
Το Σάββατο 23/8, ο Σάκης Φράγκος ήταν καλεσμένος στην εκπομπή του Παναγιώτη Ρήλλου, “Τα “Πάνο” κάτω” στον Bwin Sport Fm 94,6, όπου συνομίλησαν για τη διοργάνωση του Rock Hard Festival Greece.
Ακούστε όλη την εκπομπή ακριβώς από κάτω:

Το Σάββατο 23/8, ο Σάκης Φράγκος ήταν καλεσμένος στην εκπομπή του Παναγιώτη Ρήλλου, “Τα “Πάνο” κάτω” στον Bwin Sport Fm 94,6, όπου συνομίλησαν για τη διοργάνωση του Rock Hard Festival Greece.
Ακούστε όλη την εκπομπή ακριβώς από κάτω:

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Life” – TALISMAN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Polydor
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Marcel Jacob, Jeff Scott Soto
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Marcel Jacob – μπάσο
Jeff Scott Soto – φωνή
Fredrik Akesson – κιθάρες
Julie Greaux – πλήκτρα
Jamie Borger – τύμπανα
Η ιστορία των TALISMAN είναι γεμάτη εμπόδια, όπως και η μουσική τους πορεία είναι γεμάτη εκπλήξεις. Μια δισκογραφία που περιέχει πολλά διαμάντια, εξαιρετικές μουσικές ιδέες, αλλά και αστάθεια. Υπάρχουν τραγούδια που πραγματικά αναδεικνύουν την μοναδική χημεία του Marcel Jacob και του Jeff Scott Soto, μοναδικά, έξυπνα, τεχνικά και άκρως πωρωτικά. Όμως υπάρχουν και πολλοί πειραματισμοί, που δεν πέτυχαν, αλλά κάποιες ιδέες, επιεικώς πεζές, που δεν ανταποκρίνονται στην ιδιοφυία του Σουηδού μπασίστα. Ακριβώς αυτές οι δυο συνιστώσες, βρίσκονται και στο “Life”.
Ας θυμηθούμε, ότι το συγκρότημα (αρχικά με τον Jason Bieler στην κιθάρα, που μετέπειτα γεύτηκε εμπορική επιτυχία με τους SAIGON KICK), πέρασε απίστευτες δυσκολίες μέχρι να κυκλοφορήσει το ντεμπούτο του και να αποζημιωθεί με την ανταπόκριση του “I’ll be waiting” το 1990. Ακόμα όμως και μετά από αυτό, οι απογοητεύσεις συνεχίστηκαν και μέχρι το “Genesis” του 1993, όταν και πλέον ξεκίνησε μια φυσική ροή για τους TALISMAN. Η δίψα του Jacob, η ευστροφία του και η συνθετική του δεινότητα, του επέτρεψαν να συγκεντρώσει αρκετές ιδέες όλα αυτά τα χρόνια, ώστε να ακολουθήσουν απανωτές κυκλοφορίες. Σε 16 μήνες, μας έδωσαν τρεις δίσκους και το “Life” ήταν ο τέταρτος σε 25 μήνες. Σχεδόν, δυο δίσκους το χρόνο.

Όπως καταλαβαίνετε, το τελευταίο, ήταν φυσικό να υπολείπεται σε ποιότητα, αφού τα καλύτερα είχαν σερβιριστεί πρωτύτερα. Παρόλα αυτά, έχουμε κι εδώ κάποιες αξιομνημόνευτες στιγμές. Το “Tears in the sky” έχει όλα τα χαρακτηριστικά των TALISMAN. Ένταση, τεχνική, funk συναίσθημα, πάθος που ξεχειλίζει και μελωδία που σε μαγεύει. Το “So long”, στο οποίο κυριαρχεί το μπάσο του Marcel και ένα ρεφραίν που θα ταίριαζε σε πολλά από τα μεταγενέστερα άλμπουμ του Soto. Προσωπικά μου αρέσει πολύ το “Loveblind”. Πιο ευθύ, είναι τραγούδι που στέκεται από το ρεφραίν του.
Όμως, τα δυο τραγούδια που ξεχωρίζουν για μια διαφορετική αισθητική, έντονη soul και funk, όπως δίδαξαν οι παιδικοί ήρωες, είναι το “Soul 2 soul” και το “Crazy”. Βέβαια, η διασκευή στην επιτυχία του S.E.A.L. είναι και η πιο γνωστή στιγμή του “Life”. Μια διασκευή που πατάει πάνω στην αυθεντική εκτέλεση, όμως έχει τσαγανό, ροκάρει και σίγουρα ηχεί κοντά στον χαρακτήρα των TALISMAN. Το “Crazy”, μια pop επιτυχία, είχε τέτοια ανταπόκριση από το κοινό τους, που τους οδήγησε να επιλέξουν αντίστοιχα περιπετειώδη τραγούδια στο μέλλον.
Το “Life” όπως ολόκληρη η δισκογραφία των Σουηδών, είναι ένα «φυλαχτό» που λίγοι έχουν ανακαλύψει, που θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη αξία, αν το είχαν δουλέψει παραπάνω.
Did you know that:
Γιώργος “Crazy” Κουκουλάκης

Ο Brent Hinds, ο κιθαρίστας που έφυγε από τους MASTODON τον Μάιο, ύστερα από 25 χρόνια καριέρας, βρήκε τραγικό θάνατο στα 51 του μόλις χρόνια, όταν ένα αυτοκίνητο έπεσε πάνω του την ώρα που οδηγούσε την Harley του και σκοτώθηκε ακαριαία…
Το -πρώην- συγκρότημά του εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:
“Βρισκόμαστε σε κατάσταση απερίγραπτης θλίψης και πένθους… χθες το βράδυ ο Brent Hinds έφυγε από τη ζωή ύστερα από ένα τραγικό ατύχημα. Οι καρδιές μας είναι ραγισμένες, είμαστε σοκαρισμένοι και ακόμα προσπαθούμε να συνειδητοποιήσουμε την απώλεια αυτής της δημιουργικής δύναμης με την οποία μοιραστήκαμε τόσες πολλές επιτυχίες, ορόσημα και τη δημιουργία μουσικής που άγγιξε τις καρδιές τόσων ανθρώπων. Οι σκέψεις μας είναι με την οικογένεια, τους φίλους και τους θαυμαστές του Brent. Αυτή τη στιγμή παρακαλούμε να σεβαστείτε την ιδιωτικότητα όλων σε αυτή τη δύσκολη περίοδο.
Αναπαύσου εν ειρήνη, Brent.”
Τα θερμά συλλυπητήρια στους οικείους του, για έναν καλλιτέχνη που μας είχε τιμήσει πριν από 20 χρόνια, στο release party του Rock Hard σ’ εκείνη την αλησμόνητη συναυλία στο Gagarin με τους MASTODON…
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Stranger in us all” – RAINBOW
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: RCA
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Pat Regan, Ritchie Blackmore
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Ritchie Blackmore – κιθάρες
Doogie White – φωνητικά
Paul Morris – πλήκτρα
Greg Smith – μπάσο
John O’Reilly – ντραμς
Candice Night – φωνητικά
“Let the moonlight surround you..”
H γκρίνια…
Δεδομένα το “Stranger in us all” είναι το πλέον παραγνωρισμένο άλμπουμ της προσωπικής μπάντας του Ritchie Blackmore. Είναι απίστευτο πραγματικά ότι υπάρχουν οπαδοί της μπάντας οι οποίοι μέχρι σήμερα είτε αγνοούν την ύπαρξή του, είτε εξακολουθούν να μην δίνουν σημασία στην κυκλοφορία του. Θα καταλάβω ότι τα χρόνια που κυκλοφόρησε, το 1995, ο κόσμος δεν έδινε και πολύ σημασία στο παραδοσιακό hard rock, θα δεχτώ επίσης πως η κατάσταση με τους DEEP PURPLE οδήγησε πολύ κόσμο στο να κουραστεί να ασχολείται με τον Blackmore, και θα παραδεχτώ επίσης ότι η παραγωγή στο άλμπουμ το αδικεί σε κάποιο βαθμό. Τα δώδεκα χρόνια από το “Bent out of shape” ήταν σίγουρα πολλά, και τα ταραχώδη πεπραγμένα των DEEP PURPLE στο τέλος άφησαν μια πικρή γεύση στους οπαδούς. Όμως αυτά δεν είναι σοβαρές δικαιολογίες για έναν οπαδό του κλασικού hard rock ώστε εν έτη 2025 να μην έχει ασχοληθεί με ένα τόσο καλό άλμπουμ, ουσιαστικά το τελευταίο άλμπουμ των RAINBOW.
Η εικόνα
Η συνολική εικόνα και η αποτίμηση του “Stranger in us all” είναι πως μουσικά πλησιάζει αρκετά ένα ύφος ανάμεσα στις πιο hard rock στιγμές της περιόδου με τον Dio και την πιο εμπορική εποχή των Bonnet και Turner. Είναι αιχμηρό, αλλά ταυτόχρονα και πολύ μελωδικό, έχει πολλά επικά στοιχεία που ταιριάζουν στην περίοδο του “Rising” αλλά έχει και πιο mainstream στιγμές που είχαμε συναντήσει στο “Difficult to cure” για παράδειγμα. Πιθανώς να είναι και το πιο «απελευθερωμένο» άλμπουμ του Blackmore γιατί η αλήθεια να λέγεται, δίπλα του έχει σπουδαίους μουσικούς εδώ, αλλά δεν είχε μουσικούς με την προσωπικότητα του Dio, του Cozy Powell, ή του Turner που επηρέαζαν ποικιλοτρόπως τον τελικό ήχο της μπάντας.
Το πρώτο ατού του άλμπουμ ονομάζεται Doogie White, και ήταν ακόμα μια φωνή που μάθαμε μέσα από αυτή την μπάντα. Το μεγάλο του πλεονέκτημα είναι πως μπορούσε πολύ εύκολα να «παντρέψει» όλες τις μουσικές κατευθύνσεις των RAINBOW χωρίς κανένα πρόβλημα και χωρίς κανέναν οπαδό να κάνει παράπονα ποτέ για την απόδοσή του. Το δεύτερο ατού του “Stranger in us all” είναι πως ο Blackmore είχε κέφια ως προς την σύνθεση, τα solo και τα riff που μας έδωσε εδώ. Σαφώς γνωρίζουμε πως υπάρχουν στιγμές που πραγματικά αντιγράφει τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά γενικότερα νομίζω ότι μια ειδοποιός διαφορά με ότι είχαν κυκλοφορήσει στο παρελθόν οι RAINBOW είναι η αρκετά πιο περιορισμένη χρήση των πλήκτρων και η πιο έντονη παρουσία των riff του μεγάλου αυτού κιθαρίστα. Το τρίτο πολύ θετικό στοιχείο, είναι η παρουσία καλών συνθέσεων, σε λίγες περιπτώσεις έχουμε μέτρια τραγούδια, και οκ δεκτό, το “Still I’m sad” δεν υπήρχε κανένας λόγος να υπάρχει (έστω και με στίχους όπως στα live με τον Dio) εδώ ξανά..
Το μειονέκτημα
Η μέτρια παραγωγή! Είναι πολύ άδικο ένα άλμπουμ των RAINBOW να μην έχει το όγκο που του αξίζει! Ο Pat Regan δεν έκανε την δουλειά όπως έπρεπε ή όπως στιβαρά την έκαναν στο παρελθόν ο Martin Birch και ο Roger Glover. Πιθανόν σε αυτό να ευθύνεται η σχετικά γρήγορη διαδικασία ηχογράφησης αφού τα τύμπανα του John O’Reilly ακούγονται κάπως “ψεύτικα” χωρίς όγκο και βάθος, τα πλήκτρα συνήθως θάβονται ή σε λίγες περιπτώσεις βγαίνουν πολύ μπροστά, ενώ η κιθάρα έχει ορισμένες φορές (ευτυχώς λίγες) ψυχρό, και άψυχο τόνο. Πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ, πως θα ήταν το “Stranger in us all” εάν στην κονσόλα ήταν ο Martin Birch και είχε έναν ήχο παρόμοιο του “Long live rock n’ roll”. Θα μιλούσαμε σήμερα για ένα πραγματικά επικό άλμπουμ. Και είναι πραγματικά άδικο γιατί οι συνθέσεις του θα άξιζαν κάτι τέτοιο.

Τα τραγούδια
To “Stranger in us all” έχει καλές συνθέσεις και ιδέες και αυτό φαίνεται από το εναρκτήριο κομμάτι του, στο πολύ ώριμο και επιθετικό hard rock του “Wolf to the moon”, με την εξαιρετική κιθάρα του Blackmore και την ερμηνεία του Doogie White. Κατά την προσωπική μου άποψη, τραγούδι που ανήκει πολύ άνετα σε best of της μπάντας. Αν θέλετε μια σύνδεση με το παρελθόν θα έλεγα το “Death alley driver”.
To “Cold hearted woman” είναι πιο straight rock κομμάτι, με έντονη μελωδία και εξαιρετική πάλι ερμηνεία από τον Doogie White. Έχει το 70s feeling που πάντα γούσταρε ο Blackmore στα τραγούδια του, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα στιγμή του άλμπουμ. Για πάμε στο “Haunting humans”, που μουσικά, είναι αρκετά διαφορετικό, θα φέρει στο μυαλό στιγμές από “Slaves and masters” των DEEP PURPLE μιας και άνετα θα μπορούσε να βρίσκεται εκεί. Αρκετά «σκοτεινό» θα έλεγα με μια δόση ανατριχίλας λόγω του θέματος του (serial killers) και της ερμηνείας του White. Η κιθάρα του Blackmore είναι τρομερά συναισθηματική, μη πω σχεδόν δραματική με τα «γεμίσματα» που κάνει συνέχεια. Εξαιρετική μελωδία, mid tempo ρυθμός, φέρνει μνήμες από “Gates of Babylon” και “Eyes of fire” μέχρι “Fortune teller” και “Truth hurts”. Από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ. “Stand up and fight” για την συνέχεια. Ξεκάθαρα rock σύνθεση και με χρήση της φυσαρμόνικας παίρνει μια πιο νοσταλγική χροιά. Ο Blackmore και εδώ δείχνει σε μεγάλα κέφια, πιο απλή σύνθεση φέρνει πιο πολύ σε εποχή Turner.
Ακολουθεί η πιο επική στιγμή του άλμπουμ με το “Ariel” που οι αναφορές είναι κάτι ανάμεσα σε “Catch the rainbow” και “Perfect strangers”. Από την αρχή μέχρι το τέλος είναι μαγικό, ταξιδιάρικο και αυτό ακριβώς που αναζητάς σε ένα άλμπουμ των RAINBOW. Εδώ στο τέλος θα ακούσουμε και για πρώτη φορά την φωνή της Candice Night. Το επερχόμενο “Too late for tears” μοιάζει σαν άλλη έκδοση του “Lost in Hollywood” και του “Can’t happen here”. Όταν οι RAINBOW αντιγράφουν τους ….RAINBOW! “Black Masquerade”. To απόλυτο τραγούδι του άλμπουμ!! Ότι μας αρέσει στους RAINBOW είναι εδώ! Θα το ζήλευε και ο ίδιος ο Dio να το είχε σε ένα από τα τρία τους άλμπουμ! Όλο είναι ένα αριστούργημα, αλλά το μεσαίο μέρος και η αλλαγή που κάνουν εκεί είναι κάτι περσότερο από συναρπαστική! Blackmore και Doogie White ξεσαλώνουν!
Η συνέχεια όμως δεν θα είναι ανάλογη με το “Silence” καθώς είναι μάλλον μια αρκετά μέτρια σύνθεση και αρκετά κοινότυπο τραγούδι. Αδιάφορο κατά την άποψη μου. Συνεχίζουμε… “Hall of the mountain king”. Διασκευή στο γνωστό κλασικό έργο του Edvard Grieg, σε heavy rock μορφή. Θυμίζει, πολύ λογικά, την εποχή του “Rising” και αποτελεί κλείσιμο του ματιού στις neoclassical ρίζες του Blackmore, σε ξεκάθαρο ύφος της εποχής του Dio. Το άλμπουμ κλείνει με ακόμα μια φορά να γίνεται η λόξα του Blackmore με το “Still I’m sad” που το έχουμε σε instrumental μορφή στο πρώτο τους άλμπουμ, και με φωνητικά του Dio σε θαυμάσιες εκτελέσεις σε αρκετά live της μπάντας. Ποιος ο λόγος να υπάρχει και εδώ λοιπόν. Μπορεί να το ερμηνεύει εξαιρετικά ο White, αλλά είναι επανάληψη και πλεονασμός…
Τι έμεινε;
Δυστυχώς για το “Stranger in us all” έμεινε μια πικρή γεύση στο τέλος. Είναι ένα πολύ-πολύ καλό άλμπουμ, με εξαιρετικές στιγμές, όμως ουσιαστικά ήταν αποκομμένο από την υπόλοιπη ιστορία της μπάντας, βγήκε σε μια εποχή που ο κόσμος σνόμπαρε το κλασικό hard, και η παραγωγή του στέρησε την ευκαιρία για κάτι καλύτερο. Αλλά ας είναι, είναι εκεί για εμάς που ψάχνουμε τις στιγμές και την δημιουργία εκεί που σταματάει η στενοκεφαλιά των υπολοίπων. “Black masquerade” ρε φίλε!
Δημήτρης Σειρηνάκης