Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 59

HEAVENS GATE – 10 λόγοι που είναι ένα αδικημένο συγκρότημα

0
Heavens Gate

Heavens Gate

Φαντάζομαι πως όλοι μας γνωρίζουμε κι αναγνωρίζουμε τους AVANTASIA, που τα τελευταία χρόνια έχουν γιγαντωθεί τόσο για τις μουσικές τους παραγωγές, όσο και για τις φιλόδοξες περιοδείες τους με πολλούς μουσικούς και περισσότερους τραγουδιστές παίζοντας μεγάλο εύρος Heavy metal. Πιο λίγοι γνωρίζουν το παρελθόν του ιδρυτή τους, του Tobias Sammet με τους EDGUY, και ακόμα λιγότεροι την πορεία του συμπαραστάτη του Sascha Paeth τόσο για την τεράστια καριέρα του πίσω από την κονσόλα του παραγωγού, όσο και κρατώντας την κιθάρα στους HEAVENS GATE.

Το συγκρότημα από το Wolfsburg την Βόρειας Γερμανίας, μεγαλούργησε από το 1989 ως το 1999. Μπορεί σήμερα να μην έχουν την ίδια αναγνωρισιμότητα με άλλους καλλιτέχνες από εκείνη την περίοδο, όμως το όνομά τους ήταν πασίγνωστο σε όσους άκουγαν power metal σε μια περίοδο που η πρόσβαση σε νέα συγκροτήματα ήταν περιορισμένη. Στην Ελλάδα ιδιαίτερα, με ελάχιστη ενημέρωση από το ραδιόφωνο και τον σχετικό-άσχετο τύπο, το όνομά τους άρχισε να ψυθιρίζεται από στόμα σε στόμα, από τους ελάχιστους που τόλμησαν να αγοράσουν το “Livin’ in hysteria” και σύντομα όλοι μας ψάχναμε μάταια, μια κόπια του, είτε σε βινύλιο, είτε σε CD. Γιατί όμως, ένα συγκρότημα που ανέβηκε πολύ εμπορικά σε Ευρώπη και Ιαπωνία, την πενταετία 1991-1995, δεν έκανε την μεγάλη επιτυχία; Ορίστε μερικοί λόγοι, που οδήγησαν τους HEAVENS GATE στο να μην γίνουν περισσότερο γνωστοί και να μείνουν το μεγάλο απωθημένο σε όλους που τους αγαπήσαμε. Βέβαια, εμείς θα είμαστε οι τυχεροί που θα τους δούμε για μια μοναδική εμφάνιση στο Rock Hard Festival, στην Τεχνόπολη, σε λίγες μέρες, έστω και με 4 από τα 5 τους μέλη, σε μια ξεχωριστή συναυλιακή εμπειρία.

  • Η πρώτη εταιρία που ενδιαφέρθηκε πραγματικά με τους HEAVENS GATE πίσω στο 1988, ήταν η ανερχόμενη No Remorse. Μια δισκογραφική που επεδίωκε να γίνει η νέα Noise records, επενδύοντας σε νέα, εγχώρια συγκροτήματα. Έτσι κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο των GRINDER (πρώτη μπάντα του Stefan Arnold των GRAVE DIGGER), τα πρώτα άλμπουμ των BLIND GUARDIAN και το ντεμπούτο των αγαπητών HEAVENS GATE ήταν το τρίτο μόλις άλμπουμ της No Remorse. Για καθαρά μουσικούς λόγους, οι νεαροί από το Wolfsburg, κέρδισαν τον Frank Bornemann (ELOY), ο οποίος προσπάθησε να τους βοηθήσει τόσο στα συμβόλαια που έκαναν, όσο και στον ήχο τους. Τελικά, η τύχη δεν τους ευνοήσε, αφού η εταιρία από το Gelsenkirchen δεν ειχε την κατάλληλη υποδομή για να τους υποστηρίξει αρκετά. Σε μια εποχή (1988-89) που στην Ευρώπη υπήρχε αρκετή κινητικότητα, η καταξίωση εξαρτόταν σε μεγάλο βαθμό στο οικονομικό εύρος της δισκογραφικής και το ντεμπούτο των HEAVENS GATE ήταν δεν είχε την προώθηση που χρειαζόταν. Ακόμα και το βίντεο που έγινε για το ομότιτλο τραγούδι του “In control” δεν μεταδόθηκε πουθενά σχεδόν. Με την εταιρία να χρεωκοπεί λίγο αργότερα, το συγκρότημα απέμεινε στην τύχη του.
    Heavens
  • Η ποιότητα του τόσο σημαντικού τρίτου άλμπουμ ήταν σημαντική, αλλά κάποιες φορές έχει σημασία και το… timing. Βλέπετε, η μεγάλη τους στιγμή ήταν αδιαμφισβήτητα το “Livin’ in hysteria” και μια… υστερία είναι αλήθεια ότι ακολούθησε. Γρήγορα μεγάλωσε το όνομά τους και απέσπασαν την προσοχή τύπου και κοινού. Δυστυχώς όμως, η ποιότητα του “Hell for sale” που ακολούθησε σχετικά γρήγορα, δεν ήταν η αναμενόμενη. Οι HEAVENS GATE δεν κατάφεραν να εξελιχθούν αρκετά ώστε να εντυπωσιάσουν. Συνθετικά, ελάχιστες ήταν οι μεγάλες στιγμές ενός άλμπουμ που έπρεπε να τους απογειώσει. Η αλήθεια είναι ότι τα πήγαν καλά στην Ιαπωνία τότε, ενώ στην Ευρώπη περιόδευσαν με τους DREAM THEATER, όμως η πραγματική εξέλιξη, συνθετική βελτίωση και ανέλιξη, ήρθε καθυστερημένα στο “Planet E.” Μέχρι τότε όμως οι συνθήκες είχαν αλλάξει και ο πιο ώριμός τους δίσκος δεν τους δικαίωσε.
  • Μετά την εμπορική αποτυχία του “In control”, ενός δίσκου που απέσπασε καλές κριτικές αλλά δεν κατάφερε να τους κάνει γνωστούς λόγω τόσο της χρεωκοπίας της No Remorse, όσο και της έλλειψης προώθησης, οι HEAVENS GATE έδωσαν έμφαση στο να βρουν ένα σοβαρό manager. Το όνομα του Limb Schnoor, ιδιαίτερα στην πατρίδα τους, έχαιρε τεράστιας εκτίμησης αφού ο μικροκαμωμένος Γερμανός είχε συνδέσει το όνομά του με την επιτυχία των “Keeper of the seven keys” των HELLOWEEN. Δυστυχώς όμως, ο ίδιος αποδείχτηκε λίγος για τον σκοπό αυτό. Παράλληλα τους έδεσε με ένα συμβόλαιο που του επιτρέπει ακόμα και σήμερα να έχει τα δικαιώματα για τις δυο σημαντικότερες κυκλοφορίες τους, το “Hell for sale “ και το “Livin’ in hysteria “. Η έλλειψη ενός σωστού σχεδίου επανακυλοφορίας και επαναπροώθησης των δίσκων τους, τους έχει αδικήσει αρκετά. Ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία, είδαμε πολλές πετυχημένες κινήσεις, που με την άνοδο του βινυλίου και την υποστήριξη από μεγάλα φεστιβάλ, επανέφεραν στο προσκήνιο ακόμα και λιγότερο επιτυχημένες μπάντες από τους HEAVENS GATE.
  • Ο χώρος της μουσικής είναι δύσκολος. Μπορεί το ταλέντο να υπάρχει, όμως για να έρθει η επιτυχία και η φήμη, απαιτούνται κι άλλοι παράγοντες. Τόσο η επιχειρηματική οξειδερκεια όσο και η συνέπεια είναι απαραίτητα συστατικά για να υπάρξει διάρκεια. Οι Γερμανοί έκαναν λάθη σε όλα αυτά τα επίπεδα. Από τα στοιχεία που μας έδωσαν και δεν τους αναγνωρίστηκαν είναι οι κορυφαίες παραγωγές. Μπορεί το “Livin’ in hysteria” να ήταν εξαιρετικό για το 1991, όμως οι HEAVENS GATE έπιασαν κορυφή στο “Planet E.”. Ακούστε αυτό το άλμπουμ με ακουστικά και θα καταλάβετε το ηχητικό του μεγαλείο. Μέχρι τότε, ο Sascha Paeth είχε ήδη δουλέψει αρκετές παραγωγές στα Gate studios, ώστε να έχει ωριμάσει σε αυτόν τον τομέα. Έτσι, δίνοντας για πρώτη φορά τόση μεγάλη προσοχή σε αυτό τον τομέα, μας έδωσε μια ηχητική τελειότητα. Δυστυχώς όμως, δεν του αναγνωρίστηκε, μέχρι πολύ αργότερα.
  • Πέραν από τις ευθύνες τρίτων, πρέπει να αναλογιστούμε και το μερίδιο ευθύνης που αναλογεί στο ίδιο το συγκρότημα. Τόσο το “In control” του 1989, όσο και το EP “Open the gate and watch” του 1990, έδειχναν ένα συγκρότημα που είχε τεράστιες προοπτικές, αλλά πατούσε υπερβολικά ανάμεσα στους HELLOWEEN που είχαν μεγαλουργήσει και στους GAMMA RAY που είχαν ήδη ξεκινήσει. Με τις τρεις επόμενες κυκλοφορίες τους,το  “Livin’ in hysteria” και το “Hell for sale” όπως και το ΕΡ “More hysteria” που βγήκε ενδιάμεσα, βγήκαν στο προσκήνιο και έδειχναν έτοιμοι να πρωταγωνιστήσουν όταν οι προαναφερθέντες κυκλοφορούσαν μετριότητες. Όμως για δυο σημαντικούς λόγους, οι ίδιοι απέτυχαν. Τόσο στο να ξεφύγουν από την σκιά των παραπάνω ονομάτων, όσο και στο να ακολουθήσουν με την κυκλοφορία του τέταρτου άλμπουμ τους σε σύντομο χρονικό διάστημα από το εμπορικά επιτυχημένο τρίτο τους. Τα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν, ήταν η αρχή του εμπορικού τέλους τους και πραγματικά αδίκησαν τους εαυτούς τους.
  • Ο Thomas Rettke, ήταν σίγουρα ένας τραγουδιστής με ξεχωριστή χροιά και καταπληκτικό εύρος. Η φωνή του είναι εντονα αναγνωρίσιμη ακόμα και στους AINA αλλά ακόμα και όταν εκανε δεύτερα φωνητικά στους AVANTASIA. Το περίεργο είναι πως ήταν αυτοδίδακτος! Αδιανόητο να έχει κάποιος τέτοιο λαρύγγι, τέτοιο δυνατό ηχείο και να το έχει δουλέψει μόνος του. Άξιο θαυμασμού παραμένει το πώς χτυπούσε τόσο ψηλές νότες όπως στο “Under fire”. Ταυτόχρονα όμως, η έλλειψη εκπαίδευσης, τον εμπόδισε στο να διατηρήσει την ποιότητα στις περιοδείες των HEAVENS GATE. Αυτό είχε αντίκτυπο τόσο στο κοινό, όσο και στις τάξεις του συγκροτήματος. Δίχως να υποστηρίξω ότι αυτός ήταν ο σημαντικότερος λόγος, μπορώ να πω πως έπαιξε μεγάλο ρόλο. Μάλιστα η περιοδεία του “Planet E.” έληξε άδοξα όταν έκλεισε η φωνή του “Fredl” μετά την εμφάνιση στο Bochum. Μετέπειτα τα πράγμα έγιναν ακόμα χειρότερα όταν βρέθηκε ένοχος για φορολογική απάτη και αναγκάστηκε να εξαφανιστεί από το συγκρότημα.
  • Ο Thorsten, από δίσκο σε δίσκο, έκανε σημαντικά βήματα βελτίωσης και δυστυχώς ποτέ δεν αναγνωρίστηκε γι’ αυτό. Από το ευθύ παίξιμο στο “In control”, στα φοβερά γυρίσματα στο “… hysteria” και το πολύ τεχνικό παίξιμο (a la Scott Rockenfield) στο “Planet E.”. Ίσως η φωνή του Rettke, ίσως οι κιθάρες του Bilski και του Paeth, να μην τον έκαναν να ξεχωρίζει, αλλά όποιος δεν αναγνωρίζει την αξία του, σίγουρα τον αδικεί. Ο σγουρομάλλης – χημικός στο επάγγελμα – πειραματίστηκε αρκετά. Η αλήθεια είναι ότι πιέστηκε και από τους υπόλοιπους, αλλά η δουλειά του αξίζει μεγαλύτερης αναγνώρισης.
  • Το “Best days of my life” είναι από τα πιο αδικημένα τραγούδια τους και μια από τις αγαπημένες μου μπαλάντες. Κάθε φορά που το ακούω, ανατριχιάζω από την συναισθηματική ερμηνεία του Fredl, αλλά και τους στίχους που θα είναι πάντα επίκαιροι. Ένα τραγούδι, τόσο καλογραμμένο που έπρεπε να είχε γίνει διαγαλαξιακή επιτυχία, αλλά ποτέ δεν έφτασε ούτε κοντά στην αναγνώριση που είχαν μπαλάντες από άλλα συγκροτήματα. Σίγουρα συγκρίνεται με το επίπεδο του “A tale that wasn’t right” και δεν το ακουμπούν οι περισσότερες από τις υπόλοιπες μπαλάντες των Κολοκύθων.

  • Οι ίδιοι οι HEAVENS GATE αδίκησαν τους εαυτούς τους, θέλοντας να αποβάλλουν την ταμπέλα του power metal, και κάνοντας την μεγαλύτερη στροφή τους στο “Menergy”, που έμελλε να είναι και το τελευταίο τους δισκογραφικό πόνημα. Σίγουρα ο λιγότερο ποιοτικός τους δίσκος, με ασυνέπειες που δεν ωφέλησαν την υστεροφημία τους. Δυστυχώς, εκτός του “Mastermind” και ίσως του “Evolution” δεν μας άφησε πολλά για να θυμόμαστε από το κύκνειο άσμα τους.
  • Τέλος, πρέπει να αναφερθώ στο πόσο αδικημένο είναι το δίδυμο των Bonny Bilski και Sascha Paeth. Δυο κιθαρίστες τόσο διαφορετικοί σε ακούσματα και τεχνική, που όμως κατάφεραν να σηματοδοτήσουν τον ήχο των HEAVENS GATE, παρόλο που ήταν εξ αρχής το συγκρότημα του Rettke. Το παίξιμό τους και οι ερωταποκρίσεις τους, είναι συχνά παιχνιδιάρικες – με το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα στο ήρεμο μέρος του “Livin’ in hysteria”, εκεί κάπου στα δυόμισι λεπτά – ενώ όταν παίρνουν μπρος σκίζουν στα γρήγορα σόλο και τις δισολίες τους. Σε μια εποχή που οι HELLOWEEN έψαχναν να παραδώσουν τα σκήπτρα, με τον Kai Hansen να χαίρει αποδοχής, αλλά να έχει παραδρομίσει κιόλας (“Sigh no more”), οι HEAVENS GATE, με μπροστάρηδες τους δυο κιθαρίστες, ήταν έτοιμοι να αδράξουν την ευκαιρία. Ακόμα κι όταν οι προοδευτικές τους τάσεις αργότερα, ήταν εντονότερες, λίγοι τους εξήραν για τις ιδέες τους. Τόσο ο ξανθός Bilski – που συνήθως έπαιζε τα πιο γρήγορα μέρη – όσο και ο μαυρομάλλης Paeth – με τα πιο αρτιστικά σόλο – μπόλιασαν τις συνθέσεις τους με πολλά πειράματα. Ακούστε από το “Black religion”, το “Back from the dawn”, το έπος της ιστορίας του “Path of glory”/ “The neverending fire”, ή τις μπαλάντες τους και θα ανακαλύψετε διαμάντια.

Οι Γερμανοί για πρώτη φορά κάνουν εντατικές πρόβες μετά από 25αετία, προκειμένου να παίξουν ένα μικρό σετ στο ROCK HARD FESTIVAL GREECE. Υπάρχουν κι άλλοι σημαντικοί μουσικοί λόγοι για να δώσετε το παρόν, όμως για μένα το να δούμε τα 4/5 αυτής της τόσο αδικημένης μπάντας – μάλλον στην τελευταία φορά που θα παίξουν μαζί, θα είναι άκρως συγκινητικό και θα αδικήσετε τον εαυτό σας αν το χάσετε.

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

Underground Halls Vol. 216 (BLACKBRAID, CRYPT SERMON, DISTANT THUNDER, SYRINX)

0
Halls 216

Halls 216

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: BLACKBRAID
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “BLACKBRAID ΙΙΙ”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Independent
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Sgah’gahsowáh – Τα πάντα
LIVE BAND:
Sgah’gahsowáh – Φωνητικά, κιθάρα
David Meredith – Μπάσο
Eduardo Mora – Κιθάρα
Johnny Valles – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Official site
Bandcamp
Instagram
Spotify
YouTube

Στο ολοένα και πιο πολυποίκιλο τοπίο του σύγχρονου black metal, το όνομα BLACKBRAID έχει ήδη χαράξει τη δική του, ξεχωριστή διαδρομή μέσα σε ελάχιστα χρόνια. Το one-man project του Sgah’gahsowáh, που αντλεί έμπνευση από την κουλτούρα και την πνευματικότητα των ιθαγενών της Βόρειας Αμερικής, επιστρέφει με το “Blackbraid III” για να επιβεβαιώσει ότι η δύναμή του δεν έγκειται απλώς στην ωμή επιθετικότητα, αλλά στην ικανότητα να υφαίνει αφηγήσεις βαθιάς παράδοσης και προσωπικής ταυτότητας μέσα από την ατμοσφαιρική σκοτεινότητα του black metal. Αν τα δύο πρώτα άλμπουμ σύστησαν έναν δημιουργό με ξεκάθαρο όραμα και πρωτότυπη θεματική, το τρίτο έργο του μοιάζει με έναν ώριμο και πυκνό καμβά, όπου η μουσική γίνεται φορέας μνήμης, πνευματικής αναζήτησης και φυσικής αγριότητας.

Από τις πρώτες νότες, ο δίσκος αποπνέει μια αίσθηση τελετουργίας. Δεν πρόκειται για την επιτηδευμένη θεατρικότητα που συναντάμε συχνά στο είδος, αλλά για μια ειλικρινή και βιωματική έκφραση, όπου κάθε riff, κάθε ρυθμική κορύφωση και κάθε ψίθυρος ατμόσφαιρας λειτουργεί σαν κομμάτι μιας αρχέγονης αφήγησης. Ο Sgah’gahsowáh παίζει με την ένταση, υφαίνοντας περάσματα αργά και σχεδόν υπνωτικά, που μετατρέπονται σε καταιγιστικές εκρήξεις, σαν να θέλει να μιμηθεί τον τρόπο που η φύση εναλλάσσεται από την ηρεμία στην καταιγίδα. Το “Blackbraid III” δεν είναι απλώς μια συλλογή τραγουδιών, αλλά ένα συνεχές μουσικό ταξίδι όπου η folk αίσθηση, οι παραδοσιακές μελωδίες και η αιχμηρή black metal ορμή στέκονται ισότιμα, χωρίς να επισκιάζει η μία την άλλη.

Η παραγωγή του άλμπουμ δείχνει την αυξανόμενη αυτοπεποίθηση του δημιουργού. Ενώ το ακατέργαστο στοιχείο παραμένει κάτι που είναι θεμελιώδες στην αισθητική των BLACKBRAID, η μίξη αφήνει τον απαραίτητο χώρο ώστε να αναπνέουν τα ατμοσφαιρικά στρώματα και να ξεχωρίζουν οι πολυεπίπεδες κιθάρες. Το αποτέλεσμα είναι ένας ήχος που ισορροπεί ανάμεσα στην τραχιά ένταση και στη διάφανη καθαρότητα, επιτρέποντας στον ακροατή να βυθιστεί πλήρως στο σύμπαν του δίσκου. Η folk υφή λειτουργεί όχι σαν στολίδι, αλλά σαν οργανικό μέρος της αφήγησης ενώ η μουσική φέρνει στο νου φωτιές σε δάση, παγωμένα ποτάμια και το άγγιγμα του ανέμου στα βουνά, εικόνες που ανήκουν όχι μόνο στη γεωγραφία της βόρειας Αμερικής, αλλά και στην ψυχή ενός λαού.

Το “Blackbraid III” είναι, τελικά, κάτι περισσότερο από ένα ακόμη κεφάλαιο στην πορεία ενός καλλιτέχνη που ανεβαίνει γοργά. Είναι η απόδειξη ότι η black metal σκηνή εξακολουθεί να έχει χώρο για ειλικρίνεια, για φωνές που αντλούν έμπνευση από την ταυτότητα και την παράδοση χωρίς να εγκλωβίζονται σε αναχρονισμούς. Ο Sgah’gahsowáh δείχνει ότι μπορεί να μιλήσει για τη φύση, την ιστορία και την πνευματικότητα των ιθαγενών όχι μέσα από διδακτισμό, αλλά μέσα από τη δύναμη της τέχνης του. Αυτός ο δίσκος δεν προσπαθεί να ευχαριστήσει όλες τις πλευρές, ούτε να προσαρμοστεί στις εμπορικές απαιτήσεις. Αντίθετα, καλεί τον ακροατή να αφήσει πίσω τον κόσμο που ξέρει και να βαδίσει σε μονοπάτια παλαιά όσο και η γη. Και σε αυτήν τη διαδρομή, το “Blackbraid III” στέκεται σαν ένας περήφανος, επιβλητικός λίθος μνήμης και αντίστασης, που αντηχεί στον χρόνο.

Κάποια στοιχεία της μουσικής στην τρίτη απόπειρα του αγαπημένου όσο και παράξενου σε περιπτώσεις Αμερικανού, ίσως φέρει στο νου σχήματα που καθόρισαν την σκηνή, φυσικό δεν είναι; Όλοι έχουν τις επιρροές τους, αλλά το θέμα είναι η συνεχής και ασταμάτητη εξέλιξη. Και εδώ φυσικά και υπάρχει.

(8,5 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

Photo by Sara Siraj

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: SYRINX
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Time out of place”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Ocula Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
JP Abboud – Φωνητικά
Bobby Shock – Μπάσο, moog Taurus, minimoog, oberheim matrix
Graham McGee – Κιθάρες, moog Taurus, little phatty, minimoog, oberheim OB-X, β’ φωνητικά
Seth Lyon – Τύμπανα, κρουστά
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Lady Chanelle – Β’ φωνητικά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Instagram
YouTube

“We are the priests of the temples of Syrinx, all the gifts of life are held within our walls…”

Μα τώρα πες μου, γίνεται να σκεφτεί κανείς κάτι άλλο από τους Καναδούς RUSH και το “2112”, όταν βλέπει τη λέξη “Syrinx”; Προσωπικά, αδυνατώ! Αν λοιπόν αδυνατώ εγώ, πως γίνεται να μείνει ανεπηρέαστος ένας Καναδός, από τη Βρετανική Κολούμπια; Από εκεί λοιπόν μας έρχονται οι SYRINX, project του πολυπράγμονος Graham McGee, ενός μουσικού που πιθανόν να έχεις ακουστά κυρίως από τους FUNERAL CIRCLE, καθώς και από το πέρασμά του από τις τάξεις των SPELL, STRYKER και LUNG FLOWER.

Όχι πολλά χρόνια πριν, ο McGee ένιωσε την ανάγκη να εκφραστεί με έναν διαφορετικό, πιο προοδευτικό τρόπο. Άμεσο συνοδοιπόρο στο νέο του όραμα, βρήκε στο πρόσωπο του συνεργάτη του, στους FUNERAL CIRCLE, Jean-Pierre Abboud, τον οποίο γνωρίζουν ακόμη καλύτερα οι οπαδοί του παραδοσιακού heavy metal, λόγω TRAVELER και GATEKEEPER. Για τη θέση του μπασίστα επιστρατεύτηκε ο Evan Findlay και για την αντίστοιχη του drummer, ο Al Lester των SPELL και BLOOD STAR.

Με αυτήν την σύνθεση, κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο Embrace the DarkSeek the Light (2019), το EP Mermaids & Narwals (2020) και έδειξαν πως ο ιδιαίτερος ήχος τους, μπορούσε να βρει ανταπόκριση στους «κόλπους» των απανταχού underground progsters. Δυστυχώς όμως, ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε ο McGee, που συνέπεσε με την περίοδο του Covid, έβαλε στον «πάγο» τους SYRINX για κάποια χρόνια, για να έρθει και η ταυτόχρονη σχεδόν αποχώρηση των Lester και Findlay να ολοκληρώσει την ατυχία και να θέσει την υπόστασή τους εν αμφιβόλω…

Να όμως που οι δυσκολίες είναι για να ξεπερνιούνται! Ο McGee πέρασε τον «σκόπελο», ανέκαμψε και οι SYRINX επανέρχονται ακόμη πιο δυνατοί, με νέο line up, τον Abboud σταθερό στο μικρόφωνο και ένα εξαίρετο δίδυμο στο rhythm section: Οι Seth Lyon και Bobby Shock ομολογώ πως μέχρι τώρα μου ήταν παντελώς άγνωστοι, αλλά εφεξής θα τους παρακολουθώ στενά, γιατί με την απόδοσή τους, ανεβάζουν τη μπάντα ακόμη ψηλότερα σε επίπεδο, από το έτσι κι αλλιώς υψηλό στο οποίο βρισκόταν!

Το Time out of place είναι το αποτέλεσμα της καλλιτεχνικής «σύζευξης» των τεσσάρων αυτών ικανότατων μουσικών. Το περιεχόμενό του, παραπάνω από απλά «ενδιαφέρον». Οι SYRINX τιμούν την καταγωγή και το όνομά τους και με το παραπάνω, έχοντας σαν πρώτη και κύρια αναφορά τους RUSH της περιόδου μέχρι το “Exit… stage left”. Πραγματικά, οι ομοιότητες είναι πάμπολλες. Δε μένουν όμως σε αυτό, δε δίνουν το παραμικρό δικαίωμα να χαρακτηριστούν ως «αντιγραφείς», όπως συνέβη πρόσφατα με μπάντα που ακούγεται πιο RUSH και από τους ίδιους τους RUSH… Ονόματα δε λέω, υπολήψεις δε θίγω.

Σε αυτήν την rock opera, όπως θέλουν οι ίδιοι να την χαρακτηρίζουν, οι SYRINX ρίχνουν στο τραπέζι και άλλα, πολύ δυνατά χαρτιά: Τον occult ήχο των SPELL, την 70s περίοδο των JUDAS PRIEST, τους FATES WARNING με τον John Arch… και το κάνουν με έναν υπέροχο και συνάμα πολύ ιδιαίτερο, δικό τους τρόπο. Να πω ότι κάποιες φορές, η μουσική μου θυμίζει και μια προοδευτική, απείρως πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή των IRON GRIFFIN; Να το πω. Να πω επίσης πως μου ήρθε στο νου και το “Frost and Fire” των CIRITH UNGOL; Να το πω κι αυτό.

O Jean-Pierre Abboud έχει υιοθετήσει ένα διαφορετικό ερμηνευτικό στυλ σε σχέση με αυτό που τον είχαμε συνηθίσει. Αποκαλύπτει πτυχές της φωνής του που ίσως δεν περιμέναμε να έχει και «δένει» πολύ ωραία με την Lady Chanelle, σύζυγο του McGee, η οποία προσθέτει τις δικές της φωνητικές αρμονίες σε δεύτερο «πλάνο» σε αντίθεση ή σε σύμπλευση με τη φωνή του JP, ανάλογα τις επιταγές του κάθε κομματιού.

Τα παραπάνω συνεπικουρούνται από την μοναδική, “by all means”, παραγωγή, η οποία είναι τόσο “live” και επιτηδευμένα ακατέργαστη, που θαρρείς πως η μπάντα παίζει μπροστά σου, ενώ βρίσκεσαι σε κάποιο μπουντρούμι. Κάποιους ίσως τους «ξινίσει» αυτό, αλλά έτσι κι αλλιώς, η μουσική των SYRINX δεν είναι για όλους, εκ της φύσεως της. Προτείνω δε, κάποιες ακροάσεις να γίνουν με ακουστικά, ώστε να ακούγεται κάθε λεπτομέρεια και κυρίως αυτά που παίζει το rhythm section, ειδικότερα δε, ο μπασίστας Bobby Shock (όνομα και πράγμα!). Σε απλά Ελληνικά… «τις κάλτσες του»!

Συνολικά, με το “Time out of place”, οι SYRINX καταθέτουν μια πολύ βελτιωμένη εκδοχή του εαυτού τους. Σαφώς και υπάρχουν ακόμη περιθώρια βελτίωσης, αλλά όχι για άλλον λόγο, παρά για να κυκλοφορήσει η μπάντα ένα σύγχρονο μνημείο προοδευτικού, αστρικού και ταυτόχρονα «σπηλαιώδους» rock/metal. Απανταχού «περίεργοι» στα ακούσματα, προσέλθετε.

(8 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

EPs/LIVES/DEMOS & COMPILATIONS

Πέρυσι, το έξοχο The stygian rose (για το οποίο διαβάζεις εδώ) είχε φέρει την καταξίωση των Αμερικανών θεών του επικού doom metal CRYPT SERMON, στην elite των συγκροτημάτων που πρωταγωνιστούν στην σύγχρονη μεταλλική σκηνή. Φέτος, έρχεται το EP Saturnian appendices, να καλύψει το κενό μεταξύ του άλμπουμ εκείνου και της επομένης κυκλοφορίας του group, όποτε αυτή έρθει. Τι περιέχει; Τρία κομμάτια τα οποία έμειναν εκτός του “The stygian rose”, συν μια διασκευή στο “De Mysteriis Dom Sathanas” των MAYHEM, στο οποίο έχουν προσθέσει έξυπνα ένα επιπλέον “o”, ξαναβαπτίζοντάς το “De Mysteriis Doom Sathanas”.

“Leftovers” λοιπόν, αλλά τί “leftovers”… Τα περισσευούμενα του “The stygian rose” είναι τόσο ΕΠΗ, που όταν τα ακούσεις, θα διαπιστώσεις αφενός πως σε άλλους δίσκους, άλλων σχημάτων, τέτοια κομμάτια θα είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο, αφετέρου θα συμπεράνεις ξανά πόσο σπουδαίο ήταν το ίδιο το “The stygian rose”, για να φτάσει η μπάντα να τα αφήσει εκτός! Το πρώτο κατά σειρά κομμάτι, “Only ash and dust”, είναι και το αγαπημένο μου. Συνδυάζει στο πρώτο μισό το μεγαλιθικό doom metal παίξιμο, με power metal και εξοντωτική δίκαση στο δεύτερο. Τιτάνιο άσμα! Τo “A fool to believe” είναι ακόμη πιο doomy, ενώ το “Lachrymose” πατά γερά μεν το επικό doom, αλλά έχει επιπροσθέτως και μια ιδιαίτερη γοτθική essence, που του «πάει» πάρα πολύ!

Εκεί βέβαια που ο ακροατής μένει με το στόμα ανοικτό, είναι στο “De Mysteriis Doom Sathanas”. Όσοι το άκουσαν για πρώτη φορά μέσω του περιοδικού Decibel, ή από το bandcamp της μπάντας, μπορούν να το επιβεβαιώσουν. Μιλάμε για μια ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΗ εκτέλεση, που δείχνει, συν τοις άλλοις, την επίδραση που έχει το black metal στη μουσική των CRYPT SERMON. Η φωνητική συμμετοχή του Thomas Tannenberger των ABIGOR το απογειώνει και για μένα πάντα, συγγνώμη blacksters και οπαδοί των MAYHEM, είναι καλύτερη της αυθεντικής!

Περιμένοντας το νέο full length πόνημα των CRYPT SERMON, το “Saturnian appendices” είναι ένα πρώτης τάξεως EP, που θα κρατήσει το ενδιαφέρον όλων ημών των φίλων της μπάντας, αμείωτο. Σε παραγωγή του group και του Arthur Rizk, κυκλοφορεί από την Dark Descent Records.

Χρήσιμα links: Official websiteBandcamp Facebook

Δημήτρης Τσέλλος

Πάμε τώρα στο Gronau, στη Βόρεια Ρηνανία – Βεστφαλία, για να βρούμε τους DISTANT THUNDER. Σε αντίθεση με τους συνειρμούς που δημιουργεί το όνομά τους (HELSTAR γαρ), οι Γερμανοί δεν παίζουν αμερικανικό power metal. Λίγο δύσκολο θα ήταν αυτό άλλωστε, μιας και είναι «πνευματικό τέκνο» του drummer Husky (ASPHYX, ROTTEN CASKET, πρώην SODOM και DESASTER, μεταξύ άλλων) και συμμετέχουν οι Benni Bronson (φωνητικά, KNIFE), Holg Ziegler (κιθάρα, ABANDONED) και Patrick Schmid (μπάσο, CREMATORY).

Thrash/speed metal λοιπόν, με πολλές επιρροές από Γερμανία αλλά και Καναδά μεριά, συγκεκριμένα τους λατρεμένους του Husky, αλλά και δικούς μας, RAZOR. Το Demo I, ηχογραφήθηκε στα Tom Meier Recordings, στην Ολλανδία, όπου έχουν ηχογραφήσει οι ASPHYX, SOULBURN, CRYPTOSIS και άλλοι πολλοί, κυκλοφορεί σε κασσέτα από το ίδιο το group, έχει καλό, για demo, ήχο, αποπνέει έναν retro «αέρα» και αποτέλεσε το «χαρτί» για να υπογράψει η μπάντα συμβόλαιο με την High Roller Records, για το επερχόμενο ντεμπούτο άλμπουμ της.

Εμείς θα ευχηθούμε καλή αρχή και μακάρι ο δίσκος να είναι «δυνατός», όσο προμηνύουν τα ονόματα των συντελεστών του.

Χρήσιμα links για να τσεκάρεις ακόμη περισσότερα: Bandcamp Facebook

Δημήτρης Τσέλλος

A day to remember… 30/8 [S.O.D.]

0
S.O.D.

S.O.D.

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Speak english or die” – S.O.D.
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Megaforce / Roadrunner
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Alex Perialas / Scott Ian
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Billy Milano
Κιθάρες – Scott Ian
Μπάσο – Dan Lilker
Drums – Charlie Benante

Το έτος είναι 1985. Ο κιθαρίστας των ANTHRAX, Scott Ian, αποφασίζει να φτιάξει ένα συγκρότημα, ως side-project για τις πιο crossover συνθετικές του ιδέες. Το όνομα αυτού; STORMTROOPERS OF DEATH, ή σε απλά ακρωνύμια S.O.D.. Κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας με τους ANTHRAX, σε μια φάση όπου το συγκρότημα ήταν ακινητοποιημένο κάπου, ο Scott άρχισε να σχεδιάζει σκίτσα αυτού του χαρακτήρα που είναι τώρα γνωστό ως ο Sargeant D. Οι πρώτοι σπόροι είχαν ήδη φυτευτεί στο μυαλό του. Στη συνέχεια, κατά την ηχογράφηση του “Spreading the disease” με τους ANTHRAX, ο πρώην μπασίστας τους Dan Lilker (τότε NUCLEAR ASSAULT και φυσικά BRUTAL TRUTH), ο Scott και ο drummer της μπάντας Charlie Benante, είχαν αράξει μιας και οι ANTHRAX είχαν ολοκληρώσει τις ηχογραφήσεις του δίσκου.

Όπως ήταν φυσικό, βαριόντουσαν στο στούντιο περιμένοντας να ολοκληρωθεί η μίξη και το mastering, χώρια που είχαν ολοκληρώσει πιο γρήγορα τις ηχογραφήσεις, άρα είχαν περιθώριο κάποιες ώρες ακόμα. Έτσι, μπήκαν μέσα στο προβάδικο και άρχισαν να παίζουν τυχαία riffs εμπνευσμένα κυρίως από hardcore συγκροτήματα όπως οι θρύλοι AGNOSTIC FRONT. Αργότερα, επειδή ο Scott γνώριζε τον Billy Milano, τον ρώτησε αν θα ήθελε να τραγουδήσει για το συγκρότημα. Εκείνη την εποχή, ο Billy ήταν μέλος του hardcore συγκροτήματος THE PSYCHOS και έπαιζε μπάσο. Δέχτηκε τελικά, αλλά ποιο είναι το καλύτερο πράγμα όλων; Η πρώτη του φορά που τραγούδησε, ειρωνικά, ήταν στο στούντιο ηχογραφώντας το “Speak english or die”! Άμα το έχεις ρε παιδί μου….

Μπαίνει το “March of the S.O.D.” και νιώθεις να τρίζουν οι τοίχοι, ανοίγουν μεγάλοι κύκλοι ακόμα και στο σαλόνι σου, για να έρθει το πρώτο κανονικό κομμάτι (“Sargent d and the S.O.D.”) να κάνει τη δήλωση “Ruthless and vicious he’ll stomp on your face. Deadly, malicious, stay out of his space.
He’ll rip your eyes out, don’t look the wrong way. And once you meet him, there’s no time to pray! He’ll rip your heart out, make you eat your own lips, then crack your elbows, and crush fingertips
He’ll make you wish that you didn’t exist, cause Sargent D is coming, and you’re on his list!”. ΟΥ ΜΠΛΕΞΕΙΣ. Οι δε ταχύτητες, συνδυάζοντας την thrash ενέργεια των ANTHRAX με το hardcore των AGNOSTIC FRONT και τα μικρά περιεκτικά κομμάτια, ορίζουν σαφώς αυτό που λέμε crossover thrash.

Μπήκαν το λοιπόν δίπλα στους λατρεμένους μου του υποείδους D.R.I. και SUICIDAL TENDENCIES που τους πρόλαβαν για δύο χρόνια (κι ας χαρακτηρίζονταν πιο hardcore punk παρά crossover thrash οι πρώιμες τους δουλειές), δίνοντας ορισμό σε αυτή τη νέα μορφή thrash, απλά υπερτονίζοντας το hardcore punk DNA του είδους. Από το καταστροφικό “Kill yourself”, το ομώνυμο κομμάτι – ύμνος ή το “Fuck the Middle East” να δίνουν ρεσιτάλ πολιτικής “ανορθότητας”, τον ύμνο “Pussywhipped” (ναι, αυτό που καταλάβατε εννοεί ο ποιητής!), το φόρο τιμής “Freddy Krueger” να δείχνει πόσο αγαπάνε τις ταινίες τρόμου, ενώ τα “United forces” και “Fist banging mania” ενώνουν hardcore-άδες και metalheads κάτω από τα ίδια riffs, διαλύοντας συναυλιακούς χώρους με περίσσια άνεση!

Οι κωμικές εκτελέσεις του “Diamonds and rust” και του “The ballad of Jimmy Hendrix” ή τα λοιπά ηχογραφήματα που μάλλον μικρά σκετσάκια ήταν παρά ολοκληρωμένα κομμάτια, δείγμα του πόσο ωραία περνούσαν στις ηχογραφήσεις και τις πρόβες. Με εξαίρεση το πιο “σοβαρό” στιχουργικά “No turning back”, το χιούμορ κυριαρχεί, στην πολιτικά μη ορθή μορφή του, με το “Milk” (από τις πρώτες φορές λέγεται, που ηχογραφήθηκε blastbeat) το “Pre-menstrual princess blues” ή το “Pi alpha nu” να ξεραίνουν τον ακροατή στο γέλιο με την ακρότητα τους. Φινάλε ρίχνει στα “κανονικά” κομμάτια το “Douche crew”, που είναι ξεκάθαρα, μανούρας το ανάγνωσμα, από ανθρώπους με τους οποίους, πραγματικά δεν ξέρω αν ήθελες να στραβοκοιτάξεις τότε. Ή και τώρα ακόμα. Όλα αυτά, σε 28 λεπτά μουσικής

40 χρόνια μετά, το “Speak english or die” έχει μεγαλώσει υπέροχα. Όποιος πιάνει το αστείο πίσω από τη μπάντα, το λατρεύει. Όποιος είναι προδιατεθειμένος να νιώσει προσβεβλημένος από τα όσα λέγονται, το μισεί. Εν πάση περιπτώσει, τον σκοπό του τον πετυχαίνει ως και σήμερα. Κατά τα άλλα, έγραψε ιστορία στο είδος με το τρόπο του (ρωτήστε μπάντες όπως οι MUNICIPAL WASTE πόσο τους λατρεύουν!), ενώ κάθε φορά που παίζεται, διαλύει σβέρκους, κάνει κορμιά να αθληθούν στο κύκλο της ζωής και να βουτήξουν από σκηνές και εξώστες, ολούθε! Το ότι είχα την ευκαιρία να δω τους M.O.D. να το παίζουν σχεδόν ολόκληρο πριν κάποια χρόνια στο Κύτταρο, είναι από τις πιο ωραίες αναμνήσεις που έχω.

Did you know that?

– Στη καραντίνα, υπήρχε ένα υπέροχο video των Scott, Charlie, Dan με τον Mike Patton στα φωνητικά, να διασκευάζουν το ομώνυμο κομμάτι, με τον Patton να γκαρίζει τον τίτλο στο τελευταίο ρεφρέν σε άπταιστα ισπανικά: “Habla español o muere”

– Έχει βγει επανεκδόσεις, όπως μια διπλού CD με το θρυλικό “Live in Budokan” (που έκανε πλάκα με όλες τις μπάντες που είχαν κάνει live δίσκο στο γνωστό Ιαπωνικό venue), αλλά και μια για τα τριάντα χρόνια του σε ασημί εξώφυλλο.

– Ακούστε την υπέροχη διασκευή των BURN THE PRIEST στο “Kill yourself”.

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 29/8 [OPETH]

0
Opeth

Opeth

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ : “Ghost Reveries” – OPETH
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ : 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ : Roadrunner Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ : Jens Bogren / OPETH
ΣΥΝΘΕΣΗ ΑΛΜΠΟΥΜ :
Mikael Åkerfeldt – φωνητικά / κιθάρες
Peter Lindgren – κιθάρες
Martín Méndez – μπάσο
Per Wiberg – πιάνο / mellotron / Hammond organ
Martin Lopez – τύμπανα

Από ότι φαίνεται, με κυνηγάνε οι OPETH. Με κυνηγάει ο Mikael.

Ας είναι όμως.

Καλώς ήρθες σε ένα ακόμη επεισόδιο “Somewhere back in time”, αυτό στο οποίο λέμε με τον τρόπο μας εδώ στο Rock Hard χρόνια πολλά στα δισκάκια που έχουν γενέθλια (σε «στρογγυλές» επετείους).

Και σήμερα σβήνει 20 κεράκια ο όγδοος δίσκος των μεγάλων OPETH του mastermind Mikael Åkerfeldt.

Οι Σουηδοί μετά το “Damnation” που είχαν κάνει με παραγωγό τον Steven Wilson δύο χρόνια νωρίτερα, υπογράφουν νέο συμβόλαιο με την Roadrunner Records και βάζουν στο τιμόνι της παραγωγής του “Ghost Reveries” τον τεράστιο Jens Bogren, δουλεύοντας στα Fascination Street Studios για να είναι και κοντά στα σπίτια τους. Ο Mikael είχε πει ότι τα κομμάτια ήταν έτοιμα από πριν, οπότε τους πήρε απλά 3 εβδομάδες για να τα τελειοποιήσουν όλοι μαζί πριν ξεκινήσουν τις ηχογραφήσεις.

Όταν λέμε όλοι μαζί, εννοούμε την τελευταία απίθανη σύνθεση της μπάντας, πριν αποχωρήσουν βασικά μέλη όπως ο επί πολλά χρόνια κιθαρίστας Peter Lindgren και φυσικά ο αγαπητός σε όλους μας drummer Martin Lopez που δημιούργησε έπειτα τους SOEN.

Ο δε Mikael που ανέκαθεν είχε συνθετικό οίστρο, έχει κάνει εξαιρετική δουλειά και εδώ με μερικές από τις πιο φοβερές μουσικές ιδέες που είχε στη ζωή του. Αυτό σημαίνει ότι έπαιξε riff και μελωδίες που μπορούν να σου μείνουν χαραγμένες για μια ζωή. Για να είμαι δίκαιος και σωστός, και στον επόμενο δίσκο τα πήγε καλά, μετά έκανε μια μεγάλη κοιλιά με ατοπήματα τύπου Σόρσερες και μόρσερες (μιλάω πάντα επί προσωπικού, το αν αυτό το διάστημα απέφερε κέρδη και νέους οπαδούς, δεν είμαι αυτός που θα κρίνει, άσχετα αν εμένα δεν μου άρεσαν σαν OPETH, με άλλο λογότυπο θα ήταν εξαιρετικές δουλειές) για να φτάσουμε στο σήμερα που με την τελευταία του κυκλοφορία μου έκλεισε το στόμα προσθέτοντας ακόμα ένα αριστούργημα στο παλμαρέ του συγκροτήματος.

Ξεκινώντας από το εξώφυλλο, ψιλοκαταλαβαίνεις και ότι η μουσική του δίσκου θα είναι σκοτεινή. Σε συνέντευξη του ο Mikael είπε ότι εκείνη την περίοδο διάβαζε κάτι παλιά βιβλία της γυναίκας του, με αποκρυφιστικό occult περιεχόμενο, οπότε και οι στίχοι του βγήκαν κάπως πιο σατανιστικοί και κακοί. Έτσι λοιπόν και για το artwork πήρε σβάρνα παρέα με τον Peter τις βιβλιοθήκες της Στοκχόλμης ψάχνοντας για μια αντίστοιχη εικόνα. Εκεί εμφανίζεται ως από μηχανής σατανάς ο υπέρτατος καλλιτέχνης Travis Smith και τους στέλνει το σχέδιο με τα κεριά που βλέπουμε σήμερα στο εξώφυλλο. Όπως καταλαβαίνεις, κάπου εκεί σταμάτησε και το ψάξιμο στις βιβλιοθήκες.

Όσον αφορά τα τραγούδια, το αρχικό πλάνο ήταν ο δίσκος να είναι concept. Πράγματι, έτσι ξεκίνησε να το οργανώνει ο μαέστρος, έγραψε ένα κομμάτι, έγραψε δύο κομμάτι, και μετά πάει και γράφει τους στίχους για το “Isolation years”, το οποίο δεν είχε καμία σχέση με τα υπόλοιπα, στον ίδιο τον Mikael όμως άρεσε πάρα πολύ, που για χάρη του συγκεκριμένου άσματος χαλάρωσε και στην ιδέα του γενικότερου concept.

Το track list έχει ξεψαχνιστεί σε παλιότερο άρθρο όταν είχε γίνει worst to best, αλλά δεν γίνεται να μην πούμε 2-3 κουβέντες για μερικά από τα αγαπημένα μου κομμάτια σε ολόκληρη τη δισκογραφία των OPETH. Θα τα πάω ανακατωμένα γιατί αν δεν βάλεις και λίγο χάος στη ζωή σου, δεν αξίζει τον κόπο.

Ένα single βγήκε για προωθητικούς σκοπούς, το οποίο γυρίστηκε και video clip, και αυτό ήταν το “The grand conjuration”. Εξαιρετική επιλογή για πολιορκητικός κριός θα ήταν, αν η διάρκεια δεν άγγιζε τα 10 λεπτά και 21 δευτερόλεπτα. Φυσικά και πετσοκόπηκε σχεδόν στο μισό για να ταιριάξει στα πλαίσια των radio friendly κανονισμών.

Έχει ένα “Harlequin forest” το οποίο βρίθει αλλαγών ρυθμών riffs και συναισθημάτων, ένα “Baying of the hounds” το οποίο καμιά φορά λέω ότι ίσως είναι και το αγαπημένο μου από όλο το δίσκο με τις ιδέες και την ατμόσφαιρα του, αλλά μετά ακούω το “Ghost of perdition” και θυμάμαι ποιο κομμάτι κάνει κουμάντο στο δίσκο, κυρίως γιατί εκεί πριν το φινάλε του έχει ένα από τα καλύτερα πράγματα που σκέφτηκε και έπαιξε ο Mikael. Έχει εμφανιστεί σε πάμπολλα memes στο internet λόγω της απότομης εκκίνησής του, και θαρρώ είναι και σχεδόν πάντα μέσα στα set lists των συναυλιών του συγκροτήματος έκτοτε.

Ένα μπέρδεμα προέκυψε με το “Reverie” το οποίο σε κάποια μορφή βρίσκεται κολλητά πριν το “Harlequin forest”, σε κάποια άλλη βρίσκεται κολλητά μετά το “Atonement”, μικρή διαφορά έχει όσον αφορά το σύνολο πάντως.

Το 2005 ήταν μια χρονιά με μερικές εντυπωσιακές metal κυκλοφορίες, αλλά παρόλα αυτά το “Ghost Reveries” κατάφερε να βρεθεί ψηλά στις λίστες προτίμησης του κόσμου και των περιοδικών, βάζοντας επίσης τους OPETH και για πρώτη φορά στα charts της Σουηδίας, φτάνοντας ως το #9.

Ένα ακόμα αξιοσημείωτο και περίεργο γεγονός είναι ότι στα γυρίσματα του video clip για το “The grand conjuration”, στη θέση του drummer δεν βρίσκεται ο Martin Lopez ο οποίος ήταν άρρωστος εκείνη τη μέρα, και τη θέση του πήρε ο – εύκαιρος απ’ ότι φαίνεται – … Gene Hoglan!

Κάπως έτσι δημιουργήθηκε το τελευταίο ατόφιο 10άρι της δισκογραφίας των OPETH, διότι το επόμενο ήταν ένα τίμιο 9άρι, το διάστημα που ακολούθησε τα είπαμε μην τα ξαναλέμε, για να φτάσουμε στο σήμερα και στη τελευταία δουλειά τους, η οποία είναι κάπου μεταξύ 9 και 9,5 απλώς και μόνο για να μην αδικηθούν τα παλιότερα έπη. Ορίστε, κάναμε και ένα πρόχειρο worst to best δισκογραφίας, η δουλειά μου εδώ ολοκληρώθηκε και με το παραπάνω.

Μέχρι το επόμενο επεισόδιο να είστε όλοι καλά, να ακούτε χέβι μέταλ και φυσικά πάνω από όλα, μην χάσετε το festival του Rock Hard Greece στις 12 και 13 Σεπτεμβρίου.

Μίμης Καναβιτσάδος

OVERKILL: They come to SHRED

0
Overkill

Overkill

Τα αλάνια του New Jersey, οι φοβεροί και τρομεροί OVERKILL επιστρέφουν στη χώρα μας στις 12 Σεπτεμβρίου στα πλαίσια του Rock Hard Festival σε μία εμφάνιση που αναμένεται, το λιγότερο, εκρηκτική. Εξάλλου όσοι τους έχετε δει ζωντανά, μπορείτε να πιστοποιήσετε αυτό που λέω! Με αφορμή, λοιπόν την επερχόμενη συναυλία των θρυλικών Αμερικανών thrashers, είπαμε να κάνουμε μια ανασκαφή στην πλούσια δισκογραφία τους, και να επιλέξουμε τα 10 πιο επιθετικά κομμάτια της καριέρας τους. Προφανώς δύσκολο το έργο καθώς έθεσα και άλλον έναν περιορισμό στον εαυτό μου, να μην επιλέξω παραπάνω από ένα κομμάτι από κάποιο δίσκο. Η επιλογή έγινε με βάση καθαρά υποκειμενικά κριτήρια και εννοείται ότι κάθε ένσταση είναι δεκτή και μη αμφισβητήσιμη , καθώς όλοι μας έχουμε τις προσωπικές μας προτιμήσεις. Η σειρά τοποθέτησης είναι με χρονολογική σειρά, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων. Ξεκινάμε!

  1. “Hammerhead” (“Feel the fire”- 1985)

Τι να πάρεις και τι να αφήσεις από αυτό το ντεμπούτο! Με μεγάλη δυσκολία επέλεξα το “Hammerhead”. Ταχύτατο riff, ο Rat Skates δίνει τον δικό του ρυθμό και οι υπόλοιποι ακολουθούν με φόρα, ισοπεδώνοντας τα πάντα στο πέρασμα τους. Φοβερό το κόψιμο στο μέσον του κομματιού. Κλασικό και αγαπημένο.

  1. Electro – Violence” (“Taking over” – 1987)

Αν τα πράγματα ήταν δύσκολα για την επιλογή κομματιού από το “Feel the fire”, εδώ έγιναν σχεδόν ακατόρθωτα. Βλέπετε, το “Taking over” είναι γεμάτο από επιθετικά κομμάτια και αποτελεί ένα πολύ αγαπημένο μου άλμπουμ. Εδώ κατέληξα στο “Electro – Violence” . Ο ορισμός του μακελειού, με το υπέροχο solo του Gustafson στην εισαγωγή, δίνει το έναυσμα για ακατάπαυστο headbanging. Από τα πιο βίαια κομμάτια που έχουν γράψει οι OVERKILL.

  1. “Shred” (“Under the influence” – 1988)

Αυτό το εναρκτήριο riff του κομματιού που ανοίγει το “Under the influence” είναι πραγματικά ΚΟΛΑΣΜΕΝΟ και θερίζει κεφάλια. Στη συνέχεια οι ρυθμοί μπορεί να πέφτουν λίγο, χωρίς όμως το τραγούδι να χάνει ούτε ίχνος σε τραχύτητα. Και το τελείωμα… απλά υπέροχο!

  1. “I hate” (“The years of decay” – 1989)

Δεν είναι ο ορισμός του απόλυτα thrash κομματιού αλλά αποτελεί ένα μανιφέστο επιθετικότητας! Απόλυτα βιωματικό κομμάτι για πολλούς, και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου, το “I hate” είναι από εκείνα τα τραγούδια που σου βγάζουν τον τσαμπουκά από μέσα σου. Και ο τρόπος που φτύνει τους στίχους ο Blitz είναι απόλυτος…. Δεν μπλέκεις!

  1. “Coma” (“Horrorscope” – 1991)

Πρώτος δίσκος χωρίς τον Gustafson, πρώτος δίσκος με δύο κιθαρίστες για τους OVERKILL και φυσικά η μπάντα έπρεπε να αποδείξει αρκετά. Το εναρκτήριο “Coma” έρχεται να πείσει και τους πιο δύσπιστους ότι οι OVERKILL όχι μόνο δεν έχουν χάσει τη δυναμική τους αλλά συνεχίζουν σε θυελλώδεις ρυθμούς. Μετά από μια μικρή ακουστική εισαγωγή, ακολουθεί ο κακός χαμός με το κλασικό OVERKILL riff που ξεσηκώνει και πεθαμένους! Κλασικό πλέον, κομμάτι, το “Coma” αποτελεί την ιδανική εισαγωγή σε έναν εξαιρετικό, από κάθε άποψη, δίσκο.

Overkill

  1. “The wait/ New high in lows” (“W.F.O.” – 1994)

Μετά το μούδιασμα του “I hear black” έναν χρόνο πριν, οι OVERKILL επανήλθαν στις… εργοστασιακές ρυθμίσεις με το “W.F.O.” , ένα από τα πιο βίαια και τραχιά άλμπουμ της καριέρας τους. Πολύ μεγάλη αδυναμία το συγκεκριμένο άλμπουμ, αλλά το αγαπημένο μου “The wait/ New high in lows” παίρνει τα σκήπτρα. Η εισαγωγή με τον Al Pacino από την ταινία “Carlito’s way” να φωνάζει “HERE COMES THE PAIN” σε προετοιμάζει για κάτι εξαιρετικά δυνατό. Και πραγματικά, το “The wait/ new high in lows” δεν διαψεύδει τις προσδοκίες. Απίστευτα τραχύ κομμάτι, με τρομερές εναλλαγές στους ρυθμούς του που σε γραπώνει από το λαιμό και δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα. Εξαιρετικό!

  1. “Bring me the night “ (“Ironbound” – 2010)

Το “Ironbound” ήταν ο δίσκος που σηματοδότησε την μεγάλη ανάκαμψη των OVERKILL. Από εδώ διάλεξα το πρώτο single, το θυελλώδες “Bring me the night”. Το βασικό riff του θυμίζει, στα δικά μου αυτιά τουλάχιστον, το “Helpless” των DIAMOND HEAD, κάτι που δεν το βρίσκω καθόλου κακό αφού προσδίδει στο κομμάτι μια επιπλέον old school χροιά. Οι ταχύτητες δεν κατεβαίνουν ούτε στο ελάχιστο, δείχνοντας την τεράστια δυναμική του κομματιού. Να μην ξεχάσω να αναφέρω το εξαιρετικό solo του Dave Linsk. Χαμός!

  1. “Drop the hammer down” (“The electric age” – 2012)

Ήμουν ανάμεσα στο “Electric rattlesnake” και αυτό, αλλά είπα να μην κινηθώ σε τόσο safe μονοπάτια και επέλεξα το συγκεκριμένο κομμάτι. Γουστάρω πάρα πολύ τις τρομερές εναλλαγές στο ρυθμό του, και ακόμα και στο σημείο που ηρεμούν κάπως τα πράγματα, στο μέσον του κομματιού δηλαδή, η πώρωση που βγάζει είναι απίστευτη. Thrash metal λέγεται και είναι απλό!

  1. “Freedom rings” (“ White devil armory” – 2014)

Και εδώ ήμουν οριακά ανάμεσα στο εξαιρετικό “Armorist” και σε αυτό. Η επιλογή μου είναι το “Freedom rings” καθώς μου αρέσει πάρα πολύ η εισαγωγή με το μπάσο του DD Verni καθώς οι κιθάρες αρχίζουν να χτίζουν υποχθόνια το δικό τους ηχητικό υπόβαθρο και την σταδιακή κλιμάκωση του τραγουδιού για ένα λεπτό περίπου, μέχρι τη σφαγή που ακολουθεί. Από τα highlights του συγκεκριμένου δίσκου, το “Freedom rings” είναι ένα τραγούδι που δεν περνάει απαρατήρητο!

  1. “Twist of the wick” (“Scorched” – 2023)

Κάποιοι τόλμησαν να αμφιβάλλουν αν οι OVERKILL μπορούν ακόμα να thrashάρουν. Η τελευταία τους δουλειά, το φανταστικό “Scorched”, όχι μόνο έρχεται να αποδείξει το αντίθετο αλλά παρουσιάζει και το συγκεκριμένο έπος, το φρενιασμένο “Twist of the wick” να σκάει σαν κλωτσιά στα δόντια των αλλόθρησκων. Εδώ δεν υπάρχει έλεος, δεν υπάρχει σωτηρία. Μιλάμε για πολύ ξύλο. Μέχρι και blastbeats ακούγονται από τους αθεόφοβους που δείχνουν αποφασισμένοι να μην χαρίσουν κάστανα σε κανέναν. Το επικό κόψιμο στη μέση του κομματιού εντυπωσιάζει, προτού οι ταχύτητες αρχίσουν ξανά να χτυπούν κόκκινο. Από τα τραγούδια που θα ήθελα πολύ να ακούσω ζωντανά!

Αυτά τα λίγα από μένα! Ραντεβού στις 12 και 13 Σεπτεμβρίου στο Rock Hard Festival για να απολαύσουμε ζωντανά όλα αυτά τα πολύ σπουδαία ονόματα που έχουν ανακοινωθεί, και φυσικά τους λατρεμένους μας OVERKILL! Be there, or Chaly’s gonna get you!

Θοδωρής Κλώνης

A day to remember… 28/8 [MOTORHEAD]

0
Motorhead

Motorhead

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Bad Magic” – MOTORHEAD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2015
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: UDR / Motörhead Music
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Cameron Webb
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/Μπάσο – Ian Fraser “Lemmy” Kilmister
Κιθάρες – Philip Anthony “Zööm”/“Wizzö” Campbell
Drums – Mikkey Dee (Micael Kiriakos Delaoglou)

Έχουν περάσει ήδη 10 χρόνια από την απώλεια ενός μουσικού που άφησε για πάντα παρακαταθήκη την αυθεντική προσωπικότητα του, κάνοντας τον μια από τις πιο ξεχωριστές περσόνες στο ευρύτερο rock ιδίωμα. Ο λόγος για τον Ian Fraser “Lemmy” Kilmister, ο οποίος μέχρι και την τελευταία στιγμή, κυκλοφορούσε δίσκους που εμπεριέχουν τραγούδια, που θα έχουν αιωνίως θέση στις καρδιές των οπαδών, κυρίως των πιο φανατικών, που ίσως «αγκαλιάζουν» πιο εύκολα μια σύνθεση.

Εκείνη την περίοδο, τα προβλήματα υγείας που είχε ο Lemmy, είχαν γίνει γνωστά. Ο ίδιος όμως, ήταν από αυτούς που δεν τα παρατούσαν εύκολα. Έτσι τον Αύγουστο του 2015, το γκρουπ κυκλοφόρησε την εικοστή τρίτη δουλειά του (ή εικοστή δεύτερη για όσους λογίζουν το “On Parole” ως ανεπίσημη), το “Bad magic”, «κλείνοντας» αισίως 40 χρόνια παρουσίας στην σκηνή. Μια κίνηση που σίγουρα, τηρουμένων των τότε αναλογιών, αποτελούσε σαφώς μια άκρως χαρμόσυνη είδηση. Πόσο μάλλον όταν το ίδιο το συγκρότημα, βάση αποτελέσματος, δήλωσε βροντερό παρών δισκογραφικά, για/σε όσους πίστευαν ότι τα θέματα υγείας θα επηρέαζαν και την ποιότητα των τραγουδιών τους. Βεβαίως, πριν την κυκλοφορία, οι όποιες επιφυλάξεις εύλογα υπήρχαν, εξαιτίας κυρίως της προηγούμενης δισκογραφικής τους δουλειάς “Aftershock”, στην οποία η συνθετική ποιότητα, σε σύνολο, ήταν ελαφρώς πτωτική, σε σχέση με αυτό που μας είχαν γενικά συνηθίσει.

Παραμερίζοντας τον οπαδικό ενθουσιασμό που προκαλεί μια studio δουλειά ενός τέτοιου συγκροτήματος, το τότε καινούργιο τους άλμπουμ, από το εναρκτήριο τραγούδι “Victory or die” μέχρι και την διασκευή στο “Sympathy for the devil” των ROLLING STONES, που «κλείνει» το δίσκο, πρόσθεσε άλλο ένα άξιο πολλών ακροάσεων ηχητικό λιθαράκι στην ένδοξη καριέρας τους. Εκείνα, ειδικά, τα χρόνια, κανείς δεν ήθελε το τέλειο από το γκρουπ, αλλά μια δουλειά που απλά να έχει τραγούδια που θα σε «αγγίξουν» τόσο που να τα ακούς πολλές φορές. Θεωρώ πως και το “Bad magic”, το κατάφερε αυτό.

Οι MOTORHEAD είχαν πάντα το ταλέντο να γράφουν τραγούδια στα οποία υπάρχει ηχητικά η χαρακτηριστική ταυτότητα που ξέρουν όλοι οι ακροατές. Για άλλη μια φορά λοιπόν, ακολουθήθηκε ο άτυπος κανόνας, όπου οι δουλειές τους, δεν έχουν πολλές συνθετικές και ηχητικές διαφοροποιήσεις από την προηγούμενη. Έτσι, το “Bad magic”, δεν διέφερε σχετικά με τα τότε πρόσφατα άλμπουμ τους, και ο οπαδός θα άκουγε όλα τα στοιχεία που είχε συνηθίσει στην μπάντα: Τραγούδια σκληρού rock n’ roll με ψήγματα ηχητικών στοιχείων και άλλων ιδιωμάτων, βασισμένα σε ένα ή δυο χαρακτηριστικά ριφ, χωρίς τρομερές αλλαγές ρυθμού ή ηχητικές πολυπλοκότητες, άλλοτε γρήγορα και άλλοτε πιο mid-tempo. Όλη η boogie ατμόσφαιρα, η ηχητική «βρωμιά» που διακατέχει το στυλ έκφρασης τους, τα ξεσηκωτικά κιθαριστικά ριφ, τα ωραία solos, τα ευκολομνημόνευτα, σχεδόν «κολλητικά» σε κάποιους ρεφραίν, αλλά και οι πολλές «ανεβαστικές» στιγμές σε αρκετά σημεία του δίσκου, είχαν και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο και σε αυτή την δισκογραφική τους κίνηση.

Το γκρουπ, σαφώς μετά από τόσα χρόνια επιτυχίας, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να ήθελε να αλλάξει ή να παρεκκλίνει από το ηχητικό στυλ έκφρασης, ή να τροποποιήσει το μοτίβο δόμησης των τραγουδιών του, και αυτό λογικά ήταν εκ προοιμίου γνωστό σε όλους, ειδικά σε όσους είχαν ασχοληθεί έστω και λίγο μαζί τους. Σε άλλον έναν δίσκο υπήρχαν τραγούδια όπου ο έντονος δυναμισμός, η συνεχής ενέργεια και ο ηχητικός τσαμπουκάς, αποτελούσαν τον σκελετό σε κάθε κομμάτι, αποτελώντας ηχητικά δείγματα ενός συγκροτήματος που ήξερε πως να δημιουργεί συνθέσεις που να μπορούν να «αντέξουν» στο χρόνο, και να ακούγονται πολύ, έτσι απλά. Εκτός των δυο προαναφερθέντων, τα “Thunder & lighting”, “Fire storm hotel”, “Shoot out all your lights”, “The devil”, “Electricity”, “Evil eye”, “Teach them how to bleed”, “Tell me who to kill” και “Chocking on your screams”, θεωρώ πως σίγουρα έχουν αφήσει το δικό τους στίγμα στους οπαδούς, με ορισμένα να «μπαίνουν» εύκολα σε μια best of συλλογή.

Το “Bad magic”, θα μπορούσε να είχε τραγούδια που να είχαν ξανακουστεί χωρίς αλλαγές στο παρελθόν, με το συγκρότημα να δίνει στο κοινό, μια δουλειά που απλά θα διατηρούσε ενεργό το όνομα του στο οπαδό, με συνθέσεις που θα είχαν μόνο άλλους στίχους, αποτελώντας ίσως το κύκνειο άσμα τους. Οι MOTORHEAD όμως δεν ήταν έτσι, και το ήξεραν όλοι. Γι’ αυτό και δημιούργησαν ένα δίσκο που η ακρόαση θα ήταν και πάλι πολύ ευχάριστη. Ο κυριότερος λόγος, βεβαίως, θα ήταν τα ίδια τα τραγούδια. Το γκρουπ ήξερε τον τρόπο, να προσφέρει στο κοινό αυτό που περίμενε και ήθελε να ακούει από αυτό. Έτσι το άλμπουμ χαρακτήριζε στο έπακρο ότι ακριβώς πρέσβευε και ήταν το γκρουπ, μια μηχανή παραγωγής ωραίων τραγουδιών, τα οποία κάθε φορά που και όσο τα ακούς, περνάς καλά. Δυστυχώς, βεβαίως, για τελευταία φορά, αλλά τουλάχιστον βάση τελικού αποτελέσματος «έφυγαν» με το κεφάλι ψηλά. Όπως τους άξιζε.

Did you know that:   

– Το άλμπουμ θα ήταν η πέμπτη τους κυκλοφορία στην πιο πρόσφατη δισκογραφική τους εταιρία, UDR / Motörhead Music.

– Το “When the sky comes looking for you” είναι το μόνο τραγούδι από το δίσκο που παιζόταν στις ζωντανές τους εμφανίσεις.

– Το 2016, το άλμπουμ ήταν υποψήφιο για το ECHO Award για το καλύτερο Rock/Alternative International άλμπουμ, αλλά έχασε από το “The book of souls” των IRON MAIDEN

– Η διασκευή στο “Sympathy for the devil” των ROLLING STONES ηχογραφήθηκε μετά από αίτημα του παλαιστή και κολλητού φίλου του Lemmy, Triple H.

– Το συγκρότημα κατά την διάρκεια που ήταν στο studio, ηχογράφησε και την διασκευή στο “Heroes” του DAVID BOWIE, ένα από τα τελευταία τραγούδια που ηχογράφησαν όλοι μαζί. Το

τραγούδι θα ήταν, αρχικά στην συλλογή “Under Cöver” που κυκλοφόρησε δυο χρόνια μετά, το 2017.

– Τον Φεβρουαρίου του 2023, κυκλοφόρησε μια expanded έκδοση του άλμπουμ, με τίτλο “Bad magic: Seriously bad magic”. Στην κυκλοφορία υπήρχαν σαν bonus η διασκευή στο “Heroes”, δυο ακυκλοφόρητα τραγούδια από τις ηχογραφήσεις του “Bad magic”, τα “Bullet in your brain” και “Greedy bastards” και ένα επιπλέον live CD “Motörhead At Mt Fuji Festival 2015 – Sayonara Folks!”. Στην έκδοση του box set που κυκλοφόρησε, εκτός των παραπάνω, υπάρχει ένα βινύλιο που έχει την συνέντευξη του Lemmy «War, love, death and injustice” και ένας Ouija πίνακας.

– Στο τραγούδι “The devil” το solo της κιθάρας το κάνει ο Brian May, κιθαρίστας των QUEEN

– Το εξώφυλλο του άλμπουμ για άλλη μια φορά δεν είναι του επί χρόνια σχεδιαστή τους Joe Petagno. Οι πιο παρατηρητικοί βλέπουν το Ρωμαϊκό νούμερο “XXXX” (40) που συμπίπτει με τα αντίστοιχα χρόνια παρουσίας του γκρουπ στην σκηνή.

– Στην Γερμανία το άλμπουμ έγινε χρυσό αφού ξεπέρασε τις 100.000 πωλήσεις και σαν φυσικό προϊόν και ψηφιακό. Γενικά είχε σημαντική απήχηση αφού «ανέβηκε» στην κορυφή των charts στη Φιλανδία και την Αυστρία, σε κάποιες χώρες οι εβδομαδιαίες πωλήσεις του το έφεραν στην πρώτη δεκάδα κάποιων, ενώ «μπήκε» στο Βρετανικό Top-10, κάτι που πέτυχε το συγκρότημα για πρώτη φορά μετά το 1982.

– Παρά τα προβλήματα υγείας του Lemmy, οι MOTORHEAD πραγματοποίησαν την ετήσια κρουαζιέρα με τίτλο “Motörboat”, η οποία διήρκεσε από τις 28 Σεπτέμβριου μέχρι τις 02 Οκτωβρίου 2015 και συμμετείχαν οι SLAYER, ANTHRAX, EXODUS, SUICIDAL TENDENCIES και CORROSION OF CONFORMITY

– Τα περισσότερα τραγούδια στο άλμπουμ έχουν διάρκεια +/- 3 λεπτά.

– Για την Record Store Day, την επίσημη ημέρα γιορτής του βινυλίου, το άλμπουμ έχει ειδικές συλλεκτικές εκδόσεις.

Θοδωρής Μηνιάτης

CONCEPTION interview (Roy Khan & Tore Ostby)

0
Conception

Conception

“Flow into your mind”

Ο τραγουδιστής των CONCEPTION, Roy Khan, μαζί με τον κιθαρίστα τους, Tore Ostby, θα εμφανιστούν στο VIP ακουστικό event του Rock Hard Festival Greece, το Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου. Όποιος δώσει το παρόν στο συγκεκριμένο event, θα έχει πρόσβαση σε VIP bar/VIP area, δωρεάν συλλεκτικό μπλουζάκι, goody bag με αποκλειστικά δώρα και φυσικά την ευκαιρία να δει και τους Daniel Gildnelow και Johan Hallgren των PAIN OF SALVATION, επίσης σε ακουστικό show. Ο Σάκης Φράγκος συνομίλησε με τους καλλιτέχνες και μπορείτε να πληροφορηθείτε τι θα παρακολουθήσουν όσοι έχουν αυτή τη δυνατότητα.

Κύριοι είναι τιμή μου να σας έχω εδώ μαζί μου, αλλά και μεγαλύτερη τιμή να σας έχουμε στο 1ο Rock Hard Festival στην Ελλάδα, στα πλαίσια του VIP Acoustic performance.
Tore, Roy: Ευχαριστούμε πολύ!!!
Tore: Είναι και για εμάς μεγάλη τιμή και ανυπομονούμε για το event.

Πως νιώθετε που είστε μέρος του 1ου Rock Hard Festival στην Ελλάδα και μέρος ενός τόσο ιδιαίτερου, ακουστικού show;
Roy: Είναι πολύ ιδιαίτερο μιας και επιστρέφουμε στην Ελλάδα επ’ ευκαιρίας του φεστιβάλ, αλλά και γιατί είναι η πρώτη φορά που θα κάνουμε ένα ακουστικό set. Θα έχει προηγηθεί ένα warm-up show στη Νορβηγία. Δεν το έχουμε ξανακάνει στο παρελθόν οπότε θα είναι κάτι συναρπαστικό από πολλές πλευρές. Θα κάνουμε μια επιλογή κομματιών που πιστεύουμε πως θα ταιριάζει στην περίσταση και πιστεύουμε πως θα βγει κάτι πολύ καλό. Είμαστε πολύ χαρούμενοι με αυτό!
Tore: Ναι, θα περάσουμε πολύ καλά κάνοντας αυτό το set και θα θέλαμε Σάκη να σε ευχαριστήσουμε πολύ γι’ αυτό.

Ελπίζω να γίνει παράδοση για εσάς και να το κάνετε στο μέλλον!
Tore, Roy: Ναι… (γέλια)

Eίχαμε συζητήσει και την προηγούμενη φορά που είχατε έρθει στην Αθήνα, πως θα ήταν κάτι σπουδαίο να κάνετε ένα ακουστικό show και το να γίνει για τους κατόχους των VIP εισιτηρίων, είναι κάτι μοναδικό και ιδιαίτερο. Κάτι που δεν έχει δει κανένας πιο πριν. Αυτή ήταν όλη η ιδέα του να έχεις ένα VIP εισιτήριο… Τι σημασία έχει για εσάς η Ελλάδα και το ελληνικό κοινό; Νιώθετε κάποια ιδιαίτερη σύνδεση;
Tore: Απόλυτα! Ήταν απίστευτα όταν ήρθαμε και παίξαμε εκεί πριν μερικά χρόνια. Ήταν μοναδική και πολύ έντονη η εμπειρία του live. Και για μένα προσωπικά ήταν σημαντικό που γνώρισα αρκετούς Έλληνες οπαδούς μας. Ήταν τόσο παθιασμένοι και μοιραστήκαμε τόσες ιστορίες. Ένα ζευγάρι μάλιστα μου είπε πως είχαν βάλει κομμάτι μας στο γάμο τους, σαν το γαμήλιο κομμάτι…
Roy: Ναι, υπέροχο! Βασικά στην Ελλάδα το άλμπουμ μας “Flow” είχε μεγάλη απήχηση όταν είχε κυκλοφορήσει, μεγαλύτερη απ’ όσο φανταζόμασταν. Ακόμα και όταν ήμουν εκεί με τους KAMELOT, πολλοί έρχονταν με μπλουζάκια CONCEPTION και με ρωτούσαν εάν θα γίνει reunion της μπάντας. Η Ελλάδα είναι ένα ξεχωριστό μέρος για εμάς. Επίσης είναι ωραίο που θα παίξουμε σε αυτό το venue, στην Τεχνόπολη, είναι σαν διαστημόπλοιο…

Ναι, το αμφιθέατρο στο οποίο θα παίξετε είναι φανταστικό… Αλλά θα έχετε και μια έκπληξη για εμάς… Δε θα είστε μόνο οι δύο σας στο show, θα είναι και κάποιος άλλος μαζί σας…
Tore: Σωστά! Θα φέρουμε το φίλο μας τον Kjell Magne Robak στο τσέλο να μας συνοδεύσει. Εγώ φυσικά θα είμαι στην κιθάρα και ο Roy θα τραγουδά. Έχουμε ήδη κάνει κάποιες πρόβες όλοι μαζί και έχει προσαρμοστεί όμορφα σε όλο αυτό και είμαστε πολύ ενθουσιασμένοι στο πως το έχουμε στήσει.

Νιώθετε πως τα κομμάτια περνούν σε άλλη διάσταση όταν τα παίζετε ακουστικά;
Tore: Ακριβώς! Ακριβώς!
Roy: Έτσι είναι. Τα περισσότερα από τα κομμάτια ακούγονται αρκετά διαφορετικά σε σχέση με τις ηλεκτρικές τους εκδοχές.
Tore: Αυτό βοηθάει το να ανακαλύπτουμε καινούργιες διαστάσεις των κομματιών αυτών.

Εκτός από αυτό το μοναδικό ακουστικό show, θα παίξετε και με τον Gus G., σαν GUS G. &  Friends… Θα είσαστε δύο από τους φίλους του Gus…
Tore, Roy: Ναι, όντως…

Δεν θέλουμε να τα αποκαλύψουμε όλα, αλλά να αναφέρουμε πως τόσο οι κάτοχοι των VIP εισιτηρίων, όσο και αυτοί των απλών εισιτηρίων, θα έχουν την ευκαιρία να σας απολαύσουν επί σκηνής…
Roy: Πραγματικά ανυπομονούμε, θα είναι κάτι ξεχωριστό…
Tore: Ναι, θα είναι μια πολύ ξεχωριστή βραδιά για όλους όσους έρθουν…

Δουλεύετε πάνω σε καινούργια μουσική; Βασικά ήταν να κυκλοφορήσετε ένα καινούργιο βίντεο για ένα παλιότερο βέβαια κομμάτι, αλλά κάτι δεν πήγε καλά…
Tore: Ναι υπήρχαν κάποια τεχνικά θέματα με το βίντεο και κάποια πράγματα έπρεπε να ξαναγίνουν και θα βγει σύντομα. Αλλά ναι, είμαστε στη διαδικασία και γράφουμε ένα καινούργιο άλμπουμ.

Υπάρχουν ήδη κάποια πλάνα ξεκάθαρα για αυτό ή απλά γράφετε καινούργιο υλικό;
Roy: Βασικά είμαστε στη διαδικασία να υπογράψουμε ένα καινούργιο συμβόλαιο. Κάνουμε εδώ και αρκετό καιρό πράγματα μόνοι μας, αλλά όλο αυτό μας στερεί χρόνο από το να κάνουμε την τέχνη μας. Μέσα σε αυτό σχεδιάζουμε το καινούργιο μας άλμπουμ, αλλά δεν υπάρχει ακόμα κάτι ξεκάθαρο. Πιθανότατα μια περίοδος που αυτό θα κυκλοφορήσει να είναι μεταξύ τέλους του ‘26 με αρχές του ’27.
Tore: Είμαστε στη φάση του να γράφουμε καινούργιο υλικό, για το οποίο είμαστε ενθουσιασμένοι, μιας και είναι ακόμα ένα βήμα μπροστά για εμάς και ένα καινούργιο κεφάλαιο για τους CONCEPTION. Φυσικά θα ακούγεται σαν CONCEPTION. Είμαστε πολύ ενθουσιασμένοι…
Roy: Έχουμε ήδη ολοκληρώσει δύο καλά sessions μαζί όπου συνθέσαμε καινούργιο υλικό και σύντομα θα ξανασυναντηθούμε μετά τα Χριστούγεννα, για να συνεχίσουμε. Είμαστε πολύ ενθουσιασμένοι με το καινούργιο υλικό και ανυπομονούμε να συνεχίσουμε…

Roy, μετά την επιστροφή σου στη μουσική, πόσο διαφορετικά νιώθεις σαν performer σε σχέση με την περίοδο που ήσουν στους KAMELOT;
Roy: Για να είμαι ειλικρινής, όχι πολύ διαφορετικά. Είναι σα να οδηγείς ένα ποδήλατο. Είναι στο αίμα μου και βγαίνει πολύ φυσικά. Στην πρώτη συναυλία που δώσαμε μετά την επιστροφή μας και το “My dark symphony” ήταν λίγο κάπως, αλλά πλέον ήταν σαν τις παλιές μέρες, χωρίς ιδιαίτερη διαφορά…
Tore: Βασικά το πρώτο μας show ήταν όντως λίγο περίεργο. Ο Roy είχε βρεθεί και πιο πρόσφατα πάνω στο σανίδι, αλλά εγώ δεν είχα ξαναβρεθεί πάνω σε σκηνή μετά το 2006. Ήταν περίπου δώδεκα χρόνια, οπότε υπήρχε πολύ αδρεναλίνη σε εκείνο το show. Θυμάμαι πως μετά από δύο κομμάτια έπρεπε να ξεκουραστώ (γέλια)… Αλλά μετά όλα καλά, απόλαυσα το show…

Photo by Lars Lanhed

Roy, πως ήταν η συναυλία με τον Edu Falaschi στη Βραζιλία;
Roy: Απίστευτα! 4.000 κόσμος είχε έρθει στο Tokyo Marine Hall στο São Paulo. Ήρθε πολύς κόσμος να με δει ζωντανά και να μιλήσουμε. Ήταν εξαιρετική εμπειρία…

Παίξατε και μαζί με την Adrienne Cowan, η οποία θα τραγουδήσει και με τους HEAVENS GATE, την ίδια μέρα με εσάς στην Αθήνα…
Roy: Ναι, πολύ σωστά…

Tore, πόσο διαφορετική είναι η διαδικασία του να γράφεις για τη solo δουλειά σου συγκριτικά με του να γράφεις για τους CONCEPTION;
Tore: Βασικά είναι το ίδιο. Η μουσική έρχεται από κάπου, μη με ρωτήσεις από που… Απλά νιώθω σαν ένα μέσο που τη δέχεται και τη γράφει κάτω, οπότε πηγαίνω όπου με πάει. Σίγουρα βέβαια το να γράφεις instrumental σου δίνει άλλες δυνατότητες να κάνεις πράγματα, αλλά και το να κάνεις κάτι solo σημαίνει πως τα κάνεις όλα μόνος σου. Γράφω όλη τη μουσική, παίζω όλα τα όργανα, κάνω μόνος μου τις ηχογραφήσεις, τη μίξη. Όλη η δημιουργική διαδικασία είναι μια πρόκληση και σίγουρα μαθαίνεις πολλά πράγματα μέσα από αυτή. Η διαφορά είναι πως με τους CONCEPTION χρησιμοποιούμε πάντα επαγγελματίες στο είδος τους. Όπως και να έχει πάντως είναι όμορφο να γράφεις και ορχηστρικές ιστορίες…

Το υλικό θα αποτελέσει ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ ή θα μπορούμε να το βρούμε σαν μεμονωμένα singles;
Tore: Σκέφτομαι να κάνω ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ. Απλά πηγαίνω κομμάτι-κομμάτι μέχρι νεωτέρας μιας και υπάρχει στα σκαριά και το καινούργιο CONCEPTION. Δε θα ήθελα να πιέσω πράγματα μέσα στο χρόνο. Το solo άλμπουμ θα πάει βήμα-βήμα. Έχω πολύ υλικό μισογραμμένο οπότε αυτό θα πάει παραπίσω.

Κοιτώντας πίσω στα παλιά σας άλμπουμ, πιο πιστεύετε πως έχει ωριμάσει καλύτερα και γιατί;
Roy: Δύσκολη ερώτηση…
Tore: Από τα παλιά άλμπουμ νομίζω το “Flow” είναι ένας δίσκος με μοναδικό ήχο. Κάποιοι δεν το έπιασαν όταν κυκλοφόρησε, αλλά πολλοί το ανακάλυψαν και το κατάλαβαν αργότερα. Οπότε για εμένα αυτό είναι το άλμπουμ…
Roy: Εάν μιλάμε για άλμπουμ και εγώ σίγουρα το “Flow” θα έλεγα από πολλές απόψεις, είτε σαν παραγωγή, είτε σαν συνθέσεις ή η οποιαδήποτε προσπάθεια εκεί μέσα.
Tore: Ναι, αυτό είναι που ήρθε σαν κατακλείδα για την πορεία μας στα ’90s.

Δεν είναι όμως απογοητευτικό το ότι αυτός ο δίσκος τότε θεωρήθηκε σαν μια εμπορική αποτυχία  από πολλούς, ενώ τώρα όλοι μιλάνε για το “Flow”;
Tore: Ναι αλλά είχε καλά τραγούδια και είμαστε περήφανοι για το δίσκο… (γέλια). Ήταν απογοητευτικό όμως ότι μετά το δίσκο δε συνέβη τίποτα, ούτε καν περιοδεία, αλλά έτσι είναι και η μουσική βιομηχανία. Δεν υπάρχουν εγγυήσεις για τίποτα. Μπορεί να κάνεις το καλύτερο άλμπουμ του κόσμου και να μην το μάθει και κανένας εάν δεν βγεις έξω…
Roy: Η αλήθεια είναι πως για να έχεις μια επιτυχημένη κυκλοφορία, πολλά πράγματα πρέπει να συμβούν τη σωστή στιγμή. Πρέπει να έχεις τους σωστούς ανθρώπους από πίσω που θα υποστηρίζουν και θα πιστεύουν σε σένα, θα πρέπει να υπάρχει η αναγκαία οικονομική υποστήριξη, ακόμα και τύχη. Με την κυκλοφορία του “Flow” υπήρξαν πολλά πράγματα που δεν πήγαν όπως θα έπρεπε. Όπως και να έχει όμως, κοιτώντας πίσω, κάναμε το καλύτερο που θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει εκείνη τη στιγμή και είμαι πολύ περήφανος για αυτό.

Μιας και μιλήσαμε για πράγματα από τα παλιά, θα ήθελα να μου πείτε ποιες είναι οι διαφορές της μουσικής βιομηχανίας όταν ξεκινήσατε σε σχέση με αυτή του σήμερα;
Tore: Νομίζω πως γενικά όλη η ψηφιακή εποχή είναι μια πολύ μεγάλη διαφορά, όπως και η δυνατότητα που υπάρχει σήμερα για μια μπάντα να κυκλοφορήσει μόνη της το υλικό της. Ο καθένας μπορεί δυνητικά να γίνει ένας καλλιτέχνης, αλλά την ίδια στιγμή υπάρχει και τεράστιος ανταγωνισμός. Παλιά η πώληση των CD ήταν μια σεβαστή πηγή εσόδων για έναν καλλιτέχνη σε αντίθεση με σήμερα που αυτό γίνεται από τα streaming services. Σήμερα μπορεί να είναι μια πιο σκληρή η αγορά για τους καλλιτέχνες αλλά ταυτόχρονα δίνεται η δυνατότητα και η ευκαιρία στους καλλιτέχνες να δουλέψουν και χωρίς μια εταιρία.

Εάν σας ζητούσαν να κάνετε την επιμέλεια του φεστιβάλ των ονείρων σας και οι CONCEPTION είναι η μία μπάντα, ποιες άλλες μπάντες θα καλούσατε να παίξουν;
Tore: Οκ! Οι PINK FLOYD (γέλια)…
Roy: Οι LED ZEPPELIN (γέλια)…
Tore: Ναι, οπωσδήποτε οι LED ZEPPELIN… Και οι AC/DC με τον Bon Scott…

Kαι τον ΟΖΖΥ (γέλια)…
Tore: Από σημερινές μπάντες υπάρχουν τόσες πολλές καλές. Θα έλεγα τους PORCUPINE TREE…
Roy: Ή τους LEPROUS… Τους λατρεύω…

Μήπως άκουσες τη διασκευή που έκαναν πριν λίγο καιρό στο “Take On Me” των A-HA;
Roy: Όχι…

Τσέκαρε το στο YouTube… Επειδή είδα πως μιλούσες για τους A-HA στη σελίδα σου… Οι LEPROUS έκαναν μια απίστευτη διασκευή στο “Take On Me”…
Roy: Ναι… Θα το τσεκάρω…

Τελειώνοντας, τι μηνύματα θα θέλατε να στείλετε στους οπαδούς σας εν όψει της εμφάνισής σας στο ROCK HARD Festival;
Roy: Θα είναι συναρπαστικό τόσο για το κοινό, όσο και για εμάς που θα κάνουμε κάτι τέτοιο για πρώτη φορά. Σίγουρα και η όλη ατμόσφαιρα θα είναι διαφορετική σε σχέση με ένα κανονικό, “ηλεκτρικό” show, τα φώτα θα είναι διαφορετικά ή οι μουσικοί που θα παίξουν. Ο κόσμος θα πρέπει να περιμένει κάτι μοναδικό και πως θα ακούσει κομμάτια με διαφορετικό περιτύλιγμα, μιας και η αίσθηση των κομματιών θα είναι διαφορετική σε σχέση με όταν παίζουμε τα κομμάτια κανονικά.
Tore: Είμαι σίγουρος πως θα είναι μια μαγική μέρα σε αυτό τον φανταστικό χώρο. Είμαι ενθουσιασμένος στο πως θα ακουγόμαστε σε ένα χώρο που φαίνεται να έχει σχεδιαστεί για να παίρνεις το καλύτερο ηχητικό αποτέλεσμα. Και όπως κάθε φορά θα είναι όμορφο που θα μοιραστούμε την εμπειρία αυτή με τους Έλληνες οπαδούς μας και ελπίζω να δω το δυνατόν περισσότερους από αυτούς εκεί…

Ανυπομονούμε κι εμείς να σας δούμε ζωντανά στην Αθήνα σε μερικές εβδομάδες από τώρα. Είμαι σίγουρος πως θα είναι ένα εξαιρετικό show και μια μέρα που θα τη θυμόμαστε. Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας.
Roy: Ευχαριστούμε!
Tore: Ευχαριστούμε Σάκη!

Σάκης Φράγκος
Απομαγνητοφώνηση: Θανάσης Μπόγρης

HAMMERFALL discography – Worst to best

0
Hammerfall

Hammerfall

Είναι απίστευτο το πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος. Όσο και να το λέμε, να το γράφουμε και να το βιώνουμε μερικές φορές είναι σχεδόν τρομακτικό. Ακόμη θυμάμαι έντονα να βλέπω τη συναυλία των GAMMA RAY στο Ρόδον δίπλα δίπλα με τον Joacim Cans όταν οι HAMMERFALL άνοιγαν τις συναυλίες των πρώτων στα πλαίσια της “Somewhere out in space Tour”. Οι HAMMERFALL είχαν κυκλοφορήσει το θρυλικό ντεμπούτο τους και ο Cans βρισκόταν ανάμεσα στον κόσμο θαυμάζοντας τον Kai Hansen και την παρέα του σαν γνήσιος metal fan. Από τότε έχουν περάσει 27 χρόνια και το όνομα των HAMMERFALL έχει γιγαντωθεί με τους Σουηδούς να απολαμβάνουν καθολικού σεβασμού όπου και να παίζουν. Επιπλέον, η δισκογραφία τους αριθμεί πλέον 13 στούντιο άλμπουμ και εμείς είμαστε εδώ για να τα κατατάξουμε σε μία αξιολογική σειρά η οποία πιστεύω θα βρει σύμφωνη την πλειονότητα των Templars εκεί έξω. Πάμε να τα δούμε, ανυπομονώντας να τους ξαναδούμε επί σκηνής στο Rock Hard Festival Greece, την Παρασκευή 12/9, ως headliners (περισσότερα στο www.rockhardfestival.gr)…

  1. Infected” (2011): Όλες οι μπάντες με πλούσια δισκογραφία, «δικαιούνται» σχεδόν νομοτελειακά να κυκλοφορούν μερικές φορές δίσκους κατώτερους των περιστάσεων και του ονόματος τους. Οι HAMMERFALL δεν αποτελούν εξαίρεση και το “Infected” είναι με διαφορά ο δίσκος εκείνος που οι περισσότεροι οπαδοί της μπάντας θέλουν να ξεχάσουν. Αρκεί μια ματιά και μόνο στο εξώφυλλο να σε πείσει για του λόγου το αληθές. Όπως και να έχει 1-2 κομμάτια διασώζονται εδώ από το ναυάγιο…

Highlight: “B.Y.H.”

  1. No sacrifice, no victory” (2009): Δύο χρόνια πριν το “Infected”, οι HAMMERFALL μας είχαν προσφέρει ένα μετριότατο άλμπουμ το οποίο δε θύμιζε σχεδόν σε τίποτα την ένδοξη οκταετία 1997-2005. Αυτό ήταν το πρώτο άλμπουμ με τον Pontus Norgren στην κιθάρα ύστερα από την αποχώρηση του ιδρυτικού μέλους Stefan Elmgren. Παρόλα αυτά, ακόμη και ένα σχετικά αναιμικό άλμπουμ των HAMMERFALL περιέχει πάντα ορισμένες δυνατές στιγμές. Εν προκειμένω το ομώνυμο κομμάτι, το “Any means necessary”, το “Legion” και το…

Highlight: “Bring the hammer down”

  1. Hammer of dawn” (2022): Η αλήθεια είναι πως το “Hammer of dawn” δεν είναι ένα κακό άλμπουμ. Δεν είναι όμως και τίποτα ιδιαίτερο. Για την ακρίβεια θα έλεγα ότι είναι ένας ασφαλές δίσκος με τους Σουηδούς να εμφανίζονται κάπως διεκπεραιωτικοί προκειμένου να ικανοποιήσουν (τόσο…όσο) τους οπαδούς τους. Και το παράδοξο είναι ότι ξεκινάει με μία τριάδα κομματιών που θα μπορούσαν κάλλιστα να θεωρηθούν κλασικά της ύστερης εποχής. Ακόμη και έτσι είναι ένα ΟΚ άλμπουμ που απασχολεί όμως μονάχα την παγκόσμια κοινότητα των Templars εκεί έξω.

Highlight: “Hammer of dawn”

10. “Built to last” (2016): Εκείνη την εποχή περίμενα πολύ περισσότερα από το διάδοχο του αγαπημένου μου “(r)Evolution”. Ο πήχης είχε ανέβει ξανά ψηλά και οι προσδοκίες ήταν ξανά μεγάλες. Όμως το “Built to last” ήταν ένα ακόμη ΟΚ άλμπουμ για τους HAMMERFALL οι οποίοι μπορεί να μην απογοήτευαν αλλά σίγουρα δεν ενθουσίαζαν κιόλας με τις νέες τους συνθέσεις. Πάντως για να σας πω τη μαύρη την αλήθεια, το “Built to last” δεν ακούγεται τόσο παρωχημένο σήμερα και μάλιστα ο χρόνος έχει αποδειχθεί επιεικής απέναντι του αλλά και πάλι…

Highlight: “The sacred vow”

  1. Avenge the fallen” (2024): To τελευταίο πόνημα των HAMMERFALL ικανοποίησε σε μεγάλο βαθμό τους οπαδούς τους. Προσωπικά το ήθελα λίγο καλύτερο αλλά πάντα περιμένω το άριστο τελικό αποτέλεσμα από τους Σουηδούς. Δεν είναι, βέβαια διόλου ευκαταφρόνητο το γεγονός ότι οι HAMMERFALL συνδυάζουν εκτεταμένες περιοδείες με μία σταθερή παραγωγή δίσκων. Έτσι, το “Avenge the fallen” ενέχει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία των Σουηδών οι οποίοι επαναλαμβάνω ότι ικανοποιούν αλλά δεν ενθουσιάζουν.

Highlight: “The end justifies”

  1. Threshold” (2006): Το “Threshold” ήταν το πρώτο άλμπουμ των HAMMERFALL όπου ένιωσα ένα πρώτο μούδιασμα ύστερα από ένα εντυπωσιακό σερί πέντε δίσκων. Μπορεί ο δίσκος να ήταν καλός και να είχε κάποιες πολύ αξιόλογες συνθέσεις αλλά η αλήθεια είναι ότι υπήρχαν και 3-4 fillers κάτι που δεν μας είχαν συνηθίσει οι HAMMERFALL στο παρελθόν. Επιπλέον και η παραγωγή ήταν λίγο παράταιρη με την όλη φυσιογνωμία της μπάντας. Οπότε βάζουμε οριακά θετικό βαθμό στο “Threshold” αλλά ως εκεί…

Highlight: “Rebel inside”

  1. “Dominion” (2019): Αυτό μάλιστα! Οι HAMMERFALL κυκλοφορούν ξανά ένα δίσκο που μπορεί να θεωρείται -με όσο το δυνατόν αντικειμενικούς όρους- άρτιος και απολύτως χαρακτηριστικός του ήχου των Σουηδών. Το “Dominion” είναι με μεγάλη άνεση το καλύτερο άλμπουμ των HAMMERFALL από το 2016 και μετά. Θα έλεγα μάλιστα ότι υπάρχουν σημεία που θυμίζουν και το κλασικό στίγμα των πρώτων χρόνων (π.χ. στα κομμάτια “Bloodline” και “Never forgive, never forget”) αλλά ταυτόχρονα είναι ευδιάκριτη η ύστερη (ηχητικά) ταυτότητα τους. Όπως και να έχει, μιλάμε για ένα πάρα πολύ καλό άλμπουμ που συγκαταλέγεται στα αγαπημένα άλμπουμ των οπαδών της μπάντας.

Highlight: “(We make) Sweden rock”

  1. “(r)Evolution” (2014): Πίσω στο 2014 οι οπαδοί των HAMMERFALL είχαν κάπως απογοητευτεί από τη δισκογραφική πορεία της αγαπημένης τους μπάντας αφού δίχως υπερβολή οι πρόσφατες κυκλοφορίες τους (2006-2011) μπαλανσάριζαν κάπου ανάμεσα σε μία χρυσή μετριότητα και σε ένα ΟΚ επίπεδο. Όταν όμως βγήκε το πρώτο single “Hector’s hymn” όλοι μας αναθαρρήσαμε αφού η συγκεκριμένη σύνθεση ήταν ένα instant classic που κοίταζε στα ίσα τις καλύτερες στιγμές της μπάντας. Και μπορεί τα υπόλοιπα τραγούδια να μην έφτασαν το επίπεδο του πρώτου single αλλά όλα διέθεταν τη στόφα των παλιών, καλών HAMMERFALL. Εξαιρετική δουλειά.

Highlight: “Hector’s hymn”

  1. Chapter V: Unbent, unbowed, unbroken” (2005): Και κάπου εδώ ξεκινάει το απόλυτο Top 5 των HAMMERFALL. Μέσα στα 8 πρώτα τους χρόνια οι HAMMERFALL κυκλοφόρησαν τους καλύτερους δίσκους της καριέρας τους οι οποίοι έχουν αντέξει με περίσσεια άνεση στο πέρασμα του χρόνου προσφέροντας μας πολλά, κλασικά hits. Για την προώθηση του συγκεκριμένου δίσκου, η Nuclear Blast έστειλε τους Joacim Cans & Oscar Dronjak σε μία promo tour για συνεντεύξεις η οποία πέρασε και από τη χώρα μας. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό και των δύο για τη νέα τους (τότε) δουλειά αλλά και για την ικανοποίηση τους που οι πρώτες αντιδράσεις ήταν εξόχως θετικές. Στα αξιοσημείωτα είναι το γεγονός ότι ο Cronos (VENOM) συμμετέχει στο δίσκο…

Highlight: “Blood bound”

  1. Renegade” (2000): Πολλοί fans είχαν κάπως παραξενευτεί με την επιλογή των HAMMERFALL να ηχογραφήσουν στην Αμερική υπό την καθοδήγηση του παραγωγού Michael Wagener. Το αποτέλεσμα όμως τους δικαίωσε μιας και ο ήχος ήταν κρυστάλλινος με τις κιθάρες να ακούγονται μεν πιο «καθαρές» και μπροστά στη μίξη αλλά να διατηρείται ακέραια η μουσική ταυτότητα των Σουηδών. Ο Wagener είχε κάνει άριστη δουλειά και οι HAMMERFALL μας έδιναν έναν ακόμη εξαιρετικό δίσκο με το ομώνυμο κομμάτι να προκαλεί ενθουσιασμό κάθε φορά που ακούγεται στις συναυλίες της μπάντας.

Highlight: “Always will be”

  1. “Crimson thunder” (2002): Τεράστιος δίσκος! Ένα πραγματικό κόσμημα στη δισκογραφία των HAMMERFALL το οποίο περιλαμβάνει μόνο κλασικές συνθέσεις. Διάολε, ακόμη και η διασκευή στα “Angel of mercy” (CHASTAIN) και “Rising force” (Malmsteen) ακούγονται τόσο ταιριαστά με την όλη ατμόσφαιρα του δίσκου. Από την παραγωγή του Bauerfeind και το εξώφυλλο του Didier, το “Crimson thunder” τικάρει όλα τα κουτάκια για τις προϋποθέσεις ενός κλασικού δίσκου των HAMMERFALL. Οι Σουηδοί καταγράφουν ένα εντυπωσιακό σερί power metal δίσκων που τους κατατάσσουν δικαίως στην ελίτ του ιδιώματος.

Highlight: “Riders of the storm”

  1. Legacy of kings” (1998): Οι HAMMERFALL είχαν ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο: πως μπορείς να κυκλοφορήσεις κάτι αντάξιο και ισάξιο του “Glory to the brave”; Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ήταν ποτέ δυνατό αλλά οι Σουηδοί μας πρόσφεραν ένα φανταστικό δίσκο με σωρεία κλασικών συνθέσεων που γειτνίαζαν ηχητικά με το ντεμπούτο. Προσωπικά, είχα κατενθουσιαστεί τόσο με το άλμπουμ όσο και με την guest εμφάνιση του μακαρίτη Bill Tsamis. Η κιθάρα του είναι τόσο ευδιάκριτη στο σόλο του “At the end of the rainbow” που αισθάνεσαι ότι ακούς WARLORD. Να θυμίσω ότι η υπόθεση WARLORD εκείνη την εποχή ήταν ουσιαστικά μία ξεχασμένη υπόθεση και οι HAMMERFALL «ευθύνονται» εν πολλοίς για την επανασύσταση του θρυλικού συγκροτήματος σε μία άλλη γενιά και γιατί όχι σε ένα διαφορετικό ακροατήριο. Άκρως σημαντική κυκλοφορία για τους HAMMERFALL…άκρως σημαντική κυκλοφορία για τον power metal ήχο.

Highlight: “Heeding the call”

1.“Glory to the brave” (1997): Τρεις είναι οι δίσκοι που έβγαλαν το traditional heavy metal από ένα φαινομενικά ατέρμονο τέλμα πίσω στο 1997: το “Legendary tales” (RHAPSODY), “Accident of birth” (Dickinson) και το “Glory to the brave”! Αυτή είναι η αλήθεια. Μιλάμε για ένα πραγματικό heavy metal αριστούργημα που ήρθε από το πουθενά συνταράσσοντας τα λιμνάζοντα νερά του χώρου. Όσοι το έζησαν real time ξέρουν πολύ καλά ότι δεν είναι καθόλου υπερβολικά αυτά τα λόγια. Ακόμη και η Nuclear Blast δεν πίστευε στα στατιστικά νούμερα από τις πωλήσεις που έφταναν στα γραφεία της από όλη την Ευρώπη. Οι Έλληνες είχαμε έναν επιπλέον λόγο να αισθανόμαστε περήφανοι για το δίσκο μιας και υπήρχε εδώ μία απίστευτη διασκευή στο “Child of the damned” (WARLORD) το οποίο μάλιστα έπαιζαν στις συναυλίες τους τότε. Η ατμόσφαιρα, η συνθετική ωριμότητα, η σειρά των τραγουδιών και βασικά τα πάντα που αφορούσαν στη δημιουργία του δίσκου (π.χ. το κομψοτέχνημα του Marschall με το εμβληματικό artwork) συντελούν τα μέγιστα στην υστεροφημία και των 9 κομματιών! Το “Glory to the brave” είναι ένας πραγματικός heavy metal ογκόλιθος που θα «ζει» στο διηνεκές προφέροντας μοναδικές συγκινήσεις σε όλους τους metal fans σε κάθε άκρη της Γης.

Highlight: ΟΛΟ το άλμπουμ!

Σάκης Νίκας

Οι πειρατές Alestorm επιστρέφουν στην Ελλάδα – Η προπώληση άνοιξε

0
Alestorm

Alestorm

H GRF Promotion και η Rock The Kristof παρουσιάζουν:

Alestorm με την υποστήριξη των Lutharo + Roses of Thieves 30 Νοεμβρίου 2025 – Block 33 – Θεσσαλονίκη

Η προπώληση άνοιξε στο more.com!

Προπώληση: 30 ευρώ
Ταμείο: 35 ευρώ

Οι πειρατές επέστρεψαν, είναι εδώ με το 8ο κατά σειρά άλμπουμ τους “The Thunderfist Chronicles” και η “Thunderfisting Europe 2025” περιοδείας τους, που αναμένεται να εδραιώσει στο ακέραιο τους Alestorm ως το καλύτερο live συγκρότημα στον κόσμο, περιλαμβάνει την Ελλάδα με δύο ζωντανές εμφανίσεις, σε Θεσσαλονίκη και Block 33 και Αθήνα και Fuzz Club, στις 30 Νοεμβρίου και 1η Δεκεμβρίου.

Μαζί τους οι Lutharo + Roses of Thieves

ALESTORM: “Ωχ, ωραίοι, περίεργοι άνθρωποι της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης! Αυτόν τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο φέρνουμε το ασταμάτητο τσίρκο του θορύβου και της ανοησίας μας κατευθείαν στις χώρες σας, είτε σας αρέσει είτε όχι. Μας παρακαλέσατε να έρθουμε, και τώρα θα υποστείτε τις συνέπειες. Δεν ερχόμαστε μόνοι! Φέρνουμε μαζί μας και τους Lutharo και τους Roses of Thieves! Μην παραπονιέστε ότι δεν ερχόμαστε στο μικροσκοπικό σας χωριό με τα τρία πρόβατα και τον ανύπαρκτο σιδηροδρομικό σταθμό. Σηκώστε τον κώλο σας, κλέψτε ένα άλογο, φτιάξτε μια σχεδία, ή κάντε οτοστόπ στην πλάτη μιας κατσίκας για να πάτε στην κοντινότερη πόλη, όπως όλοι οι άλλοι”.

Τα εισιτήρια είναι ήδη διαθέσιμα! Πάρτε τα δικά σας σήμερα στο alestorm.net!

EUROPEAN TOUR 2025
Nov 26  – Miskolc @ Ady Müvház
Nov 27  – Vienna @ Arena
Nov 28  – Brasov @ Rockstadt Club
Nov 29  – Sofia @ Joy Station
Nov 30  – Thessaloniki @ Block 33
Dec 01  – Athens @ Fuzz Club
Dec 03  – Bucharest @ Quantic
Dec 04  – Cluj-Napoca @ Form Space
Dec 05  – Belgrade @ Hangar
Dec 06  – Maribor @ Stuk
Dec 07  – Ljubljana @ Cvetličarna
Dec 09  – Rome @ Orion
Dec 10  – Padova @ Hall
Dec 11  – Zurich @ X-Tra
Dec 12  – Chemnitz @ Kulturbahnhof
Dec 13  – Łódź @ Wytwórnia
Dec 14  – Gdansk @ B90
Dec 15  – Vilnius @ Loftas
Dec 16  – Tallinn @ Helitehas

Το 2004, σε μια μικρή πόλη της ανατολικής Σκωτίας, μια παρέα νεαρών αποφάσισε να φτιάξει ένα επικό metal συγκρότημα με τραγούδια για πειρατές. Το συγκρότημα ονομαζόταν Battleheart και, παρόλο που δεν είχαν ιδέα τι έκαναν, κατάφεραν να κυκλοφορήσουν μερικά demo και να αποκτήσουν μια μικρή τοπική βάση θαυμαστών. Το 2007, η δουλειά του συγκροτήματος τράβηξε την προσοχή της παγκοσμίου φήμης αυστριακής δισκογραφικής εταιρείας Napalm Records, και αφού άλλαξαν το όνομά τους σε Alestorm, υπέγραψαν συμβόλαιο για 5 δίσκους.

Το ντεμπούτο άλμπουμ τους, “Captain Morgan’s Revenge”, που κυκλοφόρησε το 2008, εκτόξευσε αμέσως το συγκρότημα στη φήμη στον ευρωπαϊκό metal κόσμο, οδηγώντας σε τεράστιες περιοδείες ως support σε διάσημα συγκροτήματα όπως οι Turisas, Sabaton, Dragonforce, Eluveitie, και άλλα. Το συγκρότημα βρέθηκε γρήγορα να κλείνει εμφανίσεις στα πιο αναγνωρισμένα φεστιβάλ της Ευρώπης, όπως το Wacken Open Air, το Bloodstock Open Air, το Graspop Metal Meeting και το Sweden Rock Festival.

Η φήμη των Alestorm συνέχισε να εξαπλώνεται τα επόμενα χρόνια μετά την κυκλοφορία του 2ου άλμπουμ τους, “Black Sails at Midnight”, το 2009, οδηγώντας σε παγκόσμιες περιοδείες σε όλη τη Βόρεια Αμερική, την Αυστραλία και την Ευρώπη. Ακολούθησαν αρκετά ακόμη άλμπουμ και επιτυχημένες εμφανίσεις σε φεστιβάλ.

Η δημοτικότητα και η κριτική αναγνώριση των Alestorm αυξήθηκε σημαντικά μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ “No Grave But the Sea” το 2017, πλέον με μια σταθερή σύνθεση που αποτελούνταν από τους Christopher Bowes (φωνητικά), Mate Bodor (κιθάρες), Gareth Murdock (μπάσο), Elliot Vernon (πλήκτρα) και Peter Alcorn (τύμπανα). Το συγκρότημα κατέκτησε πολλές θέσεις στις δέκα πρώτες των παγκόσμιων charts και γρήγορα βρέθηκε να παίζει τακτικά σε sold-out headline συναυλίες, με πάνω από 2000 άτομα κάθε βράδυ, σε κάθε ήπειρο της Γης, εδραιώνοντας τη φήμη του ως το καλύτερο live συγκρότημα στον κόσμο.

Η πανδημία COVID δεν σταμάτησε τις φιλοδοξίες του συγκροτήματος, καθώς κυκλοφόρησαν το πιο φιλόδοξο άλμπουμ τους, “Curse of the Crystal Coconut”, το 2020, ακολουθούμενο από ένα DVD συναυλίας με εξαιρετικές κριτικές, το “Live in Tilburg”, το 2021, το οποίο κινηματογραφήθηκε μπροστά σε ένα κοινό 3000 και πλέον φανατικών θαυμαστών. Το καλοκαίρι του 2022, το συγκρότημα κυκλοφόρησε το 7ο άλμπουμ του, “Seventh Rum of a Seventh Rum”, το οποίο κατάφερε να φτάσει στο Νο 1 των Ουγγρικών charts για 2 συνεχόμενες εβδομάδες και παρέμεινε στην πρώτη δεκάδα για αρκετές ακόμα. Μετά την κυκλοφορία του, οι Alestorm ξεκίνησαν τη μεγαλύτερη περιοδεία φεστιβάλ και συναυλιών της καριέρας τους, συμπεριλαμβανομένης μιας τεράστιας ευρωπαϊκής headline περιοδείας τον Ιανουάριο του 2023, παίζοντας μπροστά σε 4600 άτομα κάθε βράδυ.

Οι Alestorm, το καλύτερο pirate metal συγκρότημα στον κόσμο, φέτος τον Ιούνιο κυκλοφόρησαν το 8ο άλμπουμ τους με τίτλο “The Thunderfist Chronicles” και οι εμφανίσεις τους στην Ελλάδα αποτελούν μέρος της “Thunderfisting Europe 2025” περιοδείας τους!

Ακολουθήστε τους Alestorm:

Spotify: https://open.spotify.com/artist/3OpqU68JpZlzvjAJj3B2Da…
FB: https://www.facebook.com/alestormband
IG: https://www.instagram.com/alestormofficial/

Η συναυλία θα υποστηριχθεί από τους: LUTHARO και ROSES Of THIEVES

Οι LUTHARO επιστρέφουν με το Chasing Euphoria, έναν άγριο συνδυασμό melodic death, thrash και heavy metal. Βασιζόμενοι στην ένταση του Hiraeth, το συγκρότημα διευρύνει τον ήχο του με δυναμικές μελωδίες, συντριπτικά riffs και αμείλικτη ενέργεια. Να περιμένετε χάος στο κοινό και μανιώδες headbanging όταν αυτά τα τραγούδια ακουστούν στη σκηνή.

Ακολουθήστε τους Lutharo:
Spotify: https://open.spotify.com/artist/38RQwSDbSq8ztizimX2vYp…
FB: https://www.facebook.com/LutharoOfficial
IG: https://www.instagram.com/lutharo_official

ROSES OF THIEVES are Hungary’s rising folk-punk-EDM-metal fusionists, fronted by the fierce Ivett Dudas, unleash a sonic storm where traditional melodies meet electronic mischief, blistering guitar riffs, and the unmistakable pulse of accordion. Their sound is as rebellious as it is rooted — a riotous celebration of heritage and heaviness.

Ακολουθήστε τους Roses of Thieves:
Spotify: https://open.spotify.com/artist/1ROOwkxpgTHlrPwioKDJzk…
FB: https://www.facebook.com/rosesofthieves
IG: https://www.instagram.com/roses_of_thieves

BABYLON A.D. – “Riding the neon trail: The glory days”

0
Babylon

Babylon

Ημέρες Χριστουγέννων του 1985. Μέσα στον heavy metal οργασμό που επικρατεί στη Bay Area, ο Derek Davis, τραγουδιστής των hard rockers AUDIO, τα πάει σχετικά καλά με τη μπάντα του. Δίνει αρκετά shows, έχει γράψει demos, έχει manager, γίνεται δουλίτσα με λίγα λόγια. Ο φίλος του, ο James “Jamey” Pacheco, με την ιδέα της ίδρυσης μιας νέας, κοινής μπάντας να του τριβελίζει το μυαλό, τον ενημερώνει πως βρήκε έναν καταπληκτικό κιθαρίστα, τον John Matthews και τον πρήζει να παίξουν παρέα. Ο Derek δεν «ψήνεται» ιδιαίτερα… «Τι καλύτερο θα γίνει από ό,τι γίνεται με τους AUDIO, σκέφτεται… Δε χαλάει όμως το χατίρι στον φίλο του και πηγαίνει στο studio του στο Fermont, για να τους ακούσει να «τζαμάρουν»…

Το αποτέλεσμα του jamming ήταν τόσο εντυπωσιακό, που ο Derek αποφάσισε εν μία νυκτί να αφήσει τους AUDIO και να δημιουργήσει, μαζί με τους άλλους δυο, ένα νέο συγκρότημα. Το ύφος του, κλασσικά και σταθερά μελωδικό. Μπορεί η περιοχή της Bay Area να ήταν ήδη η «μήτρα» και το «κάστρο» του thrash στις Η.Π.Α, ωστόσο οι τρεις τους είχαν θέληση να ακολουθήσουν άλλους δρόμους. Τα ακούσματά τους, άλλωστε, αυτό δήλωναν: THE PRODUCERS, AEROSMITH, MOTOWN SOUL, CHEAP TRICK, Tony Brock, Rod Stewart, THIN LIZZY, BOSTON… άσε που στο γειτονικό (όσο γειτονικό μπορεί να είναι κάτι στις αχανείς Η.Π.Α) Los Angeles, αυτές οι μελωδικές καταστάσεις, κέρδιζαν σαρωτικά έδαφος…

Για το μπάσο, επιλέχθηκε η σίγουρη λύση του Robb Reid, παλαιού γνωστού του Derek. Την πρώτη πρόβα o Robb την έχασε γιατί πέρασε τη νύχτα στο κρατητήριο (πάνω απ’όλα, καλό παιδί να είναι), για ένοπλη ληστεία! Έχασε και τις επόμενες, διότι μπήκε στο «φρέσκο» για δύο μήνες. Έτσι, μέχρι ο Robb να βγει, τη θέση του μπασίστα κάλυψε ο Steve Smith των THE FLAME. Δεύτερο κιθαρίστα δεν είχαν σκοπό να πάρουν αρχικά, αλλά όταν άκουσαν για κάποιον πιτσιρικά ονόματι Ron Freschi, ο οποίος «μπορούσε να παίζει σαν τον Eddie Van Halen και τον Yngwie Malmsteen», το ζιζάνιο της περιέργειας άρχισε να τους κατατρώει. Και σταμάτησε, μόνον όταν διαπίστωσαν από κοντά πως ήταν ένα σπουδαίο ταλέντο και οι φήμες ήταν αληθινές!

Τρείς μήνες πέρασαν μέχρι οι PERSUADERS (έτσι ονομάστηκε η μπάντα) να δώσουν το πρώτο τους live. Τρεις μήνες όπου προβάριζαν 3-4 φορές την εβδομάδα. Και από το πρώτο live και μετά, ακολούθησε μια πολύ έντονη περίοδος όπου δίνονταν parties και συναυλίες κάθε βράδυ. Η μπάντα είχε κάνει πολύ καλό όνομα, παίζοντας στα πάμπολλα clubs της περιοχής και είχε φτάσει να έχει πάντοτε μαζί της τους δικούς της, σταθερούς ακολούθους οι οποίοι μπορεί να ήταν από οπαδοί και προσωπικοί φίλοι μέχρι συγγενείς, μέλη του road crew, groupies ως και διάφοροι άλλοι παρατρεχάμενοι, αγνώστου ιδιότητος βασικά.

Μην τα πολυλογώ (ή και όχι), μεταξύ 1986-1988, έγινε ένας μικρός χαμός. Κάθε Σαββατοκύριακο, οι PERSUADERS έδιναν live σε όλα τα σημαντικά clubs του Bay Area, μαζί με καλλιτέχνες σαν τον Eric Martin, τους VAIN και τους TESLA. Τα μαγαζιά γέμιζαν ασφυκτικά, η αδρεναλίνη χτυπούσε «κόκκινο», τα shows ήταν γεμάτα ένταση και φυσικά, έπεφτε και το αναμενόμενο ξύλο! Μην απορείς, έχουμε δει και άλλους να πλακώνονται πριν, κατά τη διάρκεια ή και μετά τις συναυλίες τους. Τους LYNYRD SKYNYRD, τους TWISTED SISTER, τους MOTLEY CRUE… ήταν κάτι σαν ρουτίνα για πολλούς, τότε!

Το 1987, με δέκα αντίτυπα ενός demo που περιείχε τα τραγούδια “Do you want it” και “Last time for love“, δύο βαλίτσες στο χέρι και χωρίς καμία γνωριμία, ο Derek κι ο Jamey φτάνουν στο L.A. Σ’ένα club κοντά στο διεθνές αεροδρόμιο του L.A. (αλλιώς LAX), γνωρίζουν την πρώην του Duff των GUNS ‘N’ ROSES η οποία τους βοηθά να νοικιάζουν ένα αυτοκίνητο για το Hollywood. Φτάνοντας εκεί, παίρνουν με την σειρά όλα τα clubs, ψάχνοντας για οποιονδήποτε έμοιαζε να ανήκει στη μουσική βιομηχανία. «Κοστουμάτους» τύπους δηλαδή, τι άλλο; Τελικά τον βρήκαν στο πρόσωπο του Jay Malla Maldonado, της Malla Entertainment. Αφού του πάσαραν το demo, πήραν τον δρόμο για ένα βρωμερό ξενοδοχείο ημιδιαμονής (κατάλαβες)… Είχαν μπροστά τους λίγες ώρες μέχρι να ξημερώσει, να επιστρέψουν το αυτοκίνητο και να πετάξουν πίσω.

Ο Malla άκουσε το demo, αποφάσισε να συνεργαστεί μαζί τους και ακολούθησε μια πρόταση θελκτικότατη: Αν σε έξι μήνες δεν τους είχε βρει συμβόλαιο, θα τον απέλυαν. Αυτοί, το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να εξακολουθούν να «γαζώνουν» επί σκηνής. Έτσι, οι επόμενοι μήνες πέρασαν με τη μπάντα να παίζει ακατάπαυστα στα καλύτερα venues του LA, να συνθέτει και τον Malla να ψάχνει το καλύτερο δυνατό deal. Το νερό είχε μπει στο αυλάκι για αυτούς τους ταλαντούχους 20άρηδες!

Αρχές του 1988. Το συγκρότημα μετακομίζει από την περιοχή του κόλπου του San Fransisco, στο Δυτικό Hollywood, όπου νοικιάζει ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων στο διαβόητο πλέον συγκρότημα Saint James Apt. Εκεί, έμεναν επίσης πολλά ανερχόμενα συγκροτήματα, ηθοποιοί, μοντέλα και παράγοντες του Hollywood. Μόλις τρεις μέρες αργότερα, ο θρυλικός μεγιστάνας της μουσικής Clive Davis τηλεφώνησε στον Malla για να του πει ότι ήθελε να δει τη μπάντα την επόμενη στα εμβληματικά S.I.R Studios (6465 W Sunset Blvd η ακριβής τοποθεσία), για λογαριασμό της Arista Records. Όντως, ο Davis κατέφτασε με τρεις αντιπροσώπους της Arista, οι οποίοι στρογγυλοκάθισαν σε έναν μεγάλο, μπλε καναπέ (ξέρω πολλές λεπτομέρειες, όπως βλέπεις), αναμένοντας να δουν και να ακούσουν το… «λαβράκι»!

Μετά από ένα set επτά τραγουδιών, όπου η μπάντα έδωσε όχι μια απλή audition αλλά ένα «δολοφονικό» show, ως είθισται, ένα συμβόλαιο για δέκα (!) δίσκους βρισκόταν επάνω στο τραπέζι. Συμβόλαιο όμως όχι για τους PERSUADERS, αλλά για τους… BABYLON A.D.! Ένα σαφέστατα πολύ πιο ταιριαστό όνομα για ένα hard ‘n’ heavy group, που «έβαζε φωτιά» στα φιλήδονα clubs του Los Angeles! Και η σύνθεση, μετά την αποχώρηση του John Matthews, θα ήταν πια η εξής: Derek Davis στα φωνητικά και στην ακουστική κιθάρα, ο νεοφερμένος Dan De La Rosa και ο Ron Freschi στις κιθάρες, Robb Reid στο μπάσο και Jamey Pacheco στα τύμπανα.

Το ομότιτλο ντεμπούτο των BABYLON A.D., σε παραγωγή του Simon Hanhart, κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1989. Ακόμη θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα και κλασσικότερα ντεμπούτα ολόκληρης της hard ‘n’ heavy σκηνής του L.A. (επιπέδου «πρώτο SKID ROW» για να καταλάβεις), «χτύπησε» δε και την 88η θέση στο top 200 του αμερικανικού billboard. Το πρώτο single “Hammer swings down”, έκανε τρελή επιτυχία στο ραδιόφωνο αλλά και στο MTV και η μπάντα άρχισε να περιοδεύει στις Η.Π.Α. Ακολούθησαν δυο ακόμη πολύ επιτυχημένα singles που έγιναν videos, τα εξίσου κλασσικά “Bang go the bells” και “The kid goes wild”, με το τελευταίο να προκρίνεται έναντι της μπαλάντας “Desperate” και να μπαίνει και στο OST του “RoboCop 2”, της Orion Pictures!

Αν το έχεις δει και έχεις λάβει “vibes” από το “You could be mine” των GUNS ‘N’ ROSES, δεν έχεις άδικο. Στο “The kid goes wild”, o RoboCop παρακολουθεί ένα show των BABYLON A.D. και θέλει να συλλάβει τον νεαρό πρωταγωνιστή Gabriel Damon, στο “You could be mine” (το οποίο βγήκε, να θυμίσω, δύο χρόνια μετά) ο Εξολοθρευτής βλέπει ένα show των GUNS ‘N’ ROSES και τους έχει «κλειδώσει» προς εξολόθρευση. Δυστυχώς, όσον αφορά το “The kid…”, δεν ακούστηκε η αρχική έκδοση του τραγουδιού, αλλά η μετέπειτα, η… κουτσουρεμένη. Και λέω δυστυχώς, γιατί δεν ακούσαμε το κρεσέντο του φίλου της μπάντας, Sam Kinison, γνωστού stand up κωμικού, εκεί στο “break” του. Εξηγούμαι:

Ο Kinison, ηχογραφούσε σε διπλανό δωμάτιο στα Ocean Way Studios τον δικό του καινούργιο δίσκο (“Leader of the Banned”). Έχοντας πιάσει ήδη φιλία με το συγκρότημα, θέλησε να βάλει τη δική του «πινελιά» στο “The kid goes wild”. Άκουσε λοιπόν το κομμάτι δυο φορές και πρόσθεσε ένα θεϊκό, cult λογύδριο, το οποίο ξεκινούσε με ένα επικό Ah ya fukin cops, youll never take me alive! Η εταιρεία που λες, έκανε τα δικά της κι έκοψε τις ατάκες του Kinison, για να είναι πιο radio friendly ίσως το single, με τη μπάντα να μην κρύβει τη δυσαρέσκειά της.

Στην πρεμιέρα πάντως της ταινίας, έγινε χαμός. Πάρα πολλοί οπαδοί μαζεύτηκαν στο Regal Theater, περιμένοντας να δουν τον «πραγματικό» RoboCop και τους BABYLON A.D. Κι ο πρωταγωνιστής Peter Weller; Άφαντος! Οι άνθρωποι της Arista και της Orion Pictures βρίσκονταν μπροστά σε ένα διαφαινόμενο φιάσκο… Και τι σκέφτηκαν οι αθεόφοβοι; Να βάλουν έναν από τους ανθρώπους του marketing της Arista Records που είχε το ίδιο σουλούπι με τον Weller, να ντυθεί RoboCop, να υπογράψει αυτόγραφα και να φωτογραφηθεί με τον κόσμο!

Το “Desperate” θα γινόταν το τέταρτο single του δίσκου. Το συγκρότημα δέχτηκε, έχοντας τις επιφυλάξεις του. Δεν ήταν συνηθισμένο φαινόμενο να υπάρχουν τέσσερα singles και τέσσερα βίντεο σε ένα ντεμπούτο άλμπουμ. Τελικά η Arista άλλαξε γνώμη εν μία νυκτί και από εκεί που το τέταρτο single θα ήταν αυτό που υποτίθεται θα κυριαρχούσε στο ραδιόφωνο ως μπαλάντα και θα έκανε τους BABYLON A.D. «μεγαλύτερους από τους AEROSMITH», θεώρησε ότι ήταν καλύτερο για τη μπάντα να ξεκινήσει να γράφει και να ηχογραφεί το επόμενο άλμπουμ. Οι φίλοι μας εξοργίστηκαν με την ασυνέπεια, αλλά ό,τι έγινε, έγινε… Η απάντησή τους, στιχουργικά, θα δινόταν στον επόμενο δίσκο.

Το ντεμπούτο είχε κυκλοφορήσει ήδη έναν χρόνο πριν, η μπάντα περιόδευσε εννέα μήνες σε όλη την Αμερική με το δικό της, ολοκαίνουργιο λεωφορείο και γυρίζοντας στη βάση της, στα διαβόητα διαμερίσματα Saint James Apartments στην Hollywood Blvd, έπρεπε να αφοσιωθεί στην σύνθεση ενός δεύτερου άλμπουμ, που να μπορούσε να σταθεί στο ύψος του πρώτου. Πού να ηρεμήσεις όμως σε κείνο το άντρο της rock ακολασίας… Έτσι, ο Derek Davis μετακόμισε στο δικό του σπίτι, ώστε να έχει ησυχία και να ασχοληθεί με τα καινούργια demos, σε άμεση συνεργασία με τους κιθαρίστες Dan De La Rosa και Ron Freschi.

Έμπνευση υπήρχε και ετοιμάστηκαν συνολικά 18 τραγούδια για να αποφασιστεί, από κοινού με την Arista, ποια ήταν τα καλύτερα. Υπήρχε όμως ένα «πρόβλημα»: Το γκρουπ ήθελε οπωσδήποτε να συνεργαστεί με τον Tom Werman, έναν σπουδαίο παραγωγό, στον οποίο χρεώνεται η ανακάλυψη των BOSTON, CHEAP TRICK και REO SPEEDWAGON και το όνομά του φιγουράρει στα credits συγκροτημάτων όπως οι BLUE ÖYSTER CULT, MOLLY HATCHET, Ted Nugent, MOTLY CRUE, TWISTED SISTER, Jeff Beck, STRYPER, KIX, L.A. GUNS, POISON, DOKKEN, KROKUS και Lita Ford.

Ο Tom είχε ακούσει τα demos της μπάντας και του άρεσαν πολύ, η «προσέγγισή» του μάλιστα, με τον «γυαλισμένο» και «μεγάλο» ήχο, ήταν αυτή που έψαχνε το group, αλλά εκείνη την περίοδο δεν ήταν διαθέσιμος. Οπότε το άλμπουμ έπρεπε να περιμένει μερικούς μήνες. Μήνες που ήταν πολύ σημαντικοί, γιατί μιλάμε για μια εποχή που το ένα άλμπουμ δεν έπρεπε να απέχει πολύ από το άλλο. Ουδεμία σχέση με σήμερα, όπου μπορεί να υπάρχει απόσταση τριών ή και τεσσάρων ετών μεταξύ δύο δίσκων (καλά, για παραπάνω, ούτε συζήτηση, αυτό είναι έτσι κι αλλιώς αυτοκτονική κίνηση), χωρίς εμπορικές επιπτώσεις. Τελικά, όταν ο Tom εμφανίστηκε στα Sunset Sound (επί της West Sunset Blvd στον αριθμό 6650) και One On One Studios (5253 Lankershim Blvd – αυτό δεν είναι αφιέρωμα, είναι τουριστικός οδηγός) στο L.A, όπου και έγιναν οι ηχογραφήσεις, συνάντησε μια μπάντα «δεμένη», απίστευτα προβαρισμένη και έτοιμη να ηχογραφήσει, χωρίς ο ίδιος να χρειαστεί να επέμβει κάπου.

Στις αρχές του 1992, η μουσική βιομηχανία άλλαζε με ταχύτατους ρυθμούς. Οι NIRVANA ήταν ήδη το next big thing, το νέο κίνημα του rock που ονομάστηκε “grunge” άλλαζε τον χάρτη και οι μπάντες του μέχρι πρότινος κραταιού “hard ‘n’ heavy”, ονομάζονταν ειρωνικά… “hair metal”, ένας χαρακτηρισμός που ακόμη και σήμερα, κάνει τους BABYLON A.D. (και όχι μόνο) να βγάζουν σπυράκια! Γι’ αυτό, προσέξετε ορισμένοι όταν τον χρησιμοποιείτε, ακόμη και σε αφιερώματα, τα οποία ανάθεμα αν έχουν σχέση με αυτό που παρουσιάζετε. Τα αγαπημένα σας συγκροτήματα χλευάζετε…

Ευτυχώς, το MTV και το ραδιόφωνο ήταν ακόμη σχετικά φιλικά προς τις μπάντες της σκηνής του L.A. Για πόσο ακόμη, κανείς δεν ήξερε… Σε ένα παράλληλο σύμπαν, λες και δεν συνέβαινε το παραμικρό, στο The Omni Club, το καλύτερο club του Bay Area τότε, όλα ήταν έτοιμα για να γυριστεί το clip του “Bad blood”. Μαζί με το “Take the dog off the chain”, το “Bad blood” θα ήταν η «απάντηση» των BABYLON A.D. στο συμβάν του “Desperate”, ένα «χώσιμο» προς την εταιρεία τους και τις αποφάσεις της.

Το show θα δινόταν δωρεάν, με σκοπό να γυριστεί ένα, ας πούμε, live clip, με πλάνα και από τα παρασκήνια. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί εντός του club αλλά εκτός, γινόταν πολύ μεγαλύτερος χαμός, με τις ταραχές του Rodney King να έχουν ξεσπάσει και να επικρατεί πραγματικό χάος στο L.A. Έτσι, την ίδια ακριβώς στιγμή που οι BABYLON A.D. έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό στο Omni Club, κυριολεκτικά έξω από την πόρτα του, σπάζονταν αυτοκίνητα και καταστήματα κι έπεφταν πυροβολισμοί. Κανονικοί!

Το βίντεο τελικά κυκλοφόρησε λίγες εβδομάδες αργότερα, αλλά το MTV δεν του έδωσε και μεγάλη σημασία. Ήδη έπαιζε όλο και λιγότερα τραγούδια από τα νέα hard ‘n’ heavy συγκροτήματα, τις “hair metal bands” όπως τις έλεγαν και οι δισκογραφικές εταιρείες είχαν αρχίσει να τις εγκαταλείπουν στη μοίρα τους. Μόνο στην εκπομπή Headbanger’s Ball παίχτηκε, λίγες φορές. Η γενικότερη «γραμμή» που άρχισε να ακολουθεί η μουσική βιομηχανία, ήταν πλέον ευδιάκριτη: Τα καρό πουκάμισα η μίρλα και η μιζέρια, είχαν υπερισχύσει κατά κράτος του hairspray και του διασκεδαστικού arena rock/metal. Μια ολόκληρη γενιά, έπαιρνε την εκδίκησή της. Θα την πούμε και αυτήν την ιστορία, κάποτε.

Το “So savage the heart”, το δεύτερο single του δίσκου, είχε ακόμη χειρότερη τύχη… το clip του δεν παίχτηκε καθόλου στο MTV! Τι συνέβη; Μπορεί το κομμάτι να κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1992, να παίχτηκε αρχικά στο ραδιόφωνο, τις πρώτες δύο εβδομάδες να είχε μόνιμο powerplay, να «χτύπησε» πρωτιά στο Σικάγο και μερικοί άλλοι σταθμοί να το είχαν στην πρώτη δεκάδα, αλλά το βίντεο δεν άρεσε στον Clive Davis και παράλληλα το MTV λάμβανε την τελική απόφαση, να σταματήσει μια και καλή την προβολή τέτοιου υλικού. Μόνον η Arista Records θα μπορούσε να προωθήσει το συγκρότημα ακόμη και κόντρα στην επικρατούσα κατάσταση, αλλά τι να σου κάνει… δεν ήταν κολοσσός τύπου Geffen Records ή Atlantic.

Την «ταφόπλακα», έριξε το “Psychedelic sex reaction”. Ο Davis και η Arista, το θεωρούσαν μεγάλο hit, πίεζαν να κυκλοφορήσει ως single, αλλά η μπάντα δεν ήταν σύμφωνη. Βασικά, δεν της άρεσε καθόλου! Το κομμάτι ήταν του Randy Jackson των ZEBRA και του Jack Ponti, τέλειο για τους POISON ή τους WARRANT, αλλά όχι για τους BABYLON A.D. Ο Davis όμως επέμενε, σε σημείο που «απείλησε» να μην κυκλοφορήσει το “Nothing sacred”, αν η μπάντα δεν έφερνε άλλο, ισάξιο του “Psychedelic sex reaction” τραγούδι!

Έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να του ρίξουν «στάχτη στα μάτια»… Και βρέθηκε, όταν σε μια συζήτηση μεταξύ των μελών του συγκροτήματος, του Jay Malla και του Tom Werman, αποφασίστηκε από κοινού να συμπεριληφθεί το κομμάτι στον δίσκο, ώστε αυτός να κυκλοφορήσει επιτέλους, αλλά πιο σκληρά παιγμένο, με άλλους στίχους και να μην παιχτεί live ποτέ!

Έτσι κι έγινε. Το “Nothing sacred” κυκλοφόρησε τελικά σχεδόν δυόμισι χρόνια μετά το ντεμπούτο άλμπουμ, «το τραίνο χάθηκε», το “Psychedelic sex reaction” δεν παίχτηκε «ζωντανά», ο… ανήξερος Davis εξοργίστηκε, ήρθε σε πλήρη ρήξη με το συγκρότημα και η Arista το αποδέσμευσε, επίσημα, τον Φεβρουάριο του 1993. Ας μη γελιόμαστε όμως… Το τέλος ήταν προδιαγεγραμμένο, λόγω της «στροφής» της μουσικής βιομηχανίας προς το grunge. Οι BABYLON A.D «άργησαν» να εμφανιστούν, σε μια σκηνή, όπου θα μπορούσαν να έχουν γίνει ένα πολύ μεγάλο όνομα. Ωστόσο, δεν ήταν όλα «μαύρα», εκείνα τα πέντε χρόνια που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή τους ήταν αρκετά, ώστε να ζήσουν και να ρουφήξουν τη ζωή του rock star μέχρι το μεδούλι.

Κάπου εδώ, τελειώνει η αφήγησή μας. Το τι έγινε μετά, βρίσκεται εύκολα, με ένα απλό “google search”. Εμείς κρατάμε πως από το 1999 που δραστηριοποιήθηκαν ξανά, οι BABYLON A.D κυκλοφορούν ΜΟΝΟ αξιόλογες δουλειές, με κορυφαία το περυσινό Rome wasnt built in a day, το οποίο συμπεριλήφθηκε σε όλες τις λίστες με τα καλύτερα hard rock άλμπουμ για το 2024.

Φέτος, το 6ο studio άλμπουμ τους με τίτλο When the world stops θα κυκλοφορήσει την 1η Σεπτεμβρίου και με αυτό στις αποσκευές τους, οι Αμερικανοί θα περιοδεύσουν σε Η.Π.Α. (με πρώτο show στο θρυλικό club Whiskey A-Go-Go, διόλου τυχαία), Ηνωμένο Βασίλειο και τελευταίο σταθμό την Αθήνα, όπου θα τους απολαύσουμε, για πρώτη φορά στα χρονικά, στις 20 Σεπτεμβρίου. Η ακριβής τοποθεσία; Το Piraeus Club Academy. Θα έχουν παρέα; Θα έχουν, τους Έλληνες WILD MACHINE, μία μπάντα που δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις! Και τα εισιτήρια, τα παίρνουμε από τον παρακάτω σύνδεσμο:

https://www.more.com/gr-el/tickets/music/babylon-a-d

Θα είμαστε λοιπόν εκεί, για να ζήσουμε μια βραδιά «αλήτικου», αμερικανικού hard ‘n’ heavy με σφραγίδα γνησιότητας και αυθεντικό, όσο λίγα πράγματα βλέπουμε και ακούμε πια στην εποχή μας!

Δημήτρης Τσέλλος

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece