Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 60

Ακούστε την εκπομπή “Τα “Πάνο” κάτω” του Bwin Sport FM 94,6 με καλεσμένο τον Σάκη Φράγκο

0
Sport

Sport

Το Σάββατο 23/8, ο Σάκης Φράγκος ήταν καλεσμένος στην εκπομπή του Παναγιώτη Ρήλλου, “Τα “Πάνο” κάτω” στον Bwin Sport Fm 94,6, όπου συνομίλησαν για τη διοργάνωση του Rock Hard Festival Greece.

Ακούστε όλη την εκπομπή ακριβώς από κάτω:

A day to remember… 23/8 [ANATHEMA]

0
Anathema

Anathema

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The Silent Enigma” – ANATHEMA
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Peaceville
ΠΑΡΑΓΩΓΟI: ANATHEMA, Kevin Ridley
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Vincent Cavanagh – φωνητικά, κιθάρες
Danny Cavanagh – κιθάρες, ενορχηστρώσεις
Duncan Patterson – μπάσο
John Douglas – τύμπανα

Ο δεύτερος δίσκος τους γεφυρώνει το death-doom της αρχικής περιόδου με το ατμοσφαιρικό rock/metal που θα το τελειοποιούσαν σταδιακά στο μέλλον. Ο πρώτος τραγουδιστής τους, Darren White, είχε αποχωρήσει από το συγκρότημα (ή τον έδιωξαν, εάν πιστέψουμε το συγκρότημα) και αντί να κάνουν οντισιόν για νέο τραγουδιστή, αποφασίστηκε ότι ο κιθαρίστας Vincent Cavanagh θα αναλάμβανε τα φωνητικά και αυτή η αλλαγή στη σύνθεση ήταν που πυροδότησε την έναρξη της μεταβατικής τους περιόδου.

Όπως είπε ο Danny, αδερφός του Vincent: «Μπήκαμε στο Lynx Studio στο Νιούκαστλ για να ηχογραφήσουμε το άλμπουμ που έγινε το “The Silent Enigma” με μόνο δύο πλήρως διασκευασμένα τραγούδια. Αφού ηχογραφούσαμε γρήγορα αυτά τα δύο τραγούδια, μαζευόμασταν στο στούντιο με τα riffs και τις μελωδίες που είχαμε, ενορχηστρώναμε τραγούδια όπως το “The Silent Enigma” ή το “A Dying Wish” σε λίγα λεπτά και ηχογραφούσαμε τα κομμάτια ζωντανά, εκείνη τη στιγμή, με ντραμς, μπάσο και δύο κιθάρες… Υπήρχε μια μαγεία σε αυτό που περνούσε από μέσα μας».

Τα προαναφερόμενα κομμάτια, εκτός του ότι είναι πια κλασσικά μέρη του ρεπερτόριό τους, αναδεικνύουν την ικανότητα του συγκροτήματος να αλλάζει δυναμική—συνδυάζοντας ψιθύρους, death vocals και σπαραχτικές σχεδόν κραυγές με μελωδίες άλλοτε heavy κι άλλοτε gothic, πασπαλισμένες με progressive στοιχεία, όπως φαίνεται σε κομμάτια σαν το “Sunset of Age” ή το “Nocturnal Emission”. Τα ακουστικά folk στοιχεία του “…Alone” μαζί με τα γυναικεία φωνητικά του, αλλά και οι σκοτεινές ενορχηστρώσεις του “Black Orchid” ήταν άλλη μια ένδειξη ότι η μπάντα είχε ήδη αποφασίσει να αποσπασθεί από το death/doom των δύο άλλων μεγάλων γκρουπ του είδους: PARADISE LOST και MY DYING BRIDE.

Μαζί με την εμπειρία του Kevin Ridley στην κονσόλα του ήχου, ο οποίος έχει δουλέψει με μπάντες όπως VENOM ή SKYCLAD, η μπάντα κατάφερε να μας δώσει ένα φιλόδοξο, και συναισθηματικά κάργα φορτωμένο δίσκο που γεφυρώνει την απελπισία και την ομορφιά, το φως και το σκότος, την ποίηση με τον θυμό, με σχετική άνεση. Αν και μπορεί να μην έχει την ηχητική στιλπνότητα των μεταγενέστερων δίσκων τους, δεν παύει να είναι το απόλυτο ντοκουμέντο μιας μπάντας σε μεταμόρφωση από λάτρεις των BLACK SABBATH σε λάτρεις των PINK FLOYD.

Γιώργος Γκούμας

A day to remember… 23/8 [TALISMAN]

0
Talisman

Talisman

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Life” – TALISMAN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Polydor
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Marcel Jacob, Jeff Scott Soto
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Marcel Jacob – μπάσο
Jeff Scott Soto – φωνή
Fredrik Akesson – κιθάρες
Julie Greaux – πλήκτρα
Jamie Borger – τύμπανα

Η ιστορία των TALISMAN είναι γεμάτη εμπόδια, όπως και η μουσική τους πορεία είναι γεμάτη εκπλήξεις. Μια δισκογραφία που περιέχει πολλά διαμάντια, εξαιρετικές μουσικές ιδέες, αλλά και αστάθεια. Υπάρχουν τραγούδια που πραγματικά αναδεικνύουν την μοναδική χημεία του Marcel Jacob και του Jeff Scott Soto, μοναδικά, έξυπνα, τεχνικά και άκρως πωρωτικά. Όμως υπάρχουν και πολλοί πειραματισμοί, που δεν πέτυχαν, αλλά κάποιες ιδέες, επιεικώς πεζές, που δεν ανταποκρίνονται στην ιδιοφυία του Σουηδού μπασίστα. Ακριβώς αυτές οι δυο συνιστώσες, βρίσκονται και στο “Life”.

Ας θυμηθούμε, ότι το συγκρότημα (αρχικά με τον Jason Bieler στην κιθάρα, που μετέπειτα γεύτηκε εμπορική επιτυχία με τους SAIGON KICK), πέρασε απίστευτες δυσκολίες μέχρι να κυκλοφορήσει το ντεμπούτο του και να αποζημιωθεί με την ανταπόκριση του “I’ll be waiting” το 1990. Ακόμα όμως και μετά από αυτό, οι απογοητεύσεις συνεχίστηκαν και μέχρι το “Genesis” του 1993, όταν και πλέον ξεκίνησε μια φυσική ροή για τους TALISMAN. Η δίψα του Jacob, η ευστροφία του και η συνθετική του δεινότητα, του επέτρεψαν να συγκεντρώσει αρκετές ιδέες όλα αυτά τα χρόνια, ώστε να ακολουθήσουν απανωτές κυκλοφορίες. Σε 16 μήνες, μας έδωσαν τρεις δίσκους και το “Life” ήταν ο τέταρτος σε 25 μήνες. Σχεδόν, δυο δίσκους το χρόνο.

Όπως καταλαβαίνετε, το τελευταίο, ήταν φυσικό να υπολείπεται σε ποιότητα, αφού τα καλύτερα είχαν σερβιριστεί πρωτύτερα. Παρόλα αυτά, έχουμε κι εδώ κάποιες αξιομνημόνευτες στιγμές. Το “Tears in the sky” έχει όλα τα χαρακτηριστικά των TALISMAN. Ένταση, τεχνική, funk συναίσθημα, πάθος που ξεχειλίζει και μελωδία που σε μαγεύει. Το “So long”, στο οποίο κυριαρχεί το μπάσο του Marcel και ένα ρεφραίν που θα ταίριαζε σε πολλά από τα μεταγενέστερα άλμπουμ του Soto. Προσωπικά μου αρέσει πολύ το “Loveblind”. Πιο ευθύ, είναι τραγούδι που στέκεται από το ρεφραίν του.

Όμως, τα δυο τραγούδια που ξεχωρίζουν για μια διαφορετική αισθητική, έντονη soul και funk, όπως δίδαξαν οι παιδικοί ήρωες, είναι το “Soul 2 soul” και το “Crazy”. Βέβαια, η διασκευή στην επιτυχία του S.E.A.L. είναι και η πιο γνωστή στιγμή του “Life”. Μια διασκευή που πατάει πάνω στην αυθεντική εκτέλεση, όμως έχει τσαγανό, ροκάρει και σίγουρα ηχεί κοντά στον χαρακτήρα των TALISMAN. Το “Crazy”, μια pop επιτυχία, είχε τέτοια ανταπόκριση από το κοινό τους, που τους οδήγησε να επιλέξουν αντίστοιχα περιπετειώδη τραγούδια στο μέλλον.

Το “Life” όπως ολόκληρη η δισκογραφία των Σουηδών, είναι ένα «φυλαχτό» που λίγοι έχουν ανακαλύψει, που θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη αξία, αν το είχαν δουλέψει παραπάνω.

Did you know that:

  • Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε αυτόνομα από το κάθε μέλος, αφού ο Soto με τον Jacob είχαν γράψει το ντέμο, και την μίξη ανέλαβε ο Mats Lindfors, κάνοντάς τον να ακούγεται συμπαγές.
  • Η Γιαπωνέζικη εταιρία Zero, που είχε χρημοτοδοτήσει το project, πίεζε για να της παραδοθεί το υλικό, ώστε να προλάβουν την προαποφασισμένη ημερομηνία κυκλοφορίας. Τελικά αυτή η βιασύνη σίγουρα επηρέασε το αποτέλεσμα. Μάλιστα η αρχική έκδοση στην Ιαπωνία, έχει τις πρώτες μίξεις, και διαφορετική σειρά τραγουδιών. Στην Ευρώπη, ακούσαμε τις τελικές μίξεις που άρεσαν περισσότερο στον Jacob.
  • Σίγουρα η εμπορική αποτυχία, σε συνδυασμό με την πίεση και την έλλειψη περιοδείας για να υποστηρίξουν το άλμπουμ, δημιούργησε τεράστια προβλήματα στο συγκρότημα, που εκείνη την περίοδο οδηγήθηκε ουσιαστικά στην διάσπαση, με τον Marcel να βάζει ουσιαστικά τους TALISMAN στον πάγο εκείνη την περίοδο.

Γιώργος “Crazy” Κουκουλάκης

A day to remember… 24/8 [KAMELOT]

0
Kamelot

Kamelot

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: ”Eternity” – KAMELOT
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Noise Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jim Morris
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Mark Vanderbilt
Κιθάρες/Δεύτερα φωνητικά – Thomas Youngblood
Πλήκτρα – David Pavlicko
Μπάσο – Glenn Barry
Τύμπανα – Richard Warner

Κοιτάξτε τώρα εδώ να δείτε τι πήγε και μου επιφύλαξε ο αγαπημένος μας αρχισυντάκτης Σάκης Φράγκος. Αύγουστο μήνα, μετά από το άλμπουμ τον HELLOWEEN , ”Giants & Monsters” για το οποίο και έγινε ομαδική κριτική από μεγάλο μέρος της συντακτικής ομάδας του rockhard.gr, συνηγορώντας μάλιστα όλοι μας πως ακούσαμε ένα από τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς. Βρήκε λοιπόν ο κανάγιας να με ρίξει στον λάκκο των λεόντων και πλησιάζουν και τα γενέθλιά μου πανάθεμά με. Τέλος πάντων, θα το καταπιώ το ποτήριον τούτο και θα προσπαθήσω να είμαι ευγενής αλλά και κόσμιος όπως πάντα, με ένα γκρουπ που αγαπώ, λατρεύω, μεγάλωσα μαζί του, αλλά στα πρώτα του 2 δισκογραφικά βήματα, δεν έσκισε και τίποτα χασέδες.

Ο λόγος λοιπόν για τους λατρεμένους KAMELOT και εν προκειμένω για το πρώτο τους δισκογραφικό πόνημα που έφερε τον τίτλο ”Eternity” και κλείνει σήμερα τα 30 χρόνια ζωής του. Από που τώρα να το πιάσει κάποιος και που να το αφήσει, βασικά να πω 2-3 στοιχειώδη πράγματα σχετικά με την μπάντα και μετά 2 λογάκια για να βάλουμε μια τάξη στις τρέλες που έχω ακούσει δεξιά και αριστερά περί U.S. Power και φοβερής φωνής που δεν εκτιμήθηκε και λοιπές τρίχες.

Το συγκρότημα σχηματίζεται το 1987 από τον κιθαρίστα Thomas Youngblood, τον Richard Warner που παίζει τύμπανα και γράφει και στίχους, τον Rob Beck για φωνή και τον Dirk Van Tilborg ως μπασίστα και πληκτρά, φέροντας το όνομα CAMELOT αρχικά. Το όνομα αυτό να πούμε πως προτάθηκε αρχικώς από τη μητέρα του Youngblood, επειδή αγαπούσε τον δολοφονηθέντα πρόεδρο της Αμερικής John F. Kennedy, τον οποίον και παρομοίαζαν ως τον Βασιλιά Αρθούρο, ενώ η διάρκεια της θητείας του παρομοιαζόταν με την περίοδο του μυθιστορήματος του ”Camelot”. Εν συνεχεία το 1988 ηχογραφούν το τραγούδι “Breaking the silence”, που συνέθεσαν οι Youngblood και Warner, για το ”Metal Mercenaries: The Invasion”, μια κασέτα συλλογής διαφόρων heavy metal συγκροτημάτων που προέρχονταν από την περιοχή της Tampa Bay, σε παραγωγή του Keith “Thumper” Collins (πρώην μπασίστα των Savatage). Αφού έγινε ένας σχετικός ντόρος γενικά, άρχισαν να υπάρχουν αλλαγές στα μέλη, με τον Sean Tibbetts (τότε χρησιμοποιούσε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Sean Christians) να παίρνει θέση ως μπασίστας αντί του Dirk Van Tilborg, ενώ ο Rob Beck αφήνει τα φωνητικά στον Mark Vanderbilt (και βοήθειά μας). Το συγκρότημα παράλληλα αλλάζει το όνομά του σε KAMELOT λόγω του γεγονότος πως υπήρχε ένα τοπικό δισκοπωλείο με το όνομα Camelot. Αυτή η σύνθεση λοιπόν ηχογραφεί, την ίδια χρονιά, το πρώτο demo του συγκροτήματος. Έναν χρόνο αργότερα το 1992, ο Glenn Barry αντικαθιστά τον Sean Christians ή Tibbets στο μπάσο και, την επόμενη ακριβώς χρονιά το 1993, το συγκρότημα ηχογραφεί το δεύτερο demo του. Λίγο μετά προσλαμβάνεται ο David Pavlicko ως πληκτράς και κάπως έτσι κλείνει το line up που θα ηχογραφήσει το πρώτο άλμπουμ του γκρουπ, εφόσον πλέον είχε υπογράψει το πρώτο του συμβόλαιο την ίδια χρονιά με την Noise Records.

Αυτά για το ζουμί πως φτάσαμε ως εδώ στην στιγμή δηλαδή που το 1995 οι KAMELOT θα κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο τους ”Eternity” και για να είμαι ειλικρινής δεν θα μας κάνουν και σοφότερους αλλά ούτε και καμία τρομακτική εντύπωση. Λόγοι υπάρχουν αρκετοί κατά την ταπεινή μου γνώμη. Ένας εξ αυτών, το γεγονός πως μολονότι, υπάρχουν κάποιες καλές συνθέσεις αλλά και διάσπαρτες καλές ιδέες στο άλμπουμ, μοιάζει πολλές φορές σαν να αναπαράγουν τις καλές αυτές ιδέες σχεδόν σε όλες τις συνθέσεις και κάπου το πράγμα καταντάει μονότονο.

Ένας άλλος λόγος είναι το γεγονός, πως παρότι ο ηγέτης μέχρι και σήμερα Youngblood, δεν είναι ακόμα ο ευφάνταστος κιθαρίστας στον οποίον θα εξελιχθεί στην πορεία, είναι και ο καλύτερος με διαφορά μουσικός από όλο το υπόλοιπο line up. Κάτι που σίγουρα φανερώνει τις αδυναμίες αλλά και το πόσο ανθεμικοί είναι οι υπόλοιποι στα καθήκοντά τους. Ο συνιδρυτής για παράδειγμα, ντράμερ και στιχουργός του γκρουπ μπορεί να κάνει μην είναι άσχετος αλλά δεν είναι και κάτι το ιδιαίτερο στα τύμπανα πέραν του να μπορεί να κρατά το ρυθμό με αξιοπρέπεια δεν έχει κάτι άλλο να δείξει, εξ ου και νομίζω πως δεν συνέχισε έκτοτε την μουσική του καριέρα, στιχουργικά μια χαρά τα κατάφερε και εδώ αλλά και στο δεύτερο άλμπουμ του γκρουπ που συμμετείχε. Επίσης ο έτερος στο rhythm section Glenn Barry έδειχνε πως ήταν από την αρχή μια σκάλα παραπάνω σαν μουσικός και στην πορεία δε, το απέδειξε προοδεύοντας, όντας για χρόνια βασικό γρανάζι της μηχανής του γκρουπ. Οπότε όταν σε ένα rhythm section ένας από τους 2 ξεχωρίζει ο άλλος νομίζω πως φαίνεται σαν αδύναμος κρίκος. Ο πληκτράς τώρα David Pavlicko μπορεί να μην είναι και σούπερ μουσικός αλλά τουλάχιστον κρατάει όσο καλύτερα γίνεται δίπλα στην κιθάρα του Youngblood δίνοντας και αυτός μερικές πινελιές του σε κάποια σημεία, χωρίς όμως για την ώρα να εντυπωσιάζει έμεινε για μια τριάδα δίσκους με το γκρουπ και στα πρώτα αυτά χρόνια και κάτι βοήθησε ο άνθρωπος στην πορεία.

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα στο άλμπουμ τόσο αυτό όσο και στο επόμενο ήταν η φωνή και σόρυ κιόλας, από κόσμο που λέει για το πόσο καλή φωνή και αιθέρια ήταν ο Mark Vanderbilt. Όμως αν όντως ήταν μια καλή φωνή θα συνέχιζε κάπου σαν τραγουδιστής στην ζωή του προσπαθώντας να κάνει μια κάποια καριέρα, το απέδειξε και εδώ στο ”Eternity” και στο επόμενο βήμα του γκρουπ ”Dominion” αλλά προφανώς και στα live της μπάντας, άλλωστε με το γκρουπ έμεινε 6 ολόκληρα χρόνια και δεν κατάφερε να κινήσει το ενδιαφέρον κανενός ως φωνή. Το μόνο που έμεινε από αυτόν είναι πως ήταν ο πρώτος τραγουδιστής των KAMELOT, αλλά και το γεγονός πως λανσαρίστηκε ως ο Midnight των φτωχών θα έλεγα.

Κοινώς όταν έχεις ένα σχετικά μέτριο υλικό για πρώτο άλμπουμ και μια μπάντα αρκετά άγουρη ακόμα δεν μπορείς να ξεχωρίσεις και ιδιαίτερα από μερικές καλές ιδέες ή στιγμές στο ντεμπούτο σου. Αν τώρα έχεις και έναν μέτριο επιεικώς τραγουδιστή άστο καλύτερα προκοπή δεν κάνεις, ακόμα και αν τον λένε ”Γιάννη” με 2 ή με ένα ”ν” δεν έχει σημασία. Ένας καλύτερος τραγουδιστής σίγουρα θα έδινε λίγο καλύτερη εικόνα στο τελικό αποτέλεσμα κατ ‘εμέ πάντα, αλλά δυστυχώς δεν υπήρξε στις πρώτες 2 δουλειές του γκρουπ. Όταν μπήκε ο Roy Khan πριν το ”Siege Perilous” τα είχα γράψει κάποτε, αμέσως το πράγμα έλαμψε και έδειξε, φυσικά είχε προοδεύσει και η μπάντα, αλλά πως να το κάνουμε μια πολύ καλή φωνή, πολλώ δε μάλλον μια φωνάρα σαν του Khan αναδεικνύει ακόμα και λιγότερο καλές στιγμές. Εξ ου και τελικά αν δει κανείς στον χρόνο αυτό που επέζησε σαν τραγούδι από αυτές τις 2 πρώτες δουλειές τον KAMELOT είναι το εξαιρετικό ”We Are Not Separate”, που φυσικά στην live εκδοχή με τον Roy Khan είναι ακόμα πιο υπέροχο.

Αν τώρα το δω από πλευράς υλικού αυτό τόσο το ”Eternity” αλλά όσο και το ”Dominion” αδικούνται κάπως γιατί δεν ήταν και δίσκοι για πέταμα, είχαν τις στιγμές τους.

Επί του προκειμένου, στο ”Eternity” που μας απασχολεί εδώ, το εναρκτήριο ομώνυμο τραγούδι είναι εξαιρετικό ή δε remastered εκδοχή του έστω και με την τότε σύνθεση και την φωνή του Vanderbilt, ακούγεται πολύ πιο ωραία και ευχάριστη δείχνοντας πως θα μπορούσαν που και που να την τιμούν στα live τους. Το ”Call of the sea” επίσης είναι μια πολύ καλή στιγμή με τον Mark να κάνει ό,τι μπορεί και γιατί λέω ότι μπορεί, ακούστε το live από τον Khan και θα καταλάβετε. Το κλείσιμο του ”The gleeman” επίσης είναι μια σύνθεση που θα μπορούσε να έχει αντέξει στον χρόνο, με άγουρη λογική ακόμα, αλλά αρκετή από την μετέπειτα τεχνοτροπία των KAMELOT. Στα πολύ καλά σημεία του άλμπουμ θα έβαζα και την μπαλάντα ”What About Me”, με τον Vanderbilt να κάνει με διαφορά την καλύτερή του ερμηνεία στο άλμπουμ. Τα καλά να τα λέμε, δεν χρειάζεται να κάνει εξτρεμισμούς, κρατιέται εκεί που πρέπει και όπως πρέπει. Ούτε αποτυχημένες προσπάθειες να ακουστεί σαν κάτι από Geoff Tate ή Midnight, ούτε τίποτα, κύριος, σοβαρός και μετρημένος με τα όλα του εδώ. Στα καλά τραγούδια θα έβαζα και το ”Proud nomad”, που δυστυχώς στο σημείο του refrain ενώ έχει πολύ ωραίο riff, κουπλέ σε καλά επίπεδα και ωραία ορχηστρικά μέρη, χάνεται εντελώς από την φωνή του Mark και είναι κρίμα γιατί στο υπόλοιπο τραγούδι πατάει σχετικά καλά.

Υπό προϋποθέσεις επίσης θα μπορούσα να βάλω και το ”Fire Within” αλλά μόλις αρχίσει τα «εξτρεμιστικά» ο άνθρωπος μας πάλι χαλάει η σούπα. Πάντως και αυτό θα είχε ενδιαφέρον να ακουστεί με άλλον στην φωνή, πιστεύω θα αναδεικνύονταν γιατί έχει καλή δομή σαν τραγούδι. Από εκεί και κάτω κατά την άποψη μου δεν βλέπω και πολλά άλλα να ξεχωρίζουν πέραν από διάσπαρτες ιδέες. Αν όμως κάτι φαίνεται από το ντεμπούτο αυτό των KAMELOT, είναι το γεγονός πως έχουμε ένα πρώτο δείγμα γραφής από την συνθετική ικανότητα του Youngblood, που δείχνει κάποια καλά ψήγματα του ταλέντου του από τη μια. Αλλά και μερικές εξαιρετικές κιθαριστικές ιδέες τόσο στα solos όσο και στα riffs του που σε κάνουν να καταλαβαίνεις πως το παλικάρι τούτο έχει ταλέντο και θα προχωρήσει, όπερ και εγένετο στην πορεία.

Από πλευράς παραγωγής ο γνωστός και μη εξαιρετέος Jim Morris που κάθεται στην καρέκλα του παραγωγού, κάνει μια αρκετά καλή δουλειά. Φυσικά σε σημεία καταλαβαίνεις ότι, μάλλον λόγο όχι και ιδιαίτερα υψηλού μπάτζετ δεν είναι και η πλέον γεμάτη από πλευράς όγκου, όμως γενικά είναι καθαρή χωρίς να χάνεται ή να αδικείται κανένα όργανο.

Εν κατακλείδι, λοιπόν και για να κλείσουμε το κεφάλαιο ”Eternity” για τους λατρεμένους μου KAMELOT, προφανώς και δεν με έκαναν ποτέ να τους αγαπήσω με αυτό το άλμπουμ, μου τράβηξαν όμως κάπως το ενδιαφέρον για να τους έχω στα υπόψιν μου στην πορεία. Ως δίσκος όμως ακούγοντας τον ξανά σήμερα πέρα από την όποια νοσταλγία και τις όποιες  θετικές του στιγμές , εξακολουθεί να έχει τα αρνητικά που είχε και τα οποία έβγαζαν μάτι ανέκαθεν.

Υ.Γ. Απευθυνόμενος τώρα στον Σάκη Φράγκο που με έβαλε να υποστώ την βάσανο αυτήν μετά τους HELLOWEEN, θα του πω ως άλλος Βουτσάς ” Αχ βρε Σάκη τι με κάμεις”, κατά το ”Αχ βρε Παναγιώτη τι με κάμεις” που έλεγε ο μακαρίτης στον Σπύρο Καλογήρου στην ταινία ”Το ανθρωπάκι”.

Παναγιώτης “The unknown force” Γιώτας

A day to remember… 22/8 [DESTRUCTION]

0
Destruction

Destruction

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Inventor of evil” – DESTRUCTION
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: AFM Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: DESTRUCTION
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Μπάσο, φωνητικά – Marcel “Schmier” Schirmer
Κιθάρες – Mike Sifringer
Drums – Marc Reign

Μετά το πολύ καλό “Metal discharge” (2003) και το “Live discharge: 20 years of total destruction” (2004) DVD, οι thrash θρύλοι DESTRUCTION, μεταπηδούν στην AFM records. Οι κακές γλώσσες, κάνουν λόγο για χαμηλές πωλήσεις, ειδικά για τα δεδομένα του τότε Γερμανικού κολοσσού Nuclear Blast. Τούτο ωστόσο, δεν πτόησε τους Γερμανούς. Ετοίμασαν αναλαμβάνοντας την παραγωγή εξ ολοκλήρου, το τέταρτο τους χτύπημα μέσα σε 5 χρόνια επιστροφής στη δισκογραφία. Πείτε ό,τι θέλετε, αλλά μη τους πείτε τεμπέληδες μια φορά! Ο τίτλος αυτού; “Inventor of evil” και κυκλοφόρησε μια μέρα σαν τη σημερινή. Ξεκινώντας από τα γύρω γύρω, η παραγωγή έχει παραπάνω όγκο, σε σχέση με το πιο “προβάδικο” “Metal discharge”. Βάλτε και τον Peter Tagtgren στη μίξη και καταλάβατε! Οπτικά, ο “χασάπης”, η τόσο χαρακτηριστική mascot της μπάντας επιστρέφει με άγριες διαθέσεις.

Μουσικά συνεχίζουμε στο ύφος που εδραιώθηκε στην reunion εποχή. Η βία δε, δεν περιορίζεται μιας και είτε το μπάσιμο ατόφιας γερμανικής βίας “Soul collector”/”The defiance will remain” είτε το προσωπικό αγαπημένο “No man’s land” (το riff ειδικά κάτω από το σημείο “An avenger of those who are unable to adore” με διαλύει!). Ωστόσο εδώ, νιώθω ότι οι DESTRUCTION γίνονται πιο περιπετειώδεις, σε κομμάτια όπως το “The calm before the storm”, που φέρνει μια αύρα τύπου “Reject emotions” ως προς τη δομή του. Πράγμα που κολακεύεται από την μεστότητα του παιξίματος των DESTRUCTION αλλά και από τη σύγχρονη παραγωγή που έχουν οι Γερμανοί, όχι μόνο εδώ, αλλά τα τελευταία 25 χρόνια γενικότερα. Επίσης το “The chosen ones”, ξεχωρίζει για την στακάτη του φύση, γκαζώνοντας ελαφρά στο ρεφρέν του, δείχνοντας τις αρετές τους και σε άλλα πράγματα.

Ξεχωριστά θέλω να σταθώ στο “πείραμα” με τις 15 φωνές. “The alliance of hellhounds”. Καταλαβαίνω την ανάγκη να θες να ταιριάξεις κάθε αναφορά σε metal δίσκο με τον αντίστοιχο τραγουδιστή που τον τραγούδησε, αλλά εκεί το παράκαναν οι DESTRUCTION κατ’ εμέ. Το κομμάτι δεν είναι κακό, απεναντίας είναι ένα κλασσικό mid-tempo DESTRUCTION κομμάτι, που θα μπορούσε να είχε 2-3 καλεσμένους (όπως στις live εκτελέσεις του), αλλά ως εκεί. Μιλώντας για mid-tempo και στακάτες συνθέσεις, κάπου στη μέση με τα γρήγορα ξεσπάσματα του (κάπου πιάνω και blastbeats) στέκεται το “Under surveillance”, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και υποτιμημένο διαμαντάκι του δίσκου. Το αυτό για το έρπον “Seeds of hate” που είναι η μεγαλύτερη σύνθεση του δίσκου, μόνο και μόνο για να την ακολουθήσει το punk-ικο “Twist of fate” (καταστροφή λέμε!) και το όνομα και πράγμα μαρσαριστό “Killing machine”.

Τίτλους τέλους ρίχνει το “Memories of nothingness”, με έναν πιο ποιητικό τρόπο από ότι συνηθίζουν οι DESTRUCTION, μια και συνήθως τα κλεισίματα δίσκων τους είναι μπουνιά και νοκ άουτ! 20 χρόνια μετά, το “Inventor of evil” που στέκεται στη δισκογραφία των DESTRUCTION; Προσωπικά, θα έλεγα ότι ανήκει στη τριπλέτα πολύ καλών δίσκων (και μάλλον, είναι το καλύτερο τους) που διαδέχθηκαν τη πρώτη εντυπωσιακή και πλέον κλασσική δυάδα “All hell breaks loose”/”The antichrist” και πως φυσικά, έχει υλικό που στέκεται δίπλα στα κλασσικά σε ζωντανές συνθήκες, εύκολα κιόλας!

Did you know that?

– Η ειδική έκδοση περιέχει και μια διασκευή στο “(We are) the road crew” των MOTORHEAD, καθώς και μια έκδοση του “The alliance of hellhounds” άνευ καλεσμένων.

– Στην επετειακή συναυλία τους στο Wacken για τα 25 χρόνια (το “κυρίως πιάτο” του “A savage symphony – the history of annihilation”), έχουμε καλεσμένους τον Peavy Wagner (RAGE), Bobby Elsworth (OVERKILL), Oddleif Stensland (COMMUNIC), Tom Angelripper (SODOM) στο “The alliance of hellhounds” η οποία όπως προείπα, λειτουργεί σαφώς ανώτερα από τη στούντιο εκτέλεση.

– Εδώ ξεκινάει η σταθερή συνεργασία στο κομμάτι των εξωφύλλων με τον Gyula Havancsák, που συνεχίζεται ως και το φετινό “Birth of malice”.

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 22/8 [THE GATHERING]

0
Gathering

Gathering

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Mandylion” – THE GATHERING
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Century Media
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Waldemar Sorychta, Siggi Bemm
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρες, φλάουτο: René Rutten
Κιθάρες: Jelmer Wiersma
Φωνητικά: Anneke van Giersbergen
Μπάσο: Hugo Prinsen Geerligs
Τύμπανα: Hans Rutten
Πλήκτρα: Frank Boeijen

Η κυκλοφορία του τρίτου άλμπουμ των THE GATHERING, “Mandylion” , δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πορεία του γκρουπ, αλλά και στην εξέλιξη της ατμοσφαιρικής πλευράς της σκληρής μουσικής στα mid 90s. Οι λόγοι ήταν πάρα πολλοί με πιο σημαντικό την πρόταση τους να έχουν μόνο γυναικεία φωνητικά, ανατρέποντας την, καθιερωμένη μέχρι τότε, αντίθεση ακραίων αντρικών και αιθέριων γυναικείων. Βέβαια πρώτοι ήταν οι Νορβηγοί 3RD AND THE MORTAL που ηχογράφησαν δίσκους ένα χρόνο πριν, αλλά οι κυκλοφορίες τους κινήθηκαν σε underground επίπεδο. Αντίθετα το “Mandylion” κυκλοφόρησε από την Century Media και έπεσε σαν βόμβα μεγατόνων σε όλο τον κόσμο.

Πρωταρχικό ρόλο έπαιξε η επιλογή της 21χρονης Anneke van Giersbergen να αναλάβει τα φωνητικά στο επόμενο άλμπουμ τους. Ήταν η περίοδος μετά το καταστροφικό “Almost a dance” (1993), το οποίο τους έφερε σε δυσμενή θέση μετά τον χαμό που έγινε στο ντεμπούτο τους, “Always” (1992). Ο Hans Rutten  προσδιόρισε το επόμενο βήμα τους ως «seriousness» μετά την επιλογή του Niels Duffhues, του οποίου η a la FAITH NO MORE  ερμηνευτική του προσέγγιση θεωρείται από τους ίδιους ως αφελής. Η Anneke επιλέχτηκε σε έναν διαγωνισμό που έκανε το group για την επιλογή τραγουδιστών. Όταν την άκουσαν αντιλήφθηκαν αμέσως ότι δεν χρειάζεται να ψάξουν κάποιον για αντρικά φωνητικά. Η φωνή της ταίριαζε απόλυτα με τον ήχο τους, αν και ήταν τελείως διαφορετικά από τo jazz/fusion/funk της, μέχρι τότε, μπάντας της BAD BREATH.

Μαζί της θα μπουν στα Beaufort Studio τον Ιούνιο του 1994 να ηχογραφήσουν demo. Από εκείνο το studio session θα επιλέξουν τo “In motion part 1” για να συμπεριληφθεί στην συλλογή της ολλανδικής εταιρίας DSFA, “ DSFA 6 – Paradise of the underground”. Σε αυτήν την ηχογράφηση φαίνεται ξεκάθαρα ότι ήθελαν να διαφοροποιηθούν από τον ήχο που είχαν μέχρι τότε, δίνοντας χώρο στις φωνητικές γραμμές. Από αυτό το studio session μπορείτε να ακούσετε και τα ορχηστρικά “Mandylion” και “Solar glider”. To πρώτο αποτέλεσε το ορχηστρικό κομμάτι του άλμπουμ, ενώ το δεύτερο δεν μπήκε σε καμία κυκλοφορία τους. Έπρεπε να περάσουν 10 χρόνια για να είναι διαθέσιμο στην επανακυκλοφορία του 2005 με διαφοροποιημένο εξώφυλλο. Σε αυτήν την επανακυκλοφορία περιλαμβάνεται και το demo που ηχογράφησαν στις αρχές του 1995 στα Double Noise Studio του Tilburg. Σας προτείνουμε να ακούσετε αυτές τις ηχογραφήσεις για να αντιληφθείτε πόσο διαφορετικό ηχητικό σχεδιασμό είχαν επιλέξει και πόσο διαφορετικά ακούγονται τα κομμάτια στον δίσκο. Έχει μεγάλη αξία να ακούσετε το “Third chance”, το οποίο δεν μπήκε στο δίσκο, αλλά επαναηχογραφήθηκε για να μπει ως b-side στο single “Leaves/Adrenaline” και μπήκε τελικά με άλλη επαναηχογράφηση στο “Nighttime birds” άλμπουμ του 1997. Η πορεία αυτού του τραγουδιού δείχνει σε μεγάλο βαθμό τι ήθελαν ηχητικά εκείνοι και πως αναγκάστηκαν από τη Century Media να ακουστούν.

Η προσφορά της Century Media έγινε αποδεκτή από το γκρουπ, κάτι που θα μετάνιωναν λίγα χρόνια μετά. Ήταν η περίοδος που η γερμανική εταιρία έβαζε τα σχήματά της να ηχογραφούν στα Woodhouse Studios και να έχουν συγκεκριμένο ξερό και χωρίς όγκο ήχο. Οι THE GATHERING δεν θα ήταν εξαίρεση και σε μόλις 16 μέρες τον Ιούνιο του 1995 θα ηχογραφούσαν το άλμπουμ που θα τους καθιέρωνε μόλις δύο μήνες μετά όταν και κυκλοφόρησε. Ακόμα θυμάμαι το σοκ όλων όταν πρωτακούσαμε τότε το “Strange machines”, που ανοίγει το δίσκο. Κυριολεκτικά δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην εκστασιαστεί με τη φωνή της Anneke. Η ερμηνεία της αναδείκνυε τις πολύπλευρες συνθέσεις του δίσκου. Κάθε μέρος του είναι ξεχωριστό μέρος, επιβεβαιώνοντας τις συνθετικές τους ικανότητες που είχαν και στους προηγούμενες κυκλοφορίες τους. Αναμφίβολα η Anneke ήταν βασική παράμετρος για την επιτυχία του δίσκου, αλλά δεν θα γινόταν αυτός ο πάταγος αν οι συνθέσεις δεν ήταν αντάξιες. Το “Eléanor” με τους καταιγιστικούς τους ρυθμούς αποτελεί μια φυσική συνέχεια της πρώιμης doom/death πορείας τους στα early 90s. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να δοθεί στο “Sand and mercury” που ενοποιεί τους CELTIC FROST με τους DEAD CAN DANCE και τους PINK FLOYD με τον καλύτερο τρόπο που έχει γίνει ποτέ από συγκρότημα του είδους.

Παραδόξως το “Strange machines” που είναι το πιο γνωστό κομμάτι του δίσκου και έγινε και το πρώτο τους single, δεν υποστηρίχτηκε από video clip. Οι ίδιοι απέρριψαν ένα video που ετοιμάστηκε και αποτελεί μέχρι και σήμερα αδημοσίευτο. Αντίθετα το video clip για το “Leaves” είχε αρκετό airplay και βοήθησε με τον καλύτερο τρόπο στην προώθηση του δίσκου.

Την επόμενη χρονιά θα παίξουν στο πιο Dynamo Open Air Festival και στο Pinkpop Festival, επιβεβαιώνοντας και το πόσο φοβεροί είναι και σε συναυλιακό επίπεδο. Με την συνολική της παρουσία η Anneke επαναπροσδιόρισε την παρουσία των γυναικών στη σκληρή μουσική. Πλέον τα αρχέτυπα της Lita Ford και Joan Jett θα ήταν παρελθόν και πολλά νέα σχήματα θα τολμούσαν να έχουν γυναίκα τραγουδίστρια με ανάλογο παρουσιαστικό. Επίσης το ατμοσφαιρικό metal πλέον δεν θα είχε το καθιερωμένο δίπολο των ακραίων αντρικών φωνητικών με τα αιθέρια γυναικεία και οι THE GATHERING θεωρούνται δικαίως ως πρωτοπόροι.

29 χρόνια μετά το “Mandylion” έγινε χρυσό στην Ολλανδία και το line up που ηχογράφησε τον δίσκο ξανασυναντήθηκε και αποφασίστηκε να δώσουν 5 συναυλίες στο Nijmejen, παρουσιάζοντάς το ολόκληρο. Μένει να δούμε τι θα κάνουν το 2026 πέρα από την παρουσία τους στο Wacken, που έχει ήδη ανακοινωθεί.

Προσωπικά είναι ένας δίσκος που στιγμάτισε την εφηβεία μου και όποτε τον ακούω ξαναγίνομαι εκείνος ο 16χρονος που χωρίς δεύτερη σκέψη αποφάσισε να τους ακολουθήσει μέχρι και σήμερα. Πρώτη αγάπη και παντοτινή το “Mandylion” και ανυπομονώ να τους δω για 20η φορά στο Nijmejen!

Did you know that:

  • Στηναποφώνησητου “Sand and mercury” ακούγεταιοR.R. Tolkien ναδιαβάζειαπότοβιβλίο “Une mort trés douce” (A very sweet death) του Simone de Beauvoir, καταλήγονταςότισεαυτήτηνπροσέγγισηγιατοθάνατομπορείναδεικάνειςταδικάτου “Lord of the rings”.
  • Τα “In motion #1” και “In motion #2” διαμορφώθηκαν με τον ανάλογο τρόπο που έκαναν σε πολλά μέρη τις ιδέες τους οι PINK FLOYD
  • O Hans Rutten προσδιορίζει τον ήχο που είχαν τότε ως 4AD metal – 4AD ήταν η κατεξοχήν εταιρία του ατμοσφαιρικού ήχου με μπάντες όπως οι DEAD CAN DANCE και οι COCTEAU TWINS.

Λευτέρης Τσουρέας

Underground Halls Vol. 215 – “Lust for blood beneath the stars” – The VOID special edition

0
Void

Void

Σήμερα θα ταξιδέψουμε στον αμερικανικό νότο, στην πολιτεία της Louisiana, στη «γη του Λουδοβίκου» και συγκεκριμένα στην πόλη Lafayette. Εκεί, στο χτισμένο κατά μήκος του ποταμού Vermilion, παλαιό Vermilionville, το οποίο άλλαξε όνομα προς τιμή του Γάλλου Gilbert du Motier, Μαρκησίου του Lafayette και ήρωα της πολιορκίας του Yorktown κατά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας, θα συναντήσουμε ένα από τα πιο εντυπωσιακά συγκροτήματα της εποχής μας, τους VOID.

Πωρωμένοι thrashers και μαγεμένοι από τη «βουτηγμένη» στον τρόμο των βουντού, λαογραφική παράδοση της Louisiana, δύο – τρία χρόνια μετά τα πρώτα τους live shows και ύστερα από μια σειρά singles, κυκλοφόρησαν το πολύ αξιόλογο ντεμπούτο τους Horrors of reality. Επρόκειτο για μια εντελώς DIY (do it yourself) προσπάθεια, δίχως εταιρεία, δίχως management, δίχως έξωθεν βοήθεια, που όμως λόγω της ποιότητάς της, του internet και της «στόμα με στόμα» διαφήμισης, η οποία ανέκαθεν ήταν και θα εξακολουθήσει να είναι η καλύτερη μορφή διαφήμισης, έκανε αίσθηση περισσότερη, ίσως, κι από όσο οι ίδιοι υπολόγιζαν.

Οι VOID ξεχώρισαν αμέσως. Δημιούργησαν σούσουρο. Οι πέντε νεαρότατοι μουσικοί είχαν μελετήσει καλά όλα αυτά τα χρόνια και προσήλθαν στις εξετάσεις διαβασμένοι και έτοιμοι. Το “Horrors of reality” μοσχομύριζε Bay Area retro thrash, στο ύφος των TESTAMENT, EXODUS, NUCLEAR ASSAULT και συναφών συγκροτημάτων, μοιάζοντας με τραίνο που κινείται με πολύ μεγάλη ταχύτητα, δέχεται κραδασμούς, κλυδωνίζεται αλλά δεν εκτροχιάζεται. Οι VOID ήταν κάτι παραπάνω από απλά «υποσχόμενοι». Αρκετοί, τους κατέταξαν αμέσως στη μικρή αυτή “elite” των σχημάτων στα οποία οφείλει να βασιστεί το thrash, ώστε να ξεπεράσει τα χρόνια προβλήματά του και όχι απλά να επιβιώσει, αλλά να αποκτήσει και κάποια από τη χαμένη του αίγλη, στα επόμενα χρόνια.

Το επόμενο διάστημα, με «μάτι που γυαλίζει», οι Αμερικανοί, δίνουν καταιγιστικά club shows, «χτίζουν» τον ήχο τους και «σμιλεύουν» την προσωπικότητά τους. Παράλληλα, δίχως να χάσουν χρόνο, ετοιμάζουν τον επόμενο δίσκο τους. Πρώτο δείγμα, το single “Return of the Phantom”. Το κομμάτι αποκάλυψε ένα νέο, διαφορετικό πρόσωπο των VOID. Έντονα, θεατρικά horror στοιχεία, πολλά τεχνικά μέρη, ιδιαίτερη «αφηγηματικότητα»… Βλέποντας δε και το video του, παρατηρείται και μια ριζική διαφοροποίηση στο image και στο ενδυματολογικό στοιχείο, που ολοκληρώνει το puzzle της νέας τους μορφής.

Ακόμη και η πολύ επιτυχημένη, ομολογουμένως, b-side διασκευή στο “Necromantical screams” των θεών CELTIC FROST, διόλου τυχαία είναι, όπως το βλέπω εγώ τουλάχιστον. Οι CELTIC FROST ήταν «μπροστά από την εποχή τους», χαρακτηρίζονταν από την έλλειψη παρωπίδων και δε δίσταζαν να πειραματιστούν, τεντώνοντας τα όρια του ακραίου ήχου. H επιλογή του “Necromantical screams” λοιπόν, ενός μνημειώδους avant-garde metal κομματιού, ήρθε και «κούμπωσε» τέλεια. Οι VOID δεν το έφεραν στα μέτρα τους, όπως λέμε σε τέτοιες περιπτώσεις… μπήκαν οι ίδιοι στα δικά του μέτρα!

Και ερχόμαστε στην 29η Αυγούστου του τρέχοντος έτους, για τα μεγάλα αποκαλυπτήρια. Την έκταση και το μέγεθος της metal σκηνής του Lafayette δεν τα γνωρίζω, μπορώ όμως με σιγουριά να πω ότι οι VOID με το “Forbidden morals”, θέτουν σοβαρή υποψηφιότητα να τεθούν επικεφαλής! Πραγματικά, δεν περίμενα να υπάρξει thrash κυκλοφορία εν έτει 2025, που να με «αναγκάσει» να γράψω τόσο καλά λόγια! Σε σχέση με το ντεμπούτο, μπορείς να βρεις ομοιότητες μόνο στον αριθμό των συνθέσεων (δέκα, στο σύνολο) και στο ότι και τα δυο άλμπουμ έχουν εισαγωγή και ένα σύντομο instrumental στην θέση #6 στην tracklist. Πέραν αυτών, η βελτίωση που οι Αμερικανοί επιδεικνύουν στον δεύτερό τους δίσκο, είναι το λιγότερο εντυπωσιακή!

Η μπάντα ανήκει πια και με «τη βούλα» στο στρατόπεδο του τεχνοκρατικού thrash metal και στις ακροάσεις του “Forbidden morals”, αρκετοί πρωταγωνιστές από όλο το φάσμα του θα περάσουν από μπροστά σου, παλαιοί και σύγχρονοι: ANNIHILATOR, FORBIDDEN, TOXIK, REALM, POWERMAD, οι SACRAL RAGE του “Deadly bits of iron fragments” και του “Illusions in infinite void” (όχι μετέπειτα, που «ξέφυγαν» ολωσδιόλου)… Οι VEKTOR, που θα σου κλείσουν το μάτι πολύ διακριτικά και θα πρέπει να έχεις το νου σου για να το δεις, όπως όταν έπαιζες «Δολοφόνος» με τους φίλους σου και φυσικά, για να μελοποιηθεί όσο καλύτερα γίνεται το ενιαίο, τη φορά αυτή, concept (μια μεσαιωνική, βαμπιρική ιστορία που εξελίσσεται κάπου στα Καρπάθια), ήταν σχεδόν αδύνατον να μείνουν εκτός «κάδρου» επιρροών οι MERCYFUL FATE.

Σπουδαία αναβάθμιση έχει επέλθει και στον ήχο, ο οποίος είναι «γεμάτος», η παραγωγή ογκωδέστατη και έχει δοθεί ισόποση έμφαση σε όλα τα όργανα. Οι καταιγιστικές κιθάρες είναι δεδομένο πως θα κλέψουν πρώτες τις εντυπώσεις, ωστόσο σημείωσε πως ούτε το rhythm section μένει πίσω σε απόδοση, ούτε φυσικά τα φωνητικά, αισθητά βελτιωμένα και ταυτόχρονα αρκετά πιο ακραία από τα αντίστοιχα του “Horrors of reality”.

Στο πρώτο μισό του δίσκου (“A curse”/“Forbidden morals”, “Gateways of stone”, “Judas cradle”, “Nine blood moons”), οι VOID ξεσαλώνουν μέσα σε έναν πραγματικό ηχητικό ανεμοστρόβιλο, ως ότου έρθει το υπέροχο ιντερλούδιο “Valeria” να παίξει τον ρόλο γέφυρας και να αλλάξει δραστικά το στυλ σύνθεσης. Το αργό, υπέρβαρο “Apparition”, ακολουθείται από το έπος “By silver light”, την ανώτερη σύνθεση του δίσκου. Ατμοσφαιρικό, λυρικό, με εξαίσια ερμηνεία από πλευράς του 19χρονου Jackson Davenport, «στοιχειωτικές» μελωδίες και ένα άψογο solo από ακουστική κιθάρα να το «χρωματίζει» ιδιαίτερα.

Στο “Return of the Phantom”, μέσα σ’ όλα τ’ άλλα, ακούμε και μια πολύ ωραία μεταφορά μέρους της κλασσικής μελωδίας του Andrew Lloyd Webber, ενώ τη μεγαλύτερη έκπληξη την προκαλεί το καταληκτικό “Beneath… Lives the Impaler”, μια τρόπον τινά σύνοψη όλων όσων ακούσαμε ως τώρα, στα περίπου έντεκα λεπτά που διαρκεί… Ποιος είπε πως το thrash δε μπορεί να έχει μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια;

Εν αντιθέσει με άλλους που βασίζουν τις παρουσιάσεις τους στα δελτία τύπου, στο Rock Hard σπανιότατα θα μας δεις να αναπαράγουμε πράγματα που γράφονται εκεί. Μια από αυτές τις ελάχιστες φορές, είναι τούτη δω και ο λόγος, «σοβαρός». Στο δελτίο τύπου λοιπόν που συνοδεύει το “Forbidden morals”, το συγκρότημα περιγράφεται ως «ένας φλεγόμενος πυρσός, που ανάβει μέσα σε ένα ξεχασμένο γοτθικό κάστρο, φωτίζοντας σκιώδεις διαδρόμους που οδηγούν σε σιδερένιες πύλες, οι οποίες τρίζουν κάτω από το φως του φεγγαριού και αίθουσες όπου διεξάγονται τελετές βουτηγμένες στο αίμα».

Διάολε, νομίζω πως η περιγραφή αυτή του(ς) ταιριάζει «γάντι»!

Φέτος είναι η χρονιά των VOID. Πρέπει να αδράξουν την ευκαιρία και να «χτίσουν» το μέλλον τους επάνω στο “Forbidden morals”. Αν έχουν τα μυαλά στο κεφάλι και δουλέψουν όσο και όπως πρέπει, το ταλέντο τους είναι τέτοιο που η εκτόξευσή τους θα είναι ανάλογη των αλμάτων του συντοπίτη τους, επικοντιστή Armand “Mondo” Duplantis, όταν κάνει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο.

Τους το εύχομαι ολόψυχα!

(9 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: VOID
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Forbidden morals”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Shadow Kingdom Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Jackson Davenport – Φωνητικά
Gabe LeJeune – Κιθάρα
Chris Braune – Κιθάρα
Blake Adams – Μπάσο
Aaron Landry – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Official site
Bandcamp
Facebook
YouTube
Tidal
Spotify
Deezer
Boomplay
Instagram
Shadow kingdom official site
Shadow kingdom facebook
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:
Horrors of reality (Independent, 2023/Επανακυκλοφορία από την Shadow Kingdom Records, 2025)
Forbidden morals (Shadow Kingdom Records, 2025)

MASTODON: Σκοτώθηκε σε τροχαίο ο πρώην κιθαρίστας τους, Brent Hinds

0
Hinds

Hinds

Ο Brent Hinds, ο κιθαρίστας που έφυγε από τους MASTODON τον Μάιο, ύστερα από 25 χρόνια καριέρας, βρήκε τραγικό θάνατο στα 51 του μόλις χρόνια, όταν ένα αυτοκίνητο έπεσε πάνω του την ώρα που οδηγούσε την Harley του και σκοτώθηκε ακαριαία…

Το -πρώην- συγκρότημά του εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:

“Βρισκόμαστε σε κατάσταση απερίγραπτης θλίψης και πένθους… χθες το βράδυ ο Brent Hinds έφυγε από τη ζωή ύστερα από ένα τραγικό ατύχημα. Οι καρδιές μας είναι ραγισμένες, είμαστε σοκαρισμένοι και ακόμα προσπαθούμε να συνειδητοποιήσουμε την απώλεια αυτής της δημιουργικής δύναμης με την οποία μοιραστήκαμε τόσες πολλές επιτυχίες, ορόσημα και τη δημιουργία μουσικής που άγγιξε τις καρδιές τόσων ανθρώπων. Οι σκέψεις μας είναι με την οικογένεια, τους φίλους και τους θαυμαστές του Brent. Αυτή τη στιγμή παρακαλούμε να σεβαστείτε την ιδιωτικότητα όλων σε αυτή τη δύσκολη περίοδο.
Αναπαύσου εν ειρήνη, Brent.”

Τα θερμά συλλυπητήρια στους οικείους του, για έναν καλλιτέχνη που μας είχε τιμήσει πριν από 20 χρόνια, στο release party του Rock Hard σ’ εκείνη την αλησμόνητη συναυλία στο Gagarin με τους MASTODON…

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Mastodon (@mastodonrocks)

A day to remember… 21/08 [GHOST]

0
Ghost

Ghost

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Meliora” – GHOST
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:
2015
ΕΤΑΙΡΕΙΑ:
Loma Vista
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ:
Klas Åhlund
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Papa Emeritus III
Λοιπά μουσικά όργανα- The Nameless Ghouls

Ρε πως περνάει ο καιρός. Θυμάμαι σαν χτες να παίρνω τηλέφωνο τον Φράγκο και να μιλάμε για ώρα και με θαυμασμό για το “Meliora”. Και επίσης, θυμάμαι ακόμη την κριτική μου εδώ στο Rock Hard, όπου έγραφα ότι ο «νέος» Papa Emeritus είναι πιο γήινος από τον προηγούμενο. Που να ήξερα ο καψερός…

Όπως και να έχει, το “Meliora” είναι το breakthrough άλμπουμ των GHOST και αυτό το παραδέχονται οι πάντες. Είναι το άλμπουμ που τους μεταμόρφωσε από (oc)cult σχήμα σε arena rock extravaganza. Και είναι η δουλειά με την οποία απέκτησαν ένα τεράστιο fanbase και ένα μεγαλύτερο αριθμό haters. Και φυσικά για όλα αυτά υπάρχει μία λογική εξήγηση.

Όλες οι συνθέσεις ήταν μπολιασμένες με μια καλώς εννοούμενη pop αύρα, με αποτέλεσμα οι GHOST να γίνουν πιο φιλικοί από μεγαλύτερη μάζα ακροατών. Ξεκινώντας από το θρυλικό εναρκτήριο “Spirit” στη συγκινητική μπαλάντα “He is” (φόρος τιμής στον αυτόχειρα Selim Lemouchi των THE DEVIL’S BLOOD). Συνεχίζοντας από το “Cirice” που αποτέλεσε τη μουσική βάση για ένα σωρό συνθέσεις της μετέπειτα καριέρας τους στο συνδετικό κρίκο του “Mummy dust”, όπου ακούγονται οι GHOST των δύο πρώτων δίσκων. Και καταλήγοντας από το “From the pinnacle to the pit” με τις post punk πινελιές στο επικό, θριαμβευτικό κλείσιμο των “Absolution”/”Deus in absentia”.

Υπεύθυνος για το extreme makeover των GHOST ήταν ο παραγωγός Klas Åhlund των THE TEDDYBEARS, ο οποίος έχοντας την τεχνογνωσία να υπογράφει pop επιτυχίες, δίπλα σε ονόματα όπως η Katy Perry, η Madonna και ο Eagle-Eye Cherry, εισήλθε στον σατανικό κόσμο του Papa Emeritus III και των Nameless Ghouls. Και αν μη τι άλλο, έφερε τη δύσκολη αποστολή του σε πέρας, με εξαιρετικά αποτελέσματα.

Τα αποτελέσματα αυτά φάνηκαν άμεσα, όχι μόνο από την άποψη των πωλήσεων και των κορυφών σε charts και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, αλλά και από μια εξαντλητική, παγκόσμια περιοδεία, που διήρκεσε κάτι παραπάνω από δύο χρόνια, αν συμπεριλάβουμε και την προώθηση του “Popestar” EP του 2016, που αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της “Meliora” era. Το αν έγινε χαμός στη συγκεκριμένη περιοδεία, διαπιστώνεται εύκολα και στη live κυκλοφορία του “Ceremony and devotion”.

Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια: Ακόμη και δέκα χρόνια μετά, το “Meliora” θεωρείται από πάρα πολύ κόσμο ως ο καλύτερος δίσκος των GHOST (διαφωνώ, ο ακριβώς επόμενος είναι). Το σίγουρο όμως είναι, και εκεί δεν θα διαφωνήσουμε, ότι σίγουρα είναι ο πιο κομβικός τους και ο μοναδικός που είναι κοινής αποδοχής και από τους πρωτοδισκάκηδες και από τους νέους οπαδούς τους. Για αυτό και είναι μέσα στους δέκα πιο κλασικούς metal δίσκους της προηγούμενης δεκαετίας.

Did you know that:

– Το τελευταίο τραγούδι που ηχογραφήθηκε για τα sessions του “Meliora” ήταν το “Square hammer”. Επειδή όμως, σύμφωνα με τον τότε Papa Emeritus III, δεν κολλούσε με το concept του album, προτιμήθηκε να είναι η ναυαρχίδα του “Popestar” EP.

– Στις αρχές του 2017, κατατέθηκε μήνυση από κάποια πρώην μέλη κατά του Tobias Forge aka Papa Emeritus. Ο λόγος ήταν ότι τα κέρδη δεν μοιράζονταν ισομερώς, από τη δημιουργία του συγκροτήματος μέχρι και το πέρας της Popestar Tour. Αν ισχύουν αυτά που αναφέρονται, τότε το “Meliora” αποκτά και τον χαρακτήρα του τρίτου και τελευταίου άλμπουμ των GHOST ως συγκρότημα, πριν μεταμορφωθούν σε solo project του Forge.

– Η μήνυση κατά του Tobias Forge, πέρα από την αποκάλυψη της ταυτότητάς του, που μέχρι τότε αποτελούσε μυστήριο, αποτέλεσε εφαλτήριο και για την αποκάλυψη της ταυτότητας των μέχρι τότε Nameless Ghouls. Δύο εξ’ αυτών ήταν ο παραγωγός και κιθαρίστας Simon Söderberg, που μετέπειτα δημιούργησε το electro/synth project PRIEST και, κυρίως, ο κιθαρίστας Henrik Palm, ο άνθρωπος που επίσης έπαιξε κιθάρα στον ΚΑΛΥΤΕΡΟ δίσκο των 10s. Ναι, για το “Sister” των IN SOLITUDE μιλάω.

Γιώργος Κόης

A day to remember… 21/8 [RAINBOW]

0
Rainbow

Rainbow

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Stranger in us all” – RAINBOW
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: RCA
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Pat Regan, Ritchie Blackmore
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Ritchie Blackmore – κιθάρες
Doogie White – φωνητικά
Paul Morris – πλήκτρα
Greg Smith – μπάσο
John O’Reilly – ντραμς
Candice Night – φωνητικά

“Let the moonlight surround you..”

H γκρίνια…
Δεδομένα το “Stranger in us all” είναι το πλέον παραγνωρισμένο άλμπουμ της προσωπικής μπάντας του Ritchie Blackmore. Είναι απίστευτο πραγματικά ότι υπάρχουν οπαδοί της μπάντας οι οποίοι μέχρι σήμερα είτε αγνοούν την ύπαρξή του, είτε εξακολουθούν να μην δίνουν σημασία στην κυκλοφορία του. Θα καταλάβω ότι τα χρόνια που κυκλοφόρησε, το 1995, ο κόσμος δεν έδινε και πολύ σημασία στο παραδοσιακό hard rock, θα δεχτώ επίσης πως η κατάσταση με τους DEEP PURPLE οδήγησε πολύ κόσμο στο να κουραστεί να ασχολείται με τον Blackmore, και θα παραδεχτώ επίσης ότι η παραγωγή στο άλμπουμ το αδικεί σε κάποιο βαθμό. Τα δώδεκα χρόνια από το “Bent out of shape” ήταν σίγουρα πολλά, και τα ταραχώδη πεπραγμένα των DEEP PURPLE στο τέλος άφησαν μια πικρή γεύση στους οπαδούς. Όμως αυτά δεν είναι σοβαρές δικαιολογίες για έναν οπαδό του κλασικού hard rock ώστε εν έτη 2025 να μην έχει ασχοληθεί με ένα τόσο καλό άλμπουμ, ουσιαστικά το τελευταίο άλμπουμ των RAINBOW.

Η εικόνα
Η συνολική εικόνα και η αποτίμηση του “Stranger in us all” είναι πως μουσικά πλησιάζει αρκετά ένα ύφος ανάμεσα στις πιο hard rock στιγμές της περιόδου με τον Dio και την πιο εμπορική εποχή των Bonnet και Turner. Είναι αιχμηρό, αλλά ταυτόχρονα και πολύ μελωδικό, έχει πολλά επικά στοιχεία που ταιριάζουν στην περίοδο του “Rising” αλλά έχει και πιο mainstream στιγμές που είχαμε συναντήσει στο “Difficult to cure” για παράδειγμα. Πιθανώς να είναι και το πιο «απελευθερωμένο» άλμπουμ του Blackmore γιατί η αλήθεια να λέγεται, δίπλα του έχει σπουδαίους μουσικούς εδώ, αλλά δεν είχε μουσικούς με την προσωπικότητα του Dio, του Cozy Powell, ή του Turner που επηρέαζαν ποικιλοτρόπως τον τελικό ήχο της μπάντας.

Το πρώτο ατού του άλμπουμ ονομάζεται Doogie White, και ήταν ακόμα μια φωνή που μάθαμε μέσα από αυτή την μπάντα. Το μεγάλο του πλεονέκτημα είναι πως μπορούσε πολύ εύκολα να «παντρέψει» όλες τις μουσικές κατευθύνσεις των RAINBOW χωρίς κανένα πρόβλημα και χωρίς κανέναν οπαδό να κάνει παράπονα ποτέ για την απόδοσή του. Το δεύτερο ατού του “Stranger in us all” είναι πως ο Blackmore είχε κέφια ως προς την σύνθεση, τα solo και τα riff που μας έδωσε εδώ. Σαφώς γνωρίζουμε πως υπάρχουν στιγμές που πραγματικά αντιγράφει τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά γενικότερα νομίζω ότι μια ειδοποιός διαφορά με ότι είχαν κυκλοφορήσει στο παρελθόν οι RAINBOW είναι η αρκετά πιο περιορισμένη χρήση των πλήκτρων και η πιο έντονη παρουσία των riff του μεγάλου αυτού κιθαρίστα. Το τρίτο πολύ θετικό στοιχείο, είναι η παρουσία καλών συνθέσεων, σε λίγες περιπτώσεις έχουμε μέτρια τραγούδια, και οκ δεκτό, το “Still I’m sad” δεν υπήρχε κανένας λόγος να υπάρχει (έστω και με στίχους όπως στα live με τον Dio) εδώ ξανά..

Το μειονέκτημα
Η μέτρια παραγωγή! Είναι πολύ άδικο ένα άλμπουμ των RAINBOW να μην έχει το όγκο που του αξίζει! Ο Pat Regan δεν έκανε την δουλειά όπως έπρεπε ή όπως στιβαρά την έκαναν στο παρελθόν ο Martin Birch και ο Roger Glover. Πιθανόν σε αυτό να ευθύνεται η σχετικά γρήγορη διαδικασία ηχογράφησης αφού τα τύμπανα του John O’Reilly ακούγονται κάπως “ψεύτικα” χωρίς όγκο και βάθος, τα πλήκτρα συνήθως θάβονται ή σε λίγες περιπτώσεις βγαίνουν πολύ μπροστά, ενώ η κιθάρα έχει ορισμένες φορές (ευτυχώς λίγες) ψυχρό, και άψυχο τόνο. Πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ, πως θα ήταν το “Stranger in us all” εάν στην κονσόλα ήταν ο Martin Birch και είχε έναν ήχο παρόμοιο του “Long live rock n’ roll”. Θα μιλούσαμε σήμερα για ένα πραγματικά επικό άλμπουμ. Και είναι πραγματικά άδικο γιατί οι συνθέσεις του θα άξιζαν κάτι τέτοιο.

Τα τραγούδια
To “Stranger in us all” έχει καλές συνθέσεις και ιδέες και αυτό φαίνεται από το εναρκτήριο κομμάτι του, στο πολύ ώριμο και επιθετικό hard rock του “Wolf to the moon”, με την εξαιρετική κιθάρα του Blackmore και την ερμηνεία του Doogie White. Κατά την προσωπική μου άποψη, τραγούδι που ανήκει πολύ άνετα σε best of της μπάντας. Αν θέλετε μια σύνδεση με το παρελθόν θα έλεγα το “Death alley driver”.

To “Cold hearted woman” είναι πιο straight rock κομμάτι, με έντονη μελωδία και εξαιρετική πάλι ερμηνεία από τον Doogie White. Έχει το 70s feeling που πάντα γούσταρε ο Blackmore στα τραγούδια του, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα στιγμή του άλμπουμ. Για πάμε στο “Haunting humans”, που μουσικά, είναι αρκετά διαφορετικό, θα φέρει στο μυαλό στιγμές από “Slaves and masters” των DEEP PURPLE μιας και άνετα θα μπορούσε να βρίσκεται εκεί. Αρκετά «σκοτεινό» θα έλεγα με μια δόση ανατριχίλας λόγω του θέματος του (serial killers) και της ερμηνείας του White. Η κιθάρα του Blackmore είναι τρομερά συναισθηματική, μη πω σχεδόν δραματική με τα «γεμίσματα» που κάνει συνέχεια. Εξαιρετική μελωδία, mid tempo ρυθμός, φέρνει μνήμες από “Gates of Babylon” και “Eyes of fire” μέχρι “Fortune teller” και “Truth hurts”. Από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ. “Stand up and fight” για την συνέχεια. Ξεκάθαρα rock σύνθεση και με χρήση της φυσαρμόνικας παίρνει μια πιο νοσταλγική χροιά. Ο Blackmore και εδώ δείχνει σε μεγάλα κέφια, πιο απλή σύνθεση φέρνει πιο πολύ σε εποχή Turner.

Ακολουθεί η πιο επική στιγμή του άλμπουμ με το “Ariel” που οι αναφορές είναι κάτι ανάμεσα σε “Catch the rainbow” και “Perfect strangers”. Από την αρχή μέχρι το τέλος είναι μαγικό, ταξιδιάρικο και αυτό ακριβώς που αναζητάς σε ένα άλμπουμ των RAINBOW. Εδώ στο τέλος θα ακούσουμε και για πρώτη φορά την φωνή της Candice Night. Το επερχόμενο “Too late for tears” μοιάζει σαν άλλη έκδοση του “Lost in Hollywood” και του “Can’t happen here”. Όταν οι RAINBOW αντιγράφουν τους ….RAINBOW! “Black Masquerade”. To απόλυτο τραγούδι του άλμπουμ!! Ότι μας αρέσει στους RAINBOW είναι εδώ! Θα το ζήλευε και ο ίδιος ο Dio να το είχε σε ένα από τα τρία τους άλμπουμ! Όλο είναι ένα αριστούργημα, αλλά το μεσαίο μέρος και η αλλαγή που κάνουν εκεί είναι κάτι περσότερο από συναρπαστική! Blackmore και Doogie White ξεσαλώνουν!

Η συνέχεια όμως δεν θα είναι ανάλογη με το “Silence” καθώς είναι μάλλον μια αρκετά μέτρια σύνθεση και αρκετά κοινότυπο τραγούδι. Αδιάφορο κατά την άποψη μου. Συνεχίζουμε… “Hall of the mountain king”. Διασκευή στο γνωστό κλασικό έργο του Edvard Grieg, σε heavy rock μορφή. Θυμίζει, πολύ λογικά, την εποχή του “Rising” και αποτελεί κλείσιμο του ματιού στις neoclassical ρίζες του Blackmore, σε ξεκάθαρο ύφος της εποχής του Dio. Το άλμπουμ κλείνει με ακόμα μια φορά να γίνεται η λόξα του Blackmore με το “Still I’m sad” που το έχουμε σε instrumental μορφή στο πρώτο τους άλμπουμ, και με φωνητικά του Dio σε θαυμάσιες εκτελέσεις σε αρκετά live της μπάντας. Ποιος ο λόγος να υπάρχει και εδώ λοιπόν. Μπορεί να το ερμηνεύει εξαιρετικά ο White, αλλά είναι επανάληψη και πλεονασμός…

Τι έμεινε;
Δυστυχώς για το “Stranger in us all” έμεινε μια πικρή γεύση στο τέλος. Είναι ένα πολύ-πολύ καλό άλμπουμ, με εξαιρετικές στιγμές, όμως ουσιαστικά ήταν αποκομμένο από την υπόλοιπη ιστορία της μπάντας, βγήκε σε μια εποχή που ο κόσμος σνόμπαρε το κλασικό hard, και η παραγωγή του στέρησε την ευκαιρία για κάτι καλύτερο. Αλλά ας είναι, είναι εκεί για εμάς που ψάχνουμε τις στιγμές και την δημιουργία εκεί που σταματάει η στενοκεφαλιά των υπολοίπων. “Black masquerade” ρε φίλε!

Δημήτρης Σειρηνάκης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece