Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 63

GRAVEN: Κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους με τίτλο “March of the broken”

0
Graven

Graven

Οι GRAVEN, το σκοτεινό one-man project του Ιταλού καλλιτέχνη Luca Pasini, καταφτάνει με ένα δυνατό ντεμπούτο: το “March of the Broken”, που κυκλοφορεί ήδη. Πρόκειται για μια καθηλωτική οδύσσεια μέσα από κινηματογραφικά black metal τοπία, ένα άλμπουμ που αφηγείται με ένταση και συναίσθημα την υπαρξιακή απόγνωση, την επιβίωση και την ψυχική ανάσταση, με υφές από μελαγχολικές μελωδίες και λυσσασμένη αγριότητα.

Γεννημένο μέσα από μια εξαιρετικά προσωπική εμπειρία, το “March of the Broken” αποτελεί μια εσωτερική διαδρομή κατάρρευσης και αναγέννησης, που αποδίδεται με έντονα εκφραστικούς όρους ως ένα ταξίδι σε αχαρτογράφητες περιοχές. Ο Pasini – η ιδιοφυΐα πίσω από κάθε πτυχή της δημιουργίας, σύνθεσης, εκτέλεσης και ηχογράφησης του άλμπουμ – αντλεί έμπνευση από θρυλικές black metal μορφές όπως οι Summoning και Caladan Brood, εμπλουτίζοντας τον ήχο με μελωδικό death metal και εξαγνισμένες post-black metal ατμόσφαιρες που θυμίζουν Insomnium και Drudkh. Η παραγωγή έγινε στα Aemme Recording Studios στο Λέκκο της Ιταλίας, ολοκληρώνοντας τον ηχητικό καμβά με έναν συνδυασμό ωμής και εκλεπτυσμένης δύναμης.

«Αυτό το άλμπουμ είναι η προσωπική μου ενηλικίωση. Μιλάει για το να καταστρέφεις, να ξαναχτίζεις και να σέρνεις ό,τι έχει απομείνει από εσένα μέσα από την καταιγίδα για να ανακαλύψεις τι πραγματικά επιβιώνει.» – Luca Pasini

Με το “March of the Broken”, οι GRAVEN συνεχίζουν να διευρύνουν τα όρια της επικής και ατμοσφαιρικής black metal αφήγησης, μέσα από όλο και πιο προσωπικά θέματα.

STREAMING & SOCIAL MEDIA LINKS:
Bandcamp: https://gravenlp.bandcamp.com/
HyperFollow: https://distrokid.com/hyperfollow/graven6/march-of-the-broken
Email: gravenbandlp@gmail.com

THE SHADOWS OF ITHACA: “Now That The Buffalo Has Gone”, το νέο video clip των Καβαλιωτών metallers

0
Ithaca

Ithaca

Οι Καβαλιώτες THE SHADOWS OF ITHACA δίνουν συνέχεια στη δραστηριότητά τους για την προώθηση του debut album “Hunt The Hunter”, με το νέο τους video clip που τιτλοφορείται “Now That The Buffalo Has Gone”, γιορτάζοντας παράλληλα τη συμπλήρωση 2 ετών από την ανεξάρτητη κυκλοφορία του εν λόγω δίσκου. Τα γυρίσματα έλαβαν χώρα στο “Wild West Camp” στη Λυδία Καβάλας, καθώς και στη Γριά Βάθρα της Σαμοθράκης. Το σενάριο του δεύτερου επίσημου μουσικού βίντεο της μπάντας, έχει ως βάση τους στίχους του τραγουδιού, που αφορούν το τέλος της κυριαρχίας των ιθαγενών πληθυσμών στη Βόρεια Αμερική, έπειτα από την έλευση των Ευρωπαίων.

Αξίζει να σημειωθεί πως το “Hunt The Hunter”, ηχογραφήθηκε στο “Nemesis Recording Studio” του Αναστάσιου Καραπαπάζογλου, στην Καβάλα, περιλαμβάνοντας επτά τραγούδια συνολικής διάρκειας 45 λεπτών: “’Mr. Incredible’”, “American Woman”, “Above The Water”, “Blue Cold Cell”, “Now That The Buffalo Has Gone”, “Hunt The Hunter”, “In Basements And Attics”. Το heavy metal υλικό χαρακτηρίζεται από μουσική ποικιλομορφία η οποία επιτρέπει στις hard rock, progressive και blues επιρροές  των δυο τραγουδοποιών να περνούν από ένα μοντέρνο, φρέσκο ηχητικό πρίσμα. Παθιασμένα φωνητικά, μελωδικές κιθάρες, περίπλοκες μα ουσιαστικές ενορχηστρώσεις, δύναμη και θεατρικότητα, είναι τα κύρια γνωρίσματα των τραγουδιών που καταπιάνονται με κοινωνικά και ιστορικά θέματα, δίχως να λείπει το βιωματικό στοιχείο. Καλόγρηας και Ρουμελιώτης, συναντήθηκαν στα τέλη του 2017 και δούλεψαν από κοινού πάνω στη μουσική, με τον τραγουδιστή να υπογράφει τους στίχους. Οι πρώτες ηχογραφήσεις σημειώθηκαν τον Απρίλιο του 2019, ωστόσο η ανώμαλη κατάσταση που προκλήθηκε λόγω covid, είχε ως αποτέλεσμα η όλη διαδικασία να μην ολοκληρωθεί πριν από τον Φεβρουάριο του 2022. Το πρώτο δείγμα της δουλειάς τους δόθηκε μέσω μιας ισχυρής διασκευής πάνω στο all time classic “American Woman” (σ.σ. πασίγνωστο hit των Καναδών superstars “The Guess Who”), video clip του οποίου αναρτήθηκε στο YouTube στις 29 Ιουνίου 2023, για να ακολουθήσει η κυκλοφορία του album σε digipack cd και digital format στις 7 Ιουλίου του ίδιου έτους.

Παρακολουθείστε το video clip από κάτω:

Όσοι θα θέλατε να γνωρίσετε ή και να αποκτήσετε τη μουσική των Καβαλιωτών metallers, μπορείτε να επισκεφθείτε τους ακόλουθους διαδικτυακούς τόπους:

Bandcamp: https://theshadowsofithaca.bandcamp.com

Youtube: https://www.youtube.com/@theshadowsofithaca

Facebook: https://facebook.com/theshadowsofithaca

Instagram: https://instagram.com/theshadowsofithaca

ReverbNation: https://www.reverbnation.com/theshadowsofithaca

Underground Halls Vol. 214 (ANCHORITE, ATOMIC WITCH, GAUPA, TRANSCENDENCE)

0
Halls 214

Halls 214

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: ANCHORITE
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Realm of ruin”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Personal Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Leo Stivala – Φωνητικά
Martin Jepsen Andersen – Κιθάρες
Peter Svensson – Μπάσο
Marcus Rosenkvist – Τύμπανα
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Michael Denner – Κιθάρα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
:
Bandcamp
Facebook
Spotify

Η φετινή χρονιά σηματοδοτεί την δεύτερη δισκογραφική δουλειά του πολυεθνικού project των ANCHORITE. Οι ANCHORITE σχηματίστηκαν στα τέλη του 2018 με τον αρχικό τους πυρήνα να αποτελείται από τον τραγουδιστή Leo Stivala (FORSAKEN, πρώην REFLECTION) και τον μπασίστα Peter Svensson (VOID MOON, ASSASSIN’S BLADE), ενώ ο drummer Marcus Rosenkvist (VOID MOON, ASSASSIN’S BLADE) και ο κιθαρίστας Martin Jepsen Andersen (BLINDSTONE, MERIDIAN) εντάχθηκαν λίγο μετά. Πρώτη τους κυκλοφορία ήταν το “Further from Eternity”, με τον Magnus “Devo” Andersson των MARDUK να εμπλέκεται στην παραγωγή και καλεσμένους τους Randy Foxe και Bryan Patrick των MANILLA ROAD, στο κομμάτι – φόρος τιμής στον εκλιπόντα Mark Shelton, με τίτλο “Valhalla awaits”.

Το Realm of ruin(ωραίος doom metal τίτλος), έρχεται πέντε έτη μετά και είναι μια τρανταχτή απόδειξη πως οι ANCHORITE το μόνο που πρέπει να κάνουν από τούδε και στο εξής, είναι να δουν τα πράγματα σοβαρά και να δουλέψουν συστηματικά. Και αυτό διότι τίποτα δεν τους λείπει. Έχουν όλα τα εχέγγυα, όλα τα φόντα, όλη την απαιτούμενη πείρα, να καταθέσουν μια σειρά (όσο μακριά και να είναι αυτή) από ποιοτικές κυκλοφορίες και να αποκτήσουν τον δικό τους χώρο, καθιερώνοντας το όνομά τους στην doom metal σκηνή.

Γενικά, μιλώντας για επικό doom metal, οι επιρροές που μπορεί κανείς να έχει προέρχονται από μια συγκεκριμένη «δεξαμενή». Έτσι και οι ANCHORITE, βγάζουν στα δικά τους τραγούδια όλη τους την αγάπη για συγκροτήματα όπως οι SORCERER και οι CANDLEMASS, χωρίς να αποκλείουν και πιο κλασσικές, heavy metal αναφορές, που τις βρίσκουμε στο πρόσωπο των MANILLA ROAD (από το 2000 και μετά) ή των πρώιμων (εννοείται) MANOWAR. Προσοχή όμως, δεν εμμένουν στην στείρα αναπαραγωγή αυτού του ήχου, δεν θέλουν να ακουστούν σαν τα είδωλά τους, αλλά έχουν ήδη τη δική τους ταυτότητα και για μένα, αυτό είναι το μεγαλύτερό τους ατού.

Η κιθαριστική δουλειά είναι αξιολογότατη και με την προσθήκη του μεγάλου Michael Denner, πέραν από επιπλέον κύρος, αποκτά αυτό το ιδιαίτερο “touch” που ο συγκεκριμένος κιθαρίστας έχει. Οι ρυθμοί ποικίλλουν και η ατμόσφαιρα είναι η δέουσα, επική αλλά και μελαγχολική, ανάλογα τις επιταγές του εκάστοτε τραγουδιού. Στα φωνητικά ο Stivala βρίσκεται σε φόρμα και νομίζω πως εδώ, ακούμε και τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του. Ομοίως, μόνο καλά λόγια μπορώ να πω και για το rhythm section, αν και το doom metal από μόνο του ως είδος, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια σε μπάσο και τύμπανα να αναδείξουν πλήρως τις αρετές τους.

Εκεί που υστερεί το “Realm of ruin” είναι στη διάρκειά του. Θα μπορούσε να είναι σχετικά μικρότερο σε έκταση, με κάποια από τα κομμάτια του, πιο μαζεμένα. Είναι κρίμα οι κεντρικές ιδέες να είναι τόσο καλές και στο τέλος να χάνονται πόντοι επειδή απλώνονται παραπάνω από αυτό που επιτάσσει το ίδιο το τραγούδι. Πέραν αυτού, βέβαια, έχουμε έναν πολύ αξιόλογο δίσκο, ανώτερο του “Further from Eternity”, ο οποίος πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα από τους doomsters.

(7,5 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

Photo by Tyler Hill

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: ATOMIC WITCH
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Death etiquette”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Redefining Darkness Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Greg Martinis – Φωνητικά
Jonah Meister – Κιθάρες
Jesse Shattuck – Κιθάρες, φωνητικά
David McJunkins – Μπάσο
Nick Amato – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Spotify

Παραμένουμε στην ευρύτερη περιοχή του Ohio και θα μιλήσουμε για ένα κρυμμένο διαμαντάκι της περιοχής, τους ATOMIC WITCH. Το “Death etiquette” είναι μόλις το δεύτερο άλμπουμ τους μετά το “Crypt of sleepless malice“ που κυκλοφόρησε τρία χρόνια πριν και άφησε άριστες εντυπώσεις. Τι θα ακούσετε όμως από τους DEATH WITCH; Φοβερό, τεχνικό thrash metal με έντονα death στοιχεία, φρενιασμένες ταχύτητες και όλα αυτά, πλαισιωμένα από τα παρανοϊκά φωνητικά του Greg Martinis και τις τσιρίδες του που θα σας φέρουν στο μυαλό κυρίως τον Warrel Dane εποχής SANCTUARY αλλά και πιο αμυδρά τον Alan Tecchio των WATCHTOWER. Υπερβολικό; Καθόλου! Ενδιαφέρον; Σίγουρα ναι!

Το “Death etiquette”, είναι, απλά και λιτά, δισκάρα! Η μόλις συνολική διάρκεια 27 λεπτών, δεν αφήνει περιθώρια διαφυγής. Οι υψηλές ταχύτητες και τα κολασμένα riffs συναγωνίζονται για το αν θα κλέψουν την παράσταση από τα φωνητικά του Martinis, με το αποτέλεσμα να είναι, σαφώς ισόπαλο, με τους ακροατές να είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι αυτού του ηχητικού μακελειού. Thrash metal υψηλών προδιαγραφών, που αγγίζει τις παρυφές του death metal και παράλληλα δημιουργεί και μια δόση νοσταλγίας.

Πάμε όμως να δούμε και μερικά πράγματα λίγο πιο αναλυτικά. Ο δίσκος πραγματικά από την αρχή μέχρι το τέλος σε γραπώνει χωρίς έλεος. Απόλαυσα κάθε στιγμή του, με πολλά κομμάτια να έχουν διάφορες εκπλήξεις. Από τη μία για παράδειγμα, το “Worms & dirt” βγάζει μια old school DARK ANGEL αύρα, το “Sabbath breaker” θα μπορούσε, ΑΝΕΤΑ να βρίσκεται σε κάποιο από τα δύο πρώτα άλμπουμ των DEICIDE ενώ το “Vicious mistress” αποτελεί την τέλεια μίξη ανάμεσα στους SANCTUARY και τους SLAYER.

Θα μπορούσα να μιλάω ώρες για αυτόν τον δίσκο που αποτελεί το μεγάλο μου κόλλημα εδώ και μέρες αλλά ο Δημήτρης και ο Φανούρης θα με κυνηγάνε (σ. Δ.Τ: δεν σε κυνηγάω, γράψε, γράψε) οπότε δεν έχω να προσθέσω τίποτα άλλο. Κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και δωρίστε του 27 λεπτά ηχητικού ολέθρου!

(8,5 / 10)

Θοδωρής Κλώνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: TRANSCENDENCE
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Nothing Etched in Stone – Pt. I”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Cosmic Fire Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Brian Dixon – Φωνητικά
Jeff Ford – Κιθάρα
Kirk Wood – Μπάσο
John Howser – Πλήκτρα, πιάνο
Derrek Edwards – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Linktr.ee

Επιστροφή από το πουθενά και χωρίς προειδοποίηση! Οι Τεξανοί progressive metallers TRANSCENDENCE, εκεί που όλοι τους είχαμε ξεχάσει (εντάξει, ας είμαστε ειλικρινείς, ούτε ο Φράγκος που ακούει progressive ακόμη κι όταν τυλίγει λαχανοντολμάδες, δε θυμάται εν έτει 2025 τη μπάντα αυτή!), επανέρχονται στα δισκογραφικά δρόμενα μετά από 22 χρόνια (τότε είχε βγει το EP “3 Stones), κυκλοφορώντας το δεύτερό τους full length άλμπουμ και διάδοχο του The Meridian Project (2001), με τίτλο “Nothing Etched in Stone – Pt. I”.

Ξεκινάμε με μια διευκρίνιση: Οι TRANSCENDENCE παίζουν prog metal, ναι, αλλά παίζουν σαν αυτό που σπανίως ακούμε πια. Το παλαιό, το ορθόδοξο US progressive, αυτό που ναι μεν είναι τεχνικό και εκτός νορμών και πλαισίων, κάποιες φορές, αλλά ταυτόχρονα δεν κρύβει τις US power metal καταβολές του. Αυτό με τα εκτυφλωτικά leads, τις σπουδαίες, κρυστάλλινες ερμηνείες στα φωνητικά, τα refrains που τα τραγουδάς, τα πλήκτρα που ξέρουν πως πρέπει να συνεργαστούν με τις κιθάρες για το καλό της συνθετικής συνοχής, το rhythm section που ακόμη κι όταν δρα αυτοβούλως, δεν χαλά το τελικό αποτέλεσμα.

Με άλλα λόγια, οι TRANSCENDENCE, όσο κι αν παίζουν με τη φωτιά με το όνομα που έχουν διαλέξει (οι λόγοι προφανείς), επαναφέρουν τις ένδοξες για το progressive metal μέρες των late 80s – early 90s, πριν έρθουν και μας «πρήξουν τα συκώτια» όλοι αυτοί οι γεννημένοι στεναχωρημένοι τύπου LEPROUS, SOEN και δεν συμμαζεύεται (σ. Σάκη Φράγκου: βρε ουστ από δω!!!). Η σύνθεσή τους είναι αυτή του “The Meridian Project”, μόνο που στα φωνητικά ακούμε τον Brian Dixon (RESONANCE THEORY, X OPUS) στη θέση του Greg Drew. Ενδιαφέρουσα πτυχή της αντικατάστασης αυτής, είναι το γεγονός ότι τον Dixon πρότεινε στη μπάντα ο Travis Wills, τωρινός τραγουδιστής των CRIMSON GLORY, οι οποίοι έχουν φυσικά δίσκο με τίτλο “Transcendence”.

To “Nothing etched in stone” είναι ένα concept άλμπουμ που αφηγείται την πορεία ενός καλλιτέχνη μέσα από το πάθος, την απώλεια και εν τέλει τη λύτρωση, αποτελείται από 19 τραγούδια στο σύνολο (όλα έτοιμα ήδη) και χωρίζεται σε δύο μέρη, με το δεύτερο να αναμένεται του χρόνου. Οπαδοί των FATES WARNING, QUEENSRYCHE, CRIMSON GLORY και DREAM THEATER (όχι όμως μετά το “Images and words”), προτείνω να ακούσετε αυτόν τον δίσκο, προσπερνώντας το αχαρακτήριστο ΑΙ artwork και να φανταστείτε τον Brian Dixon στη θέση του James LaBrie.

(7,5 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

EPs/LIVES/DEMOS & COMPILATIONS

Το μεσαιωνικό βασίλειο της Dalarna, στην Σουηδία, καθώς και η πρωτεύουσά του, το Falun, έχουν εγγραφεί στον κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Είναι γνωστά για το τοπία τους, που περιλαμβάνουν το ορυχείο Falu Gruva, ένα από τα παλαιότερα και μεγαλύτερα ορυχεία χαλκού στην Ευρώπη, το οποίο κάποτε παρήγαγε τα 2/3 του συνολικού χαλκού στον δυτικό κόσμο, τους γραφικούς λόφους, τις κοιλάδες και τις όμορφες λίμνες. Επίσης είναι γνωστά για τα ξύλινα, χειροποίητα αλογάκια Dalahäst. Α ναι, από εκεί κατάγονται και οι SABATON.

Από την ίδια πόλη όμως, κατάγονται και οι GAUPA («Λύγξ», στα Σουηδικά). Το Fyr είναι το τρίτο EP τους, μετά το Gaupa (2018) και το “Live session at MonkeyMoon Studios” (2023) και η πέμπτη κυκλοφορία τους στο σύνολο, μαζί με τα full lengths “Feberdröm” (2020) και Myriad (2022). Μιλάμε για μια πολύ καλή και συνάμα πολύ επιτυχημένη, στον χώρο της, μπάντα, από αυτές που πρωταγωνιστούν στις εξελίξεις. Η επιτυχία που έχουν βιώσει στην πλατφόρμα του Spotify, για παράδειγμα, είναι ενδεικτική: Το “Febersvan” EP έχει πλέον πάνω από 4 εκατομμύρια streams, ενώ το “Myriad” έχει ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο.

Τι παίζουν στο “Fyr”; Progressive doom/folk/psych rock, με ιδιαίτερους στίχους εμπνευσμένους σε μεγάλο βαθμό από το βραβευμένο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας “The word for world is forest” της Ursula K. Le Guin και γραμμένους από την έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερη, φωνητικά, τραγουδίστρια Emma Näslund. Ok, οι GAUPA στα ολοκαίνουργια τέσσερα τραγούδια τους, δεν παρουσιάζουν κάτι που δεν έχουμε ξανακούσει, άλλωστε σε ένα έμπειρο αυτί θα θυμίσουν συγκροτήματα σαν τους JEX THOTH, αλλά τελικώς, αυτό που μετράει, είναι η ποιότητα των συνθέσεων και από αυτή, κάθε άλλο παρά «πάσχουν».

Οπότε, έχουμε στα χέρια μας ένα EP που αποτελεί καλό οιωνό για το τι θα επακολουθήσει, αναμένοντας τον επόμενο ολοκληρωμένο δίσκο των Σουηδών. Να σημειώσω τέλος ότι η φυσική έκδοση του “Fyr” συνοδεύεται από ένα bonus track, το “Sömnen & Febersvan”, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην ψηφιακή έκδοση. Από την Magnetic Eye Records κυκλοφορεί κι εδώ, θα βρεις οποιαδήποτε πληροφορία θες:

https://linktr.ee/GAUPAband

Δημήτρης Τσέλλος

DARK ANGEL – DEMOLITION HAMMER – MEMORAIN – CULT OF ORPIST (1/8, Gagarin205)

0
Dark Angel

Dark Angel

Δεύτερη φορά DARK ANGEL. Πρώτη φορά DEMOLITION HAMMER. Άμα έλεγα στον 20χρονο εαυτό μου όταν ανακάλυπτε αυτούς τους κυρίους, ότι θα τα ζούσε όλα αυτά, θα με έλεγε τουλάχιστον τρελό και ονειροπόλο. Οι τρελοί και ονειροπόλοι εχθές είχαν χαρά, είχαν πανηγύρι κέφι και χορό. Έστω και λίγο πιο κυκλικό και βίαιο! Λίγο; Μα τι λέω! Η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου έλαβε χώρα χθες, στο Gagarin 205. DARK ANGEL με DEMOLITION HAMMER σε ένα χώρο, με δύο εγχώριες μπάντες στο πλευρό τους. Τους MEMORAIN και τους CULT OF ORPIST. Οπότε, για να ξεκινήσει ο μήνας, όμορφα και καλά, πάμε να διηγηθούμε τι είδαμε, από τι (επι)ζήσαμε και πάει λέγοντας.

Πρώτοι στο σανίδι οι Λαμιώτες νέοπες CULT OF ORPIST. Δεύτερη φορά που βλέπω αυτούς τους υπέροχους death/thrashers που αγαπάνε μπάντες όπως οι BOLT THROWER, ENTOMBED, POWER TRIP, SLAYER, SODOM του “Tapping the vein”, μετά το Athens Extreme του 2024. Με υλικό από το “Attack of the zombie cans” ντεμπούτο άλμπουμ, όπως τα “B.T.S.” (“για ό,τι είμαστε και ό,τι κάνουμε” όπως πολύ όμορφα είπε ο μπροστάρης Έκτορας), “Post murder suicide” (για τα 57 θύματα του εγκλήματος των Τεμπών – τείνει να γίνει από τα αγαπημένα μου του δίσκου), “On the verge of insanity” και “Total war” που έκλεισε εμφατικά την εμφάνιση τους. Χώρια που έπαιξαν ΚΑΙ καινούργιο κομμάτι από το επερχόμενο δεύτερο άλμπουμ, το οποίο δείχνει πως πάμε για πολλά, συνεχίζοντας παράλληλα από εκεί που άφησε το “Attack of the zombie cans”! Όλεθρος ολέθρου, από μια μπάντα που ανεβαίνει ραγδαία. Είναι χαρά μου να βλέπω τέτοιες μπάντες, ειλικρινά, που είναι στο σήμερα, στο τώρα και βαράνε στο ψαχνό! Στα επόμενα κύριοι!

Eν συνεχεία μια μπάντα, που θυμόμουν αμυδρά από δεκαετία πίσω. Οι MEMORAIN. Κάπου θυμόμουν το “Duality of man” (2016), κάπου θυμόμουν το κομμάτι που έγινε σήμα του τηλεοπτικού TV War από το “Reduced to ashes” (2006), πέρα από αυτά ωστόσο, λίγα πράγματα από τους MEMORAIN. Είχαν να βγάλουν και δίσκο από το 2018 (“Nous of time”), είχαν να παίξουν live από το 2021…πολλά τα κενά. Δεν σας κρύβω, ότι εξεπλάγην που υπήρχαν εκεί έξω και μπήκαν και στο billing αυτής της βραδιάς. Απέδωσαν τα μέγιστα, ωστόσο, με μπροστάρη εδώ και κάποια χρόνια μια πολύ συμπαθή μου φιγούρα, γνωστό και από τους FUROR, τον Βαγγέλη Κολιό. Ωραία καθαρά, ωραία σκισμένα σε αυτή τη μοντέρνα γκρουβάτη thrash πρόταση που κοιτάζει προς THE HAUNTED, προφανώς σε SLAYER, ολίγον τι σε KREATOR και πάει λέγοντας, ενώ η μπάντα ήταν φουλ δεμένη και ευδιάθετη. Και αυτοί είχαν νέο κομμάτι, με τίτλο “Endless pain”, το οποίο υπόσχεται πράγματα. Μέχρι και το πρώτο pit είχαμε στο τελευταίο τους κομμάτι. Μακάρι να επιστρέψουν στη σταθερότητα που είχαν ως το 2018, όπου η μπάντα πήγαινε “τρένο” δισκογραφικά.

Και τώρα, πάμε στο κυρίως πιάτο της βραδιάς. DEMOLITION HAMMER. Η καρδιά σφίχτηκε όταν ανέβηκε το πανό με το λογότυπο, σαν να έβγαινα ραντεβού πρώτη φορά! Δεν περίμενα ποτέ ότι θα ζούσα κάτι τέτοιο, αλλά έλα όμως που το έζησα…βγαίνουν στο σανίδι….”SKULL FRACTURING NIGHTMARE” KAI TA ΛΕΓΑΜΕ! Το Gagarin μετατρέπεται σε απόβαση στην Νορμανδία, τρίτος Παγκόσμιος, όλεθρος, άνθρωπος εναντίον ανθρώπου και τα μάτια είναι κόκκινα από πώρωση!

Κατέστησαν δε, ένα πράγμα σαφές, που το επιβεβαίωναν όλοι όσοι τους είχαν δει στο εξωτερικό μετά την επανένωση του 2016. Επέστρεψαν, όχι απλά για να μαζέψουν ένσημα για τη σύνταξη, αλλά για να μαζέψουν κεφάλια ως τρόπαια για τη συλλογή τους πάνω από το τζάκι. Απόδοση λες και είμαστε στο ’92 και έχει μόλις βγει το “Epidemic of violence”. Πάρε καπάκια “Neanderthal”, “Pyroclastic annihilation” να στρώσεις χαρακτήρα! Ακμαίοι, ακραίοι, με το τρίτο πόδι να σκάβει τη Γη σαν άροτρο.

Παράλληλα δε, κοιτάνε στο μέλλον. Πάρε ολοκαίνουργιο κομμάτι “Execution style” που ανοίγει τη Γη στα δύο, που έχει ΑΚΡΙΒΩΣ αυτό το ύφος που θέλω από τους Νεοϋορκέζους θεούς, έχεις μια συνταγή για δίσκο που μάλλον θα μας κάνει να κλάψουμε σαν μικρά παιδιά από τη πώρωση. Γιατί ο τρόπος που έπαιξαν το υλικό από “Tortured existence” και “Epidemic of violence”, ειλικρινά, καθαρά και ξάστερα, ήταν η πρώτη φορά που ήμουν στο pit βουρκωμένος από συγκίνηση.

Ούτε στα όνειρα τέτοια απόδοση με την εμπειρία του παλιού και την ορμή του νέου, σαν ξαναμμένοι 20άρηδες. Και πως να μην, όταν ο Angel Cotte στα τύμπανα, πηγαίνει τρένο τα “Crippling velocity”, “Carnivorous obsession”, “Envenomed”, “Human dissection”, “Infections hospital waste”, “Aborticide” (με αξίωσε η ζωή να ακούσω το αγαπημένο μου DEMOLITION HAMMER κομμάτι) και “44 caliber brain surgery” για σβήσιμο. ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΙΚΗ εμφάνιση από τους κυρίους. Εγώ, θέλω ΤΩΡΑ το δίσκο. ΤΟΝ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΙ. ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ.

Και πάμε τώρα στον headliner της βραδιάς. DARK ANGEL. Τη πρώτη φορά στο Gagarin, τα γράψαμε, τα συμφωνήσαμε. Κοτζάμ “Darkness descends“ παίχτηκε ολόκληρο. Τώρα, το set είχε το μισό μνημειώδες καταστροφικό ντεμπούτο του Hoglan στη μπάντα (ομώνυμο, “The burning of sodom“, “Death is certain (life is not)“, “Perish in flames“), εκκίνηση με το ομώνυμο κομμάτι του ντεμπούτου “We have arrived“, τρία κομμάτια από το “Leave scars“ (“The death of innocence“, “Never to rise again“, “No one answers“) και ομώνυμο του “Time does not heal“. Η διαφορά στην απόδοση, ξεκάθαρη μια και η Laura Christine ήταν ακόμα πιο άνετη στο ρόλο της.

Το κλου, ήταν το μοτίβο της βραδιάς: καινούργια κομμάτια από επερχόμενο δίσκο. Εν προκειμένω κομμάτια από την επερχόμενη δισκογραφική επιστροφή του Σκοτεινού Αγγέλου. Είχα πει ότι άμα βγάλουν την ενέργεια της τότε εμφάνισης στο υλικό του νέου δίσκου, θα τρελαθούμε. Το “Extinction level event“ (φερώνυμο του επερχόμενου δίσκου και σύνθεση του συγχωρεμένου Jim Durkin) και το “Circular firing squad“ έχουν ήδη βγει εκεί έξω κάποιο καιρό.

Ήμουν πολύ χαρούμενος όταν βγήκαν προς τα έξω, τα θεωρώ καλά ως και πολύ καλά κομμάτια. Έχουν ενέργεια, τσαμπουκά, πραγματικά ωραία riffs….εκεί που έχω απορίες είναι στα φωνητικά του Ron Rinehart. Δεν ξέρω αν περίμενα εγώ κάτι άλλο, αλλά κάτι μου λείπει από το να τρελαθώ τελείως με αυτό. Συναυλιακά ήταν σαφώς ανώτερα, ωστόσο θεωρώ ότι στο κομμάτι του νέου υλικού, οι DEMOLITION HAMMER ήταν οι άτυποι νικητές χωρίς καν να ιδρώσουν.

Φυσικά, η απόδοση των DARK ANGEL ήταν σούπερ, νιώθοντας πλέον ξεκάθαρα σαν στο σπίτι τους στη χώρα μας που τους υποδέχτηκε με θερμή και απύθμενη αγάπη για δεύτερη σερί φορά. Η δε αναφορά του Rinehart στον Jim Durkin, έκανε ξανά το Gagarin να δονείται με το συνεχόμενο “JIM! JIM! JIM!“ που φώναζε το κοινό. Μετά από 75 λεπτά ασταμάτητης βίας, το “Darkness descends“ και το “Perish in flames“ έριξαν τίτλους τέλους σε άλλη μια εξαίρετη εμφάνιση των DARK ANGEL.

Κάτι μου λέει, ότι και τις δύο μπάντες, θα τις ξαναδούμε σύντομα. Αμφότερες έχουν νέο άλμπουμ στα σκαριά, αμφότερες αγάπησαν τη χώρα μας. Γιατί όχι, άλλωστε; Μέχρι τότε, αυτό το Αυγουστιάτικο δειλινό του 2025 θα μας κρατάει γλυκιά συντροφιά στις αναμνήσεις μας (γίνομαι ρομαντικός ο κερατάς άμα το θέλω ε;!).

THE CITY IS GUILTY
THE CRIME IS LIFE
THE SENTENCE IS DEATH
DARKNESS DESCENDS

Γιάννης Σαββίδης
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

A day to remember… 4/8 [RAINBOW]

0
Rainbow

Rainbow

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Ritchie Blackmore’s Rainbow” – RAINBOW
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1975
ΕΤΑΙΡΙΑ: Oyster/ Polydor
ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ: Martin Birch / Ritchie Blackmore/ Ronnie James Dio
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Ronnie James Dio
Κιθάρα – Ritchie Blackmore
Πλήκτρα – Mickey Lee Soule
Mπάσο – Craig Gruber
Τύμπανα – Gary Driscoll

Στις αρχές των 70s, όταν οι θρυλικοί DEEP PURPLE ανέβαιναν γοργά στην κορυφή του Ολύμπου, ο πάντα ανήσυχος, ιδιόρρυθμος και μοναδικά ταλαντούχος κιθαρίστας τους, Ritchie Blackmore, είχε σκεφτεί, όχι μία αλλά δύο φορές, να παρατήσει το συγκρότημα. Η πρώτη φορά ήταν το 1971, εν μέσω των ηχογραφήσεων του “Fireball”. Εκείνη την εποχή ο κιθαρίστας επισκεπτόταν το Speakeasy Club του Λονδίνου μαζί με τον Ian Paice για να δουν έναν νεαρό Phil Lynott, τον μετέπειτα θρυλικό μπασίστα και frontman των THIN LIZZY, με τον οποίο ο Blackmore ήθελε να δουλέψει απεγνωσμένα. Πράγματι έπαιξαν μερικές διασκευές μαζί. Ωστόσο, το concept των BABY FACE (έτσι ονόμασαν το σχήμα) δεν υλοποιήθηκε ποτέ.

Η δεύτερη φορά ήταν το 1973, μετά την ηχογράφηση του “Who do we think we are!”. Μετά την παραίτηση του Gillan, ο Blackmore είχε αποφασίσει να αποχωρήσει και αυτός, παίρνοντας μάλιστα μαζί του τον Paice. Το σχέδιο ήταν (ξανά) να προσεγγίσει τον Phil Lynott, μόνο για την θέση του τραγουδιστή. Μετά στόχευσε στον διακαή του πόθο, τον τεράστιο Paul Rodgers, για την θέση του τραγουδιστή, τον οποίο ήθελε να έχει στην ομάδα και παλιότερα αλλά δεν μπορούσε μιας και ο Rodgers δενόταν με συμβόλαιο στους FREE. Στο μπάσο θα είχε τον … Roger Glover! Το παράδοξο ήταν ότι ο Blackmore εισηγήθηκε στο management να αλλάξει «όλη» η μπάντα (κυρίως ο Glover) προκειμένου να παραμείνει ο ίδιος! Όσο για τον τον Glover, αυτός αρχικά ενημερώθηκε από το management ότι αν έπειθε τον Ian Paice να μείνει, τότε θα έβρισκαν νέο κιθαρίστα και τραγουδιστή και θα προχωρούσαν. Τελικά, επικράτησε η άποψη του Blackmore και ο Glover διώχτηκε κακήν κακώς.

Παρόλα αυτά, ο μπασίστας διατήρησε την θέση του στη δισκογραφική εταιρεία που είχε δημιουργήσει το συγκρότημα με το management τους και συνέχισε να εργάζεται στον χώρο της παραγωγής. Το 1972, μαζί με τον Ian Paice, έκαναν την παραγωγή του ομώνυμου δισκογραφικού ντεμπούτου των Αμερικάνων ELF, οι οποίοι αποτελούνταν από τον μετέπειτα ιδρυτή των RODS, κιθαρίστα David Feinstein, τον Gary Driscoll (ντραμς), τον Mickey Lee Soule (πλήκτρα) και κάποιον … Ronald Padavona στο μπάσο και τα φωνητικά.

Ο Ronald James Padavona, ή Ronnie James Dio όπως είναι έγινε γνωστός, ήταν το μοναχοπαίδι σε μία φτωχή οικογένεια Ιταλών μεταναστών. Ξεκίνησε το πρώτο του συγκρότημα, τους VEGAS KINGS στην ηλικία των 15. Μέχρι τότε ήξερε ήδη να παίζει μπάσο, πιάνο και τρομπέτα. Αφού ασχολήθηκε με διάφορα project, το καλοκαίρι του ’67 άφησε μακριά μαλλιά και μούσια και έφτιαξε το πρώτο του rock συγκρότημα, τους ELECTRIC ELVES, οι οποίοι στην συνέχεια έγιναν ELF. Το αρχικό ρεπερτόριο των ELF περιείχε διασκευές σε γνωστά τραγούδια, μέχρι που υπέγραψαν στην νεοσύστατη δισκογραφική εταιρεία των DEEP PURPLE, την Purple Records. Μάλιστα, οι Ian Paice και Roger Glover έκαναν παραγωγή στο ομώνυμο ντεμπούτο τους (“Elf”, 1972) και δεν άργησαν να λάβουν πρόσκληση για να βγουν σε περιοδεία με τους PURPLE στις ΗΠΑ το 1974.

Ο Glover πίστευε πολύ στους ELF και ιδιαίτερα στον Dio. Θεωρούσε πως ήταν ο τεχνικά πιο ολοκληρωμένος τραγουδιστής με τον οποίο συνεργάστηκε ποτέ, έχοντας την δυνατότητα να τραγουδήσει από Frank Sinatra μέχρι το πιο δυνατό hard rock. Έβγαζε τα τραγούδια με την μία, χωρίς να επιστρέφει σε κάθε μικρό σημείο και να το διορθώνει. Ο ίδιος ο Dio παραδεχόταν πως και η ενασχόληση του με την τρομπέτα τον είχε βοηθήσει πολύ, επειδή ένα τέτοιο πνευστό απαιτεί να αναπνέεις σωστά, καθώς επίσης και το γεγονός ότι η τρομπέτα έχει τις δικές της μουσικές φράσεις.

Με την αποχώρηση των Gillan και Glover και την έλευση νέου αίματος στα πρόσωπα των Glenn Hughes (μπάσο/φωνητικά) και David Coverdale (φωνητικά), ο Blackmore βρήκε νέο νόημα στην ύπαρξη των PURPLE και στήριξε την καινούρια προσπάθεια στο όγδοο άλμπουμ τους με τίτλο “Burn” (1974). Αφιερώθηκε τόσο πολύ στον σκοπό αυτό, που ανέβαλε την ηχογράφηση ενός σόλο άλμπουμ που ήθελε να κυκλοφορήσει. Δυστυχώς η καλή του διάθεση δεν κράτησε για πολύ. Μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, ο Ritchie δήλωσε στους υπόλοιπους ότι δεν επρόκειτο να δεχτεί ισοκατανομή των κερδών δια του 5. Η στάση του προκάλεσε οργή μεταξύ των συναδέλφων του, που δεν έπαιρναν και πολύ μέρος στο γράψιμο και στην σύνθεση των τραγουδιών.

Για τους σκοπούς της επόμενης δουλειάς τους, οι PURPLE μετέβησαν στα Musicland Studios στο Μόναχο της Γερμανίας. Σχεδόν άμεσα ήρθε ξανά σε ρήξη με τους υπόλοιπους, όταν αυτοί αρνήθηκαν να ηχογραφήσουν μία διασκευή στο “Black sheep of the family” των Βρετανών QUATERMASS. Η εμμονική στάση του Blackmore να συμπεριληφθεί η διασκευή και η άρνηση των υπολοίπων να την συμπεριλάβουν χειροτέρεψε την κατάσταση, καθώς, άρχισε να προκύπτει ταυτόχρονα αλλαγή του μουσικού στυλ του συγκροτήματος, από hard rock πρωτοπόροι σε ένα υβρίδιο rock και soul/funk, καθοδηγούμενη κυρίως από τους Hughes και Coverdale.

Ο κιθαρίστας τα είχε ψιλοπαρατήσει μέχρι εκείνο το σημείο, βλέποντας ότι οι ιδέες του καταρρίπτονταν η μία μετά την άλλη. Ήταν έξαλλος καθώς οριακά συμπεριλήφθηκε μία ακόμη σύνθεσή του, η οποία έμελλε να γίνει μία από τις επιτυχίες των PURPLE, το “Soldier of fortune”. H σύνθεση αυτή είχε έντονο το Αναγεννησιακό μουσικό στοιχείο, το οποίο έδειχνε ξεκάθαρα ποια ήταν η μουσική άποψη του Blackmore εκείνη την εποχή. Παρόμοιας τεχνοτροπίας ήταν και μία άλλη ιδέα που είχε και βασιζόταν χαλαρά στο αγγλικό παραδοσιακό τραγούδι του 16ου αιώνα “Greensleeves”. Με την κυκλοφορία του 9ου άλμπουμ των DEEP PURPLE, “Stormbringer”, τα πράγματα είχαν πάρει τον δρόμο τους. Λαμβάνοντας ανάμεικτες κριτικές και μια χλιαρή υποδοχή από τους fans, σε συνέντευξη του ο Blackmore υποσχέθηκε ότι το επόμενο άλμπουμ των PURPLE θα ήταν πιο βαρύ, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ.

Το καλοκαίρι του 1973, οι ELF είχαν υπογράψει με την Purple Records στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου και μετέβησαν στις αρχές του 1974 για να ηχογραφήσουν το δεύτερο άλμπουμ τους σε παραγωγή ξανά Roger Glover, με τίτλο “Carolina County Ball” (στις ΗΠΑ κυκλοφόρησε με διαφορετικό εξώφυλλο και τίτλο “L.A. 59”). Αμέσως μετά οι ELF άνοιγαν για τους PURPLE στην βρετανική περιοδεία τους το 1974 και το ίδιο καλοκαίρι του, ακολούθησαν τους headliners στην αμερικανική περιοδεία τους.

Σε αυτή την περιοδεία φυτεύτηκαν οι πρώτοι σπόροι της συνεργασίας Blackmore και Dio. O κιθαρίστας παρακολουθούσε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τον τραγουδιστή και είχε αντιληφθεί ότι και αυτόν τον τραβούσε περισσότερο το hard rock και η φανταστική θεματολογία. Αφού απέτυχε να πείσει τον Coverdale να ηχογραφήσουν τις ιδέες του, με απώτερο σκοπό να φτιάξουν μαζί ένα συγκρότημα, στράφηκε στους ELF. Ένα βράδυ, λοιπόν, κάπου στην αμερικανική περιοδεία τους, έπεισε τον Dio και τους υπόλοιπους να τον ακολουθήσουν στο στούντιο που είχε κλείσει για να ηχογραφήσουν το “Black sheep of the family” ως ένα solo single. Μετά από λίγο καιρό, αφού δοκίμασαν και την ιδέα του Ritchie που βασιζόταν στο “Greensleeves”, η οποία αργότερα εξελίχθηκε στο “Sixteenth century greensleeves” (προοριζόταν για b-side), άρχισαν να συζητούν μήπως ηχογραφούσαν μαζί ένα άλμπουμ.

Εκείνη την εποχή οι ELF ηχογραφούσαν το τρίτο άλμπουμ τους “Trying to burn the sun” (1975). Με την ολοκλήρωση του, πάρθηκε ομόφωνα η απόφαση να διαλυθεί το συγκρότημα και όλοι, πλην του κιθαρίστα Steve Edwards, πήγαν στο Μόναχο, προκειμένου να ηχογραφήσουν το ντεμπούτο του νέου τους συγκροτήματος με τον Ritchie Blackmore, το οποίο αρχικά ήταν να κυκλοφορήσει ως solo άλμπουμ του κιθαρίστα. Ο Edwards εξαφανίστηκε μετά τους ELF, παίζοντας μόνο στο ομώνυμο ντεμπούτο του Randy Meisner το 1978, όταν αυτός έφυγε από τους EAGLES. Η πλάκα είναι πως ο Roger Glover έφαγε πάλι «πόρτα» αυτή την φορά από τον Dio, στον οποίο είχε απευθυνθεί. Έχοντας καιρό να παίξει σε συγκρότημα, πρότεινε να συνεργαστούν εάν ο δίσκος των ELF δεν πετύχαινε. Ο Dio δέχτηκε αρχικά αλλά σύντομα του ανακοίνωσε ότι θα προσχωρήσει σε ένα νέο σχήμα με τον Blackmore.

Το νέο συγκρότημα ονομάστηκε RITCHIE BLACKMORE’S RAINBOW. Πέρα από τον Blackmore στην κιθάρα και τον Dio στα φωνητικά, οι υπόλοιποι ήταν οι εναπομείναντες ELF, Micky Lee Soule (πλήκτρα), Craig Gruber (μπάσο) και Gary Driscoll (ντραμς). Το όνομα του κιθαρίστα προστέθηκε για να τραβήξει την προσοχή των ακροατών, ενώ το ίδιο το “Rainbow” υποτίθεται ότι προήλθε από το διάσημο Rainbow Bar and Grill στο Λος Άντζελες, όπου οι ELF και ο Blackmore περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους. Γενικά, πάντως, όλοι εκτός του κιθαρίστα ένιωθαν περίεργα για το όνομα. Χρόνια αργότερα, ο Dio είχε δηλώσει ότι γενικά ήταν θυμωμένος με τον Ritchie επειδή, ενώ από την αρχή είχαν συμφωνήσει να ονομαστεί το συγκρότημα RITCHIE BLACKMORE & RONNIE JAMES DIO’S RAINBOW, αυτό δεν τηρήθηκε με την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ, υιοθετώντας απλά το “Ritchie Blackmore’s Rainbow”. Υπό την καθοδήγηση του έμπιστου Martin Birch, του οποίου δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η καριέρα ξεκίνησε από τους PURPLE και καταξιώθηκε ως παραγωγός  στους RAINBOW, το νέο συγκρότημα μπήκε στα Musicland Studios τον Φλεβάρη του 1975 και μέσα σε τρεις εβδομάδες ολοκλήρωσε αυτό που θα εξελισσόταν σε ένα από τα σημαντικά hard rock άλμπουμ της δεκαετίας του ’70.

Tο άλμπουμ ξεκινάει με το εντυπωσιακό riff του “Man on the silver mountain”. Αποτέλεσε το πρώτο τους single (με b-side το “Snake charmer”) και έγινε επιτυχία στην ηπειρωτική Ευρώπη, αλλά στην Αυστραλία έφτασε μέχρι το χαμηλό νο. 81. Σύμφωνα με τον Dio έχει κάπως θρησκευτικό χαρακτήρα. Μιλάει για μία θεϊκή φιγούρα και συμβολισμούς στην κορυφή του βουνού που αποτελεί ένα συχνό πρότυπο αναπαράστασης του Θεού στο συλλογικό υποσυνείδητο των ανθρώπων. Ο λίγο πιο … επιφανειακός Blackmore λέει πως μιλάει για κάποιον που πάει στην κορυφή ενός βουνού, ανακαλύπτει το ασήμι και μετά συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί να ξανακατέβει! Το riff του πατάει πάνω στην ιδέα του “Smoke on the water”. Fans του συγκεκριμένου τραγουδιού φαίνεται ότι ήταν και οι VAN HALEN, οι οποίοι το έπαιζαν στις εμφανίσεις τους στα clubs του Los Angeles.

Ακολουθεί το “Self portrait” με τους απαισιόδοξους στίχους. Εύκολα κάποιος μπορεί να κάνει παραλληλισμούς με «Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ» του Oscar Wilde, μιας και μιλάει για έναν πίνακα ο οποίος μεταφορικά αποτελεί αναπαράσταση της απελπισίας και της απαισιοδοξίας του αφηγητή. Ο Blackmore που το χαρακτήρισε σαν μία διασταύρωση μεταξύ του “Manic depression” του JIMI HENDRIX και του “Jesu, Joy of Man’s Desire” από τον J.S. BACH, το επανηχογράφησε μετά από χρόνια για το “Under a violet moon” (1999) των BLACKMORE’S NIGHT.

Το τραγούδι που έγινε αφορμή να δημιουργηθούν οι RAINBOW, το “Black sheep of the family” των QUATERMASS είναι μία από τις δύο διασκευές στο άλμπουμ και δεν φαίνεται να επιλέχθηκε τυχαία από τον Blackmore. Μάλλον επιθυμούσε να μεταφέρει κάποιο έμμεσο μήνυμα στους υπόλοιπους PURPLE όταν ζητούσε να το ηχογραφήσουν, επειδή, όπως δήλωσε και ο ίδιος, επρόκειτο για ένα αυτοβιογραφικό τραγούδι, υπό την έννοια ότι αυτός ήταν το «μαύρο πρόβατο» στο συγκρότημα. Το ηχογράφησαν με τον Dio όταν βρισκόντουσαν στις ΗΠΑ και η όλη διαδικασία πήγε τόσο καλά, που έθεσε τα θεμέλια της επαγγελματικής τους σχέσης. Ο Blackmore άλλωστε είπε ότι η ευκολία του να συνεργαστεί με τον Dio ήταν καταλυτική στο να αφήσει τους PURPLE για να δημιουργήσουν τους RAINBOW.

Η πρώτη πλευρά του δίσκου κλείνει με το ονειρικό “Catch the rainbow”. Ο Blackmore το εμπνεύστηκε από το “Little wing” του JIMI HENDRIX, με μία ακόμη υπέροχη ερμηνεία από τον Dio και ατμοσφαιρικά περάσματα στο mellotron από τον Soule που θυμίζουν λίγο Pink Floyd. Στα δεύτερα φωνητικά, ακούγεται η τότε σύντροφος του Ritchie, η Shoshana  Feinstein. Σύμφωνα με τον Dio, η αφήγηση τοποθετείται στα μεσαιωνικά χρόνια και αφηγείται την σχέση ενός αγοριού που εργάζεται στους στάβλους με μία κοπέλα της Αυλής. Κάθε βράδυ πλαγιάζουν στο αχυρένιο κρεβάτι του και νομίζουν ότι όλα θα πάνε καλά, όμως η ζωή τους αποδεικνύει με σκληρό τρόπο ότι η μόνη κατάληξη είναι να χωρίσουν. Στο επόμενο τραγούδι με τίτλο, “Snake charmer” θυμίζει επικίνδυνα αυτούς ακριβώς τους DEEP PURPLE από τους οποίους έτρεχε να φύγει ο Blackmore. Χρησιμοποιήθηκε ως b-side στο single του “Man on the silver mountain”, ενώ σε κάποιες χώρες κυκλοφόρησε με το “Temple of the king”.

Το τροβαδούρικο θέμα του “Temple of the king”, που ακούγεται σχεδόν σαν φυσική ακουστική συνέχεια του “Soldier of fortune” είναι μία από τις πιο αγαπημένες μελωδίες των RAINBOW. Ο Ritchie, που ασχολούνταν με την γιόγκα πολύ πριν γίνει της μόδας, παρακολουθούσε μια εκπομπή yoga, όταν του ήρθε η ιδέα για το τραγούδι, κάτι το οποίο εξηγεί την χαλαρωτική ατμόσφαιρα του τραγουδιού. Αυτό το τραγούδι δεν παίχτηκε επί σκηνής τότε, καθώς ο Ritchie πίστευε ότι θα τους έστελνε όλους για ύπνο με αυτή την μελωδία. Ζωντανά το έπαιξαν μόνο μετά την επανίδρυση τους στα μέσα της δεκαετίας του ’90, καθώς και με τους BLACKMORE’S NIGHT. O κιθαρίστας ήθελε να αλλάξει τον στίχο “In the year of the fox” σε “In the year of the badger” για κάποιο λόγο, αλλά δεν θα ακουγόταν ωραία, εφόσον περιγράφει κάτι σαν τελετή μύησης, κάποιο πνευματικό ταξίδι. Μία πιο σκοτεινή ερμηνεία του τραγουδιού θέλει την αφήγηση να αναφέρεται σε κάποια τελετουργία εξοικείωσης ή ακόμα και ότι είναι μια αποκρυφιστική τελετή για τον Θάνατο.

Το “If you don’t like rock ‘n’ roll” τραβάει περισσότερα στοιχεία από το boogie rock των ELF. Ακούγεται σαν filler και μάλλον είναι, μιας και βρισκόντουσαν υπό πίεση από την δισκογραφική τους να κλείσουν το άλμπουμ. Πήραν μία ιδέα που προϋπήρχε από τα χρόνια των ELF και της έδωσαν αυτή την τελική μορφή. Ακολουθεί το θαυμάσιο “Sixteenth Century Greensleeves”. Δεν είναι μόνο το φοβερό riff του που το κάνει ξεχωριστό αλλά και το γεγονός ότι βασίζεται στην ιστορία του παραδοσιακού αγγλικού τραγουδιού “Greensleeves”. Στις live εκτελέσεις του τραγουδιού που θα ακολουθούσαν, ο Ritchie συνήθιζε να παίζει μία μελωδία από το παραδοσιακό “Greensleeves” πριν μπει με φούρια στο κύριο riff. O Dio ισχυρίστηκε πως αυτή ήταν μία ιστορία που είχε ο Blackmore στο μυαλό του, σχετικά με κάποιον «μαύρο ιππότη» (πιθανότατα ο ίδιος) ο οποίος κάθε τόσο κατέβαινε στο γειτονικό χωριό και άρπαζε μία νεαρή παρθένα για να ικανοποιήσει τις ορέξεις του. Έμπνευση για τον Blackmore ήταν το γεγονός ότι ζώντας κοντά στο κάστρο του Windsor στο Berkshire, είχε την ευκαιρία να το επισκέπτεται συχνά και να χαζεύει το μέρος. Το άλμπουμ κλείνει με την δεύτερη διασκευή, το “Still I’m sad”, το οποίο ανήκει στους YARDBIRDS, από τον δίσκο “Having a rave up with The Yardbirds” (1965). Κλιμακώνεται αργά, σαν γρηγοριανός ύμνος, δημιουργώντας μία ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Η διασκευή των RAINBOW είναι instrumental και τα μόνα φωνητικά είναι ξανά της Shosana Feinstein. Στις live εκτελέσεις το συγκεκριμένο τραγούδι αποδιδόταν κανονικά με φωνητικά από τον Dio και αυτοσχεδιασμό από το υπόλοιπο συγκρότημα.

Το εξώφυλλο του “Ritchie Blackmore’s Rainbow” είναι μία δημιουργία του βραβευμένου Αμερικάνου καλλιτέχνη David Willardson. Το εντυπωσιακό μαγικό κάστρο που λάμπει στο φως του φεγγαριού και στα χρώματα του ουράνιου τόξου, κρύβοντας τα σύννεφα πίσω του, παραπέμπει τον ακροατή σε ιστορίες ηρωικής φαντασίας. Εντέχνως ενσωματωμένη στο κάστρο είναι μία κατασκευή που μοιάζει με την γνωστή Fender Stratocaster που προτιμούσε ο Ritchie. Οι φωτογραφίες από τα live στο εσώφυλλο, είναι από παλιότερες εμφανίσεις των συντελεστών, αφού αυτό το line-up δεν είχε δώσει ακόμη κάποια συναυλία. Η μόνη φωτογραφία με όλα τα μέλη του γκρουπ είναι αυτή όπου ο Blackmore φορά το ιδιαίτερο καπέλο του.

Κατά την ηχογράφηση του “Ritchie Blackmore’s Rainbow”, ο κιθαρίστας δεν είχε ακόμα αφήσει τους DEEP PURPLE. Οι ηχογραφήσεις ολοκληρώθηκαν δύο μόλις μέρες πριν την έναρξη της ευρωπαϊκής περιοδείας τους, χωρίς οι υπόλοιποι να έχουν ιδέα. Ο Jon Lord ισχυριζόταν ότι κατά διαστήματα ο Blackmore έπαιζε ιδέες του στους PURPLE και όταν αυτοί έλεγαν να το προχωρήσουν σε τραγούδι, ο κιθαρίστας αρνούνταν ισχυριζόμενος ότι τις κρατάει για το σόλο άλμπουμ του. Όπως και να ‘χει, εν μέσω της περιοδείας, τον Απρίλιο, αποχώρησε από το συγκρότημα. Ο Μαυροντυμένος είχε βαρεθεί και δεν του άρεσε η νέα μουσική κατεύθυνση του συγκροτήματος.

Το “Ritchie Blackmore’s Rainbow” κυκλοφόρησε την 4η Αυγούστου 1975 και έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από το βρετανικό κοινό, που το έστειλε στο νο. 11 των charts. Συγκριτικά, το “Come taste the band” των DEEP PURPLE που κυκλοφόρησε λίγους μήνες αργότερα έφτασε στο νο. 19, σημαντικά χαμηλότερα από το “Stormbringer” που ήταν το τελευταίο άλμπουμ τους με τον Blackmore (νο. 9). Στις ΗΠΑ τα πήγε επίσης αξιοπρεπέστατα, φτάνοντας στο νο. 30 του Billboard Chart. Επίσης τα πήγε εξαιρετικά στην Σκανδιναβία (νο. 10 στη Νορβηγία και νο. 24 στη Σουηδία) και στην Ιαπωνία έκατσε στο νο. 26. Η εταιρεία που κυκλοφόρησε αρχικά το άλμπουμ ήταν η Oyster Records, μία βραχύβια δισκογραφική εταιρεία που άνηκε στους PURPLE και την διανομή της έκανε η ΕΜΙ.

Με το που κυκλοφόρησε το “Ritchie Blackmore’s Rainbow” ο κιθαρίστας έκανε κάτι αναπάντεχο. Ανικανοποίητος με την απόδοση όλων πλην του Dio, απέλυσε τους μουσικούς και βάλθηκε να δημιουργήσει ένα νέο συγκρότημα. Πρώτος έφυγε ο μπασίστας Gruber και τους πήρε ένα μήνα περίπου να τον αντικαταστήσουν με τον Σκωτσέζο Jimmy Bain, τον οποίο ο Blackmore είχε τσεκάρει στο Marquee Club του Λονδίνου. Για την θέση του ντράμερ θυμήθηκε τον Cozy Powell που τον είχε δει να παίζει στους Jeff Beck Group και ήταν ήδη καταξιωμένος μουσικός. Μόλις ήρθε και αυτός στους RAINΒΟW, συνέχισε να αναζητεί νέο πληκτρά, με την θέση να καταλήγει στον ταλαντούχο Αμερικάνο Tony Carey. Η νέα σύνθεση ήταν έτοιμη και το συγκρότημα βγήκε στην παρθενική του περιοδεία τον Νοέμβρη του 1975, με πρώτη εμφάνιση στο Montreal του Καναδά, μάλλον με το συγκρότημα των ARGENT σε ρόλο support. Εκεί πρωτοεμφανίστηκε και το περίφημο 12 μέτρων ηλεκτρονικό ουράνιο τόξο που δέσποζε στην σκηνή, ελεγχόμενο από υπολογιστή και αποτελούμενο από 3 χιλιάδες λαμπτήρες.

Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή. Ένα από τα σημαντικότερα, μεγαλύτερα και πιο αγαπημένα άλμπουμ στην ιστορία του hard rock και του heavy metal ήταν στα σκαριά και θα κυκλοφορούσε από αυτή την σύνθεση την επόμενη χρονιά, γράφοντας τα ονόματα των Blackmore, Dio, Powell, Bain και Carey με χρυσά γράμματα στο πάνθεο της αγαπημένης μας μουσικής. Αλλά σαφώς είμαστε ευγνώμονες στους αδικοχαμένους ELF, στο “Black sheep of the family” και σε όλους όσους πήγαν κόντρα και εκνεύρισαν τον Ritchie Blackmore προκειμένου να επιτευχθεί το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση και να αναδειχθούν ολόκληρες καριέρες, με πρώτη και καλύτερη του αγαπημένου μου τραγουδιστή όλων των εποχών, του αθάνατου Ronnie James Dio. Και ίσως δεν είναι τυχαίο που τόσο ο εκλιπών Ronnie όσο και ο κυκλοθυμικός Blackmore το μνημονεύαν σαν το αγαπημένο τους άλμπουμ από τους RAINBOW.

Κώστας Τσιρανίδης

Chania Rock Festival – Day 2 (KREATOR – ROTTING CHRIST – LECKS INC – MADVICE – FLAMECORE, Θέατρο Ανατολικής Τάφρου, 27/7)

0
Kreator

Kreator

Έχοντας λίγο χρόνο να συνέλθουμε απ’ όσα ζήσαμε την πρώτη μέρα του φεστιβάλ, φτάσαμε για μία ακόμα φορά από πολύ νωρίς στο Θέατρο Ανατολικής Τάφρου στα Χανιά και το πρόγραμμα –εκτός των άλλων- είχε KREATOR και ROTTING CHRIST, οπότε έπρεπε να είμαστε προετοιμασμένοι. Εκτός των άλλων, η φωτογραφία που είχε ανεβάσει ο Geoff Tate αποβραδίς, με τον Udo Dirkschneider, είχε προκαλέσει τη διάδοση φημών, ότι ο «Στρατηγός» θα ανέβαινε στη σκηνή με τους KREATOR (βλέπετε ο Sven Dirkschneider, γιος του Udo και ντράμερ στις μπάντες του, είναι τεχνικός τυμπάνων του Ventor). Κάτι που θα επιβεβαιωνόταν και θα σηματοδοτούσε μία ιστορική στιγμή για το φεστιβάλ και μία σύμπραξη μεγατόνων που συζητήθηκε έντονα!

Πρώτοι στη σκηνή τη δεύτερη μέρα, οι FLAMECORE, ένα εγχώριο metalcore/μελωδικό death metal σχήμα με κάποια ηλεκτρονικά στοιχεία (μου θύμισαν λίγο IN FLAMES του “Reroute to remain” σε σημεία). Θα πω την αμαρτία μου, δεν ήξερα καν την ύπαρξη τους. Ενεργητικοί, άρτιοι από πλευράς απόδοσης, διασκεδαστικοί στο σανίδι, τσαμπουκάδες όπως πρέπει και ιδανικό ζέσταμα για τη δεύτερη μέρα στα 40 λεπτά του set τους. Έμαθα σε δεύτερο χρόνο ότι ήταν τοπικό σχήμα, κάτι το οποίο ενισχύει την χαρά, μια και δείχνει ότι η επαρχία έχει διαρκώς μπάντες που είναι κατ’ ελάχιστον αξιόλογες. Εύγε κύριοι.

Στη συνέχεια, η ημέρα είχε τους MADVICE από την γειτονική Ιταλία. Μελωδικό death/black λέει το δελτίο τύπου. Προσωπικά, είδα ένα συγκρότημα που με το μπάσιμο του, δικαιολογεί το μελωδικό death metal σκέλος στο έπακρον (μέχρι και διασκευή στο “Blinded by fear” των AT THE GATES είχε το set τους) αλλά είχε διάσπαρτα και black metal στοιχεία (ένα ήταν στο corpsepaint του τραγουδιστή – το ότι ΔΕΝ είχαν όλοι corpsepaint αλλά μόνο εκείνος, οπτικά χτύπησε άσχημα). Είναι περίπτωση που δείχνει ένα ενδιαφέρον συνθετικά, ωστόσο νιώθω πως θα μπορούσαν να επωφεληθούν ΣΟΒΑΡΑ από ένα σουλούπωμα συνθέσεων σε κάτι πιο ενιαίο υφολογικά, μια και οι καλές ιδέες υπάρχουν και ξεκάθαρα μπορούν να φιλτραριστούν καλύτερα μέσα από ένα πιο συγκεκριμένο ύφος. Χώρια που οπτικά, πρέπει να δουλέψουν ΚΑΙ σε αυτό. Δείχνουν υποσχόμενοι ωστόσο.

Συγκεκριμένο ύφος, στον αντίποδα, είχαν οι Γάλλοι LECKS INC που ακολούθησαν. Όχι με την καλή έννοια ωστόσο καθώς ήταν -για μένα- σίγουρα η χειρότερη μπάντα του φεστιβάλ. Ένα περίεργο οπτικά αποτέλεσμα, όπου ο κιθαρίστας ντύθηκε λες και παίζει στους GWAR, ο τραγουδιστής λες και τραγουδάει σε southern μπάντα (πόντοι για το μπλουζάκι πρώτου DANZIG). Περί ντυσίματος ισχύουν όσα είπα πιο πάνω. Περί μουσικής, παίζουν πειραματικό, λένε, industrial. Πετάνε και κάτι ακραία φωνητικά στη μέση….παιδιά, συγγνώμη, ένας αχταρμάς μου ακούγεται εμένα, σε κανένα σημείο του set τους δεν με κέρδισαν. Χώρια τα προηχοηγραφημένα γυναικεία φωνητικά και κυρίως, το προηχογραφημένο μπάσο. Τέλος πάντων, επειδή “πρέπει” να πω τα θετικά, κάποιοι στο κοινό, γούσταραν. Κάποιοι χειροκρότησαν. Άβυσσος η ψυχή….πάμε παρακάτω.

Πάμε τώρα να στανιάρουμε…ROTTING CHRIST. Μια συναυλιακή εγγύηση, μια αιώνια σταθερά, μια μπάντα σύμβολο. Ανεβήκανε στη σκηνή, τιμώντας το πολύ πρόσφατο και άκρως επιτυχημένο παρόν τους (“666”, “P’unchaw kachun‐tuta kachun”, “Fire blood and fear”, “Κατά τον δαίμονα εαυτού”, “Έλθε κύριε”, “Like father like son”, “Im yumen xibalba”, “Grandis spiritus diavolos”, “The raven”) και ελάχιστα το παρελθόν τους (“King of a stellar war”, “Non serviam” και τη διασκευή στο “Societas satanas” των THOU ART LORD).

Πείραξε κανέναν αυτό; Όχι όσους ήταν στο χαμό από κάτω, οπωσδήποτε. Μια ολόκληρη φουρνιά, αυτά λατρεύει πάνω από το “Thy mighty contract” για παράδειγμα. Ο γράφων, δεδομένου του πόσο αγαπάει την πρώιμη περίοδο της μπάντας, αλλά και την πιο πειραματική πριν το “Theogonia”, θα ήθελε και καμιά επιλογή επιπλέον από εκεί. Από την άλλη, έχοντας δει τους ROTTING CHRIST διψήφιο αριθμό φορών, έχω καλυφθεί από τα περισσότερα που θα ήθελα να ακούσω από εκείνες τις μέρες. Ο Σάκης, φυσικά, μας είπε πόσο ευγνώμων είναι, πόσο περιμένουν να δουν ΚΑΙ αυτοί τους KREATOR.

Και ήρθε η ώρα κύριοι….για το μεγάλο φινάλε του fest. KREATOR. Οι θεοί της Γερμανικής βίας, οι άρχοντες του Τευτονικού ήχου. Διόρθωση σε σχέση με το αφιέρωμά μου: τα Χανιά ΔΕΝ ήταν μέσα στις στάσεις της Demonic Summer tour που θα έπαιζαν “deep cuts”. Για την ακρίβεια, αυτές οι συναυλίες ήταν επιλεγμένες ημερομηνίες (3-4 στη Γερμανία), από όλες τις ημερομηνίες. Εδώ πήραμε ένα set, σταθερά φεστιβαλικό και εγγυημένα σπουδαίο: Έμπα με “The patriarch” και “Violent revolution” συνέχεια με “Awakening of the Gods” (εισαγωγή μόνο πάλι)/”Enemy of god” και το pit έχει πάρει φωτιά από την λύσσα του κοινού. Ακολουθεί ο ύμνος για τους οπαδούς “Hail to the hordes”. Βουτιά στη περίοδο “Extreme aggression”/“Coma of souls” με τα “People of the lie” και “Betrayer” που διέλυσαν τα πάντα.

Επιστροφή κυρίως στο παρόν με τα “Hate uber alles”, “666 – World divided” (ζούσα και χωρίς αυτό, αλλά δουλεύει live), “Phantom antichrist”, “Hordes of chaos” (αφιερωμένο στους ROTTING CHRIST) και “Fallen brother” (με καλεσμένο Udo Dirkschneider εις μνήμην Ozzy Osbourne – συγκίνηση!). Κάπου εκεί, ήρθε η ώρα για το παραδοσιακό φινάλε: IT’S TIIIIIME….TO RAAAAAISE…THE FLAG OF….HAAAAAAAAAAAAATE. Τη σημαία υψώσατε και άλλα τέτοια….“Flag of hate”/”Pleasure to kill” στα καπάκια το λοιπόν και καλό κατευόδιο! 75 λεπτά KREATOR-ικής βίας και λύσσας. Πέρασα πραγματικά καλά; Ναι, είπαμε, εγγύηση ο Mille. Έχω δει και καλύτερα, πληρέστερα set από τους KREATOR; Πάλι ναι. Το συνολικό πρόσημο για τους Γερμανούς της καρδιάς μου θετικότατο και αναμένω εμφάνιση headline στην Αθήνα με περισσότερη ώρα στο set. Και εις άλλα με υγεία κύριοι!

KREATOR UBER ALLES!

Υ.Γ.: ΤΡΟΜΕΡΑ αγχωτικό το μεγάλο ρολόι με την ώρα δίπλα στα συγκροτήματα. Καταλαβαίνω ότι υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί, αλλά δεν πιστεύω ότι χρειαζόταν τόσο πολύ να τους το θυμίζεις ενώ παίζουν!

Γιάννης Σαββίδης
Φωτογραφίες: Ντίνος Φράγκος

Chania Rock Festival – Day 1 (STRATOVARIUS – GEOFF TATE – ELYSION – DEVISER – BLACKSUN, Θέατρο Ανατολικής Τάφρου, 26/7)

0
Stratovarius

Stratovarius

Πλέον είναι γνωστό τοις πάσι πως ένα από τα σημαντικότερα φεστιβάλ της ελληνικής επαρχίας, με μακρά ιστορία και φήμη που ξεπερνά τα ελληνικά και ευρωπαϊκά σύνορα, είναι το Chania Rock Festival που λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο μέσα στον Ιούλιο. Όπως κάθε χρόνο, έτσι και τώρα βρέθηκα στη γενέτειρά μου για να τιμήσω το φεστιβάλ που και φέτος είχε καλεσμένες δέκα μπάντες από την ελληνική και διεθνή σκηνή. Μαζί μου ήταν και αρκετοί συντάκτες από το Rock Hard, όπως και ένα πολυπληθές κοινό από την Κρήτη και την υπόλοιπη Ελλάδα αλλά και από πολλές χώρες του εξωτερικού αφού το νησί αποτελεί πλέον πόλο έλξης και για ξένους οπαδούς των καλοκαιρινών metal φεστιβάλ. Μάλιστα, αυτό το καλοκαίρι υπήρξε το μεγαλύτερο πλήθος στο CRF από το 2017 όταν είχαν έρθει οι BLIND GUARDIAN και WARLORD για πρώτη φορά. Η διοργάνωση και φέτος ήταν άψογη με το πρόγραμμα να κυλάει ομαλά και όλα στην ώρα τους. Οι δύο μεγάλες μπάντες για φέτος ήταν οι STRATOVARIUS τη πρώτη μέρα και τη δεύτερη οι KREATOR που επισκέπτονταν τα Χανιά για δεύτερη φορά από το 2015.

Η πρώτη μέρα ξεκίνησε στις 26 Ιουλίου σε μία, φυσικά, πολύ ζεστή μέρα, με τους Αθηναίους power metallers BLACKSUN να ανοίγουν τη πρώτη μέρα του φεστιβάλ στις 17:30. Μπορεί ο ήλιος να είχε αρχίσει κάπως να πέφτει αλλά είναι ένα δύσκολο και επώδυνο εγχείρημα να παίζεις τέτοια ώρα κάτω από τον καυτό ήλιο. Όπως και να ‘χει, το συγκρότημα ανέβηκε ακριβώς στην ώρα του με εμφανή την όρεξη για να μοιραστεί παλιότερα και καινούργια τραγούδια με το λιγοστό κοινό που είχε αρχίσει να εισέρχεται στην Ανατολική Τάφρο στο κέντρο των Χανίων. Οι BLACKSUN υπάρχουν από το 1993 αλλά μετά από πολλά χρόνια ανακατατάξεων και με αρκετά χρόνια στον πάγο, κυκλοφόρησαν το 2015 το πρώτο τους EP και το 2019 το πρώτο full length, “Seed of hate”. Η τωρινή τους περιοδεία γίνεται στο πλαίσιο της προώθησης του νέου τους άλμπουμ “Karma somnium” από το οποίο παρουσίασαν μερικά κομμάτια στα Χανιά. Η μπάντα λοιπόν, με μπροστάρη τον τραγουδιστή τον Μάνο Ξανθάκη, έναν ξεκάθαρα έμπειρο frontman και εντυπωσιακό τραγουδιστή, ανέβηκε στις 17:30 με το “Last chapter”. Από την αρχή όμως υπήρξαν προβλήματα καθώς για ολόκληρο το κομμάτι το μικρόφωνο δεν λειτουργούσε. Η μπάντα όμως, δείχνοντας επαγγελματισμό, δεν σταμάτησε ούτε έδειξε να ενοχλείται και έβγαλαν το πρώτο κομμάτι χωρίς φωνή. Το πρόβλημα συνεχίστηκε για λίγο και στο δεύτερο τραγούδι αλλά μόλις ακούσαμε την στεντόρεια και οπερατική φωνή του Ξανθάκη, όλα άρχισαν να πάνε ρολόι για το γκρουπ που έπαιξε σωστά, με αυτοπεποίθηση, προβαρισμένο και δεμένο για ένα μικρό κοινό που τους χειροκροτούσε και επευφημούσε καθ ‘όλη τη διάρκεια του σετ τους που διήρκεσε λίγο λιγότερο από μισή ώρα. Αν και δεν μπορούσα να κάτσω για πολύ κάτω από τον ήλιο, προτιμώντας να μείνω στη σκιά του merch stand, πρέπει να πω πως οι BLACKSUN μου έκαναν καλή εντύπωση με το – αντιπροσωπευτικό της ελληνικής σκηνής – power metal τους που εκτελέστηκε πολύ καλά εκεί απ’ όπου όλοι οι μουσικοί κρίνονται. Το ζέσταμα λοιπόν ήταν καλό και ήμασταν έτοιμοι για το δεύτερο γκρουπ της ημέρας, τους βετεράνους της Hellenic black metal σκηνής, DEVISER.

Φίλιππος Φίλης

Στις 6:20, πήραν τη σκυτάλη οι δικοί μας ιστορικοί blacksters DEVISER. Οι επιλογές από το πολύ ωραίο τελευταίο πόνημα της μπάντας “Evil summons evil” (“Death is life eternal”, “Cold comes the night”, “Absence of heaven”, “Of magick”) αγκαζέ με τις επιλογές από το κλασσικό αγαπημένο “Unspeakable cults” (“The fire burning bright”, “The rape of holiness”, “Threnody”) κολακέψανε τη μπάντα, η οποία πιστεύει ξεκάθαρα. Σιγά σιγά χαμήλωσε ο ήχος της μπότας  που κάλυπτε τα περισσότερα όργανα στο εναρκτήριο κομμάτι, ενώ και ο ήλιος χαμήλωνε όσο περνούσε το set, κάνοντας κάπως πιο ιδανικές τις συνθήκες για τον ήχο των DEVISER. Παρότι είχαν 40 μόλις λεπτά στη διάθεσή τους, πήραν το κοινό με το μέρος τους, ενώ η διάθεση τους ήταν πολύ ψηλά, έχοντας παίξει στα Χανιά για πρώτη φορά το μακρινό 2002, πάλι στα πλαίσια του ίδιου festival. Το κλείσιμο με το “Threnody” μας έκανε να ανυπομονούμε για την επόμενη headline εμφάνισή τους, όπου θα ακούσουμε και άλλες στιγμές τους.

Η ώρα δείχνει 7:20 και οι λατρεμένοι μου ELYSION, πατάνε στη σκηνή. Ξεκίνημα με “Blink of an eye” και όλα ίσωμα (παρά το ελαφρύ τεχνικό πρόβλημα στις κιθάρες). Αυτό το συγκρότημα, υπό όποιες συνθήκες το έχω δει, έχει σκίσει! Σαφώς με λιγότερο χρόνο στη διάθεση τους εν συγκρίσει με την τελευταία φορά που τους είχα δει, ωστόσο, μιλάμε για λίρα εκατό επί σκηνής! Τόσο οι επιλογές από το “Silent scream” (“Dreamer”, “Never forever”, “Killing my dreams”, “The rules” που έκλεισε το set, με φινάλε το riff του “Iron man”), όσο εκείνες από το “Bring out your dead” (“Far away”, “Raid the universe”, “Crossing over”) και το “Someplace better” (ομώνυμο και “Made of lies”) ζέσταναν για τα καλά το κοινό.

Μια εμφάνιση που αφιερώθηκε δια στόματος Χριστιάννας, στον άνθρωπο χάρη στον οποίο είναι εκεί που είναι και τους βλέπει από εκεί ψηλά (φυσικά, αναφερόταν στον Ozzy…δεν χρειάστηκε καν να το πει, όλοι το καταλάβαμε). Μόνο “παράπονο” (άμα μπορείς να το πεις τέτοιο) είναι που ακόμα δεν έχω ακούσει “Buried alive” και “Brand new me” (δύο από τις κορυφαίες στιγμές του τελευταίου άλμπουμ κατ’ εμέ). Κατά τα άλλα, σούπερ και πάντα τέτοια!

Γιάννης Σαββίδης

Η ώρα είχε έρθει για την πρώτη σημαντική ατραξιόν της ημέρας με τον Geoff Tate και τη μπάντα του, την δεύτερη εμφάνισή του στα Χανιά από το 2023 όταν είχε κάνει πάταγο παίζοντας όλο το “Operation: mindcrime”, κλέβοντας την παράσταση. Από τότε, εμφανίστηκε και στην Αθήνα το 2024 αφήνοντας στην άκρη οποιαδήποτε ανησυχία για τις φωνητικές του επιδόσεις. Έτσι λοιπόν, και το βράδυ της 26ης Ιουλίου, ο Tate δεν άφησε κανένα περιθώριο για κριτική και ανησυχία ούτε για το επίπεδο της φωνής του ούτε για την γενικότερη ποιότητα της ερμηνείας του.

Το σετ της βραδιάς ήταν πανομοιότυπο με κείνο που ακούσαμε στο Gagarin το 2024 αλλά η μπάντα που τον πλαισίωνε αυτή τη φορά ήταν ακόμα μεγαλύτερη με όχι δύο αλλά τρεις κιθάρες. Με μια μπάντα λοιπόν έξι μουσικών να τον πλαισιώνουν, ο Tate ανέβηκε στη σκηνή του CRF με κείνο το περπάτημα και το ύφος που προδίδουν την larger than life προσωπικότητα και περσόνα του, ειδικά όταν ερμηνεύει κομμάτια από το “Operation: mindcrime” που, ότι και να κάνουμε, ξεσηκώνουν το κοινό περισσότερο από λιγότερο αγαπητά όπως τα “Desert dance” και “Sacred ground” που επίσης παίχτηκαν. Για τους οπαδούς, καλή ώρα, του “Promised land”, το “I am I” ήταν μια πολύ δυνατή στιγμή, αλλά έχω την αίσθηση πως το βάρος της παράστασης έπεφτε κατά πολύ στον Tate με την μπάντα από πίσω να μην μπορεί να κάνει πολλά πολλά. Όταν ειδικά ερχόταν η ώρα ενός σόλο στη κιθάρα, δεν ακουγόταν πάνω από τις άλλες δύο κιθάρες, όποιος και από τους τρεις εξαιρετικούς κιθαρίστες και αν έπαιζε. Γιατί χρειάστηκαν τρεις κιθαρίστες, δεν γνωρίζω. Τα πλήκτρα δε, δεν ακουγόντουσαν σχεδόν με τίποτα (να σημειώσω εδώ πως τον πληκτρά τον ακούσαμε να τραγουδάει VAN HALEN σε καραόκε το βράδυ της Παρασκευής στο πρώτο πάρτι και μας άφησε με το στόμα ανοιχτό).

Γενικά, ο ήχος δεν ήταν και το δυνατότερο κομμάτι την εμφάνισής του. Όταν όμως, ακούγονται ύμνοι όπως “We walk in the shadows”, το εντελώς απρόσμενο αλλά άψογα εκτελεσμένο “Screaming in digital” και φυσικά το “Silent lucidity” (κόσμος έχει γεννηθεί και… συλληφθεί με αυτό το κομμάτι όπως μας ενημέρωσε με μειλίχιο χιούμορ ο Tate), σχεδόν τίποτα δεν μπορεί να στο χαλάσει. Μετά από σχεδόν μία ώρα συναυλίας, έγινε ένα γρήγορο encore με τρεις κιθαρίστες και δύο μπασίστες παρακαλώ, όπου κατάλαβα, όπως και το 2023, πως ο Μέγας Tate κρατούσε δυνάμεις για το τέλος καθώς μας άφησε με τα “Take hold of the flame” και το “Queen of the Ryche” όπου η ερμηνεία του προκαλούσε ίλιγγο (προσέξτε, όχι οι τσιρίδες, αλλά η ερμηνεία). Το κοινό εδώ ζωντάνεψε περισσότερο μένοντας με τον διακαή πόθο για άλλη μια δόση και πολλούς από μας να αναρωτιόμαστε αν για άλλη μια φορά ο Geoff Tate έκλεψε την παράσταση από του headliners.

Φίλιππος Φίλης

Η εμφάνιση των STRATOVARIUS ως headliners της 1ης μέρας του Chania Rock Festival σηματοδότησε και μια απρόσμενη -για το μέγεθος της μπάντας- πρωτιά για το φεστιβάλ των Χανίων: παρότι το συγκρότημα έχει εμφανιστεί πολλές φορές στη χώρα μας σε sold out συναυλίες ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 (θυμίζουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του live άλμπουμ τους “Visions of Europe” ηχογραφήθηκε στη χώρα μας στο θρυλικό live τον Σεπτέμβριο του ‘97 στο «Ρόδον»), για άγνωστο λόγο ποτέ μέχρι σήμερα δεν τους είχαμε δει σε κανένα μεγάλο φεστιβάλ της Αθήνας σε αντίθεση με άλλα ισοδύναμα ή μικρότερα ονόματα του είδους. Τη νύχτα του Σαββάτου 26ης Ιουλίου του 2025 λοιπόν στο Θέατρο Ανατολικής Τάφρου ζήσαμε την 1η φεστιβαλική εμφάνιση στην Ελλάδα των σπουδαίων Φινλανδών πατέρων (μαζί με τους HELLOWEEN) του ευρωπαϊκού power metal ήχου, οι οποίοι ξεκίνησαν καταιγιστικά λίγο μετά την προγραμματισμένη ώρα (22:15) με το υπερηχητικό classic τους “Speed of Light”. Μπράβο τους για την επιλογή να ανοίξουν με τραγούδι από το “Episode”, ενός δίσκου που είχε γνωρίσει τεράστια επιτυχία στην Ελλάδα αρκετά πριν την διάδοση του ονόματος τους σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ή τη Λατινική Αμερική αργότερα.

Ο κόσμος στα Χανιά έδειχνε ορεξάτος και διψασμένος να ακούσει τις επιτυχίες του σχήματος, και το έβλεπες τις αντιδράσεις τους που ήταν ενθουσιώδεις και στο “Eagleheart” (από το “Elements Pt.1 »), φτάνοντας βέβαια για πρώτη φορά στην κορύφωση τους στο “The Kiss of Judas” ενός από τα πιο αναγνωρίσιμα και δημοφιλή τραγούδια των Φινλανδών από το “Visions”. Εκπληκτική ήταν και η εκτέλεση του “Eternity”, μιας επικής mid-tempo μεγαλεπήβολης σύνθεσης του Timo Tolkki από το “Episode”, τον κορυφαίο συνθετικά δίσκο της καριέρας τους, και στο σημείο αυτό να πούμε ότι το συγκρότημα (αλλαγμένο κατά τα 3/5 σε σχέση με το κλασικό line-up) σε εκτελεστικό επίπεδο βρισκόταν σε εξαιρετική φόρμα. Παράλληλα, όπως είχαμε ήδη διαπιστώσει και στο πρόσφατο live τους το 2023 στην Αθήνα, ο τραγουδιστής -και αρχαιότερο πλέον μέλος του σχήματος- Timo Kotipelto βρίσκεται στην πιο ώριμη φάση της καριέρας του, παίρνοντας άριστα για την ερμηνευτική του δεινότητα με δεδομένες τις απαιτήσεις των κομματιών (ειδικά του υλικού των 90s-00s) καθώς και του ότι το συγκρότημα δεν βρίσκεται πλέον στην πρώτη του νιότη.

Έξυπνη επιλογή αποτέλεσε η επιλογή της προσθήκης του “Glory Days” στο setlist από τον τελευταίο τους άλμπουμ “Survive”, του πιο γρήγορου και μοναδικού power metal (με την αυθεντική ερμηνεία του όρου) κομματιού του δίσκου, το οποίο παραπέμπει απευθείας στην πιο επιτυχημένη και κλασική περίοδο του σχήματος. Χαμός ακολούθησε και στο “Paradise”, ενός ακόμη τραγουδιού από το “Visions” με τον κόσμο πλέον γύρω στην 4η-5η σειρά να δημιουργεί τη σχετική αναστάτωση. Από το “Survive” ακούστηκε επίσης το ομώνυμο track που έγινε και αυτό δεκτό με ενθουσιασμό και συμμετοχή από το κοινό παρά το ότι ήταν προφανές ότι ελάχιστοι γνώριζαν τους στίχους, αλλά ο Kotipelto με έξυπνα τρικ προκαλούσε την συμμετοχή όλων με τα χέρια σηκωμένα. Όταν τα φώτα στράφηκαν στο synthesiser του τεράστιου Jens Johansson -ο οποίος δεν κουβαλά πλέον μαζί του περιοδείες ως controller το βαρύ κλασικό του DX7 αλλά κάτι πολύ πιο μαζεμένο- δεν χρειάζονταν πολύ φαντασία για να καταλάβεις ότι θα ακολουθούσε το “Black Diamond”, η πιο χαρακτηριστική ίσως σύνθεση της καριέρας των STRATOVARIUS, και φυσικά όλο το θέατρο Ανατολικής Τάφρου συμμετείχε πρόθυμα στις νεοκλασικές και συμφωνικές ακροβασίες του σχήματος.

Έκπληξη της βραδιάς και στιγμή που έκανε το live αυτοτελώς ξεχωριστό αποτέλεσε η πλήρης εκτέλεση του 10λεπτου έπους “Destiny” από τον ομώνυμο δίσκο του 1999, μια από τις κορυφαίες συνθέσεις του σχήματος στις οποίες πραγματικά το συγκρότημα μας παρουσίασε με απόλυτη πιστότητα στην studio έκδοση σαν να βρισκόμασταν μέσα στα Finnvox Studios του Ελσινκι την περίοδο της ηχογράφησης του. Οφείλουμε εδώ ένα μπράβο και στον κιθαρίστα Matias Kupiainen ο οποίος παρά του διαφορετικού στιλ που έχει από τον προκάτοχο του Timo Tolkki φροντίζει στα κλασσικά κομμάτια να ακούγεται όσο το δυνατόν πιο πιστός στην αυθεντική εκδοχή.

Πλησιάζοντας στο κλείσιμο της βραδιάς δια μικροφώνου ο Timo Kotipelto μας ενημέρωσε ότι θα έπαιζαν δύο ακόμη τραγούδια, με πρώτο το “Unbreakable”, ένα από τα λίγα κόμματα της πρόσφατης περιόδου τους που αντιμετωπίζεται από τους οπαδούς πλέον ως κλασικό hit, και όντως έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από το κοινό, υπήρξε μάλιστα κόσμος που κινήθηκε προς τις πρώτες σειρές για το κομμάτι αυτό. Το κλείσιμο της βραδιάς βέβαια ήταν το all time classic τους “Hunting High and Low”, ενός track – σήματος κατατεθέν της εποχής που το σχήμα είχε γιγαντωθεί εμπορικά, και στη διάρκεια του οποίου υπήρξε και το παραδοσιακό παιχνίδι του Kotipelto με το κοινό αναφορικά με το ποια πόλη μπορεί να τραγουδήσει πιο δυνατά το ρεφραιν.

Με αυτό τον τρόπο έκλεισε μια ακόμη εξαιρετική εμφάνιση των STRATOVARIUS στη χώρα μας, θα σταθώ όμως και σε δύο αρνητικά που εντόπισα: αφενός δεν υπήρχε πουθενά merchandise της μπάντας, ούτε καν ένα απλό T-shirt, γεγονός αδιανόητο για το μέγεθος του σχήματος (σ. Σάκη Φράγκου: προφανώς ΠΑΝΤΑ υπάρχει κάποιος λόγος αν δεν έχει φέρει ένα συγκρότημα merchandise και δεν είναι επειδή …βαριέται!). Αφετέρου, και με δεδομένο ότι μόλις είχε προηγηθεί η εμφάνιση του προσωπικού σχήματος του Geoff Tate ο οποίος έδειχνε να απολαμβάνει μαζί με τη πολυμελή μπάντα του κάθε λεπτό της παρουσίας τους στη σκηνή, η εμφάνιση των STRATOVARIUS αν και άριστη εκτελεστικά, φάνηκε -τουλάχιστον στα δικά μου μάτια- κάπως διαδικαστική και διεκπεραιωτική, ειδικά αν λάβουμε υπόψη τις ιδανικές συνθήκες (πανέμορφη καλοκαιρινή βραδιά / όμορφος χώρος / ελληνικό νησί τέλος Ιουλίου). Δεν ξέρω πόσοι ταξίδεψαν από Αθήνα για να δουν αυτή την εκδοχή των STRATOVARIUS στη Κρήτη όπως εμείς, πάντως κλείνω με μια θετική διαπίστωση τουλάχιστον για όσους μας αρέσει ο power/prog metal ήχος: στο διάστημα από την Τέταρτη μέχρι το Σάββατο είχαμε την ευκαιρία να δούμε στη χώρα μας τους DREAM THEATER, τον Geoff Tate με τραγούδια των QUEENSRYCHE και τους STRATOVARIUS, τους τελευταίους δύο μάλιστα στο πλαίσιο της ίδιας διοργάνωσης. Καλά πήγε αυτό, όντως.

Δημήτρης Μελίδης
Φωτογραφίες: Ντίνος Φράγκος

A day to remember… [01/08] KREATOR

0
Kreator

Kreator

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Cause for conflict” – KREATOR
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ1995
ΕΤΑΙΡΙΑGUN Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣVincent Wojno, KREATOR
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Mille Petrozza – Φωνητικά, κιθάρες
Frank Blackfire – Κιθάρες
Christian Giesler – Μπάσο
Joe Cangelosi – Τύμπανα

Μετά το άκρως πειραματικό “Renewal” του 1992 που δίχασε κοινό και οπαδούς, οι θρυλικοί thrashers KREATOR βρέθηκαν μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο ζόρικα με την αποχώρηση του μπασίστα Rob Fioretti αμέσως μετά την κυκλοφορία του “Renewal” και κυρίως με την αποχώρηση του Ventor το 1994 που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα αλκοολισμού. Αντικαταστάτες τους, ο τότε άσημος αλλά ιδιαίτερα ταλαντούχος Christian Giesler στο μπάσο, ενώ για την αντικατάσταση του εμβληματικού ντράμερ των KREATOR κλήθηκε να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά ο φοβερός και τρομερός Joe Cangelosi που είχε δώσει ήδη τα διαπιστευτήρια του με τους WHIPLASH.

Με ανανεωμένη σύνθεση, οι KREATOR κυκλοφορούν το έβδομο άλμπουμ τους με τίτλο “Cause for conflict”, αποφασισμένοι να κλείσουν στόματα σε όσους τόλμησαν να τους αμφισβητήσουν μετά την κυκλοφορία του “Renewal”. Σαφώς υπάρχουν και εδώ οι industrial πειραματισμοί που όμως είναι εμφανώς περιορισμένοι, ενώ παράλληλα δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το “Cause for conflict” είναι από τους πιο τραχείς και ωμούς δίσκους των KREATOR. Το ξύλο πέφτει ανελέητο από το εναρκτήριο “Prevail” (άνετα ένα από τα καλύτερα κομμάτια που έχουν γράψει ποτέ οι KREATOR) μέχρι το συγκλονιστικό “Isolation”  στον επίλογο. Εκπληκτικά riffs που προσωπικά μου βγάζουν μια ατμόσφαιρα “Terrible certainty” ενώ το drumming του Cangelosi είναι πραγματικά για σεμινάριο και σφυροκοπά τον ακροατή ανελέητα σαν απανωτό γρονθοκόπημα στο στομάχι. Δεν λείπουν και οι punk/hardcore επιρροές σε κομμάτια “σφηνάκια” όπως τα “Bomb threat” και “Dogmatic authority” που θυμίζουν τους συμπατριώτες τους SODOM και αυτό μόνο κακό δεν είναι! Ακόμη και τα πιο αργά κομμάτια του δίσκου, όπως τα “Celestial deliverance” , “Crisis of disorder” και “Isolation” είναι εξίσου κτηνώδη με τα υπόλοιπα, δημιουργώντας ένα φοβερό σύνολο.

Προσωπικά μιλώντας, θεωρώ το “Cause for conflict” ένα φανταστικό, αλλά και απίστευτα υποτιμημένο άλμπουμ. Επιθετικό όσο εκεί που δεν πάει, ίσως υπερβολικά βίαιο και τραχύ για ευαίσθητα αυτάκια ,όπως το “Tapping the vein” των SODOM, (τυχαίο tag Σάκης Φράγκος! Σ. Σάκη Φράγκου: Θάλαμος υπερβαρικού οξυγόνου λέγεται και θα σε βοηθήσει να ανακτήσεις την ακοή σου!), είναι ένα άλμπουμ που χρήζει οπωσδήποτε μεγαλύτερης προσοχής. Το μόνο ίσως, που με στενοχωρεί είναι ότι θα ήθελα να δω και άλλο άλμπουμ με το συγκεκριμένο line up. Αρκετά όμως με τις γκρίνιες, πάμε πάλι στο repeat, δυνατά!

RAISED FOR FUTURE AWARENESS
MANIPULATION HAS FAILED
RULERS LEADERS
ANARCHY WILL PREVAIL NOW

Did you know that:

  • Η επανέκδοση του 2018 περιέχει τρία επιπλέον κομμάτια, τα “Suicide in swamps”, “Limits of liberty” και την διασκευή στο “State oppression” των RAW POWER.
  • Πρώτος δίσκος για τον Christian Giesler που παρέμεινε στη μπάντα μέχρι το 2019, πρώτος και τελευταίος για τον Joe Cangelosi καθώς ο Ventor επέστρεψε “ καθαρός” το 1996 αλλά και τελευταίος για τον Frank Blackfire που αποχώρησε και αυτός το 1996 μετά από τρία άλμπουμ.

Θοδωρής Κλώνης

Rockwave Festival 2025 (SATCHVAI, Terra Vibe Park, 28/7/2025)

0
Satchvai

Satchvai

Η βραδιά της 28ης Ιουλίου στο TerraVibe Park εξελίχθηκε σε ένα κιθαριστικό ορόσημο, καθώς οι Joe Satriani και Steve Vai – δύο από τους επιδραστικότερους κιθαρίστες στην ιστορία του σύγχρονου instrumental rock – ένωσαν τις δυνάμεις τους ως SATCHVAI BAND, προσφέροντας μια ανεπανάληπτη μουσική εμπειρία στο κοινό του Rockwave Festival 2025.

Στο πλευρό των δύο κιθαριστών, μια all-star rhythm section πλαισίωσε ιδανικά τη βραδιά, προσδίδοντας βάθος και στιβαρότητα στη μουσική ροή. Ο Marco Mendoza, γνώριμος από τη θητεία του σε μπάντες όπως οι WHITESNAKE,  THIN LIZZY και οι THE DEAD DAISIES, έδωσε τον παλμό με το χαρακτηριστικό του groove και την εκφραστική του παρουσία, ενώ συνεισέφερε με άνεση στα φωνητικά. Στα τύμπανα, ο βετεράνος Kenny Aronoff — με ιστορία δίπλα σε ονόματα όπως οι John Mellencamp και Iggy Pop — υπήρξε ακριβής κι εκρηκτικός, χτίζοντας μια σταθερή ρυθμική ραχοκοκαλιά σε κάθε κομμάτι. Την εικόνα συμπλήρωνε ο αξιόπιστος Pete Thorn στη ρυθμική κιθάρα, με παίξιμο διακριτικό αλλά κομβικό, επιτρέποντας στους δύο frontmen να ξεδιπλώσουν το πλήρες φάσμα της δεξιοτεχνίας τους χωρίς ποτέ να χάνεται η συνοχή του ήχου. Το σχήμα φάνταζε σαν all-star ομάδα σε πλήρη ισχύ χωρίς να είναι μια μονομαχία εγωισμών, αλλά μια συνάντηση δημιουργικής αλληλοεκτίμησης – δύο κορυφών που σέβονται και ενισχύουν ο ένας τον άλλο.

Η συναυλία ξεκίνησε με το “I Wanna Play My Guitar”, ένα καινούριο, ρυθμικό κομμάτι με φωνητικά από τον Mendoza, το οποίο έθεσε τον τόνο μιας ζωντανής, ανεπιτήδευτης έναρξης, πριν η συναυλία βυθιστεί σε πιο «σύνθετα» νερά. Ακολούθησε το ατμοσφαιρικό “The Sea of Emotion, Pt. 1”, ένα κομμάτι με έντονη εσωστρέφεια, που ανέδειξε την ικανότητα των Satriani και Vai να αφηγούνται συναισθήματα χωρίς λέξεις.

Ο Satriani, πάντα μεστός και ακριβής, παρέδωσε με άνεση ένα best-of σετ που περιλάμβανε κομμάτια όπως τα “Flying in a Blue Dream”, “Ice 9”, “Sahara”, “Satch Boogie” και το κλασικό πλέον “Surfing with the Alien”. Η ερμηνεία του κινήθηκε ανάμεσα στη μελωδικότητα και τη λογική ακρίβεια, δίνοντας έμφαση στην καθαρότητα των φράσεων και στην επικοινωνία με το κοινό – χωρίς υπερβολές, παραμένοντας πιστός στον δικό του ήχο, αφήνοντας τη μουσική να ρέει.

Από την άλλη πλευρά, ο Vai επένδυσε περισσότερο στο θεατρικό στοιχείο, διατηρώντας ακέραια τη χαρακτηριστική πολυδιάστατη αισθητική του. Το “Zeus in Chains” και το “Little Pretty” ανέδειξαν την avant-garde αισθητική του, ενώ στο “Tender Surrender” άγγιξε σχεδόν σιωπηλά το μεταφυσικό, χαρίζοντας μία από τις πιο αισθαντικές στιγμές της βραδιάς. Το αποκορύφωμα του προσωπικού του σετ ήρθε με το εντυπωσιακό “Teeth of the Hydra”, με την περίφημη τριπλή κιθάρα, και μέσα από ένα εντυπωσιακό performance, απέδειξε για άλλη μία φορά πως η σκηνική παρουσία είναι γι’ αυτόν αδιαχώριστη από τον ήχο.

Η ουσία της συναυλίας όμως βρισκόταν στην αρμονική σύμπραξή τους. Κομμάτια όπως το “If I Could Fly” και το “Always With Me, Always With You” έγιναν το πεδίο μιας μουσικής συνομιλίας, στην οποία οι δύο κιθαρίστες αντάλλασσαν φράσεις όχι ανταγωνιστικά, αλλά με καλλιτεχνική ευγένεια και διάθεση συμπλήρωσης. Το “For the Love of God”, αποτέλεσε μια ακόμα από τις στιγμές κορύφωσης – ένα κομμάτι που παραμένει συγκλονιστικό, όχι για τη δεξιοτεχνία του, αλλά για τη συναισθηματική του ένταση, με τον Vai να το ερμηνεύει σχεδόν σαν σε κατάσταση έκστασης.

Το encore, ιδιαίτερα θερμό, ξεκίνησε με το διαδραστικό “Crowd Chant”, που έδωσε την ευκαιρία στο κοινό να συμμετάσχει με φωνές και ρυθμικά χειροκροτήματα.

Κι ενώ η συναυλία φαινόταν να έχει ολοκληρωθεί, το encore επιφύλασσε μια έκπληξη: το “Born to Be Wild” των STEPPENWOLF – μια αναπάντεχη, αλλά ιδανική επιλογή για φινάλε, που μετέτρεψε τη σκηνή σε ροκ γιορτή. Σε αυτό το κομμάτι, εμφανίστηκε και ο Gus G. ως επίτιμος καλεσμένος, σκορπώντας ενθουσιασμό στους παρευρισκόμενους. Ο Έλληνας guitar hero με διεθνή πορεία (Ozzy Osbourne, FIREWIND), ο οποίος θα εμφανιστεί και στο Rock Hard Festival Greece τον Σεπτέμβριο με τη μπάντα του Gus G & Friends, ανέβηκε στη σκηνή και συνέπραξε με Satriani και Vai σ’ ένα φινάλε-γιορτή. Η σκηνή πλημμύρισε από χαμόγελα, πανηγυρικό riffing και ένωση τριών γενεών κιθαριστικής έκφρασης. Η συμμετοχή του, γεμάτη πάθος και ενέργεια (θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν το G3 με  ελληνικό άρωμα), πρόσθεσε μια νέα δυναμική στο ήδη φορτισμένο κλείσιμο. Η συγκεκριμένη εκτέλεση ήταν ένας φόρος τιμής στην ακατέργαστη ελευθερία του rock, γεφυρώνοντας το παλιό με το νέο, χωρίς αναχρονιστική διάθεση και χωρίς να εγκλωβίζεται στη νοσταλγία, με τον κόσμο να συρρέει μπροστά, μετατρέποντας το κλείσιμο σε μια αυθόρμητη αποθέωση για τους πρωταγωνιστές της βραδιάς.

Η εμφάνιση των SATCHVAI στο Rockwave Festival 2025 δεν ήταν απλώς ένα ακόμη event για “guitar geeks” με εντυπωσιασμούς από την ταχύτητα και τις πολύπλοκες φράσεις.. Ήταν μια πλήρης μουσική εμπειρία, βαθιά εκφραστική και αληθινά επικοινωνιακή. Ήταν εκείνη η αίσθηση ότι ο ήχος μπορεί να ενώνει, να ξεπερνά τους εγωισμούς και να μιλά στην καρδιά. Σε μια εποχή που το σόλο συχνά αντιμετωπίζεται με καχυποψία, οι Satriani και Vai απέδειξαν ότι η κιθάρα, στα κατάλληλα χέρια, μπορεί να αφηγηθεί ιστορίες χωρίς λέξεις – και να αγγίξει ακόμη και τους πιο δύσπιστους.

Κείμενο/Φωτογραφίες: Πέτρος Καραλής

A day to remember… 28/07 “Sabotage” BLACK SABBATH

0

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Sabotage”
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1975
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Vertigo
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Mike Butcher
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Ozzy Osbourne
Drums – Bill Ward
Κιθάρες– Tony Iommi
Μπάσο – Geezer Butler

Με την απώλεια του Ozzman να είναι ακόμη νωπή, πάμε να πούμε μερικά πράγματα για το έκτο από τα Big 6 των SABS. Ένα άλμπουμ που είχε μια άσχημη περιρρέουσα ατμόσφαιρα και παρ’ όλα αυτά, έγραψε τη δική του ιστορία. Βλέπεις, ακόμη και μέσα από το σκοτάδι, πάντα μπορεί να βγει κάτι που να λάμπει.

Μετά το συγκλονιστικό “Sabbath bloody Sabbath”, η τετράδα από το Μπέρμιγχαμ διαπίστωσε ότι τα χρήματα που είχαν ως λαμβάνειν από τις πωλήσεις και τις συναυλίες δεν είχαν καμία αντιστοιχία με αυτά που έπρεπε να βρίσκονται στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους. Πάρθηκε η απόφαση για την απόλυση του manager Patrick Meehan και εκεί ξεκίνησε μια μεγάλη δικαστική διαμάχη. Με τους δικηγόρους να μπαινοβγαίνουν στα Morgan Studios και τα εξώδικα και τις μηνύσεις να βρίσκονται στο mailbox του χώρου ηχογράφησης, το αποτέλεσμα ήταν να βγει το “Sabotage” με μια ιδιάζουσα, σκοτεινή ατμόσφαιρα.

Έχοντας ως δεδομένο ότι το instrumental “Supertzar” μπήκε τελευταία στιγμή ως ιδέα του Will Malone,  ενορχηστρωτή της English Chamber Choir, ώστε να γεμίσει η διάρκεια, το “Don’t start (too late)” είναι πρακτικά το outro του “Hole in the sky” και οι πειραματισμοί του Ward του “Blow on a jug” να επέχουν θέση hidden track στο τέλος του βινυλίου, οι έξι συνθέσεις του “Sabotage” είναι σε σταθερά υψηλότατο επίπεδο, λαμβάνοντας πάντα ως δεδομένη την ψυχολογική πίεση της εποχής για την τετράδα των BLACK SABBATH, αλλά και τα δεδομένα «πάθη» που είχαν καθ’ όλη τη διάρκεια των 70s. Πέρα από το ιδανικό opener, εδώ έχουμε το διαχρονικότατο “Symptom of the universe” με το riff-φωτιά, το “Thrill of it all” που ακούγεται ως αδικημένο outtake του “Volume 4”, την εμπορική απόπειρα του “Am I going insane? (radio)” και φυσικά τα δύο έπη που κλείνουν θεαματικά και τις δύο πλευρές.

Τα “Megalomaniac” και “The writ”, αμφότερα με διάρκεια άνω των οκτώ λεπτών, είναι «εξαιρετικά αφιερωμένα» στον πρώην μάνατζερ τους, με στίχους γεμάτους βιτριόλι και μπηχτές, καθώς και με εντονότατη prog διάθεση. Ειδικά στο “Megalomaniac”, αυτό που συμβαίνει είναι πέρα από κάθε προσδοκία, δίνοντας του δικαιωματικά τον τίτλο του πιο αδικημένου SABBATH epic track. Και για να είμαστε δίκαιοι, το “Sabotage” στην ολότητά του αδικήθηκε διαχρονικά από τους δημιουργούς του και έπρεπε να περιμένει καρτερικά τη δικαίωσή του για περίπου σαράντα χρόνια, όταν εν τέλει αποφάσισαν οι SABS να το τιμήσουν στη “The End” tour. 

Αν και καθολικά θεωρείται ως ο αδύναμος κρίκος του Big 6, πιστεύω ότι το “Sabotage” έχει υποτιμηθεί χωρίς να του αξίζει. Ίσως, γιατί όσα θαυμαστά είχαν προηγηθεί από τους BLACK SABBATH ήταν πρωτοποριακά και larger than life. Το (δυσάρεστο) timing όμως που ζούμε αυτές τις ημέρες είναι εν τέλει ιδανικό, ώστε αυτό το σπουδαίο album να λάβει την αναγνώριση που του πρέπει στη συνείδηση όλων μας. 

DID YOU KNOW THAT:

– Το “Am I going insane? (radio)” κυκλοφόρησε ως single μόνο στην Ιαπωνία, αν και οι βλέψεις της τετράδας ήταν διαφορετικές για το συγκεκριμένο τραγούδι. Με τη διαφορά βέβαια ότι ο ίδιος ο Ozzy θεωρούσε ότι δεν ήταν στο ίδιο επίπεδο με τις άλλες πέντε συνθέσεις. 

– Τα Morgan Studios του Λονδίνου, τα οποία συνδέονται άρρηκτα με την prog era των BLACK SABBATH, ειδικά στα 70s ήταν ένας πολύ δημοφιλής προορισμός για την ηχογράφηση πολλών διάσημων καλλιτεχνών από το Ηνωμένο Βασίλειο. Ενδεικτικά αναφέρονται τα “Billion dollar babies” (Alice Cooper), “Sad wings of destiny” (JUDAS PRIEST), “Phenomenon” (UFO), “Meddle” (PINKI FLOYD) και βεβαίως όλα τα κλασικά albums των JETHRO TULL.

Γιώργος Κόης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece