ΟΝΟΜΑΑΛΜΠΟΥΜ – “Joe Satriani” – JOE SATRIANI ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 1995 ΕΤΑΙΡΙΑ – Relativity ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – Glyn Johns ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Joe Satriani – κιθάρες, φωνητικά
Manu Katche, Jeff Campitelli, Gregg Bissonette – τύμπανα
Matt Bissonette – μπάσο
Το 1995, με άλλα πέντε ρηξικέλευθα και ιστορικά άλμπουμ στη φαρέτρα του, ο JOE SATRIANI μπήκε στο στούντιο για να ηχογραφήσει το έκτο άλμπουμ του. Εκείνη την εποχή, είχε ακόμα μαλλιά και κάποιους μουσικούς με τους οποίους έγραψε ιστορία στα δέκα πρώτα χρόνια της καριέρας του: τον για πολλά χρόνια συνοδοιπόρο του στα τύμπανα Jeff Campitelli αλλά και τον ντράμερ θρύλο εκ Γαλλίας Manu Katche (STING, PETER GABRIEL) και τα αδέρφια Bissonette, τον Gregg στα τύμπανα και Matt στο μπάσο. Μαζί τους, συνέθεσε και έγραψε τον πιο υπόκωφο, bluesy δίσκο στον οποίο ο Satch έδωσε έμφαση στον ρυθμό και στις (φαινομενικά) απλές μελωδίες, αφήνοντας πίσω τις βιρτουοζιτέ εξάρσεις των προηγούμενων δίσκων.
Βλέπετε, η επανάσταση είχε ήδη γίνει, ο Satriani είχε πάρει τα σκήπτρα από τον Eddie Van Halen και έφερε τα πάνω-κάτω με το “Surfing with the alien” και μας αποτελείωσε με το “Flying in blue dream”. Επομένως, τι πιο φυσικό από το να γυρίσει στις ρίζες του και στο στυλ και είδος που τον ανέθρεψε, δηλαδή τα μπλουζ. Και επειδή ο δίσκος αυτός ήταν όντως προσωπικός και αντιπροσωπευτικός της ψυχής του δημιουργού του, τον ονόμασε “Joe Satriani”.
Ήδη από το εξώφυλλο έβλεπε κανείς πως η διάθεση εδώ είναι πιο πεσμένη καθώς το βαθύ κόκκινο αναμειγνύεται με το μαύρο και η μορφή του Satriani έχει πεσμένο το κεφάλι. Από τις πρώτες νότες του “Cool#9” που ανοίγει το δίσκο, βρισκόμαστε προ εκπλήξεως καθώς τα πολλά γκάζια, τα τρικ με το whammy bar και οι παραμορφώσεις απουσιάζουν και πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η μία κιθάρα σε μία μόνο συχνότητα. Αυτό όμως που ξεχωρίζει είναι η γκρούβα, ένας ρυθμός κολλητικός και μια ατμόσφαιρα που, όπως λέει και ο τίτλος του κομματιού, είναι πέρα για πέρα cool. Και στο πλαίσιο αυτό δίνεται ο απαραίτητος χώρος για να λάμψει η υπόλοιπη μπάντα καθώς όντως το ρυθμικό σκέλος είναι μπροστά στην παραγωγή και οι τρεις ντράμερ εδώ δίνουν ρέστα. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο groovy, αισθαντικό και μελωδικό αλλά και εκρηκτικό καθώς τα μπλουζ δίνουν τη θέση τους και σε ένα πιο fusion στυλ σε κομμάτια όπως “S.M.F” και “Luminous flesh giants”.
Τριάντα χρόνια πιο μετά, σκέφτομαι πόσο ωραία θα ήταν αν ο μαιτρ έκανε άλλη μια απόπειρα να γράψει έναν τέτοιο πιο λιτό δίσκο, πίσω στις ρίζες του, δηλαδή τον Jimi Hendrix, Scott Henderson, Muddy Waters καλλιτέχνες στους οποίους ο ίδιος έχει ομολογήσει πως χρωστάει τα πάντα. Ακούστε δηλαδή το “Slow down blues” από το “Joe Satriani” και πείτε μου πως εδώ παίζει ο Joe και όχι ο Muddy Waters ή άλλος blues θρύλος από το Δέλτα του Μισισιπή. Μετά την κυκλοφορία του δίσκου, ακολούθησε η πρώτη περιοδεία με το θρυλικό G3 σχήμα, με τον Steve Vai και Eric Johnson στο οποίο άνοιγε ο Satriani με μια μαγική εκτέλεση του “Cool#9” αλλά από τότε, νομίζω πως ο Satriani αποφάσισε να βάλει τον δίσκο στο ράφι και τον ξέχασε, πράγμα θλιβερό για οπαδούς του κιθαρίστα.
Did you know that:
Ο δίσκος ανήλθε στη θέση 51 του αμερικάνικου top 200 billboard.
Ήταν και ο τελευταίος για την Relativity.
Στην παραγωγή βρίσκουμε τον Glyn Johns που είχε δουλέψει πρωτύτερα με ονόματα όπως THE ROLLING STONES, LED ZEPPELIN και THE WHO.
ΟΝΟΜΑΑΛΜΠΟΥΜ – “Hot streak” – THE WINERY DOGS ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 2015 ΕΤΑΙΡΙΑ – Three Dog Music ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – THE WINERY DOGS ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Ritchie Kotzen – κιθάρα, φωνητικά
Billy Sheehan – μπάσο
Mike Portnoy – τύμπανα
Ο Mike Portnoy, όπως οι περισσότεροι γνωρίζετε, υπήρξε ανέκαθεν ένας οπαδός της μουσικής. Το παίξιμό του και το πάθος του για την μουσική προέρχονται από την αγάπη του για μπάντες και καλλιτέχνες που καλύπτουν όλο το φάσμα της ροκ και heavy metal μουσικής και όχι μόνο το progressive. Έτσι, όταν έφυγε από τους DREAM THEATER το 2010, έχοντας το μικρόβιο και όντας ιδιαίτερα «άρρωστος», δημιούργησε ένα σωρό άλλα γκρουπ ένα εκ των οποίων και οι WINERY DOGS. Μαζί του ο βιρτουόζος μπασίστας Billy Sheehan και ο κιθαρίστας και τραγουδιστής Ritchie Kotzen που φημίζεται για το τεχνικό bluesy στυλ του αλλά και επειδή η φωνή του είναι ίσως η πιο πλησιέστερη σε κείνη του Chris Cornell.
Μέσω αυτού του τρίο, το οποίο πολλοί αποκαλούν, για ευνόητους λόγους, super group, ο Portnoy κατάφερε να διοχετεύσει την αγάπη του για το πιο κλασσικότροπο ροκ στα χνάρια των μεγάλων γκρουπ των 70s και των VAN HALEN αφού απ’ τη μία ο Portnoy είναι θαυμαστής του Alex Van Halen και ο Billy Sheehan έπαιζε για ένα διάστημα στο γκρουπ του David Lee Roth και φυσικά στους MR BIG που βγήκαν από τη μήτρα των VAN HALEN. Εδώ που τα λέμε, και ο Kotzen αφιέρωσε τρία χρόνια, από το 1999 μέχρι το 2002, στους MR BIG. Έτσι, για περίπου δέκα χρόνια, είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τον Portnoy σ’ ένα πλαίσιο μακριά από το progressive όπως συνέβη και με τους AVENGED SEVENFOLD και TWISTED SISTER.
Ύστερα από την επιτυχία του ομώνυμου ντεμπούτου, υπήρχε η ανησυχία πως με το δεύτερο τους άλμπουμ το τρίο θα έπεφτε στην παγίδα που αγγλιστί αποκαλούμε “the sophomore slump” ότι δηλαδή δεν θα καταφέρουν να διατηρήσουν τον πήχη αρκετά ψηλά. Το πρώτο single με τον τίτλο “Oblivion”, κομμάτι που είχε γραφτεί στις πρώτες συνεδρίες του τρίο, έκανε ένα γερό μπαμ και το “Hot streak” (που μεταφράζεται σε «έχω ρέντα») κυκλοφόρησε σαν σήμερα πριν από δέκα χρόνια.
Κρίνοντας από την ιδιαίτερα θερμή ανταπόκριση του κοινού, οι WINERY DOGS είχαν ένα μεγάλο εμπορικό εκτόπισμα αφού το “Hot streak” ανέβηκε ψηλά στα charts του US Billboard. Και πώς να μην κάνει επιτυχία και μάλιστα όχι μόνο στην Αμερική αλλά και στην Ιαπωνία όπου γκρουπ όπως οι MR BIG χαίρουν τρομερής εκτίμησης. Με τον Billy Sheehan και όλη την προϋπηρεσία του στο hard rock που πρέσβευαν οι WINERY DOGS αλλά και με τον Kotzen, έναν μοναδικό κιθαρίστα με μια μοναδικά ζεστή soulful φωνή που χάραξε το δικό του μονοπάτι πάνω στον Eddie Van Halen, το συγκρότημα αυτό μόνο καλό θα μπορούσε να κάνει. Μιλάω στο αόριστο χρόνο διότι, ύστερα από την επιστροφή του Portnoy στους DREAM THEATER, δεν είναι σίγουρο πως θα διατηρηθεί το τρίο των WINERY DOGS μιας και δεν ξέρουμε ποιο θα είναι το ένα project με το οποίο θα συνεχίσει.
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The tankard” – TANKARD ΕΤΟΣΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995 ΕΤΑΙΡΙΑ: Noise Records ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Harris Johns ΣΥΝΘΕΣΗ:
Andreas “Gerre” Geremia – Φωνητικά
Frank Thorwarth – Μπάσο
Andy Boulgaropoulos – Κιθάρες
Olaf Zissel – Τύμπανα
Για μια ακόμη φορά μου έλαχε ο κλήρος να καταπιαστώ με ένα άλμπουμ που, παραδοσιακά, με οδηγεί να ανοίξω μια παγωμένη μπύρα… ή μήπως όχι; Old habits die hard που λένε και στο χωριό μου, οπότε, θα ενδώσω για μια ακόμη φορά στην πέψη του ζύθου! Το έβδομο άλμπουμ των αγαπημένων αλκοολικών thrashers TANKARD, έμελλε να είναι ένα απόλυτα κομβικό άλμπουμ στην καριέρα των Γερμανών, από πολλές απόψεις. Με τίτλο το όνομα τους, ο δίσκος παρουσιάζει τους TANKARD για πρώτη φορά στην καριέρα τους ως τετράδα και με έναν πλέον κιθαρίστα, κάτι που θα συνέχιζαν εφεξής μέχρι και σήμερα. Αφορμή, η αποχώρηση του, ενός εκ των ιδρυτικών μελών της μπάντας, κιθαρίστα Axel Katzmann που η αρθρίτιδα που αντίμετώπιζε τον εμπόδισε να συνεχίσει. Από την άλλη, είχαμε αλλαγή και πίσω από τα τύμπανα, καθώς ο Arnulf Tunn που βρισκόταν στη μπάντα από το 1989 αντικαταστάθηκε από τον Olaf Zissel , πρώην ντράμερ μιας death/thrash μπάντας ονόματι AUTOPSIA με την οποία πρόλαβε και ηχογράφησε ένα demo το 1989.
Το “The tankard” αρχικά ξεγελάει, καθώς από τον τίτλο και το εξώφυλλο θα περίμενε κανείς ότι το άλμπουμ αποτελεί μια ωδή στην μπυροποσία. Και όμως το “The tankard” αποτελεί έκπληξη, τόσο στιχουργικά, όσο και μουσικά. Μιλάμε ίσως για το πιο σοβαρό και ώριμο άλμπουμ των TANKARD μέχρι εκείνη τη στιγμή. Στιχουργικά η μπάντα παρουσιάζεται περισσότερο ευαισθητοποιημένη σε κοινωνικά ζητήματα, ενώ μουσικά εννοείται ότι το old school thrash που αγαπήσαμε κυριαρχεί, όμως ηχητικά ακούγεται πιο ραφιναρισμένο, θυμίζοντας αρκετά τους RAGE, κάτι που, προσωπικά δεν με χαλάει καθόλου!
Προφανώς και εδώ έχουμε πολύ δυνατά κομμάτια, όπως το, παραδοσιακά φοβερό εναρκτήριο, “Grave new world”, με to riff ξυράφι, σήμα κατατεθέν των Γερμανών,τα πολύ αγαπημένα μου “Close encounter” και το ξεχωριστό western “Mess in the west” με φυσαρμόνικα και μπάντζο (!) , ενώ φυσικά το απόλυτο highlight είναι το διαβόητο “Fuck Christmas” όπου οι TANKARD τα κάνουν όλα ίσιωμα! Προσωπικά ακούω όλον τον δίσκο με μεγάλη ευχαρίστηση, αν και δεν είναι όλα τα κομμάτια το ίδιο καλά, εκτιμώ μάλιστα ότι το δεύτερο μισό του είναι ελαφρώς κατώτερο του πρώτου και ίσως αυτό να δημιούργησε και διαφωνίες ανάμεσα στους οπαδούς. Από την άλλη, η απουσία της δεύτερης κιθάρας δεν γίνεται αισθητή, καθώς τα riffs είναι τόσο αιχμηρά όσο πρέπει ενώ και η παραγωγή του Harris Johns είναι ογκώδης και στιβαρή.
Προφανώς και το “The tankard” δεν είναι για όλους, και για του λόγου το αληθές προκάλεσε ανάμικτα συναισθήματα στους οπαδούς όταν κυκλοφόρησε, δημιουργώντας την αίσθηση ενός love or hate άλμπουμ και έχω την εντύπωση ότι δεν εκτιμήθηκε όσο θα έπρεπε τότε. Παρ’όλα αυτά, δεν παύει να είναι το άλμπουμ που έδειξε ότι οι TANKARD είχαν πολύ περισσότερα να πουν πέρα από αλκοόλ και χαβαλέ ενώ και τεχνικά, παρουσίασαν μα αξιοθαύμαστη βελτίωση. Με λίγα λόγια το “The tankard” είναι ίσως το πιο κομβικό άλμπουμ τους, καθώς αυτή η μεταστροφή σε πιο σοβαρές καταστάσεις παρέμεινε μέχρι και σήμερα, αν και εννοείται ότι το αλκοόλ επανήλθε και αυτό δυναμικά στο προσκήνιο! Λογικό, άλλωστε, για τους TANKARD μιλάμε!
Did you know that:
– Πρώτο άλμπουμ, όπως αναφέραμε, με τον Olaf Zissel που παραμένει στη μπάντα μέχρι και σήμερα, αλλά και τελευταίο με την Noise Records.
– Για την προώθηση του δίσκου γυρίστηκε video clip για το κομμάτι “Minds on the moon”.
– Αν κάποιους ξένισε λίγο η απότομη σοβαρότητα των TANKARD, αξίζει να θυμίσουμε ότι παράλληλα εκείνη την εποχή η μπάντα έτρεχε ένα side project, τους TANKWART, όπου εκεί κατέφευγαν για τις… αλκοολικές τους ανησυχίες! Μάλιστα οι επανεκδόσεις του άλμπουμ περιέχουν σαν bonus το CD των TANKWART, “Aufgetankt”.
ΟΝΟΜΑΑΛΜΠΟΥΜ: “The X Factor” – IRON MAIDEN ΕΤΟΣΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995 ΕΤΑΙΡΙΑ: EMI Records ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Steve Harris, Nigel Green ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Blaze Bayley – Φωνητικά
Dave Murray – Κιθάρες
Janick Gers – Κιθάρες
Steve Harris – Μπάσο
Nicko McBrain – Τύμπανα
Το 1995 οι IRON MAIDEN βρέθηκαν σε ένα από τα πιο κρίσιμα σταυροδρόμια της καριέρας τους. Μετά από μια δεκαετία θριάμβων και τη χρυσή περίοδο των 80s, η μπάντα έπρεπε να διαχειριστεί την αποχώρηση του Bruce Dickinson, του τραγουδιστή που με τη φωνή και την παρουσία του είχε καθορίσει τον ήχο και την εικόνα του συγκροτήματος. Ο Dickinson είχε αποχωρήσει το 1993 για να ακολουθήσει σόλο καριέρα, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο κενό. Η αντικατάστασή του ήταν ένα ριψοκίνδυνο βήμα, καθώς το κοινό είχε ταυτίσει σχεδόν απόλυτα τη φωνή του με τους MAIDEN. Η επιλογή του Blaze Bayley, πρώην frontman των WOLFSBANE, αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη. Ο Bayley είχε πολύ διαφορετικό φωνητικό ύφος. Πιο βαρύ, πιο σκοτεινό και με περιορισμένη έκταση σε σχέση με τον προκάτοχό του. Έτσι, το “The X Factor” έγινε το πρώτο άλμπουμ των IRON MAIDEN χωρίς τον Dickinson μετά από μια μακρά εποχή επιτυχιών, σηματοδοτώντας μια ριζική αλλαγή.
Το ύφος του άλμπουμ αντικατοπτρίζει αυτή την αλλαγή. Οι συνθέσεις έχουν πιο σκοτεινή και μελαγχολική διάθεση, απομακρυσμένες από τα επικά και συχνά αισιόδοξα στοιχεία των προηγούμενων δίσκων. Τραγούδια όπως το “Sign of the Cross” και το “The edge of darkness” αποπνέουν μια βαριά, σχεδόν απελπισμένη ατμόσφαιρα, που ταιριάζει με το ηχόχρωμα του Bayley αλλά ξενίζει τους οπαδούς που είχαν συνηθίσει τη δυναμική και μελωδική ερμηνεία του Dickinson. Η παραγωγή του άλμπουμ, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο είχε ο Steve Harris, ο ηγέτης και μπασίστας της μπάντας, τονίζει αυτή την πιο σκοτεινή κατεύθυνση. Ο Harris βρισκόταν και σε προσωπική κρίση εκείνη την περίοδο, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες στην προσωπική του ζωή, κάτι που αντικατοπτρίζεται στον βαρύ και καταθλιπτικό τόνο του άλμπουμ. Η έμφαση στις αργές, ατμοσφαιρικές εισαγωγές και οι εκτενείς συνθέσεις φανερώνουν τη διάθεση της μπάντας να εξερευνήσει ένα πιο δραματικό, σχεδόν κινηματογραφικό στυλ.
Η υποδοχή που έλαβε το “The X Factor” υπήρξε αμφιλεγόμενη. Παρότι το άλμπουμ είχε φιλόδοξες στιγμές και ορισμένα κομμάτια που θεωρούνται πλέον κρυφά διαμάντια της δισκογραφίας των MAIDEN, το κοινό και οι κριτικοί δεν το αγκάλιασαν θερμά. Πολλοί οπαδοί δυσκολεύτηκαν να δεχτούν τον Blaze Bayley στη θέση του Dickinson, θεωρώντας ότι η φωνή του δεν ταίριαζε με το ύφος της μπάντας. Οι πωλήσεις, σε σύγκριση με τις προηγούμενες κυκλοφορίες, ήταν απογοητευτικές, ειδικά σε αγορές όπου οι MAIDEN είχαν κυριαρχήσει στη δεκαετία του ‘80. Οι συναυλίες της εποχής έλαβαν επίσης ανάμεικτες αντιδράσεις, με αρκετούς να εκφράζουν ανοιχτά τη νοσταλγία τους για την προηγούμενη εποχή. Ωστόσο, υπήρξαν και φανατικοί ακροατές που εκτίμησαν τον πιο σκοτεινό χαρακτήρα του άλμπουμ και βρήκαν στο “The X Factor” μια διαφορετική αλλά αξιόλογη εκδοχή των IRON MAIDEN.
Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα στοιχεία του δίσκου ήταν το εξώφυλλο. Δημιουργημένο από τον καλλιτέχνη Hugh Syme, ο οποίος έχει συνεργαστεί με πολλά γνωστά συγκροτήματα, το εξώφυλλο απεικονίζει τον Eddie να υποβάλλεται σε μια ζοφερή ιατρική επέμβαση ή λοβοτομή, με έντονα βίαιη και αποκρουστική αισθητική. Πολλοί θαυμαστές το χαρακτήρισαν ως το πιο άσχημο εξώφυλλο της καριέρας των MAIDEN (μετά βέβαια ήρθε το “Dance of Death” και το “The final frontier”, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία), όχι επειδή έλειπε η δύναμη ή η πρωτοτυπία, αλλά επειδή έτεινε προς το σοκ και το μακάβριο χωρίς την καλλιτεχνική φινέτσα που είχαν τα προηγούμενα εξώφυλλα του Derek Riggs. Αυτό συνέβαλε στο γενικότερο αίσθημα αποξένωσης που βίωσε μέρος του κοινού απέναντι στον δίσκο.
Η παραγωγή, όπως αναφέρθηκε, ήταν σε μεγάλο βαθμό έργο του Steve Harris, ο οποίος ανέλαβε να οδηγήσει τη μπάντα μέσα από αυτήν την κρίσιμη περίοδο. Ο Harris, εκτός από μπασίστας και βασικός συνθέτης, ανέλαβε τον ρόλο του συμπαραγωγού, κάτι που έδωσε στο άλμπουμ έντονα προσωπικό χαρακτήρα. Ο ήχος είναι «πνιγηρός» και βαρύς, με πολλές στιγμές που μοιάζουν να αντικατοπτρίζουν την ψυχολογική του κατάσταση εκείνη την εποχή. Για κάποιους, αυτή η προσέγγιση ενίσχυσε την αυθεντικότητα του άλμπουμ, καθιστώντας το μια από τις πιο προσωπικές δουλειές της μπάντας. Για άλλους, όμως, η έλλειψη εξωτερικού παραγωγού και η υπερβολική κυριαρχία του Harris οδήγησε σε έναν ήχο λιγότερο ισορροπημένο και πιο δυσπρόσιτο.
Σήμερα, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του, το “The X Factor” παραμένει ένα από τα πιο διχαστικά άλμπουμ στην ιστορία των IRON MAIDEN. Για πολλούς αντιπροσωπεύει μια περίοδο αδυναμίας και πειραματισμού που δεν μπόρεσε να συγκριθεί με την αίγλη του παρελθόντος. Για άλλους, όμως, αποτελεί μια τολμηρή προσπάθεια να ανανεώσουν τον ήχο τους μέσα από τις δυσκολίες και να εκφράσουν σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης εμπειρίας. Παρά την εμπορική του αποτυχία σε σχέση με τα standards των MAIDEN, το άλμπουμ έχει κερδίσει με τα χρόνια μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά ορισμένων οπαδών, ως μια ειλικρινής και βαριά καλλιτεχνική δήλωση. Είναι η απόδειξη ότι ακόμη και οι μεγαλύτερες μπάντες περνούν κρίσεις ταυτότητας, και ότι μερικές φορές αυτές οι στιγμές γεννούν έργα που, αν και αμφιλεγόμενα, έχουν μια ακατέργαστη δύναμη που αξίζει να ξανασυζητιέται.
Δεν είχα ιδέα περί του τι έκαναν όλα αυτά τα έξι χρόνια οι YEAR OF THE GOAT. Υπέθεσα μάλιστα πως διαλύθηκαν. Όταν λοιπόν ήρθε στα χέρια μου το promo από το καινούργιο τους άλμπουμ, ξαφνιάστηκα θετικά και χάρηκα! Αφενός διότι με δίσκους σαν το “Angels Necropolis” (2012), το “The Unspeakable” (2015) και το “Novis Orbis Terrarum Ordinis” (2019) με έχουν κερδίσει ως ακροατή, αλλά κι αυτό να μην είχε συμβεί, πάντα πρέπει να υπάρχει χώρος για αξιόλογα συγκροτήματα στο rock και στο metal πέραν από κάθε γούστο και οι YEAR OF THE GOAT, αντικειμενικά, είναι ένα από αυτά.
Το “Trivia goddess” είναι ένα concept άλμπουμ, με βάση τα γεγονότα της περιόδου του “Det stora oväsendet” (“the Great Noise”, «ο Μεγάλος Θόρυβος»), δηλαδή ενός εκτεταμένου κυνηγιού μαγισσών, μεταξύ 1668 και 1676, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Καρόλου 11ου. Η δίωξη εκείνη ήταν μεγαλύτερη από κάθε άλλη στο παρελθόν, έλαβε χώρα στα βόρεια της χώρας και συγκεκριμένα στην επαρχία Bohuslän, οδηγώντας στον θάνατο 280 γυναικών. Ως ένα occult rock σχήμα, οι YEAR OF THE GOAT βρίσκονται «στο στοιχείο τους». Προσεγγίζουν το ζήτημα από τη δική τους πλευρά, διατηρούν το ιστορικό του πλαίσιο, επεκτείνουν τις αναφορές τους και προς σε άλλες πτυχές ανάλογων θεμάτων (όπως πχ τον εξορκισμό της Anneliese Michel – η έμπνευση για την ταινία με την Emily Rose) και δίνουν πολύ «χώρο» σε λαογραφικά και ποιητικά στοιχεία.
Ορμώμενοι από τους σκοτεινούς rock ήχους των 60s και 70s, οι YEAR OF THE GOAT τιμούν το παρελθόν του occult rock και χειροκροτούν το παρόν του. Κοιτώντας «πίσω» τους, οι YEAR OF THE GOAT βρίσκουν και πάλι έμπνευση σε συγκροτήματα όπως οι BLACK SABBATH, ATOMIC ROOSTER, BLUE OYSTER CULT, IRON BUTTERFLY, 13TH FLOOR ELEVATORS και DEMON (της δεύτερης περιόδου, όταν απέκτησαν ακόμη πιο έντονη μελωδικότητα), ενώ κοιτώντας «δίπλα» τους, αντλούν έμπνευση από τους αδικοχαμένους THE DEVIL’S BLOOD, τους GHOST, τους WITCHCRAFT… Η ψυχεδέλεια είναι όπως πάντα διακριτικά παρούσα, ενώ τα δεύτερα και τρίτα φωνητικά εξακολουθούν να αποτελούν σήμα κατατεθέν. Θα μπορούσα να πω ότι, αν η Hammer Horror δραστηριοποιείτο ξανά και γύριζε έργα στο ύφος και στο κλίμα των κλασσικών της ταινιών, μπάντες σαν τους YEAR OF THE GOAT θα ταίριαζαν πολύ στο soundtrack κάποιας ταινίας της.
Από μεμονωμένα κομμάτια, χωρίς αυτό να σημαίνει πως τα υπόλοιπα υστερούν δραματικά, μου άρεσαν ιδιαίτερα το “The power of Eve”, το “Trivia goddess” με το εντελώς RAINBOW solo, το “Alucarda” που στοχεύει να γίνει το επόμενό τους hit και το “The king of damnation” που ακούγεται σαν AVATARIUM ή σαν αργή σύνθεση των FIREBIRD και SPIRITUAL BEGGARS. Τί δε μου άρεσε; Πρώτον, σε κάποιες συνθέσεις, υπάρχουν gothic rock στοιχεία, λες και εισχώρησαν στο studio οι 69 EYES. Ωραίοι είναι οι 69 EYES, αλλά μόνοι τους, όχι σε συνεργασία με το occult rock. Για παράδειγμα, το “Kiss of a serpent” θα ήταν από τα καλύτερα τραγούδια του δίσκου, αν δεν γινόταν gothic rock στο τελευταίο δίλεπτο. Δεύτερον, τα δύο μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια του δίσκου, “Mét Agwe” και “The witch of the woods”, είναι μεγαλύτερα σε διάρκεια από όσο χρειαζόταν, με συνέπεια να χάνουν σε ευθύτητα και αμεσότητα. Έτσι όμως τα οραματίστηκε ο συνθέτης, έτσι τα έγραψε. Δικαίωμά του, όπως πάντα.
Το τελικό συμπέρασμα πάντως, μετά από πλείστες ακροάσεις, είναι πως η επιστροφή των YEAR OF THE GOAT χαρακτηρίζεται τουλάχιστον «επιτυχημένη». Το σερί των πολύ καλών δίσκων δε χαλάει, το συγκρότημα δείχνει να πατά γερά στα πόδια του και αυτό που θέλουμε να μας δώσει, μας το δίνει απλόχερα. Τώρα, οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια, είναι ακριβώς αυτό: Λεπτομέρεια.
Ο Chris Harms είναι αναμφισβήτητα ένας μουσικός που δεν μπορεί να κάτσει στα αυγά του. Δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει μια χρονιά που δεν θα μας δώσει το κατιτίς, είτε αυτό είναι κάποιο studio άλμπουμ, είτε κάποιο live άλμπουμ, είτε κάποιο project. Κατά ένα μεγάλο ποσοστό κάνει εξαργύρωση της αναγνώρισης που έλαβε και με τη μακροσκελή, παγκόσμια περιοδεία με τους IRON MAIDEN, αλλά και με το εξαιρετικό “Blood & glitter” που σχεδόν όλο το tracklist του κυκλοφόρησε σε επιτυχημένα (video) singles.
Το 2025 είναι η χρονιά του Harms. Ξεκίνησε με το solo “1980”, όπου δοκίμασε τον εαυτό του σε ΕΒΜ/electropop μονοπάτια (με μέτρια αποτελέσματα είναι η αλήθεια) και τώρα έρχεται το πρώτο μέρος της τριλογίας “OPVS NOIR” με τους LORD OF THE LOST. Μια συλλογή τριάντα τριών συνθέσεων, που χωρίζεται διά του τρία και η οποία μόνο ως υπερφιλόδοξη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Όπως συμβαίνει διαχρονικά σε οποιοδήποτε project περιλαμβάνει sequels, ελλοχεύει πάντοτε η παγίδα του filler και το “OPVS NOIR vol. 1” δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα.
Ναι, έχει ένα σκασμό προσκεκλημένους για να προσδώσουν μια έξτρα λάμψη στο τελικό αποτέλεσμα. Ναι, έχει μια τεράστια, ευκρινή παραγωγή δια χειρός Harms, όπου είναι γνωστός για τους ψυχαναγκασμούς του. Όμως, στα βάθη του πυρήνα του, το “OPVS NOIR vol. 1” παρουσιάζει μερικές αστάθειες και δεν μπορείς να κάνεις το bonding που θα επιθυμούσαν οι LOTL μέσω των συνθέσεών τους. Η πληροφορία που υπάρχει σε κάθε ένα από τα έντεκα τραγούδια είναι τόσο μεγάλη, με όλες αυτές τις ορχήστρες εδώ κι εκεί, που κάπου χάνεσαι στη μετάφραση.
Σαφώς και υπάρχει το LOTL element, που ακροβατεί μεταξύ του gothic metal και του industrial metal. Εκεί όμως που την πατάνε είναι ότι προσπαθούν να προσαρμόσουν τις συνθέσεις με βάση το μετερίζι του κάθε προσκεκλημένου και όχι το ακριβώς ανάποδο. Για παράδειγμα το “Light can only shine in the darkness” που ακούγεται υπερβολικά WITHIN TEMPTATION ελέω Sharon. Ή στο “Damage”, που θα μπορούσε να είναι ένα καινούργιο DEATHSTARS single και ο Whiplasher να χοροπηδάει από τη χαρά του.
Το παράδοξο λοιπόν που συμβαίνει εδώ είναι ότι τα τραγούδια στα οποία ΔΕΝ συμμετέχουν καλεσμένοι είναι εν τέλει και τα καλύτερα. Λόγου χάρη, το “My sanctuary” είναι χιτάρα με τα όλα του, όπως και το “Things we do for love” με το τρομερό refrain. Και είναι να απορεί κανείς πως οι LOTL έπεσαν τελικά στην παγίδα και αποπροσανατολίστηκαν, έστω και εν μέρει, από όλα αυτά που τους κατέστησαν ιδιαιτέρως δημοφιλείς στη «»σκοτεινή» σκηνή.
Το “OPVS NOIR vol. 1” σίγουρα δεν είναι ένα ευκολοχώνευτο, straight forward άλμπουμ. Είναι μια συλλογή συνθέσεων η οποία δε διαθέτει ομοιομορφία, έχει ΠΟΛΛΗ μουσικότητα, αλλά και πολλές διακυμάνσεις, που απαιτούν την προσοχή του ακροατή. Παράλληλα όμως, για κάποιον που είναι εξοικειωμένος με τους καλεσμένους του, θα του σκάνε πυροτεχνήματα από τις «πρωινές δουλειές» τους. Αντιλαμβάνομαι ότι το “Blood & glitter” είναι κομβικό στην καριέρα των LORD OF THE LOST, αλλά η ελάχιστη απαίτηση που είχα από αυτούς, λόγω momentum, ήταν να μας παρουσιάσουν κάτι τουλάχιστον ισάξιο. Και αυτό, προς το παρόν, δεν το κατάφεραν. Επιφυλάσσομαι για το δεύτερο και το τρίτο μέρος.
Είναι γνωστή σε αρκετούς η… χμ… εμμονή μου με τους VENOM. Όταν λοιπόν μου δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσω την αυτοβιογραφία του Antony Bray, (κατά κόσμον Abaddon) σε συνεργασία με τον Ανδρέα Ανδρέου, φυσικά και δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσω να περάσει ανεκμετάλλευτη! Μέσα λοιπόν από τη ματιά του εμβληματικού ντράμερ, βλέπουμε να παρουσιάζεται η ιστορία των VENOM, της μπάντας που επηρέασε όσο ελάχιστες τον ακραίο ήχο. Χωρισμένο πολύ έξυπνα σε δομημένα κεφάλαια, το βιβλίο παρουσιάζει την πορεία των VENOM από τη ίδρυσή τους, ξεδιπλώνοντας διάφορες ιστορίες, άλλες γνωστές, άλλες όχι και τόσο, όχι μόνο για τα άλμπουμ, αλλά και για τις θυελλώδεις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της ανίερης τριάδας από το Newcastle. Χωρίς να μασάει τα λόγια του, ο Abaddon, άλλοτε αυτοσαρκαστικός, και άλλοτε απόλυτα ωμός, πάντα με το δικό του φλεγματικό Βρετανικό ύφος, διηγείται ιστορίες που σίγουρα θα προκαλέσουν πολλές συζητήσεις αλλά και αντιδράσεις… Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα έχουν όχι μόνο η σχέση του και οι συγκρούσεις ανάμεσα στους Lant / Dunn / Bray αλλά και το κεφάλαιο που αφορά τους VENOM INC που έρχεται να ρίξει φως στο μυστήριο και την παραφιλολογία γύρω από την αποχώρησή του.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι το βιβλίο προλογίζει ο ιδιοκτήτης της Metal Blade, Brian Slagel, ενώ το φωτογραφικό υλικό που περιέχει είναι εξαιρετικά πλούσιο και προέρχεται από το προσωπικό αρχείο του Abaddon. Πολλά συγχαρητήρια και στον Ανδρέα για την επιμέλεια του βιβλίου, που φαίνεται ότι έγινε με αγάπη και μεράκι.
Εν κατακλείδι, το “View from the metal throne”είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο! Ένα βιβλίο που δεν απευθύνεται μόνο στους οπαδούς των VENOM (αυτοί πρέπει να το αποκτήσουν… χθες!) αλλά και σε όσους αρέσκονται να διαβάζουν μουσικές βιογραφίες. Είναι μια κατάθεση ψυχής από έναν άνθρωπο που δεν έχει διάθεση να κρύψει τίποτα, αλλά μιλά για τα πάντα. Προσωπικά απόλαυσα κάθε σελίδα του και είμαι σίγουρος ότι θα το κάνετε και εσείς.
Γερμανία, Essen, 1982. Μια νεογνή, βάναυση σκηνή σε αναβρασμό, από μπάντες που έχουν μόλις σχηματιστεί. HOLY MOSES (1980), LIVING DEATH (1980), SODOM (1981), ASSASSIN (1982), DESTRUCTION (1982) και μέσα σε όλους είναι και κάποιοι τύποι που ξεκίνησαν ως METAL MILITIA, έπειτα για λίγες βδομάδες έγιναν TYRANT και τέλος μετονομάστηκαν σε TORMENTOR. “Φτιάξαμε τη μπάντα, ως διασκέδαση στον ελεύθερο μας χρόνο, από το να αράζουμε στα κέντρα νεολαίας όλη την ώρα. Κανένας μας δεν είχε τη φιλοδοξία για άλμπουμ και όταν δεν παίζαμε τα δικά μας κομμάτια με διάσημους τίτλους όπως “Shoot them in the head”, “Shellshock” και “Heavy metal fight”, παίζαμε διασκευές σε PRIEST, VENOM και TWISTED SISTER. Μια φορά παίξαμε και το “Born to be wild” των STEPPENWOLF στο πρώτο μας επίσημο live ως TORMENTOR, ως support στους LIVING DEATH, που βγήκε χάλια. Αλλά ο μηχανόβιος που ήταν στο live, γούσταρε!” θυμάται χαρακτηριστικά ο Mille.
Η πρώτη επίσημη ηχογράφηση ήταν μια πρόβα που βγήκε στις 13 Μάιου του ‘84, ηχογραφημένη σε ένα Woolworth boombox, με τίτλο “Blitzkrieg” και είχε τα κομμάτια “Armys of hell”, “Cry war” (σας θυμίζει κάτι;!), “Satan’s day”, “Massengers of burning death”. Για την ακρίβεια, η πρόβα αυτή είχε 11 κομμάτια σύνολο: τα τέσσερα που βγήκαν προς τα έξω, μια πρώιμη εκδοχή του “Tormentor”, μια διασκευή του “Breaking the law” των PRIEST και άλλες 5 διασκευές! Με τα ορθογραφικά τους, με την πρωιμίλα τους, με τα πάντα τους, αυτοί ήταν και δεν λογαριάζανε. Παικτικά, τα πράγματα σοβαρεύουν, στο ιστορικό “End of the world” demo του Νοεμβρίου του ‘84, το οποίο ηχογραφήθηκε στα Zeche Carl studios, σε μια μέρα. Ένα demo, όπου ακούμε και άλλο ένα κομμάτι που αναγνωρίζουμε, το “Bonebreaker”, δίπλα στα “Armys of hell”, “Cry war” και “Tormentor”. Εδώ είναι που τα πράγματα επίσης θα έπαιρναν μια άλλη στροφή για τους Γερμανούς.
Ο Mille θυμάται χαρακτηριστικά “το tape trading τότε ήταν τεράστιο στο metal underground, είχα στείλει κόπιες του demo, σε διάφορους φίλους που αλληλογραφούσαμε για τράμπα με την καινούργια live κασέτα των RAVEN, ή για ηχογραφήσεις Νοτιοαμερικάνικων black metal μπαντών. O Stoney που ήταν πάντα, σαν ανεπίσημο μέλος της μπάντας, γούσταρε τόσο πολύ το demo, που αποφάσισε από μόνος του να κάνει δύο κόπιες του και να τις στείλει στην SPV και την Noise. Εγώ λόγω του ότι κάνω σκληρή κριτική στον εαυτό μου, δεν μου άρεσε και τόσο αυτή η ιδέα, γιατί σκεφτόμουν ότι έπρεπε να περιμένουμε μέχρι να έχουμε καλύτερα κομμάτια. Όλα αυτά, μέχρι που ήρθε με ένα γράμμα από τον Karl Walterbach, διευθυντή της Noise, που έλεγε ότι θέλει να ακούσει νέο υλικό γιατί θέλει να μας υπογράψει. Μερικές από τις αγαπημένες μου μπάντες, όπως οι SLIME και οι HELLHAMMER/CELTIC FROST ήταν ήδη στο δυναμικό τους, όποτε ήμουν πολύ ενθουσιασμένος που θα κάναμε δίσκο μαζί τους (κι ας είχαμε μόνο 6 κομμάτια). Μετά από έντονη διαδικασία σύνθεσης, πολύπλοκη οργάνωση (κανένας μας δεν ήταν 18 τότε, οπότε κανένας δεν είχε δίπλωμα οδήγησης και το studio ήταν στο Βερολίνο. Οπότε, έπρεπε να ζητήσω από το σύζυγο της ξαδέρφης μου, να μας οδηγήσει, εμάς και τον εξοπλισμό μας) και συζητήσεις με τους δασκάλους στο σχολείο για το πως η ηχογράφηση ενός δίσκου, είναι πιο σημαντική από το διαγωνίσματα Ιστορίας, φτάσαμε στα CAT studios, χωρίς ιδέα και 10 κομμάτια”.
Αλλά τα θέματα δεν σταματούσαν εκεί, μια και προέκυψε άλλο ένα, δια στόματος Mille “κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων, ο Walterbach μας είπε, ότι πρέπει να αλλάξουμε το όνομα μας, γιατί κάπου υπάρχουν άλλοι TORMENTOR. Οπότε σκεφτήκαμε το όνομα KREATOR”. Ουδέν κακόν αμιγές καλού θα πω εγώ, μια και επίσημα ξεκινάει το ταξίδι της αγαπημένης μου Γερμανικής μπάντας, υπό το όνομα με το οποίο τους λατρέψαμε. Για την ιστορία, το όνομα φημολογούνταν για χρόνια, ότι το πήραν από τον δαίμονα της Γερμανικής μυθολογίας που λέγεται έτσι, αλλά ο drummer Jurgen “Ventor” Reil ξεκαθάρισε ότι είναι από τους MERCYFUL FATE. Συγκεκριμένα, από την πρώτη στροφή του πρώτου κομμάτιου του “Don’t break the oath” (“By the symbol of the creator”). Αλλάξανε το “c” με “k” και έτοιμο. Το νέο λογότυπο έτοιμο επίσης, εξώφυλλο από τον Phil Lawvere, βάναυσο και επικό υπό μια έννοια (βγάλει μια “Conan the barbarian” αισθητική), ενώ ο τίτλος, ήταν φυσικά μια τεράστια δήλωση. “Endless pain”.
Το έμπα του ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΥ ομώνυμου ύμνου, στάζει εφηβική κάψα σε συνδυασμό με άγνοια κινδύνου, από κάτι πιτσιρίκια που δεν περίμεναν τίποτα και ήταν ευγνώμονες για τα πάντα. Χώρια το χαρακτηριστικό μοίρασμα των φωνητικών μεταξύ Mille και Ventor όπου τα “μονά” τα έχει ο Ventor και τα “ζυγά” ο Mille. Για το “Tormentor” και το “Flag of hate” που έχουν γίνει σημαίες του συγκροτήματος και μέχρι πολύ πρόσφατα, έκλειναν σαν “ζευγαράκι” τις συναυλίες των Γερμανών θεών, δεν έχουν μείνει πολλά να ειπωθούν, πέραν του ότι το “Tormentor” ήταν άκρως λατρεμένο κομμάτι από τις ημέρες που ήταν, το “ομώνυμο” της μπάντας. Το δε “Total death” όπως και το ομώνυμο, επιλέγονται συχνά πυκνά όταν θέλουν να πάνε τόσο “πίσω” στο setlist. Από την άλλη, το βρωμιάρικο “Bonebreaker”, το “Living in fear”, το “Son of evil” ρίχνουν Γερμανικό ταβερνόξυλο και μας αρέσει. Αλλά κάπου εδώ, εμφανίζονται και ορισμένα ψήγματα της μετέπειτα ωρίμανσης του σχήματος, που αξίζουν να σημειωθούν.
Το πιο ποικιλόμορφο “Storm of the beast” που ξεκινάει σε πιο mid-tempo μοτίβο (απέτιναν φόρο τιμής σε αυτό, οι AURA NOIR στο ομώνυμο του “Black thrash attack” – έτσι για την ιστορία!) γκαζώνει και επιστρέφει. Και για το τέλος, έχουμε το προσωπικό βίτσιο μου, το “Dying victims” που είναι η πιο μεγάλη σε διάρκεια σύνθεση του δίσκου και η πιο διαφορετική, λόγω μελωδικής εισαγωγής που δείχνει ότι ακόμα και ο έφηβος Mille, άκουγε και άλλα πράγματα, μη ακραία (μη σας πω ότι σκέφτηκα και λιγάκι SISTERS OF MERCY στο εισαγωγικό άρπισμα και χτίσιμο του κομματιού…) τα οποία σιγά σιγά θα έβρισκαν το δρόμο τους μέσα στη μουσική των Γερμανών. Κάπως έτσι, η ιστορία ξεκίνησε να γράφεται πριν 40 ολόκληρα χρόνια για τους KREATOR. Ένας άκρως αγαπημένος δίσκος μνημείο μέσα σε όλη την άγρια ομορφιά του.
Δεν θεωρείται τυχαία, επιδραστικός για το black metal, με πολλούς να θεωρούν ότι αυτή η εποχή των Γερμανών, μαζί με πρώιμους SODOM και DESTRUCTION, εντάσσεται στο πρώτο κύμα του black metal δίπλα στους HELLHAMMER/CELTIC FROST και φυσικά τους BATHORY. Αποτελεί δε, ένα πολύ μα πολύ σημαντικό θεμέλιο στον ήχο σύγχρονων ούγκανων όπως οι NEKROMANTHEON, DEATHHAMMER, CONDOR, TOXIK DEATH, VICIOUS KNIGHTS, CHAINSAW, INCULTER, EVOKE και πάει λέγοντας, μια και μεταξύ άλλων, εντάσσονται στα ακούσματά τους. Καθόλου άσχημα θα πω εγώ για δημιούργημα ούτε 18χρονων που έπρεπε να πάρουν άδεια από τους δασκάλους στο σχολείο για τις ηχογραφήσεις! Και όπως λέει και ο ίδιος ο Mille “8 μήνες μετά, ο Walterbach θα μας ξανακαλούσε για να κάνουμε δεύτερο δίσκο με την Noise. Αλλά αυτό είναι μια διαφορετική ιστορία”. Πράγματι αρχηγέ μου, πολύ διαφορετική ιστορία, για άλλο κείμενο… μέχρι τότε
FEEL THE ENDLESS PAIN, LOCKED IN METAL CHAINS!
Did you know that?
– Έχει επανακυκλοφορήσει σε CD με bonus το “End of the world” demo, ενώ εσχάτως πριν 2 χρόνια βγήκαν ξεχωριστά τα demo σε μια συλλογή με τον τίτλο “Bonecrushing demos / rehearsals ’84 – ’85”, η οποία είχε άλλη μια πρόβα όπου ακούμε υλικό του “Pleasure to kill” σε πρώιμη μορφή, ενώ έχει και ένα DVD, με μια συναυλία που λέγεται “Heavy metal battle” από τις αρχές του ‘86. Φάτε μάτια ψάρια δηλαδής!
– Η club edition που βγήκε το ‘89 από την Noise Records, έχει εμβόλιμα στο tracklisting το “Take their lives” και το “Awakening of the gods”, ενώ, έχει αντικαταστήσει την εκδοχή του “Flag of hate” στο “Endless pain” με αυτήν του EP (η οποία είναι και αυτή που παίζουν στις συναυλίες τους).
– O Phil Lawvere, θα συνδέσει το όνομα του άρρηκτα με την πρώιμη εποχή των KREATOR, μια και μέχρι το “Terrible certainty” θα έχει αναλάβει οπτικά όλες τις κυκλοφορίες των Γερμανών.
Το πρώτο Rock Hard Festival Greece είναι πλέον παρελθόν, δύσκολα όμως θα ξεχάσουμε –εκτός των άλλων- τη μεγαλειώδη, αποκλειστική εμφάνιση των CANDLEMASS με τον Messiah Marcolin πίσω από το μικρόφωνο. Ο Messiah, το βράδυ πριν εμφανιστεί στη σκηνή, ενώ τα λέγαμε, μου ζήτησε να κάνουμε μία αποκλειστική συνέντευξη, για να συζητήσουμε για τα πάντα, θέλοντας να μας ευχαριστήσει για την πρόσκληση και τη βραδιά που επρόκειτο να ζήσουμε. Και μιλήσαμε. Για όλα. Εσείς τι λέτε; Έχετε το κουράγιο να διαβάσετε κάτι περισσότερο από 5500 λέξεις; Βάλτε δισκογραφία CANDLEMASS με τον Messiah να παίζει, καθίστε απολαυστικά, φέρτε στη μνήμη σας και τις στιγμές που ζήσαμε και διαβάστε. Δεν κάνω κανένα spoiler!!!
Βρισκόμαστε ακριβώς μία εβδομάδα μετά την εμφάνιση των στο RockHardFestivalGreece την ώρα που γίνεται η συνέντευξη και απέναντί μου, στην οθόνη του υπολογιστή μου, έχω τον MessiahMarcolin. Πως είσαι τώρα που παίξατε; Τι κάνεις αδερφέ μου, Σάκη; Ήταν μία απίστευτη εμφάνιση αυτή με τους CANDLEMASS στο Rock Hard Festival Greece! Θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους οπαδούς που ήρθαν απ’ όλον τον κόσμο, πάνω από 600 άτομα, από 40 διαφορετικές χώρες. Τους δίνω τις θερμότερες ευχαριστίες μου, μέσα από την καρδιά μου και φυσικά και στους Έλληνες οπαδούς μας, που ταξίδεψαν από κάθε πιθανή πόλη μέσα στην Ελλάδα για να έρθουν στην Αθήνα. 4.500 χιλιάδες κόσμος έκανε σαν τρελός. Τραγουδούσε, ούρλιαζε, έκανε doom dancing, ακριβώς όπως έπρεπε να γίνει. Είμαι πάρα πολύ χαρούμενος. Ευχαριστώ πάρα πολύ.
Εμείς ευχαριστούμε που ανταποκρίθηκες στο κάλεσμά μας, αλλά θα φτάσουμε εκεί, αφού έχω πολλά να σε ρωτήσω. Πως θα περιέγραφες τα συναισθήματά σου, βρισκόμενος στη σκηνή με τους , ύστερα από σχεδόν δύο δεκαετίες; Έχουν περάσει είκοσι χρόνια, αλλά ήταν σαν να ήμουν μαζί τους από χθες. Ήμουν με το γκρουπ από το 1987 έως το 1991 όταν και παραιτήθηκα και μετά, από το 2002 μέχρι το 2006 οπότε και παραιτήθηκα ξανά. Μπορεί να ήμουν μαζί τους οχτώ χρόνια συνολικά, αλλά όταν παίζουμε μαζί, συμβαίνει κάτι μαγικό. Μερικά συγκροτήματα το έχουν αυτό, όταν παίζουν μαζί, συμβαίνει κάτι μοναδικό. Αυτό συμβαίνει με τους CANDLEMASS, από την πρώτη κιόλας συναυλία μας, το 1987 στη Σουηδία. Από τη στιγμή που ξεκινήσαμε με το “Crystal ball”, ακόμα και οι punk rockers πηδούσαν από τη σκηνή και όλοι έκαναν σαν τρελοί. Όταν παίζουμε οι πέντε μας μαζί, συμβαίνει κάτι μοναδικό. Δεν μπορώ να το περιγράψω, απλά συμβαίνει έτσι. Αυτά πάνω στη σκηνή. Κάτω από τη σκηνή, είναι κάτι άλλο. Χαχαχαχα!
Αισθάνθηκες καθόλου άγχος πριν ανέβεις; Ποτέ δεν νιώθω άγχος. Θα έλεγα ότι είχα πολύ ενθουσιασμό. Νιώθω σαν να θέλω να σκοτώσω. Χαχαχα! Όχι στην κυριολεξία, καταλαβαίνεις. Από την άλλη, το κορμί σου δεν ανταποκρίνεται όπως πριν από 20 χρόνια, έπεσα κάτω με τον κώλο μου, το είδες. Η ισορροπία δεν είναι ίδια. Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να μάθω tai chi.
Σαν το KungFuPanda; Χαχαχα! Όχι σαν το Panda, το Kung Fu μόνο! Χαχαχαχα! Με τους είμαστε σαν την Οικογένεια Adams, που λείπει ο θείος Fester για είκοσι χρόνια κι όταν επιστρέφει, είναι το ίδιο περίεργος.
Πρέπει να ομολογήσω ότι η σκηνική σου παρουσία και ιδιαίτερα η φωνή σου, ήταν σε απίστευτα καλή κατάσταση. Έκανες πολλή εξάσκηση αυτόν τον καιρό ή είναι κάτι σαν musclememory που επανέρχεται μόλις το ζητήσεις; Οι άνθρωποι μου έλεγαν «καλή τύχη στην Αθήνα», αλλά δεν είναι τύχη, είναι σκληρή δουλειά. Έκανα εξάσκηση στα φωνητικά, σχεδόν κάθε μέρα για πέντε μήνες, οπότε όλα εξαρτώνται από την αποφασιστικότητα και την σκληρή δουλειά. Όταν πέσεις στη σκηνή (όπως συνέβη σε μένα) ή αν αντιμετωπίσεις κάποια τεχνικά προβλήματα, τότε χρειάζεσαι το muscle memory. Ξέρεις; Είμαι τεμπέλης. Τραγουδάω μόνο όταν πρέπει. Αλλά τώρα, έστω και γι’ αυτή τη μία συναυλία, δούλεψα πέντε μήνες και άξιζε τον κόπο. Ήταν πάρα πολύ ωραία. Εδώ, θα ήθελα να πω, επίσης, ότι δεν είπα εγώ πως αυτό θα είναι το μοναδικό show που θα κάνουμε. Ο Leif είπε κάτι τέτοιο. Εγώ θα έλεγα σε όλους τους promoter του κόσμου, να έρθουν σ’ επαφή με τον manager των CANDLEMASS, τον Ole Bang και να προσπαθήσουν να κλείσουν τους CANDLEMASS με τον Messiah Marcolin. Πιστεύω ότι είναι κρίμα για όσους δεν μπόρεσαν να έρθουν να μη δουν αυτήν την εμφάνιση. Τουλάχιστον έτσι αισθάνομαι ΕΓΩ. Δεν ξέρω πως αισθάνονται ΕΚΕΙΝΟΙ. Πιθανώς να έχουν κουραστεί μαζί μου, ήδη, αλλά αν οι promoter των άλλων μεγάλων φεστιβάλ, μας φερθούν όσο τέλεια μας φέρθηκε το Rock Hard Festival Greece, δεν βλέπω τον λόγο να μην ξαναγίνει μία τέτοια συναυλία. Γερνάμε όλοι –αν κι εγώ είμαι ο νεότερος, 57 ετών, χοχοχο. Αυτή η σύνθεση είναι οι vintage CANDLEMASS. Ήμουν εκεί στα δύσκολα χρόνια, όταν παίζαμε σε σκατένια club στις πρώτες μας συναυλίες. Κάποια στιγμή, ήρθαμε στην Ελλάδα το 1989, ήμασταν στο αεροδρόμιο και είδαμε οπαδούς εκεί. Ψάχναμε να βρούμε ποια διασημότητα ήταν στο αεροπλάνο!!! Είχαν έρθει όμως για τους CANDLEMASS και αυτό δεν το είχαμε συνηθίσει. Δεν μας έδιναν και πολλή σημασία τότε. Παίζαμε μπροστά σε κόσμο, αλλά αυτό που συνέβαινε στην Αθήνα, ήταν CANDLE-mania!!! Κι έτσι παρέμεινε μέχρι σήμερα. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που μου έδωσαν γύρο. Ευχαριστώ πολύ! Χαχαχαχα!
Έχεις συζητήσει αυτό που μου είπες με τους ή τον Ole; Όχι, ξέρεις τώρα, έχουν πει ότι θα είναι ένα show και διάφορα τέτοια. Αν όμως πάρουμε καλές προσφορές απ’ όλον τον κόσμο, ίσως αλλάξουν τη γνώμη τους. Αν μας φερθούν οι διοργανωτές όπως εσύ στο Rock Hard Festival Greece, γιατί όχι; Τώρα είναι η ώρα να κλείσουμε σε κάποιο από τα μεγάλα καλοκαιρινά φεστιβάλ για το 2026. Πιστεύω ότι πρέπει να το προσπαθήσουν, ακόμα κι αν είναι ένα ή δύο. Τουλάχιστον είναι κάτι.
Photo by Petros Karalis
Διαβάζοντας σχόλια στα socialmedia, ο κόσμος μιλούσε για μία ιστορική συναυλία, για μία μοναδική εμφάνιση. Πως το ένιωσες εσύ από τη σκηνή; Βρήκες ότι ήταν όντως μία ιστορική συναυλία; Έτσι όπως το βλέπω εγώ, έδωσα αγάπη στο κοινό και μου το ανταπέδωσε. Έτσι συμβαίνει. Δεν ξέρω αν υπάρχουν πολλοί που κάνουν ό,τι κάνω στη σκηνή. Κάποιοι ανεβαίνουν στη σκηνή κι έχουν ένα attitude του τύπου «δείτε πόσο όμορφος είμαι και τι ωραία ρούχα φοράω». Αυτό δεν έχει σχέση μ’ ένα heavy metal show. Εδώ μιλάμε για αλληλεπίδραση. Εγώ έτσι μεγάλωσα. Να λέω στον κόσμο να τραγουδήσει μαζί μου και να το κάνει. Να λέω στον κόσμο να χτυπήσει παλαμάκια και να το κάνει. Όταν ήμουν 17 χρονών είχα δει τον Ozzy στην “Speak of the devil tour”, τους στην “Don’t break the oath tour”, τον Rob Halford με τους JUDAS PRIEST στην περιοδεία για το “Defenders of the faith”, τους MANOWAR στην περιοδεία για το “Sign of the hammer”, όλες από την πρώτη σειρά, τότε που ήταν δύσκολο να φτάσεις και σπρωχνόσουν για να πιάσεις θέση. Τώρα δεν ξέρω αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, γιατί ο κόσμος είναι απασχολημένος με το κινητό του!!! Τότε, λοιπόν, οι καλλιτέχνες είχαν αλληλεπίδραση με το κοινό τους. Αυτό κάνω κι εγώ. Δίνεις αγάπη, παίρνεις αγάπη. Η Αθήνα είναι πάντα στην καρδιά μου. Είμαι ευγνώμων και ήταν κάτι μοναδικό.
Ξέρεις, αυτή η εμφάνιση ξεκίνησε μετά από μία κουβέντα που είχα με τον συνεργάτη μου, τον Michael, που λέγαμε τι να φέρουμε στο φεστιβάλ και του είπα ότι θέλουμε κάτι special, κάτι σαν να φέρουμε τους με τον Messiah… Να προσέχεις τι εύχεσαι λοιπόν! Χαχαχα! Και τα καταφέρατε πάρα πολύ ωραία. Ήταν τόσο μεγάλη επιτυχία. Μπράβο σας!
Photo by Elena Vasilaki
Λοιπόν, ο Leif είπε ότι δεν θα υπάρξουν περιοδείες, αλλά και ότι δεν θα υπάρξουν ηχογραφήσεις. Είχατε συζητήσει να ηχογραφήσετε το show στην Αθήνα; Τι συνέβη τελικά; Έχεις την πλευρά των CANDLEMASS πάνω στη σκηνή, που είμαστε όλοι αδέρφια κι έχεις και την επαγγελματική πλευρά του πράγματος. Αυτά τα χρόνια, είμαι στη φάση να υπογράφω συμβόλαια, να έχω τα πάντα σε μία τάξη. Κάποιες φορές, οι άνθρωποι έχουν άλλες απόψεις και θέλουν να το κάνουν αντίστροφα. Δηλαδή, πρώτα να κάνεις κάτι και μετά να υπογράψεις συμβόλαιο. Απλά δεν είχαμε χρόνο να κάνουμε μία επαγγελματική ηχογράφηση αυτής της συναυλίας. Ίσως να συνέβαινε αν είχαμε χρόνο να φτιάξουμε τα απαραίτητα συμβόλαια.
Και για το documentary; Δεν έχω καμία σχέση με αυτό. Δεν ξέρω καν τι κάνουν με αυτό. Δεν έχω υπογράψει τίποτα, οπότε ποιος ξέρει;
Το 2017, oMichaelDenner μας είχε αποκαλύψει ότι ηχογραφούσατε ένα άλμπουμ, το οποίο προοριζόταν να είναι η πρώτη σου σόλο δουλειά, με μέλη των CANDLEMASS; Μπορείς να μας πεις περισσότερα; Ναι, μπορώ!!! Πίσω στο 2007 πριν από 18 χρόνια, εγώ και ο Hank Sherman από τους MERCYFUL FATE ξεκινήσαμε να γράφουμε τραγούδια μαζί, πολύ ωραία τραγούδια. Ξέρεις, αγαπώ τους MERCYFUL FATE. Ήμουν μέλος του fan club όταν ήμουν έφηβος. Ήμουν σε δύο fan clubs και το ένα ήταν το Kiss Army. Είμαι μεγάλος fan των KISS, ξέρεις, με το μακιγιάζ και όλα αυτά από όταν ήμουν 10 χρονών. Και το άλλο fan club ήταν το MERCYFUL FATE Coven. Και έτσι ήρθα σε επαφή με τον Ole Bang, τον μάνατζερ των MERCYFUL FATE, γιατί υπήρχε τότε ένα άλλο, ξέρεις, ψεύτικο fan club που έκλεβε τους οπαδούς. Και νευρίασα με αυτό. Έτσι, επικοινώνησα με τον Ole και του είπα, υπάρχει αυτό το fan club που κλέβει τα λεφτά των οπαδών. Μου είχαν πάρει κι εμένα χρήματα. Οπότε το τακτοποίησε. Και μετά είχα αυτήν την επαφή. Και χρησιμοποίησα αυτήν την επαφή για να φέρω τους CANDLEMASS να ανοίξουν για τον King Diamond στην περιοδεία του “Abigail”. Κάναμε δύο συναυλίες, στο Γκέτεμποργκ και στη Στοκχόλμη. Οπότε, ξέρεις, αν επικοινωνείς με ανθρώπους και ρωτάς, μπορούν να γίνουν τέτοια πράγματα. Φυσικά βοήθησε ότι του έστειλα, νομίζω το “Epicus…” στον Ole και ο King σκέφτηκε ότι ήταν πολύ καλό. Και είπε, γιατί να μην έχουμε μια σουηδική μπάντα support; Υπήρχαν ήδη αρκετοί Σουηδοί στους King Diamond τότε, όπως ο Mickey Dee και ο Andy LaRoque.
Photo by Elena Vasilaki
Ποια είναι λοιπόν τα σχέδιά σου για αυτό το άλμπουμ;
Λοιπόν, ξεκινήσαμε να γράφουμε τραγούδια με τον Hank, και ήταν μια αργή διαδικασία, γιατί είχε υποχρεώσεις με τους και άλλα projects. Πήγαινε σε περιοδείες, είχε διάφορα πράγματα, οπότε ήταν αργή διαδικασία. Αλλά τα τραγούδια είναι πραγματικά καλά. Τώρα είναι ηχογραφημένα περισσότερα κι από όσα χρειάζονται για άλμπουμ. Το σόλο άλμπουμ μου “Messiah Marcolin” στην αρχή ξεκίνησε σαν μπάντα. Αλλά μετά είπα, ξέρεις, κουράστηκα με τα συγκροτήματα, που σπάνε, που μαλώνουν, όλα αυτά. Ήρθε η ώρα να δοκιμάσω να είμαι ο “αρχηγός”, να υπάρχει ηγεσία. Έτσι έγινε. Και ελπίζω ο Hank να παίξει κιθάρα σε αυτό. Επίσης, έγραψα δύο τραγούδια με τον Fredrik Åkesson από τους OPETH. Και φυσικά γράφω και τα δικά μου τραγούδια. Έτσι υπάρχει ένα μείγμα. Επίσης, ο Sami Karppinen, που έπαιξε τύμπανα με τους THERION και τους OPETH, ηχογράφησε όλα τα τύμπανα. Είναι απίστευτος. Δεν μου αρέσουν τα click tracks, τα βρίσκω ψυχρά. Αυτός τα ηχογράφησε live και είναι συγκλονιστικό. Φυσικά, ανεβοκατεβαίνει λίγο ο ρυθμός, αλλά έτσι ήταν τα άλμπουμ που μεγάλωσα ακούγοντας. Οι μεγάλες δουλειές των 70s και των early 80s δεν είχαν click tracks. Αυτό ήρθε αργότερα. Στους αρχίσαμε να τα χρησιμοποιούμε από το “Ancient Dreams”. Στο “Nightfall” και στο “Epicus…” δεν υπήρχε click track. Δεν ξέραμε καν τι ήταν. Και το “White Album” των CANDLEMASS, το κάναμε χωρίς click track. Έτσι η μουσική αποκτά swing, ζωντανεύει. Όταν όλα είναι τέλεια, σαν μηχανή, δεν είναι αυτό που θέλω. Επίσης, ο Johan Niemann από τους EVERGREY, φίλος και εξαιρετικός μπασίστας, συμμετείχε. Οπότε, ελπίζω όλοι αυτοί να είναι μέσα, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί κάποιος να πει “παίρνω δύο χρόνια άδεια”. Αλλά ξέρω πολλούς μουσικούς. Το βασικό είναι ότι υπάρχουν σπουδαία τραγούδια, πολύ βαρύ doom metal, και ο κόσμος θα το απολαύσει. Και φυσικά, live θα παίξω και κάποια παλιά αγαπημένα.
Θα σκεφτόσουν να καλέσεις μέλη των στο σόλο άλμπουμ σου ή θα ήταν πολύ προφανές;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει λόγος. Έχουμε ήδη κάνει τόσα άλμπουμ μαζί. Όταν πας σόλο, θες να αφήσεις τους “γονείς” στο σπίτι (γέλια).
Ναι, το καταλαβαίνω. Υπάρχει ανάγκη να δουλέψεις και με άλλους μουσικούς.
Ακριβώς. Και βέβαια, είχαμε τις κόντρες μας με τους CANDLEMASS, αλλά όλες οι μπάντες έχουν, όπως οι DEEP PURPLE. Υπάρχει πάντα μια ένταση. Δεν ξέρω αν βοηθάει ή αν καταστρέφει, αλλά υπάρχει. Στη σκηνή όλα λειτουργούν υπέροχα, αλλά όταν μπαίνουν τα επαγγελματικά, δυσκολεύουν.
Γιατί τα επαγγελματικά έχουν να κάνουν με χρήματα… Δεν είναι μόνο τα χρήματα. Είναι ότι μπορεί να υπάρχουν δύο ισχυροί χαρακτήρες με διαφορετικές απόψεις.
Για παράδειγμα, ξέρω ότι μια διαφωνία σας ήταν το εξώφυλλο του “WhiteAlbum”. Ναι. Ήθελα να βάλουμε πίνακα, όπως στο “Ancient Dreams” και στο “Nightfall”, γιατί είχαμε δύο ακόμη πίνακες που δεν είχαμε χρησιμοποιήσει. Εγώ ήθελα να γίνει έτσι, αλλά ο Leif είπε όχι. Είχε μόλις διαλύσει τη μπάντα και δοκίμαζαν άλλους τραγουδιστές, όπως τον Tony Martin και τον Johan Längqvist. Εγώ τους έπεισα να κάνουμε ξανά άλμπουμ. Στο τέλος συμβιβαστήκαμε: ήθελα το original logo και είπα ναι στο λευκό εξώφυλλο με τον σταυρό. Επίσης, ο Leif είπε ότι δεν θα φορούσα το ράσο μου στις φωτογραφίες, αλλά μαύρα κοστούμια. Το ξεκίνησε ο Jonas Åkerlund που του άρεσε να με δει με κοστούμι σε γάμο. Έτσι έγινε. Αλλά μετά, όταν ζήτησαν να κάνω promo φωτογραφίες με πουκάμισο και γραβάτα, είπα όχι, δεν είμαι στους DEPECHE MODE. Θα φορέσω το ράσο. Και τσακωθήκαμε.
Βλέπω ότι είσαι πολύ ενεργός στα socialmedia τελευταία. Ο κόσμος ρωτούσε συνέχεια αν θα φορέσεις το ράσο και τους απαντούσες εσύ ο ίδιος.
Ναι, γιατί να μην απαντάς στους fans; Είναι τόσο εύκολο να τους κάνεις χαρούμενους. Ένα γεια, ένα ευχαριστώ, και αρκεί. Ο doom metal ήχος είναι σκοτεινός, αλλά για μένα φέρνει χαρά και ενέργεια. Και φυσικά ο Leif έχει γράψει φανταστικά τραγούδια. Θέλω να πω, με τον Leif μπορεί να έχουμε διαφορετικές απόψεις, αλλά είμαστε φίλοι. Στην εποχή των reunion ήμασταν πάντα οι τελευταίοι στο μπαρ. Εγώ τον φρόντιζα να πάει στο ξενοδοχείο. Δεν είναι θέμα φιλίας, είναι θέμα διαφορετικών απόψεων. Στις πρόβες γι’ αυτές τις εμφανίσεις όλα πήγαν τέλεια. Είπαμε να μην μιλήσουμε για business και έτσι έγινε. Κάναμε ακόμα και συμβόλαιο για το πώς θα εμφανιστούμε: το ράσο, τα κοστούμια, να μην φωνάζω πάνω στα σόλο του Lars. Και όλα πήγαν μια χαρά.
Photo by Petros Karalis
Ας μιλήσουμε πάλι για το σόλο άλμπουμ. Θα είναι doommetal ή κάτι διαφορετικό;
Doom metal. Σίγουρα doom metal. Αλλά μου αρέσει να γράφω με διαφορετικούς μουσικούς. Ο Hank Sherman φέρνει τη δική του αύρα . Ο Fredrik Åkesson πιο τεχνικό στυλ. Εγώ κατεβάζω το κούρδισμα σε B. Πολύ βαρύς ήχος, αλλά ταιριάζει με τη φωνή μου. Με τους CANDLEMASS παίζουμε σε C#. Έχω πολλά τραγούδια, θα κόψω μερικά για να χωρέσουν σε βινύλιο. Το βινύλιο είναι ακόμη ζωντανό, αλλιώς δεν θα υπήρχαν μουσικοί πια. Θα κρατήσω τα καλύτερα, τα υπόλοιπα για το επόμενο.
Θα έκανες reunion όπως οι HELLOWEEN με δύο τραγουδιστές;
Μιλάς για τους CANDLEMASS; Εμένα και τον Johan μαζί; Δεν νομίζω. Έχουν το δικό τους σχήμα, παίζουν μαζί 7 χρόνια, γυρίζουν τον κόσμο. Όταν μπήκα εγώ ως feat. Messiah Marcolin, ήθελα να δείξουμε τους vintage CANDLEMASS . Ίσως να ήταν και η τελευταία φορά στην Αθήνα. Αλλά ήταν σπουδαίο για τους οπαδούς. Από εκεί και πέρα εξαρτάται από τους CANDLEMASS και τους promoters. Εγώ είμαι μέσα.
Το “Doomdance” σου έχει μείνει στην ιστορία. Θυμάσαι πότε το έκανες πρώτη φορά;
Ναι! Είχα δει τον Scott “NOT” Ian των Anthrax να κάνει το “War dance” και να κοπανάει τα πόδια του στη σκηνή. Και είπα να κάνω το “Doom dance”. Ευχαριστώ Scott “NOT” Ian για την έμπνευση! (γέλια). Ήμουν πάντα στην πρώτη σειρά στις συναυλίες τους. Είδα και τον David Ellefson στο Rock Hard Festival Greece και του θύμισα ότι τον είχα δει στην περιοδεία για το “Rust in Peace”. Τους ANTHRAX τους είχα δει στην περιοδεία του “Among the Living”. Πάντα πρώτη σειρά, πάντα headbanging.
Photo by Elena Vasilaki
Ποια είναι η πιο αξέχαστη στιγμή σου σε συναυλία ;
Η συναυλία στην Αθήνα ήταν φανταστική. Η αγάπη του κοινού ήταν απίστευτη. Μετά από τόσα χρόνια, με κόσμο από όλο τον πλανήτη και την Ελλάδα. Ήταν πολύ special. Από άποψη μεγέθους κοινού, το Wacken 2005. Οι NIGHTWISH ήταν headliners και εκείνη τη μέρα έπαιζε μόνο η κεντρική σκηνή. Ήταν “μόνο” 35.000 άτομα! Θυμάμαι πόσο ικανοποιημένος ήμουν που “κράτησα” αυτό το κοινό. Ήταν απίστευτο. Αλλά αυτή η τελευταία συναυλία στην Αθήνα… Θεέ μου!
Λοιπόν Messiah, υπάρχουν και κάποια πράγματα από το παρελθόν που θα ήθελα να συζητήσουμε, όπως η συνεργασία σου με τον Abaddon στο tribute των VENOM, το τραγούδι “CountessBathory”. Τι θυμάσαι από εκείνη την εμπειρία; Αυτό ήταν διασκεδαστικό, γιατί πήρα έναν μυστικό τηλεφωνικό αριθμό το 1987 όταν μπήκα στους CANDLEMASS, επειδή πολύ σύντομα οι οπαδοί άρχισαν να με καλούν μεθυσμένοι, και είπα, τι στο καλό γίνεται; Οπότε πήρα έναν μυστικό αριθμό τηλεφώνου, και πάντα τον είχα, και τον έχω ακόμα. Και τότε δέχτηκα αυτό το τηλεφώνημα, ήταν μετά τους MEMENTO MORI, και ήταν κάτι σαν, «είναι ο Abaddon από τους VENOM», κι εγώ είπα, «όχι, δεν είναι», του το έκλεισα. Και μετά ξανακαλεί, «όχι, είμαι πραγματικά εγώ». Και του είπα, «πώς βρήκες τον αριθμό μου;» Είπε ότι ήταν μέσω της Black Mark που κυκλοφόρησε τους MEMENTO MORI. Και είπε, «προσπαθώ να σε βρω εδώ και μερικούς μήνες, αλλά δεν μπορώ, κανείς δεν έχει τον αριθμό σου». Και έτσι έκαναν κάτι σαν tribute άλμπουμ στους εαυτούς τους. Και έτσι ήταν διασκεδαστικό, και πέταξα εκεί στο Newcastle, και πήγα εκεί, και σκεφτόμουν, εντάξει, με έχουν τώρα να κάνω αυτό το τραγούδι. Θα το κάνουμε έξτρα βαρύ, έξτρα αργό, αλλά το έπαιξαν πιο γρήγορα. Ο John Connelly από τους NUCLEAR ASSAULT, έπαιζε κιθάρα σε αυτό, και το έπαιξαν πιο γρήγορα. Οπότε έκανα τα φωνητικά γι’ αυτό, και περάσαμε καλά κάνοντας πάρτι. Στην πραγματικότητα, πήγαμε σε αυτό το κλαμπ, και ήταν αστείο. Στην Αγγλία, είχαν τότε αυτές τις heavy metal disco. Δεν θυμάμαι ποια χρονιά ήταν. Είμαι κακός με τις χρονιές, αλλά ήταν όλα σαν μια ντίσκο, και οι άνθρωποι στέκονταν κάνοντας headbanging με metal μέσα στη ντίσκο. Και έκλεισε ή κάτι τέτοιο. Πίναμε στο Newcastle. Δεν μπορείς να καταλάβεις τι λέει κανείς εκεί. Έχουν πολύ βαριά διάλεκτο. Αλλά περνούσαμε καλά. Όσο πιο μεθυσμένος γίνεσαι, τόσο πιο πολύ διασκεδάζεις, και τόσο πιο πολύ καταλαβαίνετε ο ένας τον άλλο. Τέλος πάντων, περπατούσα έξω από το χώρο, και είδα τον Paul Di’Anno να βγαίνει από το κλαμπ. Και είχα ένα μεγάλο διπλό χάμπουργκερ, και τον κοιτούσα, και με κοιτούσε με το χάμπουργκερ, κι εγώ είπα, θα ήθελες ένα χάμπουργκερ; Και είπε, ναι, ναι. Οπότε του έδωσα ένα χάμπουργκερ, και τότε όλη η μπάντα του βγήκε έξω και άρχισε να με κοιτάζει. Και είπα, απλώς θέλω να σας ταΐσω όλους. Αλλά είπα, «ευχαριστώ πάρα πολύ, Paul, για τα σπουδαία άλμπουμ των MAIDEN. Αγαπώ αυτά τα άλμπουμ». Και φυσικά, αγαπώ και τον Bruce Dickinson. Εννοώ, είναι απλά φανταστικά πράγματα. Θρύλοι.
Μιλώντας για γρήγορη και πιο αργή μουσική, θυμάμαι τι μου είχες πει πριν το φεστιβάλ για την ταχύτητα των τραγουδιών των CANDLEMASS, ότι θα ήθελες να παίζονται. Μπορείς να μας πεις κι αυτό; Πώς θα ήθελες να παίζονται τότε τα τραγούδια, και πώς παίζονταν τώρα;
Λοιπόν, το κάναμε. Το παρατήρησα αυτό, γιατί όπως συζητήσαμε για το set list και τέτοια, αλλά ο βασικός κορμός του set list μας ήταν από το live άλμπουμ που κάναμε το 1990 στη Σουηδία. Το live άλμπουμ των CANDLEMASS στο οποίο τραγουδάω. Και αυτό ήταν που εξασκούσα. Και τότε, ήμασταν νέοι, 1987. Τέλος πάντων, ήμασταν νέοι, και παίζαμε πιο γρήγορα τότε. Οπότε όταν ξεκινήσαμε πρόβες τώρα, ήταν σαν, hey, θα παίξετε όλα αυτά τα τραγούδια τόσο αργά; Επειδή όταν κάναμε Reunion, πάντα εγώ ήμουν ο τύπος που έλεγα, έλα, είναι doom metal. Πρέπει να παίξουμε πιο αργά, πιο αργά, και όλοι θύμωναν μαζί μου. Αλλά αυτή τη φορά, εγώ ήμουν εκείνος που έλεγα, ότι ίσως να πρέπει να ανεβάσουμε λίγο τον ρυθμό σε μερικά από αυτά τα τραγούδια. Οπότε νομίζω ότι τα πήγαμε καλά. Ήταν ένας καλός συνδυασμός ανάμεσα σε σούπερ βαρύ και πιο γρήγορο.
Τους τελευταίους μήνες, εμφανίστηκες ζωντανά με μπάντες όπως οι ANVIL και οι LION‘SSHARE, όπως είδαμε σε κάποια βίντεο στο YouTube. Πώς προέκυψαν αυτές οι ευκαιρίες;
Οι ευκαιρίες απλά συνέβησαν. Γνώρισα τον Lips και τον Rob Reiner από τους ANVIL την πρώτη φορά. Φυσικά, πάντα τους αγαπούσα. Από τότε που ήμουν έφηβος, είχα το άλμπουμ “Forged in Fire”, απλά το έπαιζα τρελά στο πικάπ μου. Και αυτό που συνέβη ήταν ότι παίξαμε στο Tradate Festival στην Ιταλία, και οι Dio ήταν headliners στο show, και ήταν το πρώτο show. Εκείνο το καλοκαίρι του 2005, έπαιζαν οι CANDLEMASS και μετά οι Dio. Έτσι έγινε εκεί για πρώτη φορά. Και τότε γνώρισα τα παιδιά από τους ANVIL, και είπαν, “ας πάμε στο ξενοδοχείο να κάνουμε πάρτι και αυτό κι εκείνο”. Και κατέληξα στο δωμάτιο του Lips. Και είπε, απλά θα πάω μια βόλτα, να δω αν μπορώ να βρω κάτι. Και δεν ήξερα τι εννοούσε. Τι εννοείς να βρεις κάτι; Και μετά γύρισε πίσω και είπε, βρήκα ένα τεράστιο κουτί με κόκκινο κρασί. Πρέπει να ήταν, δεν ξέρω. Ήταν σαν, 12 μπουκάλια κόκκινο κρασί ή κάτι τέτοιο. Ήταν τρελό. Και είπα, λοιπόν, ίσως αυτό να μην είναι δικό σου, Lips, να το πάρεις. Και είπε, «όχι, το βρήκα. Είναι δικό μου». Αλλά είπε, «δεν έχω ανοιχτήρι για κρασί. Και δεν έχω ποτήρια. Οπότε πήγαινε στη ρεσεψιόν και βρες ποτήρια».
Έτσι κατέβηκα στη ρεσεψιόν. Και εκεί συνάντησα όλη τη μπάντα, τους Dio. Και ήταν εκεί η Wendy Dio, με την οποία μιλούσα, όταν ήταν στη σκηνή και έπαιζε. Και συστήθηκα και όλα. Και τότε με σύστησε στον Ronnie. Και είπα, είμαι με τους ANVIL. Και έχουμε αυτό το τεράστιο κουτί με κόκκινο κρασί. Και είπε, “έχει καλό κόκκινο κρασί;” Είπα, “είμαστε στην Ιταλία. Φυσικά είναι καλό”. Οπότε του εξήγησα το πρόβλημα. “Δεν έχουμε ποτήρια. Δεν έχουμε ανοιχτήρι”. Είπε, «θα φτιάξουμε τα πάντα. Πηγαίνετε στο δωμάτιο του βοηθού μου. Όλη η μπάντα, δεν θα κοιμηθούμε απόψε. Έχουμε πρωινή πτήση. Οπότε δεν έχει νόημα να πάμε για ύπνο. Απλά ας κάνουμε πάρτι, να πιούμε κρασί». Και καθόμασταν εκεί περιμένοντας, εγώ και οι ANVIL. Και ξαφνικά, μπαίνει μέσα ο Ronnie James Dio. Νομίζω ήταν ο Craig Goldie, ο Rudy Sarzo. Εννοώ, ήταν απλά αυτοί οι τύποι που λάτρευα από πάντα. Και ήταν όλοι προσγειωμένοι, σαν κουλ άνθρωποι. Ο Simon Wright, ο ντράμερ. Ήταν απλά τόσο διασκεδαστικό. Κι εγώ και ο Lips ήμασταν σαν fanboys, καθισμένοι στο κρεβάτι, πίνοντας κρασί, και κάνοντας στον Dio όλες αυτές τις ερωτήσεις. Και θυμάμαι, λέγαμε, πώς ήταν με τους RAINBOW; Πώς ήταν με τους BLACK SABBATH και τέτοια;
Και μας είπε όταν ο Richie Blackmore έκανε ακροάσεις σε ντράμερς, ο Cozy Powell μπήκε μέσα. Και είπε ότι ο Richie απλά έπαιζε ένα shuffle, σαν dun-ga-dun-ga-dun-ga-dun-ga-dun-ga-dun. Και όλοι οι ντράμερς έπρεπε να παίξουν μαζί με αυτό και να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Και ο Cozy άρχισε να το κάνει αυτό για περίπου 10 λεπτά. Φυσικά, έπαιζε τέλεια. Οπότε ο Richie συνέχιζε. Και μετά απλά άφησε κάτω τις μπαγκέτες του. Είπε, “τι είδους μαλ**ία τραγούδι είναι αυτό; Αν δεν έχετε δικά σας τραγούδια, δεν ενδιαφέρομαι καν”. Και τότε ο Richie απάντησε, “αυτός είναι ο τύπος που ψάχνουμε. Αυτός είναι”. Οπότε γίναμε καλοί φίλοι, φίλοι με τον Ronnie James Dio. Και μετά ήταν όλο εκείνο το καλοκαίρι που παίζαμε πριν τους Dio, ακόμα και στο Sweden Rock. Οπότε πήγαινα να τους επισκεφθώ αφού είχαν παίξει οι Dio το set τους. Μπήκα εκεί. Και είπα, “hey, ας ανοίξουμε το κόκκινο κρασί”. Και ακόμα και στο Rockwave Festival στην Ελλάδα, ήταν το ίδιο πράγμα. Οπότε γίναμε φίλοι. Ήταν ένας σπουδαίος τύπος. Μου λείπει.
Photo by Elena Vasilaki
Τι θυμάσαι από την εποχή σου με τους MEMENTOMORI; Θα σκεφτόσουν ποτέ να επαναφέρεις αυτή τη μπάντα ή κάτι τέτοιο;
Ποτέ δεν ξέρεις. Δεν πρέπει ποτέ να λες ποτέ σε τίποτα, νομίζω. Εκτός κι αν είναι pop metal, τότε πρέπει να πεις όχι. Όχι, αστειεύομαι. Ο κόσμος ακούει ό,τι θέλει. Το ξέρω, το ξέρω. Εγώ είμαι απλά ένας παλιομοδίτης doom τύπος. Ό,τι να ’ναι. Ο Mike Weed είναι πάντα απασχολημένος, φυσικά, με τον King Diamond. Και δουλεύει πολύ στο στούντιο και τέτοια. Αλλά δεν πρέπει ποτέ να λες ποτέ. Ίσως να μπορούσε να συμβεί κάποια μέρα. Είχαμε προτάσεις να το κάνουμε. Στην πραγματικότητα, έκανα τρία άλμπουμ με τους MEMENTO MORI. Το “Rhymes of Lunacy”, το “Life, Death, and other morbid tales”. Και ποιο ήταν το τελευταίο; Δεν θυμάμαι καν. (“Songs for the apocalypse Vol. IV”) Έκανα τρία άλμπουμ με τους MEMENTO MORI και τρεις συναυλίες. Μία στη Στοκχόλμη, μία στην Κοπεγχάγη, και μία στο Λονδίνο. Αυτό ήταν όλο.
Μία συναυλία για κάθε άλμπουμ.
Ναι, κάπως έτσι. Όχι με αυτή τη σειρά, αλλά αυτό έγινε. Η Black Mark ήταν η Black Mark. Και δεν ξέρω αν η διανομή τους ήταν καλή ή όχι. Αλλά ήταν σχεδόν σαν μόνο οι σκληροπυρηνικοί οπαδοί να πρόσεξαν τα άλμπουμ των MEMENTO MORI. Αλλά μετά ο υπόλοιπος κόσμος όχι.
Πώς ήταν η συνεργασία σου με τους AMONAMARTH; Νομίζω ήταν η πρώτη φορά που τραγούδησες σε άλμπουμ, αν δεν κάνω λάθος.
Μπορεί, ναι. Μπορεί να ήταν. Ήταν διασκεδαστικό. Τους επισκέφθηκα στη Στοκχόλμη για μία από τις συναυλίες τους. Και ήταν σαν οπαδοί, κάναμε πάρτι μετά τη συναυλία και τα λοιπά. Και είπαν, «θα κάνουμε ένα νέο άλμπουμ. Θα ερχόσουν να δουλέψεις με τον Andy Sneap;» Και είπα, «ξέρω τον Andy Sneap. Έπαιξε support σε εμάς με τους SABBAT. Πίσω στο 1988, όταν παίζαμε σε όλα τα κλαμπ στην Αγγλία, είχαμε τους SABBAT ως support. Οπότε τον ξέρω, φυσικά. Θα ήταν διασκεδαστικό να τον επισκεφτώ. Και φυσικά, να τραγουδήσω ένα τραγούδι με εσάς. Αλλά φυσικά, πρέπει να ακούσω το τραγούδι». Και μου έστειλαν ένα πραγματικά doom, βαρύ τραγούδι που λεγόταν “Hel”. Και τότε σκέφτηκα, εντάξει, αυτός τραγουδάει με το growl του. Ίσως μπορώ να κάνω μια μελωδία πάνω στο growl του. Και λειτούργησε. Στην πραγματικότητα τραγούδησα όλο το τραγούδι, και διάλεξαν ό,τι ήθελαν. Είναι το άλμπουμ τους.
Είναι πραγματικά μεγάλοι οπαδοί των CANDLEMASS. Ξέρω ότι οι AMONAMARTH, αν δεν είχαν αυτή την περιοδεία στις ΗΠΑ που κάνουν τώρα, θα ήταν στην Αθήνα για το σόου σου.
ΟΚ. Τέλεια. Ναι. Είναι φίλοι. Εγώ και ο Johan Söderberg πίνουμε μπύρα όλη την ώρα. Δεν μιλάμε καν για μουσική. Μιλάμε μόνο για μπύρες. IPAs. Ναι. Είμαστε nerds με τις IPA. Όλο αυτό με το untapped και «α, αυτή έχει γεύση σαν παλιά λουλούδια».
Ακολουθείς τη σημερινή doommetal σκηνή, ή γενικά τη σημερινή heavymetal σκηνή;
Δηλαδή, όταν ακούω κάτι, υπάρχει αυτή η μπάντα, ω Θεέ μου, οι GOATSNAKE. Αυτό είναι το καλύτερο άλμπουμ που έχω ακούσει τα τελευταία 10 χρόνια. Νομίζω λέγεται “Black Age Blues”, από τους GOATSNAKE. Είναι τόσο βαρύ, και τόσο ωραίο, και με φανταστικά φωνητικά και τα πάντα. Το προτείνω σε όλους. Αλλά φυσικά, πάντα επιστρέφω στα κλασικά μου. Το αγαπημένο μου άλμπουμ όλων των εποχών είναι το TROUBLE “Psalm 9”. Το ακούω κάθε μήνα, τουλάχιστον δύο φορές. Είναι τόσο καλό. Και τα τρία πρώτα άλμπουμ των TROUBLE, “Psalm 9”, “The Skull”, και “Run to the Light”, είναι απλά φανταστικά, φανταστικά άλμπουμ.
Κοιτάζοντας πίσω στον κατάλογο των CANDLEMASS, ποιο άλμπουμ είναι το προσωπικό σου αγαπημένο, και γιατί;
Λοιπόν, για μένα είναι το “Nightfall”. Μου αρέσει πραγματικά το “Nightfall”. Δεν ξέρω πώς έγινε, αλλά ο ήχος των φωνητικών σε αυτό βγήκε πραγματικά καλός. Επίσης, το live άλμπουμ από το 1990, νομίζω. Γιατί δεν ξέραμε ότι μπορείς να «κλέψεις» με τα live άλμπουμ. Οπότε κάναμε πολύ σκληρή πρόβα, και το ηχογραφήσαμε ζωντανά. Αυτό που ακούς είναι αυτό που παίρνεις. Δεν είναι ψεύτικο. Δεν υπάρχει ούτε μία νότα στα φωνητικά μου σε εκείνο το άλμπουμ που να μην τραγουδούσα. Φυσικά, μπορεί να υπήρχε κάτι μικρό στην κιθάρα που έπρεπε να φτιαχτεί, ή στο μπάσο, ή ό,τι άλλο, αλλά δεν ήταν πολλά. Και επίσης κινηματογραφήσαμε εκείνη τη συναυλία. Δηλαδή, βγήκε σε DVD πολλά χρόνια αργότερα.
Αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω, θα διαχειριζόσουν διαφορετικά τη σχέση σου με τη μπάντα;
Δεν μετανιώνω για τίποτα. Ζω με το στομάχι μου, όπως λέω. Όχι με το στομάχι κυριολεκτικά, αλλά με το ένστικτό μου. Αν κάτι με κάνει να νιώθω καλά στο στομάχι, το κάνω. Αν κάτι αρχίσει να με κάνει να νιώθω άσχημα, τότε λέω όχι, ως εδώ. Την πρώτη φορά που έφυγα από τους CANDLEMASS, μου έλεγαν «πρέπει να τραγουδάς με λιγότερο vibrato». Και τότε, είχα μόνο ένα vibrato. Τραγουδούσα στο φουλ vibrato. Αλλά μου άρεσε αυτό που έκανα τότε. Οπότε φυσικά θύμωσα γι’ αυτό, και έφυγα από τη μπάντα. Και τη δεύτερη φορά, όταν θα το κάναμε ξανά, είχαμε ήδη αρχίσει να ηχογραφούμε το “King of the Grey Islands” με τον Andy Sneap, στην πραγματικότητα. Και αρχίσαμε να παίζουμε ξανά χωρίς τα click tracks και τέτοια. Και μετά είχαμε παίξει, νομίζω η τελευταία μου συναυλία ήταν στο Πόρτο Αλέγκρε στη Βραζιλία, με τους CANDLEMASS το 2005, νομίζω 2005. Και είχα πάρει πολύ χρόνο άδεια από τη δουλειά για να μπορέσω να κάνω αυτή τη συναυλία. Οπότε είπα, εντάξει, δεν μπορώ να είμαι σε αυτή την πρόβα, αλλά θα είμαι στην επόμενη, γιατί δουλεύαμε πάνω στα τραγούδια για το άλμπουμ. Και τότε αποφάσισαν, νομίζω ήταν ο Lars και ο Jan, να φεύγουν από τη δουλειά τους μία ώρα νωρίτερα από εμένα. Και είπαν, ας κάνουμε πρόβα νωρίτερα. Και το δοκίμασαν μία φορά. Την επόμενη φορά, μου είπαν, ξέρεις, θα κάνουμε πρόβα νωρίτερα, γιατί δεν θέλουμε να σε περιμένουμε μία ώρα. Κι εγώ ήμουν σε φάση, μέχρι να πάρω το τρένο και το λεωφορείο, η πρόβα σας θα έχει τελειώσει, οπότε δεν μπορώ να έρθω. Και είπαν, δεν μας νοιάζει. Οπότε, τους απάντησα ότι δεν με νοιάζει κι εμένα. Αφού δεν μπορούμε καν να κάνουμε πρόβα μαζί για το άλμπουμ, τα παρατάω. Έτσι παραιτήθηκα ξανά. Όταν τους το είπα ότι θα το κάνω, η απάντησή τους ήταν να κάνω ό,τι θέλω. Και είπα, εντάξει, το αφήνω. Γεια σας. Ίσως να μην ήταν το πιο ώριμο πράγμα που θα έκαναν ενήλικοι άντρες. Αλλά, ξέρεις, είναι σαν, αν δεν μπορούμε καν να κάνουμε πρόβα μαζί για το άλμπουμ, δεν με ενδιαφέρει. Αλλά δεν μετανιώνω. Δεν νομίζω ότι πρέπει να μετανιώνεις για τίποτα. Νομίζω ότι πρέπει απλά να είσαι χαρούμενος που ζεις κάθε μέρα. Ναι. Δόξα τω Θεώ που είσαι ζωντανός και υγιής.
Και δώσε ευκαιρίες στους ανθρώπους. Δηλαδή, νομίζω ότι αυτό που είδαμε το περασμένο Σάββατο θα έπρεπε να το δουν περισσότεροι άνθρωποι, αν με ρωτάς. ΟΚ, ήταν σπουδαίο για το RockHardFestivalGreece, για την πρώτη έκδοση του φεστιβάλ μας. Αλλά δεν νομίζω ότι πρέπει να το κρατήσουμε μόνο για εμάς.
Νομίζω ότι αν υπάρξει η ευκαιρία, η σωστή πρόταση, όπως θες πες το, πρέπει να το δουν πολλοί, πολλοί άνθρωποι. Αυτό είναι το ωραίο με τους CANDLEMASS. Δηλαδή, δεν φτάσαμε στην κορυφή διεθνώς. Αλλά οι CANDLEMASS έκαναν διεθνές breakthrough αρκετά γρήγορα. Ξέρεις, μας ήξεραν στα έντυπα όπως το Kerrang! και σε όλα αυτά τα περιοδικά που υπήρχαν τότε. Οπότε οι CANDLEMASS, θα έλεγα, είναι γνωστοί σε όλο τον κόσμο σήμερα. Όχι σαν μια τεράστια μπάντα. Δεν είναι σαν τους IRON MAIDEN ή κάτι τέτοιο. Αλλά είναι γνωστοί ανάμεσα στους οπαδούς, που αγαπούν τη heavy μουσική, ως ένας από τους δημιουργούς του Doom Metal. Και οπότε θα ήθελα πολύ να το κάνω αυτό για περισσότερους οπαδούς. Αν οι CANDLEMASS το θέλουν, θα το κάνω κι εγώ. Αν μας δώσουν μια καλή πρόταση, οι διοργανωτές μας δώσουν μεγάλα φεστιβάλ. Νομίζω ότι θα είναι κυρίως φεστιβάλ. Γιατί αυτό δεν είναι πράγμα για κλαμπ, πραγματικά, να το κάνεις. Οπότε αν φεστιβάλ θέλουν να κλείσουν τους CANDLEMASS, πρέπει να επικοινωνήσουν με τον Ole Bang, τον μάνατζερ των CANDLEMASS, και να το κανονίσουν.
Το είδες αυτό. Πάνω από 600 άτομα από 40 διαφορετικές χώρες. Συνάντησα κόσμο από Βενεζουέλα, από Σαουδική Αραβία, από Αυστραλία, από Χιλή, Μεξικό, Εσθονία.
Είμαι τόσο ευγνώμων. Είμαι πολύ ευγνώμων γι’ αυτό. Και ίσως σκέφτονται, “ω Θεέ μου, καλύτερα να βιαστούμε, γιατί θα αρχίζουν να μαλώνουν ξανά”. Δεν θα το ξαναδούμε για άλλα 20 χρόνια. Και τότε θα είμαι 77. Και οι άλλοι τύποι είναι πιο μεγάλοι από εμένα.
Θα είναι 80 κι εγώ 77. Νομίζω θα ήταν υπέροχη στιγμή να ξεκινήσει το επόμενο καλοκαίρι αν θέλουν. Αν δεν θέλουν, εντάξει κι αυτό. Θα συνεχίσω με το σόλο άλμπουμ μου. Αλλά για χάρη των οπαδών, για χάρη των οπαδών των CANDLEMASS, αυτοί το κάνουν εδώ και επτά χρόνια με τον Johan τώρα να περιοδεύει, και ακόμα έχουν τη μπάντα τους. Δεν είμαι μέλος της μπάντας τους. Είμαι περισσότερο σαν ένα παλιό μέλος της οικογένειας που έρχεται να επισκεφθεί πότε πότε. Είμαι ακόμα περίεργος; Ναι, είμαι. (γελάει)
Πριν το τέλος, η τελευταία ερώτηση που μου αρέσει πάντα να κάνω είναι: τι συμβουλή θα έδινες στον 18χρονο εαυτό σου;
Να τρως λιγότερες μεγάλες μερίδες. Όχι, γιατί έτσι έχασα βάρος τώρα. Το αριστερό μου γόνατο είναι χάλια. Η πλάτη μου είναι χάλια. Και το ισχίο μου είναι χάλια. Και όσο μεγαλώνεις, τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται χειρότερα. Αρθρίτιδα και όλα αυτά, και πονάει. Οπότε πήγαινα σε φυσικοθεραπευτή, και του έδειξα την κοιλιά μου και είπα, τι πρέπει να κάνω γι’ αυτό; Και είπε, απλώς φάε μικρότερες μερίδες. Οπότε ακολούθησα τη συμβουλή του. Και παλιά έτρωγα, δεν ξέρω, πριν 15 χρόνια, 10 χρόνια, έτρωγα μερίδες ενός κιλού. Αυτό είναι πολύ φαγητό. Και είπε, δεν χρειάζεσαι τόσο πολύ φαγητό. Απλά χρειάζεσαι να χορτάσεις. Και αν αρχίσεις να τρως μικρότερες μερίδες, θα χάσεις βάρος. Και αυτό έγινε. Άρχισα απλά να παίρνω αυτά τα lunchboxes και να τα κάνω όλο και μικρότερα. Και τώρα έχω κατέβει περίπου στα 400 γραμμάρια αντί για ένα κιλό. Οπότε είναι διαφορά. Και μετά βρήκα αυτό το δωρεάν, υπέροχο, είδα αυτή τη διαφήμιση στο YouTube, όχι, στο Facebook. Tai Chi, να κάνω Tai Chi. Και άρχισα να το κάνω. Αυτό βοηθάει επίσης. Θα πολεμήσω τον Kung Fu Panda όταν γίνω καλύτερα.
Φανταστικά. Σε ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου, Messiah. Είμαστε ευγνώμονες γι’ εκείνο το σόου, τόσο σε εσένα όσο και στους CANDLEMASS. Ήταν μια πραγματικά μοναδική εμπειρία. Σου είπα τη γνώμη μου, την ταπεινή και ειλικρινή γνώμη μου, πριν το σόου, μετά το σόου, τώρα. Σε ευχαριστούμε για ό,τι μας πρόσφερες.
Και ευχαριστώ όλους τους οπαδούς σε όλο τον κόσμο. Τους οπαδούς των CANDLEMASS, σας αγαπώ. Εννοώ, είστε οι καλύτεροι. Ελπίζω να έχω την ευκαιρία να τραγουδήσω ξανά με τους CANDLEMASS. Κι αν όχι, τότε απλά θα πρέπει να έρθετε να δείτε τη σόλο μπάντα μου.
ΟΝΟΜΑΑΛΜΠΟΥΜ: “The Carnival Bizarre” – CATHEDRAL ΕΤΟΣΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Earache ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Kit Woolven ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Lee Dorrian – φωνητικά,
Garry Jennings – κιθάρες, mellotron
Leo Smee – μπάσο, mellotron
Brian Dixon – τύμπανα
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, το doom metal χωριζόταν σε δύο ακραίες κατευθύνσεις: οι παραδοσιακοί που προσκολλούνταν στις ρίζες των SABBATH όπως οι SOLITUDE AETERNUS, SLEEP, TROUBLE κτλ. και οι καινοτόμοι που έσπρωχναν προς το sludge, το death/doom ή το psychedelic stoner rock όπως ήταν οι MY DYING BRIDE, MONSTER MAGNET, CROWBAR, EYEHATEGOD κτλ. Το ‘The Carnival Bizarre’ των CATHEDRAL έφτασε την ιδανική στιγμή για να ενώσει αυτές τις δύο κατευθύνσεις.
Το τρίτο άλμπουμ της μπάντας αποδεικνύει μια σίγουρη ανανέωση του ήχου τους. Ενώ το “Forest of Equilibrium” έβαζε τις βάσεις του funeral doom, το “The Carnival Bizarre: φλερτάρει τόσο με το επικό όσο και το γκροτέσκο στοιχείο. Τα riff του Garry Jennings είναι μνημειώδη, εμποτισμένα με SABBATH, αλλά επαναπροσδιορισμένα με μια πιο πυκνή, πιο groovy πινελιά. Η φωνητική προσέγγιση του Lee Dorrian, που είναι εξίσου εσωστρεφής και θεατρική, σαν να είναι όντως ο παρουσιαστής ενός καρναβαλιού, προσδίδει μια έξτρα εκκεντρικότητα στη επιθετικότητα της φωνής του.
Υπό την εποπτεία του έμπειρου παραγωγού Kit Woolven (1951-2022) που είχε δουλέψει με μπάντες όπως ANATHEMA, THIN LIZZY, CRADLE OF FILTH, οι CATHEDRAL αποφεύγουν τον λασπώδη ήχο του ντεμπούτου τους, χωρίς να χάσουν την doom ουσία τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα άλμπουμ που δεν είναι μόνο heavy, αλλά και παράξενα έντονο, ζωντανό, απειλητικό — σαν να παρακολουθούμε μια ταινία τρόμου να ξετυλίγεται μπροστά μας σε technicolor ή σαν να περιπλανιόμαστε σε ένα στοιχειωμένο λούνα παρκ όπου κάθε τραγούδι είναι και μια ξεχωριστή αλλά πάντα ζοφερή attraction.
Κομμάτια που θα ξεχώριζα προσωπικά είναι το “Vampire Sun”, ίσως ο καλύτερος τρόπος για να αρχίσει ο δίσκος, με την κιθάρα του Garry Jennings να ακούγεται σαν καλπασμός αλόγου μέσα σε SABBATH κοιλάδες και να μας κάνει να κάνουμε ατέλειωτο headbanging με ένα δυνατό σόλο, καθώς και το “Hopkins (The Witchfinder General)”, σίγουρα το πιο πιασάρικο τραγούδι της δισκογραφίας τους και που δεν θα έπρεπε να λείπει από το set list οποιουδήποτε metal DJ που σέβεται τον εαυτό του. Τι καλύτερο από το να κάνεις headbanging υπό την φωνή του Vincent Price, μιας που το κομμάτι είναι εμπνευσμένο από την ζωή του πραγματικού κυνηγού μαγισσών Matthew Hopkins και από την ομώνυμη ταινία του 1968.
Τι να πούμε για το “Utopian Blaster” όπου τόσο η κιθάρα του Jennings όσο και το σόλο του Tony Iommi (ναι, ο μαέστρος ήρθε να ευλογήσει τους μαθητές του) μας τινάζουν τα μυαλά στον αέρα. Παρεμπιπτόντως, μου φαίνεται ή όντως το κομμάτι είναι σαν να κλείνει το μάτι στο “Supernaut” των BLACK SABBATH;
Οι οπαδοί του H.P. Lovecraft και των ταινιών τρόμου έχουν την τιμητική τους στο κομμάτι “Night of the Seagulls”, το οποίο είναι εμπνευσμένο από την ομώνυμη Ισπανική ταινία του 1975 που με την σειρά της είχε βασιστεί σε ένα διήγημα του γνωστού Αμερικανού συγγραφέα. Το απόλυτο ηχητικό συμπλήρωμα για μια ταινία τρόμου.
Θα ξεχώριζα τέλος το κομμάτι “Blue Light” μιας που φαίνεται αρχικά να μην ταιριάζει με τα υπόλοιπα κομμάτια του δίσκου μιας που αποπνέει μια εντελώς ψυχοδελική spaced out ατμόσφαιρα, χάρη και στο mellotron, που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι μόλις έφαγες κάποια ειδικά μανιτάρια.
Ίσως ο πιο ολοκληρωμένος και μεστός δίσκος της καριέρας τους. Αν και μετέπειτα θα πειραματίζονταν ακόμα πιο πολύ, δεν θα έφταναν στα ίδια επίπεδα εξισορρόπησης μεταξύ εμπορικότητας και ποιότητας όπως εδώ. Εάν κάποιος με ρωτούσε με ποιον δίσκο να ξεκινούσε την γνωριμία του με την μπάντα, θα του συνιστούσα αναμφίβολα αυτόν.
This mode enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode
Improves website's visuals
This mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode
Helps to focus on specific content
This mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode
Reduces distractions and improve focus
This mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode
Allows using the site with your screen-reader
This mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Online Dictionary
Readable Experience
Content Scaling
Default
Text Magnifier
Readable Font
Dyslexia Friendly
Highlight Titles
Highlight Links
Font Sizing
Default
Line Height
Default
Letter Spacing
Default
Left Aligned
Center Aligned
Right Aligned
Visually Pleasing Experience
Dark Contrast
Light Contrast
Monochrome
High Contrast
High Saturation
Low Saturation
Adjust Text Colors
Adjust Title Colors
Adjust Background Colors
Easy Orientation
Mute Sounds
Hide Images
Hide Emoji
Reading Guide
Stop Animations
Reading Mask
Highlight Hover
Highlight Focus
Big Dark Cursor
Big Light Cursor
Cognitive Reading
Virtual Keyboard
Navigation Keys
Voice Navigation
Accessibility Statement
rockhard.gr
April 25, 2026
Compliance status
We firmly believe that the internet should be available and accessible to anyone, and are committed to providing a website that is accessible to the widest possible audience,
regardless of circumstance and ability.
To fulfill this, we aim to adhere as strictly as possible to the World Wide Web Consortium’s (W3C) Web Content Accessibility Guidelines 2.1 (WCAG 2.1) at the AA level.
These guidelines explain how to make web content accessible to people with a wide array of disabilities. Complying with those guidelines helps us ensure that the website is accessible
to all people: blind people, people with motor impairments, visual impairment, cognitive disabilities, and more.
This website utilizes various technologies that are meant to make it as accessible as possible at all times. We utilize an accessibility interface that allows persons with specific
disabilities to adjust the website’s UI (user interface) and design it to their personal needs.
Additionally, the website utilizes an AI-based application that runs in the background and optimizes its accessibility level constantly. This application remediates the website’s HTML,
adapts Its functionality and behavior for screen-readers used by the blind users, and for keyboard functions used by individuals with motor impairments.
If you’ve found a malfunction or have ideas for improvement, we’ll be happy to hear from you. You can reach out to the website’s operators by using the following email
Screen-reader and keyboard navigation
Our website implements the ARIA attributes (Accessible Rich Internet Applications) technique, alongside various different behavioral changes, to ensure blind users visiting with
screen-readers are able to read, comprehend, and enjoy the website’s functions. As soon as a user with a screen-reader enters your site, they immediately receive
a prompt to enter the Screen-Reader Profile so they can browse and operate your site effectively. Here’s how our website covers some of the most important screen-reader requirements,
alongside console screenshots of code examples:
Screen-reader optimization: we run a background process that learns the website’s components from top to bottom, to ensure ongoing compliance even when updating the website.
In this process, we provide screen-readers with meaningful data using the ARIA set of attributes. For example, we provide accurate form labels;
descriptions for actionable icons (social media icons, search icons, cart icons, etc.); validation guidance for form inputs; element roles such as buttons, menus, modal dialogues (popups),
and others. Additionally, the background process scans all the website’s images and provides an accurate and meaningful image-object-recognition-based description as an ALT (alternate text) tag
for images that are not described. It will also extract texts that are embedded within the image, using an OCR (optical character recognition) technology.
To turn on screen-reader adjustments at any time, users need only to press the Alt+1 keyboard combination. Screen-reader users also get automatic announcements to turn the Screen-reader mode on
as soon as they enter the website.
These adjustments are compatible with all popular screen readers, including JAWS and NVDA.
Keyboard navigation optimization: The background process also adjusts the website’s HTML, and adds various behaviors using JavaScript code to make the website operable by the keyboard. This includes the ability to navigate the website using the Tab and Shift+Tab keys, operate dropdowns with the arrow keys, close them with Esc, trigger buttons and links using the Enter key, navigate between radio and checkbox elements using the arrow keys, and fill them in with the Spacebar or Enter key.Additionally, keyboard users will find quick-navigation and content-skip menus, available at any time by clicking Alt+1, or as the first elements of the site while navigating with the keyboard. The background process also handles triggered popups by moving the keyboard focus towards them as soon as they appear, and not allow the focus drift outside it.
Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Disability profiles supported in our website
Epilepsy Safe Mode: this profile enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode: this mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode: this mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode: this mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode: this mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Keyboard Navigation Profile (Motor-Impaired): this profile enables motor-impaired persons to operate the website using the keyboard Tab, Shift+Tab, and the Enter keys. Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Additional UI, design, and readability adjustments
Font adjustments – users, can increase and decrease its size, change its family (type), adjust the spacing, alignment, line height, and more.
Color adjustments – users can select various color contrast profiles such as light, dark, inverted, and monochrome. Additionally, users can swap color schemes of titles, texts, and backgrounds, with over seven different coloring options.
Animations – person with epilepsy can stop all running animations with the click of a button. Animations controlled by the interface include videos, GIFs, and CSS flashing transitions.
Content highlighting – users can choose to emphasize important elements such as links and titles. They can also choose to highlight focused or hovered elements only.
Audio muting – users with hearing devices may experience headaches or other issues due to automatic audio playing. This option lets users mute the entire website instantly.
Cognitive disorders – we utilize a search engine that is linked to Wikipedia and Wiktionary, allowing people with cognitive disorders to decipher meanings of phrases, initials, slang, and others.
Additional functions – we provide users the option to change cursor color and size, use a printing mode, enable a virtual keyboard, and many other functions.
Browser and assistive technology compatibility
We aim to support the widest array of browsers and assistive technologies as possible, so our users can choose the best fitting tools for them, with as few limitations as possible. Therefore, we have worked very hard to be able to support all major systems that comprise over 95% of the user market share including Google Chrome, Mozilla Firefox, Apple Safari, Opera and Microsoft Edge, JAWS and NVDA (screen readers).
Notes, comments, and feedback
Despite our very best efforts to allow anybody to adjust the website to their needs. There may still be pages or sections that are not fully accessible, are in the process of becoming accessible, or are lacking an adequate technological solution to make them accessible. Still, we are continually improving our accessibility, adding, updating and improving its options and features, and developing and adopting new technologies. All this is meant to reach the optimal level of accessibility, following technological advancements. For any assistance, please reach out to