών του: ένα κράμα prog, extreme metal, electronica και art rock, δεμένο με εντυπωσιακή συνοχή.
To άλμπουμ έχει σαφώς μερικούς βασικούς πυλώνες. Το εναρκτήριο “Disassembled” θέτει τον τόνο με έναν τρόπο σχεδόν κινηματογραφικό, θυμίζοντας σε σημεία την ένταση των OPETH, ενώ η παρουσία του κουνιάδου του, Einar Solberg των LEPROUS (μην ξεχνάμε ότι για χρόνια, νυν και πρώην μέλη των progsters, αποτελούν/αποτελούσαν τη live μπάντα του Ihsahn), δίνει την έξτρα πινελιά.
Αυτό όμως που δεν το είχα δει να έρχεται, ήταν το “Mass darkness”, που ήταν και το πρώτο single του δίσκου, με μία σχεδόν κλασικομέταλλη ατμόσφαιρα και τον Matt Heafy των TRIVIUM, να περνά σχεδόν απαρατήρητος μέσα στην τελειότητα του τραγουδιού. Το “South Winds”, με τον σχεδόν industrial/electronic παλμό του, θα μπορούσε εύκολα να ανήκει σε έναν δίσκο των NINE INCH NAILS – κι όμως, μέσα στο πλαίσιο του άλμπουμ, όχι μόνο δεν ξενίζει, αλλά ενισχύει την αίσθηση απρόβλεπτου που διατρέχει το έργο.
Έτερος πυλώνας, είναι το “Until I too dissolve”, που καταφέρνει να μπαλανσάρει ανάμεσα στο hard rock (!!!) και το ακραίο metal (σε σημεία των φωνητικών), μια πιασάρικη, αλλά και πολύπλοκη σύνθεση. Για να φτάσουμε στο “Celestial violence”, πάλι με τον Solberg να τον συνοδεύει στα φωνητικά, που έχει κλιμακούμενο συναίσθημα και φοβερή αισθητική, σηματοδοτώντας ένα ιδανικό κλείσιμο στον δίσκο.
Από εκεί και πέρα, το “Arktis.” έχει μία απρόβλεπτη φύση, αφού υπάρχουν οι εμφανείς επιρροές από τον David Bowie στο “In the vaults”, το σαξόφωνο του Jørgen Munkeby (SHINING) στο “Crooked red line” που σε βγάζει από το comfort zone σου με το ξεκίνημά του, το “Frail” όπου έχει τρομερές εναλλαγές φωνητικών, ηλεκτρονικούς ρυθμούς, PORCUPINE TREE συναίσθημα, που φέρνει στο μυαλό εικόνες απομόνωσης σε νορβηγικά τοπία, αλλά και το “Pressure” που φέρνει στο μυαλό τους VOIVOD.
Πολλές φορές, χρησιμοποιούμε τη λέξη “progressive”, μάλλον καταχρηστικά. Στην περίπτωση του “Arktis.” ενσαρκώνεται η ουσία του. Εξέλιξη, τόλμη, προσωπική έκφραση, ποικιλομορφία. Θα έλεγα ότι είναι σημείο αναφοράς, που ακόμα και οι δύο εξαιρετικοί διαδοχοί του, “Amr” και “Ihsahn”, δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν. Σε ότι αφορά εμένα, ο Ihsahn, μου έβαλε τα γυαλιά, καθώς ποτέ δεν υπήρξα οπαδός της καριέρας του με τους EMPEROR και πάντα ήμουν επιφυλακτικός στα ακούσματα avant garde/prog δίσκων που προέρχονταν από καλλιτέχνες οι οποίοι έκαναν ή ξεκίνησαν την καριέρα τους από το black metal. Ευτυχώς δεν διέλαθε της προσοχής μου και μπόρεσα να απολαύσω πλήρως αυτό το μοναδικό δημιούργημα, το οποίο επισκέπτομαι συχνά πυκνά ακόμα και σήμερα, δέκα χρόνια αργότερα…
Η δισκογραφική επιστροφή των Αμερικάνων CRIMSON GLORY, 27 (!!!) χρόνια μετά το “Astronomica”, δεν θα μπορούσε παρά να σημάνει συναγερμό στη συντακτική μας ομάδα, που συγκεντρώθηκε κι έκανε μία ομαδική παρουσίαση στο “Chasing the hydra”, το οποίο κυκλοφορεί από τη Bravewords Records και σε βινύλιο από τη No Remorse, στις 17 Απριλίου.
Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, να μνημονεύσουμε τη σημασία και -πάνω απ’ όλα- την αξία δίσκων όπως το “Crimson glory” και το “Transcendence” για ολόκληρο το heavy metal. Έκτοτε, βέβαια, οι CRIMSON GLORY, πέρασαν από χίλια κύματα. Αλλαγή δισκογραφικής και πλήρης αλλαγή μουσικού ύφους, συνεχόμενες περίοδοι απραξίας, νέος τραγουδιστής (Wade Black), επιστροφή Midnight, αποτυχημένη υπογραφή συμβολαίου με την Ελληνική Black Lotus, θάνατος Midnight, Todd LaTorre στα φωνητικά, διάλυση, επιστροφή με τον Travis Wills στα φωνητικά αλλά δίχως τον Jon Drenning. Δεν τις λες κι εύκολα διαχειρίσιμες αυτές τις καταστάσεις…
Το θέμα μας όμως, είναι το παρόν και το “Chasing the hydra”. Πέρυσι είχαμε την ευκαιρία να δούμε το συγκρότημα, το οποίο άφησε πολύ καλές εντυπώσεις επί σκηνής. Μάλιστα, βλέποντάς τους και μερικούς μήνες αργότερα, στη Γερμανία, έδιναν την εντύπωση ενός γκρουπ πολύ δεμένου, λες κι έπαιζαν χρόνια μαζί. Καλό όμως να μαζεύονται να παίζουν τα τραγούδια που αγαπήσαμε, αλλά από τη στιγμή που θέλουν να λέγονται ενεργή μπάντα κι όχι «περιοδεύων θίασος», θα έπρεπε να βγάλουν επιτέλους και καινούργιο δίσκο, αλλιώς θα μιλούσαμε μόνο για nostalgia band.
Το “Chasing the hydra” είναι ένας καλός δίσκος. Αυτό. Καλός. Δίχως υπερβολές, δίχως ανέφικτες προσδοκίες. Έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά των CRIMSON GLORY που αγαπούσαμε. Αυτές τις διπλές κιθάρες, τα ψηλά φωνητικά, αναφορές σε παλαιότερα τραγούδια. Βέβαια, υπάρχουν μερικά σημεία στην παραγωγή, όπως ο ήχος στα τύμπανα, με τα οποία δεν είμαι, προσωπικά, ικανοποιημένος, αλλά οι CG ποτέ δεν υπήρξαν ένα σχήμα με υποδειγματικές παραγωγές, να λέμε την αλήθεια.
Έχω πιάσει τον εαυτό μου να ακούει τον δίσκο επαναλαμβανόμενα και να μην κουράζεται, ίσα ίσα, θα έλεγα ότι μετά τις πρώτες ακροάσεις, μου άρεσε περισσότερο. Δεν νομίζω ότι περιέχει κάποιο τραγούδι που να μείνει κλασικό, διαχρονικό, αλλά το συνολικό επίπεδο είναι υψηλό. Δεν νομίζω ότι χαλάνε κανέναν τραγούδια όπως το “Redden the sun”, το “Broken together” ή το “Indelible ashes”. Μπορεί να μην είναι “In dark places”, “Lonely” ή “Valhalla”, αλλά θα ήταν ουτοπία να ζητήσουμε κάτι τέτοιο. Προσωπικά δηλώνω απόλυτα ευχαριστημένος, αλλά έχω την εντύπωση ότι αν παραμείνει το συγκεκριμένο line-up μαζί για καιρό, θα μπορούμε να ακούσουμε και ακόμα καλύτερα τραγούδια, εξ ου και ο συγκρατημένος βαθμός.
7 / 10
Σάκης Φράγκος
Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου στα βάθη των 80s, εκεί όπου όποια πέτρα κι αν σήκωνες στις Ηνωμένες Πολιτείες, θα ανακάλυπτες καλλιτέχνες και σχήματα που τιμούσαν το heavy metal στην ολότητα του. Νεαροί μουσικοί ξεπηδούσαν από κάθε πιθανή και απίθανη πολιτεία, με ένα μάτσο όνειρα και φιλοδοξίες. Πάμπολλα τα παραδείγματα. Μέσα σε όλα αυτά και οι CRIMSON GLORY. Με δύο δίσκους ανυπέρβλητης αξίας και με συνθέσεις που έχουν καταγραφεί στο πάνθεον της μουσικής μας. Η συνέχεια δεν ήταν αυτή που άπαντες επιθυμούσαν και το συγκρότημα ποτέ δεν κατόρθωσε να πλησιάσει το status του ομώνυμου δίσκου και του “Transcendence”…
Την στιγμή της νέας επανεκκίνησης με το “Chasing the hydra”, οι εναπομείναντες μουσικοί από την αρχική σύνθεση, αποφάσισαν να προσλάβουν στην θέση του τραγουδιστή, τον Travis Wills, ο οποίος και παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με τον Midnight που είχε βάλει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του στα δύο πρώτα άλμπουμ των Φλοριδιανών metallers. Αντικειμενικά μιλώντας, δεν θεωρώ ότι σε καμία περίπτωση μπορεί να προσεγγίσει το εύρος, την τεχνική και την ποιότητα του αποδημήσαντα. Γι’ αυτό που έχει κληθεί να πράξει, όμως, είναι αξιόπιστος. Το ζητούμενο είναι πάνω σε ποιο επίπεδο κομματιών κλήθηκε να ξεδιπλώσει τις αρετές του. Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Ή για να ακριβολογούμε, οι μοιραίες συγκρίσεις. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά από την στιγμή που το ίδιο λογότυπο κοσμεί το εξώφυλλο. Το υλικό του “Chasing the hydra” στα δικά μου αυτιά ηχεί ως μια άκαρπη απόπειρα των συμμετεχόντων μουσικών να αναβιώσουν με κάθε τρόπο το ένδοξο παρελθόν. Πρακτικά είναι αδύνατο. Δεν μπορώ να θυμηθώ κάποια χτυπητή περίπτωση μουσικών που στην επάνοδό τους μετά από χρόνια στην δισκογραφία (με ή χωρίς αλλαγές στο line up τους) να ξεπέρασαν τα δημιουργήματα της νιότης τους. Δεν μπορεί να ξαναγραφούν στην εποχή μας έπη επών όπως τα “Dragon lady”, “Heart of steel”, “Azrael”, “Queen of the masquerade”, “Lost reflection”, “Dream dancer”, “Lady of winter”, “Painted skies”, “In dark places”, “Lonely”.
Ως εκ τούτου -και αντιλαμβανόμενος απόλυτα την ανάγκη/επιθυμία/δίψα (βαφτίστε το όπως εσείς επιθυμείτε) των περισσοτέρων εξ ημών να βρεθούμε ξανά στα ίδια λημέρια με τους παιδικούς μας ήρωες- θα συμπυκνώσω τις σκέψεις μου στις παρακάτω γραμμές. Κατανοώ την ανάγκη του εκάστοτε καλλιτέχνη να διεκδικήσει για όσες φορές εκείνος επιλέξει το δικαίωμα της δεύτερης ευκαιρίας. Αντιλαμβάνομαι, επίσης, ότι αρκετοί καλλιτέχνες έχουν επιλέξει να είναι το συγκεκριμένο λειτούργημα ο βιοπορισμός τους. Από την σκοπιά του οπαδού αποκλειστικά, είναι αναφαίρετο δικαίωμα μας να επιλέξουμε τι μας ικανοποιεί και τι όχι. Το “Chasing the hydra” δεν ξεφεύγει από την μετριότητα, παρ’ ότι διαθέτει ορισμένες χτυπητές -αλλά διάσπαρτες- εξαιρέσεις, γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά από το να χαρακτηριστεί ως διάδοχος των ένδοξων 80s. Και δεν έχει να κάνει με μία ακόμα έκφανση παρελθοντολαγνείας αλλά με κανόνες στοιχειώδους λογικής. Αν το σήμερα βασίζεται αποκλειστικά στο χθες, δυσκολεύει αφάνταστα το όραμα του αύριο…
5,5 / 10
Γρηγόρης Μπαξεβανίδης
Photo by Lisa Larkin
Επειδή η παρουσίαση είναι ομαδική, θα είμαι σύντομος. Ας ξεκινήσουμε όμως με μια συμβουλή. Πιστεύω πως καλό είναι να μην ακούσετε τον δίσκο, προσπαθώντας να τον συγκρίνεται με το παρελθόν, γιατί συνήθως αυτό, θα τον φέρει αντιμέτωπο με τις εμμονές που κουβαλάτε, είτε αυτές είναι θετικές, είτε είναι αρνητικές. Με την συμβουλή αντί εισαγωγής λοιπόν, πάμε στο «ψητό»!
Οι CRIMSON GLORY κυκλοφορούν μια δουλειά που όχι μόνο δεν ακούγεται αδιάφορη, αλλά σίγουρα στέκεται αντάξια, στην σύντομη, αλλά ενδιαφέρουσα δισκογραφία τους. Πάμε και στο καίριο ερώτημα, δηλαδή την φωνή του Travis Wills, που αν και σχετικά άγνωστος, έχει ψηθεί στο χώρο με τα χρόνια του στους INFIDEL RISING. Στις μέρες μας, όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί εύκολα να ψάξει διαδικτυακά και να διαμορφώσει εύκολα άποψη. Θα έλεγα πως είναι αρκετά κοντά στον Midnight, ώστε να μπορεί να αποδώσει τους κλασικούς ύμνους (ίσως καλύτερα κι από τον Wade Black 25 χρόνια ή τον Todd La Torre 15 χρόνια πριν), πράγμα που σίγουρα έπαιξε ρόλο στην επιλογή του. Θα ήθελα πολύ να τον ακούσω σε μια από τις συναυλίες τους.
Μουσικά, το “Chasing the Hydra” είναι πολύπλευρο, σκληρό, γεμάτο καλές κιθαριστικές ιδέες και ο πυρήνας των Jackson, Lords, Burnell, φροντίζει για τα χαρακτηριστικά που περιμένουν οι οπαδοί τους να ακούσουν. Δηλαδή, υπάρχουν αρκετά τεχνικά σημεία, κάποια πιο αργά, mid-tempo τραγούδια, καυτά κιθαριστικά σόλο, χώρος για κάποιες γραμμές του μπάσου να ξεχωρίσουν, πολλά υψίφωνα μέρη και πολυ-επίπεδα φωνητικά, όπως και φοβερά ρυθμικά μέρη.
Το ύφος των CRIMSON GLORY σηκώνει ριφ και το “Chasing the Hydra” έχει αρκετά. Σίγουρα όλοι πιάσατε τις ομοιότητες του ριφ του ομώνυμου τραγουδιού με το “Red sharks”, αλλά ας μην μείνουμε σε αυτό. Τραγούδια όπως το “Redden the sun”, “Angel in my nightmare”, “Beyond the unknown” είναι γεμάτα από καλές ιδέες. Το πρώτο, που ανοίγει το άλμπουμ είναι επιθετικό, είναι πιο μέσης ταχύτητας, με όμορφες αλλαγές που επίσης νεύουν στο παρελθόν τους και το τρίτο είναι πιο σκοτεινό. Η μόνη μου ένσταση είναι μόνο για το πόσο ψηφιακός ακούγεται ο ήχος του, ίσως όμως αυτό να ήθελε ο Ben Jackson. Ναι, θα το προτιμούσα λίγο πιο αναλογικό.
Δεν αμφισβητώ, πως το όνομα και η μουσική των CRIMSON GLORY συγκινούν πολλούς από εμάς, μαζί με άλλα μεγαθήρια της Αμερικάνικης σκηνής και ο χώρος τους έχει ανάγκη για να διατηρηθεί. Με μια αίσθηση της μελωδίας που είναι μοναδική, με ένα όνομα που κουβαλάει τεράστια ιστορία και με οπαδούς σε όλο τον κόσμο που μπορούν να τους υποστηρίξουν, ελπίζω πως οι CRIMSON GLORY θα έχουν και δισκογραφική συνέχεια. Η ιστορία δύσκολα θα αναφέρει το “Chasing the Hydra” δίπλα στα πρώτα τους δύο άλμπουμ, όμως μαζί με το “Astronomica”, θα φιγουράρουν ως άξιοι συμπαραστάτες.
7,5 / 10
Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης
Photo by Lisa Larkin
Eίναι ωραίο οι αγαπημένες σου μπάντες να επιστρέφουν μετά από χρόνια απραξίας και να σου παραδίδουν δίσκους που να μπορούν να σταθούν ισάξια σε σχέση με το τώρα αλλά και με την ένδοξη πορεία τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι και οι CRIMSON GLORY που με τα δύο πρώτα άλμπουμ τους της δεκαετίας του ‘80, έθεσαν τον πήχη σε δυσθεώρητα ύψη ακόμα και για τους ίδιους. Είναι αναρίθμητες οι ώρες που έχω περάσει με τα δύο πρώτα άλμπουμ τους πάνω στο πικάπ. Ιδιαίτερα θυμάμαι την εποχή που κυκλοφόρησε το υπερθεϊκό και για μένα το κορυφαίο τους δημιούργημα, “Transcendence”, να φοβάμαι πως θα χαλάει ο δίσκος από τα αλλεπάλληλα παιξίματα. Σε μια εποχή που τα σπουδαία άλμπουμ κυκλοφορούσαν το ένα μετά το άλλο, ο δίσκος αυτός αγαπήθηκε παράφορα από όσους το άκουσαν στην εποχή του αλλά και όσους ήρθαν σε επαφή μαζί του τα επόμενα χρόνια. Οι δύο πρώτοι δίσκοι των CRIMSON GLORY έχουν ένα ειδικό βάρος λόγω της απαράμιλλης ποιότητάς τους και σαφώς αποτελούν δύο από τις σημαντικότερες κυκλοφορίες που βγήκαν στην δεκαετία του 80, και βγήκαν πάρα πολλές είναι η αλήθεια.
Η εγκληματική σχεδόν πράξη της μπάντας να αλλάξει τον ήχο της στο τρίτο και κομβικό της άλμπουμ, “Strange and beautiful”, προς ένα hard rock ήχο, ήταν μια ριζική αλλαγή που μας βρήκε εντελώς απροετοίμαστους και ήταν και η θανατική καταδίκη τους εν τέλει. Προσωπικά σαν οπαδός του hard rock μου άρεσε και μου αρέσει ακόμα αρκετά αυτός ο δίσκος, ήταν όμως κάτι έξω από τον ήχο που αγαπήσαμε και σοφά οι οπαδοί τους, τους γύρισαν την πλάτη εκείνη την εποχή.
H επιστροφή τους με το “Astronomica” και τον Wade Black πίσω από το μικρόφωνο ήταν μια επιστροφή στον αγαπημένο ήχο του σχήματος αλλά τα πράγματα είχαν αλλάξει πλέον στο heavy metal και αυτή η σύντομη πορεία δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ. Η επανασύνδεση με τον Midnight και η τραγική συναυλία μαζί του στο Rockwave του 2005, είναι μια στιγμή που θέλουμε να ξεχάσουμε όλοι όσοι ήμασταν παρόντες στο κοινό εκείνο το απόγευμα.
Από το “Αstronomica” όμως και έκτοτε, έχουν περάσει 26 χρόνια χωρίς η μπάντα να έχει καταθέσει κάτι δισκογραφικά και να που επιστρέφουν με τον πέμπτο τους ολοκληρωμένο δίσκο “Chasing the hydra” εν έτη 2026. Με τα τρία πέμπτα της αρχικής (Jeff Lords, Dana Burnell, Ben Jackson) και την προσθήκη του κιθαρίστα Mark Borgmeyer και του τραγουδιστή Τravis Wills, η δισκογραφική επιστροφή του σχήματος κρίνεται επιτυχής. Ο ήχος είναι αυτός που περίμεναν όλοι οι οπαδοί τους με prog power συνθέσεις που μας θυμίζουν τα πρώτα χρόνια του σχήματος. Εξαιρετική η φωνή του Travis Wills καθ’ όλη την διάρκεια του δίσκου να θυμίζει σε πολλά σημεία την ερμηνεία του μακαρίτη Midnight. Aυτό δεν είναι φυσικά και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο αλλά ο τραγουδιστής αυτός διαθέτει μια εξαίσια φωνή που υποστηρίζει απόλυτα το ύφος και τις συνθέσεις του νέου δίσκου.
Το ομότιτλο κομμάτι θυμίζει στην εισαγωγή του το “Red Sharks”, παραμένει όμως ένα στακάτο power metal κομμάτι, το “Broken together” θυμίζει ερμηνευτικά τον Μidnight όμως είναι ένα πολύ ωραίο prog power κομμάτι. Οι ανατολίτικες κλίμακες του “Indelible ashes” σε μαγνητίζουν, τα πιο straight μελωδικά power metal κομμάτια με τον trademark ήχο του σχήματος όπως το “Redden the sun” και “Beyond the unknown” έχουν πολύ ενδιαφέρον και ακούγονται πολύ ευχάριστα. Εξαιρετικό κομμάτι είναι το “Angel in my nightmare” που μας θυμίζει όλους τους λόγους για τους οποίους αγαπήθηκε αυτό το σχήμα. Prog power λυρισμός που φθάνει μέχρι τα ουράνια. Μας είχε λείψει αυτός ο ήχος είναι αλήθεια και είναι ευτύχημα που μετά από τόσα χρόνια ακούμε ξανά τέτοιου επιπέδου συνθέσεις από το Αμερικάνικο αυτό σχήμα.
Στο “Chasing the hydra” ο οπαδός της μπάντας θα συναντήσει τον ήχο που αγάπησε από αυτό το σχήμα, συνθέσεις πολύ προσεγμένες σε όλα τα επίπεδα και έναν εξαιρετικό ερμηνευτή που παραδίδει τρομερές ερμηνείες σε όλο τον δίσκο. Τόσο καλός είναι πραγματικά. Τo άλμπουμ συνεχίζει επάξια την σπουδαία κληρονομιά του σχήματος και αν αποφύγει κάποιος τις ανώφελες συγκρίσεις με το παρελθόν, θα απολαύσει έναν πολύ ωραίο prog power δίσκο που θα του προσφέρει όλα όσο έχει στερηθεί όλα αυτά τα χρόνια από τους CRIMSON GLORY.
Γιατί ναι, επιτέλους είναι μαζί μας και μας προσφέρουν ένα δίσκο που όσο τον ακούς τόσο πιο πολύ τον αγαπάς και τον εκτιμάς. Γιατί όπως είπα και λίγο παραπάνω, μας έλειψαν. Πραγματικά, είναι κρίμα να μην χαιρόμαστε πιο συχνά την μαγεία αυτού του σχήματος αλλά μιας και το πράττουν τώρα ας τους δώσουμε την προσοχή και την στήριξή μας. Από εμένα είναι ναι!
8/10
Γιάννης Παπαευθυμίου
CRIMSON GLORY… Θυμάσαι την επιστροφή τους, το 1999; Έμοιαζε κάτι μεταξύ πραγματικότητας και φαντασιακής σφαίρας. Σαν να ξυπνά μια υπερφυσική οντότητα, από λήθαργο αιώνων! Έστω και χωρίς μάσκες, χωρίς τον κλασσικό τους τραγουδιστή Midnight, οι Αμερικανοί φάνταζαν τιτάνιοι, εξωγήινοι! Όσον αφορά δε τον αντίκτυπο του γεγονότος αυτού στους Έλληνες οπαδούς, εμείς… αιθεροβατούσαμε!
Δεν είχαμε την παραμικρή ιδέα του πως θα ηχούν, μόνο ρουφούσαμε κάθε πληροφορία και πιστεύαμε «τυφλά» τις πρώτες γραπτές εντυπώσεις από το demo της καινούργιας σύνθεσης. Δίχως υπερβολή, «ακούγαμε» τη μουσική και πλάθαμε τον νέο δίσκο στο κεφάλι μας! Τις μελωδίες, τα υψίσυχνα φωνητικά, τη λυρική μυσταγωγία, τα πάντα! Τον είχαμε λατρέψει, πριν καν να έρθει!
Κι όντως, το “Astronomica” απεδείχθη ένα ιδιόρρυθμο όσο και κλασσικό έπος, μπροστά από την εποχή του, με τις ακόλουθες συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη να συζητούνται ως σήμερα, για όλους τους ΣΩΣΤΟΥΣ λόγους. Γιατί αναφέρω τα τότε «σκηνικά»; Διότι λόγω της φετινής, δεύτερης δισκογραφικής επανόδου του γκρουπ, την σύγκριση δεν τη γλυτώνουμε.
Εντάξει, το ξέρω. Όλα έχουν αλλάξει. Τώρα, καμία πληροφορία δε μένει κρυφή, κανένας μύθος δεν καλλιεργείται, καμία περσόνα δε λαμβάνει τιτάνιες διαστάσεις και οι ήρωες του παρελθόντος αποκαθηλώνονται με συνοπτικές διαδικασίες. Οπότε, πού μένει να ρίξει όλο της το βάρος μια μπάντα σαν τους CRIMSON GLORY, ώστε να μείνει στον «αφρό»; Μα στη μουσική αυτή καθ’ αυτή, πού αλλού;
Άκουσα και ξανάκουσα το “Chasing the hydra”, για πάρα πολλές μέρες και υπό διαφορετικές συνθήκες, προσπαθώντας να το δεχτώ όσο γίνεται περισσότερο. Όπως τον καιρό που αγοράζαμε έναν (1) δίσκο και επειδή είχαμε δώσει, για την αγορά του, χρήματα που μαζεύαμε κέρμα-κέρμα, καταβάλλαμε φιλότιμες προσπάθειες να μας αρέσει. Έτσι, από πείσμα! Αποτέλεσμα; Μάταιος κόπος. Τα άλμπουμ της Πορφυρής Δόξης, στο ράφι, θα παραμείνουν τέσσερα.
Στο πρώτο του μισό, το καινούργιο πόνημα των Φλοριδιανών μήτε ενθουσιάζει, μήτε άσχημα τα πάει. Το εναρκτήριο κομμάτι “Redden the Sun” είναι σίγουρα αξιόλογο, περνούν τη βάση το “Angel in my nightmare” και το “Chasing the hydra”, ενώ το “Broken together”, που λοξοκοιτά το “In dark places” και το oriental “Indelible ashes”, που θα ταίριαζε στην εποχή του “Astronomica”, είναι μακράν οι καλύτερες στιγμές και δυστυχώς, οι μοναδικές ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ξεχωριστές.
Από κει και κάτω, στο δεύτερο μισό, υπάρχει πρόβλημα. Τα κομμάτια που ακολουθούν (“Beyond the unknown”, “Armor against fate”, “Pearls of dust” και “Triskaideka” – μόνο “03:10 to Yuma”, φίλε, ταινιάρα) κακά δεν τα λες, τα λες όμως αδιάφορα, βαρετά. Χαρακτηρισμούς τους οποίους ποτέ δεν πίστευα πως θα έγραφα, σε ένα κείμενο που αφορά τους CRIMSON GLORY. Πρόσθεσε τώρα μια μουντή, αδύναμη παραγωγή και ένα απαράδεκτο εξώφυλλο και θα δεις πόσο χάνει στο «ζύγι» το “Chasing the hydra”…
Επίσης, το νέο υλικό πάσχει από τρανταχτή υφολογική ανομοιογένεια. Η μπάντα άλλοτε προσπαθεί να αναπαράξει το κλίμα κυρίως του “Transcendence” (όπου τα «δάνεια» από το παρελθόν πάνε κι έρχονται, λογικό κι αναμενόμενο) κι άλλοτε θέλει να ενσωματώσει νεωτεριστικά στοιχεία, στις κλασσικές US power/prog νόρμες της, απεμπολώντας, μοιραία, τη μοναδικότητά της. Κίνηση η οποία στερείται κάθε λογικής!
Ας μην κρυβόμαστε. Η χρυσή εποχή 1986-1989, είχε την υπογραφή της τριάδας Drenning/Lords/Midnight. Η απουσία του Midnight το 1999 καλύφθηκε, με τον α’ ή β’ τρόπο. Αυτή όμως του Jon Drenning, του πάλαι ποτέ βασικού κινητηρίου μοχλού του γκρουπ, είναι τεράστια. Θα περίμενε κανείς να καλυφθεί το κενό από τους Ben Jackson και Dana Burnell, οι οποίοι είναι από την αρχή στο συγκρότημα και (θεωρητικά) γνωρίζουν ΠΩΣ να συνθέσουν με τον CRIMSON GLORY τρόπο, ωστόσο αυτό δεν επιτυγχάνεται. Όσο για τον κιθαρίστα Mark Borgmeyer… περνά απαρατήρητος.
Τελευταίο άφησα τον Travis Wills. Άποψή μου, στη θέση του τραγουδιστή στους CRIMSON GLORY, ταιριάζουν μόνο δύο ειδών ερμηνευτές: Ή κάποιος κλώνος του Midnight που «καρφώνει» τις νότες μία προς μία, στο πρωτότυπο ερμηνευτικό στυλ ή κάποιος που να μη θυμίζει Midnight και να λέει τα κομμάτια με το δικό του ύφος. Εκεί λοιπόν είναι που το «χάνει» ο «προσπαθών» να κοπιάρει τον Midnight, Travis Wills, ένας κατά τα λοιπά σωστός τραγουδιστής. Στα χαμηλά και πολύ μελωδικά μέρη τα πηγαίνει μια χαρά, ωστόσο στις φωνητικές «ακροβασίες» και «ακρότητες», στοιχείο χαρακτηριστικό των CRIMSON GLORY, δεν αντέχει.
Δεν είχα παράλογες απαιτήσεις από το “Chasing the hydra”. Αν πίστευα πως οι CRIMSON GLORY μπορούν ή πρέπει να κυκλοφορήσουν έναν δίσκο εφάμιλλο του θεϊκού “Crimson Glory” ή του “Transcendence” (το πιο εκτυφλωτικό «δεκάρι» στην ιστορία της μουσικής αυτής), θα πήγαινα από μόνος μου στο νούμερο 374 της Λεωφόρου Αθηνών, θα χτυπούσα το κουδούνι και θα έλεγα «γεια σας, ήρθα, φέρτε να βάλω τ’ άσπρα!».
Θα ήθελα όμως ένα άλμπουμ το οποίο να αξίζει να φέρει το λογότυπό τους και να με κάνει να το επισκέπτομαι ξανά και ξανά. Και το “Chasing the hydra” αδυνατεί να το καταφέρει. Μάλιστα λυπούμαι, γιατί σε συνδυασμό με τις πρόσφατες, μετριότατες «ζωντανές» της εμφανίσεις στη χώρα μας, διαπιστώνω πως η μπάντα που κάποτε δε χωρούσε ούτε στα όνειρά μου/μας, έχει μικρύνει πολύ, με δική της ευθύνη. Συνεπώς όχι, ο βαθμός δε δύναται να πάρει παραπάνω την ανιούσα. Κρίμα…
6 / 10
Δημήτρης Τσέλλος
Photo by Lisa Larkin
Εφόσον πρόκειται για ομαδική κριτική θα αφήσω τις εισαγωγές περί του πόσο σημαντικός είναι ένας νέος CRIMSON GLORY δίσκος μετά από 27 χρόνια και μπαίνω αμέσως στην ουσία.
Έναρξη ακρόασης και έχουμε δύο τραγούδια τυπικού καλοπαιγμένου US power metal, “Redden the Sun” και “Chasing the Hydra” που περιλαμβάνουν τα στοιχεία που περιμένει να ακούσει κάποιος από την μπάντα και ίσως πρόκειται για τις δυο πιο “τυπικές” συνθέσεις του δίσκου. Πρώτη παρατήρηση ότι η παραγωγή είναι ογκώδης και με αρκετή δόση “μπασαριστού” ήχου που το θεωρώ πλεονέκτημα καθώς οι πολύ πριμαριστές παραγωγές αποτέλεσαν στο παρελθόν μάστιγα για το εν λόγω είδος. Ο δίσκος όμως πραγματικά ξεκινά στο τρίτο κομμάτι “Broken Together”, ένα πραγματικό CRIMSON GLORY άσμα από τις χρυσές τους εποχές, μυστηριακό, μελωδικό, ποικιλότροπο, που αμέσως ξεχωρίζει.
Από αυτό το τραγούδι και μετά σημειώνω ότι έχουμε πληθώρα prog στοιχείων που αναμεμειγμένα με το παραδοσιακό USPM αναδεικνύουν τις συνθέσεις. Συνέχεια με “Angel in my Nightmare” με πολύ ψηλά φωνητικά, ωραίες μελωδίες, ποικιλία ρυθμών και κεντρική βασική ιδέα που σου μένει. Ξεχωρίζει και το instrumental σημείο λίγο πριν το τέλος. Μέχρι τώρα τι έχουμε ακούσει από τους CRIMSON GLORY; Τεχνική, μελωδία, «μεγάλες» κιθάρες, συναίσθημα, δύναμη, ακριβώς δηλαδή όσα θα ζητούσαμε. Το “Indelible Ashes” ξεκινά ατμοσφαιρικά, με ήχους ανέμου, κρατώντας σε αγωνία για το τι έπεται. Ακούμε κρουστά και αμέσως μετά το κεντρικό ακουστικό riff που μετατρέπεται σε πρωταγωνιστική μελωδία του τραγουδιού. Διπλές κιθάρες, ανατολίτικες μελωδίες, κοφτοί ρυθμοί, ένα ακόμα CRIMSON GLORY έπος με ωραιότατα leads, μεγάλες μελωδίες, όπως πρέπει.
Οφείλω να αναφέρω ότι σε ορισμένες στιγμές στη μέση του δίσκου ξεχνιέσαι και νομίζεις CRIMSON GLORY να πλησιάζουν σε παλιούς καλούς QUEENSRYCHE. Επίσης, ο νέος τραγουδιστής Travis Wills ακούγεται σαν κάτι ανάμεσα σε La Torre και Midnight αποδεικνύοντας ότι η μπάντα σωστά τον επέλεξε για τη θέση πίσω από το μικρόφωνο. “Pearls of Dust” και η ποιότητα παραμένει ψηλά, κάποιος θα πει ότι οι CRIMSON GLORY κινούνται εδώ μέχρι και τα μονοπάτια των DREAM THEATER.
Κλείσιμο με το μυστηριακό “Triskaideka”, που με πιο μοντέρνες νόρμες αλλά εξίσου υψηλή ποιότητα σου κρατάει το ενδιαφέρον. Συνολικά πρόκειται για δίσκο – επιστροφή, ένα αξιόλογο, αξιοπρεπές, πολυδιάστατο άλμπουμ που αφενός κρατάει το πνεύμα των κλασικών CRIMSON GLORY, αφετέρου πατάει γερά στο 2026 παρουσιάζοντας μας ένα σύγχρονο υπόδειγμα καλοπαιγμένου Αμερικάνικου prog/power metal.
8 / 10
Δημήτρης Μελίδης
Photo by Lisa Larkin
Νομίζω δεν χρειάζεται να τονίσουμε με τον κάθε δυνατό τρόπο ότι η κυκλοφορία ενός νέου δίσκου από τους CRIMSON GLORY αποτελεί ένα άκρως σημαντικό σημείο αναφορά για τα τεκταινόμενα στον ευρύτερο χώρου του power/prog metal. Βλέπετε, η κληρονομιά των Αμερικανών είναι και πλούσια αλλά συνάμα και δύσκολα διαχειρίσιμη καθώς όπως έχει αποδειχθεί και στο παρελθόν, οι δύο πρώτοι δίσκοι τους ρίχνουν βαριά τη σκιά τους πάνω από κάθε προσπάθεια των CRIMSON GLORY να παρουσιάσουν κάτι νέο στους οπαδούς τους. Μην ξεχνάμε τι έγινε με το “Strange and beautiful” αλλά και το σπουδαίο “Astronomica”. Αυτονόητα, λοιπόν, το “Chasing the hydra” δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση καθώς οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες και ας έχουν περάσει 25 και πλέον χρόνια από την κυκλοφορία του τελευταίου τους πονήματος.
Με τα 3/5 της κλασικής τους σύνθεσης παρόντα αλλά χωρίς τον Jon Drenning, οι CRIMSON GLORY επιχειρούν με το νέο τους δίσκο να τιμήσουν το ένδοξο παρελθόν προσαρμόζοντας το σε ένα πιο μοντέρνο ηχητικά περιβάλλον. Σίγουρα το “Chasing the hydra” έχει σημεία που θυμίζουν πότε “Transcendence” (π.χ. στο “Angel in my nightmare”) και πότε “Astronomica” (π.χ. στο “Indelible ashes”) αλλά από την άλλη οι συνθέσεις θα έλεγα ότι υπολείπονται συνολικά σε σχέση με τα δύο προαναφερθέντα τραγούδια. Δεν είναι τόσο ότι είναι κακές ή έστω μέτριες συνθέσεις. Όχι, δεν είναι αυτό. Θα έλεγα ότι είναι περισσότερο τετριμμένες και generic που θα αρέσουν μεν στους οπαδούς αλλά θεωρώ ότι δεν θα ασχοληθούν και πολύ με το δίσκο όσο περνάει ο χρόνος. Αυτό, βέβαια, συμβαίνει συχνά και με κάθε νέα κυκλοφορία ενός παλιού συγκροτήματος και δεν αποτελεί απαραίτητα μομφή. Πάντως, αξίζει να πούμε ότι η απόδοση του τραγουδιστή Travis Wills είναι ΟΚ αλλά υπολείπεται όλων των προκατόχων του ενώ και η παραγωγή θα μπορούσε σίγουρα να ήταν πιο «γεμάτη» και «καθαρή» για να αναδείξει έστω τη γνώριμη ατμόσφαιρα των CRIMSON GLORY.
Στο διά ταύτα, το “Chasing the hydra” είναι μεν καλό αλλά με αρκετές συνθετικές αδυναμίες που θυμίζουν σε όλους ότι λείπει το μαγικό άγγιγμα του Drenning. Οι φανατικοί οπαδοί, ούτως ή άλλως, θα το αγοράσουν. Οι υπόλοιποι ας το ακούσουν πρώτα και να πράξουν αναλόγως.
6 / 10
Σάκης Νίκας
Photo by Lisa Larkin
Θα τα πάρω με τη σειρά. “Crimson glory” και “Transcendence” θα έπρεπε να μπουν σε μουσείο ως εκθέματα και να μνημονεύονται αιωνίως. Συγκριτικά, το “Strange and beautiful” μοιάζει ως μια απρεπής χειρονομία, αλλά αν το δούμε ψύχραιμα και χωρίς συγκρίσεις, είναι ένας παράξενος και όμορφος δίσκος που τελικά αγκαλιάζει περισσότερο το Hard Rock από το Progressive Metal. Το “Astronomica” μπορεί να μένει εκτός μουσείου, αλλά είναι δισκάρα και αυτό. Μιλάμε για πολύ σπουδαία κληρονομιά λοιπόν. Μετά από μία προσπάθεια επανασύνδεσης πριν από περίπου 15 χρόνια, με τον Todd La Torre στα φωνητικά, η οποία δεν ευδοκίμησε δισκογραφικά, έχουμε επιτέλους νέο άλμπουμ CRIMSON GLORY! Από την κλασική σύνθεση λείπει ο Jon Drenning, ενώ τη δύσκολη θέση του frontman την έχει αναλάβει ο Travis Wills.
Χωρίς πολλές σάλτσες, το “Chasing the Hydra” είναι αναμφίβολα η πιο heavy στιγμή της μπάντας, πιάνοντας το νήμα εκεί που το άφησε το “Astronomica”. Το ενορχηστρωτικό κομμάτι σηκώνει στις πλάτες του το τελικό αποτέλεσμα, παίρνοντας άριστα σε όγκο, groove, εναλλαγές και leads. Το χρυσό μετάλλιο το κερδίζει επάξια ο Jeff Lords, όντας μία από τις λίγες φορές που ευχαριστήθηκα μπάσο σε τέτοιο βαθμό. Πολύ δυνατή παρουσία στη μίξη που όχι μόνο δεν καθιστά το όργανο θαμμένο στην παραγωγή, αλλά το προάγει σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Στα θετικά κρατάω πως δεν γίνεται προσπάθεια αναμασήματος του παρελθόντος. Μπορεί η εισαγωγή του ομότιτλου κομματιού να είναι απευθείας αναφορά στο “Red sharks”, αλλά τέτοια περιστατικά είναι η εξαίρεση και τα βλέπω πιο πολύ ως έναν φόρο τιμής.
Σε αντίθετη κατεύθυνση κινείται ο Travis. Η χροιά του θυμίζει έντονα τον Midnight, πράγμα κατανοητό από τη μία αφού στις συναυλίες πρέπει να τραγουδήσει και τα κλασικά τραγούδια. Από την άλλη, δεν καταφέρνει να με πείσει. Δεν τον πλησιάζει ούτε σε συναίσθημα ούτε σε καθηλωτικές ερμηνείες, τα ψηλά του δεν έχουν τη δύναμη που έφερνε ο Wade, ενώ στα χαμηλά ο Todd είχε καλύτερο έλεγχο όπως μας έδειξε στο “Garden of shadows”. Μου μένει η αίσθηση πως οι συνθέσεις έχουν ανεκπλήρωτη δυναμική και δεν απογειώνονται γι’ αυτόν το λόγο. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, αν ο δίσκος έφερε το λογότυπο διαφορετικού συγκροτήματος η γνώμη μου θα ήταν τελείως διαφορετική. Δεν με χαλάνε οι ερμηνείες του, αλλά επειδή κάνουμε κριτική σε δουλειά των CRIMSON GLORY, θα πρέπει να υπάρχει η αντίστοιχη αυστηρότητα.
Η ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί είναι η εξής: Αν με πειράζει που στις συναυλίες τους (έχουν ανακοινωθεί σε Βόλο και Χανιά για το καλοκαίρι) τα νέα τραγούδια θα αφήσουν εκτός setlist άλλα από την παλαιότερη δισκογραφία. Η απάντηση είναι πολύ λίγο, πόσο μάλλον αν πρόκειται για στιγμές όπως τα “Pearls of dust”, “Beyond the unknown” και “Angel in my nightmare”. Όσο μου αρέσουν τα επετειακά live, άλλο τόσο δεν μου αρέσει η παρελθοντολαγνεία στη μουσική. Το “Chasing the Hydra” στέκεται ως ένα αξιοπρεπέστατο άλμπουμ για τους CRIMSON GLORY του 2026, αρκεί να μην δώσουμε σημασία στο κάπως άκομψο artwork. Σαν δίσκος του σήμερα είναι από τους καλούς. Ως δημιουργία της μπάντας αυτής, ικανοποιεί αλλά αφήνει περιθώρια για βελτιώσεις. Σε κατάταξη της δισκογραφίας τους, η μόνη περίπτωση να απέφευγε την τελευταία θέση, είναι αν δεν έκανα τα στραβά μάτια στις ιδιαιτερότητες του “Strange and beautiful”.
7 / 10
Παύλος Παυλάκης
Υπάρχουν κάποια συγκροτήματα, τα οποία έχοντας αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι τους στην heavy metal δισκογραφία, όταν αποφασίζουν να κυκλοφορήσουν μια νέα studio δουλειά, σίγουρα χρίζει ιδιαίτερης προσοχής μεν, αλλά κάποιες φορές ίσως εγείρει σκέψεις και αμφιβολίες δε, αφού έχουμε ακούσει ανά περιόδους πολλά μέτρια άλμπουμ από αγαπημένα γκρουπ. Στην κατηγορία όλων των παραπάνω, είναι και οι CRIMSON GLORY, αφού μετά τα δυο μουσικά έργα τέχνης και καλλιτεχνικά μνημεία, “Crimson glory” το 1986 και “Transcendence” το 1988, με τους επόμενους δίσκους τους δεν κατάφεραν να διατηρήσουν την ίδια αίγλη που είχαν οι πρώτες δυο δουλειές. Λίγα χαμόγελα «ήρθαν» πριν από 27 χρόνια, αλλά και δεν κράτησαν πολύ, αφού το συγκρότημα «μπήκε και πάλι στον πάγο». Τα τελευταία 3 περίπου χρόνια, το όλο project έχει επαναδραστηριοποιηθεί, κάνοντας μια προσπάθεια για ένα δυναμικό comeback, δείγμα του οποίου έχουν πάρει όσοι τους έχουν παρακολουθήσει ζωντανά.
Φυσικά η ποιότητα των εκάστοτε νέων τραγουδιών είναι το μόνο κριτήριο που «μετράει» για να κρίνεις μουσικούς και άλμπουμ. Έτσι το πρώτο τραγούδι της νέας προσπάθειας, “Triskaideka”, που είδε το φως της δημοσιότητας το 2023, δημιούργησε ποικίλα σχόλια. Από τότε και μέχρι και σχετικά πρόσφατα, δεν είχαν διέρρευσαν κάτι άλλο, εκτός της αναγγελία του νέου άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει στα μέσα Απριλίου. Δεν σας κρύβω ότι όταν έλαβα το αρχείο για την ομαδική κριτική που διαβάζετε, ήμουν αρκετά διστακτικός και επιφυλακτικός ως προς το τελικό αποτέλεσμα, όντας προετοιμασμένος για όλα, θέλοντας βεβαίως ενδόμυχα το όσο το δυνατόν καλύτερο, από ένα αγαπημένο σχήμα. Ακούγοντας τα νέα τραγούδια δεν απογοητεύτηκα.
Τα τονιστεί καταρχάς ότι όσοι θελήσουν να ακούσουν τα καινούργια τραγούδια των CRIMSON GLORY, θα πρέπει να «σβήσουν» το παρελθόν. Όσοι περιμένουν τα “Crimson glory ΙΙ” ή “Transcendence ΙΙ”, καλύτερα να σταματήσουν να ασχολούνται με το συγκρότημα. Αν λοιπόν αντιμετωπίσεις την καινούργια δισκογραφική προσπάθεια όπως ορίζει η λέξη, και αποβάλλεις τα όποια στερεότυπα ίσως έχεις, τότε το μόνο που σου μένει για να αγαπήσεις τις καινούργιες συνθέσεις είναι οι πολλές ακροάσεις. Προς τιμήν των δημιουργών, καμία δεν είναι απλοϊκή, για αυτό και θέλει να τις ακούσεις αρκετά.
Το γκρουπ έχει προσπαθήσει, και καταφέρει βάση τελικού αποτελέσματος, να «φέρει» στα τραγούδια του το στυλ δόμησης και την ατμόσφαιρα που είχαν τα πρώτα δυο αριστουργήματα. Με περίσσια χαρά, σημειώστε ότι σε σύνολο συνθέσεων, το “Chasing the hydra” είναι η φυσική ηχητική συνέχεια που θα άξιζε στο σχήμα μετά το 1988. Όσο «βαρύ» και αν διαβάζεται, είναι πολύ αντικειμενικό. Το γκρουπ είναι σε «καλό δρόμο» και έχει κάνει όλες τις σωστές κινήσεις. Δεν είναι τυχαίο, μάλλον, ότι και marketingίστικα, ό,τι τραγούδι έχει διαρρεύσει το τελευταίο διάστημα, είναι εφάμιλλο των trademarks που έχει καθιερώσει και προσφέρει στο κοινό. Το ομώνυμο, όπως ξεκινάει θα σου φέρει, για δευτερόλεπτα, στο μυαλό το “Red sharks”, ενώ το “Angel in my nightmare”, όλο το θεατρικό και λυρικό ύφος που έχουμε γνωρίσει και αγαπήσει στο συγκρότημα.
Το τωρινό line up CRIMSON GLORY, όντας κατά τα 3/5 αυτό που έχει συμμετάσχει στα χρυσά χρόνια, όταν αποφάσισε ότι θα «γράψει» νέα τραγούδια, μάλλον θέλησε να επαναφέρει, με πιο ωραίο τρόπο από ότι έκανε το 1999 στο “Astronomica”, όλη την μαγεία που περιέβαλε την πρώτη περίοδο τους. Έτσι δημιούργησε κομμάτια που «πατάνε» σε όλα τα στοιχεία του ήχου του, σχεδόν 40 χρόνια πριν. Άλλωστε η τωρινή σύνθεση, είναι περίπου 3 χρόνια μαζί, οπότε λογικά με πολλές πρόβες, έχει σίγουρα καταφέρει να «δέσει» αρκετά, αποδίδοντας τις συνθέσεις πιο αβίαστα.
Ό,τι τραγούδι εμπεριέχεται στο δίσκο είναι κυρίως σε πιο mid-tempo ρυθμούς, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην μελωδία, τον ηχητικό τσαμπουκά και δυναμισμό στη σύνθεση πάρα στην δημιουργία τραγουδιών σε πιο γρήγορες ταχύτητες. Ο ακροατής θα βρει σε όλη την διάρκεια του δίσκου πληθώρα πορωτικών κιθαριστικών ριφ και solos, refrain που εναρμονίζονται πλήρως με την όλη δόμηση της σύνθεσης και τραγούδια που έχουν ωραία τοποθετημένες μελωδίες, σε πολλά μέρη, οι οποίες δημιουργούν μια ατμόσφαιρα καλαίσθητης ροής του δίσκου. Όλη η φιλοσοφία και δομή των συνθέσεων, ακολουθεί πιστά τις φόρμουλες που έχουμε ήδη γνωρίσει από το συγκρότημα, έχοντας και διάχυτη την συνεχή άκρως ξεσηκωτική διάθεση σε κάθε στιγμή της ακρόασης. Κάθε μια ουσιαστική, γέρνει λογικά εύκολα την ζυγαριά προς τον άκρατο ενθουσιασμό και τα συναισθήματα χαράς, για το ποιοτικό ηχητικό τελικό αποτέλεσμα.
Το “Chasing the hydra”, παίρνει επάξια την σκυτάλη από τα δυο πρώτα άλμπουμ, με τραγούδια, που δεν είναι (ούτε θα είναι) στο ίδιο συνθετικό επίπεδο, αλλά σε σύνολο, είναι πολύ ανταγωνιστικά το ένα με το άλλο, φέρνοντας άμεσα στο μυαλό την πρώτη περίοδο. Είναι μια δουλειά που ακούγεται μονομιάς πολύ ευχάριστα, με κομμάτια που ο καθένας από εμάς σίγουρα θα βρει αυτά που θα του «κρατήσουν» συντροφιά, και θα αγαπήσει. Μακάρι το σχήμα να συνεχίσει έτσι και να δημιουργεί συνθέσεις και άλμπουμ που χαίρεσαι να ακούς. Η νέα δουλειά θα μας απασχολήσει για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα, αφού το προϊόν που λαμβάνει ο ακροατής είναι αρκετά καλό. Όταν κυκλοφορήσει ακούστε την όσες πιο πολλές φορές μπορείτε, δυνατά!
Υπάρχουν μπάντες που απλώς κυκλοφορούν δίσκους και υπάρχουν οι NEUROSIS που κάθε επιστροφή τους μοιάζει με καλλιτεχνικό γεγονός με βάρος σχεδόν τελετουργικό. Ένα συγκρότημα με το οποίο ο ακροατής συμπορεύεται με το καλλιτεχνικό του όραμα όλα αυτά τα χρόνια, παρακολουθώντας μια πορεία που δεν ήταν ποτέ ευθεία αλλά γεμάτη μεταμορφώσεις, εντάσεις και εσωτερικές εκτονώσεις. Τέσσερα χρόνια πριν, αρκετοί είχαμε πιστέψει ότι το συγκρότημα είχε φτάσει σε ένα θλιβερό και οριστικό τέλος, όμως το “An undying love for a burning world” αποδεικνύει πως η δημιουργική τους ανάγκη δεν μπορεί να μείνει αδρανής.
Η απουσία του Scott Kelly μετά τα γεγονότα του 2022 και την οριστική απομάκρυνσή του από το συγκρότημα ήταν ένα τραύμα που δύσκολα θα μπορούσε να επουλωθεί. Τον Αύγουστο του 2022 ο Kelly παραδέχτηκε δημόσια κακοποίηση της συζύγου και των παιδιών του και αποσύρθηκε από τη μουσική και τη δημόσια ζωή, ενώ τα υπόλοιπα μέλη των NEUROSIS δήλωσαν ότι είχαν ήδη διακόψει τη συνεργασία μαζί του από το 2019, όταν πληροφορήθηκαν τα γεγονότα, κρατώντας τότε σιωπή έπειτα από επιθυμία της οικογένειάς του για ιδιωτικότητα. Οι ίδιοι οι NEUROSIS είχαν ήδη διαχωρίσει τη θέση τους από τη συμπεριφορά του και η νέα εποχή απαιτούσε μια διαφορετική δημιουργική ισορροπία. Η επιλογή του Aaron Turner αποδεικνύεται ιδανική. Αυτόφωτος δημιουργός, με μεγάλη διαδρομή στους ISIS και στους SUMAC, δεν λειτουργεί ως αντικαταστάτης αλλά ως οργανικό μέρος του νέου καμβά των NEUROSIS, με χώρο και ελευθερία να εκφραστεί, με αποτελέσματα που δικαιώνουν πλήρως την επιλογή του.
Από το “Given to the rising” και μετά οι δουλειές τους έμοιαζαν περισσότερο λυτρωτικές για τους ίδιους χωρίς πάντα να αγγίζουν τον οίστρο και την επιθετική έμπνευση των παλαιότερων κυκλοφοριών. Με το “An undying love for a burning world” όμως οι NEUROSIS δημιουργούν ξανά εκείνη τη γνώριμη δίνη, φέρνοντας στην επιφάνεια στοιχεία από το μακρινό παρελθόν χωρίς στιγμή να επαναπαύονται σε κάποιο ασφαλές μοτίβο. Η ηχογράφηση στο Studio Litho στο Seattle τον χειμώνα του 2025 πραγματοποιήθηκε υπό πλήρη μυστικότητα, με τον Scott Evans στην ηχογράφηση και τη μίξη, ενώ το τελικό στάδιο ολοκληρώθηκε στο Antisleep Audio στο Oakland λίγες εβδομάδες πριν την κυκλοφορία του στο διαδίκτυο, δίνοντας έναν ζωντανό, βαρύ και οργανικό ήχο. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, οι NEUROSIS ηχογράφησαν χωρίς τον αγαπημένο τους φίλο και συνεργάτη Steve Albini, που είχε καθορίσει καθοριστικά τον ήχο και την αισθητική τους. Ο Albini δίδαξε στη μπάντα την αξία της ακεραιότητας στον ήχο, της ζωντανής αναλογικής ηχογράφησης και της υψηλής πιστότητας, και οι ηχογραφήσεις μαζί του ήταν ταχύτερες και ουσιαστικές. Η απουσία του σηματοδοτεί μια νέα δημιουργική περίοδο, αλλά η βαριά, οργανική ταυτότητα που βοήθησε να εδραιωθεί παραμένει ανεξίτηλη στον νέο ήχο των NEUROSIS.
Σε ορισμένες στιγμές του άλμπουμ αναδύεται μια απροσδόκητη γλυκύτητα που παραπέμπει στις πιο μελωδικές πλευρές των ISIS, χωρίς όμως να διαταράσσεται η βαριά και επιβλητική φύση των NEUROSIS. Η μπάντα συνεχίζει να κινείται ανάμεσα σε ένταση και λύτρωση, σε θόρυβο και ομορφιά, σε χάος και κάθαρση και αυτή η ισορροπία παραμένει το βασικό χαρακτηριστικό της εδώ και δεκαετίες. Η ιδιαίτερη αισθητική ταυτότητα των NEUROSIS υπήρξε από την αρχή αναπόσπαστο μέρος της καλλιτεχνικής τους έκφρασης και όχι απλώς συνοδευτικό στοιχείο της μουσικής. Ήδη από τα πρώτα χρόνια τους, σύμφωνα με δηλώσεις των ίδιων των μελών, η προσέγγισή τους επηρεάστηκε από hardcore και post-punk συγκροτήματα όπως οι CRASS, SWANS, RUDIMENTARI PENI και BLACK FLAG, που συνδύαζαν τον έντονο ήχο με εξίσου αναγνωρίσιμη και ισχυρή εικαστική ταυτότητα. Η συνέχεια αυτής της φιλοσοφίας φαίνεται και εδώ, με το artwork του Turner να ενισχύει την αίσθηση ότι εικόνα και ήχος αποτελούν μέρη του ίδιου, ενιαίου έργου και όχι δύο ανεξάρτητες πλευρές της κυκλοφορίας.
Το “An undying love for a burning world” είναι ένας δίσκος για την επιβίωση μέσα στο χάος, προσωπικό, κοινωνικό και υπαρξιακό. Οι NEUROSIS μιλούν για άγχος, απομόνωση, οικολογική καταστροφή και ψυχική φθορά αλλά και για την ανάγκη της κάθαρσης μέσα από τη δημιουργία. Η μουσική τους παραμένει δύσκολη, βαριά και απαιτητική, αλλά σπάνια έμοιαζε τόσο αναγκαία όσο εδώ.
Οι NEUROSIS δεν επέστρεψαν απλώς. Απέδειξαν ότι ακόμη και μέσα σε έναν κόσμο που καίγεται, η δημιουργία μπορεί να παραμένει πράξη αγάπης, όπως στο τελευταίο κομμάτι “Last Light”, όπου μετά από όλη τη συσσωρευμένη ένταση εμφανίζεται μια εύθραυστη, γλυκόπικρη μελωδία στο κιθαριστικό lead που λειτουργεί σαν ήσυχη κάθαρση μέσα στα ερείπια, θυμίζοντας πως ακόμη και στην πιο βαριά μορφή τους οι NEUROSIS αφήνουν πάντα χώρο για μια χαραμάδα φωτός.
Οι POWER PALADIN είναι άλλο ένα νέο σχήμα που βρίσκεται στην πρώτη του δεκαετία, και τους βρίσκουμε στη δεύτερη στούντιο δουλειά τους. Το ντεμπούτο τους “With the magic of Windfyre steel” έχει δημιουργήσει αρκετά καλές εντυπώσεις σε όσους ασχολήθηκαν μαζί τους, επομένως η συνέχεια έχει αρκετό ενδιαφέρον. Με τέτοιο όνομα είναι περιττό να αναφέρουμε σε ποιο ιδίωμα ανήκει η μουσική που παίζουν. Αντί αυτού, αξίζει να αναφερθεί ότι κατάγονται από την Ισλανδία, αλλά έχουν αποφύγει οποιαδήποτε σύνδεση με μυθολογία και θεματολογίες με τις οποίες καταπιάνονται πολλές μπάντες του βορρά.
Το εξώφυλλο, το οποίο βρίσκω εξαιρετικό, μας προϊδεάζει ότι θα ακούσουμε επικές ιστορίες γύρω από τη φωτιά τύπου “Nightfall in Middle-Earth”. Η αλήθεια είναι άλλη. Έχοντας ακούσει τον δίσκο αρκετές φορές, θα έλεγα πως μοιάζει με ένα Dungeons & Dragons γκρουπ που ξεκουράζεται, πριν ξεκινήσουν τις τρελές περιπέτειές τους. Εννοείται πως θα είναι γεμάτες προβλήματα και εμπόδια, όλα θα πάνε στραβά, θα βρεθούν εκεί που δεν πρέπει, αλλά πάντα θα τα καταφέρνουν. Για τους πιο nerds, θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει μουσικό χαλί στους Vox Machina. Μουσικά αυτό μεταφράζεται σε μία σύγκλιση ήχων μοντέρνου Power, όπως αυτό παίζεται από τους GLORYHAMMER, TWILIGHT FORCE και MAJESTICA, με αρκετή ένταση και όγκο όμως σε σημείο να θυμίζουν μέχρι και MYSTIC PROPHECY.
Κρατήστε αυτό το τελευταίο κομμάτι γιατί εδώ βρίσκεται όλη η πεμπτουσία των POWER PALADIN, στην αστείρευτη ενέργεια και όρεξη των μελών τους. Το σκάψιμο που ρίχνουν στις ρυθμικές κιθάρες είναι κάτι που σπανίζει στο συγκεκριμένο είδος, ενώ κάποια σημεία θα μπορούσαν εύκολα να σταθούν σε thrash πλαίσιο. Κατά τα άλλα δεν θα απογοητεύσουν κανέναν που περιμένει να ακούσει όλα τα αναμενόμενα “cheesy” χαρακτηριστικά. Πολλά σόλος και leads, το διπέταλο έχει την τιμητική του, ενώ δεν λείπει και η χρήση πλήκτρων η οποία χτίζει το στοιχείο του επικού. Το φωνητικό μέρος θυμίζει τους GLORYHAMMER σε επικίνδυνο βαθμό, και συγκεκριμένα τον τελευταίο τους δίσκο με τον Sozos Michael πίσω από το μικρόφωνο, αφού ρεφραίν όπως του “Keeper of the crimson dungeon” θα μπορούσε άνετα να είναι και δικό τους. Ο Atli Guðlaugsson πατάει σε πιο ψηλές κλίμακες βέβαια, κάτι που τον τοποθετεί σε νοοτροπία πιο κοντά στην τεχνική του Tommy Johansson (MAJESTICA).
Αν υπάρχει κάτι που τους λείπει και θα μπορούσε να τους απογειώσει, αυτό είναι μέρη όπου οι μελωδίες θα μπορούν να αναπνεύσουν και να αναδειχθούν. Υπάρχει λόγος που 26 χρόνια μετά, ο κόσμος σιγοτραγουδάει Gloria Perpetua μεταξύ άλλων τραγουδιών της κλασικής περιόδου των RHAPSODY. Όχι ότι στην περίπτωση του “Beyond the reach of enchantment” δεν υπάρχουν ωραία ρεφραίν, συνθέσεις όπως το “Aegis of eternity” δεν αφήνουν τέτοιους χαρακτηρισμούς να ευδοκιμήσουν. Αλλά στη θύμηση του άλμπουμ, πρώτα μου έρχονται στο μυαλό πράγματα όπως η σαρωτική έφοδος του “The royal road” και τα heavy riffs του “Valediction” και μετά τα υπόλοιπα. Θα αντάλλασσα εύκολα το υπερβολικό “Camelot rock city” με μία πιο ζεστή σύνθεση ας πούμε.
Σαν σύνολο, η δεύτερη προσπάθεια των POWER PALADIN δικαιώνει τα όποια καλά σχόλια έχω ακούσει για το όνομά τους. Αυτή η πιο βαριά οπτική με την οποία προσεγγίζουν ένα είδος που έχει περπατηθεί αρκετά, τους κάνει όχι απλά να ξεχωρίσουν, αλλά να σταθούν και ως φρέσκια πνοή. Έχει ως κύριο πυλώνα το Heavy Metal, κάτι που λείπει από πολλούς συνοδοιπόρους τους, το οποίο για μένα είναι αρκετό. Τα παιδιά αυτά φαίνεται πως έχουν πάρει φόρα και αποτελούν μία ελπιδοφόρα πρόταση που με κάνει να βλέπω το μέλλον τους με αισιοδοξία. Για την ώρα ας μείνουμε στο παρόν και το “Beyond the reach of enchantment”. Έναν δίσκο με όλα τα απαραίτητα κλισέ που δεν θα αλλάξει γνώμη σε όσους θεωρούν ενοχλητικό αυτό το είδος Metal. Αλλά θα χαροποιήσει το κοινό στο οποίο απευθύνεται και με το παραπάνω. Άκρως απολαυστικός δίσκος.
Εντάξει, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την μυστηριώδη έλξη που ασκεί η λέξη “lung” στα συγκροτήματα. Δεν ξέρω αν έχουν την πεποίθηση ότι χρησιμοποιώντας για άλλη μια φορά την λέξη θα καταφέρουν να ξεχωρίσουν, ή θεωρούν ότι το να μπουν σε αυτό το κλαμπ καταφέρνουν να διακριθούν με κάποιο τρόπο. Όχι ότι έχει και καμία σημασία βέβαια, αλλά στην εποχή όπου το πιο hot όνομα είναι οι GREEN LUNG, οι εν λόγω κύριοι προσπερνάνε τους συντοπίτες τους hardcorάδες IRON LUNG, και πλησιάζουν περισσότερο στους psych heavy rockers FARFLUNG και SPACESLUG. Εννοείται πως στα δύο τελευταία συγκροτήματα δεν σχετίζονται ετυμολογικά με την λέξη lung, αλλά το μυαλό κάνει τις περίεργες συνδέσεις του, ενώ η μουσική έρχεται να τις επιβεβαιώσει.
Έτσι λοιπόν, για να πάρουμε τα δύο προαναφερθέντα συγκροτήματα σαν σημείο αναφοράς στη σκηνή της heavy rock, το συγκρότημα από την Βαλτιμόρη απομακρύνεται από το πιο αργό doom των SPACESLUG, αλλά δεν καταφέρνει να φτάσει της αστρική ταχύτητα των FARFLUNG. Μένει κάπου στη μέση, όπως οι KING BUFFALO ένα πράγμα, αλλά με μικρότερη δυναμική στις συνθέσεις τους, και σαφώς μικρότερο εκτόπισμα. Βέβαια αυτό το τελευταίο στοιχείο ενδέχεται να αλλάξει, καθώς το “Forever Beyond” μοιάζει να είναι η αφορμή που θα οδηγήσει τη μπάντα ένα βήμα παραπάνω, αφού στην αναπόφευκτη σύγκριση με το παρελθόν, σε αυτόν τον δίσκο θα ακούσουμε πιο μελωδικές γραμμές στις κιθάρες, πιασάρικους ρυθμούς στα ντραμς και τα φωνητικά του Dave Cavalier να προσθέτουν αυτό το κάτι παραπάνω στο ήδη εξαιρετικό μουσικό σύνολο.
Μένοντας λίγο παραπάνω στον Cavalier και τους στίχους του, θα ανακαλύψουμε την βαθιά κοινωνικοπολιτική προέκτασή τους (όχι τόσο συχνή σε αυτό το είδος) και την σθεναρή αντίθεσή του σε όλη αυτή την γελοία MAGA ιδέα που κατακλύζει τις Ηνωμένες Πολιτείες (και όχι μόνο). Αλλά ας επιστρέψουμε στα της μουσικής. Με οδηγούς τα “Traveler”, “Forever beyond me” και “Death & Co.” η μπάντα μαθαίνει πως είναι να περνάς από τα αλώνια στα σαλόνια. Δεν είναι μόνο οι ιδέες και τα riffs, αλλά μια γενικότερη αίσθηση ότι ξέρουν τι κάνουν, κι αυτό το κάνουν καλά. Για παράδειγμα στο “Dark waves” (2022), μπορεί να απολάμβαναν αυτό το πιο μουντό, αργό και ίσως πιο ακατέργαστο παίξιμο, όμως το κοινό στο οποίο απευθύνονταν ήταν σαφώς πιο περιορισμένο. Για να γίνω πιο σαφής, το underground τους χαρακτήριζε σε κάθε έκφανση της ύπαρξής τους.
Τώρα, αυτό που μένει είναι να αποδειχθεί αν η διαφαινόμενη επιτυχία θα επιβεβαιωθεί. Αν θα καταφέρουν να ξεχωρίσουν από τις ορδές των αντίστοιχων μουσικών σχημάτων αποκτώντας την απήχηση που επιθυμούν. Εντάξει, καταλαβαίνω για να πετύχεις στην αναγνωρισιμότητα πολλές φορές δεν χρειάζεσαι καλή μουσική. Ωστόσο οι BLACK LUNG παίζουν καλή μουσική, δίνουν στο αυτί του μέσου ακροατή αυτό που θέλει να ακούσει.
Ο συντάκτης μας, Μίμης Καναβιτσάδος, μαζί με τους Nevermore
Ο συντάκτης μας, Μίμης Καναβιτσάδος, μαζί με τους Nevermore
Η 1η μέρα του Απριλίου του έτους 2026, με βρήκε στη γείτονα χώρα και συγκεκριμένα στην Κωνσταντινούπολη.
Και ακόμα πιο συγκεκριμένα, στη περιοχή Besiktas, όπου σε ένα από τα μεγάλα club εκεί θα έδιναν οι NEVERMORE το πρώτο show της επανένωσης.
Και επειδή η Πρωταπριλιά πέρασε και δεν ακούμπησε, ό,τι έχω γράψει μέχρι στιγμής, είναι πέρα για πέρα αληθινό. Όπως και όλες οι λέξεις από εδώ και πέρα θα είναι εξίσου αληθινές, γιατί σκέφτηκα πολύ για να τις διαλέξω και να τις βάλω σε σειρά.
Πριν από περίπου 2 χρόνια, έκανε την εμφάνιση του στο διαδίκτυο ένα φρέσκο λογότυπο της αγαπημένης μου μπάντας, από τους λογαριασμούς του Jeff Loomis και του Van Williams, αφήνοντας σαφή υπονοούμενα για επαναδραστηριοποίηση των NEVERMORE. Ο κόσμος διχάστηκε, κάποιοι ενθουσιάστηκαν, κάποιοι ήταν ήδη έτοιμοι να καταδικάσουν. Μα όλοι αναλωθήκαμε σε ένα κυνηγητό να βρούμε ποιοί θα είναι οι καινούριοι συμπαίκτες. Η φημολογία έδινε και έπαιρνε, από τις οθόνες των κινητών μας πέρασαν όλοι σχεδόν οι τραγουδιστές σαν υποψήφιοι. Δεδομένου ότι τα παπούτσια του εκλιπόντος Warrel Dane είναι σχεδόν αδύνατον να ταιριάξουν σε κανέναν άλλον, Jeff και Van ανακοινώνουν ότι θα πραγματοποιηθεί παγκόσμια audition, στην οποία μαθαίνουμε ότι πήραν μέρος πάνω από 650 υποψήφιοι. Ο καιρός περνούσε, η ανυπομονησία μεγάλωνε επικίνδυνα. Και ξαφνικά αρχίζουν να ανακοινώνονται ζωντανές εμφανίσεις. Οι NEVERMORE επιστρέφουν και πάλι σε όλα τα μεγάλα ευρωπαϊκά festivals, αλλά για κάποιο λόγο αισθάνομαι να μην με ικανοποιεί κανένα. Πιο πιθανός λόγος, δεν μου άρεσε μια από τις μεγαλύτερες μπάντες στην ιστορία του heavy metal να είναι τριτοτέταρτο όνομα στο billing ούτε ήθελα να τους δω για 45 λεπτά με τη ψυχή στο στόμα.
Περίμενα το 1ο δικό τους solo show, σε κάποιο club, με κόσμο διψασμένο όσο κι εγώ, να ξαναδούμε NEVERMORE 15 χρόνια μετά την επίσημη διάλυσή τους.
Επόμενο στάδιο οι σκιές. Σκοτεινές φιγούρες σε μια ομαδική φωτογραφία, που σήμαινε πως το νέο line up ήταν έτοιμο. Τρία καινούρια άτομα στην εικόνα, άρα μια φωνή, ένα μπάσο, και μια δεύτερη κιθάρα. Ωραία.
Τα αποκαλυπτήρια γίνονται, και ακολουθεί το δεύτερο κύμα παράνοιας. Γκουγκλάρισμα, ξεψάχνισμα των νέων μελών, 2 Τούρκοι και ένας πιτσιρικάς-θαύμα από την Αμερική. Άγνωστοι στο μεταλλικό στερέωμα σαν ονόματα, αλλά με τις δυνατότητές τους στην κρίση μας πλέον.
Και έρχεται το τρίτο κύμα παράνοιας. Με δεδομένα τα προβλήματα και την αδυναμία του Jim Sheppard να ακολουθήσει στην νέα εποχή, η θέση του μπασίστα ήταν ίσως το πιο εύκολο να καλυφθεί. Όσον αφορά την κιθάρα που θα πλαισιώνει τον Jeff, κάποιος πιτσιρικάς που συνάντησε τυχαία ο Loomis, τον είδε να παίζει μερικά από τα πιο πολύπλοκα solo του με περισσή ευκολία, τον πλησίασε και τον ρώτησε, «Έι μικρέ, θες να παίξεις στους NEVERMORE;»
Για να φτάσουμε στο πιο σημαντικό θέμα μας. Ποιος θα βαστάει το μικρόφωνο. Ποιος είναι αυτός που θα σηκώσει το μεγαλύτερο βάρος. Ποιος είναι αυτός που εξ ορισμού, όσο καλός και να είναι, θα φάει cancel, θα φάει λέζα, θα γίνει δέκτης όλων των αρνητικών σχολίων. Ακόμα και όταν δόθηκαν στην δημοσιότητα τα takes από τις audition που έστειλε, ο Berzan λοιδορήθηκε. «Μίμος», «χωρίς συναίσθημα», «πιο πολύ bodybuilder παρά τραγουδιστής», και άλλα τέτοια φαιδρά.
Στο κινητό μου, ένα μεσημέρι, ήρθε ένα μήνυμα. Ήταν ο Δήμος, με παρόμοια ψύχωση όσον αφορά τους NEVERMORE. Μια φωτογραφία. Ήταν το εισιτήριο του για το πρώτο live, αυτό για το οποίο είπαμε νωρίτερα.
Τετάρτη 1η Απριλίου 2026, Besiktas, Istanbul.
Ακούγεται πολύ λογικό το πρώτο τεστ να ήταν σε γνώριμο περιβάλλον για τα 2 νέα μέλη, μεταξύ φίλων και οικογένειας.
Ακούγεται επίσης εξίσου λογικό η αμέσως επόμενη κίνηση μου να ήταν να μπω και να κλείσω και το δικό μου εισιτήριο. Έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη. Χωρίς πλάνο ταξιδιού, χωρίς τίποτα. Απλά σκέφτηκα ότι ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΛΕΙΠΩ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ.
Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες όσον αφορά το ταξίδι αυτό καθ’ αυτό, είναι λεπτομέρειες που θα κρατήσω στο μυαλό και στην καρδιά.
Ώρα έναρξης, 21:30.
21:31, τίποτα ακόμα.
21:34, αρχίζω και δυσπνοώ.
21:42, γυρίζω και κοιτάζω τον Δήμο με απόγνωση.
Τα φώτα χαμηλώνουν, ο προτζεκτορας γεμίζει με ένα κόκκινο λογότυπο.
“Ophidian”.
Άρα αυτό σημαίνει ότι στα καπάκια περιμένουμε “Beyond within”. Έτσι, χωρίς να έχουμε 1999.
Όλο το show διαρκεί (μαζί με το μικρό διάλειμμα πριν το encore), 1 ώρα και 59 λεπτά.
Πλήρες set list:
Ophidian/Beyond within
My acid words
Engines of hate
This sacrament
Seven tongues of God
Final product
Narcosynthesis
I, voyager
Moonrise
The heart collector
Enemies of reality
Sentient 6
This godless endeavour
The river dragon has come
The obsidian conspiracy
Believe in nothing
——
Born
Dead heart in a dead world
Ο Semir και ο Jack στα δεξιά της σκηνής, έδιναν την αίσθηση ότι παίζουν μαζί, αυτά τα τραγούδια, για χρόνια. Πάτησαν γερά στα πόδια τους, ψύχραιμοι μέχρι αηδίας, με όλα τα μέρη τους παιγμένα άρτια, ειδικά ο Jack έδωσε όλα του τα lead και δεν έσπασε καν το χείλος του, δεν έκανε τον παραμικρό μορφασμό δυσκολίας, αποδεικνύοντας ότι δεν είναι απλώς ένα wonderkid κιθαρίστας, αλλά ισάξιος συμπαίκτης του Jeff.
Ο οποίος Jeff, είχε τρομερά κέφια, χαμογελούσε κι έδινε την εντύπωση ότι είναι ανέμελος, χωρίς να χρειάζεται να ασχοληθεί με τίποτα και με κανέναν άλλον δίπλα του, πιθανότατα επειδή ήταν σίγουρος ότι όλα (και όλοι) πάνε καλά. Ο Van ήταν απλώς ο Van που όλοι ξέρουμε και αγαπάμε. Δεν φάνηκε ούτε στιγμή ότι έχει να παίξει αυτά τα τραγούδια 15 και βάλε χρόνια, και όπως έγινε αντιληπτό και από τα βιντεάκια από τις πρόβες που ανέβασαν, δείχνει να το απολαμβάνει περισσότερο από όλους.
Για να φτάσουμε σε ότι αφορά τον Berzan. Αρχικά, ο τύπος είναι όντως πραγματικά τεράστιος. Σε όγκο. Αλλά και σε φωνή. Και σε προσωπικότητα.
Το πόσο πολύ αγαπώ τον Warrel, το ξέρουν όλοι. Το πόσο πολύ στεναχωριόμουν όταν τον έβλεπα ζωντανά να μην μπορεί να αποδώσει στο 100% τα δημιουργήματά του λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε, ήταν επίσης γνωστό. Το πόσο πολύ έκλαψα όταν έμαθα ότι έφυγε, το ξέρει μόνο η ψυχούλα μου. Τίποτα από αυτά τα συναισθήματα δεν έχει αλλάξει, ούτε και πρόκειται μέχρι να πάω να τον βρω.
Σε καμία περίπτωση όμως αυτά δεν σημαίνουν ότι δεν θα αποδώσω την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι αυτοί οι NEVERMORE που είδαμε πριν λίγες μέρες, ήταν οι καλύτεροι NEVERMORE (παικτικά και συναυλιακά) που έχουμε δει από το 1999. Τόσο απλά.
Χωρίς άγχος για το αν θα εμφανιστούν όλοι στη σκηνή, χωρίς άγχος για το ενδεχόμενο λάθους, χωρίς άγχος για τίποτα.
Και το λέω αυτό, έχοντας δει όλες τις συναυλίες που έχουν δώσει εδώ, και είναι πολλές.
Ο Berzan έπιασε το μικρόφωνο, άνοιξε το στόμα του, και όλα τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Η οποία ιστορία απέδειξε ότι έχω γράψει μέχρι στιγμής. Είναι μίμος; Σε ένα μεγάλο ποσοστό, είναι, ναι. Θα κράξουν οι μεταλλοπατέρες γι’ αυτό; Σίγουρα. Αλλά αν δεν ήταν μίμος, θα έκραζαν επειδή δεν είναι. Έχει δηλώσει ξεκάθαρα ότι αυτή η μπάντα είναι η πλέον αγαπημένη του, οπότε με έναν δικό του τρόπο, τίμησε την περσόνα του Warrel, αλλά με τον δικό του τρόπο. Είναι ο κατάλληλος για αυτή τη δουλειά; Αν ρωτάς εμένα, θα απαντήσω ξεκάθαρα «ΝΑΙ». Warrel ήταν ένας και μοναδικός, αλλά η ζωή πρέπει να συνεχιστεί. Και η τέχνη. Και τα πάντα πρέπει να συνεχιστούν.
Είναι σίγουρο ότι θα ακούσουμε καινούριο δίσκο του χρόνου. Εκεί θα κριθούν όλοι αλλιώτικα. Μουσική, στίχοι, αποτέλεσμα, έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου να κρίνω σωστά και αυστηρά. Λίγο υπομονή γι’ αυτό…
Στα αμιγώς συναυλιακά, το set list έκρυβε κάποιες εκπλήξεις, αλλά είχε και μερικές ελλείψεις. Γνώμη των περισσότερων μας, χωρούσαν 2 κομμάτια ακόμα.
Και επειδή εγώ προσπαθώ να είμαι πάντα τίμιος, πέραν όλων των σωστών που έχω φλυαρίσει ως τώρα, δεν γίνεται να μην αναφέρω κάτι που με πείραξε αφάνταστα. Και υπεύθυνοι γι’ αυτό δεν είναι μόνο ο Jeff και ο Van, αλλά όλοι όσοι εμπλέκονται στην νέα εποχή της μπάντας.
Όσο ταξιδεύαμε, συζητούσαμε για διάφορα θέματα, ένα από τα οποία ήταν και το πως θα ήθελα να ανοίγει το show. Είπα λοιπόν πως θα ήθελα φωτογραφίες του Warrel στον προτζέκτορα, μουσική επένδυση το “Forever”, να χύσουμε όλοι τα απαραίτητα δάκρυα, και η μπάντα να ξεκινήσει με “Born” και να μας πάρει όλους ο διάολος.
Δεν έγινε έτσι… Οπότε έμεινα να περιμένω τη στιγμή που θα γίνονταν η αναφορά στον Warrel. Η οποία δυστυχώς δεν έγινε ποτέ… Από κανέναν… Ούτε από τους παλιούς του φίλους, που άσχετα από τις εντάσεις και την ψύχρα που είχαν, ΟΦΕΙΛΑΝ να πούνε έστω 2 κουβέντες, να δώσει ο κόσμος το χειροκρότημα. Ούτε όμως και από τον Berzan, που σαν αντικαταστάτης ΟΦΕΙΛΕ να αναφέρει το όνομα του Warrel.
Όλα σωστά, όλα καλά και ωραία, ΑΛΛΑ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΟΒΑΡΟ ΦΑΟΥΛ και εύχομαι κάποια στιγμή να αποκατασταθεί η τιμή και να προχωρήσουμε όλοι μαζί ενωμένοι. Με πείραξε ρε φίλε, το καταλαβαίνεις; Δεν γίνεται να είσαι λες και ο άλλος δεν υπήρξε ποτέ. Έσφαλαν, αλλά ευελπιστώ σε ισορροπία.
Ούρλιαξα με όλη μου τη δύναμη κάθε λέξη, όλα, τα πάντα. Απορίας άξιον πως μιλούσα την επόμενη μέρα.
Με το τέλος της συναυλίας, βρέθηκα στο backstage να μιλάω με όλο το συγκρότημα, ήταν φιλικότατοι, με χαιρέτησαν εγκάρδια, οι Τούρκοι με αγκάλιασαν και με φίλησαν σταυρωτά, και έπειτα με πήρε ο Jeff και ο Van παραπέρα και μιλούσαμε και περίπου 1 ώρα. Ενδιαφέρθηκαν και με ρώτησαν για τα πάντα, για το σόου, για τον Berzan, αν ακούγονταν σωστά, αν περάσαμε καλά, έδειξαν ότι όντως τους ένοιαζε η γνώμη μου. Έπιασα τον εαυτό μου 3 φορές να ανοίγω το στόμα μου και να προσπαθώ να βγάλω τις λέξεις, “Γιατί ξεχάσατε τον Warrel…;”
Δεν κατάφερα να το κάνω. Ελπίζω κάποιος να βρει το κουράγιο και να μάθουμε και όλοι εμείς…
Συμπέρασμα:
Η νέα εποχή των NEVERMORE έχει αρχίσει.
Θεωρώ πως όλα θα πάνε καλά.
Έχω εμπιστοσύνη στους παλιούς ότι θα κινηθούν προς τις σωστές κατευθύνσεις, και εξίσου εμπιστοσύνη στους νέους ότι θα τα πάνε περίφημα ο καθένας στο πόστο του.
Όσο κι αν με λυπεί η απουσία του αγαπημένου μου Warrel, the show must go on. Δεν είναι απιστία προς την μνήμη του. Και σίγουρα δεν πιστεύω πως ισχύει το “No Warrel, no NEVERMORE”.
Ας αφήσουμε τη μουσική να μιλήσει, αλλά ακόμα κι αν δεν μας αρέσει όλο αυτό, εεε τότε απλά κάντε ησυχία και αφήστε εμάς τους υπόλοιπους να το χαρούμε…
Για άλλη μια εβδομάδα η στήλη επιστρέφει με καινούργια κομμάτια από επερχόμενες κυκλοφορίες. Ο αριθμός των clips δείχνει και είναι αισθητά μειωμένος λόγω των εορτών του Πάσχα των Καθολικών, αλλά τα παρακάτω κομμάτια αξίζει να τα τσεκάρετε όπως και να΄χει!
Νέοι SEPULTURA, NERVOSA, LORDI, ECCLESIA, SEVENDUST από τα πιο γνωστά αλλά και LEX LEGION, DOMINUM, PLAYGROUNDED και EUPHROSYNE επιπλέον. Καλές γιορτές με υγεία και χαρά σε όλους.
Καθώς πέφτει η αυλαία σε μια εξαιρετική καριέρα που εκτείνεται σε περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, οι SEPULTURA ετοιμάζονται να κλείσουν το τελευταίο τους κεφάλαιο στο τέλος του τρέχοντος έτους. Με πάνω από 40 χρόνια ιστορίας, 14 χρυσούς δίσκους και εμφανίσεις σε περισσότερες από 80 χώρες, οι SEPULTURA αποτελούν τον ασυμβίβαστο απεσταλμένο της Βραζιλίας στην παγκόσμια σκηνή κι ένα από τα πιο επιδραστικά metal συγκροτήματα σήμερα.
Προσφέροντας αυτή τη στιγμή τον πρωτοποριακό τους ήχο στο κοινό παγκοσμίως στην αποχαιρετιστήρια περιοδεία “Celebrating Life Through Death”, έχει προκύψει το ερώτημα: πώς θα έπρεπε οι SEPULTURA να σηματοδοτήσουν το τέλος ενός τόσο μνημειώδους ταξιδιού; Η απάντηση ήρθε φυσικά: Απαθανατίζοντας μια τελευταία δημιουργική στιγμή και διατηρώντας την για τις επόμενες γενιές.
Τον περασμένο μήνα, οι SEPULTURA ανακοίνωσαν την τελική τους κυκλοφορία, «The Cloud of Unknowing EP», που πρόκειται να κυκλοφορήσει στις 24 Απριλίου. Σήμερα, το συγκρότημα είναι περήφανο που αποκαλύπτει το δεύτερο single του EP, το βαθιά ηχηρό “Beyond the Dream”.
Οι SEPULTURA σχολίασαν: Το “Beyond the Dream” αναδεικνύεται ως μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές του τελευταίου κεφαλαίου της μπάντας, λειτουργώντας ως μια ποιητική αντανάκλαση ενός ταξιδιού που διαμορφώθηκε από δεκαετίες άλμπουμ, περιοδειών και ζωής στο δρόμο. Αυτή η ακυκλοφόρητη σύνθεση εκπληρώνει μια μακροχρόνια επιθυμία του συγκροτήματος να εξερευνήσει τη μορφή της μπαλάντας, συνδυάζοντας την ταυτότητα των SEPULTURA με τη μελωδική ευαισθησία διάσημων συνεργατών. Για να ζωντανέψουν αυτό το project, οι SEPULTURA επιστράτευσαν την ουσιαστική συνεργασία των Sérgio Britto και Tony Bellotto των TITAS, μουσικών που μοιράζονται μακρά ιστορία με το συγκρότημα και είναι ευρέως αναγνωρισμένοι ως ειδικοί στο είδος, καθώς και συνθετών κλασικών έργων όπως το “Polícia”.
Αποτέλεσμα μιας άμεσης συνεργασίας μεταξύ μελών των SEPULTURA και των ΤΙΤΑS, το τραγούδι τιμά τη σύνδεση μεταξύ καλλιτεχνών που μοιράζονται τη σκηνή και ένα βαθύ πάθος για δημιουργία. Το αποτέλεσμα είναι ένα κομμάτι που φέρνει μεγάλη ικανοποίηση σε όλους τους εμπλεκόμενους, καθιερώνοντας τον εαυτό του ως ένα συναισθηματικό και ιστορικό ορόσημο που παρουσιάζεται στο τελευταίο EP του συγκροτήματος, το οποίο κυκλοφόρησε φέτος και σηματοδοτεί τον επίσημο αποχαιρετισμό των SEPULTURA.
Το EP “The Cloud of Unknowing” είναι μια από τις πιο ποικίλες και συναισθηματικά ηχηρές κυκλοφορίες των SEPULTURA. Σε τέσσερα κομμάτια, το EP χρησιμεύει ως ένας γλυκόπικρος αποχαιρετισμός, παρουσιάζοντας όλο το φάσμα της δημιουργικότητας του συγκροτήματος, αντανακλώντας τόσο την αγριότητα όσο και το βάθος που έχουν καθορίσει την κληρονομιά των SEPULTURA.
Photo by Chipster PR & Consulting
Οι LEX LEGION είναι ένα ολοκαίνουργιο συγκρότημα που αποτελείται από παλιούς φίλους με απίστευτη heavy metal καταγωγή. Αποτελούμενο από τα τέσσερα πέμπτα της κλασικής σύνθεσης των KING DIAMOND των τελών της δεκαετίας του 1980, τον ντράμερ Mikkey Dee, τους κιθαρίστες Pete Blakk και Andy La Rocque και τον μπασίστα Hal Patino, το συγκρότημα είναι εμποτισμένο με τα εκπληκτικά φωνητικά του Nils K. Rue (PAGAN’S MIND).
Το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ των LEX LEGION είναι μια αναδρομή στο hard rock/metal παγκόσμιας κλάσης, που διακρίνεται από καλαίσθητες, less-is-more ενορχηστρώσεις, βιρτουόζικη μουσικότητα και αδιάκοπη μελωδία και αρμονία.
“Οι LEX LEGION είναι γραμμένοι όπως ακριβώς σκεφτόμασταν τη δεκαετία του ’80”, είπε ο Mikkey Dee. “Γράψαμε αυτό που θέλαμε, και αν σας άρεσε, αυτό ήταν ένα μεγάλο μπόνους. Αν δεν σας άρεσε, αυτό ήταν επίσης μια χαρά για εμάς!”
Οι LEX LEGION σχηματίστηκαν από τους Blakk και Dee και ολοκληρώθηκαν από τον Patino, μαζί με τον La Rocque (σταθερό μέλος της μπάντας του King Diamond από το 1985, ο οποίος έπαιξε επίσης στο πρωτοποριακό άλμπουμ των DΕΑΤΗ, “Individual Thought Patterns”), και τέλος, τον Rue. Αυτή είναι μουσική για τους λάτρεις της hard rock/metal, αλλά και με μια φρεσκάδα και αίσθηση ενθουσιασμού που μόνο ένα ντεμπούτο άλμπουμ μπορεί να αποτυπώσει. Τα μέλη των LΕΧ LEGION είναι πιο μουσικά καταξιωμένα από ποτέ, αλλά τώρα απαλλαγμένα από τα εγώ της νεότητας και με φιλία που συνοδεύει καριέρες που εκτείνονται σε περισσότερα από σαράντα χρόνια. Παρά τα εντυπωσιακά βιογραφικά τους (ο Dee είναι επίσης νικητής Grammy και τόσο ο La Rocque όσο και ο Hal Patino είναι υποψήφιοι) και τα φορτωμένα ατομικά τους προγράμματα, οι LEX LEGION είναι ένα σοβαρό project πάθους που κυοφορείται εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα, μέχρι που ήρθε η κατάλληλη στιγμή.
Το ομώνυμο ντεμπούτο τους θα κυκλοφορήσει από την MNRK Music Group τον Ιούνιο με πιθανή περιοδεία να ξεκινά την επόμενη χρονιά. Και το συγκρότημα δηλώνει την άποψή του μέσα στα πρώτα δευτερόλεπτα του εναρκτήριου album και του πρώτου single “Sleep Eternally”, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε και το βλέπουμε παρακάτω.
“Έχει στοιχεία από όλα όσα περιλαμβάνονται στο άλμπουμ”, είπε ο La Rocque. “Το σωστό τέμπο και τα σωστά φωνητικά, ξεκινώντας σαν μια γροθιά στο πρόσωπό σου!” Οι ψηλοί ήχοι και οι δυσοίωνες αρμονίες του Rue πλαισιώνονται από το αδιαμφισβήτητο δυνατό τύμπανο του Dee, τα ευφάνταστα leads και από τους δύο κιθαρίστες, τις μελωδικές μπασογραμμές του Patino και τις εναλλαγές ρυθμού και τέμπο που θα ικανοποιήσουν τους θαυμαστές των πιο προοδευτικών υπο-είδη.
“Αυτό είναι εντελώς μοναδικό. Κανείς δεν γράφει αυτό το είδος μουσικής και υπάρχει ένα μεγάλο κενό που πρέπει να γεμίσουμε”, κατέληξε ο Blakk. “Καλώς ήρθατε στο νέο μας ταξίδι φιλίας και hard rock!”
Photo by Holger Fichtner
Οι DOMINUM επιστρέφουν. Tα ανερχόμενα αστέρια του μοντέρνου metal προσφέρουν μια πρώτη γεύση από το επερχόμενο άλμπουμ τους “Night Is Calling” που έχει προγραμματιστεί να κυκλοφορήσει στις 3 Ιουλίου μέσω της Napalm Records. Το “The Circus Is in Town” χρησιμεύει ως το κύριο single και το εναρκτήριο τραγούδι του άλμπουμ, ανοίγοντας την αυλαία στον συναρπαστικό και τρελό κόσμο της τρίτης κυκλοφορίας του συγκροτήματος του Dr. Dead.
Αφού εισέβαλαν κατευθείαν στο Top 10 των Επίσημων Γερμανικών album charts με το προηγούμενο άλμπουμ τους “The Dead Don’t Die” το ραγδαία ανερχόμενο συγκρότημα με επικεφαλής τον ιθύνοντα νου και τραγουδιστή Felix Heldt, πιο γνωστό στους θαυμαστές ως Dr. Dead, είναι έτοιμο να ανοίξει το επόμενο κεφάλαιο του σκοτεινού και θεατρικού τους σύμπαντος. Συνδυάζοντας ουσιαστική σύνθεση τραγουδιών με βαριά riffs και ακαταμάχητα πιασάρικα ρεφρέν, οι DOMINUM έχουν χαράξει τη δική τους συναρπαστική θέση ανάμεσα στο μοντέρνο metal, την αισθητική του τρόμου και τα hooks που είναι έτοιμα για αρένα.
Σε παραγωγή του Felix Heldt και μίξη του διάσημου παραγωγού Jacob Hansen, το “Night is Calling” επεκτείνει τον ηχητικό κόσμο του συγκροτήματος με ακόμα πιο βαριά riffs, μεγαλύτερα ρεφρέν και μια κινηματογραφική αίσθηση δράματος. Με το νέο album οι DOMINUM συνεχίζουν την ραγδαία άνοδό τους, παραμένοντας πιστοί σε αυτό που τους κάνει μοναδικούς: θεατρικό, μελωδικό και heavy metal, καθοδηγούμενο από το σκοτεινό χάρισμα του Dr. Dead και των ζόμπι του. Ένα πράγμα είναι σίγουρο, η Ομάδα Ζωντανών Νεκρών συνεχίζει να μεγαλώνει.
Photo by Ash Winter-Sim
Το πολυεθνικό progressive metal/ ηλεκτρονικό συγκρότημα PLAYGROUNDED επιστρέφει με το νέο του single “Counting Embers”, το πρώτο του νέο τραγούδι μετά από τέσσερα χρόνια.
Το “Counting Embers” είναι ένα εντυπωσιακό κομμάτι, που αναγγέλλει τον εαυτό του εκρηκτικά. Παλμικές ακολουθίες συνθεσάιζερ, παραμορφωμένοι ψηφιακοί τόνοι και αρθρωτά αρπίσματα προσδίδουν μια φουτουριστική χροιά που έρχεται σε αντίθεση με το οργανικό βάρος της ζωντανής ενορχήστρωσης: πυκνοί τόνοι μπάσου, συγχορδίες κιθάρας και τύμπανα που μπορούν να μετακινηθούν από συγκρατημένο παλμό σε αδιάκοπη προώθηση. Τα φωνητικά αιωρούνται σε μια έντονα φορτισμένη ενδοσκόπηση, σερβίροντας διακριτικές, αλλά στοιχειωτικές μελωδίες. Μέσα από σταδιακή μεταμόρφωση, το τοπίο ξεδιπλώνεται σε μια σχολαστικά κατασκευασμένη αλλά συναισθηματικά ηχηρή αφήγηση έντασης και θλίψης.
Το σχόλιο του συγκροτήματος: “Σήμερα μοιραζόμαστε νέα μουσική μαζί σας για πρώτη φορά μετά από καιρό. Ένα τραγούδι για τις φωτιές αυτού του κόσμου και πόσο οδυνηρά οικείες έχουν γίνει. Πάντα γνωρίζοντας ότι οι στάχτες μπορούν να ανθίσουν.”
Οι PLAYGROUNDEDείναι ένα rock συγκρότημα με έδρα την Ολλανδία και την Ελλάδα. Η εναλλακτική metal και τα σύγχρονα ηλεκτρονικά στοιχεία σχηματίζουν έναν ήχο που αψηφά τα διάφορα είδη, συγκρίσιμο με καλλιτέχνες τόσο διαφορετικούς όσο οι DEFTONES, οι MASSIVE ATTACK, οι KARNIVOOL και οι THE OCEAN.
Το “Counting Embers” είναι η πρώτη ματιά στο νέο άλμπουμ της μπάντας που αναμένεται αργότερα φέτος, όπου το συγκρότημα υπόσχεται να διευρύνει ακόμη περισσότερο τα όρια της πραγματικά καινοτόμου προσέγγισής του στη heavy μουσική.
Photo by Sascha Beetz
Η κορυφαία σουηδική πρωτοβουλία ανακύκλωσης, Pantamera, ανακοινώνει με υπερηφάνεια τους Φινλανδούς θρύλους της hard rock LORDI ως επίσημο εκπρόσωπο της εθνικής εκστρατείας ανακύκλωσης του 2026. Η εκστρατεία, που ξεκινά στις 2 Απριλίου συνοδεύεται από ένα ολοκαίνουργιο single και βίντεο των LORDI με τίτλο “Pantamera (PAN-TAH-MEH-RAH!)”.
Διάσημοι για τις τεράστιες περσόνες τους, τη θεατρική τους σκηνοθεσία και την κληρονομιά που κέρδισαν τη Eurovision, οι LORDI στρέφουν τώρα την προσοχή τους στη βιωσιμότητα, φέρνοντας την χαρακτηριστική τους shock rock ενέργεια σε μια από τις πιο σημαντικές περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες της Σουηδίας.
Στην καρδιά της εκστρατείας βρίσκεται η μοναδική ερμηνεία των LORDI στο κλασικό τραγούδι “Guantanamera”, επαναπροσδιορισμένο στο χαρακτηριστικό τους hard rock στυλ. Όπως συμβαίνει με κάθε εκστρατεία της Pantamera, ο επιλεγμένος καλλιτέχνης αναδιαμορφώνει την οικεία μελωδία στη δική του ηχητική ταυτότητα, αυτή τη φορά μεταμορφώνοντας την σε έναν δυνατό, βασισμένο σε riff ύμνο, σχεδιασμένο να βρίσκει απήχηση στο rock κοινό. Το δημιουργικό όραμα του συγκροτήματος κάνει μια εντυπωσιακή παραλληλία μεταξύ τρόμου και βιωσιμότητας.
Όπως εξηγεί ο κ. Lordi: “Η έκδοση του “Pantamera” από τoυς LORDI εξερευνά τις ομοιότητες μεταξύ της ανακύκλωσης και του είδους τρόμου γενικότερα. Για παράδειγμα, το τέρας του Frankenstein και τα Zombies είναι ανακυκλωμένα σάρκα και οστά”.
Πέρα από τη σκηνή, οι LORDI έχουν από καιρό επιδείξει δέσμευση σε περιβαλλοντικούς και ηθικούς σκοπούς. Το συγκρότημα υποστηρίζει την PETA και έχει συμμετάσχει στο παρελθόν σε μια φωτογράφιση vegan μόδας για τη Vogue, προωθώντας βιώσιμα υλικά. Η συμμετοχή τους στην Pantamera αντανακλά μια φυσική επέκταση αυτών των αξιών: σεβασμό για τον πλανήτη και επίγνωση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει.
Περιγράφοντας την αδιάκοπη δημιουργική παραγωγή και το γεμάτο πρόγραμμα του συγκροτήματος, μια φράση ταιριάζει απόλυτα: τα τέρατα δεν ξεκουράζονται ποτέ. Ανάμεσα σε νέα μουσική, σημαντικές ζωντανές εμφανίσεις και τώρα μια εθνική περιβαλλοντική εκστρατεία, οι LORDI συνεχίζουν να αποδεικνύουν ότι η ορμή τους είναι ασταμάτητη.
Παράλληλα με την καμπάνια Pantamera, οι Lordi ετοιμάζονται και για μια ξεχωριστή εμφάνιση στον τελικό του διαγωνισμού τραγουδιού της Eurovision 2026 στη Βιέννη στις 26 Μαΐου!
Photo by Akis Zaralis
Οι NERVOSA εξαπολύουν έναν ακόμη γύρο οργής με το νέο τους άλμπουμ “Slave Machine”, που κυκλοφορεί στις 3 Απριλίου από την Napalm Records. Το έκτο άλμπουμ τους δείχνει τη βραζιλιάνικη μοντέρνα thrash metal μπάντα να απελευθερώνει τα εσωτερικά της θηρία με εκπληκτική ταχύτητα και με τρομερή έμφαση. Ποτέ δεν ηρεμεί, πάντα εξερευνά, το ένα εκπληκτικό riff μετά το άλλο, το “Slave Machine” είναι μια συντριπτική δήλωση. Το νέο single, “Impending Doom”, χτίζεται απειλητικά, χρησιμοποιώντας βροντερά riffs και γρήγορα τύμπανα για να μοιραστεί δυσοίωνες κοινωνικές παρατηρήσεις και να εδραιώσει την κυριαρχία των γυναικών στη σκηνή. Σε παραγωγή του Martin Furia των Γερμανών θρύλων του thrash DESTRUCTION, το “Impending Doom” συνδυάζει την παλιομοδίτικη δύναμη με μια μοντέρνα πινελιά, παρουσιάζοντας την άποψη των NERVOSA για το μέλλον. Το “Slave Machine” θα κυκλοφορήσει στις 3 Απριλίου μέσω της Napalm Records. Έχοντας εμφανιστεί στα μεγαλύτερα metal φεστιβάλ παγκοσμίως, από το Wacken μέχρι το Hellfest, και έχοντας αφήσει μια διαρκή εντύπωση σε θαυμαστές και κριτικούς, οι NERVOSA στοχεύουν να εδραιώσουν τη θέση τους ως πρωτοπόροι του είδους. Με ιδρυτικό μέλος, κιθαρίστα Prika Amaral να έχει καθιερωθεί ως η νέα τραγουδίστριά τους με το προηγούμενο άλμπουμ τους “Jailbreak” (2023), ξεπέρασαν τα όρια. τη σκηνή με τη δύναμη μιας βαριοπούλας.
Oι NERVOSA για το “Impending Doom”: “Σκοτεινές δονήσεις με επική αίσθηση, ένα πολύ δυνατό τραγούδι για να παρουσιάσουμε το νέο μας άλμπουμ, το οποίο σηματοδοτεί ένα μεγάλο βήμα στην καριέρα μας.”
Photo by Chuck Brueckmann
Με το 15ο άλμπουμ τους “One” να κυκλοφορεί την 1η Μαΐου, οι υποψήφιοι για βραβείο GRAMMY® metal θρύλοι SEVENDUST επιστρέφουν με ένα δυνατό νέο single, το “Threshold”. Tο συγκρότημα για άλλη μια φορά προσφέρει ένα συναρπαστικό, συναισθηματικά φορτισμένο κομμάτι που έχει σχεδιαστεί για να γίνει το κεντρικό κομμάτι των ζωντανών τους εμφανίσεων. Το “Threshold” αναδεικνύει το χαρακτηριστικό μείγμα των SEVENDUST από heavy grooves και μελωδική ένταση, σε συνδυασμό με λυρισμό που σε παρακινεί. Ο Witherspoon διοχετεύει το ωμό συναίσθημα καθώς απευθύνεται σε όσους ωθούν τους άλλους στα όριά τους: “Θέλεις ένα ακόμα κομμάτι μου, έτσι δεν είναι; Να διαλυθείς για να πάρεις αυτό που ήθελες;”
Έτοιμοι να σταθούν ανάμεσα στις ξεχωριστές στιγμές της τριακονταετούς καριέρας του συγκροτήματος, το “Threshold” είναι διαθέσιμο. Το συνοδευτικό μουσικό video σηματοδοτεί την επιστροφή του animator Ollie Jones και συνεχίζει την ιστορία που παρουσιάστηκε στο video του συγκροτήματος για το τραγούδι “Fence”. Στο νέο κεφάλαιο, ένας άπληστος μουσικός ατζέντης πιέζει μια ομάδα management να ξεθάψει τα αποσυντιθέμενα μέλη των SEVENDUST και να τα στείλει πίσω στην περιοδεία. Αναζωογονημένοι χρησιμοποιώντας την ίδια μυστηριώδη ουσία που τους έφερε πίσω για πρώτη φορά, το συγκρότημα ξεκινά μια επιχείρηση που έχει σχεδιαστεί για να γεμίσει τις τσέπες του ατζέντη. Το βίντεο τελειώνει με το συγκρότημα υπό τον πλήρη έλεγχό του και το τι θα συμβεί στη συνέχεια είναι άγνωστο.
Για πάνω από τρεις δεκαετίες, οι SEVENDUST έχουν κάνει αμέτρητους θαυμαστές να αισθάνονται μέρος κάτι ξεχωριστού. Η κοινότητα του συγκροτήματος δεν είναι παθητική. Τα μέλη του «7D Army» έχουν μια πολύ ενεργή δέσμευση να αποτελούν μέρος αυτής της οικογένειας, όπως αποδεικνύεται από τις sold-out συναυλίες παγκοσμίως και τα αμέτρητα τατουάζ με το λογότυπο και τους στίχους του συγκροτήματος. Από το 1994, το συγκρότημα έχει χτίσει αθόρυβα μια κληρονομιά ασύγκριτη, που περιλαμβάνει πωλήσεις σχεδόν οκτώ εκατομμυρίων άλμπουμ, μια υποψηφιότητα για βραβείο GRAMMY® για την «Καλύτερη Metal Ερμηνεία», τρεις συμμετοχές στο Top 15 στο Billboard 200, εκατοντάδες εκατομμύρια streams και την έντονη αφοσίωση εκατομμυρίων ακροατών σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Το ελληνικό post-black/atmospheric metal συγκρότημα EUPHROSYNE αποκάλυψε το επίσημο video για το ολοκαίνουργιο κομμάτι τους “Mother Earth Betrayed Us”, ένα νέο τραγούδι που θα συμπεριληφθεί στο επερχόμενο άλμπουμ του συγκροτήματος, το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη.
Το video έκανε πρεμιέρα μέσω του MetalSucks, το οποίο σχολίασε: “Σε όλο το κομμάτι, η τραγουδίστρια Έφη Εύα διαπερνά όλο το κομμάτι, με τις κραυγές της να λειτουργούν ως η κινητήρια δύναμη που ωθεί τα πάντα προς τα εμπρός. Εν τω μεταξύ, ο ντράμερ Στέλιος Πεπινίδης και ο νέος μπασίστας/δεύτερος τραγουδιστής του συγκροτήματος Παύλος Λυρίτης λειτουργούν ως η ρυθμική ραχοκοκαλιά του κομματιού, δίνοντας χώρο στον κιθαρίστα Άλεξ Δεσποτίδη να ξεκινήσει τη δουλειά. Αυτό που έχει ως αποτέλεσμα όλα αυτά είναι μια έξαλλη, αλλά μελαγχολική κριτική για το μοιραίο ελάττωμα του ανθρώπου, την αλαζονεία.”
Μετά την έντονη απήχηση του προηγούμενου άλμπουμ τους “Morus” που κυκλοφόρησε μέσω της σουηδικής Black Lion Records, το οποίο έλαβε εξαιρετικά θετικές κριτικές από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, το σχήμα επιστρέφει με αυτό το νέο single, προσφέροντας μια πρώτη γεύση από το επερχόμενο album τους. Βυθιζόμενοι σε θέματα περιβαλλοντικής κατάρρευσης και ανθρώπινης αλαζονείας, το κομμάτι αντιμετωπίζει τις καταστροφικές επιπτώσεις της ανθρωπότητας στον πλανήτη. Η στοιχειωτική φράση «Η Μητέρα Γη μας πρόδωσε αφήνοντάς μας να υπάρχουμε», αντηχεί στο τέλος του τραγουδιού, ενισχύοντας την ιδέα ότι η φύση επέτρεψε στην ανθρωπότητα να ακολουθήσει το δικό της μονοπάτι προς την αυτοκαταστροφή, συνέπεια των πράξεων της εναντίον του πλανήτη.
Με αυτό το νέο υλικό, οι EUPHROSYNE προωθούν τον ήχο τους σε πιο πειραματικό και μοντέρνο έδαφος, ενσωματώνοντας νέα στοιχεία και διευρυμένη φωνητική δυναμική, συμπεριλαμβανομένης της προσθήκης ανδρικών φωνητικών που φέρνουν μια νέα διάσταση στην ηχητική τους ταυτότητα. Το single σηματοδοτεί επίσης το ντεμπούτο του Παύλου Λυρίτη ως μπασίστα και backing vocalist. Η μίξη και το mastering έγιναν από τον Psychon (SEPTICFLESH), ενώ τη μουσική σύνθεση ανέλαβε ο Alex Despotidis και τους στίχους η Efi Eva. Το επίσημο μουσικό βίντεο σκηνοθετήθηκε από τον Manos G (UNIVERSE 217).
Source: Ecclesia Facebook page
Oι Γάλλοι doomsters ECCLESIA μόλις ανακοίνωσαν το νέο τους single με τίτλο “Sanctus” την ημέρα του Πάσχα των Καθολικών.
Οι ίδιοι αναφέρουν : “Με μεγάλη χαρά αποκαλύπτουμε επιτέλους το νέο μας ψηφιακό single “Sanctus”, σηματοδοτώντας το ντεμπούτο του νέου τραγουδιστή Dom Gregorius Serenus μαζί μας και την αρχή μιας νέας εποχής για τους ECCLESIA. Θα κυκλοφορήσει σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες την Κυριακή 5 Απριλίου και ανυπομονούμε να μοιραστούμε αυτό το νέο κομμάτι του Holy Epic Doom Metal μαζί σας! Να είστε εκεί για τον εορτασμό! Η Ιερά Εξέταση θέλει να το παίξετε δυνατά αυτή την Κυριακή του Αγίου Πάσχα. Ανυπομονούμε να μάθουμε τη γνώμη σας”.
Τον Απρίλιο του 2006, όταν οι LACUNACOIL είχαν κυκλοφορήσει έναν από τους κορυφαίους τους δίσκους, το “Karmacode”, το έντυπο RockHard τους είχε βάλει στο πρώτο του εξώφυλλο εκείνο το μήνα. Στα πλαίσια της «επίσκεψής» μας στα θέματα του εντύπου για τα είκοσι χρόνια, ας θυμηθούμε τι είχε πει ο Σάκης Φράγκος με την CristinaScabbia πάντα με φωτογραφίες εποχής.
Μία από τις πιο συμπαθείς παρουσίες στο χώρο του metal, είναι η τραγουδίστρια των LACUNA COIL, Cristina Scabbia. Με την προηγούμενη δουλειά τους, οι LACUNA COIL έγιναν το γκρουπ με τις υψηλότερες πωλήσεις στην Αμερική για την εταιρία τους, τη Century Media, και λογικά οι προσδοκίες για το “Karmacode” ήταν ιδιαίτερα μεγάλες. Το γκρουπ κατάφερε να αποδείξει ότι δεν είναι φωτοβολίδα κι ότι δεν επηρεάζεται από την εμπορική επιτυχία κυκλοφορώντας έναν ιδιαίτερα αξιόλογο δίσκο, ο οποίος είναι βέβαιο ότι θα κάνει μεγάλη επιτυχία σε όλο τον κόσμο. Η Cristina το πρωί της γιορτής του Αγίου Βαλεντίνου μίλησε με το ROCK HARD για πολλή ώρα και τα σημαντικότερα μέρη της συνέντευξης μπορείτε να τα διαβάσετε ευθύς αμέσως…
Καλημέρα Σάκη… Σου άρεσε ο δίσκος μας;
Χα! Αν κι εγώ υποτίθεται ότι κάνω τις ερωτήσεις, να σου πω ότι το βρίσκω ένα βήμα μπροστά από το “Comalies” κι ομολογώ ότι δεν περίμενα να ακούσω κάτι τέτοιο από εσάς αν κρίνω από το hype και την πίεση που πιθανώς είχατε από τους οπαδούς, τον τύπο και πιθανώς τη δισκογραφική σας εταιρία. Να σου πω την αλήθεια, δεν νιώσαμε κάποιου είδους πίεση επειδή -ξέρεις κι εσύ καλύτερα από μένα- ότι δεν υπάρχει κάποιο συστατικό ή μυστικό για την επιτυχία. Δεν μπορείς να πεις με σιγουριά πως αν δώσεις κάτι συγκεκριμένο στον κόσμο, θα λειτουργήσει οπωσδήποτε. Τα πράγματα αλλάζουν καθημερινά κι είναι αδύνατο να γράψεις κάποιο τραγούδι που να αρέσει σε όλο τον κόσμο. Αποφασίσαμε λοιπόν –όπως πάντα- να κάνουμε ό,τι είναι να κάνουμε, να μοιραστούμε τα συναισθήματά μας και τελικά φαίνεται ότι ο κόσμος με τον οποίο έχουμε μιλήσει μέχρι τώρα, γουστάρει το “Karmacode”. Αυτό μας κάνει ιδιαίτερα χαρούμενους.
Πιστεύεις πω το γεγονός ότι δεν έχει διαρρεύσει ακόμη στο internet θα σας βοηθήσει; Ναι, γιατί απ’ όσο ξέρω, το μόνο κομμάτι που μπορεί να βρει κανείς είναι το “Our truth”, το πρώτο μας single, το οποίο έχει ήδη κυκλοφορήσει στο soundtrack του “Underworld”. Δεν έχουμε πρόβλημα με το internet, αλλά μου αρέσει να κρατάμε κάποια στοιχεία σαν έκπληξη στους οπαδούς μας. Πάντα ήθελα να πηγαίνω να αγοράζω το δίσκο των αγαπημένων συγκροτημάτων μου, να νιώθω τη συγκίνηση όταν βάζω το δισκάκι στο CD-player για πρώτη φορά και όλη αυτή την ιεροτελεστία.
Είναι κάτι παραπάνω από σαφές, αν κρίνω από το γεγονός ότι στάλθηκαν υδατογραφημένα CD εκτός των άλλων, ότι είστε η απόλυτη προτεραιότητα της εταιρίας σας. Το γεγονός ότι είστε το πρώτο σχήμα της CenturyMedia που πούλησε πάνω από 100.000 αντίτυπα στις ΗΠΑ, επηρέασε καθόλου τη διαδικασία σύνθεσης των κομματιών στο δίσκο; Καθόλου! Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι περίμεναν από εμάς κάτι πιο απλό και πιο εμπορικό, μόνο και μόνο από το γεγονός ότι είχαμε αρκετή επιτυχία. Δεν επηρέασε τη σύνθεση των κομματιών. Είμαστε υπερήφανοι που έχουμε πουλήσει περισσότερα CD από οποιοδήποτε άλλο σχήμα της Century Media, αλλά πρόκειται μόνο για αριθμούς και δεν έχει καμία σχέση με τη δημιουργικότητα όταν γράφεις καινούργια κομμάτια.
Πως πιστεύεις ότι σας βοήθησε η συμμετοχή σας στο Ozzfest κι από εμπορικής πλευράς κι από άποψη αναγνωρισιμότητας; Μπορεί να μην μοιραστήκαμε στην ίδια σκηνή με τους BLACK SABBATH, τους JUDAS PRIEST ή τους SLAYER, αφού παίξαμε στη δεύτερη σκηνή, ήμασταν όμως το πιο διαφορετικό σχήμα απ’ όλα. Είχαμε εντελώς διαφορετικό στιλ και σίγουρα κερδίσαμε πολλούς νέους οπαδούς. Μάλιστα μετά το τέλος του φεστιβάλ, είχαμε πουλήσει τους περισσότερους δίσκους στον πάγκο του merchandise από όλες τις άλλες μπάντες που συμμετείχαν. Μόνο οι SLIPKNOT μας πέρασαν, οι οποίοι είχαν κυκλοφορήσει καινούργιο δίσκο. Εκτός των άλλων όμως, περάσαμε καταπληκτικά, γνωρίσαμε πολλούς νέους ανθρώπους κι αποκτήσαμε πολύ σημαντικές εμπειρίες.
Νομίζω ότι ο ήχος του “Karmacode” είναι πιο φρέσκος και θα έλεγα πιο προσανατολισμένος προς την αμερικάνικη ήπειρο. Αν μιλάμε για τον ήχο των οργάνων, τότε συμφωνώ 100% μαζί σου. Θεωρώ ότι το “Karmacode” είναι ένας δημιουργικός συνδυασμός επιρροών από την Ευρώπη όσον αφορά τη σύνθεση, τη μελαγχολία, το πάθος, τη μελωδία και τη μουσικότητα κι από την Αμερική αναφορικά με το στομφώδη ήχο και την αμερικάνικη παραγωγή. Κάθε δίσκος που ακούς από την Αμερική έχει πιο «μεγάλο» ήχο. Είμαι σίγουρη ότι πρόκειται για τον πιο δυναμικό δίσκο που έχουμε κάνει.
…παρόλο που χρησιμοποιείτε τον ίδιο παραγωγό!!! Σε κάποιες από τις συζητήσεις που έχουμε κάνει παλιότερα, μου είχες εκμυστηρευτεί την αγάπη σου για τους KORN. Ο ήχος του μπάσου είναι παρόμοιος!!! Ναι, αλλά είναι ένας από τους πάρα πολλούς ήχους που έχουμε στο δίσκο και είχαμε στο μυαλό μας όταν μπήκαμε στο στούντιο. Μπορεί εμείς να γουστάρουμε τον ήχο των KORN κι όντως ό ήχος του μπάσου αλλά και της κιθάρας σε κάποια σημεία να θυμίζει αυτούς, αλλά σου επαναλαμβάνω ότι είναι ένας από τους εκατοντάδες που έχουμε χρησιμοποιήσει…
Τα αντρικά φωνητικά αυτή τη φορά είναι λιγότερο brutal από ποτέ. Σας βγήκε φυσικά ή αποφασίσατε εκ των προτέρων να μην χρησιμοποιήσετε τέτοιου είδους φωνητικά; Εξαρτάται τι εννοείς όταν λες brutal. Υπάρχουν σημεία που είναι πιο ακραία τα φωνητικά χωρίς να χρειαστεί ο Andrea να «γκαρίζει». Πιστεύω ότι είναι καλύτερο να δείχνει κανείς το ταλέντο του με καθαρά φωνητικά, από το να τσιρίζει χωρίς λόγο. Τα συγκεκριμένα κομμάτια πάντως χρειάζονταν μόνο καθαρά φωνητικά, αλλά είναι πιο δυναμικά από ποτέ, παρόλο που δεν «φωνάζει».
Με ποιον τρόπο πιστεύεις ότι το “Karmacode” είναι διαφορετικό από το “Comalies”; Είναι σίγουρα διαφορετικά. Υπάρχουν διαφορετικές επιρροές, ακόμα και tribal στοιχεία στο “Karmacode” αλλά κι επιρροές από αραβική μουσική τις οποίες μπορεί κανείς να ακούσει στα φωνητικά. Έχουμε πλέον πολύ περισσότερες εμπειρίες και μπορούμε πλέον να γράψουμε πιο εύκολα ένα καλό κομμάτι.
Πως καταλήξατε στον τίτλο “Karmacode”; Είναι ένας τίτλος τον οποίο τον σκέφτηκε ο Andrea (σ.σ. φωνητικά). Ψάχναμε έναν τίτλο που να είναι «πνευματικός», μοντέρνος. Η λέξη “karma” είναι η τέλεια λέξη που αντιπροσωπεύει τέλεια αυτό το «πνευματικό» μέρος που θέλαμε να δείξουμε, χωρίς καμία σύνδεση με θρησκεία ή κάτι τέτοιο. Το «κάρμα» είναι όλα αυτά που έκανες στο παρελθόν κι όλα αυτά που θα συμβούν στο μέλλον ή στην επόμενη ζωή σου. Η λέξη “code” από την άλλη, είναι η τέλεια λέξη για να δείξει την έννοια του μοντέρνου, αν σκεφτείς για παράδειγμα τον «κώδικα Da Vinci». Θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή την αντίθεση.
Η αντίρρησή μου αφορά το εξώφυλλο. Δεν ξέρω αν απεικονίζει τέλεια αυτό που θέλετε να μεταδώσετε με τον τίτλο, αλλά μου φαίνεται αρχικά αντιαισθητικό κι όχι τόσο “LacunaCoil”… Αυτό που βλέπεις, είναι μόνο το εξώφυλλο. Φαίνεται ένα κεφάλι να ανοίγει και βλέπεις μέσα στο booklet το εσωτερικό του. Όλα μπορεί να ταιριάζουν ή να μην ταιριάζουν με το συγκρότημα! Για πρώτη φορά δώσαμε τη δουλειά σ’ ένα πρακτορείο που έκανε εξαιρετική δουλειά. Όταν δεις το τελικό αποτέλεσμα θα διαπιστώσεις και μόνος σου ότι είναι πολύ καλύτερο από αυτό που βλέπεις στο internet. Επιπλέον, πρέπει να σκεφτείς ότι είναι απλά ένα εξώφυλλο. Για μας, το πιο σημαντικό είναι να δημιουργήσουμε έναν καλό δίσκο.
Είχα βρεθεί στο Λονδίνο τον Οκτώβριο και διαπίστωσα από πρώτο χέρι πόσο δημοφιλείς είστε στη Μεγάλη Βρετανία. Προσπάθησα να βρω εισιτήριο για να σας παρακολουθήσω και ήταν όλα soldout στην περιοδεία που κάνατε εκεί ελάχιστες μέρες αφότου ανακοινώθηκαν οι εμφανίσεις σας… Κάνατε και ηλεκτρικά και ακουστικά show. Μήπως σκέφτεστε να κυκλοφορήσετε κάποιο DVD ή κάποιο ακουστικό CD κάποια στιγμή; Δεν μπορώ να σου πω με σιγουριά τώρα. Μπορεί ας πούμε κάποια κομμάτια να κυκλοφορήσουν σε single ή σε δίσκους σαν bonus tracks. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, δεν έχουμε κατά νου να κυκλοφορήσουμε κάποιο ακουστικό άλμπουμ ή κάτι παρόμοιο. Αυτό το παρεΐστικο κλίμα που επικρατεί σε ακουστικά show, δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε CD εύκολα. Όσον αφορά το DVD, έχουμε άπειρο υλικό, αλλά δεν θέλουμε να προσφέρουμε μόνο μία συναυλία μας. Δεν έχει ενδιαφέρον. Θέλουμε να δώσουμε υλικό από backstage, τι συμβαίνει πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας και διάφορα τέτοια. Χρειάζεται πολύ χρόνο…
Και να μη θέλατε εσείς, σίγουρα η εταιρία σας θα σας πιέσει!!! Δεν είναι πως δε θέλουμε, απλά το τελικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι πραγματικά κάτι το ξεχωριστό. Να σκεφτείς ότι στην πρώτη έκδοση του “Karmacode” θα υπάρχει ένα 10λεπτο video όπου «στριμώξαμε» πράγματα που συνέβησαν τα τρία τελευταία χρόνια και δυσκολευτήκαμε αφάνταστα για να τα χωρέσουμε μέσα σε 10 λεπτά!!!
Δεν είναι η πρώτη φορά που κομμάτι σας εμφανίζεται σε soundtrack. Το “Ourtruth” υπάρχει στο soundtrack του δεύτερου μέρους της ταινίας “Underworld”. Γιατί επιλέξατε να παρουσιάσετε με αυτό τον τρόπο το πρώτο σας single; Δεν το επιλέξαμε εμείς. Απλά μας ζήτησαν αν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το “Our truth” στο soundtrack και το δεχτήκαμε. Μας άρεσε η ιδέα, συνέβη μόνο το soundtrack να κυκλοφορήσει πριν το δίσκο μας. Δεν έγινε εσκεμμένα για να παρουσιάσουμε το τραγούδι μας με αυτόν τον τρόπο. Το συγκεκριμένο κομμάτι πάντως το είχαμε παίξει και σε καλοκαιρινά φεστιβάλ πέρυσι…
Για ποιον λόγο επιμένετε να προωθείτε τη δουλειά σας και μέσω των soundtrack; Αν έχω όλες τις συμμετοχές σας, υπάρχουν τραγούδια σας σε soundtrack των ταινιών: “Thecave”, “Aloneinthedark”, “Residentevil” και σ’ αυτήν εδώ… Ίσως να ευθύνεται το γεγονός ότι έχουμε επηρεαστεί από τη μουσική των soundtrack. Μάλλον όμως θα πρέπει να ρωτήσεις τους ανθρώπους που κάνουν αυτές τις συλλογές για ποιον λόγο επιλέγουν τη μουσική μας!!! (γέλια)
Είναι κατά κάποιον τρόπο παράδοση για σας να έχετε ένα τραγούδι με ιταλικούς στίχους… Στο “Karmacode” είναι το “Withoutfear”… Προσπαθήσαμε να το κάνουμε στα αγγλικά αλλά δεν λειτουργούσε όσο καλά θέλαμε. Δεν το κάναμε επίτηδες. Απλά δεν ακουγόταν καλά με αγγλικούς στίχους.
Λίγο πριν μου είπες ότι είστε αρκετά επηρεασμένοι από soundtrack. Μάλλον το τραγούδι στο οποίο είναι πιο εμφανείς αυτές οι επιρροές είναι το “Invisiblelight”. Αυτό και κατά τη γνώμη μου είναι και το πιο περίπλοκο κομμάτι που έχετε συνθέσει. Σίγουρα! Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Είχαμε συνθέσει κι άλλα δύο τραγούδια που τελικά δεν μπήκαν στο δίσκο, τα οποία είναι ακόμα πιο περίπλοκα. Στο “In visible light” χρησιμοποιήσαμε πραγματικά βιολιά.
Για ποιον λόγο επιλέξατε να διασκευάσετε το “Enjoythesilence” των DEPECHEMODE; Μας αρέσει πολύ το τραγούδι κι έχουμε ακούσει πολλές διασκευές σ’ αυτό οι οποίες δεν μας ικανοποιούσαν όμως… Θεωρήσαμε ότι είναι ενδιαφέρον να βάλουμε γυναικεία φωνητικά, επιπλέον μελωδικές γραμμές, να το κάνουμε ακόμα πιο σκοτεινό. Αυτό που είναι περίεργο είναι πως στο τέλος ακούγεται σαν ένα ακόμη τραγούδι των LACUNA COIL.
Να πάμε λίγο στο προηγούμενο άλμπουμ σας. Ήθελα να σε ρωτήσω για ποιον λόγο είχατε 3 διαφορετικές εκτελέσεις στο video του “Heaven’salie”; Το πρώτο video ήταν κάτι σαν bonus για τους οπαδούς που θα αγόραζαν το “Comalies”. Ήταν κάτι σαν backstage του δίσκου. Μετά όμως αποφασίσαμε να κάνουμε στην Αμερική ένα «κανονικό» video clip, με προϋπολογισμό, styling κι όλα τα πράγματα που απαιτούνται για να γίνει κάτι επαγγελματικό.
Γιατί δεν χρησιμοποιήσατε τον PatricUllaeus στο videoclip του “Ourtruth”; Δεν μείνατε ικανοποιημένοι από αυτά που κάνατε μαζί του; Δεν μπορείς να μένεις με τους ίδιους ανθρώπους δίπλα σου συνέχεια. Χρειάζονται αλλαγές. Ήμασταν ικανοποιημένοι φυσικά, αλλά θέλαμε κάποια διαφορετική σκηνοθετική άποψη και ιδέες.
Θα ξεκινήσετε σε λίγο περιοδεία με τον RobZombie στην Αμερική. Έχετε σχέδια για την Ευρώπη; Όχι προς το παρόν. Δεν μπορούμε να κάνουμε πλάνα για όλο το χρόνο. Συνεχώς έρχονται πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις και θα επιλέξουμε πότε είναι ο κατάλληλος χρόνος. Υπάρχει το management μας που ασχολείται με αυτά τα θέματα, αφού εμείς είμαστε απασχολημένοι με το promotion και το δίσκο μας.
Ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη… Ελπίζω να τα πούμε σύντομα από κοντά!!!
Female – frontedbands
Ρωτήσαμε τη γνώμη της Cristina για συγκροτήματα που έχουν γυναίκες τραγουδίστριες. Ιδού τι μας απάντησε:
THEGATHERING: Η Anneke είναι απίστευτη. Φοβερά ταλαντούχα τραγουδίστρια και πολύ ενδιαφέρον άτομο. Είναι ένας από τους πρώτους ανθρώπους που γνώρισα στη μουσική βιομηχανία και μπορώ να πω ότι είναι φανταστική.
THEATREOFTRAGEDY: Περιοδεύαμε μαζί πριν χρόνια και συνάντησα την Liv Kristine πάλι πρόσφατα. Παρόλο που δεν έχουμε το ίδιο στιλ, πιστεύω ότι είναι καλή τραγουδίστρια. Εκτιμώ πάρα πολύ που προσέχει τόσο πολύ την εικόνα της και το θεωρώ πολύ σημαντικό αυτό. Νομίζω ότι το στιλ που έχει τώρα ταιριάζει περισσότερο με τον χαρακτήρα της. Απορώ πως υπάρχουν καλλιτέχνες οι οποίοι δεν δίνουν καμία σημασία στο image ενώ είναι μέρος της δουλειάς τους… Την καινούργια τραγουδίστριά τους, δεν την ξέρω δυστυχώς.
EVANESCENCE: Πραγματικά δεν ξέρω τι να πω εδώ. Δεν γνωρίζω την Amy Lee προσωπικά. Ξέρω ότι έχει έρθει σε κάποιες συναυλίες μας αλλά έφυγε χωρίς να συναντηθούμε. Σίγουρα δεν υπάρχει κάποιος ανταγωνισμός ανάμεσά μας όμως…
ARCHENEMY: Η Angela Gossow είναι cool. Είχαμε κάνει κάποτε μία κοινή φωτογράφηση στο Παρίσι για ένα περιοδικό και κάναμε πολύ πλάκα κατά τη διάρκειά της όσο ποζάραμε. Περνάμε πολύ ωραία κάθε φορά που συναντιόμαστε σε φεστιβάλ κτλ.
EPICA: Δυστυχώς δεν γνωρίζω καλά τη μουσική τους. Αυτό που ξέρω είναι ότι η Simone Simmons έχει καλή φωνή και είναι πολύ όμορφη με καλό στήσιμο πάνω στη σκηνή.
NIGHTWISH: Συνάντησα μία φορά την Tarja αλλά δεν είναι ο τύπος που μιλάει πάρα πολύ. Τη συγκεκριμένη φορά που παίζαμε μαζί, απλά τελείωσε το show τους κι έφυγε αμέσως. Δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτήν δηλαδή προσωπικά επειδή δεν τη γνωρίζω. Τα υπόλοιπα παιδιά των NIGHTWISH είναι πολύ φιλικά πάντως.
WITHINTEMPTATION: Δεν ξέρω τίποτα για τη μουσική τους, ούτε τους έχω συναντήσει.
Ας γυρίσουμε και πάλι το χρόνο 20 χρόνια πίσω, την εποχή του έντυπου RockHard, όπου ο Σάκης Φράγκος, είχε κάνει μία πάρα πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη με τον GeoffTate, που τότε ακόμα τραγουδούσε στους QUEENSRYCHE, για την κυκλοφορία του “Operation: MindcrimeII”, πάντα με φωτογραφίες εποχής…
Ίσως το σπουδαιότερο concept στην ιστορία της σκληρής μουσικής, είναι σαφέστατα το “Operation: Mindcrime”. Οι QUEENSRYCHE μετά από μακρά περίοδο αμφισβήτησης και στασιμότητας, αποφάσισαν να τολμήσουν τη συνέχεια αυτού του μνημειώδους δίσκου και κατάφεραν να αποστομώσουν όλους τους επικριτές τους (ανάμεσα στους οποίους ομολογώ ότι ήμουν κι εγώ). Μαζεύοντας τα κομμάτια μου από τις συνεχείς ακροάσεις του δίσκου, προσπάθησα να στριμώξω μέσα σε μισή ώρα που είχαμε στη διάθεσή μας, κάποια από τα πράγματα που ήθελα να ρωτήσω μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στη μουσική, έναν άνθρωπο με τον οποίο δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσεις να συζητάς και να ακούς ενδιαφέροντα πράγματα… Κυρίες και κύριοι, ο Geoff Tate…
Γεια σου Geoff. Προτού ξεκινήσουμε οφείλω να ομολογήσω ότι είμαι ένας από εκείνους που δεν τους άρεσαν σχεδόν καθόλου τα “Hearinthenowfrontier”, “Q2K” και “Tribe” και δεν ήξερα τι να περιμένω από το “Operation: MindcrimeII”. Όταν το άκουσα όμως κατάπια τη γλώσσα μου!!! (γέλια) Ευχαριστώ για την ειλικρίνειά σου!!!
Έχεις δηλώσει ότι έγραψες το sequel στο “Operation: Mindcrime” εξαιτίας της παρούσας πολιτικής κατάστασης και της πίεσης από τους οπαδούς. Μέχρι πριν από δύο χρόνια συνεχώς αρνιόσουν όμως αυτή την προοπτική. Τι συνέβη τελικά και άλλαξες γνώμη; Ο βασικός λόγος ήταν ότι η ιστορία χρειαζόταν ένα τέλος και θεώρησα ότι η κατάλληλη στιγμή ήταν τώρα. Οι καιροί είναι τόσο ίδιοι με το τέλος της δεκαετίας του ’80. Αφού να σκεφτείς ότι οι ΗΠΑ έχουν ακόμα για πρόεδρο έναν Bush. Τότε ήταν ο πατέρας, τώρα ο γιος. Καμία διαφορά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το “Operation…” είναι το αγαπημένο άλμπουμ των οπαδών μας και κάναμε ολόκληρη περιοδεία σχεδόν για 18 μήνες παίζοντας το δίσκο αυτό ολόκληρο. Συνεχώς μας ρωτούσαν τι έγινε με τον Nikki, ποιος σκότωσε τη Mary κτλ. Δεν σου κρύβω όμως ότι σημαντικό ρόλο στην απόφαση αυτή έπαιξε ο Bruce Dickinson!!! Όταν ήμασταν σε περιοδεία με τον Rob Halford και τους IRON MAIDEN τρώγαμε μαζί και μου αποκάλυψε ότι ήταν οπαδός του “Operation…” κι είχε τις ίδιες απορίες με τους οπαδούς. Στην πορεία της συζήτησης μου είπε κάτι που θεώρησα πολύ σημαντικό. «Γιατί δεν δίνεις μία φορά στους οπαδούς σας αυτό που ζητάνε;» Σκέφτηκα ότι σαν γκρουπ έχουμε κάνει τόσα πολλά και διαφορετικά πράγματα από εκείνη την εποχή κι έπειτα, όπου μάλλον είχε φτάσει η στιγμή να κάνουμε κάτι τέτοιο. Άνοιξα λοιπόν το laptop μου κι έφτιαξα ένα φάκελο με την ονομασία “Nikki”. Εκεί έβαζα τις σκέψεις μου για πολύ καιρό ώσπου κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι έχω τόσο υλικό που μου επέτρεπε να ολοκληρώσω την ιστορία. Ήταν πολύ απλό μετά να συμφωνήσει και το υπόλοιπο συγκρότημα και να φτάσουμε σ’ αυτόν το δίσκο.
Μήπως έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφασή σας να κάνετε τη συνέχεια του “Operation: Mindcrime” το γεγονός ότι τα τελευταία σας άλμπουμ δεν είχαν και τόσο μεγάλη απήχηση και εμπορική επιτυχία; Δεν νομίζω ότι το “Tribe” για παράδειγμα δεν πήγε καλά εμπορικά…
Δεν μπορείς όμως να το λες εσύ αυτό από τη στιγμή που έχετε ένα άλμπουμ σαν το “Empire” το οποίο έχει πουλήσει κάποια εκατομμύρια αντίτυπα. Δεν έχεις άδικο, αλλά ξέρεις κι εσύ πολύ καλά ότι τέτοιες πωλήσεις είναι αδύνατο πλέον να επαναληφθούν… Δεν είναι και το καλύτερο συναίσθημα να γεμίζεις αρένες και τώρα πλέον να παίζεις σε clubs και να τα γεμίζεις μετά βίας… Η αλήθεια είναι όμως ότι το “Tribe” ήταν ένας πολύ επιτυχημένος δίσκος για τα δεδομένα της εποχής που βγήκε κι έτσι πρέπει πλέον να κοιτάζουμε τα πράγματα. Το εμπόριο βρίσκεται σε μία φάση διάλυσης, εταιρίες κλείνουν και οι πωλήσεις έχουν πέσει κατακόρυφα. Ο κόσμος βλέπει ότι αφού δεν πούλησε κάποιος δίσκος πολύ σημαίνει ότι δεν είναι και καλός, κάτι που είναι εντελώς λανθασμένο, αλλά συνάδει με τις μέρες που διανύουμε.
Είχες καθόλου στο μυαλό σου τον ChrisDeGarmo όταν ξεκινήσατε τις ηχογραφήσεις; Ο Chris ήταν ένα πολύ μεγάλο μέρος των QUEENSRYCHE. Συνεργαστήκαμε και στο “Tribe” σε κάποια κομμάτια, αλλά δεν είχε και τόσο ενθουσιασμό ώστε να θέλει να περιοδεύσει μαζί μας ή να ξαναγράψει κάποια κομμάτια. Νομίζω ότι θα ήταν ανεδαφικό να προσπαθήσουμε να κάνουμε μία σχέση να «ξανανιώσει» από τη στιγμή που δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις γι’ αυτό. Εκτός των άλλων θα ήταν πολύ άδικο για τον Mike Stone που τον αντικατέστησε. Έχει δουλέψει πολύ για το συγκρότημα και μαζί με μένα και τον παραγωγό μας Jason Slater έγραψε σχεδόν όλο το δίσκο. Ήμασταν κλεισμένοι για περισσότερους από τρεις μήνες στο σπίτι μου, μέναμε μαζί και γράφαμε τραγούδια συνεχώς. Ήταν μία εξαιρετικά επίπονη διαδικασία που όμως νομίζω ότι άξιζε τον κόπο.
Υπάρχουν κάποια πολύ διακριτικά σημεία μέσα στο δίσκο που θυμίζουν το πρώτο μέρος της ιστορίας με πιο χαρακτηριστικό την εισαγωγή του “Thehands”. Τι άλλο κάνατε για να δείξετε ότι πρόκειται όχι μόνο για τη στιχουργική συνέχεια του “Operation…” αλλά επίσης και για τη μουσική; Ξεκινήσαμε με την προϋπόθεση πώς ο ακροατής θα ακούσει το ένα μέρος πίσω από το άλλο. Άρα έπρεπε να βάλουμε τα δυνατά μας να κινούνται και τα δύο μέρη στο ίδιο μουσικό ύφος. Για να ξαναζωντανέψουν τα συναισθήματα που είχαν δημιουργηθεί ακούγοντας το πρώτο άλμπουμ, μεταφέραμε μουσικά θέματα από το πρώτο μέρος σε κομμάτια του “Mindcrime II” όπως ήδη έχεις διαπιστώσει σύμφωνα με αυτά που μου είπες. Οι κιθάρες ρυθμίστηκαν από D σε E, κάτι που και τότε ήταν ένας πολύ σημαντικός παράγοντας. Για να έχουμε όσο το δυνατόν όμοια ατμόσφαιρα με τότε αγοράσαμε παλιά μηχανήματα εγγραφής, σαν αυτά που χρησιμοποιήσαμε το 1988. Αυτό ήταν μεγάλη πρόκληση και μας φάνηκε πολύ περίεργο, γιατί σαν μουσικός ενδιαφέρεσαι πάντα για την εξέλιξη. Συνήθως δεν κοιτάς πίσω. Από την άλλη ήταν μία ενδιαφέρουσα άσκηση. Θέλαμε ο ακροατής να ακούει και τους δύο δίσκους στη συνέχεια και να μπορεί να μεταφέρει την ιστορία χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Στην ουσία δεν ήταν ένα βήμα πίσω γιατί ο δίσκος έπρεπε μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο να είναι μοντέρνος. Γι’ αυτό αλλάξαμε τον ήχο των drums, ο οποίος στο πρώτο μέρος ακούγεται σε όλα τα τραγούδια μονοδιάστατος, δουλεύοντας με περισσότερα drumkits. Διαφορετικές κιθάρες βοήθησαν επίσης στο να ακουστεί το καθένα από τα νέα κομμάτια μοναδικό.
Για τα φωνητικά σου, μου επιτρέπεις να πω ότι τραγουδάς τόσο ψηλά για πρώτη φορά μετά το “Empire”… Αυτό δεν σημαίνει ότι ο τρόπος που τραγουδούσα στους δίσκους που ακολούθησαν ήταν εύκολος. Οι κιθάρες ήταν πιο χαμηλοκουρδισμένες κι αυτό δυσκόλευε έναν τραγουδιστή σαν κι εμένα που έχω μεγάλο εύρος στη φωνή μου, όσο κι αν φαίνεται αυτό οξύμωρο. Τώρα έχω καλύτερη αίσθηση της μελωδίας!!!
Ήταν στα σχέδιά σας να πάρετε τον RobHalford να κάνει τον Dr. X στην αρχή, όπως είχε διαρρεύσει στο internet; Όχι… Απλά είχαμε ανακοινώσει ότι θα υπάρχει κάποιος ειδικός καλεσμένος στο δίσκο κι ο κόσμος ορμώμενος από την καλοκαιρινή περιοδεία μας με τους JUDAS PRIEST έσπευσε να υποθέσει ότι θα τραγουδά ο Halford. Από την πρώτη στιγμή όμως είχαμε στο μυαλό μας τον Ronnie James Dio. Είχαμε περιοδεύσει μαζί του στις αρχές της δεκαετίας του ’80, είχα τραγουδήσει στο “Stars” κι έχουμε βρεθεί πολλές φορές σε φεστιβάλ κτλ. Μόλις του το πρότεινα, ζήτησε να ακούσει το κομμάτι κι αμέσως δέχτηκε. Όλα έγιναν αστραπιαία. Είναι ένας θρύλος και η απόδοσή σε ένα τόσο απαιτητικό κομμάτι είναι μοναδική.
Είχατε βάλει στο site σας το “I’mAmerican” και το “Hostage” σε MP3, σε ποιότητα bootleg. Πιστεύετε ότι έκανε καλό στο συγκρότημα; Θέλω να πω ότι ακούγονται πολύ χειρότερα από αυτό που έχουμε ως αποτέλεσμα στο δίσκο και μπορεί κάποιοι να είχαν απογοητευθεί τελείως… Είναι κρίμα γιατί πρόκειται για σπουδαία κομμάτια… Δεν ξέρω αν είναι τόσο κακή η ποιότητα, έπρεπε όμως να προστατεύσουμε το υλικό μας. Προσπαθούμε να συμβαδίζουμε με την εποχή μας όπου όλος ο κόσμος κατεβάζει τραγούδια από το internet και είπαμε να του τα προσφέρουμε εμείς από το site μας ώστε να πάρει μία ιδέα για το τι θα ακούσει.
Είχατε διαλέξει το “Thehands” σαν πρώτο single αν δεν κάνω λάθος και μετά αποφασίσατε να χρησιμοποιήσετε το “I’mAmerican”. Γιατί έγινε αυτή η αλλαγή πλάνων; Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά τραγούδια. Το ένα είναι ευθύ και γρήγορο, με σαφείς αιχμές για τη χώρα σας και το άλλο έχει πολλές αναφορές στο “Operation: MindcrimeI”. Στην πραγματικότητα και τα δύο θα είναι single. Tο “I’m American” θα είναι το πρώτο single στην Αμερική και το “The hands” στην Ευρώπη. Ήδη έχουμε γυρίσει το video clip για το “I’m American” κι έχει μερικές πολύ ενδιαφέρουσες σκηνές, αναφορές στον πόλεμο του Ιράκ κτλ… Θα το δεις και θα καταλάβεις…
Έχετε περιγραφεί σαν “thinkingman’sband”. Στις μέρες μας όμως και ιδιαίτερα στο heavymetal, πολύ λίγα γκρουπ καταπιάνονται με σοβαρά ζητήματα, παρά προτιμούν να ασχολούνται με φανταστικές όσο και ιστορίες για party ή αιματοχυσίες. Μήπως τελικά νιώθετε φυλακισμένοι σε ένα μουσικό είδος που δεν ενδιαφέρεται για ιδεώδη; Δεν νιώθουμε καθόλου έτσι. Προσωπικά ενδιαφέρομαι πάρα πολύ για την κουλτούρα, τη φιλοσοφία, τον πολιτισμό. Είμαι μουσικός, καλλιτέχνης κι αισθάνομαι ότι έχω χρέος να προσπαθώ με τη μουσική μου να βγάζω τον εαυτό μου και τα πιστεύω μου.
Έχεις στο μυαλό σου να γράψεις κάποιο βιβλίο ή σενάριο για την ιστορία του “Operation: Mindcrime”; Αυτή τη στιγμή γράφω κάποια βιβλία και κοντεύουμε να τελειώσουμε το σενάριο του “Operation: Mindcrime” ώστε να γυριστεί σε ταινία. Ο ατζέντης μας θα το προωθήσει κι ελπίζω η παραγωγή να ξεκινήσει φέτος.
Είναι αλήθεια ότι θα παρουσιάσετε τα δύο μέρη του δίσκου ζωντανά επί σκηνής με ηθοποιούς; Ακριβώς. Θα έχουμε επί σκηνής ηθοποιούς που θα υποδύονται όλους τους ρόλους που υπάρχουν στην ιστορία, surround ήχο ώστε ο κόσμος να έχει την αίσθηση ότι βρίσκεται στην καρδιά της συναυλίας, video walls. Θέλουμε να παρουσιάσουμε κάτι πρωτοποριακό και πολύ έντονο. Έχουμε κάνει τα πλάνα μας και δουλεύουμε ακόμη πάνω σε αυτό, ώστε να μπορούμε να παρουσιάσουμε το show μας ακόμα και σε club, σε περίπτωση που οι πωλήσεις των εισιτηρίων κι η δημοτικότητά μας σε κάποιες περιοχές δεν μας επιτρέπουν να παίξουμε σε θέατρα ή αρένες… Οι βραδιές θα είναι όλες “An evening with QUEENSRYCHE” και θα παίζουμε για περισσότερες από δύο ώρες. Στα πλάνα μας είναι να ξεκινήσουμε από την Αμερική γύρω στον Αύγουστο αυτή την περιοδεία καθώς θα μας πάρει πολύ χρόνο η προετοιμασία, αλλά θα δούμε αν κάνουμε και κάτι νωρίτερα (σ.σ. μην ξεχνάτε ότι η συνέντευξη έγινε στις 15/2!!!).
Έχεις θεωρήσει το “Operation: Mindcrime” σαν ένα τείχος για το γκρουπ, το οποίο ποτέ δεν σας άφησε να ακολουθήσετε το καλλιτεχνικό σας όραμα; Κάθε γκρουπ παθαίνει κάτι τέτοιο σε παρόμοιες περιπτώσεις. Οι άνθρωποι μεταχειρίζονται τη μουσική σαν αριθμούς, στατιστικά, βραβεία. Η μουσική όμως είναι τέχνη. Δεν έχει λογική αυτό που γίνεται. Η μουσική είναι προσωπική έκφραση κι όχι ανταγωνισμός. Έτσι δουλεύει όμως η μουσική βιομηχανία για κάθε συγκρότημα. Ευτυχώς εμείς είχαμε επιτυχία με τρεις δίσκους…
Φτάνοντας στο τέλος, θα ήθελα φυσικά να σε ρωτήσω να μου πεις εν συντομία τη συνέχεια της ιστορίας… (ευγενικά αρνήθηκε στη ξεκίνημα να κάνει μία ανάλυση trackbytrack ώστε να αφήσει τον καθένα να ερμηνεύσει την ιστορία όπως θέλει). Στο τέλος του “Operation: Mindcrime” βρήκαμε τον πρωταγωνιστή μας, τον Nikki, στη φυλακή. Σιγά-σιγά επανέρχεται η μνήμη του και καταλαβαίνει πώς έφτασε σ’ αυτή την κατάσταση. Η μόνη του επαφή με την πραγματικότητα είναι μέσω της τηλεόρασης. Το κύριο θέμα του δίσκου είναι η εκδίκηση και πώς μπορεί να επηρεάσει την προσωπικότητά σου, σε σημείο ώστε να παίρνεις αποφάσεις για τις οποίες δεν μπορείς να φανταστείς τι συνέπειες θα υπάρχουν. Ουσιαστικά η ιστορία ξεκινά στο “The hands”. Ο Nikki αναζητά τον Dr. X, τον οποίο θεωρεί και αποκλειστικό υπεύθυνο της δολοφονίας της Mary και στο τέλος έρχεται σε σύγκρουση μαζί του. Μεγάλο ρόλο παίζει κι η Mary όπου παρουσιάζεται σαν τη συνείδηση του Nikki. Δεν μπορώ να σου πω άλλα πράγματα όμως. Το μόνο που θα σου πω ακόμα είναι πως το τέλος δεν είναι χαρούμενο όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες ιστορίες…
Το 1982, οι RAINBOW βρίσκονται σε ένα κρίσιμο σημείο της πορείας τους. Η αποχώρηση του Ronnie James Dio λίγα χρόνια νωρίτερα είχε ήδη αλλάξει ριζικά τον χαρακτήρα του συγκροτήματος, o ερχομός, η σύντομη παραμονή, το “Down to earth”, και η αποχώρηση του Graham Bonnet ήταν ένα σοκ, ενώ η είσοδος του Joe Lynn Turner και η κυκλοφορία του “Difficult to cure” σηματοδότησε μια σαφή μετατόπιση προς έναν πιο προσιτό, μελωδικό και ραδιοφωνικό ήχο. Παράλληλα, η ευρύτερη σκηνή του hard rock στις αρχές της δεκαετίας του ’80 κινείται προς την ίδια κατεύθυνση, μικρότερη διάρκεια τραγουδιών, μεγαλύτερη έμφαση στο ρεφρέν και παραγωγές που ευνοούν την καθαρότητα και την άμεση αναγνωρισιμότητα. Σε αυτό το πλαίσιο η κυκλοφορία του “Difficult to cure” από την μία ακολουθούσε την πιο εμπορική προσέγγιση που ήθελε ο Blackmore από την άλλη ήταν για αυτόν δύσκολο να απωλέσει εντελώς την πολύ αιχμηρή hard rock προσέγγιση που τον χαρακτήριζε είτε με τους DEEP PURPLE είτε με τους προγενέστερους RAINBOW. Η ποιότητα στην μουσική ήταν πάντα εκεί, αλλά το ερώτημα παρέμενε ποιο θα ήταν το επόμενο βήμα της μπάντας, αφού κανείς δεν μπορούσε να έχει τίποτα δεδομένο όταν έχεις να κάνεις με έναν μουσικό σαν τον Man in Black.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το “Straight between the eyes” δεν προκύπτει ως καλλιτεχνική στροφή της στιγμής, αλλά μοιάζει ως αποτέλεσμα μιας ήδη διαμορφωμένης στρατηγικής. Το συγκρότημα φαίνεται να έχει καταλήξει σε μια συγκεκριμένη ταυτότητα, hard rock με κάποια AOR στοιχεία, βασισμένο σε δομές που μπορούν να λειτουργήσουν τόσο στο ραδιόφωνο όσο και στη ζωντανή εκτέλεση, προσπαθώντας πάντα μέσα σε αυτά τα πλαίσια να χωρέσει τα blues, τις κλασσικές επιρροές μαζί με το αυθόρμητο και αστραφτερό hard rock της κιθάρας του Blackmore. Υπό αυτό το πρίσμα, θέτω ένα ερώτημα: Θα μπορούσε μια μπάντα με την αισθητική και την μουσική των FOREIGNER να έχει κιθαρίστα έναν Blackmore ή έναν Malmsteen; Κολλάνε αυτά τα πράγματα μεταξύ τους; Όμως οι RAINBOW της εποχής του Turner έθεσαν αυτόν τον εξαιρετικά δύσκολο στόχο.. Τα κατάφεραν; Όσο και εάν είμαι υπέρμαχος του εξαιρετικού hard rock που έπαιξαν σε αυτά τα τρία άλμπουμ, θα ομολογήσω ότι θέλησαν να ταιριάξουν σχετικά ανόμοιες rock νοοτροπίες.
Όπως σε κάθε του δισκογραφική του εμφάνιση έτσι και εδώ ο Ritchie Blackmore εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό και κεντρικό δημιουργικό άξονα, ωστόσο η προσέγγισή του είναι πιο συγκρατημένη σε σχέση με το παρελθόν. Από την άλλη πλευρά, ο Joe Lynn Turner αποδεικνύεται κομβικός για την επιτυχία αυτής της κατεύθυνσης. Η ερμηνευτική του προσέγγιση, πιο καθαρή και ελεγχόμενη, ευνοεί την ανάδειξη των μελωδιών και των ρεφρέν, στοιχεία που αποτελούν τον πυρήνα του δίσκου. Η φωνή του δεν επιχειρεί να αντικαταστήσει το παρελθόν του συγκροτήματος, αλλά να εξυπηρετήσει μια διαφορετική αισθητική λογική. Συνολικά, το “Straight between the eyes” εντάσσεται πλήρως στο κλίμα της εποχής του, χωρίς ωστόσο να χάνει την κομβική σύνδεσή του με την ταυτότητα των RAINBOW και των DEEP PURPLE. Σημαντικός παράγοντας επίσης στο τελικό αποτέλεσμα είναι ο ρόλος του David Rosenthal στα πλήκτρα, ο οποίος προσφέρει μια πιο Αμερικάνικη έκφραση στο άλμπουμ όταν αυτό απαιτείται, και μια πιο “Lord” αισθητική όταν οι συνθέσεις γίνονται πιο δυναμικές. Γενικά πρόκειται για έναν δίσκο που δεν επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το είδος, αλλά να λειτουργήσει αποτελεσματικά μέσα σε αυτό με μια πιο FM όσο γίνεται αισθητική.
The “Straight between the eyes” countdown:
“Rock fever”
Αντιπροσωπεύει την πιο απλή και ευθύγραμμη πλευρά του άλμπουμ. Βασισμένο σε μια παραδοσιακή hard rock φόρμα, χωρίς ιδιαίτερες αποκλίσεις, λειτουργεί κυρίως ως filler κατά τη γνώμη μου. Η δομή του είναι προβλέψιμη και ελάχιστα αποτελεσματική, με έμφαση σε μια classic rock 70s φόρμα. Ωστόσο, σε σύγκριση με άλλα κομμάτια του δίσκου, στερείται ενός στοιχείου που θα το διαφοροποιούσε ουσιαστικά, είτε αυτό αφορά τη μελωδία, είτε κάποιο ιδιαίτερο κιθαριστικό σημείο. Για παράδειγμα το “Jealous lover” που ακολουθούσε την ίδια δομή είναι απείρως πιο ενδιαφέρον και πετυχημένο ως σύνθεση.
“Tite squeeze”
Με το “Tite Squeeze”, οι RAINBOW εισάγουν ένα πιο funk στοιχείο, διαφοροποιούμενοι από την πιο τυπική προσέγγιση του υπόλοιπου άλμπουμ. Η ρυθμική βάση είναι πιο χαλαρή θα έλεγα, που δίνει στο κομμάτι έναν ανάλαφρο χαρακτήρα, το αποτέλεσμα δείχνει να μην έχει την ίδια αντοχή σε επαναλαμβανόμενες ακροάσεις. Η σύνθεση δεν στερείται ενδιαφέροντος, αλλά δεν διαθέτει την ίδια συνθετική ποιότητα ή τη μελωδική αμεσότητα άλλων στιγμών του δίσκου.
“Power”
Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κομμάτια του δίσκου, βασισμένο σε mid-tempo ρυθμό και σαφή συναυλιακό προσανατολισμό. Η ενορχήστρωση είναι συγκρατημένη, με τον Ritchie Blackmore να ενσωματώνει τα κιθαριστικά του μέρη στο σύνολο χωρίς να τα προβάλλει υπερβολικά. Στις live εκτελέσεις νομίζω ότι λειτουργεί πιο καλά πάντως, γιατί πρόκειται για ένα κομμάτι που πιθανότατα αποδίδει καλύτερα σε ζωντανό περιβάλλον, όπου η απλότητά και η συμμετοχή του κοινού λειτουργούν υπέρ του. Όπως και να έχει, από την πρώτη μέρα που το άκουσα, δεν μου τράβηξε ποτέ τη προσοχή, και εξακολουθεί να κάνει το ίδιο και σήμερα.
“Miss mistreated”
Μια πολύ όμορφη και δυναμική σύνθεση που αποτελεί μία από τις πιο σαφείς αναφορές στο παρελθόν του συγκροτήματος, τόσο σε επίπεδο τίτλου όσο και αισθητικής. Αντλεί στοιχεία από τη bluesy προσέγγιση που χαρακτήριζε παλαιότερες περιόδους, ενσωματώνοντάς τα όμως σε μια πιο σύγχρονη, για την εποχή, παραγωγή. Η ισορροπία ανάμεσα στο παλιό και το νέο είναι το βασικό χαρακτηριστικό του κομματιού, ενώ η δομή παραμένει σαφώς προσανατολισμένη στη μελωδία και στο ρεφρέν. Η κιθάρα διατηρεί ρόλο-κλειδί, χωρίς όμως να απομακρύνεται από το συνολικό ύφος του άλμπουμ. Στα θετικά του η ερμηνεία του Turner.
“Eyes of fire”
Η πιο δραματική και εσωστρεφής στιγμή του “Straight between the eyes”. Διαφοροποιούμενο αισθητά από τον συνολικό, πιο άμεσο και μελωδικό χαρακτήρα του άλμπουμ. Μια προσπάθεια που φέρνει στο μυαλό στιγμές όπως το “Gates of Babylon” αφού οι κλίμακες είναι ξεκάθαρα ανατολίτικές. Ένα από τα κρυφά διαμάντια της δισκογραφίας των RAINBOW. Η σύνθεση βασίζεται περισσότερο σε ατμόσφαιρα παρά σε ξεκάθαρη μελωδική κορύφωση, γεγονός που περιέργως λειτουργεί ως πλεονέκτημα και όχι ως αδυναμία. Η ερμηνεία είναι εξαιρετική, κινείται σε πιο χαμηλούς τόνους, με έμφαση στην ατμόσφαιρα και στο συναίσθημα αλλά όχι στην ένταση, ενώ η κιθαριστική παρουσία του Ritchie Blackmore είναι θεμελιώδης και πιο καθοριστική από οποιαδήποτε άλλη στιγμή του άλμπουμ. Απλά το μειονέκτημά του είναι πως βρίσκεται σε μια κυκλοφορία η οποία συνολικά έχει πολύ διαφορετικό χαρακτήρα.
“Death alley driver”
Το “Death alley driver” αποτελεί την πιο δυναμική στιγμή του δίσκου, λειτουργώντας ως βασικό σημείο αναφοράς για την κιθαριστική ταυτότητα των RAINBOW. Σε αντίθεση με την πιο συγκρατημένη προσέγγιση άλλων κομματιών, εδώ ο Ritchie Blackmore υιοθετεί έναν πιο επιθετικό ρόλο, με riff και solo που επαναφέρουν στοιχεία της παλαιότερης αισθητικής του συγκροτήματος. Η σύνθεση διατηρεί υψηλό επίπεδο ενέργειας και η ερμηνεία του Turner προσαρμόζεται πλήρως σε αυτό το πιο έντονο πλαίσιο, προσδίδοντας την απαραίτητη αίσθηση ότι μπορεί να ανεβάσει τόνους εύκολα. Συνολικά, το κομμάτι λειτουργεί ως η πιο δυναμική έκφραση του δίσκου, συνδυάζοντας τη μελωδική κατεύθυνση της εποχής με στοιχεία της παλαιότερης ταυτότητας της μπάντας. Αδερφάκι του “Spotlight kid” και ξαδέρφι του “Highway star”.
“Tearin’ οut my heart”
Αποτελεί ένα από τα πιο ρυθμικά και άμεσα κομμάτια του άλμπουμ, με σαφή προσανατολισμό στη δυναμική εκτέλεση. Μια μπαλάντα που θα δώσει ξαφνικά ένταση και θα ανεβάσει τους τόνους και μετα θα χαλαρώσει πάλι. Πολύ δυναμικό και με πολύ συναίσθημα τραγούδι! Η κιθαριστική παρουσία του Ritchie Blackmore είναι θα έλεγα πολύ λειτουργική, με ιδιαίτερες εξάρσεις, εστιάζοντας κυρίως στο συναίσθημα. Αντίστοιχα, ο Turner αποδίδει το κομμάτι με σταθερότητα, πολύ εκφραστικός και με έντονη φόρτιση. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνω στην live εκτέλεση του “Tearin’ οut my heart”, όπου του προσθέτουν ακόμα ένα ολόκληρο μέρος, που δεν υπάρχει στην στούντιο εκτέλεση, και πραγματικά το απογειώνουν, με το Blackmore να δίνει πραγματική μάχη με την κιθάρα του. Αξίζει να το ακούσετε! Μια από τις πιο ολοκληρωμένες στιγμές των RAINBOW γενικότερα!
“Bring on the night (Dream chaser)”
Εξαιρετική σύνθεση, εξαιρετικό ρεφρέν! Το “Bring on the night (Dream chaser)” ξεχωρίζει για τον πιο ατμοσφαιρικό και μελωδικό του χαρακτήρα. Σε αντίθεση με άλλα κομμάτια που βασίζονται στην άμεση δυναμική, εδώ η έμφαση δίνεται στη σταδιακή ανάπτυξη και στη συναισθηματική απόδοση. Τα φωνητικά βρίσκονται στο επίκεντρο, με μια ερμηνεία που αξιοποιεί πλήρως τη μελωδική γραμμή. Η παραγωγή ενισχύει αυτή την προσέγγιση, με το φανταστικό loop στην φωνή κατά την διάρκεια του ρεφρέν! Πρόκειται για ένα κομμάτι που εκπροσωπεί την πιο εμπορική χροιά της μπάντας και κερδίζει άμεσα τον ακροατή, αποτελώντας μία από τις πιο ουσιαστικές συνθέσεις του δίσκου. Παρόλα αυτά, νομίζω πως πρόκειται για το πιο υποτιμημένο τραγούδι στην ιστορία της μπάντας.
“Stone cold”
Το “Stone cold” αποτελεί το πιο εμπορικά προσανατολισμένο κομμάτι του άλμπουμ, λειτουργώντας ουσιαστικά ως το βασικό του single. Η δομή είναι υποδειγματική για το είδος, σαφής, με ισχυρό ρεφρέν και ξεκάθαρη μελωδική κατεύθυνση. Η ερμηνεία του Turner είναι καθοριστική, καθώς αναδεικνύει πλήρως τη δυναμική του τραγουδιού, ενώ η κιθαριστική προσέγγιση του Ritchie Blackmore παραμένει απόλυτα ελεγχόμενη, υπηρετώντας τη σύνθεση αντί να κυριαρχεί σε αυτή. Το αποτέλεσμα είναι ένα κομμάτι που ενσωματώνει όλα τα χαρακτηριστικά του AOR/hard rock της εποχής, χωρίς να χάνει τη συνοχή του μέσα στο άλμπουμ, ένα πραγματικό διαμάντι της συνθετικής διάνοιας του Ritchie Blackmore. Από τα πιο όμορφα τραγούδια που έχουν στο ρεπερτόριο τους, το οποίο όμως κατακρίθηκε πολύ όταν κυκλοφόρησε. Αλλά με τέτοια ποιότητα, μελωδία και ατμόσφαιρα, σήμερα νομίζω ότι έχει πια πάρει την θέση του στην δισκογραφία της μπάντας, και αυτή είναι πολύ ψηλά.
Το “Straight between the eyes” δεν είναι άλμπουμ που μπορεί να αξιολογηθεί αποκομμένο από το χρονικό και μουσικό πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκε. Σε μια περίοδο όπου το hard rock προσαρμόζεται σε νέα μέσα προβολής και σε διαφορετικές εμπορικές απαιτήσεις, οι RAINBOW επιλέγουν συνειδητά να κινηθούν προς μια πιο άμεση και προσβάσιμη μορφή έκφρασης. Αυτό αντικατοπτρίζεται σε πολλαπλά επίπεδα. Πρώτον, στη δομή των τραγουδιών. Δεύτερον, στην παραγωγή του Roger Glover, ο ήχος είναι καθαρός, ισορροπημένος και προσανατολισμένος στη μεγιστοποίηση της ευκρίνειας. Τρίτον, στη διάρκεια των τραγουδιών και ροή του άλμπουμ, που αποφεύγει τις υπερβολές και διατηρεί μια σταθερή δυναμική. Σε επίπεδο δισκογραφίας, το “Straight between the eyes” δεν αποτελεί κορυφή αλλά ούτε και σημείο καμπής αντίστοιχο με προηγούμενες κυκλοφορίες των RAINBOW. Ωστόσο, λειτουργεί ως ένα αντιπροσωπευτικό και καλοδομημένο δείγμα της πιο εμπορικής περιόδου τους, με σαφή στόχευση και συνεπή εκτέλεση.
Η παρουσία του Ritchie Blackmore εξακολουθεί να είναι καθοριστική, όχι όμως με τον τρόπο που χαρακτήριζε τις προηγούμενες φάσεις του συγκροτήματος, ούτε είναι χαοτική με επιμονή στα ατελείωτα σόλο. Οι παρεμβάσεις του είναι πιο επιλεκτικές, πιο εγκεφαλικές και λειτουργούν ως σημεία αναφοράς που χαρακτηρίζουν όμως το άλμπουμ. Ο Turner, από την πλευρά του, καλύπτει πλήρως τις απαιτήσεις που προέρχονται από την πορεία της μουσικής που επιλέγει ο Blackmore, η σταθερότητα και η καθαρότητα της φωνής του ενισχύουν τη συνοχή, και συμβάλλουν στην εμπορική του προσβασιμότητα, χωρίς να το καθιστούν ρηχό ή απρόσωπο.
Εν τέλει, η αξία του δίσκου έγκειται στην ικανότητά του να αποτυπώνει με ακρίβεια μια συγκεκριμένη φάση της μπάντας και της ευρύτερης σκηνής τα χρόνια που κυκλοφόρησε. Αν το δείτε από αυτή την οπτική πλευρά, πρόκειται για μια δουλειά που παραμένει λειτουργική, συνεκτική και ουσιαστική. Παρόλα αυτά το απόλυτο δείγμα της πιο εμπορικής μορφής των RAINBOW θα έρθει ένα χρόνο αργότερα και θα ονομάζεται “Bent out of shape”, ένα άλμπουμ state of art!
This mode enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode
Improves website's visuals
This mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode
Helps to focus on specific content
This mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode
Reduces distractions and improve focus
This mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode
Allows using the site with your screen-reader
This mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Online Dictionary
Readable Experience
Content Scaling
Default
Text Magnifier
Readable Font
Dyslexia Friendly
Highlight Titles
Highlight Links
Font Sizing
Default
Line Height
Default
Letter Spacing
Default
Left Aligned
Center Aligned
Right Aligned
Visually Pleasing Experience
Dark Contrast
Light Contrast
Monochrome
High Contrast
High Saturation
Low Saturation
Adjust Text Colors
Adjust Title Colors
Adjust Background Colors
Easy Orientation
Mute Sounds
Hide Images
Hide Emoji
Reading Guide
Stop Animations
Reading Mask
Highlight Hover
Highlight Focus
Big Dark Cursor
Big Light Cursor
Cognitive Reading
Virtual Keyboard
Navigation Keys
Voice Navigation
Accessibility Statement
rockhard.gr
April 25, 2026
Compliance status
We firmly believe that the internet should be available and accessible to anyone, and are committed to providing a website that is accessible to the widest possible audience,
regardless of circumstance and ability.
To fulfill this, we aim to adhere as strictly as possible to the World Wide Web Consortium’s (W3C) Web Content Accessibility Guidelines 2.1 (WCAG 2.1) at the AA level.
These guidelines explain how to make web content accessible to people with a wide array of disabilities. Complying with those guidelines helps us ensure that the website is accessible
to all people: blind people, people with motor impairments, visual impairment, cognitive disabilities, and more.
This website utilizes various technologies that are meant to make it as accessible as possible at all times. We utilize an accessibility interface that allows persons with specific
disabilities to adjust the website’s UI (user interface) and design it to their personal needs.
Additionally, the website utilizes an AI-based application that runs in the background and optimizes its accessibility level constantly. This application remediates the website’s HTML,
adapts Its functionality and behavior for screen-readers used by the blind users, and for keyboard functions used by individuals with motor impairments.
If you’ve found a malfunction or have ideas for improvement, we’ll be happy to hear from you. You can reach out to the website’s operators by using the following email
Screen-reader and keyboard navigation
Our website implements the ARIA attributes (Accessible Rich Internet Applications) technique, alongside various different behavioral changes, to ensure blind users visiting with
screen-readers are able to read, comprehend, and enjoy the website’s functions. As soon as a user with a screen-reader enters your site, they immediately receive
a prompt to enter the Screen-Reader Profile so they can browse and operate your site effectively. Here’s how our website covers some of the most important screen-reader requirements,
alongside console screenshots of code examples:
Screen-reader optimization: we run a background process that learns the website’s components from top to bottom, to ensure ongoing compliance even when updating the website.
In this process, we provide screen-readers with meaningful data using the ARIA set of attributes. For example, we provide accurate form labels;
descriptions for actionable icons (social media icons, search icons, cart icons, etc.); validation guidance for form inputs; element roles such as buttons, menus, modal dialogues (popups),
and others. Additionally, the background process scans all the website’s images and provides an accurate and meaningful image-object-recognition-based description as an ALT (alternate text) tag
for images that are not described. It will also extract texts that are embedded within the image, using an OCR (optical character recognition) technology.
To turn on screen-reader adjustments at any time, users need only to press the Alt+1 keyboard combination. Screen-reader users also get automatic announcements to turn the Screen-reader mode on
as soon as they enter the website.
These adjustments are compatible with all popular screen readers, including JAWS and NVDA.
Keyboard navigation optimization: The background process also adjusts the website’s HTML, and adds various behaviors using JavaScript code to make the website operable by the keyboard. This includes the ability to navigate the website using the Tab and Shift+Tab keys, operate dropdowns with the arrow keys, close them with Esc, trigger buttons and links using the Enter key, navigate between radio and checkbox elements using the arrow keys, and fill them in with the Spacebar or Enter key.Additionally, keyboard users will find quick-navigation and content-skip menus, available at any time by clicking Alt+1, or as the first elements of the site while navigating with the keyboard. The background process also handles triggered popups by moving the keyboard focus towards them as soon as they appear, and not allow the focus drift outside it.
Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Disability profiles supported in our website
Epilepsy Safe Mode: this profile enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode: this mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode: this mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode: this mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode: this mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Keyboard Navigation Profile (Motor-Impaired): this profile enables motor-impaired persons to operate the website using the keyboard Tab, Shift+Tab, and the Enter keys. Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Additional UI, design, and readability adjustments
Font adjustments – users, can increase and decrease its size, change its family (type), adjust the spacing, alignment, line height, and more.
Color adjustments – users can select various color contrast profiles such as light, dark, inverted, and monochrome. Additionally, users can swap color schemes of titles, texts, and backgrounds, with over seven different coloring options.
Animations – person with epilepsy can stop all running animations with the click of a button. Animations controlled by the interface include videos, GIFs, and CSS flashing transitions.
Content highlighting – users can choose to emphasize important elements such as links and titles. They can also choose to highlight focused or hovered elements only.
Audio muting – users with hearing devices may experience headaches or other issues due to automatic audio playing. This option lets users mute the entire website instantly.
Cognitive disorders – we utilize a search engine that is linked to Wikipedia and Wiktionary, allowing people with cognitive disorders to decipher meanings of phrases, initials, slang, and others.
Additional functions – we provide users the option to change cursor color and size, use a printing mode, enable a virtual keyboard, and many other functions.
Browser and assistive technology compatibility
We aim to support the widest array of browsers and assistive technologies as possible, so our users can choose the best fitting tools for them, with as few limitations as possible. Therefore, we have worked very hard to be able to support all major systems that comprise over 95% of the user market share including Google Chrome, Mozilla Firefox, Apple Safari, Opera and Microsoft Edge, JAWS and NVDA (screen readers).
Notes, comments, and feedback
Despite our very best efforts to allow anybody to adjust the website to their needs. There may still be pages or sections that are not fully accessible, are in the process of becoming accessible, or are lacking an adequate technological solution to make them accessible. Still, we are continually improving our accessibility, adding, updating and improving its options and features, and developing and adopting new technologies. All this is meant to reach the optimal level of accessibility, following technological advancements. For any assistance, please reach out to