Saturday, April 25, 2026




Home Blog Page 58

A day to remember… 5/9 [STRATOVARIUS]

0
Stratovarius

Stratovarius

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Stratovarius” – STRATOVARIUS
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Sanctuary / Mayan
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Timo Tolkki
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρες: Timo Tolkki
Φωνητικά: Timo Kotipelto
Μπάσο: Jari Kainulainen
Πλήκτρα: Jens Johansson
Τύμπανα: Jörg Michael

Πέρασαν 20 χρόνια από το μακρινό 2005 που κυκλοφόρησε το ομότιτλο άλμπουμ των Φινλανδών πρωτοπόρων του power metal, και η πρώτη μου σκέψη για τον εν λόγω δίσκο είναι η ανάμνηση της συνέντευξης που είχα πάρει ως συντάκτης γνωστού webzine της εποχής σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας από τους Timo Kotipelto (φωνή) και Jens Johansson (πλήκτρα), οι οποίοι είχαν επισκεφτεί την χώρα μας στο πλαίσιο μιας ακριβής καμπάνιας προώθησης του δίσκου από την τότε -υπογράφω οποία μπάντα θέλω- Sanctuary Records.

Για να καταλάβει κανείς τον συγκεκριμένο δίσκο -κατά κοινή ομολογία τον πιο αδύναμο της καριέρας τους- πρέπει να ανατρέξει στα γεγονότα της εποχής. Χωρίς να χρειαστεί αναλυτικό μάθημα ιστορίας, να αναφέρουμε μόνο μερικά κομβικά σημεία: οι STRATOVARIUS αμέσως μετά την κυκλοφορία των δύο “Elements” (2003) και τη λήξη της συνεργασίας τους με την Nuclear Blast Records, υπέγραψαν το πιο μεγάλο συμβόλαιο της καριέρας τους με την Sanctuary Records, η οποία παρεμπιπτόντως είχε απορροφήσει και τον κατάλογο της Noise Records, στην οποία είχαν δισκογραφήσει παλιότερα οι Strats, και βέβαια είχε κυκλοφορήσει τα 2 Keeper των HELLOWEEN και τέλος πάντων ξέρετε οι περισσότεροι ποια ήταν η Noise. Η Sanctuary λοιπόν, την ίδια περίοδο είχε στο roster της προσθέσει μεγάλα ονόματα της σκηνής (BRUCE DICKINSON, GAMMA RAY κ.α.)

Το συγκεκριμένο μεγάλο συμβόλαιο οδήγησε σε μια σειρά από ατυχή γεγονότα που ουδεμία σχέση είχαν με τη μουσική και δεν θα τα αναφέρω. Ο δίσκος κυκλοφόρησε μετά την αναταραχή που υπήρξε στις τάξεις των μελών της μπάντας «γιορτάζοντας» το πόσο ενωμένοι (not) υπήρξαν μετά από τα γεγονότα αυτά, υπάρχουν μάλιστα και σαφείς αναφορές σε αυτό στο τραγούδι που κλείνει τον δίσκο (“United”), ένα τραγούδι που ακούγεται σαν να έβαλε κάποιος μαζί τα “Wings of Tomorrow” των Strato και το “Warriors of the World” των MANOWAR.

Το αρνητικό κλίμα φάνηκε από την αρχή, καθώς αμέσως μετά την κυκλοφορία του δίσκου και πριν την παγκόσμια περιοδεία αποχώρησε το δεύτερο πιο παλιό -τότε- μέλος της μπάντας, ο θρυλικός Jari Kainulainen (μετέπειτα EVERGREY, MASTERPLAN) που βρισκόταν στους STRATOVARIUS από την εποχή του “Dreamspace”. Δεύτερο ανησυχητικό στοιχείο ότι ο ιθύνων νους μέχρι τότε του σχήματος, Timo Tolkki, σύμφωνα με τις δικές του δηλώσεις αποκόπηκε από τις περισσότερες συνεντεύξεις προώθησης του δίσκου (και στην χώρα μας) και φάνηκε ότι τα ηνία ανέλαβαν οι Kotipelto / Johansson, γεγονός που αποτέλεσε προοικονομία της διάσπασης του 2008 και τη φυγή του TT από το σχήμα.

Το μαύρο εξώφυλλο του δίσκου όπως και η απουσία τίτλου αλλά και η τεχνοτροπία της παραγωγής σύμφωνα με φήμες ήθελαν να δημιουργήσουν κάτι σαν το “Black Album” (!) των METALLICA. Το υλικό στο δίσκο έχει ελάχιστη σχέση με το γνωστό επικολυρικό power metal της κλασσικής περιόδου των Φινλανδών. Mid-tempo κομμάτια ως επι το πλείστον, με θετικό στοιχείο κάποιες αναφορές στην πρώτη περίοδο του σχήματος (βλέπε το κεντρικό riff και γενικότερα την κιθαριστική δουλειά του του Tolkki στο “Maniac Dance” με επιρροές “Break the Ice” εποχής “Twilight Time” (δηλαδή…METALLICA!) ή το “Just Carry on” που λειτουργεί κάπως σαν θλιμμένο sequel του “Hold on to your dream” από το “Dreamspace”), καθώς και ορισμένα σημεία όπως το γλυκόπικρο αργοσυρτο chorus στο “Leave the Tribe”, μια φιλότιμη προσπάθεια να ξαναγράψουν ένα “Forever” στο «The Land of Ice and Snow» και το progressive chorus στο “Back to Madness”. Κατά τα άλλα υπάρχουν μεν οι μελωδίες του Tolkki από εδώ και από εκεί που στολίζουν τα τραγούδια όπως πάντα, αλλά ο δίσκος ακούγεται κάπως προχειρογραμμενος και «άδειος». Τα drums είναι διεκπεραιωτικά, τα πλήκτρα σχεδόν ανύπαρκτα, σε αντιδιαστολή όμως με όλα αυτά η παραγωγή είναι κορυφαία, ογκώδης, δυνατή και ακούγεται σύγχρονη μέχρι και σήμερα.

20 χρόνια μετά σε πιάνει μια στεναχώρια ακούγοντας τον δίσκο καθώς αποτελεί το τέλος εποχής του Timo Tolkki, αλλά και του Jari Kainulainen, των μοναδικών δηλαδή μελών που υπήρχαν στο σχήμα από την εποχή του “Dreamspace”, ένας δίσκος που παρά τα όποια θετικά του παρουσιάζει χτυπητές αδυναμίες και με τον οποίο μπαίνει ουσιαστικά η ταφόπλακα στο τεράστιο εμπορικό status που είχε τότε αποκτήσει η μπάντα την προηγούμενη δεκαετία από την κυκλοφορία του. Το “Stratovarius” είναι για τους STRATOVARIUS το μουσικό αντίστοιχο της τελευταίας ημέρας μιας πολύχρονης σχέσης που δεν κατέληξε καλά, η διάψευση των προσδοκιών για ένα σχήμα που αν συνέχιζε αλλιώς σήμερα θα απολάμβανε επιτυχία αντίστοιχη με των HELLOWEEN. Όπως έχουμε ξαναπεί, μετά τις αλλαγές που ακολούθησαν, κράτησε μεν ένα μεγάλο μέρος του fanbase και της αξιοπρέπειας στο χώρο αλλά δεν έφτασε ποτέ ξανά την συνθετική ή εμπορική επιτυχία της περιόδου 1994-2004.

Did you know that:

  • Technically speaking to “Stratovarius” είναι ο τελευταίος επίσημος δίσκος του Timo Tolkki με το σχήμα, αλλά επί της ουσίας η πραγματικά τελευταία του σελίδα με τους Strats ήταν το demo του ακυκλοφόρητου full άλμπουμ “Revolution Renaissance” που παρότι ανακοινώθηκε, δεν κυκλοφόρησε ποτέ ως STRATOVARIUS αλλά ως το μετέπειτα προσωπικό σχήμα του Tolkki. Παρότι demo άλμπουμ, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον η ακρόαση όλων αυτών των κομματιών παιγμένα από τους STRATOVARIUS αντί για τους guest της επίσημης κυκλοφορίας (μεταξύ των οποίων και τον Kiske).

Δημήτρης Μελίδης

A day to remember… 5/9 [HYPOCRISY]

0
Hypocrisy

Hypocrisy

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Virus” – HYPOCRISY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Peter Tägtgren
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, κιθάρες, πλήκτρα – Peter Tägtgren
Μπάσο – Mikael Hedlund
Κιθάρες – Andreas Holma
Τύμπανα – Reidar “Horgh” Horghagen

Μετά την αμφιλεγόμενη απόπειρα να ακουστούν πιο mainstream με το “Catch 22” και το χλιαρό “The Arrival”, οι HYPOCRISY επέστρεψαν το 2005 με το “Virus”. Κι εκεί που φαινόταν πως οι Σουηδοί ότι είχαν χάσει τη δυναμική και την ορμή που είχαν στο τέλος των 90s/ αρχές των 00s, ήρθε το δέκατο άλμπουμ να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Το “Virus” είναι μια ολική επαναφορά. Το νέο line-up μάλιστα με τις προσθήκες του Andreas Holma και του Horgh (ex-IMMORTAL) φάνηκε να δίνει την απαιτούμενη νέα ενέργεια στη μπάντα.

Από την πρώτη στιγμή και μετά το σύντομο intro, η παρέα του Peter Tägtgren δείχνει ξεκάθαρα τις άγριες διαθέσεις της με το απίστευτο “Warpath”. Πραγματικά, καλύτερη έναρξη από αυτό, δεν θα μπορούσε να έχει το άλμπουμ. Οι πειραματισμοί έχουν πάει περίπατο και η μπάντα επικεντρώνεται στην ουσία του ήχου της. Επιθετικά riffs, γρήγοροι ρυθμοί και brutal καταστάσεις σε απόλυτη αρμονία με τη μελωδία και τις σκοτεινές ατμόσφαιρες. Υλικό που ντύνει ιδανικά τη θεματολογία του δίσκου στην οποία ο Peter Tägtgren παρομοιάζει την ανθρωπότητα ως έναν “ιό” που πρέπει να εξαλειφθεί.

Τα highlights του δίσκου είναι πολλά. Πέραν του εναρκτήριου, έχουμε το “Scrutinized”, με το καταιγιστικό thrash riffing και το guest solo του Gary Holt (EXODUS), το επικό και μελωδικό “Fearless”, τα κτηνώδη “Carving For Another Killing”, “Compulsive Psychosis” και “Blooddrenched”, αλλά και τα πιο mid-tempo και σκοτεινά “Let The Knife Do The Talking” και “A Thousand Lies”. Και φυσικά το μπαλαντοειδές και συναισθηματικό “Living To Die”, με το οποίο κλείνει το άλμπουμ με ξεχωριστό τρόπο, όπως το έχουν κάνει άλλωστε ξανά και στο παρελθόν.

Σχετικά με την απόδοση της μπάντας, καμία έκπληξη δεν προκαλεί ο Tägtgren, ο οποίος αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ότι είναι χαμαιλέοντας πίσω από το μικρόφωνο, με τα φωνητικά του να κυμαίνονται από βαθιά growls, τσιρίγματα μέχρι και καθαρά. Ο Hedlund είναι ο συνήθης αφανής ήρωας με το μπάσο του, ενώ ο νεοεισελθών Andreas Holma συνεισφέρει και συνθετικά στο άλμπουμ. Τελευταίο και όχι τυχαία, αφήνω τον επίσης καινούργιο στη μπάντα Horgh, ο οποίος στα drums πραγματικά απογείωσε τη μπάντα. Η ταχύτητα και η επιθετικότητα που έδωσε στους HYPOCRISY έλειπαν εξόφθαλμα τα τελευταία χρόνια με την παρουσία του Lars Szöke, και πλέον επιστρέφουν δριμύτερες, απελευθερώνοντας συνθετικά τον Tägtgren και δίνοντας πίσω στη μπάντα στοιχεία τα οποία ήταν χαρακτηριστικά του ήχου της.

Είκοσι χρόνια μετά, το “Virus” στέκει ακόμα αγέρωχο και έχει αποκτήσει επάξια μια θέση ανάμεσα στα κορυφαία άλμπουμς της δισκογραφίας των Σουηδών. Ο Tägtgren ακολουθεί τη γνωστή συνταγή και χτίζει με μαεστρία ένα δίσκο που όχι μόνο περιέχει μερικά από τα καλύτερα τραγούδια της καριέρας τους, αλλά αποδεικνύει κιόλας πως οι HYPOCRISY μπορούν να “ξαναγεννηθούν”.

Θανάσης Μπόγρης

Ο Gus G στον Bwin Sport FM 94,6, για το Rock Hard Festival Greece

0
Gus G

Gus G

Ο Gus G, που θα εμφανιστεί στο Rock Hard Festival Greece με τους Gus G & Friends (δηλαδή τους Ronnie Romero, David Ellefson, Tore Ostby και Roy Khan), μίλησε στον Bwin Sport Fm 94,6 και στην εκπομπή “Πρεσάρισμα” με τον Βάιο Τσούτσικα και τον Μιχάλη Τσώχο.

Ακούστε τι είπε (ξεκινάει από το 1.26.25):

WEATHER SYSTEMS (feat. ex-ANATHEMA members): Live σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη

0
Weather

Weather

WEATHER SYSTEMS (U.K)

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025 – Θεσσαλονίκη – Principal Club Theater @ Mylos Area

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025 – Αθήνα – Gagarin 205 Live Music Space

“Οι WEATHER SYSTEMS φέρνουν την κληρονομιά των ANATHEMA σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα”

Οι WEATHER SYSTEMS, το νέο συγκρότημα δύο πρώην μελών των ANATHEMA του Daniel Cavanagh και του Daniel Cardoso, έρχονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025 στην Θεσσαλονίκη στο Principal Club Theater @ Mylos Area και την Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025  στην Αθήνα στο Gagarin 205 Live Music Space, για δύο συναυλίες που αναμένονται να είναι από τις πιο συγκινητικές της χρονιάς για το ελληνικό κοινό. Μετά την παύση των ANATHEMA, το όνομα των οποίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία του ατμοσφαιρικού death / doom metal αρχικά, αλλά και του progressive rock / metal  στην μετέπειτα καριέρα τους, οι Daniel Cavanagh και Daniel Cardoso επέστρεψαν με νέο σχήμα και υπόσχονται δύο shows γεμάτα συναισθήματα, δυνατές στιγμές και πολλά από τα πιο αγαπημένα τραγούδια των ANATHEMA.

Η σχέση των ANATHEMA με την Ελλάδα είναι ξεχωριστή. Από τις πρώτες εμφανίσεις τους στη χώρα μέχρι τις sold-out συναυλίες τους σε αθηναϊκές και φεστιβαλικές σκηνές, το ελληνικό κοινό υπήρξε πάντα από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές τους, κάτι που αναγνωρίζει και ο ίδιος ο Daniel Cavanagh, έχοντας δηλώσει επανειλημμένως ότι η Ελλάδα αποτέλεσε δεύτερο σπίτι για τους ANATHEMA. Τώρα, οι WEATHER SYSTEMS έρχονται για να συνεχίσουν αυτή την ιδιαίτερη σχέση, φέρνοντας μαζί τους το πνεύμα και την κληρονομιά των ANATHEMA, αλλά και νέο υλικό από το ντεμπούτο άλμπουμ τους “Ocean Without A Shore”. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το όνομα του νέου σχήματος του αγαπημένου του ελληνικού κοινού, Daniel Cavanagh προέρχεται από τίτλο άλμπουμ του προηγούμενου γκρουπ του καθώς και ότι υπάρχουν τραγούδια στο “Ocean Without A Shore” που είναι συνέχεια τραγουδιών των ANATHEMA.

Το συγκρότημα, στο οποίο συμμετέχει και ο Daniel Cardoso, ντράμερ και παραγωγός της τελευταίας περιόδου των ANATHEMA, δεν κρύβει ότι η μουσική του αποτελεί τη φυσική συνέχεια του συγκροτήματος που σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά ακροατών. Ο ίδιος ο Daniel Cavanagh παρομοιάζει τους WEATHER SYSTEMS με το “House Of The Dragon” σε σχέση με το “Game Of Thrones”. “Μέρος του ίδιου κόσμου, αλλά μια νέα ιστορία”.

Οι συναυλίες της 29ης και 30ης Νοεμβρίου 2025 σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, θα είναι μια σπάνια ευκαιρία για να ξαναζήσει το ελληνικό κοινό τις συγκινήσεις που του χάρισε η μουσική των ANATHEMA αλλά και να έρθει σε επαφή από κοντά με το νέο κεφάλαιο στη μουσική σταδιοδρομία του Daniel Cavanagh καθώς αυτό εξελίσσεται. Δυο ατμοσφαιρικές βραδιές γεμάτες συναισθηματική ένταση, μαγευτικές μελωδίες και τραγούδια που έχουν αγαπηθεί όσο λίγα από το ελληνικό κοινό, αλλά και νέο υλικό που ήδη θεωρείται αντάξιό τους.

Στις 29 και 30 Νοεμβρίου 2025, οι WEATHER SYSTEMS γράφουν την αρχή ενός νέου ταξιδιού σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα και προσκαλούν τους φίλους των ANATHEMA να γίνουν μέρος αυτών των ξεχωριστών βραδιών.

Ώρα έναρξης: 22:00 – Τιμές εισιτηρίων: 30 Ευρώ (Περιορισμένη προπώληση) – 33 Ευρώ (Λοιπή προπώληση) – 35 Ευρώ (Ταμείο)

Online προπώληση εισιτηρίων: www.ticketservices.gr

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σύντομα θα ξεκινήσει και η προπώληση εισιτηρίων μέσω των παρακάτω φυσικών σημείων πώλησης σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα.

 

Προπώληση Εισιτηρίων ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

The Nephilim Metal MusicStore (Πατριάρχου Ιωακείμ 17, Θεσσαλονίκη / Κιν: 6947017720)

Alone Music Store (Γ. Θεοχάρη 2, Θεσσαλονίκη / Τηλ: 2310-266772)

Café Bar Διώροφον (Κερασούντος 81, Καλαμαριά – Θεσσαλονίκη / Τηλ: 2310-453998)

 

Προπώληση Εισιτηρίων ΑΘΗΝΑ

Ticket Services (Πανεπιστημίου 39 (Στοά Πεσμαζόγλου), Αθήνα / Τηλ: 210-7234567)

Metal Era (Εμμανουήλ Μπενάκη 22, Αθήνα / Τηλ: 210-3304133)

Reload Store (Ακαδημίας 81, Αθήνα / Τηλ: 210-3801464)

Bowel Of Noise (Θεμιστοκλέους 25, Αθήνα / Τηλ. 210-3846783)

Le Disque Noir (Θεμιστοκλέους 29, Αθήνα / Τηλ: 211 2143554)

Cinema Libre Filmstore (Θεμιστοκλέους 34, Αθήνα / Τηλ: 210-3803833)

Monsterville (Αγίας Ειρήνης 13, Μοναστηράκι / Τηλ: 210-3648180)

CANDLEMASS: An …opener countdown!

0
Candlemass

Candlemass

Το Rock Hard Festival έχει τη μεγάλη χαρά και την ακόμη μεγαλύτερη τιμή, να φιλοξενεί, ως headliners της δεύτερης μέρας του, τους τεράστιους CANDLEMASS. Τους δημιουργούς του επικού doom metal, μια από τις σπουδαιότερες, σε καλλιτεχνική αξία και συνεισφορά/σημασία, μπάντες που ανέδειξε η ευρωπαϊκή ήπειρος. Αυτό όμως που κάνει ξεχωριστή την εμφάνισή τους στο φεστιβάλ μας, δεν είναι άλλο από τη μοναδική, «μια κι έξω», παρουσία του θεόρατου Messiah Marcolin στο μικρόφωνο. Όπως ξεκαθάρισε και ο αρχηγός Leif Edling, δεν πρόκειται να υπάρξουν άλλα shows με αυτήν την σύνθεση, δεν πρόκειται να υπάρξει περιοδεία, ούτε δίσκος. Όποιος βρίσκεται στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων, στις 13 Σεπτεμβρίου, θα γίνει μάρτυρας και κοινωνός ενός ιστορικού συμβάντος.

Με την ευκαιρία αυτή, ξανακούσαμε την δισκογραφία των Σουηδών και συγκρίναμε, μεταξύ τους, τα εναρκτήρια τραγούδια κάθε δίσκου, φτιάχνοντας αυτό το ιδιαίτερο “worst to best” παιχνιδάκι, μιας και μας αρέσει ιδιαίτερα αυτή η διαδικασία. Πάμε λοιπόν να δούμε ποιο είναι το «χειρότερο», ποιο το «καλύτερο» CANDLEMASS opener και ποια θέση καταλαμβάνουν τα υπόλοιπα, ευθύς αμέσως. Όσο για τα περαιτέρω, ραντεβού από κοντά, στο Rock Hard Festival.

Doomor be doomed!

  1. Droid (“From the 13th Sun”, 1999)
    “Who knows the troubled one that knows? Prophets come and prophets go…”

Το “From the 13th Sun” έμελλε να είναι ο δεύτερος και τελευταίος δίσκος, όπου ο Leif Edling απέβαλε κάθε τι το επικό από τη μουσική των CANDLEMASS, κρατώντας μοναχά τον αρχέτυπο BLACK SABBATH ήχο και ενσωματώνοντας στοιχεία που τα βρίσκουμε σε stoner συγκροτήματα. Άλλη συζήτηση αυτή, αλλά το αν μας αρέσει τόσο το άλμπουμ αυτό όσο και ο προκάτοχός του, το “Dactylis Glomerata”, δεν έχει να κάνει με την αξία των συνθέσεων, αλλά με το πόσο μας αρέσει γενικά το συγκεκριμένο στυλ και πόσο ανοικτοί είμαστε σε πειραματισμούς και αλλαγές. Ωραίο κομμάτι είναι το “Droid”, διόλου άσχημο θα το χαρακτήριζα, προσκυνά το “Vol.4”, αλλά δυστυχώς για αυτό, θα βρεθεί στην τελευταία θέση… καταϊδρωμένο.

  1. Wizard of the Vortex (“Sweet evil sin”, 2022)
    “Like a sphinx in silver light you held the deep…”

Είναι το “Sweet evil sin” ο χειρότερος δίσκος της μπάντας, κατά τις περιόδους 1986 – 1992 και 2005 – σήμερα; Είναι. Κι αν δε θες να μεταχειριστείς τον χαρακτηρισμό «χειρότερος», χρησιμοποίησε το «πιο safe» ή το «πιο βαρετός», το ίδιο κάνει. Το βασικό riff του “Wizard of the Vortex” και η γρεζαριστή ερμηνεία του Johan Längquist θα με «ψάρωναν», ίσως, αν ήμουν 14 ετών, αλλά δε φταίω εγώ που ο χρόνος είναι πανδαμάτορας και μεγαλώνουμε. Πάντως, θα γλυτώσει τον «πάτο», γιατί είναι πιο… CANDLEMASS, από το “Droid”.

  1. Splendor demon majesty (“The door to doom”, 2019)
    “Good morning, demon majesty, what a diamond you are…”

H επιστροφή της φωνής του “Epicus, doomicus, metallicus”, Johan Längquist, μάλλον συνοδεύτηκε από απαιτήσεις και επιθυμίες που δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορούσαν να τις εκπληρώσουν οι Σουηδοί. Το “The door to doom” έλαβε λοιπόν από μερίδα οπαδών σχόλια που δεν του άξιζαν. «Μέτριο», «απογοητευτικό», «βαρετό» ήταν μερικά από τα επίθετα που το «στόλισαν», προφανέστατα μετά από σύγκριση… με τι; Με το “Epicus…”, λόγω φωνητικών; Με τα άλμπουμ του Lowe; Του Messiah; Τι να πω… Προσωπικά πάντως το βρήκα αξιοπρεπέστατο, αξιόλογο και το εναρκτήριό του κομμάτι, είναι από αυτά που ξεχωρίζουν.

  1. Wiz (“Dactylis Glomerata”, 1998)
    “Abraxas, Abraxas, he’s building cathedrals of air…”

Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλήσουμε για το shock που υπέστη ο μέσος CANDLEMASS οπαδός, όταν είδε το εξώφυλλο του “Dactylis Glomerata”, διάβασε τον τίτλο του και ύστερα πάτησε το “play”. Σε μια εποχή που δεν υπήρχε internet για να ακούμε ελεύθερα singles και λοιπά «πρώτα δείγματα», τα παραπάνω μας είχαν προετοιμάσει για κάτι το πολύ επικό και μαύρο. Τί ακούσαμε; Doom heavy rock a la BLACK SABBATH στα 70s, με γήινα φωνητικά και ψυχεδέλεια. Υπάρχουν ορισμένες στιγμές που με διαφορετική παραγωγή και άλλου τύπου φωνητικά από αυτά του Björn Flodkvist, θα «περνούσαν» στους «προ του 1998 CANDLEMASS», αλλά μην κρυβόμαστε, εδώ ακούμε κάτι ΑΛΛΟ. Μας αρέσει; Όλα είναι θέμα γούστου και οπτικής, όπως έγραψα στην αρχή για το “Droid”. Πάντως το υπερ-γκρουβάτο “Wiz”, θα μπορούσε άνετα να είναι κομματάρα σε έναν δίσκο των… ORANGE GOBLIN.

Candlemass

  1. If I ever die (“Death magic doom”, 2009)
    “Rivers will dry, pillars will break, hell feels like ice, the mountains will shake…”

Δεν έχω μπει ποτέ στη διαδικασία να βάλω στη ζυγαριά και να συγκρίνω τα τρία άλμπουμ με τον Robert Lowe. Σε πρώτη ανάγνωση, μου ακούγονται ισάξια. Σίγουρα, κάποιο θα είναι καλύτερο από κάποιο άλλο στις λεπτομέρειες, αλλά σε γενικές γραμμές, είναι τρεις δουλειές εξαίσιες. Πολύ γρήγορο για CANDLEMASS το “If I ever die”, από τις πολύ δυνατές στιγμές του δίσκου και μάλιστα, αυτό είναι το πλέον αξιοσημείωτο, κρατά το ίδιο tempo σε ολόκληρη τη διάρκειά του. Να, τέτοια ακούν ορισμένοι και μιλάνε για power/doom και άντε μετά να τους εξηγείς πού και γιατί έχουν λάθος.

  1. Prophet (“Psalms for the Dead”, 2012)
    “See, his eye is made of stone… always staring at the sun!”

Τρομερός ο Προφήτης. Στην αρχή και στο τέλος, περπατά πιο αργά και από πομπή Επιταφίου. Στο ενδιάμεσο, αυξάνει τις ταχύτητές του, φτάνει να μοιάζει στο “If I ever die” και κάπου εκεί λίγο μετά το μέσον του, σου πετάει και μια υπέροχη Maiden-ική δισολία, έτσι, γιατί μπορεί. Κλασσικό τραγούδι όχι της Lowe εποχής, αλλά ολόκληρης της καριέρας των Σουηδών.

  1. Prologue/Emperor of the void (“King of the Grey Islands”, 2007)
    “I stand before destruction, touching the stone of my realm…”

Μέγα άσμα. Η ήρεμη αλλά ατμοσφαιρική εισαγωγή, θα ρισκάρω και θα πω από την κιθάρα του Mappe, όταν την ακούσαμε για πρώτη φορά, σίγουρα προμήνυε πως κάτι «τρανταχτό» θα ακολουθήσει. Είμαι όμως σίγουρος πως κανείς μας δε φανταζόταν πως ΑΥΤΟΣ, θα ήταν ο νέος ήχος των CANDLEMASS. Έντονη η Sabbath-ίλα μεν, αλλά σαν να την έχεις πάρει και να την έχεις τρίψει με γυαλόχαρτο, χωρίς να χάνει ίχνος από την «επικούρα» της. Ο Robert Lowe των SOLITUDE AETURNUS είναι θεωρητικά μεταγραφή αεροδρομίου, φαίνεται ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση, η συνέχεια όμως μας εκθέτει όλους, καθώς παίζει καταπληκτικά μόνο στα εντός έδρας ματς (δίσκοι) και συνήθως δε μπορεί να πάρει τα πόδια του στα εκτός έδρας (live).

  1. The dying illusion (“Chapter VI”, 1992)
    “From the cradle of eternity, to the fears of modern man…”

Αν οι CANDLEMASS είχαν ξεκινήσει την πορεία τους το 2010 για παράδειγμα και το “Chapter VI” κυκλοφορούσε σήμερα, δε θα «άνοιγε ρουθούνι» και όλοι θα ήμασταν στους επτά ουρανούς από χαρά, αποθεώνοντας «άλλο ένα εξαιρετικό άλμπουμ, από αυτό το καταπληκτικό συγκρότημα». Τότε όμως είχαμε 1992 και παρόλη την ποιότητά του, που ξεχειλίζει, το “Chapter VI” έλαβε κάκιστη υποδοχή. “The dying illusion”, κυρίες και κύριοι, το ιδανικό “opener” μιας τέτοιας δισκάρας, που μας έμαθε και τον Thomas Vikström, ως έναν από τους καλύτερους τραγουδιστές της γενιάς του.

  1. Black dwarf (“Candlemass”, 2005)
    “Forget ambition, fuck the vision, kill the lights and go to sleep…”

Οι μέρες των πειραματισμών και του αποπροσανατολισμού, έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η επανασύνδεση – μεγάλος πόθος όλων των οπαδών ολοκληρώνεται, τ’αηδόνια του “Nightfall” ξανασμίγουν, ο Καλόγερος ξαναπιάνει το μικρόφωνο, το “Candlemass” κυκλοφορεί και τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Δυστυχώς, σύντομη, αλλά όπως βλέπεις, πάντα υπάρχει χώρος για μια ακόμη σελίδα (βλ. Rock Hard Festival). Όσο για το γρήγορο, βαρύτατο και τραχύ “Black dwarf” (ο τρόπος με τον οποίο τραγουδά ο Messiah τις δυο αυτές λέξεις στο refrain, σου δίνει την εντύπωση πως καταπίνει πλανήτες!) θα μπορούσα να το βάλω και αρκετά ψηλότερα, μιας και είναι ένα από τα δέκα πιο αγαπημένα μου τραγούδια των CANDLEMASS, αλλά θα πρυτανεύσει όπως πάντα η λογική και η αντικειμενικότητα, στέλνοντας τους συναισθηματισμούς για ύπνο, όπως λένε και οι στίχοι. Πάρα πολύ ωραία το λένε επίσης τόσο ο Mats Levén και ο Johan Längquist, τους οποίους κι ακούμε στην συλλογή “Doomology”.

Rock Hard

  1. Mirror mirror (“Ancient dreams”, 1988)
    “The battle of minds, the riddles, the rhymes, beware of the darkness behind…”

Ένας καθρέπτης «στοιχειωμένος» από το Απόλυτο Κακό, το οποίο ρουφά τη ψυχή και την υπόσταση όποιου κοιτάξει το είδωλό του σε αυτό. Δεν έχει σημασία αν η ψυχή είναι «καθαρή», το λένε και οι στίχοι: Good or evil it wont mind, the mirror of darkness is blind. Αν είσαι πνευματικά δυνατός, θα αντέξεις, αν όχι, αποχαιρέτα τον μάταιο τούτο κόσμο αλλά και τον επόμενο, μιας και η ψυχή σου θα έχει χαθεί για πάντα. Σπουδαίο κομμάτι, στανταράκι στις συναυλίες του group, με τον Messiah και το vibrato του, σε μεγάλα κέφια. Λεπτομέρεια για όσους «ψειρίζουν τη μαϊμού»: Μιας και το “Ancient dreams” δεν έχει ξεχωριστό εισαγωγικό θέμα όπως ο προκάτοχος ή ο διάδοχός του, μια σύντομη εισαγωγή του “Mirror mirror”, που θυμίζει την αντίστοιχη του “Crystal ball” από το “Epicus, doomicus, metallicus”, αναλαμβάνει τον ρόλο αυτόν.

  1. Solitude (“Epicus, doomicus, metallicus”, 1986)
    “Earth to earth, ashes to ashes, dust to dust…and please let me die in solitude…”

Το “Solitude” θα μπορούσε να φιγουράρει και πρώτο, διότι κάποιοι το έχουν χαρακτηρίσει ως το «απόλυτο doom metal τραγούδι». Δε θα του τη δώσω όμως την πρωτιά διότι αφενός υπάρχουν κομμάτια που μου αρέσουν περισσότερο (η μια λογική εξήγηση), αφετέρου είμαι από αυτούς (βασικά, μπορεί να είμαι και ο μόνος), που πιστεύει πως το κομμάτι αυτό θα έπρεπε να βρίσκεται στη μέση του “Epicus…” και ο δίσκος να ξεκινά με το oriental υπερ-έπος “Demon’s gate”. Αυτά ως προς τη θέση του εδώ, γιατί υπό μια διαφορετική ματιά, το αφιερωμένο από τον ίδιο τον Leif στον εαυτό του, “Solitude”, είναι όντως η πεμπτουσία του όρου “doom metal” και η αποτύπωση σε νότες της απόλυτης οδύνης και του απόλυτου, προσωπικού μαρτυρίου.

  1. The Prophecy/Dark reflections (“Tales of Creation”, 1989)
    “Dark was my conscience, I was the last of my kind…”

Αρκετοί εξ ημών, μάθαμε τούτον εδώ τον καλπάζοντα ύμνο ΠΡΙΝ ακούσουμε το “Tales…”, όταν είδαμε το video clip από το “Candlemass live” (1990). Η αρχική του ιδέα «γεννήθηκε» το 1985 από τους NEMESIS, την πρώτη μπάντα του Leif, είναι διαφορετική από την τελική του μορφή και μόνο κάποιοι στίχοι θυμίζουν πως πρόκειται για το ίδιο κομμάτι… ή μήπως τελικά δεν πρόκειται…; Για επίσης αρκετούς της γενιάς μου, το εν λόγω clip, επομένως και το κομμάτι αυτό καθαυτό, ήταν το εισιτήριό μας για τον μαγικό κόσμο της παρέας του Leif Edling. Άλλο ένα τραγούδι που έχω στο προσωπικό μου, CANDLEMASS top-10 και σε μια δική μου, διπλή συλλογή με τα καλύτερα τραγούδια της μπάντας, πάντα «ανοίγει» το δεύτερο CD. Ποιο «ανοίγει» το πρώτο; Θα σου πω αμέσως!

  1. Gothic stone/The Well of Souls (“Nightfall”, 1987)
    “Break the circle and all hell comes loose, the Well of Souls must stay sealed…”

Το απόλυτο εναρκτήριο κομμάτι στην ιστορία του group. Με την ΤΕΡΑΣΤΙΑ εισαγωγή “Gothic stone” να έχει κερδίσει τις εντυπώσεις από το πρώτο δευτερόλεπτο, το απίστευτα επικό συναίσθημα να πλημμυρίζει κάθε νότα και την oriental αισθητική του να σε ταξιδεύει είτε στο Πηγάδι των Ψυχών των Αράβων, στον Θόλο του Βράχου, εκεί όπου ο Αβραάμ ετοιμάστηκε να θυσιάσει τον γιο του Ισαάκ, είτε στο ιερότερο μέρος του Εβραϊσμού, στα αρχαία τούνελ κάτω από το Όρος Μοριά (Moriah), όπου βρίσκεται κρυμμένη η Κιβωτός της Διαθήκης (βλ. Ιντιάνα Τζόουνς: οι Κυνηγοί της χαμένης Κιβωτού). Όποια εκδοχή πάντως και να πάρεις, κάπου εκεί θα βρεις Σταυροφόρους, να τιμούν το σπήλαιο ως τα «Άγια των Αγίων» και ως τον τόπο της αναγγελίας της γέννησης του Ιωάννη του Βαπτιστή. Από το 01:52 μέχρι το 03:40, αυτά που γίνονται εκεί πέρα απλά ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ. Όσο για τον Messiah; Αυτός συναντάται στην καλύτερή του ερμηνεία (για μένα πάντα, εσύ μπορείς να θεωρείς κάποια άλλη ως την καλύτερη, εξάλλου, τόσες έχει). Ένα ΕΠΟΣ που κάνει χαρτοπόλεμο όλη σου την «επική» δισκοθήκη, χωρίς να είναι καν “epic metal”.

Δημήτρης Τσέλλος

A day to remember… 4/9 [IRON MAIDEN]

0
Maiden

Maiden

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ:  “The book of souls” – IRON MAIDEN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2015
ΕΤΑΙΡΙΑ: Parlophone, Sanctuary Copyrights/BMG
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ:  Kevin Shirley, Steve Harris
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Bruce Dickinson – Φωνητικά
Adrian Smith – Κιθάρες
Dave Murray – Κιθάρες
Janick Gers – Κιθάρες
Steve Harris – Μπάσο
Nicko McBrain – Τύμπανα

Το The book of souls” αποτελεί το δέκατο έκτο στούντιο άλμπουμ των IRON MAIDEN και κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2015, έπειτα από μία σχετικά μεγάλη δισκογραφική παύση για το συγκρότημα. Επρόκειτο για την πρώτη φορά που η μπάντα παρουσίασε ένα διπλό άλμπουμ, κάτι που από μόνο του ήταν ένα σημάδι φιλοδοξίας και δημιουργικής διάθεσης. Το εξώφυλλο, με την κλασική φιγούρα του Eddie να παίρνει μια πιο “φυλετική” και μυστικιστική μορφή, υπαινίσσεται το θεματικό βάθος του δίσκου, ο οποίος κινείται μεταξύ της μελέτης της θνητότητας, της ψυχής, αλλά και της ανθρώπινης φιλοδοξίας. Η κυκλοφορία συνέπεσε με μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδο για τον Bruce Dickinson, ο οποίος λίγο πριν τις ηχογραφήσεις είχε δώσει μάχη με τον καρκίνο και τελικά βγήκε νικητής – γεγονός που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τον θρύλο γύρω από το άλμπουμ.

Στο μουσικό επίπεδο, το The book of souls” παραμένει αναμφισβήτητα ένα κλασικό MAIDEN άλμπουμ, αλλά ταυτόχρονα ξεχωρίζει για τον πειραματισμό και το εύρος του. Ο ήχος είναι πιο “γεμάτος”, με συνθέσεις που ξεπερνούν συχνά τα οκτώ και δέκα λεπτά. Ο Steve Harris, ως βασικός συνθέτης και κινητήριος δύναμη της μπάντας, επιμένει στη δραματική ανάπτυξη των θεμάτων, ενώ οι κιθάρες των Murray, Smith και Gers δημιουργούν πολυεπίπεδα ηχητικά τοπία. Ο Dickinson επιστρέφει δυναμικά στη σύνθεση, συνεισφέροντας κομμάτια που κουβαλούν τη δική του θεατρικότητα και λυρική δύναμη. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που συνδυάζει την παραδοσιακή “επική” heavy metal γραφή της μπάντας με πιο σύγχρονη αισθητική.

Οι θεματικές του δίσκου είναι ποικίλες, ωστόσο όλες συνδέονται με έναν υπόγειο στοχασμό γύρω από το νόημα της ύπαρξης και το πέρασμα του χρόνου. Το ομώνυμο κομμάτι, “The book of souls”, αντλεί έμπνευση από τον πολιτισμό των Μάγιας και το ζήτημα της αθανασίας, θέτοντας το ερώτημα για το τι μένει από τον άνθρωπο πέρα από την υλική του παρουσία. Το “If eternity should fail”, το εναρκτήριο κομμάτι, λειτουργεί ως εισαγωγή σε αυτό το σκοτεινό και φιλοσοφικό ταξίδι. Ακόμη και πιο “παραδοσιακά” κομμάτια, όπως το “Speed of light”, κρύβουν πίσω από την επιθετική τους δομή μια εσωτερική αγωνία για την πρόοδο και το χρόνο.

Η παραγωγή του Kevin Shirley, αν και έχει δεχθεί κατά καιρούς ανάμεικτες κριτικές, υπηρετεί το όραμα του συγκροτήματος. Ο ήχος είναι ζωντανός, σαν να έχεις μπροστά σου την μπάντα σε πραγματικό χρόνο, με ελάχιστες “γυαλισμένες” παρεμβάσεις. Αυτή η προσέγγιση ταιριάζει σε ένα άλμπουμ που στοχεύει να είναι μνημειώδες και ειλικρινές. Παράλληλα, η διάρκεια των 92 λεπτών δεν αποτελεί απλώς μια επίδειξη, αλλά μια πρόκληση για τον ακροατή. Η μουσική των MAIDEN δεν επιδιώκει να αρέσει εύκολα, αλλά να ταξιδέψει εκείνον που θα αφεθεί πλήρως στο σύμπαν της.

Η περιοδεία που ακολούθησε την κυκλοφορία, με το ανανεωμένο “Ed Force One” (το Boeing 747 που πιλοτάριζε ο ίδιος ο Dickinson), υπήρξε μια ακόμα απόδειξη του μεγαλείου των MAIDEN. Οι ζωντανές εμφανίσεις τόνισαν τη σημασία του άλμπουμ στο σύνολο της δισκογραφίας τους. Παρά το βάρος της ηλικίας, τα μέλη έδειξαν πως όχι μόνο παραμένουν ενεργά, αλλά εξακολουθούν να δημιουργούν μουσική που γράφει ιστορία. Αυτό το στοιχείο είναι που κάνει το “The book of souls” όχι απλώς ένα “καλό” άλμπουμ, αλλά ένα ορόσημο για μια μπάντα με ήδη μυθικό υπόβαθρο.

Ξεχωριστή μνεία αξίζει στο “Empire of the clouds”, το τελευταίο κομμάτι του άλμπουμ και το μεγαλύτερο σε διάρκεια που έχει γράψει ποτέ το συγκρότημα (περίπου 18 λεπτά). Το τραγούδι αποτελεί σύνθεση του Bruce Dickinson και αφηγείται την ιστορία του τραγικού αεροπορικού δυστυχήματος του βρετανικού αερόπλοιου R101 το 1930. Η δομή του κομματιού θυμίζει συμφωνικό έργο. Aρχίζει με ένα εκτενές πιάνο intro, κάτι σπάνιο για τους MAIDEN, και σταδιακά χτίζεται με ενορχηστρώσεις που θυμίζουν κλασική μουσική αλλά και κινηματογραφική αφήγηση. Ο Dickinson αφηγείται με φωνητική δραματικότητα την ιστορία, δίνοντας φωνή τόσο στους πρωταγωνιστές όσο και στη μοίρα του ίδιου του αερόπλοιου. Η κορύφωση του κομματιού, με τις κιθάρες και τα τύμπανα να μιμούνται τη συντριβή, αποτελεί ίσως μια από τις πιο θεατρικές στιγμές της καριέρας του συγκροτήματος.

Η σημασία του “Empire of the clouds” ξεπερνά το μουσικό του μέγεθος. Αντιπροσωπεύει τη φιλοσοφία των IRON MAIDEN για τη μουσική. Mια συνάντηση της ιστορίας, του δράματος και της καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Πρόκειται για μια πραγματική τοιχογραφία σε ήχο, που απαιτεί προσοχή και υπομονή, αλλά ανταμείβει τον ακροατή με μια εμπειρία σχεδόν κινηματογραφική. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί κριτικοί το θεωρούν ως μια κορυφαία στιγμή της μπάντας στον 21ο αιώνα, αποδεικνύοντας ότι οι MAIDEN παραμένουν δημιουργικά ανήσυχοι και τολμηροί.

Άξιο αναφοράς και το “Tears of a clown”, ένα κομμάτι αφιερωμένο στον μοναδικό Robin Williams.

Συνολικά, το The book of souls” στέκεται ως ένα άλμπουμ-σταθμός. Είναι ταυτόχρονα επιστέγασμα δεκαετιών καλλιτεχνικής πορείας και μια τολμηρή δήλωση ότι η μπάντα δεν έχει πει ακόμη την τελευταία της λέξη. Η θεματολογία του, οι πολυσύνθετες συνθέσεις του και η κορύφωση με το “Empire of the clouds” δείχνουν μια δημιουργική ομάδα που αρνείται να εγκλωβιστεί στα κλισέ. Για τους φίλους του heavy metal, το άλμπουμ αυτό δεν είναι απλώς μια κυκλοφορία, αλλά μια εμπειρία που αξίζει να βιωθεί στο σύνολό της, με το τελευταίο κομμάτι να αποτελεί την απόλυτη σφραγίδα του μεγαλείου των IRON MAIDEN.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

A day to remember… 4/9 [RIVERSIDE]

0
Riverside

Riverside

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Love, fear and the time machine” – RIVERSIDE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2015
ΕΤΑΙΡΙΑ: Insideout Music
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: RIVERSIDE
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Mariusz Duda – μπάσο, φωνητικά
Piotr Grudzinski – κιθάρα
Michal Lapaj – πλήκτρα
Piotr Kozieradzki – τύμπανα

Πως περνάνε τα χρόνια και πόσα χάνουμε στη πορεία… αυτές είναι οι πρώτες λέξεις που έρχονται στο νου καθώς κάνω την έρευνα μου για τα δέκα χρόνια από την κυκλοφορία του “Love, fear and the time machine” των Πολωνών RIVERSIDE. Θυμάμαι πως ήταν Οκτώβριος του 2015 όταν είδα την μπάντα ζωντανά για πρώτη φορά, στο O2 ABC στην Γλασκόβη και, λιγότερο από τέσσερις μήνες μετά, στις 16 Φεβρουαρίου, η μπάντα θα θρηνούσε τον κιθαρίστα Piotr Grudzinski του οποίου ο ήχος και το παίξιμο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με το γενετικό υλικό των RIVERSIDE.

Σαν άλλος Steve Rothery, ο Grudzinski δανείστηκε από τον David Gilmour και έχτισε εκεί το δικό του αυθεντικό σύμπαν. Ο Grudzinski ήταν, αν θέλετε, ο αντι-shredder και οι οπαδοί του γκρουπ σιχαινόντουσαν την ιδέα ενός τέτοιου κιθαρίστα (εξ ου που ο frontman του γκρουπ έχει κάνει μερικές όχι τόσο ευγενικές νύξεις προς τους DREAM THEATER). Ο θάνατος του ήταν πραγματικά ξαφνικός, εντελώς απροσδόκητος και έριξε τα εναπομείναντα μέλη σε πραγματικό θρήνο οι οποίοι ήταν έτοιμοι να θάψουν και το συγκρότημα ολάκερο μιας και μιλάμε για μια οικογένεια με δυνατούς δεσμούς και για ένα μέλος χωρίς το οποίο δεν ήξεραν πώς να συνεχίσουν. Το έκτο άλμπουμ των RIVERSIDE ήταν λοιπόν το τελευταίο με τον Grudzinski στη κιθάρα, και έτσι θα το θυμόμαστε παρόλο που σίγουρα κανείς δεν το υπολόγιζε στις 4 Σεπτεμβρίου 2015.

Το “Love, fear and the time machine” ήταν ένα ακόμη δυνατό άλμπουμ σε μια δισκογραφία που έδειχνε πως οι RIVERSIDE με τα χρόνια βελτιώνονται σαν συνθέτες και διυλίζουν τον ήχο τους προς έναν απόλυτα δικό τους που θα αποτελεί την βάση για όσους θέλουν να παίξουν λυρικό και απαλό prog rock/metal. Σε αντίθεση με τους δύο δίσκους που προηγήθηκαν, το “Love, fear and the time machine” είναι πολύ πιο απαλό, μελωδικό, λυρικό και επομένως πιο απαιτητικό αφού δεν έχει τις εντάσεις του “Anno domini high definition” ούτε τις ροκ και τεχνικές εξάρσεις του “Shrine of new generation slaves” που «ψαρώνουν» τον ακροατή.

Παρόλα αυτά, το άλμπουμ είναι όσο προοδευτικό όσο τα προηγούμενα, ίσως λιγότερο σκοτεινό και πράγματι φωτεινό, με πολλά σημεία που βγάζουν μια κρυφή αισιοδοξία όπως λέει και το τραγούδι “Found (the unexpected flaw of searching”) που κλείνει τον δίσκο. Εδώ επίσης συναντάμε μερικά από τα χιτάκια των RIVERSIDE όπως το ακουστικό “Time travellers” ή το γκρουβάτο “Discard your fear” του οποίου μόνο ο τίτλος φανερώνει τα αισιόδοξα μηνύματα στο θεματικό κομμάτι του δίσκου (άσε που το χαρούμενο ρεφραίν δεν ξεκολλάει από το μυαλό). Που να το περιμέναμε πως τούτο το άλμπουμ θα έμενε στην ιστορία ως το τελευταίο ενός κιθαρίστα που είχε συνέχεια ένα χαμόγελο και μια φωτεινότητα στο παίξιμο του. RIP Piotr Grudzinski.

Φίλιππος Φίλης

PARADISE LOST – “Ascension” (Nuclear Blast) (ομαδική κριτική)

0
Paradise

Paradise

Ο νέος δίσκος των Βρετανών PARADISE LOST, με τίτλο “Ascension”, βρίσκεται ante portas και η συντακτική ομάδα του Rock Hard, επιδόθηκε στο αγαπημένο της hobby, δηλαδή στην ομαδική ακρόαση του δίσκου και την παρουσίασή του! Διαβάστε την άποψή μας, λοιπόν:

 

Με τους PARADISE LOST έχω μία σχετικά ταραχώδη σχέση. Υπάρχουν στιγμές που τους λατρεύω και στιγμές που μου τη δίνουν στα νεύρα. Έχω περάσει τρομερές στιγμές με τις μουσικάρες τους, αλλά μου την έχουν δώσει στα νεύρα κάποιοι αρκετά επιτηδευμένοι δίσκοι τους που προσπαθούσαν να επιστρέψουν στον παλιό τους ήχο, όπως και κάποια εντελώς διεκπεραιωτικά live που έδειχναν να βαριούνται τη ζωή τους.

Το “Ascension”, έρχεται μετά από μακρά δισκογραφική απουσία και μου δείχνει μία μπάντα με όρεξη για μουσική, κάτι που είναι πάρα πολύ καλό. Παρότι ο ζόφος και η μιζέρια που έχει η μουσική τους, δύσκολα βγάζει θετικά συναισθήματα, εντούτοις, ακούγοντας το άλμπουμ, έσκαγα χαμόγελα. Βλέπετε, από τις πρώτες νότες του “Serpent on the cross”, καταλαβαίνεις ότι η επανηχογράφηση του “Icon”, έχει παίξει το ρόλο της και μεγάλο μέρος του δίσκου, φαίνεται να έχει τα vibe εκείνου του δίσκου.

Φυσικά υπάρχει και μπόλικο “Draconian times”, επιρροές από παλαιότερους δίσκους τους, αλλά και νεότερους. Θα έλεγα ότι οι PARADISE LOST, περισσότερο απ’ όλα, ακούγονται απελευθερωμένοι και αβίαστοι, βγάζοντας ένα feeling ότι γουστάρουν πολύ αυτό που παίζουν. «Περνάμε καλά κι αυτό βγαίνει προς τα έξω» ένα πράγμα, κάτι που σε κάποιους δίσκους της ύστερης καριέρας τους, δεν μου έβγαινε με τίποτα.

Υπάρχουν χιτάρες όπως το “Tyrants serenade”, γκρουβάτα τραγούδια σαν το “Silence like the grave”, “One second” θύμησες (“Lay a wreath upon the world”), doomίλες όπως το “Diluvium”.

Μοναδική μου ένσταση; Ότι προς το τέλος του δίσκου, υπάρχουν κάποια τραγούδια που ρίχνουν το μέσο όρο. Δεν μου χαλάει πολύ τη γενική εικόνα του “Ascension”, αλλά μετά από τόσα χρόνια απουσίας, περίμενα να είναι λίγο πιο εκλεκτικοί. Όπως και να έχει, η επιστροφή των LOST, είναι όπως ακριβώς τη θέλουμε όλοι όσοι αγαπάμε το συγκρότημα και με άφησε ιδιαίτερα ικανοποιημένο. Είναι μέσα στην πεντάδα των καλύτερων δίσκων τους; Σε καμία περίπτωση. Είναι παραπάνω από αξιοπρεπής; Σαφώς. Και μετά από 30+ χρόνια, είναι σημαντικό ένα σχήμα να διατηρεί την αξιοπρέπειά του και να βγάζει δίσκους που έχουν να προσφέρουν πράγματα και δεν κυκλοφορούν μόνο και μόνο για να υπάρχει μία αφορμή για περιοδεία.

8 / 10

Σάκης Φράγκος

Photo by Ville Jurrikkala

Aυτός είναι ο δεύτερος δίσκος για τους PARADISE LOST σε αυτή τη δεκαετία, την τέταρτη δισκογραφική δεκαετία για τους Βρετανούς. Mπορεί το “Obsidian” να βγήκε τo 2020 αλλά στο ενδιάμεσο η μπάντα κυκλοφόρησε και το “Ιcon 30”, την ηχογράφηση για τα 30 χρόνια του θρυλικού “Icon” που μάλιστα πέρασε και από τα μέρη μας, σε μια εξαιρετική ομολογώ βραδιά.

Με τις μνήμες νωπές ακόμα από την εμφάνιση των Βρετανών στο φετινό Rockwave Festival με τον King Diamond, μας έρχεται ο νέος τους δίσκος, ο δέκατος έβδομος κατά σειρά studio δίσκος της μπάντας σε μια πορεία που μετρά μέχρις στιγμής 35 έτη συνεχομένης και αδιάλειπτης πορείας, μιας πορείας που είχε ups & downs όπως κάθε μπάντας που δισκογραφεί συνεχόμενα αυτά τα χρόνια.

Φαίνεται ότι οι ηχογραφήσεις και η περιοδεία για τα 30 χρόνια του “Icon” τους έκανε καλό μιας και ξαναθυμήθηκαν και οι ίδιοι θα λέγαμε αστειευόμενοι (ή και όχι) το τι μεγαλειώδη άσματα έγραφαν το πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘90. Έτσι, αυτό το κλίμα μου έβγαλαν ακούγοντας τον νέο δίσκο και ειδικά τα πέντε πρώτα κομμάτια αυτού. Γιατί τα πέντε πρώτα θα πείτε, περισσότερα παρακάτω.

Ο δίσκος ξεκινά με ένα κομμάτι που είχε βγει και σε single, το “Serpent on the cross” ένα death /doom αριστούργημα με λυρισμό και prog διάθεση που σε γυρνά πίσω στις μεγαλειώδεις στιγμές του παρελθόντος. Το “Tyrants serenade” που ακολουθεί, κυκλοφόρησε και αυτό σαν single και είναι ένα εξαιρετικό μελαγχολικό αργόσυρτο doom κομμάτι που εναλλάσσονται τα καθαρά και τα death φωνητικά ενώ οι κιθάρες του Mackintosh κερνάνε πόνο. Ο πήχης ανεβαίνει πολύ πιο ψηλά με το “Salvation” που ακολουθεί, το πένθιμο death/doom εξυψώνεται στα έμπειρα χέρια της μπάντας. Αργό, λυρικό, με τρομερό refrain σε ταξιδεύει πίσω στον χωρόχρονο του doom/death και ας διαρκεί επτά ολόκληρα λεπτά, δεν θες να τελειώσει. Άσμα ασμάτων, το καλύτερο κομμάτι του δίσκου!

Το “Silence like a grave” ήταν το πρώτο κομμάτι που είχε δοθεί στην δημοσιότητα από τον δίσκο πριν 3 μήνες, και όσοι δεν το έχετε ακούσει μέχρι τώρα μιλάμε για ένα doom/death κομμάτι στα χνάρια του ύφους του “Icon”, ένα εξαιρετικό κομμάτι με ωραίες lead κιθάρες.

Άλλη μια κομματάρα ακολουθεί και δεν είναι άλλη από το “Lay a wreath upon the world”, ένα ατμοσφαιρικό doom κομμάτι με καθαρά φωνητικά και με άπλετο λυρισμό να ξεχύνεται από τα ηχεία καθ’ όλη την διάρκειά του.

Και από εδώ και κάτω ξεκινούν τα προβλήματα, όσο καλή ήταν η “πρώτη” πλευρά του δίσκου τόσο άνιση και υποδεέστερη ακούγεται η “δεύτερη” του πλευρά που ακολουθεί. To “Diluvium” είναι ένα κομμάτι που δεν θα το έλεγα κακό, αλλά δεν είναι στο ύψος των προηγηθέντων κομματιών. Το δε “Savage days” είναι ωραίο μελαγχολικό κομμάτι, πολύ καλό αλλά σε λάθος σειρά. Δυο πολύ μέτρια κομμάτια ακολουθούν σε ένα δίσκο που θα μπορούσε να απογειωθεί και χαλάνε το συνολικό αποτέλεσμα,  τα “Sirens” και “Deceivers”. To πρώτο είναι λες και το έχεις ξανακούσει δεκάδες φορές, απλοϊκό τελείως και το δεύτερο δεν έχει να προφέρει κάτι αν εξαιρέσεις τα φωνητικά του Holmes. Αδιάφορο θα το χαρακτήριζα.

Η μέτρια παρένθεση αλλά και ο δίσκος κλείνει με ένα πραγματικά όμορφο κομμάτι όπως το “The precipice”, μια λυρική μπαλάντα στο αργόσυρτο doom /death ύφος της μπάντας με πιάνο, εξαιρετικά μελωδικά αλλά και death φωνητικά που ρίχνουν αυλαία με τον καλύτερο τρόπο μεταφέροντας μας νοερά πίσω στην δεκαετία του 90.

Όπως καταλάβατε από τα παραπάνω, και εγώ ο ίδιος δεν το πίστευα στην αρχή ότι υπήρχαν τέτοια κομμάτια αν αυτά που περιέγραψα που χαλούσαν το αποτέλεσμα του δίσκου που υπό διαφορετικές συνθήκες (λίγο ήθελε) θα πήγαινε για αποθέωση από την πλευρά μου,  έδωσα ιδιαίτερη προσοχή στα παραπάνω κομμάτια μπας και είχα κάνει λάθος, αλλά μάταια.

Το κακό είναι ότι υπάρχουν και δύο bonus κομμάτια (ψάξτε τις εκδόσεις που θα βγουν) στον δίσκο που είναι πολύ καλά και φυσικά καλύτερα από αυτά που ανέφερα παραπάνω σαν μέτρια η αδύναμα. Το “This stark town” με τον doom /death χαρακτήρα του και το “A life unknown” με τον δυναμισμό του και τον up tempo χαρακτήρα του θα μπορούσαν κάλλιστα να πάρουν την θέση τους στο κύριο track listing του δίσκου και τα πράγματα θα ήταν καλύτερα για όλους μας.

Να προσθέσω σαν θετικά την κρυστάλλινη παραγωγή και το τρομερό εξώφυλλο που είναι ο πίνακας “The Court of Death” του Βρετανού ζωγράφου του 19ου αιώνα George Frederic Watts.

Το “Ascension” είναι ένας καλός δίσκος που αξίζει να ακούσετε, παρόλο τις όποιες αδυναμίες του στέκεται με θετικό πρόσημο στην δισκογραφία της μπάντας και φυσικά θα ικανοποιήσει όσους δεν περιμένουν άλλο ένα ακόμα “Icon” ή ένα ακόμα “Draconian times”.

7,5/10

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

Ακούγοντας το “Ascension” σκεφτόμουν, πώς θα ήθελα τους PARADISE LOST να ηχούν. Αυτό, διότι οι Βρετανοί έχουν πατήσει σε πολλά διαφορετικά μονοπάτια και η δισκογραφία τους, αν μην τι άλλο, έχει τεράστιο εύρος. Εγώ τους PARADISE LOST τους έμαθα με το “Icon” και τους αγάπησα με τον ήχο αυτό, ενώ εξίσου λάτρεψα το “Draconian times”. Έτσι για μένα ο ήχος τους εκείνη την εποχή, παραμένει το σημείο αναφοράς και δύσκολα θα βάλω να ακούσω ολόκληρο κάποιο άλλο άλμπουμ τους. Παρακολουθώ την πορεία τους κι έχω επενδύσει αρκετά χρήματα στις κυκλοφορίες τους, οπότε έδωσα αρκετή προσοχή στην νέα τους δουλειά.

Το αρχικό ερώτημά μου λοιπόν απαντάται απλά. Τριάντα χρόνια μετά, οι PARADISE LOST ακούγονται έτσι όπως θα τους ήθελα εγώ. Λίγο πειραματικοί, αρκετά doom, σκληροί αλλά γεμάτοι μελαγχολικές μελωδίες και με έντονο gothic πέπλο. Τόσο στη φωνή του Nick Holmes, όσο και στις κιθάρες του Greg Mackintosh (o μόνος Mackintosh που γουστάρω), θα βρείτε μια σκοτεινή ζεστασιά, ένα γνώριμο συναίσθημα.

Μετά από σχεδόν 4 δεκαετίες μαζί, οι δυο συνοδοιπόροι είναι συνειδητοποιημένοι για την μουσική που γράφουν και το “Ascension” θα αφήσει τους πάντες ευχαριστημένους, αφού πατάει πάνω στις πιο πετυχημένες τους συνταγές. Επίσης μετά από 17 άλμπουμ, δεν ανησυχούν για το τι παίζουν και μάλλον αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος που υπάρχει μια συνοχή και συνέχεια στα δέκα τραγούδια του. Πιστεύω τα “Diluvium”, “Serpent on the cross”, “Tyrants serenade” και το “Salvation” ακούγονται τόσο ευχάριστα, σαν ένα deja vu. Αργοί ρυθμοί, βαριές ρυθμικές κιθάρες, λίγο wah-wah, καθαρά φωνητικά αλλά και growls, το φέρνουν κοντά στο “Obsidian”, αλλά τολμώ να πω ότι μου ακούγεται πιο καλό και καθόλου κουραστικό. Είναι πολλά τα 5 χρόνια δίχως δίσκο για ένα συγκρότημα που μέχρι το 2020, είχε 16 σε σε 32 χρόνια ύπαρξης.  Εγώ έτσι απολαμβάνω τους PARADISE LOST και δεν περιμένω κάτι δραματικά διαφορετικό.

8 / 10

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

 

Οδεύοντας ολοταχώς για τα σαράντα χρόνια ύπαρξης, η παρέα από το Halifax δεν έχει να αποδείξει απολύτως τίποτα. Οι PARADISE LOST στην δέκατη έβδομη δουλειά τους, έχοντας προηγουμένως πειραματιστεί με σχεδόν το σύνολο του ηχητικού φάσματος στη σκοτεινή μουσική, οφείλουν (ή και όχι) να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του ακροατή. Και εν μέρει, την υποχρέωση τη μετουσιώνουν σε πράξη.

Το “Ascension” είναι ένα πολυποίκιλο άλμπουμ, όπου οι PL βρίσκονται συνεχώς μέσα σε μια χρονομηχανή. Κατά τη περιήγησή τους σε αυτή τη χρονομηχανή, κάνουν στάσεις σε όλα τα κομβικά τους άλμπουμ, οπότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι εδώ έχουμε μια σύνοψη της δισκογραφίας τους. Κάθε σύνθεση τιμά λοιπόν ένα διαφορετικό άλμπουμ, με τη διαφορά όμως ότι πάντοτε υπάρχει ο ξεχωριστός PL ήχος.

Έχεις για παράδειγμα το “Lay a wreath upon the world” (το αγαπημένο μου) και δεν υπάρχει περίπτωση να μην αναφωνήσεις “One second”. Πιο πριν έχεις το “Tyrants serenade” και πιστεύεις ότι είναι μια σύνθεση που έφαγε σκόνη στα “Draconian times” sessions. Και βέβαια έχεις και Icon-ic στιγμές όπως το “Sirens”  που σε κάνουν να ψάχνεσαι.

Εννοείται βέβαια ότι στο “Ascension” υπάρχουν φόροι τιμής και στο “Gothic” και στο “Shades of God”, όπως υπάρχουν και στον αντίποδα και οι “Believe in nothing” στιγμές και τα “In requiem” περάσματα. Και εδώ έρχεται το «ναι μεν αλλά», αυτό που σου αφήνει στο τέλος μια γλυκόπικρη επίγευση με τη δωδεκάδα των συνθέσεων. Όπως και οι δεκαέξι προκάτοχοι του “Ascension” δεν είναι ισάξιοι, το ίδιο συμβαίνει και με τα τραγούδια του επερχόμενου PL άλμπουμ.

Ζητήματα εκτελεστικής και ηχητικής αρτιότητας δεν τίθενται ούτε κατά διάνοια, όμως υπάρχουν εδώ και εκεί αστερίσκοι σε θέματα έμπνευσης. Ή αν θέλεις καλύτερα, αν ήταν όντως επιβεβλημένη η στάση σε κάποια albums που δεν βρίσκονται στη shortlist ενός μέσου PL οπαδού. Επειδή λοιπόν το “Ascension” μου ξύπνησε κάποιες όμορφες μουσικές αναμνήσεις της εφηβείας μου, θα προσπαθήσω να μη δώσω τόσο έμφαση στα fillers (αν και θα έπρεπε), δείχνοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια.

7 / 10

Γιώργος Κόης

 

Κάμποσα πράγματα συνέβησαν από τότε που η μπάντα από το Halifax έβγαλε τον τελευταίο δίσκο της, “Obsidian” (2020): ένας ιός έφερε τον κόσμο άνω κάτω, έγινε η πρώτη επίθεση ενός ευρωπαϊκού κράτους σε άλλο μετά τον Β’ ΠΠ, o Greg Mackintosh και ο Nick Holmes έβγαλαν τον πρώτο ομώνυμο δίσκο του dark wave project τους, “Host”, ξαναηχογράφησαν τον δημοφιλή δίσκο τους “Icon” (1993), ένας ακόμα ντράμερ ήρθε κι έφυγε από την μπάντα (ο Guido Montanarini, που ηχογράφησε αυτόν τον δίσκο, έφυγε τον περασμένο Μάϊο και αντικαταστάθηκε από τον Jeff Singer που είχε παίξει στην μπάντα από το 2004 μέχρι το 2008)… αυτό όμως που δεν άλλαξε ούτε και τώρα είναι το υψηλό ποιοτικό επίπεδο των δίσκων της μπάντας. Δεν νομίζω να υπάρχει έστω κι ένας φαν που να έχει παράπονα από τον δίσκο “Paradise Lost” (2005) κι έπειτα. Εγώ ο ίδιος, ως φαν, διατρέχω τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ ως μεροληπτικός στην κριτική μου εάν πω ότι η μπάντα είναι σαν το κρασί, που όσο μεγαλώνει (παλιώνει) τόσο γίνεται καλύτερη.

Μιλάμε για μια μπάντα που έχει βρει τον δικό της ήχο, την δικιά της ηχητική ταυτότητα εδώ και πολλά χρόνια, που ξέρει να κινείται με άνεση μεταξύ του death doom και gothic, της μελαγχολίας και της επιθετικότητας, του επικού και του προσιτού ήχου με άνεση και ευελιξία, κάτι που μόνο η κατασταλαγμένη εμπειρία τριών δεκαετιών και βάλε, μπορεί να δώσει.

Ο ίδιος o Holmes παραδέχθηκε ότι η βασικότερη έμπνευση για αυτόν τον δίσκο ήταν η επανηχογράφηση του “Icon” γιατί τους έκανε να θελήσουν να επανακτήσουν κάτι από το vibe εκείνου του δίσκου, αλλά η αλήθεια είναι ότι, εάν εξαιρέσουμε την ηλεκτρονική τους περίοδο (“One Second”, “Host”) και το ντεμπούτο τους, όλες οι άλλες πτυχές τους είναι παρούσες σε αυτόν τον δίσκο.

To “Serpent οn The Cross” μας θυμίζει “Embers Fire” or “Mortals Watch the Day”, “Tyrants Serenade” μας πηγαίνει στο 1995 (“Draconian Times”), ενώ το “Salvation” παίζει να είναι ότι πιο gothic/epic έχουν συνθέσει, με vibes α λα DEAD CAN DANCE. Η φωνή του Holmes δίνει ρέστα επίσης σε αυτό το κομμάτι. Tα ίδια vibes, με αυτά τα πνευστά της Αποκάλυψης στην intro του επόμενου κομματιού, “Silence Like a Grave” συνδυάζονται με μια αίσθηση που υπάρχει σε δίσκους όπως “Gothic” και “Medusa” ενώ το “Lay A Wreath Upon The World” μου θυμίζει κομμάτια όπως “Impending Hell” ή “Victim of the Past”. “Savage Days” θα μπορούσε να ήταν σε δίσκους όπως “Believe in Nothing” ή “Symbol of Life” ενώ το δεν θα φαίνονταν αταίριαστο σε δίσκους όπως το “Draconian Times” (πάλι) ή το *γκουχ γκουχ* “Black Album” των METALLICA. Νομίζω ότι έχετε πια μια ιδέα ως το που βρίσκονται αυτήν την στιγμή οι PL. Μιλάμε για ένα δίσκο εκλεκτικό, που μας προσφέρει ότι καλύτερο είχαν οι διάφορες φάσεις από όπου πέρασε η μπάντα, σαν ένα best of αλλά με καινούργια τραγούδια. Σίγουρα μέσα στους 5 καλύτερους δίσκους τους.

9 / 10

Γιώργος Γκούμας

Photo by Elena Vasilaki

Οι PARADISE LOST επιστρέφουν το 2025 με το 17ο στούντιο άλμπουμ τους “Ascension”, την πρώτη ολοκληρωμένη κυκλοφορία υλικού ύστερα από το “Obsidian” του 2020. Το άλμπουμ αυτό σηματοδοτεί όχι μόνο την επιστροφή μιας θρυλικής μπάντας, αλλά και μια δυναμική και σύγχρονη αναθεώρηση της σκοτεινής τους κληρονομιάς, σμιλεμένη από πέντε χρόνια αναμονής και μουσικής αναζήτησης. Η βασική θεματολογία αγγίζει την ανθρώπινη πάλη με την ύπαρξη, την πίστη και τον φόβο, αποτυπωμένη με μελαγχολική ευαισθησία, υπό τον τίτλο-συμβολισμό του “Ascension”, της ανόδου προς ένα «καλύτερο μέρος», παρά την τελική αναπόδραστη μοίρα του θανάτου.

Η παραγωγή του άλμπουμ ανέλαβε ο κιθαρίστας Gregor Mackintosh, ενώ η μίξη και το mastering έγιναν από τον Lawrence Mackrory. Αυτό αντικατοπτρίζεται στον ήχο καθώς ο δίσκος βασίζεται σε μια στιβαρή, πλούσια παραγωγή που συνδυάζει βαριά doom/metal riffing με αέρινα gothic περάσματα και μελωδικά κορυφώματα όλα μέσα σε μια μελαγχολία που φωτίζει αλλά και καταβυθίζει ταυτόχρονα τον ακροατή. Το αποτέλεσμα αναδεικνύει ότι οι PARADISE LOST όχι απλώς εξελίσσονται (όπως πάντα δηλαδή), αλλά πατούν γερά σε κάθε περίοδο της πορείας τους, χωρίς να θυσιάζουν την αυθεντική τους ταυτότητα.

Για το εξώφυλλο του άλμπουμ έχει επιλέγει ο πίνακας «The Court of Death» του George Frederic Watts (1870–1902), μια συμβολιστικής φόρμας ερμηνεία του θανάτου ως βασιλική μορφή, με τη σιωπή και το μυστήριο να τον περικλείουν, όπως και η ελπίδα με την μορφή ηλιαχτίδας. Το έργο αυτό προσδίδει μια προφητική, σχεδόν μυθική διάσταση στον ήχο του δίσκου. Σκοτεινή, υπαρξιακή και επιβλητική. Ο ίδιος ο Nick Holmes περιγράφει το “Ascension” ως «ένα καραβάνι καυτής θλίψης», μια βουτιά σε έναν «κακό κόσμο γεμάτο μεγαλείο και τραγωδία».

Όλες αυτές οι αφηγηματικές, αισθητικές και θεματικές συνιστώσες συνηγορούν στο ότι το “Ascension” δεν είναι απλώς ένα άλμπουμ, αλλά είναι μια φρέσκια, επίκαιρη «επίδειξη» της εξελικτικής δύναμης των PARADISE LOST. Ξεφεύγει από τη ρετρολαγνία που παγιδεύει ορισμένες μπάντες, και αναπνέει τη σοφία και την πειθαρχία μιας μπάντας με σχεδόν 35 χρόνια δημιουργίας. Μας δείχνει ότι και μπορούν  και θέλουν να γράψουν νέα κεφάλαια, χωρίς να ξεπέσουν σε σκιαμαχίες του παρελθόντος.

Τίποτε δεν είναι τυχαίο εδώ. Από τη σύνθεση και τις ηχητικές επιλογές έως την αισθητική αφήγηση της μισανθρωπίας και του θανάτου με τη γλώσσα της τελετουργίας. Το “Ascension” δείχνει ότι οι Paradise Lost παραμένουν σπουδαίοι, όχι επειδή είναι παλιοί, αλλά επειδή είναι πλέον πιο συνειδητοί, πιο πλούσιοι σε εμπειρίες, πιο ζωντανοί, όσο και αν μιλάνε για θάνατο. Ένα άλμπουμ που αξίζει να σταθείς και να ακούσεις με την προσοχή που του πρέπει γιατί είναι φρέσκο, επίκαιρο, και γεμάτο σκοτεινή ομορφιά.

9 / 10

Φανούρης Εξηνταβελόνης

Photo by Elena Vasilaki

Οι PARADISE LOST είναι μεγάλη λατρεία για τον υποφαινόμενο, οπότε κάθε κείμενο που αφορά την αφεντιά τους, είναι τεράστια χαρά και τιμή. Τους παρακολουθώ από τον ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ ομώνυμο δίσκο του 2005 σε πραγματικό χρόνο, ήτοι 20 γεμάτα χρόνια, ενώ δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως ό,τι ακούσματα έχω από αυτό το χώρο, τα οφείλω σε αυτούς που πρώτοι άναψαν τη σπίθα. Από το 2005 ως και σήμερα, όπου γίνονταν σταδιακά βαρύτεροι, δεν με απογοήτευσαν ΠΟΤΕ. Φυσικά διαφορές υπήρχαν σε ποιότητα, αλλά οι δουλειές τους πάντα με κέρδιζαν και χτυπούσαν ευαίσθητα σημεία από μόνες τους. Και αυτό μετράει πάνω από όλα. Ειδικά όταν στο μεσοδιάστημα έχουν διευρυνθεί κατά πολύ τα ακούσματα μου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Φτάνουμε λοιπόν στο 2025. Το 17ο άλμπουμ των Βρετανών “Ascension” κυκλοφορεί στις 19 Σεπτεμβρίου από την Nuclear Blast. Μοναδική studio ηχογράφηση νέου υλικού (γιατί ήταν και στην τιμιότατη επανηχογράφηση του “Icon”) για τον ήδη εκτός μπάντας drummer Guido Zima (παίζει στους φοβερούς STRIGOI του Mackintosh, κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και ακούστε τους!) και διάολε, τι παράσημο να ηχογραφείς τέτοιο αποτέλεσμα! Γιατί ναι, το “Ascension” ΣΚΟΤΩΝΕΙ και εξηγούμαι ευθύς αμέσως. Δεν ακούμε απλά τους PARADISE LOST του “Paradise lost”/”In requiem” που γύριζαν στο “Draconian times”/”Icon” μοτίβο, ούτε εκείνους τους PARADISE LOST που από το “Faith divides us, death unites us” και πέρα λοξοκοιτούσαν προς το “Shades of God”, ακόμα και το “Gothic” μουσικά/φωνητικά.

Οι PARADISE LOST του “Ascension”, αγκαλιάζουν πλήρως και με αρτιότητα το γκάζι και την στρυφνότητα του “Shades of God”, τη μαγκιόρικη βαρύτητα του “Icon”, συνδυάζοντας τα με τη μοντέρνα βαρύτητα δίσκων όπως το “In requiem” και το “The plague within”, νιώθω με τον πιο πειστικό και πλήρη τρόπο που θα μπορούσαν να το κάνουν. Έχοντας τη πολυτέλεια να ακούσω προ της κυκλοφορίας του το άλμπουμ αρκετές φορές, θεωρώ πως έχουν μεστώσει πλήρως το μοτίβο τους, μετά από μια 20ετία όπου δοκιμάστηκαν διάφορα πράγματα. Το μεγαλοπρεπές “Salvation” (από τις αγαπημένες μου συνθέσεις του δίσκου) αποτελεί χαρακτηριστικότατο δείγμα του σε πόσο καλό φεγγάρι είναι συνθετικά. Φυσικά, δεν είναι μόνο του σε αυτό το ρόλο, αλίμονο!

Τόσο το “Silence like the grave”, το “Tyrant’s serenade” αλλά και το μαρσαριστό “Serpent on the cross” (μόνο εγώ όταν μπήκε το γκαζωμένο riff σκέφτηκα το “Mortals watch the day”;), δείχνουν ένα συγκρότημα που αποδίδει με φρεσκάδα το χαρακτηριστικό του doom/death ύφος, με έμπνευση και κυρίως με πάρα πολλή όρεξη. Το “Lay a wreath upon the world” σοφά τοποθετημένο στο κλείσιμο του πρώτου μισού του δίσκου, με τις ακουστικές κιθάρες στην εισαγωγή αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια του, ξεχωρίζει επίσης, για το ιδιαίτερο ύφος του. Είναι ατού να δοκιμάζεις πράγματα μετά από 35 χρόνια δισκογραφίας και αυτά να σου βγαίνουν έτσι. Και έρχεται καπάκια το “Dilivium” και στρώνεις χαρακτήρα με το γκαζωμένο μεσαίο μέρος!

Στο “Savage days” έχουμε τα πλήκτρα να ντύνουν υπέροχα ένα από τα πλέον μελαγχολικά κομμάτια του δίσκου. Και κάτι έλεγα πιο πάνω για μαγκιόρικη βαρύτητα ε; Ε αυτό ακριβώς είναι το “Sirens”. Κοιτάζει προς “Icon” ως προς αυτό, έχει και μια ωραία βρωμιά στο riffing του! Το φινάλε έρχεται με δύο “αντίθετα” κομμάτια: το γκαζωμένο “Deceivers” και το δραματικό, ασήκωτο “The precipice”, το οποίο οδηγούν πολύ όμορφα τα πλήκτρα ως μεγάλο επίλογο του δίσκου.

Ξεχωριστά θέλω να σταθώ στα bonus κομμάτια: “This stark town” και “A life unknown”. H μεν πρώτη πιο κοντά στο doom/death υλικό του “Ascension”, η δε δεύτερη με μια ελαφρά επίγευση THE SISTERS OF MERCY μια και κάνει χρήση των καθαρών φωνητικών του Holmes. Εξαίρετες συνθέσεις ποιότητας που θα μπορούσαν και να είναι και singles κάποιου άλλου δίσκου των PARADISE LOST. Σιγά το νέο θα μου πείτε, δεδομένου ότι υπάρχουν κομμάτια όπως το “Sweetness”, το “Master of misrule” από το παρελθόν της μπάντας που ουδέποτε κατέληξαν σε δίσκο της παρά μόνο στα σχετικά EP/singles. Ένας λόγος παραπάνω, προσωπικά να πάρω την έκδοση με τα έξτρα κομμάτια!

Εν κατακλείδι, ένας από τους κορυφαίους PARADISE LOST δίσκους των τελευταίων 20 ετών, δείχνοντας πως κάποιες μπάντες ωριμάζουν σαν το παλιό καλό κρασί. Και τώρα θέλω να τους ξαναδώ!

8,5 / 10

Γιάννης Σαββίδης

Gus G: 10 + 2 κορυφαίες συνεργασίες του δικού μας κιθαρίστα-σύμβολο

0
Gus G

Gus G

Ο Gus G δεν είναι απλά ένας ακόμα κιθαρίστας. Είναι ένας Έλληνας που κατάφερε να παίξει δίπλα στον Ozzy Osbourne, να δημιουργήσει τους FIREWIND, να περιοδεύσει με τους ARCH ENEMY, να συνεργαστεί με φωνές και προσωπικότητες όπως οι Bruce Dickinson, Roy Khan, Ronnie Romero, Jeff Scott Soto και Tom S. Englund και που έχει χαρίσει μελωδίες και leads στο κλασικό heavy metal μέχρι και το death metal μουσικό στερέωμα.

Αυτή είναι και μία πολύ μικρή σύνοψη ενός τεράστιου βιογραφικού, που για να δημιουργηθεί χρειάστηκαν προφανώς θυσίες, συνεχόμενη και αδιάκοπη δουλειά και το άπειρο ταλέντο του. Το φαινόμενο λοιπόν Gus G., θα έχουμε ακόμα μία φορά την ευκαιρία να το απολαύσουμε, αυτή τη φορά σε μία μοναδική εμφάνιση με συνοδοιπόρους τους David Ellefson, Ronnie Romero, Roy Khan και Tore Østby, στο πρώτο Rock Hard Festival Greece.

Η συμμετοχή αυτή, με ένα τέτοιο σχήμα πλαισίωσης, δεν είναι μόνο τιμή για το φεστιβάλ, αλλά και μια σπάνια ευκαιρία να τον δούμε σε κορυφαία φόρμα μαζί με καλλιτέχνες που έχουν γράψει ιστορία.

Ο Gus G είναι εδώ για να μας θυμίσει ότι τα όνειρα πραγματοποιούνται, όταν έχεις επιμονή, πάθος και ταλέντο και εμείς θυμόμαστε 10 + 2 από τις συνεργασίες που διαμόρφωσαν τη διαδρομή και την παγκόσμια αναγνώρισή του.

Elize Ryd: Κλασική μελωδία σε μοντέρνο ήχο

Στο κομμάτι “What lies beyond” από το προσωπικό του άλμπουμ “Brand new revolution” το 2015, συνεργάστηκε με την Elize Ryd (AMARANTHE) δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό υβρίδιο ανάμεσα στο μοντέρνο metal και την κλασική μελωδία. Η επιλογή της Elize δεν είναι τυχαία: η ιδιαίτερη ικανότητά της να ισορροπεί ανάμεσα στο θεατρικό, μελωδικό ύφος και τις δυναμικές κορυφώσεις της σύγχρονης metal σκηνής, δένει άψογα με την κιθαριστική προσέγγιση του Gus.

Το “What lies beyond” ξεχωρίζει για τη στιβαρή παραγωγή, το μεστό groove και την αισθητική που θυμίζει περισσότερο σύγχρονα female-fronted metal acts, χωρίς να χάνει την ταυτότητα του δημιουργού του. Ο Gus επιλέγει να μη γεμίσει το κομμάτι με εντυπωσιασμούς, αλλά να εστιάσει στη μελωδία, αφήνοντας το solo του να αναπνεύσει, να αναδειχθεί και να λειτουργήσει ως συναισθηματικός καθρέφτης του κομματιού.

I am the fire”: Κάθε τραγούδι και μία σπουδαία συνεργασία

Το 2014, ο Gus G κυκλοφόρησε το προσωπικό του άλμπουμ “I am the fire”, ένα έργο που τον έφερε μακριά από το shred power metal περιβάλλον των FIREWIND, εστιάζοντας σε πιο λυρικές, hard rock και συναισθηματικές διαδρομές. Σε αυτό το άλμπουμ, ο Gus κατάφερε να συγκεντρώσει δίπλα του σημαντικούς καλλιτέχνες της διεθνούς σκηνής, αποδεικνύοντας πως το όραμά του έχει την αποδοχή και την εμπιστοσύνη μεγάλων ονομάτων.

Ο Tom S. Englund (EVERGREY) συμμετείχε στο “Dreamkeeper”, ένα κομμάτι που αναδεικνύει την πιο μελωδική πλευρά του Gus, μακριά από το shred, με έμφαση στο συναίσθημα και στην ατμόσφαιρα. Η χαρακτηριστική συναισθηματική φωνή του Englund ενώνεται ιδανικά με τις μελωδίες του Gus, δημιουργώντας μία πολύ όμορφη power ballad.

Παράλληλα, ο David Ellefson, ιστορικό μέλος των MEGADETH, συνεργάστηκε με τον Gus στο instrumental “Vengeance”, προσθέτοντας τη χαρακτηριστική του groove μπασογραμμή πάνω στα επιθετικά, αλλά μελωδικά riffs του Gus. Η συνεργασία αυτή ήταν μια ξεκάθαρη απόδειξη του σεβασμού που έχει κερδίσει ο Gus στη διεθνή σκηνή, με καλλιτέχνες του βεληνεκούς του Ellefson να στηρίζουν ενεργά το προσωπικό του όραμα και να δημιουργούν μαζί του κομμάτια με δυναμική και ένταση.

Στο ίδιο άλμπουμ, ο Mats Levén (CANDLEMASS, THERION) δανείζει τη χαρακτηριστική heavy rock φωνή του στα “My will be done”, “Blame it on me”, “Eyes wide open”, “End of the line” και “Redemption”. Η συμμετοχή του Mats Levén δεν είναι απλώς μια guest φωνή αλλά ένα σταθερό βάρος συναισθηματικής έντασης και στιβαρού soulful υλικού στο άλμπουμ. Αντιπροσωπεύει τον συνδετικό κρίκo μεταξύ παλαιότερου AOR/heavy rock ύφους και της πιο σύγχρονης, δυναμικής metal κουλτούρας που προσεγγίζει ο Gus G.

Τέλος, η συνεργασία με τον Jeff Scott Soto (Yngwie Malmsteen, TALISMAN, SONS OF APOLLO) στο “Summer Days” αποτελεί ακόμα μία μελωδική στιγμή του άλμπουμ. Η φωνή του Soto φέρνει το απαραίτητο hard rock feeling και τη μελωδικότητα που απαιτούσε το κομμάτι, ενώ ο Gus παραδίδει ένα από τα πιο λυρικά και συναισθηματικά solos του, αποδεικνύοντας την ικανότητά του να υπηρετεί το τραγούδι και όχι απλώς να το γεμίζει με φανταχτερά περάσματα.

NIGHTRAGE: Ελληνικό πάθος, Σουηδικό death

Η συνεργασία του με τον Μάριο Ηλιόπουλο στους NIGHTRAGE ήταν μία από τις πιο κομβικές για την είσοδο του Gus G στον χώρο του melodic death metal. Συμμετείχε στα άλμπουμ “Sweet vengeance” και “Descent into chaos”, αφήνοντας έντονο το κιθαριστικό αποτύπωμα του με νεοκλασικά solos που ξεχώριζαν για τη μελωδία και την τεχνική τους. Η συμμετοχή του στα άλμπουμ αυτά αλλά και η μεταγενέστερη παρουσία του στα “Wearing a martyr’s crown” και “Insidious”, αποδεικνύουν την ικανότητά του να ελίσσεται ανάμεσα στη μελωδία και στην επιθετικότητα με απόλυτη φυσικότητα, συμβάλλοντας καθοριστικά στην αναγνωρισιμότητα του σχήματος.

DREAM EVIL: Η σουηδική γέφυρα

Οι DREAM EVIL ήταν η πρώτη μου γνωριμία με την μουσική του και η συμμετοχή του στους Σουηδούς power metallers ήταν κομβική για την είσοδό του στη Σκανδιναβική σκηνή. Στα “Dragonslayer”, “Evilized” και “The book of heavy metal”, συνεργάστηκε με τον Fredrik Nordström, αφήνοντας το κιθαριστικό του στίγμα σε κομμάτια όπως το “Children of the night” και το “Chasing the Dragon”.

Photo by Tim Tronckoe

FIREWIND: Το προσωπικό όραμα

Το project που ξεκίνησε ως προσωπικό όχημα εξελίχθηκε σε ένα από τα σπουδαία εξαγώγιμα power metal σχήματα, χωρίς να είναι αμιγώς ελληνικό σχήμα. Οι FIREWIND έγιναν η μπάντα μέσω της οποίας ο Gus ανέπτυξε το συνθετικό του ταλέντο και ανέδειξε το νεοκλασικό, μελωδικό power metal παίξιμό του.

Με άλμπουμ όπως τα “Allegiance” και “The premonition”, ο Gus απέδειξε πως μπορεί να δημιουργεί κολλητικά riffs και solos, δίνοντας σταθερή ποιότητα στις κυκλοφορίες τους και δυναμικές εμφανίσεις στα ευρωπαϊκά φεστιβάλ, ενώ παράλληλα έφερε την Ελλάδα στο επίκεντρο της power metal σκηνής. Δεν γίνεται να μην αναφέρουμε το κλασικό πλέον instrumental “The fire and the fury”, όπου ξεδιπλώνει όλες τις πτυχές του ταλέντου του.

DORO: Συνεργασία με τη βασίλισσα του metal

Ο Gus G συνεργάστηκε με τη θρυλική DORO στο άλμπουμ της “Raise your fist”, συμμετέχοντας στο τραγούδι “Grab the bull (last man standing . Το κομμάτι, το οποίο κινείται σε mid-tempo ρυθμούς και φέρει επιρροές από το παραδοσιακό heavy metal ύφος σχολής ACCEPT, χαρακτηρίζεται από στιβαρές ρυθμικές κιθάρες και έναν ευθύ, κλασικό metal χαρακτήρα. Η συμβολή του Gus G επικεντρώνεται σε ένα καλοδουλεμένο solo, το οποίο δεν υπερισχύει του συνόλου, αλλά ενισχύει τη ροή του κομματιού και υπηρετεί την old-school αισθητική του.

ROTTING CHRIST: Όταν το ελληνικό metal ενώνεται

Στο άλμπουμ “Sanctus diavolos” των ROTTING CHRIST, ο Gus G συμμετέχει στο κομμάτι “Visions of the blind order”, προσθέτοντας ένα ιδιαίτερο, σκοτεινό και τεχνικά εντυπωσιακό solo. Η συνεργασία αυτή ένωσε δύο από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες της ελληνικής metal σκηνής και απέδειξε πως ο Gus μπορεί να υπηρετήσει με ατμοσφαιρική ευαισθησία ακόμα και τα πιο τελετουργικά, black, ηχοτοπία.

Photo by Petros Karalis

KAMELOT: Το λυρικό “Hunter’s season”

Στο “Poetry for the Poisoned”, οι KAMELOT κάλεσαν τον Gus για το solo στο “Hunter’s season”, ίσως και το highlight του άλμπουμ, όπου η τεχνική του Gus ήρθε και έδεσε άψογα με τη μελωδία, το συναίσθημα του και τη δραματικότητα της μπάντας, αναδεικνύοντας την ικανότητά του να υπηρετεί την ατμόσφαιρα ενός κομματιού χωρίς να την καταπιέζει με περιττή επίδειξη.

ARCH ENEMY: Μέσα στη φωτιά του melodic death metal

Το 2005, ο Gus G αντικατέστησε προσωρινά τον Christopher Amott στους ARCH ENEMY για περιοδείες σε Ευρώπη και ΗΠΑ, συμμετέχοντας σε φεστιβάλ όπως το Ozzfest και το Bloodstock. Παρότι δεν ηχογράφησε μαζί τους στούντιο άλμπουμ, παρά μόνο στο άλμπουμ “Doomsday machine”, παίζοντας ένα solo στο τραγούδι “Taking back my soul”, οι εμφανίσεις αυτές τον έβαλαν στον σκληρό πυρήνα της extreme σκηνής δίπλα στον Michael Amott και την Angela Gossow, δείχνοντας την ικανότητά του να υπηρετεί το πιο brutal στυλ με ακρίβεια και επιθετικότητα.

JASON BECKER: Tιμή στον ήρωα

Η συμμετοχή του Gus στο τραγούδι “Valley of fire” από το “Triumphant hearts” του Jason Becker δεν είναι απλώς μία συνεργασία: είναι φόρος τιμής σε έναν από τους σημαντικότερους κιθαρίστες όλων των εποχών. Μαζί με κιθαρίστες όπως οι Marty Friedman και Steve Vai, ο Gus συνέβαλε σε ένα έργο που τιμά την κληρονομιά και τη δύναμη του Becker, δείχνοντας την αναγνώριση και την εκτίμησή του στον ήρωά του.

BRUCE DICKINSON: Στο πλευρό του θρυλικού frontman των IRON MAIDEN

Το 2024, ο Gus G συμμετείχε σε μία από τις πιο πολυαναμενόμενες κυκλοφορίες της χρονιάς, το “The Mandrake project” του Bruce Dickinson. Συγκεκριμένα, παίζει ένα solo στο κομμάτι “Eternity has failed”, τη νέα εκδοχή του τραγουδιού “If eternity should fail” από το άλμπουμ “The book of souls” των IRON MAIDEN.

Η συγκεκριμένη συνεργασία είναι μια ακόμα επιβεβαίωση του παγκόσμιου status του ως μουσικός με ποιότητα, φαντασία και κύρος, ικανός να σταθεί δίπλα σε έναν από τους πιο εμβληματικούς τραγουδιστές στην ιστορία του metal.

OZZY OSBOURNE: Το όνειρο έγινε πραγματικότητα

Δεν είναι πολλοί εκείνοι που έχουν επωμιστεί τον τίτλο «κιθαρίστας του Ozzy Osbourne». Ο Gus G κατάφερε να φορέσει τα παπούτσια που προηγουμένως είχαν φορέσει ο Randy Rhoads, ο Zakk Wylde και ο Jake E. Lee, παίζοντας δίπλα στον θρύλο του heavy metal σε παγκόσμιες περιοδείες και ηχογραφώντας το άλμπουμ “Scream”.

Η συμμετοχή του σε περιοδείες με τον Ozzy τον έβαλε σε χιλιάδες σκηνές παγκοσμίως, αποδεικνύοντας πως η τεχνική δεξιοτεχνία του και o σεβασμός του στο υλικό του Ozzy, συνδυάζονται με νεύρο και μοντέρνο ήχο.

Αυτό δεν είναι απλά το μεγαλύτερο επίτευγμα του Gus G μέχρι σήμερα, αλλά είναι και μία επιβεβαίωση και επιβράβευση της σκληρής δουλειάς αλλά και του ταλέντου που διαθέτει. Το να μοιραστεί κάποιος τη σκηνή με τον Ozzy δεν είναι κάτι που μπορούν να καταφέρουν ούτε ονόματα της ίδιας βαρύτητας με τον Ozzy και αυτό για τον Gus G λέει πάρα πολλά.

Δημήτρης Μπούκης

PAIN OF SALVATION Discography – Worst to best

0
Salvation

Salvation

Τον Σεπτέμβριο έχουμε το πρώτο Rock Hard Festival στην Ελλάδα και σε αυτό θα συμμετάσχουν οι δύο πυλώνες των αγαπημένων στην Ελλάδα PAIN OF SALVATION, Daniel Gildenlöw και Johan Hallgren σε ένα ιδιαίτερο ακουστικό σετ. Όσοι είστε μυημένοι, θα ξέρετε τότε πως το συγκρότημα έχει κάνει αρκετές ακουστικές συναυλίες στο παρελθόν όπως και ακουστικές επανεκτελέσεις κομματιών με εξαιρετικά αποτελέσματα. Και μάλιστα, η επιλογή των κομματιών πάντοτε εκπλήσσει μιας και δεν είναι απλή υπόθεση η επανεκτέλεση μιας μουσικής τόσο ιδιαίτερης και πολύπλοκης όπως των PAIN OF SALVATION. Το ντουέτο των κολλητών αυτών φίλων, χωρίς τη συνοδεία του υπόλοιπου γκρουπ πάντοτε βγάζει εις πέρας αυτή την αποστολή δημιουργώντας παράλληλα μια όμορφη ατμόσφαιρα με το κοινό, ειδικά όταν το σκηνικό είναι απλό και μινιμαλιστικό βοηθώντας τους να έρθουν πιο κοντά στους παρευρισκόμενους. Όλη η δισκογραφία των PAIN OF SALVATION προσφέρεται για ένα ακουστικό show επομένως θα έχει περιέργεια να δούμε το σετ που θα επιλέξουν ο Daniel και ο Johan. Μέχρι τότε, πάμε να δούμε την αξιολογική σειρά στην οποία, εγώ τουλάχιστον, βάζω τη δισκογραφία των PAIN OF SALVATION. Ως είθισται, οι πρώτες και τελευταίες θέσεις είναι ευκολάκια. Το τι γίνεται στη μέση είναι ένα άλλο θέμα.

Να υπενθυμίσουμε, ότι οι Gildenlow και Hallgren, έρχονται για τα VIP ακουστικά show, που θα γίνουν στις 13 Σεπτεμβρίου, στον χώρο της Τεχνόπολης και πιο συγκεκριμένα στο Αμφιθέατρο Μιλτιάδης Έβερτ. Όσοι αγοράσουν VIP εισιτήριο, έχουν πρόσβαση στις δύο ακουστικές συναυλίες, φυσικά σε όλες τις συναυλίες του διημέρου, έχουν πρόσβαση στο VIP bar/VIP area, παίρνουν ένα VIP μπλουζάκι στο μέγεθός τους αλλά κι ένα goodie bag με πολλά και ωραία δώρα από τα συγκροτήματα που συμμετέχουν.

The PAIN OF SALVATION discography countdown:

  1. Road salt one” (2010)

Θα είμαι ξεκάθαρος από την αρχή: οι PAIN OF SALVATION δεν έχουν ούτε έναν κακό δίσκο. Ούτε μέτριο. Έχουν ωστόσο κάποιους πολύ πειραματικούς δίσκους που θέλουν το χρόνο τους ή που τέλος πάντων αποκλίνουν αρκετά από το prog στυλ με το οποίο βρήκαν μια θέση στη ψυχή μας στις μεγάλες τους στιγμές. Το “Road salt one”, όπως και το δεύτερο μέρος, είναι μια από κείνες τις στιγμές που λες ότι το γκρουπ βίωνε μια κρίση ταυτότητας ενώ στην πραγματικότητα έκανε ότι έκανε από την αρχή – να ψάχνεται, να πειραματίζεται και να μην παίζει συνέχεια με την ίδια συνταγή. Παράλληλα, το πρώτο μέρος των “Road salt” δίσκων είναι και το πρώτο άλμπουμ με τον ντράμερ Leo Margarit που ήρθε στη θέση του Johan Langell του οποίου η θέση δύσκολα καλύπτεται. Επιπλέον, το 2010 ήταν η χρονιά που ο Daniel Gildenlöw εκπροσώπησε τη Σουηδία με την μπαλάντα “Road salt”, κίνηση που φυσικά δεν έκατσε καλά με σχεδόν κανέναν. Ο δίσκος εν γένει δεν έκατσε καλά με τους περισσότερους μιας και εδώ ακούμε μια σαφώς πιο απλή και απογυμνωμένη εκδοχή του πολυποίκιλου και πλούσιου μουσικού κόσμου των PAIN OF SALVATION, με πολλά ρετρό στοιχεία, blues, μινιμαλισμό και πιο ξερές κιθάρες, χωρίς ιδιαίτερο όγκο. Το μόνο σοβαρό πρόβλημα που παρατηρώ είναι η ξερή και σχετικά επίπεδη παραγωγή που στερεί όγκο και ας προσδίδει μια πιο live αίσθηση στον ήχο. Ωστόσο, κομμάτια όπως το heavy αλλά όχι τραχύ “Linoleum” είναι κλασσικά και άλλα, όπως το πιο-progressive-απ ό,τι φαίνεται “No way”, ζωντανά είναι χείμαρροι και έχουν ξεσηκώσει πολύ κόσμο.

Highlight του δίσκου: “No way”

  1. Road salt two” (2011)

Όσα είπα παραπάνω ισχύουν λίγο-πολύ και στο δεύτερο μέρος, αλλά εδώ βρίσκουμε και συνθέσεις που μας πάνω κάπως πίσω στο “Remedy lane” με εκείνον τον trademark λυρισμό, βλέπε “To the shoreline” και “1979”. Μου αρέσουν πάρα πολύ επίσης τα πιο βαριά κομμάτια με τα απρόσμενα breakdown, “Softly she cries” και “Mortar grind”. Κάπου εδώ ακούμε και τις πρώτες αναφορές στους MESHUGGAH προτού οι τελευταίοι κάνουν κατάληψη στη σχολή των PAIN OF SALVATION.

Highlight του δίσκου: “To the shoreline”

  1. Panther” (2020)

Ο μόνος λόγος που το τελευταίο στούντιο άλμπουμ του γκρουπ μπαίνει τόσο χαμηλά είναι γιατί υπάρχουν πολύ πιο σπουδαία άλμπουμ. Φανταστείτε δηλαδή πως ένα συγκρότημα μπορεί να γράψει τουλάχιστον εφτά δίσκους με καλύτερη μουσική από έναν ήδη τόσο δυνατό όπως το “Panther”. Και το τονίζω πως τα εννιά κομμάτια του δίσκου είναι εξαιρετικά διότι μετά από τόσες αλλαγές στο line-up δεν θα έπρεπε να ισχύει αυτό. Όντως, μετά τη κυκλοφορία του “In the passing light of day” το 2017 είδαμε την αποχώρηση του εξαιρετικού Ragnar Zolberg (κιθάρα, φωνητικά), την αποχώρηση του Daniel Karlsson (πλήκτρα), καθώς και την επιστροφή του Hallgren με το γκρουπ να συνεχίζει ως τρίο… Και πάλι να γράφει μουσική που αντιπροσωπεύει επάξια την ιστορία του γκρουπ, χωρίς να διστάζει να πειραματιστεί και να ξεφύγει από την πεπατημένη.

Highlight του δίσκου: “Wait”

  1. “Scarsick” (2007)

Εδώ πάλι βρισκόμουν σε δίλημμα αφού δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε  να τοποθετήσω τον έκτο στούντιο δίσκο των PAIN OF SALVATION πιο χαμηλά ή όχι. Αυτός εδώ ήταν ο τελευταίος με τον Langell στα τύμπανα, ένας ντράμερ που ευθύνεται κατά πολύ για τον μοναδικό χαρακτήρα της μουσικής των Σουηδών. Το “Scarsick” είναι επίσης και από τους πρώτους δίσκους τους στον οποίο συναντάμε αρκετά τολμηρά πειράματα και συνθέσεις που σε κάνουν να ανασηκώνεις το φρύδι. Στο υπέροχο “Spitfall” ακούμε μπόλικη ραπ που αρχικά σε κάνει να ξινίζεις έως ότου καταλάβεις πως είναι ένα στυλ ερμηνείας που ταιριάζει γάντι στον θυμωμένο και σκεπτόμενο Gildenlöw. Το “Disco queen”, που με αυτό το τίτλο θα μπορούσε να είναι τραγούδι των συμπατριωτών του Gildenlöw, ABBA, είναι θεοσκότεινο, απλώς έχει και πολλά σημεία που είναι πράγματι… ντίσκο. Το “America” είναι ένα σκερτσόζικο σχεδόν χαρούμενο κομμάτι που μιλάει για τους αέναους πολέμους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή αλλά, μιας και έχει πολλή χιούμορ και σαρκασμό, το λες και έξυπνο που είναι τόσο ματζόρε (εδώ φαίνονται οι διάσπαρτες επιρροές από τον FRANK ZAPPA). Κατά τα άλλα, ο δίσκος ισορροπεί όμορφα το σκοτάδι και την τραχύτητα με τον λυρισμό και την μελωδία όπως οι PAIN OF SALVATION πάντοτε έκαναν. Απλώς τούτος εδώ είναι σίγουρα ο πιο σκοτεινός και τραχύς, αλλά και παράξενος, μέχρι που βγήκε φυσικά το “In the passing light of day” που τα άλλαξε όλα άρδην με τους MESHUGGAH.

Highlight του δίσκου: “Flame to the moth”

  1. “One hour by the concrete lake” (1998)

Μη με βλαστημάτε, αφού οι PAIN OF SALVATION είναι που με βάζουν σε δίλημμα με την τρομερή τους δισκογραφία. Αύριο ίσως να έχω διαφορετική άποψη. Το δεύτερο άλμπουμ των PAIN OF SALVATION γενικά δεν έχει λάβει τόση μνεία όσο τα υπόλοιπα, με μόνο το κομμάτι “New year’s eve” ναι βρίσκει μια θέση στα live setlist για ένα σύντομο διάστημα. Αν το “One hour by the concrete lake” δεν έχει ιδιαίτερη υστεροφημία ίσως να είναι επειδή ο ίδιος ο Gildenlöw έχει δηλώσει πως είναι το λιγότερο αγαπημένο του. Ίσως γιατί είναι θεοσκότεινο, με έναν τραχύ ήχο που ταιριάζει στο concept που μιλά για τη βιομηχανία όπλων και την πτώση του δυτικού πολιτισμού. Το μπάσο και οι χαμηλές συχνότητες είναι μπροστά και ο Gildenlöw πρωταγωνιστεί με την κυκλοθυμική του ερμηνεία στο μικρόφωνο. Ίσως ο δίσκος να μπέρδεψε μετά το “Entropia” που χαρακτηρίζεται από μια αχαλίνωτη μουσικότητα και ενέργεια σε αντίθεση με το “One hour” που είναι πιο βαρύ και ασήκωτο ειδικά στο κομμάτι της παραγωγής. Και πάλι όμως, τι να λέμε αφού εδώ έχουμε κομμάτια όπως “New year’s eve”, “Home”, “Inside”, “Handful of nothing”. Με άλλα λόγια, άλλος ένας σπουδαίος δίσκος υπό την επωνυμία των PAIN OF SALVATION.

Highlight του δίσκου: “Home”

 

  1. “In the passing light of day” (2017)

Ο ένατος δίσκος των PAIN OF SALVATION αποτελεί τον απόλυτο ορισμό του comeback. Δίνει μορφή στην ιδέα πως ότι δεν σε σκοτώνει σε κάνει δυνατότερο. Όντως, ύστερα από την πολύμηνη περιπέτεια υγείας του Gildenlöw, που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή του, και με αρωγό τον εξαιρετικά ταλαντούχο Ragnar Zolberg στις κιθάρες, τη φωνή και τη σύνθεση (έγραψε το έπος “Meaningless), οι PAIN OF SALVATION επέστρεψαν όχι απλά δριμύτεροι αλλά μ’ έναν οδοστρωτήρα. Και αφού ότι δε σε σκοτώνει σε κάνει δυνατότερο, ο Gildenlöw έκανε την περιπέτεια του στο νοσοκομείο concept, τόσο στους στίχους όσο και στην σκοτεινή, επώδυνα μελαγχολική αλλά και οργισμένη μουσική στην οποία οι επιρροές από τους MESHUGGAH έχουν αποκρυσταλλωθεί. Ο ίδιος έχει πει πως ο δίσκος είναι κάτι σαν η συνέχεια του “Remedy lane” μιας και γίνεται αναφορά σε πολλές προσωπικές περιπέτειες της συντρόφου του, Johanna, που έδωσαν πνοή στο concept του “Remedy lane”.

Highlight του δίσκου: “Full throttle tribe”

  1. Be” (2004)

Αυτή εδώ η επιλογή μου μπορεί να είναι και η πιο δύσκολη αφού το “Be” ήταν το πρώτο άλμπουμ που δίχασε αρκετά τους οπαδούς παρόλο που ο τύπος το ασπάστηκε. Για μεγάλη μερίδα οπαδών, το τέταρτο άλμπουμ των PAIN OF SALVATION, ύστερα από ένα ανεπανάληπτο σερί που τους έμπασε στα μεγάλα σαλόνια, ήταν περισσότερο σαν ένας σόλο δίσκος του Daniel Gildenlöw. Είναι όντως ένας πιο πειραματικός δίσκος με τη πλάστιγγα να γέρνει περισσότερο προς το concept παρά τη σύνθεση. Τα πολύπλοκα και φιλοσοφικά ωστόσο concept είναι εχέγγυα του prog rock/metal και κανονικά δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη ειδικά αφού ήταν ήδη ξεκάθαρο το 2004 πως ο Gildenlöw είναι ένας διανοούμενους της metal κοινότητας. Για πολλούς από μας πάντως, το “Be” είναι γεμάτο από μουσική και, για πρώτη φορά μέχρι τότε, από πολλά ετερόκλητα είδη τα οποία το γκρουπ ισορροπεί με μαεστρία – gospel, blues, baroque, και φυσικά το μοναδικό μουσικό κράμα των PAIN OF SALVATION που όμοιο του δεν είχε υπάρξει.

Highlight του δίσκου: “Nihil morari”

  1. Entropia” (1997)

Πείτε μου με το χέρι στη καρδιά πόσα prog metal συγκροτήματα γνωρίζετε που πήραν μπρος στα 90s και που να δημιούργησαν σχολή με το καλημέρα. Στο ερώτημα τούτο, η απάντηση μου θα ήταν αυτόματα PAIN OF SALVATION και “Entropia”. Μα αφού μιλάμε για ένα άλμπουμ που αρχίζει με τα “!(foreword)”, “Winning a war” και “People passing by”, κομμάτια που κάποιοι είχαμε τη τύχη να ακούσουμε και ζωντανά και που φανέρωναν μια μπάντα έτοιμη να κατακτήσει το σύμπαν. Παράλληλα, ακούγαμε ένα συγκρότημα που κουβαλούσε τον Frank Zappa, τους PINK FLOYD και ειδικά τον Roger Waters στις αποσκευές του αλλά που δεν ακολουθούσε τη μόδα στα 90s που ήταν φυσικά η μίμηση  του “Images & words”. Με το “Entropia”, το συγκρότημα του Daniel Gildenlöw έκανε κάτι καινούργιο, ξένο και σχεδόν απόκοσμο. Οι ακουστικές επανεκτελέσεις στο live άλμπουμ “12:5” είναι ενδεικτικές του τι μπορεί να καταφέρει το συγκρότημα όταν του αφαιρέσεις το ηλεκτρικό ρεύμα. Εξαιτίας καθυστερήσεων όμως στην κυκλοφορία του, το ντεμπούτο των PAIN OF SALVATION βγήκε στην Ευρώπη μετά από το “One hour by the concrete lake”.

Highlight του δίσκου: “Winning a war”

  1. Remedy lane” (2002)

Το τέταρτο άλμπουμ των PAIN OF SALVATION ήταν αναμφίβολα και το πιο λυρικό και συναισθηματικά φορτισμένο μέχρι τότε καθώς το concept του δίσκου βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αποβολή που βίωσε η σύντροφος του Daniel Gildenlöw, ιστορία την οποία έχει διηγηθεί εκτενώς ο ίδιος στο Rock hard. Κατά τα άλλα, το άλμπουμ συνεχίζει από εκεί που η μπάντα άφησε το νήμα της ιστορίας με το “The perfect element part 1” καθώς η γενικότερη θεματική της τραυματικής παιδικής ηλικίας και αθωότητας υπάρχουν και δω. Μουσικά το “Remedy lane” εξελίσσει το prog rock των PAIN OF SALVATION με την ανάμιξη λυρισμού, θυμού, μελωδίας, τραχύτητας με έναν frontman που ερμηνεύει με πάθος και γνησιότητα κάθε στίχο, κάθε μελωδία και κάνει το προσωπικό βίωμα ένα μοναδικό μουσικό συνονθύλευμα που μας έκανε τότε να μιλάμε για μια από τις πιο καινοτόμες και ενδιαφέρουσες μπάντες στον prog rock/metal χώρο.

Highlight του δίσκου: “Beyond the pale”

  1. The perfect element Pt.1” (2000)

Τα ίδια λίγο-πολύ που ανέφερα παραπάνω ισχύουν και στο άλμπουμ με το οποίο οι PAIN OF SALVATION έγιναν πρωτοσέλιδο, το άλμπουμ που συνοψίζει όλα όσα έκαναν και κάνουν τους Σουηδούς ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία τους prog ιδιώματος στα τέλη των 90s και στα 00s. Ειλικρινά, κανένα άλλο γκρουπ δεν κατάφερε να αναμείξει το συναίσθημα και τον λυρισμό με θυμό διατηρώντας παράλληλα πολυπλοκότητα στο παίξιμο και περιπετειώδης συνθέσεις. Από το εναρκτήριο “Used”, τη ναυαρχίδα του  γκρουπ στα 00s, ένα εντελώς κυκλοθυμικό κομμάτι, μέχρι το ομώνυμο έπος, το άλμπουμ αυτό βρίθει από πόνο, μελαγχολία, οργή και ένα συναίσθημα που εδώ βρήκε την απόλυτη μετουσίωση του. Να πω επίσης πως είναι και το πρώτο άλμπουμ του γκρουπ που έμαθα σε πραγματικό χρόνο, ένα γεγονός που πάντοτε παίζει ρόλο στις προτιμήσεις μας; Ήταν βλέπετε και η εποχή που ακόμα ανακαλύπταμε καινούργια μουσική χάρη σε παρουσιάσεις των κριτικών στα περιοδικά και, έχοντας διαβάσει διθυραμβικές κριτικές σε διάφορα έντυπα, το αγόρασα και εγώ και φυσικά δεν σταμάτησε να παίζει στο φορητό μου CD player και στο disc man. Βασικά, ακόμα παίζει και κάτι μου λέει θα μνημονεύεται κάποτε όπως το “Dark side of the moon”, γιατί όχι;

Highlight του δίσκου: “King of loss”

Φίλιππος Φίλης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece