Θρυλικό όνομα οι ACCEPT, έχουν πολύ κλασικούς δίσκους στην μουσική τους κληρονομιά, που οφείλουν να βρίσκονται σε κάθε ενημερωμένη συλλογή. Όσο πιο μεγάλη όμως είναι η συνεισφορά ενός συγκροτήματος στη μουσική μας, τόσο πιο δύσκολο είναι να δεχτεί ο κόσμος αλλαγές στο line-up, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για την θέση του τραγουδιστή. Μετά από μία παύση δραστηριοτήτων που ξεκίνησε το 1997, οι Γερμανοί έκαναν ένα σύντομο reunion το 2005 με τον Udo στα φωνητικά, και από τότε οι φήμες για δισκογραφική επιστροφή φούντωσαν. Κάποια χρόνια μετά ο νέος δίσκος ήταν γεγονός, αλλά αντί για τον Στρατηγό, πίσω από το μικρόφωνο βρέθηκε ο εξαιρετικός Αμερικάνος Mark Tornillo.
Δεν θα μπω σε διαδικασία σύγκρισης των δύο γιατί κάτι τέτοιο είναι ανούσιο και πολλές φορές υποκειμενικό. Ας μιλήσουμε με γεγονότα λοιπόν. Ο Tornillo ήταν μία άκρως επιτυχημένη επιλογή και ταίριαξε αμέσως με το συγκρότημα, πιστεύω από τις καλύτερες μεταγραφές/αντικαταστάσεις που έχουν γίνει. Από βασικά μέλη επανήλθαν οι Wolf Hoffmann (το μοναδικό μέλος που δηλώνει παρών σε όλα τα ενεργά χρόνια των ACCEPT μέχρι σήμερα), ο Peter Baltes (ίδια πορεία με τον Wolf, μέχρι που αποχώρησε το 2018), ο Herman Frank (έπαιξε στο “Balls to the wall”) και ο Stefan Schwarzmann (μέλος από το 1994, αλλά πρώτη στούντιο παρουσία έγινε με το “Blood of the nations”).
Το πρώτη άλμπουμ της νέας σύνθεσης; Απλά εξαιρετικό. Καθαρό, ατόφιο, πορωτικό, κλασικό Heavy Metal. Από την σύγχρονη περίοδο των ACCEPT, μόνο το “Blind rage” θα έβαζα πάνω από αυτό. Από τη στιγμή που κρατήσαμε ένα τέτοιο δίσκο στα χέρια μας, δεν έχουν θέση οι ματιές στο παρελθόν. Γιατί είναι τόσο καλός; Επειδή είναι γεμάτος ενέργεια και όρεξη. Καταφέρνει να κάνει το αγνό Heavy Metal να φαίνεται επίκαιρο και όχι κουρασμένο, ενώ διατηρεί ακόμα την φρεσκάδα του εν έτει 2025. Έχει συνθέσεις διαφορετικού ύφους οπότε υπάρχει μια ποικιλία, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, αφού δεν κρύβω πως θα ήθελα να λείπουν 2-3 κομμάτια. Τα highlights είναι δύο. Ο Tornillo ο οποίος τραγουδάει σαν δαιμονισμένος, και η κιθαριστική δουλειά που έχει γίνει. Δεν μιλάω μόνο για τα κοφτερά και γεμάτα riffs, αλλά και για τα σολαρίσματα που είναι από τα καλύτερα που μπορεί να συναντήσει κάποιος στο είδος. Ο Wolf άλλωστε, έχει ασύγκριτο ταλέντο στο να εισάγει απίστευτες μελωδίες στο παίξιμό του. Πάμε λοιπόν να προσπαθήσουμε να βάλουμε τα τραγούδια σε μία υποκειμενική αξιολογική σειρά.
“Blood of the nations” countdown:
“New world comin’” (4.50)
Hard Rockάδικος ύμνος με πολυφωνικό ρεφραίν και μεσαίας ταχύτητας διαθέσεις, ενώ το κυρίως θέμα κάνει αβίαστα το κεφάλι σου να πηγαίνει πάνω κάτω. Χάνει στη σύγκριση γιατί βρίσκεται σε ένα σύνολο γρήγορων και πιο τσαμπουκαλεμένων κομματιών. Γενικότερα δεν είμαι και τεράστιος οπαδός της πιο Hark Rock συνθετικής προσέγγισης των ACCEPT, αλλά σαν τραγούδι είναι αξιοπρεπέστατο αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι. Τελευταίο σίγουρα δεν σημαίνει και κακό.
“No shelter” (6.04)
Ο δίσκος είναι γεμάτος με τραγούδια σαν και αυτό, απλά τα υπόλοιπα είναι λίγο καλύτερα στο σύνολό τους. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σταθώ λίγο στα σόλο και τα leads. Αυτό που συμβαίνει επί ενάμιση λεπτό στη γέφυρα, είναι μία κιθαριστική πανδαισία, είναι ο λόγος που οι εξάχορδες των ACCEPT είναι από τις αγαπημένες μου. Μπορεί λοιπόν στην υπόλοιπη διάρκειά της η σύνθεση να μην κερδίζει δάφνες πρωτοτυπίας, αλλά με τέτοια ενορχήστρωση μόνο ως χάσιμο χρόνου δεν θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε. Και δεν έχουμε μπει ούτε δεκάδα.
“Rolling thunder” (4.54)
Μπαίνει με τα μπούνια, δεν κόβει πουθενά, ενώ ο Αμερικανός τραγουδιστής βρυχάται ασταμάτητα. Τέτοια πράγματα τα έγραφαν οι ACCEPT με τον πρωινό τους καφέ τότε, αν είχε την τύχη να βρίσκεται στα πιο πρόσφατα άλμπουμ τους, θα μιλούσαμε για highlight.
“Pandemic” (5.36)
Εδώ πέφτουν λίγο οι ταχύτητες, αλλά το Μεταλόμετρο παραμένει στα κόκκινα και τα ριφς συνεχίζουν να έρχονται βροχή. Από στίχους ουδεμία σχέση δεν έχει με πανδημίες, δεν προφήτεψε κάτι το τραγούδι, είναι η κλασική θεματολογία που υμνεί το Heavy Metal. Ρέει όμορφα μέσα στο άλμπουμ, αλλά δεν θα το διάλεγα σαν αυτόνομο τραγούδι αν ήθελα να παίξω κάτι από ACCEPT.
“Shades of death” (7.32)
Συναντάμε κάτι διαφορετικό εδώ, χάριν στο βιολί που συνοδεύει σε διάφορα σημεία. Αποπνέει μία πιο κρύα και σκοτεινή ατμόσφαιρα, κάτι που μου αρέσει πολύ. Κατά τα άλλα, η μεγάλη διάρκεια δεν σημαίνει πως οι ACCEPT το γυρίσανε σε progressive, απλά ή ορχηστρική εισαγωγή διαρκεί αρκετά, χαλάλι τους όμως γιατί κάνουν ωραίο συνδυασμό βιολιού και κιθάρας. Αυτό δεν σημαίνει πως μου άρεσε το “Symphonic Terror” που κυκλοφόρησε λίγα χρόνια μετά, καλύτερα να έμεναν στο “Shades of death”.
“Beat the bastards” (5.24)
Ας πούμε ότι κάποιος/α δεν είχε ακούσει τα singles που κυκλοφόρησαν πριν την κυκλοφορία του δίσκου, οπότε πατάει το play για πρώτη φορά στο άλμπουμ και του/της σκάει στη μούρη το “Beat the bastards”. Είναι δυνατόν να μην σε κερδίσει; Εκ των υστέρων, και κατόπιν πολλών κυκλοφοριών με Tornillo στο μικρόφωνο, σαν τραγούδι δεν θα έλεγα ότι ξεχωρίζει αβίαστα. Είναι όμως ένα εναρκτήριο κομμάτι που δείχνει με το καλημέρα τις προθέσεις της μπάντας. Το γεγονός πως υπάρχει στη συνέχεια μουσική που το επισκιάζει δεν είναι κακά νέα για το “Beat the bastards”, αλλά καλά για το “Blood of the nations”. Το BTB μια χαρά είναι.
“Blood of the nations” (5.37)
Η κιθαριστική εισαγωγή προϊδεάζει ότι θα ακούσουμε έναν ύμνο, κάτι που δεν πέφτει και πολύ έξω από το τι ακολουθεί. Η δύναμη της σύνθεσης, κρύβεται στο πόσο ωραία χτίζεται το τραγούδι, όπου από ένα πιο mid tempo κουπλέ, πάμε σε ένα πιο ανεβαστικό pre-chorus το οποίο δίνει την τέλεια πάσα για να μπει το υμνικό ρεφραίν με τον Tornillo να δίνει πόνο.
“Bucket full of hate” (5.09)
Πολύ ωραία λεπτομέρεια το νανούρισμα στην αρχή πριν ξεχυθεί ο ορυμαγδός των riffs. Ο επίλογος του “Blood of the nations” έρχεται να σου θυμίσει ότι η νέα περίοδος των ACCEPT είναι εδώ και δεν της λείπει τίποτα! Άλλοτε έχει μια επική εσάνς, σε άλλα σημεία γίνεται κάπως πιο σκοτεινό, οι κιθάρες είναι κομψοτέχνημα, το μόνο του κακό είναι πως αντί για fade-out (αρέσει πολύ στους ACCEPT για κάποιο λόγο), θα μπορούσε να μπει άλλη μια φορά το ρεφραίν και να μας χαιρετήσουν με χαμό, αλλά δεν πειράζει. Κομμάταρος και έτσι.
“Kill the pain” (5.47)
Με τις μπαλάντες δεν έχω μέση κατάσταση. Ή που θα μου φαίνονται βαρετές και θα τρώνε skip, ή που θα τεντώνουν τα συναισθήματά μου και θα τα παίζουν σαν χορδές βιολιού. Το “Kill the pain” ανήκει στην 2η κατηγορία κατηγορία, ενώ ούτε που καταλαβαίνω πως φεύγουν έτσι 6 λεπτά. Βγάζει συναίσθημα χωρίς να είναι νερόβραστο, οι κιθάρες κλαίνε και κάπου εδώ αρχίζεις να αναρωτιέσαι πως γίνεται να έχει τόσο έμπνευση ο Wolf, την ίδια στιγμή που το γρέζι του Tornillo πάει γάντι στο τραγούδι.
“Locked and loaded” (4.28)
Όταν υπάρχουν αρκετά τραγούδια του ίδιου στυλ, βλέπε υψηλές ταχύτητες, παρέλαση από riffs, και γενικά ότι χαρακτηριστικά φέρνει ένα γρήγορο τραγούδι ACCEPT, η μάχη κρίνεται από τις λεπτομέρειες. Εδώ συναντάμε ένα οργασμό ιδεών από το κιθαριστικό δίδυμο, αφού σε όλη την σύνθεση κρύβονται φοβερά παιξίματα είτε σε μελωδίες είτε σε ένταση. Συνθέσεις σαν το “Locked and loaded” είναι ο λόγος που καίει μέσα μου η φλόγα για καθαρόαιμο Heavy Metal, χωρίς φανφάρες και πολλά τσιτσιμπλίκια γύρω γύρω, μέχρι και σήμερα. Όταν αρχίζει να παίζει, ο σβέρκος μου με μισεί λίγο παραπάνω από ότι πριν.
“Teutonic terror” (5.13)
Με αυτό το τραγούδι συστήθηκε η νέα σύνθεση της μπάντας στον κόσμο και πιστεύω πως πείστηκε μέχρι και ο πιο πεισματάρης, διαλύοντας κάθε πιθανή παρωπίδα. Ακόμα και η χαρακτηριστική μπασογραμμή οδοστρωτήρας είναι! Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε και ως το “Metal heart” της εποχής Tornillo, και φυσικά δεν πρέπει να λείπει από κανένα setlist! Ύμνος ασύγκριτος, δεν ξεθωριάζει με το πέρασμα του χρόνου και ο λόγος που δεν είναι στην πρώτη θέση είναι καθαρά υποκειμενικός. Η αιτιολογία; Ακολουθεί αμέσως…
“The abyss” (6.53)
Τραγούδι που δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο πέρασμά του! Αν κοιτάξει κανείς του στίχους θα δει καταστροφή του κόσμου, τσουνάμι, βόμβες, σεισμούς και γενικά την απόλυτη καταστροφή. Ας σφυρίξουμε αδιάφορα στο γεγονός ότι η θεματολογία του κομματιού όσο περνάει ο καιρός αγγίζει όλο και πιο πολύ τη σφαίρα της πραγματικότητας και ας μείνουμε στο μουσικό κομμάτι. Όλα αυτά που αναφέραμε μαζί, δεν είναι τόσο καταστροφικά όσο το “The abyss” που βγαίνει από τα ηχεία! Ανελέητο σκάψιμο στις κιθάρες; Έχουμε. Δυσοίωνα κουπλέ που οδηγούν σε ένα τέρμα επικό και δυστοπικό ρεφραίν; Δικό σας. Η διάρκεια που αγγίζει τα 7 λεπτά δεν είναι πρόβλημα, υπάρχουν αρκετές εναλλαγές που κρατούν το ενδιαφέρον. Να πω και για το αγαπημένο μου σημείο; Είναι φυσικά ο Tornillo, ο οποίος εξαπολύεται σαν λυσσασμένο σκυλί, θηρίο ανήμερο, ακροβατεί από καθαρά φωνητικά χωρίς γρέζι μέχρι σε τσιρίδες βγαλμένες από τον 9ο κύκλο της κόλασης. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να κοντράρει το αποτύπωμα που έχει αφήσει το “Teutonic terror”, αλλά καμία σημασία δεν έχει αυτό! Δυστυχώς τραγούδια σαν αυτό ούτε οι ίδιοι οι ACCEPT δεν γράφουν τώρα.
Δεύτερο άλμπουμ επανασύνδεσης για τους HELLOWEEN, μετά το ομώνυμο του 2021, με τίτλο “Giants & monsters” και η συντακτική ομάδα του Rock Hard, συγκεντρώθηκε, άκουσε το άλμπουμ μέσα στο κατακαλόκαιρο και σας προσφέρει την άποψή της για έναν από τους πιο πολυαναμενόμενους δίσκους του 2025.
Τι ωραία που έγινε το reunion των αγαπημένων μας HELLOWEEN, μαζεύτηκαν και οι εφτά, έκαναν την περιοδεία τους, έβγαλαν το “Helloween”, πέρασαν και από τη χώρα μας και κάναμε όλοι σαν παρτσακλά από τη χαρά μας, μια χαρά όλα. Αλήθεια, όμως, με το χέρι στην καρδιά, σας έμειναν πολλά τραγούδια από τον reunion, ομώνυμο δίσκο; Γιατί άκουγα γκρίνιες που δεν το είχαμε αποθεώσει και διάφορα τέτοια ωραία. Μετά από τα χρόνια που πέρασαν, αν εξαιρέσει κανείς το καταπληκτικό “Skyfall” και 3-4 άλλα τραγούδια διάσπαρτα, το συνολικό αποτέλεσμα, θα το χαρακτήριζα απλά καλό.
Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: «Το “Giants & monsters” είναι τελικά καλύτερο;» Η απάντηση είναι ορθά-κοφτά, «ναι». Θεωρώ ότι με τις συνεχόμενες συναυλίες, βρήκαν ακόμα περισσότερο τη χημεία τους ίσως, αυτό που ακούω όμως, είναι πιο ποιοτικοί HELLOWEEN από το ομώνυμο άλμπουμ.
Ξεκινάω με τον ΤΙΤΑΝΑ Kai Hansen, που έχει γράψει άλλο ένα οχτάλεπτο έπος, το το “Majestic” (που οφείλω να πω ότι πρέπει να άκουγε πολύ το “Love to love” των UFO όταν το έγραφε εξ ου και οι φοβερές ομοιότητες στην εισαγωγή). Δεν ξέρω αν είναι επιπέδου “Skyfall”, είναι όμως ΤΡΑΓΟΥΔΑΡΑ δίχως αμφιβολία και βασικός πυλώνας του άλμπουμ μαζί με το επίσης οχτάλεπτο “Universe (Gravity for hearts)”, που είναι σύνθεση του Gerstner.
Η μπαλάντα που μας έλειπε στο “Helloween”, βρήκε χώρο εδώ και είναι κι αυτή πολύ καλή, με τον τίτλο “Into the sun”. Το “I want out” του δίσκου, είναι σίγουρα το “A little is a little too much”, που είναι σαφώς καλύτερο από το “Best time”, το αντίστοιχο «χιτάκι» της προηγούμενης δισκογραφικής τους προσπάθειας. Το “The dark ride”, κατά κάποιον τρόπο αντιπροσωπεύεται με το “Hand of God”, που από την πρώτη ακρόαση με τρέλανε η γκρούβα του κι έπιασα τον εαυτό μου να το βάζει στο repeat αρκετές φορές. Πολύ καλό επίσης, είναι και το “We can be Gods”, με τα τριπλά φωνητικά, όπου ξεχωρίζουν τα εκκωφαντικά trademark κιθαριστικά σόλο και μία εντελώς GAMMA RAY γέφυρα (άλλη μία σύνθεση του Hansen).
Από την άλλη, τα happy happy Helloween τραγούδια που ξεκινούν το δίσκο, το “Giants on the run” και το “Savior of the world”, δίχως να ενοχλούν, είναι πολύ generic, θα έλεγα, για έναν τόσο καλό δίσκο, δέχομαι όμως ότι πάρα πολλοί οπαδοί τους, γουστάρουν να ακούσουν τέτοια τραγούδια, που είναι στο ύφος του “Eagle fly free”, έχοντας όμως και αρκετές GAMMA RAY αναφορές (ιδίως το “Giants…”). Το πρώτο single, “This is Tokyo”, είναι εντελώς αδιάφορο, σε σημείο που να με κάνει να απορώ για ποιον λόγο το επέλεξαν ως πρώτο δείγμα γραφής, αλλά χάνει στα σημεία από το “Under the moonlight” για το χειρότερο του δίσκου, αφού οι ομοιότητες του τελευταίου με το “Livin’ ain’t no crime” είναι προφανείς και το εν λόγω τραγούδι ήταν απλά ένα b’ side στη χρυσή τους περίοδο. Αυτό.
Συμπερασματικά, επειδή θα διαβάσετε πολλές γνώμες παρακάτω, θεωρώ ότι το “Giants & monsters” είναι σίγουρα καλύτερος δίσκος από τον προκάτοχό του, δεν περίμενα κάτι καλύτερο από αυτό που τελικά πήρα στα χέρια μου, προσφέρει τελικά εκτός από αναμενόμενες και συνθέσεις περιπετειώδεις (δια χειρός Hansen πάντα) κι έχει κάτι που μου αρέσει πολύ: Όσο προχωράει η ακρόαση, τα τραγούδια μου αρέσουν περισσότερο. Εκτός των άλλων, έχοντας το άλμπουμ στα χέρια μου αρκετές εβδομάδες, με μεγάλη μου χαρά, διαπίστωσα ότι όσο πιο πολύ το άκουγα, τόσο καλύτερο μου ακουγόταν και σίγουρα πάρα πολύ ευχάριστο. Θέλουμε κάτι περισσότερο από τους HELLOWEEN και τους κάθε HELLOWEEN αυτού του κόσμου, που τα 40+ χρόνια της καριέρας τους, μας έχουν χαρίσει αριστουργήματα;
8,5 / 10
Σάκης Φράγκος
Ας αρχίσουμε με μερικές παραδοχές: Αυτή τη στιγμή οι HELLOWEEN είναι το πλέον πετυχημένο σχήμα της γενιάς τους, είναι από τις μπάντες που έκαναν ένα από τα πλέον πετυχημένα reunion όλων των εποχών στο heavy metal και είναι σήμερα ίσως το πλέον hot σχήμα στο παραδοσιακό, κλασσικό, old school, όπως θέλετε πείτε το, heavy metal μετά τους METALLICA, IRON MAIDEN και JUDAS PRIEST. Με εξαίσιο management, σοφία και άψογη συνεργασία των μελών τους, κατάφεραν να γίνουν ένα brand name που όχι μόνο πουλάει αλλά κυρίως που προσφέρει. Μια καλό-λαδωμένη μηχανή με διακριτούς ρόλους στο κάθε της γρανάζι, η οποία δουλεύει άψογα και παράγει ακόμα καλύτερα.
Προσωπικά βγάζω το καπέλο κυρίως στον master mind όλης αυτής της προσπάθειας τον κύριο Andy Deris, αλλά φυσικά και σε όλο το υπόλοιπο σχήμα που κατάλαβε, κατανόησε και συνεργάζεται τόσο αρμονικά προς αυτή την κατεύθυνση. Κατά συνέπεια αυτό που ζουν και απολαμβάνουν δικαίως σήμερα, είναι η καταξίωση. Η καθολική αναγνώριση από το σύνολο των οπαδών που πλέον δεν χρειάζεται να διαχωρίζουν το παρελθόν της μπάντας από το παρόν, αλλά απολαμβάνουν αυτή την συνένωση εποχών σε όλο της το μεγαλείο τόσο επί σκηνής, όσο και δισκογραφικά.
Μου αρέσουν αυτές οι μπάντες που ενώνουν το παρελθόν προς χάρη του μέλλοντος. Αυτοί είναι οι HELLOWEEN του 2025 και έρχονται να μας προσφέρουν το δεύτερο άλμπουμ του reunion τους. Δεν θα σας κουράσω πολύ μιας και τα πράγματα εδώ είναι εξαιρετικά απλά. Θα σας παραθέσω απλά, λιτά και κατανοητά την προσωπική μου άποψη…
Το “Giants & monsters” είναι το καλύτερο άλμπουμ της μπάντας, αν όχι γενικότερα γιατί αυτό θα ήθελα να πω μα δεν τολμώ, αλλά τουλάχιστον είναι δεδομένα το καλύτερο από την εποχή των “Keepers…”. Μπορεί να συγκριθεί μαζί τους; Νομίζω πως ναι. Μπορεί. Αν κάτι με κρατά από το να το χαρακτηρίσω ξεκάθαρα το καλύτερο HELLOWEEN άλμπουμ, είναι πως τα δυο “Keepers…” για την εποχή τους ήταν άκρως πρωτοποριακά, ενώ εν έτει 2025 το “Giants & monsters” όσο συναρπαστικό και εάν ακούγεται, πρωτοποριακό δεν μπορείς με τίποτα να το χαρακτηρίσεις. Πιο μοντέρνο power metal ναι, εδώ συμφωνούμε. Συνθετικά και εκτελεστικά είναι απλά αψεγάδιαστο, και οι πιο «μέτριες» στιγμές του στα “Hand of God” και “Under the moonlight” (“Dr. Stein” φάση) θα ήταν χαλαρά highlights σε άλλα άλμπουμ τους και στην ουσία είναι πολύ καλές συνθέσεις απλά είναι τόσο υψηλό το επίπεδο που για αυτό το άλμπουμ μοιάζουν πιο «λίγες».
Μην με παρεξηγήσετε, θα καταλάβετε όταν ακούσετε και εσείς το “Giants & monsters”. Από εκεί και πέρα το “Majestic” είναι ένας οκτάλεπτος επικός οργασμός που πρέπει οπωσδήποτε να ακούσετε, το “Universe (Gravity for hearts)” είναι πολύ κοντά του και θα φέρει στο μυαλό ένδοξες συνθέσεις τους όπως το “Eagle fly free”, τα πιο εμπορικά “A little is a little too much”, “This is Tokyo” παντρεύουν πολύ δυναμικά τους PINK CREAM 69 με τους HELLOWEEN και θα είναι must στα live τους. “Savior of the world”, “Giants on the run”, “We can be Gods” (τι τραγούδαρος είναι αυτός πάλι!) είναι βγαλμένα από τα “Keepers..” και είναι για αλύπητο headbanging. Το “Into the sun” θα παντρέψει το “Forever and one” με το “A tale that wasn’t right” και το ντουέτο Deris/Kiske είναι πραγματικά συνταρακτικό εδώ. Δεν μπορώ να φανταστώ πως θα είναι επί σκηνής η εκτέλεσή του. Γενικά, συνθετικά, εκτελεστικά και ηχητικά το άλμπουμ συλλαμβάνει τους HELLOWEEN στο απόγειο της δημιουργικότητάς τους, και αυτό είναι φανερό από την αρχή μέχρι το τέλος.
Θα σας πω, ότι είναι εξαιρετικό σπάνιο να ακούω ΟΛΟΚΛΗΡΟ άλμπουμ τόσες πολλές φορές προσπαθώντας να κατανοήσω πως γίνεται στην ολότητά του είναι τόσο καλό και να προσπαθώ να καταλάβω που υπάρχει κάτι που δεν μου αρέσει ή μια μετριότητα βρε παιδί μου τέλος πάντων. Δεν κατάφερα να βρω τελικά τίποτα αρνητικό να για να δικαιολογήσω μια αυστηρότητα ή να γκρινιάξω λίγο. Ξέρετε ότι δεν μασάω τα λόγια και δεν με ενδιαφέρει το να γίνομαι αρεστός δεξιά και αριστερά. Αλλά ρε φίλε τόσο πραγματικά καλό άλμπουμ από την αρχή μέχρι το τέλος, δεν ξέρω πόσο καιρό είχα να ακούσω… Μα την Παναγία! Μπράβο τους!
9,5 / 10 (γιατί το 10 ανήκει στον Θεό μόνο)
Δημήτρης Σειρηνάκης
Οι αδιαφιλονίκητοι power metal γίγαντες είναι εδώ με ένα δίσκο που περιμέναμε με μεγάλη ανυπομονησία αποζημιώνοντας μας σε υπερθετικό βαθμό και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Για την ακρίβεια, το “Giants & monsters” είναι ένα πραγματικό κόσμημα στην ούτως ή άλλως ανεκτίμητης αξίας δισκογραφία των HELLOWEEN και πιστέψτε με ότι μιλάμε για ένα δίσκο-αναφορά για το μέλλον. Και αν όλα αυτά σας ακούγονται υπερβολικά ή θεωρείτε ότι τα έχετε ακούσει άπειρες φορές στο παρελθόν, να διευκρινίσω ότι: α) προφανώς και δεν τίθεται θέμα συγκρίσεως με όλες τις κλασικές στιγμές των Γερμανών (συμπεριλαμβανομένων αυτών με τον Deris πίσω από το μικρόφωνο…όλοι ξέρουμε ποιες είναι αυτές) και β) για τα δικά μου γούστα είναι ό,τι καλύτερο έχουν κυκλοφορήσει οι HELLOWEEN τα τελευταία 25 χρόνια…μαζί με το “7 Sinners”.
Από τις λεγόμενες (πάλαι ποτέ) εμπορικές συνθέσεις του Andi, “This is Tokyo” και το εκπληκτικό “A little is a little too much” μέχρι τους power metal ογκόλιθους “Universe”, “Majestic” και “Giants on the run” (φανταστικό opening track!), το “Giants & monsters” αποδεικνύεται στην πράξη ανώτερο του προκατόχου του (το οποίο μας άρεσε φυσικά) έχοντας ως κύρια χαρακτηριστικά δύο, κατά τη γνώμη μου, πολύ βασικά στοιχεία: το πρώτο είναι η καταλυτική συνεισφορά του Hansen ο οποίος συμβάλει τα μέγιστα προσδίδοντας μία…GAMMA RAY αισθητική όταν «ρίχνει» ταχύτητες επιλέγοντας πιο mid-tempo φόρμες και το δεύτερο ο αναμενόμενος συνθετικός οίστρος του Deris. Προφανώς η απόδοση των Kiske, Weikath, Loble, Gerstner, Grosskopf είναι διαστημική και δεν χρειάζεται να υπερθεματίζουμε τα αυτονόητα.
Το “Giants & monsters” είναι ένας δίσκος που μας κάνει περήφανους και ήδη ελπίζουμε να ξαναδούμε πολύ σύντομα τους πολυαγαπημένους μας HELLOWEEN στη χώρα μας. Σε μια εποχή αναπόφευκτης βιολογικής γήρανσης και συνθετικής ένδειας από πολλά πρωτοκλασάτα ονόματα, οι HELLOWEEN δείχνουν ξανά το δρόμο. Pumpkins for life!
8,5/10
Σάκης Νίκας
Το πολυπόθητο, για αρκετούς, reunion, συζητείτο για χρόνια. Όνειρο απατηλό για κάποιους, κρυφός πόθος για άλλους, για τον Deris στόχος ζωής. Και τον πέτυχε, ο σκύλος ο μαύρος! Τον πέτυχε, για να γίνουν όλα όπως τα είχε στο μυαλό του. Οι HELLOWEEN δεν έπρεπε για κανέναν λόγο να παρεκκλίνουν της πορείας τους και να καταντήσουν μια nostalgia band. Όφειλαν να αποδείξουν ακόμη και στον τελευταίο πως, πίσω από την επανένωση αυτή, δεν κρυβόταν ένα στέρεμα ιδεών και έμπνευσης, ούτε κάποιο λογιστικό γραφείο, αλλά οπαδιλίκι τόσο γνήσιο που ακόμη και 20χρονοι, δεν το έχουν. Πως δεν ποντάριζαν αποκλειστικά στο συναίσθημα και στις αναμνήσεις του οπαδού, για να «σταθούν» στο «σήμερα»…
Το “Helloween”, μαζί με όσα προηγήθηκαν και ακολούθησαν αυτού, ήταν η καλύτερη και πλέον αποστομωτική απάντηση. Ήταν ακριβώς αυτό που περίμενα, όπως είχα γράψει τότε στην παρουσίασή του. Οι HELLOWEEN δεν έγιναν tribute του εαυτού τους, δε διηγήθηκαν περασμένα μεγαλεία κλαίγοντας. Ο πρώτος κύκλος της επανασύνδεσης έκλεισε θριαμβευτικά και ένας δεύτερος δίσκος, ήταν περίπου επιτακτική ανάγκη. Μόνο που τώρα, δε θα υπήρχε το «χαρτί» της έκπληξης, του αιφνιδιασμού, ούτε θα μπορούσαν να παίξουν με τη ψυχολογία του συναισθηματικού οπαδού. Οι Γερμανοί είχαν πια αποκαλυφθεί πλήρως και το παιχνίδι παιζόταν επί ίσοις όροις.
Το “Giants & monsters”, ως το δεύτερο άλμπουμ από την στιγμή που «έσμιξαν ξανά τα αηδόνια», μου δημιούργησε αυξημένες προσδοκίες. Και οι HELLOWEEN, δε με διέψευσαν. Τα χαμογελαστά «αιώνια παιδιά» κάθισαν κάτω, άκουσαν ολόκληρη την δισκογραφία τους και αποφάσισαν να πάρουν κατιτίς από κάθε τους περίοδο, για να έχουν ικανοποιημένο και τον πιο απαιτητικό οπαδό τους. Ναι φίλε, στην ακρόαση του “Giants & monsters”, δεν πιστεύω να υπάρξει κάποιος που να του αρέσουν πραγματικά οι HELLOWEEN, να έχει παρακολουθήσει όλη τους την πορεία και να μη βρει έναν καλό λόγο να πει!
Η ατμόσφαιρα των δύο “Keepers…”, υπάρχει πλέρια στο europower-άδικο “Savior of the world”, το διασκεδαστικό “Under the moonlight”, που μοιάζει τόσο πολύ με το αγαπημένο μου χαζοτράγουδο “Livin’ ain’t no crime” και το μεγαλεπήβολο “Universe (Gravity for hearts)”. Σε όσους έχουν λείψει οι πραγματικά εμπνευσμένες συνθέσεις του Kai Hansen, υπάρχει το «πιο Hansen-ικό δε γίνεται», power/speed metal “We can be Gods”, φτιαγμένο από γερμανικό ατσάλι σε βρετανικό χυτήριο (για όποιον κατάλαβε), κυρίως όμως υπάρχει το – όνομα και πράγμα – “Majestic”: Ανώτερο του “Skyfall” από το “Helloween”, ως δικά του κομμάτια που ρίχνουν αμφότερα αυλαία, ανώτερο κι από το “Universe (Gravity for hearts)”. Α ρε Hansen… κάθε σοβαρή ιδέα που κατεβάζει η κούτρα σου, είναι τουλάχιστον ένα επίπεδο επάνω από τον μέσο όρο!
Ούτε αυτοί που γνώρισαν κι αγάπησαν το συγκρότημα με την έλευση του Andi Deris, θα απογοητευτούν. Το μεγαλοπρεπές εναρκτήριο “Giants on the run” (Deris/Hansen) είναι, χωρίς ίχνος υπερβολής, ένα από τα καλύτερα τραγούδια στην ιστορία της μπάντας. Το “A little is a little too much” μου θύμισε μικρά αριστουργήματα σαν το “Hey, Lord!” και το “Handful of pain” και το μελαγχολικό “Into the sun” ξεχειλίζει από συναίσθημα… Αν σου άρεσαν πολύ το “If I could fly”, το “Light the Universe” (εγώ τα λατρεύω) και γενικά τα πας καλά με αυτήν τη μουντή ατμόσφαιρα, θα ενθουσιαστείς. Ναι, ok, κάπως υστερεί το “Hand of God” αλλά ο Deris στα κουπλέ και μόνο, έχει σώσει όλο το ματς.
Πώς είπες; Προσπέρασα το “This is Tokyo”; Κοίτα, καταλαβαίνω για ποιους λόγους γράφτηκε (πολύ εμπορικό πρώτο single, ένα «ευχαριστώ από πλευράς Deris προς την Ιαπωνία που τόσο τον έχει στηρίξει ως καλλιτέχνη σε ό,τι και να έχει κάνει) αλλά ρε παιδί μου είναι τόσο καλό, που μπροστά του το “Anything my mama don’t like” είναι το “Halloween Pt.2”! Άστο εκεί να δώσει το μεγάλο derby με το “Mass pollution”, για τον τίτλο της υψίστης μπούρδας της reunion εποχής, δεν έπεσε δα το νερό στη ζάχαρη!
“Giants & Monsters”… Ένα άλμπουμ με συνθετικό πλουραλισμό, χαρακτηριστική αναγνωρισιμότητα (δίχως να διαβάσεις credits, μπορείς να υποθέσεις ποιος έγραψε, τι), «σπιρτάδα», «φρεσκάδα», ακόμη καλύτερη «χημεία» στην σύμπραξη των τριών φωνών και των τριών κιθαρών, flashbacks στη δική τους δισκογραφία και… tributes σε αγαπημένους τους/μας καλλιτέχνες! Και τι δεν άκουσα: GAMMA RAY, PRIMAL FEAR, MANOWAR, JUDAS PRIEST, OZZY, M.S.G… λες και παίζουμε κάποιο παιχνίδι με γρίφους! Το ωραίο μάλιστα είναι πως σε αυτό το ιδιότυπο παιχνίδι, δεν συμμετέχει μόνον ο συνήθης ύποπτος Kai Hansen, αλλά και άλλα μέλη της μπάντας!
Εξαίσιο επίσης είναι, για μια ακόμη φορά, το artwork του Eliran Kantor. Ο καλλιτέχνης έχει βάλει τη δική του αισθητική και νοοτροπία, δίχως να απομακρύνεται από το «πνεύμα» μιας HELLOWEEN κυκλοφορίας. Για να «γκρινιάξω» όμως λίγο, θα πω ότι περίμενα καλύτερο αποτέλεσμα από το δίδυμο Denis Ward/Charlie Bauerfeind. Τι να το κάνω για παράδειγμα που ο Dani Löble ηχογράφησε όλα τα κομμάτια σε τρία (!) διαφορετικά σετ τυμπάνων για να αποφασίσει ποιο από αυτά αποδίδει το τέλειο vibe για κάθε τραγούδι… Έναν ήχο σαν του “The dark ride” (μπροστά από την εποχή του και από την εποχή μας), του “Rabbits…” ή του “Keeper… the legacy”, θα ήθελα.
Αυτό είναι λοιπόν, το νέο πόνημα των HELLOWEEN. Ανώτερο του προκατόχου του; ΣΑΦΕΣΤΑΤΑ. Στο προηγούμενο έβαλα και μισό βαθμό χατιρικά, εδώ ο βαθμός είναι «γεμάτος». «Σημείο αναφοράς» στη δισκογραφία της μπάντας; Ναι, μπορεί να το πετύχει αυτό, εις βάθος χρόνου. Όσον αφορά το «τώρα», είναι ένας δίσκος που τιμά το όνομα του γκρουπ, έχει ωραία τραγούδια και θα φουλάρει το «ντεπόζιτο» των Γερμανών φίλων μας, ώστε να ξαναβγούν σε περιοδεία με show και απόδοση αντάξια των προσδοκιών όλων ημών των οπαδών τους. Τι άλλο θέλουμε;
8 / 10
Δημήτρης Τσέλλος
Το ομώνυμο άλμπουμ των HELLOWEEN ήταν ένα ιστορικό γεγονός, καθώς μιλούσαμε για το πρώτο άλμπουμ του reunion με τους Hansen και Kiske, πίσω στις κολοκύθες. Ένα άλμπουμ καλό, που προσωπικά μου άρεσε και που έθετε το συγκρότημα σε μία τροχιά εκτόξευσης που κανείς δεν περίμενε. Και τι εννοώ με αυτό; Ότι τέσσερα χρόνια μετά οι HELLOWEEN επιστρέφουν ίσως με το καλύτερο άλμπουμ που έχουν βγάλει μετά το “The dark ride”.
Το “Giants & monsters” έρχεται με μία πιο ξεκάθαρη εικόνα, η οποία αποτυπώνει τους HELLOWEEN να κάθονται αναπαυτικά στον θρόνο του power metal, κοιτώντας μπροστά γεμάτοι όρεξη για μουσική, δημιουργώντας υλικό που τιμά το ένδοξο παρελθόν, χωρίς όμως να σε κάνει να το αναπολείς. Έχοντας πλέον στη φαρέτρα τους τη συνθετική δύναμη που απαρτίζεται από τους Kai Hansen, Michael Weikath, Andi Deris και Sascha Gerstner, γεννούν μουσική που φέρει το αποτύπωμα όλων των δημιουργών της. Με αυτόν τον τρόπο έχουμε τις πιο GAMMA RAY στιγμές όπως στο “Giants on the run”, την επική α λα “Keeper of the seven keys” μπόμπα “Universe”, την hit-άρα “A little is a little too much” που παραπέμπει στα έργα Deris, την μπαλάντα “Into the sun” με το ντουέτο Kiske – Deris και το “We can be Gods” της πιο σύγχρονης περιόδου του συγκροτήματος.
Και όπως οι πραγματικοί μερακλήδες αφήνουν πάντα το καλύτερο για το τέλος, έτσι και οι HELLOWEEN παρέδωσαν το “Majestic” για επίλογο. Ένα τραγούδι οκτώ λεπτών, γεμάτο ιδέες, αλλαγές και κορυφώσεις, με την μπάντα όχι μόνο να δείχνει ότι μπορεί να γράψει ξανά συνθέσεις μεγάλης κλίμακας χωρίς να χάνει σε φρεσκάδα αλλά και να θυμίζει ποιοι κρατούν τα σκήπτρα του power metal, κοιτώντας τον δεύτερο από άλλο γαλαξία.
Με μία άψογη παραγωγή, το “Giants & monsters” δεν είναι απλά ένα ακόμα κεφάλαιο στη δισκογραφία των HELLOWEEN. Είναι η απόδειξη ότι το σχήμα έχει μπει σε μια νέα εποχή, με τραγούδια που στέκονται δίπλα στα καλύτερά τους. Αν το προηγούμενο άλμπουμ έδωσε την αφορμή για πανηγυρισμούς, εδώ έχουμε την πραγματική επιβεβαίωση. Οι κολοσσοί του ευρωπαϊκού power metal όχι μόνο παραμένουν ζωντανοί, αλλά δείχνουν ικανοί να συνεχίσουν να γράφουν ιστορία.
9 / 10
Δημήτρης Μπούκης
Κατά την ταπεινή μου άποψη οι σημερινοί HELLOWEEN αποτελούν το πιο επιτυχημένο (με ολιστικά κριτήρια) reunion όλων των εποχών, καθώς όχι απλά επέστρεψαν δύο θρυλικά και βασικά μέλη (Hansen/Kiske) αλλά δεν χρειάστηκε να αποχωρήσει κάνεις από όσους κράτησαν τη μπάντα όρθια τα δύσκολα χρόνια (Deris/Gerstner). Έτσι οι HELLOWEEN του 2025 είναι μια πολυδύναμη μπάντα – χρονομηχανή που μπορεί να παίξει κυριολεκτικά τα πάντα από τον χώρο που η ίδια δημιούργησε -δηλαδή το ευρωπαϊκό power metal- και να ακούγεται διαρκώς φρέσκια και αυθεντική.
Η τωρινή -7μελής- σύνθεση των HELLOWEEN έχει τη δυνατότητα να ανατρέξει σε οποιοδήποτε σημείο της ιστορίας τους και να γράψει ένα νέο τραγούδι βασισμένο εκεί αλλά επικαιροποιημένο στο σήμερα. Στο “Giants & Monsters” ακούμε ουσιαστικά ένα all about HELLOWEEN δίσκο, που κάθε νότα είτε ξυπνάει μια ανάμνηση είτε σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς καταφέρνουν μετά από τόσα χρόνια να παράγουν ανόθευτο αυτό το κλασικό happy happy Helloween συναίσθημα με δόσεις βέβαια από αρκετές νέες πτυχές του σκληρού ήχου. Στη διάρκεια της ακρόασης έρχεσαι σε επαφή με στοιχεία από το «The Dark Ride», το «Better than Raw», τα «Keepers» ή το «Master of the Rings». Το να ακούς τον Michael Kiske να εναλλάσσεται στο μικρόφωνο με τον Andi Deris ή και τον Kai Hansen σε κάνει να νιώθεις ότι οι HELLOWEEN του 2025 είναι μια μουσική υπερομάδα, ένα συγκρότημα πάνω από τον χωροχρόνο που μπορεί να συνδυάσει ή να δημιουργήσει κυριολεκτικά οτιδήποτε θέλει ανά πάσα στιγμή από κάθε δεκαετία ή κάθε δίσκο του power metal.
Πάμε στα κομμάτια; Για το μεγαλειώδες άσμα που ανοίγει τον δίσκο, το “Giants on the Run”, τι να πρωτογράψω; Ότι καταφέρνει με έναν φοβερό τρόπο να συνδυάσει τον ήχο της εποχής «Time of the Oath” / “Better than Raw” με τους… GAMMA RAY; Με ένα εκπληκτικό κυριολεκτικά ρεφραίν από αυτά που χρόνια είχαμε να ακούσουμε, που είναι τόσο δυνατά που θα μπορούσες να τα θυμάσαι για πάντα ακόμη και αν τα ακούσεις μια μόνο φορά; Με το φοβερό σημείο στη μέση, που αφού ο Deris τα έχει δώσει όλα ξαφνικά εμφανίζεται στο μικρόφωνο ο Kai Hansen και το κομμάτι περνάει σε άλλο στάδιο; Τα solos που παραπέμπουν στα Keepers; Το εκπληκτικό lead κιθάρας λίγο πριν το συγκινητικό μπαλαντοειδές σημείο που απαγγέλει ο Hansen; Αμέσως μετά ακολουθεί το “Savior of the world” που είναι ο ύμνος του δίσκου, παίζοντας τον ρόλο ενός “Eagle Fly Free” με φοβερή κεντρική μελωδία στο γηπεδικό ρεφρέν συνδυασμένη με ένα κορυφαίο επίσης lead που σου μένει στο μυαλό από την πρώτη ακρόαση. Δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλη μπάντα σήμερα που να μπορεί να γράψει τέτοιο είδος τραγουδιού πιάνοντας ταυτόχρονα αυτή την διαχρονική ποιότητα. Το ακούς και σου ξυπνάει αμέσως τα συναισθήματα όπως τότε που πρωτοάκουσες τα Keeper. Απίστευτο συναίσθημα.
Στην πορεία του άλμπουμ βρίσκουμε το απροσδόκητα διασκεδαστικό “Under the Moonlight” που παραπέμπει στο “Livin ain’t no crime”(!), το instant Deri-κό hit “A Little is a Little too much”, μια εκμοντερνισμένη εκδοχή κομματιού που παραπέμπει στο “Better than Raw” αλλά έχει μέσα και τον Kiske (Τι άλλο να ζητήσεις;), το “We can be Gods” με ethnic στοιχεία, φοβερό κεντρικό riff, επικολυρικό chorus και μεγάλες μελωδίες. Τα ήδη γνωστά singles “This is Tokyo” (ένα ακόμη hit στο συνθετικό στυλ του Deris) και “Universe” (up tempo europower που ο Kiske πιάνει κορυφές ξανά) τα έχετε ακούσει για να διαβάζετε αυτή την κριτική, η μπαλάντα “Into the Sun” περιέχει το επικολυρικό συναίσθημα που εκπέμπουν όλες οι μπαλάντες των HELLOWEEN και το “Majestic” κλείνει τον δίσκο όμορφα μ’ ένα συνδυασμό όλων των εποχών του σχήματος, καθώς μέσα περιέχει riffs από εποχές «Master of the Rings» στο chorus, verse α-λα Keepers, GAMMA RAY περάσματα, ανατολίτικα solos, καταλάβατε.
Μόνο παράπονο, η παραγωγή/μίξη του δίσκου που δεν είναι αντίστοιχη του εγχειρήματος: μάλλον στη προσπάθεια να ακουστεί ο ήχος νοσταλγικός τελικά ακούγεται απλά μέτριος. Ειδικά στις κιθάρες και τα drums το 25 ετών πλέον “The Dark Ride” έχει φρεσκότερο ήχο από το “Giants & Monsters”. Ο δίσκος συμπερασματικά είναι ανώτερος από τον προκάτοχό του, “Helloween” (2021), που ήταν ούτως ή άλλως ένας αξιοπρεπής δίσκος, τούτος εδώ όμως είναι εξαιρετικός. Κλείνω με ένα σχόλιο: οι HELLOWEEN σήμερα με την πλήρη τους σύνθεση ανέκτησαν τα σκήπτρα όχι απλά του power αλλά συνολικά του ευρωπαϊκού heavy metal ήχου. Βάζουν τα γυαλιά σε νεότερους (θυμίζω κάτι τραγικές δηλώσεις του Sammet για τον europower ήχο) και γυρίζουν τον κόσμο σε υπερεπιτυχημένες περιοδείες και headliners στα μεγάλα φεστιβάλ. Δεν το λες και μικρό επίτευγμα στα 40 χρόνια καριέρας…
8,5 / 10
Δημήτρης Μελίδης
To προηγούμενο άλμπουμ των ΗΕLLOWEEN που κυκλοφόρησε το 2021 ήταν ένας δίσκος που όλοι περιμέναμε να δούμε πώς αυτή η χημεία του reunion θα αποτυπωνόταν στον δίσκο και στις συνθέσεις του επί το πλείστον. Το αποτέλεσμα ήταν μια πολύ καλή κυκλοφορία και το στοίχημα είχε πλέον κερδηθεί. Αυτή την φορά αυτή η προσμονή δεν υπήρχε μιας και είδαμε όλοι μας στο προπέρσινο Release πως η μπάντα λειτουργεί περίφημα στο σανίδι, η μεταξύ τους χημεία τους βγαίνει αβίαστα και περνάνε καλά κάνοντας αυτό που ξέρουν. Η μπάντα πλέον έχει βρει τις ισορροπίες της αλλά και ανάλογα την καθολική αποδοχή από τους οπαδούς. Το “Giants & monsters”, όπως το περίμενα, συνεχίζει από εκεί που έμεινε ο ομότιτλος δίσκος, δηλαδή το επίπεδο παραμένει πολύ υψηλό και πάλι .
Το εναρκτήριο εξάλεπτο “Giants on the run” είναι ένα από τα πιο σπουδαία κομμάτια εδώ μέσα με όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία των ΗΕLLOWEEN, τεχνικό με ριφάρες, αλλαγές διαθέσεων στο κομμάτι, σίγουρα έχει βάλει το χέρι του ο Ηansen στην σύνθεση. Οι power metal-ιες συνεχίζονται στο “Savior of the world” που φέρει μια Keeper II αύρα, ενώ το “We can be Gods” με τις υπέροχες δισολιές στη μέση του, θα ενθουσιάσει όλους τους οπαδούς με την power metal δυναμική του. Χωρίς να είναι κάτι που δεν έχουμε ξανακούσει, στέκεται υπέροχα στον δίσκο.
Το “A little is a little too much” μας γυρνά στις “Dark ride” ημέρες, ένα πολύ ωραίο hard rock κομμάτι, το “Into the sun” είναι μια εξαιρετική μπαλάντα με πολύ ωραία φωνητικά από τους Deris/ Kiske, λυρικό όπως πρέπει, ανεβάζει το επίπεδο του δίσκου. Το “This is Tokyo” που επιλέχθηκε και σαν το πρώτο single του δίσκου, είναι ένα hard rock κομμάτι που μπορεί να ξένισε αρκετούς που επιλέχθηκε σαν πρώτο single αλλά το καλό με αυτό είναι ότι όσο το ακούω τόσο πιο πολύ μου αρέσει κάθε φορά!
Το “Under the moonlight” δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο θα έλεγα, παλιά κάτι τέτοια τα έβαζαν b-side στα singles τους, αντιθέτως το “Universe (gravity of hearts)” είναι μια σύνθεση που ξεχωρίζει μιας και συνδυάζει τόσο τον παραδοσιακό ήχο της μπάντας με μια μοντέρνα προσέγγιση. Από τις πιο σπουδαίες συνθέσεις του δίσκου αναμφίβολα.
Το “Hand of God” είναι μια διασκεδαστική “χαρούμενη” σύνθεση ενώ το τελείωμα του άλμπουμ θα γίνει με εξαιρετικό τρόπο με το “Majestic”. Ένα οκτάλεπτο έπος δια χειρός Kai Hansen έρχεται να σου δώσει τα μυαλά στο πιάτο. Οι ερμηνείες εδώ είναι συγκλονιστικές, η ατμόσφαιρα του κομματιού φέρνει κάτι από το “Rising” των RAINBOW σε κάποια σημεία (ακούστε προσεκτικά εκεί στο 3:08 και έπειτα). Tα solos δίνουν και παίρνουν, ούτε που καταλαβαίνεις πως περνά ο χρόνος ακούγοντάς το, γενικά είναι από τα κομμάτια που σίγουρα θα το δούμε στα μελλοντικά setlits της μπάντας και έρχεται να κλείσει τον δίσκο με τον καλύτερο τρόπο θα έλεγα.
Προσωπικά το “Giants & monsters” είναι όπως το περίμενα. Ένας ακόμα πολύ καλός δίσκος για τους ΗΕLLOWEEN του σήμερα που μετά από 40 χρόνια πορείας και 17 άλμπουμ προσφέρουν ποιοτικές συνθέσεις και δίσκους που θέλεις να τους προσθέσεις στην δισκοθήκη σου. Είναι φυσικά αδύνατον να γραφτεί άλλο ένα Keeper αλλά όποιος έχει τέτοιες απαιτήσεις από ένα σχήμα τεσσάρων δεκαετιών και τόσων σπουδαίων δίσκων στο παρελθόν, νομίζω ότι πλανάται. Οι HELLOWEEN του 2025 είναι ένα σχήμα που τιμά το όνομα του με πολύ ωραίους δίσκους σαν το “Giants & monsters” και με εξαιρετικές- ονειρικές συναυλίες σαν αυτή που είδαμε στο Release προπέρσι. Αυτά εμένα μου ακούν και μου περισσεύουν, ελπίζω και εύχομαι μόνο η επόμενη περιοδεία τους να έχει συμπεριλάβει και την χώρα μας.
8 / 10
Γιάννης Παπαευθυμίου
Σίγουρα μια νέα δουλειά από τους αξεπέραστους HELLOWEEN, είναι πολύ σημαντικό γεγονός και μετά την επιστροφή τόσο του Hansen όσο και του Kiske, έχει αναζωπυρωθεί το ενδιαφέρον για τους Γερμανούς. Άξια βέβαια για ομαδική παρουσίαση και πολλές απόψεις, που όμως πιστεύω πως θα συμπίπτουν. Ας αρχίσουμε με την σύνοψη, ότι το “Giants & monsters” αξίζει τον οβολό σας. Τα περισσότερα συστατικά του, είναι σε σωστή αναλογία και συνταγή κρίνεται επιτυχημένη.
Και οι τρεις τραγουδιστές ακούγονται σε εξαιρετική φόρμα, με τις συνθέσεις να είναι καλύτερα προσαρμοσμένες στις φωνές τους. Ακούμε τον Michael Kiske να τραγουδά πιο λίγο, τον Hansen να βγαίνει λίγο πιο μπροστά και βέβαια τον Deris να έχει την μερίδα του λέοντος. Από την άλλη για συγκρότημα με τρεις εξαιρετικούς κιθαρίστες (Weikath, Gerstner, Hansen) το άλμπουμ έχει έντονη χρήση πλήκτρων, κάτι που παραλλήλισα με το “Brave new world” των MAIDEN. Πάντως οι κιθάρες, οι δισολίες και τα καταιγιστικά σόλο, βρίσκουν άπλετο χώρο, ενώ η παραγωγή είναι σεμιναριακού επιπέδου, όπως αρμόζει στους Βασιλιάδες τους power metal (κάτι που επιμελήθηκε ο Charlie Bauerfeind με τον Dennis Ward και πάλι).
Ναι, αν το χιτάκι “This is Tokyo” ξίνισε πολλούς, τότε να μην ανησυχούν. Άλλωστε έχουμε σταματήσει να κρίνουμε μια κυκλοφορία από το πρώτο σινγκλάκι. Υπάρχει και το “A little is a little too much”, σε αυτή την κατηγορία, που θυμίζει τις προσωπικές δουλειές του Deris, με πιασάρικο ύφος και απλοϊκούς στίχους, αλλά αυτό το στοιχείο υπήρχε αρκετά παλαιότερα, όπως και οι μπαλάντες. Δεν είναι λόγος να πυροβολούμε. Όπως το αργό και κινηματογραφικό “Into the sun”, με έγχορδα που πλημυρίζουν την σκέψη μου με σκηνές από εισαγωγή ταινίας 007, τον Deris να ερμηνεύει με απίστευτη ένταση και πάθος και τον Kiske να αντιπαραβάλλει την ζεστή του φωνή, είναι πανέμορφο. Αυτό που επιτρέπεται να κρίνουμε, είναι το πόσο πετυχημένες είναι οι συνθέσεις, κι αν ταιριάζουν με το γενικότερο κλίμα του άλμπουμ. Έτσι εδώ θα έλεγα πως τόσο το “This is Tokyo” όσο και το “A little is a little too much”, όσο κι αν μου καρφώνονται στο μυαλό (δηλαδή την δουλειά τους την κάνουν), δεν θα μου μείνουν περισσότερο από κάτι “Mrs God”, “The game is on”, κλπ., όμως αυτά είναι που συνήθως βγάζουν ως προωθητικά βίντεο. Αυτό που καλύτερα να άφηναν για bonus track είναι το μετριότατο “Hand of God”. Στo “Under the moondlight” ο Michael Weikath, μας κάνει να χαμογελάσουμε με τις αναφορές του στα “Keeper…”.
Οι γρήγορες συνθέσεις επικρατούν και σίγουρα η ποιότητά τους, μου επιτρέπει να δηλώσω πως εύκολα στο σύνολό του, το “Giants…” είναι ανώτερο του προηγούμενου. Με όλα τα κλισέ τους, αλλά και κάποιες καινοτομίες για τον ήχο των Κολοκυθών, όλες οι γρήγορες στιγμές είναι όπως θα τις θέλαμε. Μελωδικές, με χαρακτηριστικές κιθάρες, με κλασικά ρεφραίν και την μαγεία από το ραβδί του Κλειδοκράτορα. Από το “Giants on the run” και το “Savior of the world” (εξαιρετική η προσφορά του Weikath) που ανοίγουν την παράσταση, οι προθέσεις για μαεστρικό power/speed metal είναι φανερές. Το “We can be Gods” με συμμετοχή και των 3 τραγουδιστών, είναι το πρώτο διαμάντι. Το “Universe (gravity for hearts)” του Sascha Gerstner, είναι επίσης άξιο αναφοράς, όμως τίποτα δεν ακουμπά το αυτοκρατορικό “Majestic” που επιτρέπει για άλλη μια φορά στον Kai Hansen να ξεδιπλώσει όλο του το ταλέντο. Το κάθε του συστατικό είναι πετυχημένο, αριστουργηματικά στημένο κι εκτελεσμένο (ευτυχώς μόνο 8 λεπτά). Έρχεται κι αυτή η κραυγή στο τέλος πριν το τελευταίο ρεφραίν και μας ισοπέδωσε.
Η ιστορία και η καριέρα των HELLOWEEN και των GAMMA RAY, έχουν αρκετά κοινά μουσικά στοιχεία. Ποτέ όμως ένας δίσκος των HELLOWEEN δεν είχε τόσα GAMMA RAY στοιχεία, είτε στον στιχουργικό τομέα (ακούμε στίχους για εξωγήινους από “Somewhere out in space”), είτε στον μουσικό. Βέβαια το “Majestic” είμαι μια σαφή αναφορά στον ομότιτλο δίσκο του 2005, όμως δεν είναι η μοναδική. Τώρα δεν θα υπερ-αναλύσουμε το πώς και το γιατί. Δεν χρειάζεται. Απλά το απολαμβάνουμε διότι δίνει μια ακόμα πτυχή στον χαρακτήρα των HELLOWEEN.
Θα διαβάσετε πολλές φορές ότι ο Dani Löble ηχογράφησε το κάθε τραγούδι, με τρία διαφορετικά σετ από τύμπανα, ώστε να διαλέξει τον ήχου που ταίριαζε στο καθένα. Επίσης θα διαβάσετε για τόσες άλλες λεπτομέρειες στα τραγούδια, όμως αυτό που τελικά μένει είναι το συναίσθημα καθώς ολοκληρώνεται το άλμπουμ. Για μένα αυτό το συναίσθημα είναι πιο ζεστό και θετικό απ’ ό,τι περίμενα από τους εξηντάρηδες, μπαρουτοκαπνισμένους Γερμανούς που δεν έχουν απολύτως τίποτα να αποδείξουν. Το “Giants & monsters” μπορεί να μην είναι μια “γιγαντιαία” στιγμή ή μια “τερατώδης” παραγωγή, αλλά μπροστά στην έλλειψη power metal διαδόχων, είναι σίγουρα η καλύτερη κυκλοφορία της χρονιά στο είδος αυτό.
8 / 10
Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης
”Βρε καιρό που ‘χαν τα μάτια μου να δούνε τα δικά σας”, όπως λέει και η λαϊκή ρήση, όμως να που ήρθε η ώρα και η στιγμή να ξανασμίξουμε. Ώρα HELLOWEEN λοιπόν ή και ”η ώρα των επτά σαμουράι” (παρεμπιπτόντως τι ταινιάρα τώρα που το θυμήθηκα, Μέγας Kurosawa), ο νέος δίσκος όπως καταλαβαίνετε κατέφθασε μετά από 4 χρονάκια και ήρθε η στιγμή για όλους τους καλούς συνάδελφους εδώ στο Rock Hard να καταθέσουμε την γνώμη μας για το καινούργιο άλμπουμ των ηγετών του power metal. Οπότε ας ξεκινήσω με την δήλωση λατρείας και αγάπης προς όλη την επτάδα αλλά και ένα μεγάλο μπράβο για το καινούργιο τους δισκογραφικό πόνημα και πάμε να πούμε 2 λογάκια για αυτό.
Δίσκος νούμερο 17 πλέον, που τιτλοφορείται ”Giants & Monsters” και που για να το παραφράσουμε κάπως, εδώ σε αυτό το άλμπουμ συμβαίνουν μάλλον σημεία και τέρατα αλλά με την καλή έννοια. Πάμε το εξηγήσουμε λίγο το πράγμα, δύο τα ζητούμενα για τον γράφοντα μετά το ομώνυμο άλμπουμ τους του 2021 που άφησε νομίζω σχεδόν άπαντες ικανοποιημένους. Πρώτον αν μπορούν ως επτάδα, να επαναλάβουν αυτό το εγχείρημα εξίσου επιτυχημένα και δεύτερον αν μπορούν να το κάνουν ακόμα καλύτερο. Η απάντηση κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι ένα μεγαλοπρεπέστατο ”Ναι” ή και ”Jawoll Kamarad” αν το θέτε και εις την γερμανική γλώσσα και στα δυο αυτά ερωτήματα.
Καταρχάς το κομψοτέχνημα που κοσμεί το εξώφυλλο του άλμπουμ είναι και πάλι δια χειρός Eliran Kantor και είναι ένα εξαιρετικό έργο ζωγραφικής τέχνης και πάλι. Ενώ η δυάδα της παραγωγής διατηρείται και πάλι στο πόστο της αχώριστη δηλαδή οι Charlie Bauerfeind και Dennis Ward κάνουν και πάλι μια εξαιρετική δουλειά σε αυτόν τον τομέα. Δίνοντας σε όλη την μπάντα αλλά και στις τρεις πλέον φωνές τον χώρο και την θέση που πρέπει να έχουν μέσα στον δίσκο στις σωστές δόσεις και συχνότητες.
Πριν πάμε παρακάτω να τονίσω και να ξαναθυμίσω όπως είχα προαναφέρει και στο πρώτο ομώνυμο άλμπουμ που έκαναν τα παλικάρια μας ως επτάδα το 2021, όποιος αναζητά ή θέλει να ακούσει συνέχειες τύπου ”Keeper…” και ”Walls…” καλύτερα να μην μπει καν στον κόπο να ακούσει το άλμπουμ. Αυτά τα αριστουργήματα ανήκουν στο παρελθόν, τα αγαπάμε, τα τιμούμε, τα χαιρόμαστε όταν τα ακούμε στο σπίτι μας ή live από το γκρουπ άλλα δεν υπάρχει κάποιος λόγος από εμάς να απαιτούμε κάτι τέτοιο άλλα ούτε και καμία υποχρέωση από τους ίδιους να προσπαθήσουν για κάτι τέτοιο και αυτό είναι κάτι που το ξέρουν πολύ καλά όπως φαίνεται και δεν μπαίνουν καν σε αυτήν την διαδικασία. Όμως από την άλλη, βρίσκονται εδώ κλείνοντας την τέταρτη δεκαετία του γκρουπ, με σκοπό να μας δείξουν πως μπορούν να γράψουν καλή μουσική, να κάνουν έναν ακόμη εξαιρετικό δίσκο και να μας προσφέρουν 50 λεπτά και 40 περίπου δεύτερα μουσικής πανδαισίας μέσα από το δικό τους ξεχωριστό πρίσμα. Αυτό όπως και στο άλμπουμ που προηγήθηκε του ”Giants & Monsters” ορίζεται από τον χαρακτήρα, την εμπειρία και την διάθεση που διαθέτουν σήμερα να δημιουργήσουν μουσική με την οποία μας δείχνουν ξεκάθαρα και πάλι πως ευχαριστιούνται και χαίρονται αυτό το οποίο κάνουν εδώ και πάλι όλοι μαζί.
Το ποιoς έχει γράψει τι δεν το ξέρω για να είμαι ειλικρινής, πέραν των δύο τραγουδιών που έχουν κυκλοφορήσει ως single. Δηλαδή γνωρίζουμε πως το ”This is Tokyo” φέρει την υπογραφή του ”Αγίου Σώστη” του γκρουπ, Andi Deris και μας θυμίζει έντονα πέρα από τις κλασικές hit-ατες συνθέσεις που ξέρει να γράφει για τους HELLOWEEN τόσα χρόνια, αρκετά πράγματα και από το πιο hard rock παρελθόν του αυτό του ξεκινήματος του με τους PINK CREAM 69. Ωραίο τραγούδι κατά την γνώμη μου για single μέσα από το οποίο τιμά ο ίδιος και την ”Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου” που ήταν από τις πρώτες που του έδωσαν την ευκαιρία να αναδειχθεί ως καλλιτέχνης όπως έχει δηλώσει.
Το δεύτερο single είναι και ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχει ο δίσκος, αυτό είναι το ”Universe (Gravity for hearts) και μολονότι δεν του μοιάζει ως σύνθεση ανήκει αποκλειστικά στον Sascha Gerstner. Αναφέρω πως δεν του μοιάζει για σύνθεση Gerstner, γιατί πολύ απλά είναι ένα υπέροχο τραγούδι 8μιση σχεδόν λεπτών που κοιτάει με πολύ νοσταλγία αλλά όχι αντιγραφή, τόσο το παρελθόν του γκρουπ και έχει πολύ ”Eagle fly free” feeling σε μεγάλο μέρος αυτού αλλά και αρκετές δόσεις από GAMMA RAY εποχής μάλλον ”Somewhere out in space”. Συνδυασμός που μάλλον θα παρέπεμπε σε άλλους ως συνθέτες αυτού, όμως ο Sascha εδώ κάνει υπέροχη δουλειά και ίσως θα μπορούσα να πω ότι με αυτό τιμά τόσο τον Weiki όσο και τον Hansen, με τους οποίους και μοιράζεται πλέον τα κιθαριστικά καθήκοντα ως τριπλέτα. Οι εναλλαγές του κομματιού είναι πραγματικά υπέροχες, οι θέσεις που έχουν οι φωνές μέσα στο τραγούδι το ίδιο. Αν και για τις φωνές θέλω να πω πως και τρεις σε όλο το άλμπουμ Deris, Kiske και Hansen έχουν καταφέρει να κάνουν ακόμα καλύτερη δουλειά και να κουμπώσουν ο καθένας εκεί που πρέπει με αριστουργηματικό τρόπο, ακόμα καλύτερα από το ομώνυμο άλμπουμ του 2021. Ο δε Kiske για τους λάτρεις της φωνής του αλλά και όχι μόνο πετάει πραγματικά σε όλο το άλμπουμ, πιο απελευθερωμένος,
πιο χαλαρός και ακόμα πιο άρτιος, είτε αυτόνομος μέσα στα κομμάτια είτε στα ντουέτα με τον Deris ή τον Hansen. Από εδώ και κάτω κάνουμε μαντεψιές όσο αφορά τους συνθέτες το αν πέφτουμε μέσα ή όχι δεν το υπογράφω σε όλες τις συνθέσεις αλλά σε κάποιες το who is who βγάζει μάτι. Οπότε ο πλέον αγαπημένος και ξάδερφος Kai Hansen, νομίζω πως μας έχει προσφέρει δύο από τις καλύτερες συνθέσεις του δίσκου. Η μεν πρώτη είναι το ”We can be Gods”, riff σήμα κατατεθέν νομίζω Hansen, κουπλέ δυναμικό και επιθετικό με την κλασική PRIEST νοοτροπία του, υπέροχη γέφυρα και φανταστικό refrain που τα έχει όλα, διάρκεια, τριφωνίες και σκάλωμα στο μυαλό με το καλημέρα σας, κιθαριστικά κατ’ εμέ μια πανδαισία με τις σωστές δόσεις power μελωδίες χωρίς υπερβολές, δισολίες και solos με πάσες πάρε βάλε.
Η δεύτερη που είναι 100 τα 100 Hansen σύνθεση είναι το 8λεπτο κλείσιμο του δίσκου που ακούει στο όνομα ”Majestic” και μάλλον θα έπρεπε καθ’ υπερβολή να το γράψουμε με όλα τα γράμματα κεφαλαία, αλλά ας όψεται. Με μια εισαγωγή που θυμίζει western και μια κολλητική μελωδία στα πλήκτρα βγαίνει μπροστάρης ο Hansen για να μας μπάσει στο φανταστικό παιχνίδι της τραγουδάρας αυτής. Από εκεί και πέρα αναλαμβάνουν οι πολυφωνίες και οι τριφωνίες πριν βγει ο Kiske να θερίσει τα πάντα στο κουπλέ για να κορυφωθεί το έργο μετά από μια φανταστική γέφυρα με την ιαχή όλων ”MAJESTIC”. Έπειτα αναλαμβάνουν για 2 σχεδόν λεπτά να μας καθηλώσουν οι μελωδίες, τα κιθαριστικά solos με τις εναλλαγές τους, προτού ξαναβγεί αυτή η western αισθητική με την φωνή του Hansen για να ξαναμπούν τα καταιγιστικά μέρη από solos πάρε – δώσε και να μας οδηγήσουν στο ”MAJESTIC” κλείσιμο με όλες τις φωνές να δίνουν το δικό τους τόνο σε αυτό. Μνημειώδες και επικότατο τραγούδι, αλλά και φανταστικό κλείσιμο για το άλμπουμ, όπως και την προηγούμενη φορά ο νονός του power έκλεισε με το μεγαλειώδες ”Skyfall” το ίδιο κάνει και εδώ με τούτον τον τραγούδαρο.
Το εναρκτήριο ”Giants on the run” τώρα μοιάζει να φέρει την υπογραφή Andi Deris και μάλλον με παρέα του τον Hansen ή και τον Sascha Gerstner. Όπως και να έχει ως εναρκτήριο τραγούδι είναι υπέροχο, με τον Deris και τον Hansen να κρατάνε τα ηνία στο φωνητικό κομμάτι. Η τραχύτητα στην φωνή του Deris άλλωστε ταιριάζει σε κάτι τέτοια δυναμικού τύπου κομμάτια και σε συνδυασμό με κάποια PRIEST-ικά περάσματα ο Hansen κρίνεται απαραίτητος και αναγκαίος για συνοδεία. Ο Kiske εδώ μπαίνει εκεί που πρέπει δηλαδή όταν χρειάζεται η απαραίτητη φωνητική μελωδία για να σπάσει η σκληράδα. Ωραίες δυναμικές μελωδίες, εξαιρετικό riff και κολλητικό refrain, υπέροχα solos και γέφυρα σκάλωμα μετά από αυτά στον μέσο του κομματιού από τον Hansen. Δεν ξέρω στα σίγουρα τον συνθέτη του όπως προείπα, μόνο υποψία έχω, όμως σίγουρα μιλάμε για εκπληκτικό εναρκτήριο τραγούδι.
Ο Deris επίσης είναι σίγουρα πίσω από το ”A little is a little too much”, ένα ξεκάθαρο τραγούδι για hit ή μάλλον καλύτερα για hit-αρα. Το πιο πιθανό θα βγει ως single και απορώ πως δεν έχει βγει ήδη μέχρι την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές. Η hard rock μελωδική και ξεκάθαρη ματιά στο παρελθόν του Deris αυτό των PINK CREAM 69 μαρτυρά ξεκάθαρα τον συνθέτη, ο οποίος και μαζί με τον Kiske απογειώνουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτό το άκρως κολλητικό τραγούδι. Απλό, λιτό και απέριττο με υπέροχη μελωδία, ένα πολύ όμορφο solo και απίθανες πάσες στο ντουέτο τον Deris – Kiske σε όλη την διάρκεια τον τριάμισι λεπτών που αυτό διαρκεί.
Το δίδυμο των Deris και Kiske προσφέρουν ένα ακόμη μαγευτικό ντουέτο στην υπέροχη μπαλάντα που φέρει τον τίτλο ”Into the sun”. Μην απορείτε και όμως μιλάω κολακευτικά για μπαλάντα, δεν το συνηθίζω είναι η αλήθεια αλλά το αξίζει πέρα για πέρα. Σίγουρα και αυτό σύνθεση του Deris που εύκολα κανείς θα μπορούσε να το πει και μια συνέχεια του εκπληκτικού ”If I could fly”. Ίδιο μοτίβο σε γενικές γραμμές, με διαφορά πως εδώ έχουμε 2 απίθανες φωνές που μπλέκουν η μια με την άλλη και κεντάνε σε όλο το τραγούδι, από το κουπλέ, την μικρή αλλά πολύ γλυκιά γέφυρα, μέχρι και την κορύφωση του τραγουδιού στο refrain, η συνοδεία του πιάνου και οι δυναμικές του τραγουδιού είναι φανταστικές, όπως και το γλυκύτατο σολάρισμα από τις κιθάρες. Στιχουργικά πάντως εδώ μάλλον έχει βάλει και την πινελιά του ο Kiske χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρος όμως.
Μια σύνθεση που σίγουρα είναι Weikath είναι το ”Savior of the world”. Δυναμικό, στέκεται κάπου ανάμεσα στο power αλλά και στις πιο hard rock νόρμες του Weiki. Πάρα πολύ καλό τραγούδι, με τον Kiske να κεντάει φωνητικά και πάλι, έχοντας σε αυτό την μερίδα του λέοντος. Σαν τραγούδι μοιάζει να κοιτάει προς τα “Keeper…” μεν αλλά και κάπως σε “Pink Bubbles…” περίοδο. Επικότατο πολυφωνικό refrain με μπροστάρη τον Kiske και πολύ ωραία γέφυρα, όπως και πού ωραία speed-ατο κουπλέ. Κλασικό πολύ ωραίο σολάρισμα από τον Weiki και μια πολύ όμορφο και γκαζωμένη δισολία είναι στις εξτρά πινελιές του τραγουδιού. Όμως η δεύτερη σύνθεση που φωνάζει Weikath είναι αυτή που μου κόλλησε παραπάνω, μόλις 3 λεπτάκια τραγούδι, αλλά τόσο μα τόσο HELLOWEEN χαβαλετζίδικης λογικής που σε πάει πολύ πίσω στο χρόνο, κάπου σε κάποια γυρίσματα είναι σαν να βρίσκεται κάπου στην ατμόσφαιρα ο ”Dr, Stein”. Αυτό λοιπόν λέγεται ”Under the moonlight” και είναι απίστευτο κόλλημα. Περίεργο άνοιγμα με την κιθάρα στα πρώτα 5-6 δευτερόλεπτα μέχρι να δώσει ο Kiske το έναυσμα για να μπει το πανέξυπνο και πανέμορφο riff του. Το κουπλέ μπαίνει πραγματικά πανηγυρικά, μέχρι να κατέβει ο τόνος στην μικρή μυστήρια γέφυρα του και κάπου εκεί να πεταχτεί ο ”Dr.” στο refrain σκάλωμα. Τραγουδιστικά τα ηνία κρατάει και εδώ με εκπληκτικό τρόπο ο Kiske, όσο για το τσαχπίνικο σολάρισμα αλλά και τα εφέ στο κλείσιμο του τραγουδιού φωνάζουν και αυτά κάτι από ”δόκτορα”.
Για το τέλος μου έμεινε το ”Hand of God”, που σίγουρα φέρει σφραγίδα και υπογραφή Sascha Gerstner, απλά με ένα ερωτηματικό αν είναι μόνος ή με παρέα τον Deris. Καταλαβαίνεις πως είναι ο Sascha στο τραγούδι, γιατί έχει αυτήν την πιο σκοτεινή λογική και νοοτροπία που συχνά πυκνά μας έχει βγάλει σε δίσκους του γκρουπ έχοντας γράψει εξαιρετικά τραγούδια. Ο Deris εδώ είναι ο μπροστάρης στα φωνητικά μιας και έτσι και αλλιώς τέτοιου τύπου τραγούδια του πάνε ταμάμ στην φωνή του, οι υπόλοιποι τον υποστηρίζουν στο σημείο της μικρής γέφυρας και στο refrain αφήνοντας τον όμως πάντα ως μπροστινό. Πολύ ωραίο τραγούδι και αυτό, απλά ίσως το βρει κάποιος λίγο εκτός κλίματος του υπόλοιπου δίσκου, κυρίως γιατί είναι το μοναδικό που έχει αυτήν την λογική που προανέφερα. Μολαταύτα, ο Deris σε κερδίζει απευθείας στο κουπλέ, ενώ και στο refrain είναι σαν να περιμένεις να τον ακούσεις συναυλιακά να σου δώσει τον τόνο. Το κομμάτι των solos δε είναι εξαιρετικό με πολύ ωραία μετάβαση από την μια κιθάρα στην άλλη.
Για τους μουσικούς νομίζω πως δεν χρειάζεται να πει κανείς πολλά, άλλωστε για τους περισσότερους είπαμε ότι ήταν σε ένα γενικό πλαίσιο στην περιγραφή των τραγουδιών. Τα πιο σημαντικά σημεία σε αυτόν τον τομέα είναι πως οι τρεις φωνές λειτουργούν ακόμα καλύτερα και πιο αρμονικά σε σχέση με την προηγούμενη δουλειά τους. Από φόρμα τώρα, νομίζω πως δεν είχαμε καμία αμφιβολία πως θα ήταν όλοι τους όπως τους πρέπει, ίσως να βάλουμε ένα ποντάκι πάνω στον Kiske σε σχέση με πριν, που μοιάζει πιο απελευθερωμένος και χαλαρός εδώ. Οι τρεις κιθάρες των Weikath, Gerstner και Hansen δεν νομίζω πως υπήρχε περίπτωση να έχουν κάποιο ψεγάδι ούτε και εδώ, γεμάτοι με όρεξη και διάθεση όλοι τους, έτσι ακριβώς όπως τους αφήσαμε και πριν, συνεχίζουν ακάθεκτοι. Ο καθένας παίρνει τον χώρο που θέλει, κάνουν τις πάσες τους, τις εναλλαγές τους, τις δισολίες και τις τρισολίες τους και όλα άψογα.
Οι μόνοι που θα ήθελα να εξάρω λίγο παραπάνω είναι οι λεβέντες του rhythm section. Αυτοί δηλαδή που στηρίζουν όλους τους υπόλοιπους από κάτω. Ο λόγος είναι πως αυτήν την φορά δεν μετέχουν στην σύνθεση και κάπου τους ξεχνάμε αδίκως. Ο μεν Dani Löble είναι πάντα μια ήρεμη και σταθερή δύναμη στα τύμπανα, αλλά εδώ όπως μας έχουν πληροφορήσει έχει δουλέψει με 3 διαφορετικά kit τα κομμάτια για να βρει ποιο του ταίριαζε καλύτερα ηχητικά στο κάθε κομμάτι και να ηχογραφήσει με αυτό. Πράγμα που δείχνει έναν άνθρωπο που δεν κάθεται απλά πίσω από το kit για να εκτελέσει απλά τον ρόλο που έχει στο rhythm section. Επίσης ένα μπράβο γιατί όπου χρειάζεται να βγει μπροστά ή να γεμίσει το κάνει για μια ακόμη φορά εξαιρετικά. Ο δε είναι φυσικά ο Markus Grosskopf που ως χασάπης μπορεί να μην έκανε καριέρα μικρός, έκανε όμως μπασίστας και ως μουσικός. Εδώ ναι μεν δεν προσφέρει σε κάποια σύνθεση, όπως έκανε στο προηγούμενο άλμπουμ, αλλά και σε άλλα κατά το παρελθόν με κάποιες πολύ ωραίες ομολογουμένως συνθέσεις και ας μην είναι ένας κατεξοχήν συνθέτης. Όμως είναι εδώ όπως πάντα λίρα εκατό με το μπάσο ”κανόνι” του, να χτίζει το wall of sound που πρέπει μαζί με τον Löble. Όπως και να βάζει τις δικές του προσωπικές πινελιές με τις μπασογραμμές του , όταν πρέπει να βγει μπροστάρης ή να ακολουθήσει τις κιθάρες κατά πόδας. Όπως είπα και πριν εξαίρετος μουσικός και μια ήρεμη δύναμη πάντα για το γκρουπ.
Εν κατακλείδι λοιπόν και για να κλείσουμε το κείμενο σχετικά με το καινούργιο άλμπουμ τον αγαπημένων μου – μας HELLOWEEN. Το ”Giants & Monsters” είναι αυτό που έπρεπε να είναι ως συνέχεια του ομώνυμου δίσκου της μπάντας που κυκλοφόρησε το 2021, δηλαδή ένας δίσκος που συνεχίζει από εκεί που το άφησε ο προηγούμενος και το πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Μιας και μιλάμε για ένα άλμπουμ που είναι και στην γενική του εικόνα κατά κάτι καλύτερος από τον προηγούμενο. Οι HELLOWEEN λοιπόν καταφέρνουν και πάλι να κάνουν ένα άλμπουμ που τιμά την ιστορία και το όνομα που έχουν χτίσει ως ηγέτες του power metal και δείχνουν σε εξαιρετική φόρμα και διάθεση. Τι άλλο λοιπόν να ζητήσει κανείς από αυτούς, είπαμε συνέχειες ”Keeper…”, ”Walls…” και παρελθοντολαγνείες δεν υπάρχουν εδώ, δεν χρειάζονται και δεν έχουν θέση κατ’ εμέ σε αυτή την μπάντα όπως είναι σήμερα. Αντιθέτως αυτά που χρειάζονται και θέλουμε υπάρχουν και με το παραπάνω, δηλαδή χαρακτήρα, εμπειρία και ξεκάθαρη διάθεση να δημιουργούν μουσική με την οποία δείχνουν ξεκάθαρα πως ευχαριστιούνται αυτό που κάνουν. Να είστε λοιπόν σίγουροι πως όσοι θέλετε να τους ακούσετε και πάλι να το κάνουν υπό αυτό το πρίσμα δεν θα απογοητευθείτε σε καμία περίπτωση. Δίσκος που νομίζω θα κιόλας πως θα μπει πάρα πολύ ψηλά και όχι άδικα στις διάφορες λίστες συντακτών και αναγνωστών στο τέλος του χρόνου, στην δική μου ήδη έχει πιάσει μια θέση στην 5άδα όπως το κόβω.
Υ.Γ.: Τους χρωστώ ένα 2πλο ραδιοφωνικό αφιέρωμα μέσα από το ιντερνετικό ραδιόφωνο του rockhard.gr , κάτι που υπόσχομαι πως θα το πράξω εντός της νέας σεζόν κάποια στιγμή.
8,5 / 10 μιας και είναι η ώρα να βάλουμε και κάνα βαθμό (Τιμίως και Ευσυνειδήτως).
Ενώ με το χέρι στην καρδιά ένα μισαδάκι παραπάνω λόγω αγάπης, λατρείας και νοσταλγίας 9 / 10, αν και με τα συνεχή ακούσματα μπορεί και να το κερδίσει και αυτό με το σπαθί του !!!
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Marching Out” – YNGWIE MALMSTEEN ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985 ΕΤΑΙΡΙΑ: Polydor ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Yngwie Malmsteen ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρα: Yngwie Malmsteen
Φωνητικά: Jeff Scott Soto
Μπάσο: Marcel Jacob
Τύμπανα: Anders Johansson
Πλήκτρα: Jens Johansson
Σαράντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το “Marching Out” του Yngwie Malmsteen εξακολουθεί να πυροδοτεί συζητήσεις γύρω από το όριο ανάμεσα στην τεχνική δεξιοτεχνία και τη συνθετική ουσία. Σε μια εποχή που το shred αντιμετωπίζεται συχνά ως μουσικό ακροβατικό, επιστρέφουμε σε έναν δίσκο που προσπάθησε –και εν πολλοίς πέτυχε– να δώσει μορφή, χαρακτήρα και μύθο στο επικό νεοκλασικό κιθαριστικό ύφος.
Μετά την εκρηκτική είσοδό του στη δισκογραφία με το “Rising Force” (1984), ένα σχεδόν αμιγώς ορχηστρικό άλμπουμ που έθεσε τα θεμέλια για το νεοκλασικό metal, ο Σουηδός βιρτουόζος κιθαρίστας Yngwie J. Malmsteen επιστρέφει μόλις ένα χρόνο αργότερα με το “Marching Out”, έναν δίσκο σαφώς πιο προσανατολισμένο στη φόρμα του συγκροτήματος, με φωνητικά, που δεν περιορίζεται πλέον στον εντυπωσιασμό του shred, αλλά επιδιώκει να χτίσει κόσμους και χαρακτήρες μέσα από νότες και στίχους.
Η μετατόπιση αυτή από το επίκεντρο της δεξιοτεχνίας προς μια πιο κλασική heavy metal μορφή γίνεται χωρίς απώλεια της προσωπικής σφραγίδας του Malmsteen. Το “Marching Out” δεν είναι λιγότερο φιλόδοξο ή εντυπωσιακό από τον προκάτοχό του· είναι όμως περισσότερο δίσκος τραγουδιών. Ο Jeff Scott Soto αναλαμβάνει τα φωνητικά και φέρνει μια θεατρική ερμηνεία με έντονη αναφορά στον Dio, που δένει ιδανικά με το ύφος των συνθέσεων, ενώ η υπόλοιπη μπάντα – Jens Johansson στα πλήκτρα, Anders Johansson στα τύμπανα και Marcel Jacob στο μπάσο – λειτουργεί ως καλοκουρδισμένη νεοκλασική μηχανή.
Το “Marching Out” είναι ένα άλμπουμ που αντλεί θεματικά από τον μυστικισμό, τη μάχη, την εξουσία, αλλά και προσωπικές εσωτερικές συγκρούσεις. Τραγούδια όπως το “Soldier Without Faith” και το “On the Run Again” αναδεικνύουν μια αφηγηματική διάσταση που έλειπε από το “Rising Force”. Οι στίχοι δεν είναι απλώς συνοδευτικοί της μουσικής – φιλοδοξούν να ζωγραφίσουν σκηνές επικών συγκρούσεων και συναισθηματικών κορυφώσεων. Αυτή η κινηματογραφική διάθεση κορυφώνεται στο “I Am a Viking”, ένα από τα πιο εμβληματικά κομμάτια του Malmsteen, όπου το επικό ρεφρέν και η ανελέητη κιθαριστική επίθεση λειτουργούν σαν πολεμική ιαχή και είναι γραμμένο για τον Graham Bonnet και τον επεισοδιακό τρόπο που έφυγε από τους ALCATRAZZ.
Αναπόφευκτα, η τεχνική του Malmsteen αποτελεί σημείο αναφοράς σε όλο τον δίσκο. Η ταχύτητα και η ακρίβεια του παιξίματος του δεν είναι απλώς μέσο εντυπωσιασμού – είναι εργαλείο εκφραστικό. Παράλληλα, συνθέσεις όπως το “Disciples of Hell” συνδυάζουν τη θεατρικότητα με ένα σκοτεινό, απειλητικό mid-tempo riffing που θυμίζει Dio, ενώ το “Caught in the Middle” δείχνει τις δυνατότητες του Malmsteen να γράψει πιο προσβάσιμες, σχεδόν ραδιοφωνικές συνθέσεις, χωρίς να θυσιάζει την προσωπική του «γλώσσα».
Η παραγωγή, από τον ίδιο τον Malmsteen, είναι σαφώς πιο “γεμάτη” και στιβαρή από το ντεμπούτο του. Τα φωνητικά είναι καθαρά και μπροστά, η κιθάρα φυσικά παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, τα πλήκτρα δεν είναι διακοσμητικά αλλά συστατικά της σύνθεσης. Το μιξάρισμα αναδεικνύει την ορμή χωρίς να θυσιάζει τη σαφήνεια – κάτι που δεν ήταν δεδομένο για τις shredding παραγωγές της εποχής.
Το “Marching Out” δεν είναι απλώς η συνέχεια του “Rising Force”. Αν το πρώτο άλμπουμ ήταν η απόδειξη ικανοτήτων, το δεύτερο είναι η απόπειρα οικοδόμησης ενός μουσικού κόσμου ολοκληρωμένου, επικού, φαντασμαγορικού, όπως τον είχε στο μυαλό του ο Malmsteen σε εκείνη τη νεαρή ηλικία.
Μπορεί σήμερα να φαίνεται ως μέρος μιας παλαιότερης εποχής, αλλά η επιρροή του ““Marching Out” ” σε δεκάδες shredders, power metal κιθαρίστες και νεοκλασικούς συνθέτες είναι αναμφισβήτητη. Πρόκειται για ένα έργο-ορόσημο, όχι μόνο στην ιστορία του Malmsteen αλλά και στο ίδιο το ιδίωμα του neoclassical metal.
Did You Know That ….
Το “Marching Out” ηχογραφήθηκε σε μόλις 3 εβδομάδες καθώς ο Malmsteen ήθελε να συλλάβει την ενέργεια της μπάντας σχεδόν live.
Ο Jeff Scott Soto ηχογράφησε όλα τα φωνητικά μέσα σε 4 ημέρες, χωρίς σχεδόν καθόλου overdubs. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι «η ενέργεια στο στούντιο ήταν εκρηκτική αλλά και στρατιωτική».
Ο τίτλος του άλμπουμ ““Marching Out” ” προέκυψε από… εσωτερικό αστείο. Η φράση χρησιμοποιούνταν ειρωνικά από τα μέλη της μπάντας κάθε φορά που έπρεπε να φύγουν βιαστικά για περιοδεία ή τηλεοπτικό γύρισμα – ο Malmsteen τελικά την υιοθέτησε ως τίτλο.
Το εξώφυλλο του άλμπουμ ήταν αντικείμενο διαφωνίας. Ο Malmsteen ήθελε κάτι πιο «πολεμικό» με δόση φαντασίας, ενώ η δισκογραφική επέμενε σε πιο “rock star” απεικόνιση. Τελικά επελέγη μια συμβιβαστική λύση με εικαστικά που παραπέμπουν σε ρομαντικό ηρωισμό.
Το τραγούδι “On the Run Again” είναι επανηχογράφηση. Προέρχεται από το πρώιμο συγκρότημα του Malmsteen, τους STEELER, και αρχικά λεγόταν “Victim of the City”. Ο Malmsteen κράτησε τη βασική σύνθεση, αλλά μετέτρεψε πλήρως την ενορχήστρωση.
Οι σχέσεις μεταξύ των μελών της μπάντας ήταν τεταμένες. Ο μπασίστας Marcel Jacob αποχώρησε μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ λόγω προστριβών, και αργότερα σχημάτισε τους TALISMAN με τον Jeff Scott Soto.
Το “Disciples of Hell” παραλίγο να λογοκριθεί. Ο τίτλος του κομματιού οδήγησε σε περιορισμένη ραδιοφωνική και τηλεοπτική κάλυψη στις ΗΠΑ, παρότι οι στίχοι είναι καθαρά φανταστικοί.
Οι τίτλοι των ορχηστρικών κομματιών δόθηκαν την τελευταία στιγμή, με βάση ένα σημειωματάριο του Malmsteen με ιστορικές χρονολογίες και λέξεις που του ακούγονταν “δραματουργικές”.
Ο τραγουδιστής των SAXON, Biff Byford, αποκάλυψε ότι υποβλήθηκε πρόσφατα σε επέμβαση για την αφαίρεση «ενός μικρού όγκου» από τον «προστάτη» του. Τώρα θα υποβληθεί σε χημειοθεραπεία για «σύντομο χρονικό διάστημα», γεγονός που θα έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση ορισμένων εμφανίσεων και την αναβολή αρκετών άλλων.
Ο τραγουδιστής των SAXON, δημοσίευσε ένα βιντεομήνυμα μέσω των επίσημων social media του συγκροτήματος, στο οποίο είπε: «Γεια σας, είμαι ο Biff από τους SAXON. Θέλω να σας κρατήσω ενήμερους για το τι συμβαίνει με την υγεία μου και γιατί χρειάστηκε να ακυρώσουμε κάποιες συναυλίες.
Λοιπόν, ναι, αρρώστησα και, προφανώς, όπως ξέρετε, είχα καρδιακό πρόβλημα. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν η καρδιά. Έκανα μια μαγνητική τομογραφία στον προστάτη πριν πάω στην Αμερική πριν από μερικούς μήνες, η οποία ήταν εντάξει, αλλά βρήκαν μια σκιά, έναν όγκο, έναν μικρό όγκο, τον οποίο δεν γνώριζαν ότι υπήρχε. Γι’ αυτό έπρεπε να γίνει η επέμβαση πολύ γρήγορα, στις 8 Ιουλίου.
Δεν μας αρέσει ποτέ να ακυρώνουμε ή να αναβάλουμε συναυλίες — είναι απολύτως χάλια — οπότε έχω ξεπεράσει πλέον την επέμβαση. Έχουν περάσει πέντε εβδομάδες από τότε που έκανα την επέμβαση. Ήταν ένας μικρός όγκος. Δυστυχώς, πρέπει να κάνω για λίγο χημειοθεραπεία, αυτό που αποκαλούν mop-up, σε περίπτωση που υπάρχει κάτι που δεν εντοπίστηκε. Η επέμβαση ήταν επιτυχής, αφαίρεσαν όλο τον καρκίνο, αλλά πρέπει να σιγουρευτούν ότι δεν υπάρχει κάτι που κυκλοφορεί στο αίμα μου.
Έτσι, θα χρειαστεί να ακυρώσουμε τις συναυλίες στις 22 και στις 29 Αυγούστου και επίσης να αναβάλουμε τις εμφανίσεις στην Ισπανία και τη Γαλλία. Αυτές θα μεταφερθούν για τον Απρίλιο και τον Μάιο του επόμενου έτους. Οι συναυλίες του Νοεμβρίου στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία θα πραγματοποιηθούν κανονικά. Αυτό θα είναι υπέροχο. Μέχρι τότε θα έχω αναρρώσει. Οπότε όλα θα πάνε καλά.
Λυπάμαι, γιατί μισούμε να ακυρώνουμε συναυλίες, αλλά ήθελα να ξέρετε τι συμβαίνει, γιατί πολλοί υπέθεσαν ότι ήταν κάτι με την καρδιά μου. Βρήκαν απλώς αυτόν τον μικρό όγκο και τον αφαίρεσαν αμέσως. Οπότε, η πρόγνωση — νομίζω αυτή είναι η σωστή λέξη — είναι καλή. Η θεραπεία μου προχωράει. Νιώθω καλά αυτή τη στιγμή.
Γράφω το νέο άλμπουμ των SAXON, το ολοκληρώνω, κανονίζω, γράφω στίχους και μελωδίες. Αυτό είναι το θετικό του να έχεις λίγο ελεύθερο χρόνο. Έχω χάσει επίσης αρκετό βάρος, που είναι επίσης θετικό.
Θα σας δούμε όλους τον Νοέμβριο. Και κρατήστε την πίστη. Να έχετε ένα υπέροχο καλοκαίρι και θα σας κρατώ ενήμερους για το τι συμβαίνει. Εντάξει; Λοιπόν, ναι. Ειρήνη και ηρεμία.»
Στην ανάρτηση που συνόδεψε το video, οι SAXON έγραψαν: «Μετά την ανακοίνωση του Ιουνίου σχετικά με την επείγουσα επέμβαση του Biff, θα θέλαμε να μοιραστούμε μαζί σας ένα ειδικό μήνυμα από τον Biff για τους θαυμαστές σχετικά με την πορεία ανάρρωσής του από τον καρκίνο και όλα όσα περνάει από τη στιγμή της διάγνωσής του μετά την ιαπωνική περιοδεία του συγκροτήματος στα τέλη Απριλίου. Ο Biff αναφέρεται επίσης στην αναβολή των επερχόμενων εμφανίσεων των SAXON στη Γαλλία και την Ισπανία για τον Απρίλιο και Μάιο του επόμενου έτους, ενώ υποβάλλεται σε σύντομη χημειοθεραπεία, αλλά οι γιατροί τον έχουν διαβεβαιώσει ότι η πρόγνωσή του για το μέλλον είναι θετική. Όλα τα εισιτήρια θα παραμείνουν έγκυρα για τις νέες ημερομηνίες, οι οποίες θα ανακοινωθούν σύντομα στα social media των SAXON.
Δυστυχώς, η θεραπεία του Biff επηρεάζει επίσης τις επερχόμενες εμφανίσεις του συγκροτήματος στα φεστιβάλ Trutnoff Open Air και Neuborn Open Air, με την εμφάνιση αυτού του μήνα να ακυρώνεται και την εμφάνιση στο Neuborn να μεταφέρεται πλέον στην έκδοση του φεστιβάλ για το 2026.
Ο Biff θα ήθελε να διαβεβαιώσει τους θαυμαστές ότι τόσο η ειδική περιοδεία “Hell, Fire And Steel” σε Ηνωμένο Βασίλειο και Ιρλανδία τον Νοέμβριο θα πραγματοποιηθεί κανονικά, όσο και η εμφάνιση των SAXON ως headliners στο Metal Hammer Paradise στο Lübeck της Γερμανίας. Η περιοδεία “Hell, Fire And Steel” στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι ήδη κοντά στο sold out, οπότε οι fans καλούνται να προμηθευτούν τα τελευταία εισιτήρια γρήγορα για να αποφύγουν την απογοήτευση, καθώς αυτή θα είναι η τελευταία ευκαιρία να δουν τους SAXON φέτος σε Ηνωμένο Βασίλειο και Ιρλανδία και να ακούσουν ολόκληρο το κλασικό άλμπουμ ‘Wheels Of Steel’ παιγμένο από την αρχή μέχρι το τέλος για τελευταία φορά.»
Ο Tomas Lindberg των Σουηδών πιονέρων του μελωδικού death metal, AT THE GATES, δέχεται «24ωρη» φροντίδα σε αδιευκρίνιστο νοσοκομείο, αφού διαγνώστηκε με αδενοειδές κυστικό καρκίνωμα (ACC), έναν σπάνιο, αργά αναπτυσσόμενο αλλά επιθετικό καρκίνο που συνήθως αναπτύσσεται στους σιελογόνους αδένες, ιδιαίτερα στους μικρούς σιελογόνους αδένες της κεφαλής και του λαιμού.
Ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου, οι AT THE GATES, εξέδωσαν την παρακάτω ανακοίνωση από τα μέσα κοινωνικής τους δικτύωσης:
“Θέλουμε να αφιερώσουμε λίγο χρόνο για να σας ενημερώσουμε σχετικά με το τι συμβαίνει με τους AT THE GATES και, για να το κάνουμε αυτό, πρέπει να γυρίσουμε περίπου ενάμιση χρόνο πίσω. Παρακάτω θα βρείτε ένα μήνυμα από τον Tomas, γραμμένο τον περασμένο Μάρτιο του 2025, όπου αναλογίζεται τους τελευταίους 15 μήνες και τους λόγους για τη σιγή ασυρμάτου. Ωστόσο, στις αρχές Μαΐου, ο Tomas παρουσίασε μια υποτροπή στην υγεία του. Από τότε νοσηλεύεται και λαμβάνει εξειδικευμένη φροντίδα σε ειδική πτέρυγα, όπου παρακολουθείται στενά όλο το 24ωρο. Αν και αυτή είναι μια δύσκολη περίοδος, παραμένουμε θετικοί, αλλά ακόμη και στο καλύτερο σενάριο γνωρίζουμε ότι η ανάρρωση θα χρειαστεί πολύ χρόνο. Σας ζητούμε να σεβαστείτε την ιδιωτικότητα του Tomas και της οικογένειάς του αυτήν την περίοδο. Ξέρουμε πόσο πολύ σημαίνουν για εκείνον το συγκρότημα και η μουσική — ο Tomas είναι απίστευτα περήφανος για το νέο άλμπουμ των AT THE GATES στο οποίο δουλεύουμε, και θα προσπαθήσουμε να σας δώσουμε περισσότερες λεπτομέρειες για αυτή την επερχόμενη κυκλοφορία πολύ σύντομα. Σας ευχαριστούμε για τη συνεχή υποστήριξη, την υπομονή και την κατανόησή σας. AT THE GATES 15 Αυγούστου 2025
Tomas: «Γεια σε όλους. Υποθέτω ότι μερικοί από εσάς μπορεί να αναρωτιέστε γιατί επικρατεί τόση σιωπή από το στρατόπεδο των AT THE GATES τελευταία. Λοιπόν, τον Δεκέμβριο του 2023 διαγνώστηκα με αδενοειδές κυστικό καρκίνωμα (έναν καρκίνο στο στόμα και τον ουρανίσκο) και από τότε έχω περάσει πολλά, ήταν μια πολύ δύσκολη χρονιά. Πρώτα έγινε μια μεγάλη χειρουργική επέμβαση, όπου αφαιρέθηκε μεγάλο μέρος του πάνω μέρους του στόματός μου. Αυτό ακολούθησε ακτινοθεραπεία διάρκειας δύο μηνών, και από τότε είναι ένας μακρύς και δύσκολος δρόμος προς την ανάρρωση. Τώρα, στις αρχές του 2025, βρήκαν κάποιες υπολειμματικές εστίες του καρκίνου, οι οποίες είναι μη προσβάσιμες με χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία. Έτσι, θα δούμε ποιο θα είναι το επόμενο βήμα, αλλά πιθανότατα κάποια μορφή χημειοθεραπείας, για να κρατηθεί ο καρκίνος υπό έλεγχο. Ευτυχώς, είχαμε ηχογραφήσει τα φωνητικά για τα demo του νέου άλμπουμ πριν συμβούν όλα αυτά. Η τελική εκδοχή των φωνητικών, αυτά που θα μπουν στο άλμπουμ, ηχογραφήθηκαν σε ΜΙΑ μέρα, κυρίως σε one takes, την ΗΜΕΡΑ πριν από την επέμβαση, για να βεβαιωθούμε ότι ΕΙΧΑΜΕ το άλμπουμ, τρόπον τινά. Έτσι, τα φωνητικά ηχογραφήθηκαν στην πραγματικότητα ΠΡΙΝ από το υπόλοιπο άλμπουμ… λίγο διαφορετικό, αλλά ένιωσα καλά που το ολοκληρώσαμε. Αποφασίσαμε λοιπόν να μην περιμένουμε άλλο για να κυκλοφορήσει αυτό το νέο άλμπουμ. Αρχικά είχαμε σκοπό να περιμένουμε μέχρι να ξέρουμε αν/πότε θα μπορούσα να τραγουδήσω ξανά, ώστε να μπορέσουμε να υποστηρίξουμε την κυκλοφορία με συναυλίες. Τώρα που όλα για το μέλλον είναι λίγο πιο αβέβαια, νιώθουμε καλά που μπορούμε να σας παραδώσουμε αυτό το άλμπουμ. Είναι ένα άλμπουμ για το οποίο είμαστε όλοι πολύ περήφανοι, και είναι η πρώτη φορά εδώ και 10 χρόνια που ο Jonas κι εγώ δουλέψαμε ξανά μαζί με τον Anders γράφοντας ολόκληρο άλμπουμ. Είναι λίγο περισσότερο μια επιστροφή στις «ρίζες», πιθανότατα καλύτερα περιγράφεται ως ένα μείγμα ανάμεσα στα δύο τελευταία άλμπουμ που κάναμε με τον Anders (“Slaughter of the Soul” και “At War with Reality”). Ελπίζω να το απολαύσετε όλοι! Σας παρακαλώ να σεβαστείτε ότι δεν θέλουμε να γίνει μεγάλο θέμα όλο αυτό, και ότι δεν θα δίνω συνεντεύξεις σχετικά με τον καρκίνο, τη θεραπεία ή την ανάρρωση. Απλώς θέλαμε να το μοιραστούμε ανοιχτά, καθώς θέλαμε να εξηγήσουμε στους fans μας γιατί μείναμε σιωπηλοί για τόσο καιρό. Ελπίζω να είστε όλοι καλά. Φροντίστε τον εαυτό σας, τους αγαπημένους σας και τον χρόνο που έχετε σε αυτή τη γη. Tomas Lindberg / Γκέτεμποργκ / Μάρτιος 2025»
Τι άλλο μένει να πούμε εμείς, παρά το ότι ευχόμαστε στον αγαπημένο μας Tomas, να αναρρώσει πλήρως και όσο πιο σύντομα γίνεται…
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Sacred heart” – DIO ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985 ΕΤΑΙΡΙΑ: Warner / Vertigo ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Ronnie James Dio ΣΥΝΘΕΣΗ:
Ronnie James Dio – φωνητικά
Vivian Campbell – κιθάρα
Jimmy Bain – μπάσο
Vinny Appice – τύμπανα
Claude Schnell – πλήκτρα
FINIS PER SOMNIVM REPERIO TIBI SACRA COR VENEFICVS OSTIVM AVRVM…
Η λάμψη πριν την σκιά
O Ronnie James Dio στα μέσα της δεκαετίας του 80 ήταν ήδη μια από τις πλέον ηγετικές μορφές της heavy metal μουσικής και μαζί με τον Ozzy δύο από τους ελάχιστους καλλιτέχνες που κατάφεραν στην προσωπική τους καριέρα να γίνουν άκρως ανταγωνιστικοί προς τις προηγούμενες μπάντες τους. Ακολουθώντας μια λαμπρή δεκαετία με RAINBOW και BLACK SABBATH θα απογειώσει το 1983 την καριέρα του με το λαμπρό “Holy diver”, ακολούθως με το υπέρλαμπρο “The last in line” και θα φτάσει ως το “Sacred heart” όπου για πρώτη φορά αυτός και η μπάντα του θα δείξουν κάποια σημεία κόπωσης. Λογικό νομίζω καθώς πίσω από την αστραφτερή πανοπλία και τον επικό ήχο του “Sacred heart”, υπήρχαν ήδη οι πρώτες ρωγμές.
Tο line up για τελευταία φορά θα ήταν το ίδιο αλλά κάπου η ορμητικότητα, το κέφι, ο αστραφτερός ήχος και οι «κοφτερές» συνθέσεις που είχαμε θαυμάσει στα δύο πρώτα άλμπουμ των DIO εδώ τα βρίσκουμε σε πιο μικρές ποσότητες. Είναι κακό άλμπουμ το “Sacred heart”; Όχι δεν είναι κακό, είναι πολύ καλό μάλιστα, απλά δεν έχει την σαρωτική ορμή των δύο πρώτων. Ούτε κανείς δε θα χαρακτήριζε το “Sacred heart” ως μια δουλειά μέτρια, παρόλα αυτά, εδώ θα διακρίνουμε για πρώτη φορά πως η μπάντα χάνει σταδιακά την ορμή της. Τα αίτια είναι λογικά, όπως και η κούραση από τα συνεχόμενα άλμπουμ και περιοδείες, αν και η τρικλίζουσα σχέση μεταξύ Dio και Campbell θα είναι ο κυριότερος λόγος που η λάμψη του άλμπουμ δεν είναι αυτή που περιμέναμε.
Ήταν το τελευταίο στούντιο άλμπουμ με τον Ιρλανδό στην κιθάρα, και τα σύννεφα πάνω από τη σχέση του με τον Dio είχαν ήδη αρχίσει να πυκνώνουν. Παρότι ο Campbell ήταν σημαντικό μέρος του ήχου και, κυρίως, του ύφους των δύο πρώτων άλμπουμ, ένιωθε πλέον όλο και πιο “μισθωτός” – χωρίς δημιουργική ελευθερία και χωρίς ίση μεταχείριση στα οικονομικά. Από την άλλη, ο Dio φέρεται να είχε προσωπικά προβλήματα τα οποία και αυτά μετέφεραν την ένταση στο στούντιο και κατ’ επέκταση στην μπάντα με αποτέλεσμα οι ηχογραφήσεις του “Sacred heart” να γίνουν υπό συνθήκες άγχους, πίεσης και κακής ατμόσφαιρας.
Το συγκρότημα στο στούντιο διασπάστηκε σε σχέση με ότι έκανε στα προηγούμενα άλμπουμ και ο κάθε μουσικός ξεχωριστά και μόνος ηχογράφησε τα δικά του μέρη. Παρά το γεγονός ότι ο ακροατής αφουγκράζεται, διαισθάνεται και καταλαβαίνει πως τα γρανάζια των DIO δεν γυρνούσαν τόσο αρμονικά πλέον, παρόλα αυτά το άλμπουμ ακούγεται εξαιρετικά ευχάριστα στις περισσότερες στιγμές του και περιέχει μερικές από τις πολύ σπουδαίες στιγμές τους.
Ηχογράφηση και παραγωγή
Το “Sacred heart” ηχογραφήθηκε στο Rumbo Recorders στο Λος Άντζελες (στο ίδιο studio όπου οι GUNS N’ ROSES θα έγραφαν αργότερα το “Appetite for destruction”), με παραγωγό τον ίδιο τον Dio και μηχανικό ήχου τον Angelo Arcuri, ο οποίος ήταν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της μπάντας αν και παράμεινε στο παρασκήνιο για πάντα. Ο Dio είχε πάντα εμμονή με τον έλεγχο και κανείς δεν θα το παρεξηγήσει γι’ αυτό, αφού η μπάντα ήταν δικό του παιδί. Ήθελε να έχει το τελευταίο λόγο για τα πάντα, αυτή την φορά όμως αυτό θα έφερνε τριβές με τους μουσικούς του, μιας και η πιο έντονη χρήση των πλήκτρων δεν θα τους έβρισκε όλους σύμφωνους. Το ηχητικό αποτέλεσμα του άλμπουμ είναι άρτιο, αλλά δεν υπάρχει πλέον τόσο η λυσσασμένη ορμή, ο κοφτερός ήχος,, το κέφι και η επιθετικότητα των προκατόχων του. Επαναλαμβάνω πάλι, για να μην παρεξηγηθώ: το άλμπουμ είναι καλό, αλλά κατώτερο σε πολλά σημεία σε σχέση με τα σχεδόν no filler άλμπουμ “Holy diver” και “Last in line”.
Τα τραγούδια
Με το χέρι στην καρδιά θα έλεγα πως για πρώτη φορά (ή δεύτερη;;) σε άλμπουμ του Dio θα βρούμε ότι βρίσκουμε στα άλμπουμ των SCORPIONS. Ίδια δομή τραγουδιών και κάποια επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Παράδειγμα, το δυναμικό “Like a beat of the heart” είναι ένα καινούργιο “One night in the city”, το “Just another day” κοπιάρει το “Neon knights”, το “Fallen angels” κοιτάει στα μάτια στο “Evil eyes”. Λειτουργούν θετικά; Ανάλογα πως θα το δείτε είναι, για μένα τα “Like a beat of the heart” και “Just another day” αξίζουν. Επιλογή σας όμως.. Από εκεί και πέρα, το υπεραγαπημένο μου και συντριπτικό heavy metal του “Hungry for heaven” ακόμα και σήμερα είναι υπόδειγμα, κατά την άποψή μου είναι από τα καλύτερα τραγούδια της καριέρας του.
Το τραγούδι γράφτηκε και για το soundtrack της ταινίας “Vision quest” (1985), κάτι που εξηγεί τη λιγότερο “επική” και περισσότερο radio-friendly προσέγγισή του, αλλά παραμένει μια τρομακτική σύνθεση. Το “Rock n roll children” (το single του άλμπουμ) σαφώς μια εμπορική προσπάθεια, αλλά έμεινε στην ιστορία και είναι από τις κορυφαίες στιγμές των DIO. Και για να μην με πείτε μεροληπτικό, ναι ξέρω πως είναι και τα δύο οι συνέχειες των “Rainbow in the dark” και “Mystery”. Αλλά κάνω τα στραβά μάτια γιατί τα λατρεύω και τα τέσσερα. Το ομώνυμο είναι ένα επικών διαστάσεων …έπος, που διατηρεί την παράδοση ότι τα ομώνυμα τραγούδια στα άλμπουμ του Dio να είναι κορυφαία. Χτισμένο πάνω σε mid tempo ρυθμό και φορτισμένη ατμόσφαιρα, η κιθάρα του Vivian Campbell ξεδιπλώνει τις πιο λυρικές πτυχές της και τα keyboards του Claude Schnell παίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία του ύφους της σύνθεσης. Απλά τέλειο.
Τo “King of rock n roll” λειτουργεί πολύ θετικά, ένα καθαρόαιμο heavy metal τραγούδι, με γρήγορο ρυθμό, ήταν φόρος τιμής στον Elvis Presley, τον οποίο ο Ronnie θαύμαζε από μικρός. Δεν κατάλαβα ποτέ αυτή την προσομοίωση του live που έχει βεβαια. Το “Another lie” είναι πολύ ικανοποιητικό, “Fallen angels” και “Shoot shoot” («Ήταν διασκεδαστικό στην πρόβα. Δεν έπρεπε να είχε μπει στον δίσκο» Είχε πει ο Dio) είναι ξεκάθαρα fillers, τέλος!
Εμπορική πορεία – όταν η καρδιά άρχισε να ραγίζει
Το “Sacred heart” κυκλοφόρησε στις 15 Αυγούστου 1985 μέσω της Warner Bros. στις ΗΠΑ και Vertigo στην Ευρώπη. Οι κριτικές υπήρξαν μεικτές. Κάποια περιοδικά αποθέωσαν την παραγωγή και τη φωνή του Dio, αλλά άλλοι – όπως το Kerrang! – μίλησαν για “πρώτα σημάδια κόπωσης”, ενώ το Rolling Stone το αγνόησε σχεδόν τελείως. Όμως εμπορικά δεν ήταν αποτυχία αφού έφτασε στο νο29 του Billboard 200 και έγινε χρυσός δίσκος λίγο αργότερα (500.000 πωλήσεις) στις ΗΠΑ, ενώ στην Ευρώπη πήγε ακόμα καλύτερα, ειδικά στη Γερμανία, στην Ιαπωνία και στη Μεγάλη Βρετανία. Παρόλα αυτά δεν συνάντησε την επιτυχία των “Holy diver” και “Last in line” όπου οι πωλήσεις τους ήταν υπερδιπλάσιες. Θα ήταν το τελευταίο άλμπουμ των DIO που θα γίνονταν χρυσό, μέχρι το 2009 όπου η συλλογή “The very beast of Dio” θα ξαναγίνονταν χρυσή, αν και είχε κυκλοφορήσει εννέα χρόνια νωρίτερα.
Το “Sacred heart” ΄συνολικά αντιμετωπίστηκε με συγκρατημένο ενθουσιασμό τελικά και δεν απέδωσε αυτά που προσδοκούσαν οι δημιουργοί του, πόσο μάλλον τα οικονομικά οφέλη που περίμενε ο Dio, από την τότε επερχόμενη και πανάκριβη περιοδεία που είχε οργανώσει με τον περίφημο μηχανικό δράκο, τα βεγγαλικά, τα φώτα, τα σπαθιά, τις μονομαχίες, τα laser και την τεράστια σκήνη. Μια περιοδεία σχεδόν καταστροφική, αφού πολλοί οπαδοί θεώρησαν ότι η έμπνευση του Dio είχε αρχίσει να φθίνει ή ότι έδινε υπερβολική έμφαση στο θέαμα και λιγότερο στη μουσική.
Οι ρήξεις – το τέλος της “χρυσής” μπάντας
Το “Sacred heart” αποτελεί την τελευταία λέξη και προσπάθεια της πιο δημιουργικής μορφής των DIO. Ποτέ ξανά οι DIO δεν θα ήταν το ίδιο, ποτέ δεν θα έφταναν ξανά σε τέτοια ύψη δημιουργικότητας, ενέργειας, επιθετικότητας και ευεξίας. Μπορεί το “Sacred heart” να είναι το λιγότερο καλό από τα τρία που έφτιαξαν όλοι μαζί, αλλά θα ξαναπώ ότι δεν είναι ένα κακό ή μέτριο άλμπουμ. Απλά δεν είναι τόσο καλό όσο οι προκάτοχό του. Το “Dream evil” που ακολούθησε και ήταν και αυτό πολύ αξιοπρεπές, έκλεισε ένα κύκλο, μεγάλης δημιουργίας με δυο all time classic άλμπουμ και άλλα δυο εξαιρετικά. Τα υπόλοιπα που κυκλοφόρησαν με πολύ διαφορετικές συνθέσεις τα επόμενα χρόνια, δεν μας άφησαν κάτι, παρά μόνο στιγμές, αλλά επί τις ουσίας τίποτα που να συγκρίνεται στα ίσια με ότι περιείχαν αυτά τα τέσσερα…
Επίλογος – και το τέλος μιας εποχής
Το “Sacred heart” δεν είναι το καλύτερο άλμπουμ των DIO, δυστυχώς όμως είναι το άλμπουμ όπου η μπάντα σταμάτησε να είναι οικογένεια πια. Εκεί που η πίεση, το άγχος και οι εσωτερικές διαμάχες επικράτησαν και νίκησαν τη χημεία και τον αυθορμητισμό. Αλλά ταυτόχρονα, παραμένει ένας δίσκος υψηλών προδιαγραφών, με μοναδική έκφραση, υπέροχες κιθάρες και μια μεγάλη δόση υπερηφάνειας, ακόμα και αν τα πάντα γύρω σιγά – σιγά πήγαιναν προς το χειρότερο. Ακούγοντάς τον σήμερα, σχεδόν 40 χρόνια μετά, αναρωτιέμαι μήπως αυτή ήταν η τελευταία εποχή που το metal πίστευε ακόμα σε δράκους, μάγους, ουράνια τόξα και ιερές καρδιές από φλόγα;
Ο Dave Mustaine των MEGADETH ανακοίνωσε ότι το επερχόμενο άλμπουμ της μπάντας, που αναμένεται στις αρχές του 2026, θα είναι το τελευταίο στούντιο άλμπουμ της καριέρας του. Ο Mustaine ανακοίνωσε την είδηση με μια κοινωνική ανάρτηση, στην παγκόσμια βάση οπαδών του και το fan club «Cyber Army» της μπάντας, με τον Mustaine να χρησιμοποιεί το alter ego του, τον Vic Rattlehead.
Παράλληλα, η πολυπλατινένια μπάντα ετοιμάζεται να ξεκινήσει μια παγκόσμια αποχαιρετιστήρια περιοδεία το ίδιο έτος, ενώ ο Mustaine προγραμματίζει και την κυκλοφορία της νέας του αυτοβιογραφίας, με περισσότερες λεπτομέρειες να αναμένονται τους επόμενους μήνες.
«Υπάρχουν τόσοι μουσικοί που έχουν φτάσει στο τέλος της καριέρας τους, είτε κατά τύχη είτε από επιλογή», δηλώνει ο Mustaine. «Οι περισσότεροι δεν έχουν την ευκαιρία να φύγουν με τους δικούς τους όρους και στην κορυφή — κι αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο βρίσκομαι τώρα. Έχω ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, έχω αποκτήσει εκατομμύρια θαυμαστές και το πιο δύσκολο απ’ όλα είναι να τους αποχαιρετήσω».
Ο ίδιος συνεχίζει: «Ανυπομονούμε να ακούσετε αυτό το άλμπουμ και να μας δείτε στην περιοδεία. Αν υπήρξε ποτέ η τέλεια στιγμή να κυκλοφορήσουμε νέο άλμπουμ, είναι τώρα. Αν υπήρξε ποτέ η τέλεια στιγμή να περιοδεύσουμε σε όλο τον κόσμο, είναι τώρα. Είναι επίσης η τέλεια στιγμή να σας πούμε ότι αυτό είναι το τελευταίο μας στούντιο άλμπουμ. Έχουμε αποκτήσει πολλούς φίλους όλα αυτά τα χρόνια και ελπίζω να σας δω όλους στην παγκόσμια αποχαιρετιστήρια περιοδεία μας. Μην θυμώσετε, μην λυπηθείτε — χαρείτε για εμάς, ελάτε να γιορτάσετε μαζί μου τα επόμενα χρόνια. Κάναμε μαζί κάτι πραγματικά υπέροχο, κάτι που πιθανότατα δεν θα ξανασυμβεί. Δημιουργήσαμε ένα μουσικό στυλ, ξεκινήσαμε μια επανάσταση, αλλάξαμε τον κόσμο της κιθάρας και τον τρόπο που παίζεται, και αλλάξαμε τον κόσμο. Οι μπάντες στις οποίες έπαιξα επηρέασαν τον κόσμο. Σας αγαπώ όλους γι’ αυτό. Σας ευχαριστώ για όλα».
Οι MEGADETH ολοκλήρωσαν πρόσφατα τις τελευταίες λεπτομέρειες του νέου τους δίσκου στο στούντιο. Η κυκλοφορία θα γίνει μέσω του προσωπικού label του Mustaine, Tradecraft, σε συνεργασία με το νέο imprint BLKIIBLK της Frontiers Label Group. Για την παραγωγή, τη μίξη και την ηχογράφηση, η μπάντα συνεργάστηκε ξανά με τον Chris Rakestraw, ο οποίος είχε αναλάβει και τα δύο προηγούμενα άλμπουμ: “The Sick, The Dying… And The Dead!” (2022) και “Dystopia” (2016).
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Venom” – BULLET FOR MY VALENTINE ΕΤΟΣΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 14 Αυγούστου 2015 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: RCA Records / Sony Music ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Colin Richardson, Carl Bown, BULLET FOR MY VALENTINE ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά / Κιθάρα (Rhythm) – Matt Tuck
Κιθάρα (Lead) – Michael Paget
Μπάσο / Backing Vocals – Jamie Mathias
Drums – Michael “Moose” Thomas
Όταν μια μπάντα βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο στη δισκογραφική της πορεία, κάθε επόμενο βήμα αποκτά τεράστια σημασία. Στην περίπτωση των BFMV, το “Venom” ήταν ακριβώς αυτό: η στιγμή που έπρεπε να αποδείξουν, τόσο στους οπαδούς όσο και στο ευρύτερο κοινό ότι μπορούν να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος ύστερα από το “Temper Temper” (2013), που δίχασε τους ακροατές λόγω της πιο εμπορικής κατεύθυνσής του. Η μπάντα λοιπόν έπρεπε να δείξει πως δεν έχει χάσει την ικανότητα να παράγει τον χαρακτηριστικό της ήχο που τους καθιέρωσε ως ένα από τα σημαντικότερα σχήματα της περασμένης δεκαετίας, με την ιδιαίτερη ικανότητα τους να συνδυάζουν το metalcore, το melodic metal και το heavy, παράγοντας βέβαια επιτυχημένους δίσκους.
Η εισαγωγή λειτουργεί σαν σκοτεινή, σχεδόν κινηματογραφική προετοιμασία για το πρώτο track “No Way Out”, ένα κομμάτι που συνδυάζει επιθετικά riffs, ωραίο rhythm section και ένα δυνατό ρεφρέν που μένει στο μυαλό. Ο Matt Tuck ακούγεται οργισμένος αλλά και συναισθηματικός, σαν να έχει στόχο να δείξει ότι η μπάντα του επέστρεψε. Η παραγωγή του Colin Richardson επιστρέφει στη φιλοσοφία που ανέδειξε την μπάντα στα “The Poison” και “Scream Aim Fire”: συμπαγής, με έντονα κιθαριστικά layers και μια ισορροπία ανάμεσα στα καθαρά και scream φωνητικά. Ο ήχος είναι στιβαρός, ενώ στις κιθάρες ακούμε riffs που θυμίζουν την πιο thrash πλευρά των BFMV, αλλά στα solos έχουμε μια πιο κλασική heavy metal αίσθηση. Σαν να λέμε πολύ απλά METALLICA στα riffs, MAIDEN στα solos…
Στα highlights του δίσκου συγκαταλέγεται το “You Want a Battle? (Here’s a War)”, με την εισαγωγή με τις πολλαπλές φωνές να προσθέτουν ένα στοιχείο θεατρικότητας, που ενισχύεται από το χορωδιακό ρεφρέν φτιαγμένο για συναυλίες. Από την άλλη, το “Army of Noise” δείχνει την πιο διασκεδαστική, χαλαρή διάθεση της μπάντας, με τις ταχύτητες αλλά και τις κιθάρες να μας θυμίζουν τις πρώτες μέρες τους. Το ομώνυμο κομμάτι “Venom” αποτελεί μια από τις ραδιοφωνικές στιγμές του άλμπουμ. Εδώ, οι BFMV αφήνουν για λίγο την ταχύτητα και εστιάζουν στην ατμόσφαιρα: οι κιθάρες χτίζουν ένα μουντό σκηνικό και τα φωνητικά να απευθύνονται στις ανάγκες της μπάντας για περισσότερο airplay στο ραδιόφωνο.
Σαν σύνολο, τα τραγούδια του άλμπουμ μοιάζει να χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: αφενός στην πρώτη, την πιο «επιθετική» με ήχο πιο εκρηκτικό και διάφορα ξεσπάσματα, αφετέρου την δεύτερη, πιο χαλαρή που εστιάζει περισσότερο στη μελωδία και την ατμόσφαιρα. Αυτό δημιουργεί μια καλή ισορροπία που το καθιστά ένα από τα πιο συνεκτικά άλμπουμ τους. Δεν είναι επαναστατικό για το είδος, αλλά είναι μια πολύ δυνατή υπενθύμιση του τι μπορούν κάνουν καλύτερα οι BFMV, ενώ σήμερα, 10 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το “Venom” στέκει ως μια από τις πιο σημαντικές στιγμές στη δισκογραφία τους.
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Archangel” – SOULFLY ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2015 ΕΤΑΙΡΙΑ: Nuclear Blast ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Matt Hyde ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, Κιθάρα – Max Cavalera
Κιθάρα – Marc Rizzo
Μπάσο – Tony Campos
Τύμπανα – Zyon Cavalera
Το “Archangel” είναι ο 10ος δίσκος των SOULFLY και κυκλοφόρησε σε μια περίοδο κατά την οποία ο ιθύνων νους της μπάντας, Max Cavalera, παρήγαγε αδιαλείπτως καινούργια μουσική. Μέσα στην τριετία 2013-2015 ο Max είχε κυκλοφορήσει 2 άλμπουμ με τους SOULFLY, το “Pandemonium” με τους CAVALERA CONSPIRACY και το ομώνυμο ντεμπούτο των KILLER BE KILLED. Τα αποτελέσματα δυστυχώς δεν τον δικαίωσαν, παρά μόνο στην περίπτωση του supergroup KILLER BE KILLED, όπου τα πράγματα κρατιόντουσαν σε αξιοπρεπές επίπεδο.
Πηγαίνοντας στα του “Archangel”, τα πράγματα ίσως ήταν λίγο καλύτερα από τον προκάτοχό του “Savages”, αλλα η μπάντα πραγματοποιούσε για ακόμα μια φορά μια χαμηλή πτήση. Η διάρκειά του (μόλις 36 λεπτά) το καθιστά το πιο σύντομο άλμπουμ της μπάντας, ενώ κάποιες καλές στιγμές χάνονται σε ένα σύνολο που αφήνει στον ακροατή μια αίσθηση ότι όλα τα έχει ξανακούσει και σε καλύτερη εκδοχή, σε κάποια προηγούμενη δουλειά της μπάντας. Αυτό που παρατηρείται επίσης είναι πως η διάκριση μεταξύ SOULFLY και CAVALERA CONSPIRACY εκείνη την περίοδο είχε εκλείψει, καθιστώντας τις δύο μπάντες ηχητικά σχεδόν ταυτόσημες, εγείροντας ερωτήματα στο κατά πόσο είχε πραγματικό νόημα ο Max να βρίσκεται σε αυτόν τον παραγωγικό οργασμό, ο οποίος τελικά μετατρέπεται σε αμετροέπεια.
Ένα στοιχείο, ας πούμε διαφοροποίησης με το παρελθόν, θα μπορούσαμε να πούμε πως ήταν το πλήθος των αναφορών από την Παλαιά Διαθήκη, στο στιχουργικό κομμάτι, το οποίο προσέδιδε μια ενιαία χαλαρή θεματολογία σε πολλά κομμάτια του δίσκου, χωρίς όμως να τον καθιστά concept με τη στενή έννοια του όρου όπως την έχουμε συναντήσει σε κυκλοφορίες από άλλες μπάντες. Δυστυχώς όμως ακόμα κι αυτό το στοιχείο δεν ήταν αρκετό για να ξεφύγει ο δίσκος από τη μετριότητα.
Συνολικά, το “Archangel” είναι μια από τις λιγότερο εντυπωσιακές δουλειές που μας έχει προσφέρει ο Max Cavalera, με την ποσότητα στο συνθετικό επίπεδο εν τέλει να λειτουργεί εις βάρος της ποιότητας του υλικού. Ευτυχώς ο θείος Max μάλλον το πήρε πρέφα και την επόμενη τριετία κατέβασε ταχύτητες, πήρε κάποιες ανάσες (πρόλαβε βέβαια να κυκλοφορήσει το “Psychosis” με τους CC) και επανήλθε πιο ουσιαστικός και σε αρκετά καλύτερη φόρμα, με το “Ritual” του 2018.
ΟΝΟΜΑΑΛΜΠΟΥΜ: “Dogs of war” – SAXON ΕΤΟΣΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Virgin Records / SPV Records ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Rainer Hänsel, Biff Byford ΣΥΝΘΕΣΗ:
Biff Byford – φωνή
Oliver Graham – κιθάρες
Nibbs Carter – μπάσο
Paul Quinn – κιθάρες
Nigel Glocker – τύμπανα
Το 1995, είχα παραγγείλει αυτό το άλμπουμ (Κρήτη, οπότε μόνο με αντικαταβολή τότε), δίχως να έχω ακούσει ούτε νότα. Τα κάναμε αυτά πότε-πότε. Οι SAXON μπορεί να είχαν μια θρυλική υπόσταση ήδη τότε, όμως δισκογραφικά, η αλήθεια είναι πως είχαν να βγάλουν καλό δίσκο παραπάνω από δεκαετία, με τα περισσότερα τραγούδια του κάθε τους δίσκου να μην έχουν διατηρηθεί καλά. Ελάχιστες οι εξαιρέσεις (μια-δυο από κάθε δίσκο), σε μια δεκαετία που κοιτούσαν περισσότερο στο πώς να γίνουν αρεστοί στο Αμερικάνικο κοινό, παρά στο πώς να γράψουν δυνατά τραγούδια, πέφτοντας σε πολλά ατοπήματα. Με το “Forever free” και το “Dogs of war” έκαναν μια συνειδητή προσπάθεια να αλλάξουν ρότα και να επιστρέψουν στα ριφ, στον πιο σκληρό ήχο, δηλαδή στις ρίζες τους. Μπορεί το “Dogs of war”, το δωδέκατο πλέον άλμπουμ τους, να έχει φάει αρκετή λάσπη, όμως ήρθε η ώρα να το αναγνωρίσουμε ως το καλύτερο άλμπουμ που μας έδωσαν οι Βρετανοί από το “Denim and leather” του 1981.
Είχαν ήδη περάσει τρία χρόνια από το προηγούμενο άλμπουμ, σε μια περίοδο όμως που η αποχή, μάλλον καλό έκανε σε ένα συγκρότημα με κλασικό προφίλ, αφού η μπάλα του εναλλακτικού ήχου είχε πάρει πολλούς και διάφορους. Ήταν το τρίτο άλμπουμ με την πολυεθνική Virgin Records, με ένα ακόμα στο συμβόλαιό τους, με τα δύο προηγούμενα να είχαν μικτή απήχηση. Ο Rainer Hänsel που είχε αναμιχθεί και στο “Forever free” ανέλαβε την παραγωγή μαζί με τον Byford, σε μια σειρά από συνθέσεις που ουσιαστικά παρουσίαζαν την συγκεχυμένη άποψη που είχαν οι SAXON για την μουσική ταυτότητά τους εκείνη την περίοδο, όμως για πρώτη φορά, μόνο τρία τραγούδια από τα δέκα που ηχογράφησαν, είναι για πέταμα, αλλά ευτυχώς τα υπόλοιπα επτά, είναι σαφώς ανώτερα της βάσης και ανεβάζουν τον πήχη στο άλμπουμ.
Τα διαμάντια του δίσκου, είναι αρκετά και κάποια από αυτά θα έμπαιναν και σε λίστα για Underrated gems. Σίγουρα το ομώνυμο τραγούδι, με την ατμόσφαιρα και το χαρακτηριστικό ριφ, αλλά και το ρεφραίν που σε ξεσηκώνει. Ένα τραγούδι που και σήμερα θεωρείται επίκαιρο με στίχους όπως: “Once the earth was calm and safe, but now the land’s a battle place, Firing shells into the air, where they land, no-one cares”.
To “Burning wheels” θα μπορούσε να είναι μια επιστροφή στο “Wheels of steel” τόσο στιχουργικά, όσο και μουσικά, λόγω του rock n’ roll ύφος του. Από κοντά και το “Demolition alley” που στα έξι του λεπτά, είναι γεμάτο με τα αγαπημένα μας κλισέ των Βρετανών. Το “Hold on” μπορεί να έχει φάει λάσπη, αλλά για μένα είναι από τα καλύτερα πιασάρικα τραγούδια που έχουν γράψει. Μαζί με το “Forever free”, το “Requiem”, το “Rock n’ roll gypsy”, αλλά με ένα απίστευτο ρεφραίν που ακούγεται πιο εφηβικό, πιο eighties. Το “The great white buffalo” παίζει να είναι και το λιγότερο μνημονευμένο έπος των SAXON. Εκτός από μια καλοστημένη σύνθεση, θεματικά μνημονεύει τους . Μιλάμε δηλαδή για δίσκο με τόσες αξιοσημείωτες αναφορές που ξεπερνά τόσους άλλους του συγκροτήματος, που για διαφορετικούς λόγους να διατηρούν καλύτερη φήμη – βλέπε “Crusader” για παράδειγμα.
Βέβαια, υπάρχουν και οι αστοχίες (σε εκνευριστικό σημείο) που προαναφέραμε. Όμως μετά από τόσες και τόσες μέτριες κυκλοφορίες, εύκολα κάνουμε στην άκρη κάτι “Don’t worry” (καλά ρε παιδιά τώρα, τι ρεφραίν από τα κατακάθια της Αμερικής μας δίνετε;!!!), και “Walking through Tokyo” (αθλιότητα, με κάθε καλή πρόθεση).
Το 1995, με το “Dogs of war” στις αποσκευές τους, οι Σάξονες, έβαλαν και πάλι πλώρη για να μας κατακτήσουν, επιστρέφοντας στα όπλα που είχαν και στο ξεκίνημά τους. Ευτυχώς, έδειχναν να απομακρύνονται από τον γυαλισμένο, ραδιοφωνικό (που λέγαμε μέχρι τότε) ήχο και με πιο δεμένες και τσαμπουκαλεμένες συνθέσεις. Τριάντα χρόνια αργότερα, πρέπει να αποδεχτούμε το άλμπουμ αυτό, ως την αρχή μια στροφής προς το heavy metal, με ποιότητα και σεβασμό στην ιστορία τους.
Did you know that:
Η πετυχημένη περιοδεία που ακολούθησε, μας έδωσε το δεύτερο μέρος του “The eagle has landed”, του ζωντανά ηχογραφημένου άλμπουμ, με συμμετοχή από τον Yngwie Malmsteen,
Αυτό ήταν η πρώτη τους κυκλοφορία που δεν βγήκε σε βινύλιο. Αυτό διορθώθηκε περίπου 20 χρόνια αργότερα.
Επειδή είμαστε και καλή παρέα, να πάμε και στα δικαστήρια. Ο Graham Oliver, φέρεται να υπέγραψε τα δικαιώματα προκειμένου να κυκλοφορήσει μια ζωντανή εμφάνιση των SAXON, δίχως να το συζητήσει με τους Glocker και Byford. Μετά που του έδωσαν τα παπούτσια στο χέρια, αυτός βρήκε τον παλιόφιλό του Steve Dawson (από τα ιδρυτικά μέλη των SAXON, από την εποχή που ονομαζόταν SON OF A BITCH και για μια δεκαετία). Επανέφεραν τον όνομα SON OF A BITCH μέχρι να τους έρθει η φαεινή ιδέα να εξασφαλίσουν τα δικαιώματα του ονόματος SAXON και να ξεκινήσει έτσι μια δικαστική διαμάχη, μέχρι να χάσουν βέβαια στα χαρτιά και να παραμείνουν ως “OLIVER/DAWSON SAXON”.
This mode enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode
Improves website's visuals
This mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode
Helps to focus on specific content
This mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode
Reduces distractions and improve focus
This mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode
Allows using the site with your screen-reader
This mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Online Dictionary
Readable Experience
Content Scaling
Default
Text Magnifier
Readable Font
Dyslexia Friendly
Highlight Titles
Highlight Links
Font Sizing
Default
Line Height
Default
Letter Spacing
Default
Left Aligned
Center Aligned
Right Aligned
Visually Pleasing Experience
Dark Contrast
Light Contrast
Monochrome
High Contrast
High Saturation
Low Saturation
Adjust Text Colors
Adjust Title Colors
Adjust Background Colors
Easy Orientation
Mute Sounds
Hide Images
Hide Emoji
Reading Guide
Stop Animations
Reading Mask
Highlight Hover
Highlight Focus
Big Dark Cursor
Big Light Cursor
Cognitive Reading
Virtual Keyboard
Navigation Keys
Voice Navigation
Accessibility Statement
rockhard.gr
April 26, 2026
Compliance status
We firmly believe that the internet should be available and accessible to anyone, and are committed to providing a website that is accessible to the widest possible audience,
regardless of circumstance and ability.
To fulfill this, we aim to adhere as strictly as possible to the World Wide Web Consortium’s (W3C) Web Content Accessibility Guidelines 2.1 (WCAG 2.1) at the AA level.
These guidelines explain how to make web content accessible to people with a wide array of disabilities. Complying with those guidelines helps us ensure that the website is accessible
to all people: blind people, people with motor impairments, visual impairment, cognitive disabilities, and more.
This website utilizes various technologies that are meant to make it as accessible as possible at all times. We utilize an accessibility interface that allows persons with specific
disabilities to adjust the website’s UI (user interface) and design it to their personal needs.
Additionally, the website utilizes an AI-based application that runs in the background and optimizes its accessibility level constantly. This application remediates the website’s HTML,
adapts Its functionality and behavior for screen-readers used by the blind users, and for keyboard functions used by individuals with motor impairments.
If you’ve found a malfunction or have ideas for improvement, we’ll be happy to hear from you. You can reach out to the website’s operators by using the following email
Screen-reader and keyboard navigation
Our website implements the ARIA attributes (Accessible Rich Internet Applications) technique, alongside various different behavioral changes, to ensure blind users visiting with
screen-readers are able to read, comprehend, and enjoy the website’s functions. As soon as a user with a screen-reader enters your site, they immediately receive
a prompt to enter the Screen-Reader Profile so they can browse and operate your site effectively. Here’s how our website covers some of the most important screen-reader requirements,
alongside console screenshots of code examples:
Screen-reader optimization: we run a background process that learns the website’s components from top to bottom, to ensure ongoing compliance even when updating the website.
In this process, we provide screen-readers with meaningful data using the ARIA set of attributes. For example, we provide accurate form labels;
descriptions for actionable icons (social media icons, search icons, cart icons, etc.); validation guidance for form inputs; element roles such as buttons, menus, modal dialogues (popups),
and others. Additionally, the background process scans all the website’s images and provides an accurate and meaningful image-object-recognition-based description as an ALT (alternate text) tag
for images that are not described. It will also extract texts that are embedded within the image, using an OCR (optical character recognition) technology.
To turn on screen-reader adjustments at any time, users need only to press the Alt+1 keyboard combination. Screen-reader users also get automatic announcements to turn the Screen-reader mode on
as soon as they enter the website.
These adjustments are compatible with all popular screen readers, including JAWS and NVDA.
Keyboard navigation optimization: The background process also adjusts the website’s HTML, and adds various behaviors using JavaScript code to make the website operable by the keyboard. This includes the ability to navigate the website using the Tab and Shift+Tab keys, operate dropdowns with the arrow keys, close them with Esc, trigger buttons and links using the Enter key, navigate between radio and checkbox elements using the arrow keys, and fill them in with the Spacebar or Enter key.Additionally, keyboard users will find quick-navigation and content-skip menus, available at any time by clicking Alt+1, or as the first elements of the site while navigating with the keyboard. The background process also handles triggered popups by moving the keyboard focus towards them as soon as they appear, and not allow the focus drift outside it.
Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Disability profiles supported in our website
Epilepsy Safe Mode: this profile enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode: this mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode: this mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode: this mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode: this mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Keyboard Navigation Profile (Motor-Impaired): this profile enables motor-impaired persons to operate the website using the keyboard Tab, Shift+Tab, and the Enter keys. Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Additional UI, design, and readability adjustments
Font adjustments – users, can increase and decrease its size, change its family (type), adjust the spacing, alignment, line height, and more.
Color adjustments – users can select various color contrast profiles such as light, dark, inverted, and monochrome. Additionally, users can swap color schemes of titles, texts, and backgrounds, with over seven different coloring options.
Animations – person with epilepsy can stop all running animations with the click of a button. Animations controlled by the interface include videos, GIFs, and CSS flashing transitions.
Content highlighting – users can choose to emphasize important elements such as links and titles. They can also choose to highlight focused or hovered elements only.
Audio muting – users with hearing devices may experience headaches or other issues due to automatic audio playing. This option lets users mute the entire website instantly.
Cognitive disorders – we utilize a search engine that is linked to Wikipedia and Wiktionary, allowing people with cognitive disorders to decipher meanings of phrases, initials, slang, and others.
Additional functions – we provide users the option to change cursor color and size, use a printing mode, enable a virtual keyboard, and many other functions.
Browser and assistive technology compatibility
We aim to support the widest array of browsers and assistive technologies as possible, so our users can choose the best fitting tools for them, with as few limitations as possible. Therefore, we have worked very hard to be able to support all major systems that comprise over 95% of the user market share including Google Chrome, Mozilla Firefox, Apple Safari, Opera and Microsoft Edge, JAWS and NVDA (screen readers).
Notes, comments, and feedback
Despite our very best efforts to allow anybody to adjust the website to their needs. There may still be pages or sections that are not fully accessible, are in the process of becoming accessible, or are lacking an adequate technological solution to make them accessible. Still, we are continually improving our accessibility, adding, updating and improving its options and features, and developing and adopting new technologies. All this is meant to reach the optimal level of accessibility, following technological advancements. For any assistance, please reach out to