Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 67

GRASPOP METAL MEETING, Stenehei, Dessel, 19-22/06/2025

0
Graspop

Graspop

DAY 1, 19/06/2025

Πέρασαν 16 (ολογράφως δεκαέξι) χρόνια από τότε που πάτησα στα ιερά χώματα του Stenehei στην περιοχή του Dessel. Από τότε, δεν πέρασε χρονιά να μην έψαχνα την επιστροφή μου στο Graspop Metal Meeting, το φετινό line up όμως δε μου άφησε πολλά περιθώρια. Μετά από τρεξίματα της τελευταίας στιγμής, ατυχήματα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και ευτράπελα τόσο σε εμένα, όσο και στα άλλα μέλη της παρέας, εν τέλει τα καταφέραμε και πατήσαμε Βέλγιο.

Οι διαπιστεύσεις πήγαν μια χαρά, η κίνηση της πρώτης ημέρας ήταν κάτι που είχα διαγράψει από τη μνήμη μου και επιτέλους, βρεθήκαμε στον χώρο. Μετά λοιπόν από όλες τις ταλαιπωρίες, προσωπικά έχασα μόνο τους DEATH ANGEL που ήθελα να (ξανά)δω και ίσως και τη Charlotte Wessels (ex-DELAIN). Κατά τα λοιπά, μικρό το κακό.

Με το που μπαίνω στον χώρο, το πρώτο πράγμα που με τρόμο αντικρίζω είναι οι Καμπανάδες στο North Stage. Κι επειδή έχω έρθει εδώ να περάσω καλά, με βήμα ταχύ και συνοπτικές διαδικασίες, πηγαίνω στην άλλη άκρη, στο υπαίθριο Jupiler Stage και να θυμηθώ ότι είμαι boomer με τους ALIEN ANT FARM. Και ευτυχώς, υπήρχε αρκετός κόσμος τριγύρω μου που ήθελε να ακούσει 90s pop punk. Σίγουρα η εποχή της ακμής τους πέρασε, αλλά ο Dryden Mitchell είναι ένας εξαιρετικός frontman και μπορεί να ξεσηκώνει τον κόσμο. Στο κλασικό “Movies” θυμήθηκα τα νιάτα μου, το “Storms over” το αφιέρωσε στον εαυτό του που πλέον είναι καθαρός, ενώ το φινάλε ήταν αναμενόμενα θριαμβευτικό, με τη διάσημη διασκευή στο “Smooth criminal”, όπου το sing along πήγε γόνα.

Αφού πέρασε η μπόρα των ΒΙΒ και έχοντας ένα μισάωρο να ξοδέψω, είχα να επιλέξω ανάμεσα στους  SOEN στο Marquee και στους MOTIONLESS IN WHITE στο South Stage. Με δεδομένο ότι για τους λατρεμένους στη χώρα μας SOEN  θα έχω πολλές ακόμη ευκαιρίες στο άμεσο μέλλον, προτίμησα μια κρύα μπύρα και να δω το κλείσιμο των MIW. Τώρα που ο Marilyn Manson έχει τρεξίματα, η version του Chris “Motionless” Cerulli, που ανακατεύει και industrial και metalcore κάνει θραύση. To κοινό το είχαν ήδη κερδίσει και το επιδόρπιο με “Soft” και “Eternally yours” ήταν τουλάχιστον εντυπωσιακό.

Photo by Dorien Goetschalckx

Ο τίτλος για το επόμενο act στο North Stage θα μπορούσε να είχε τίτλο “Τα παπάκια στη σειρά”. Τρία τεράστια, ολοκίτρινα από δαύτα συνόδευαν τους ALESTORM κατά τη διάρκεια της εμφάνισής τους και ομολογώ ότι μέχρι και εμένα με κέρδισαν. Ναι, συμφωνούμε, πειρατικό metal γίνεται αποδεκτό ΜΟΝΟ από τους RUNNING WILD. Όμως οι Σκωτσέζοι ALESTORM είναι χαβαλέδες και αυτό βγαίνει εύκολα παραέξω. Με το κοινό είτε να χορεύει έξαλλα, είτε να κάνει ατελείωτο crowdsurfing. Το “Pirate metal drinking crew” είναι ΕΠΟΣ.

Έχω χάσει το μέτρημα από το πόσες φορές έχω δει τους PARADISE LOST. Το συναίσθημα όμως ήταν δυνατό και έστω και για μισή ώρα, επιβάλλονταν να πεταχτώ μέχρι το Marquee. Και δεν βγήκα χαμένος  Αναμενόμενο άνοιγμα με “Enchantment”, Ο Greg Mackintosh φανερά γηρασμένος (έως και καταβεβλημένος), ο Nick Holmes κλασικός φλεγματικός και ο ήχος με μικροπροβλήματα. Το setlist το έλεγες και greatest hits, το άτιμο το “Pity the sadness” κάθε φορά μου προκαλεί τρελή πώρωση, ενώ στο “The last time” έπρεπε να επιστρέψω στο South Stage.

Το κακό με τα festivals τέτοιου βεληνεκούς, είναι ότι βρίσκεσαι μπροστά σε ευχάριστους πονοκέφαλους. ΛΑΤΡΕΥΩ Julie Christmas, αλλά το συναίσθημα σχεδόν επέβαλλε DREAM THEATER για πολλοστή φορά. Από τότε που επέστρεψε ο Portnoy στη φυσική του θέση, ξύπνησε το θηρίο μέσα μου και μόλις λίγους μήνες μετά, ξανά πάλι σε απόσταση αναπνοής από εμένα. Για τις συνθέσεις των DT, τα ογδόντα λεπτά φαντάζουν ψίχουλα, όμως η δόση ήταν γενναία. Και “Night terror” υπήρχε στην εισαγωγή και combo αποτελούμενο από “Strange deja vu” και “Fatal tragedy” ήρθε στα καπάκια για να με διαλύσει. Το “Peruvian skies” είχε άρωμα 90s, όπου ανακατεύτηκε με τα “Wherever I may roam” και κάτι ψιλά από “Where eagles dare” και ο θρίαμβος ολοκληρώθηκε με  “As I am” και εννοείται “Pull me under”. Η περί LaBrie κουβέντα είναι πλέον βαρετή, οπότε η μόνη μου ένσταση στην κατά τα άλλα εξαιρετική εμφάνιση των DT είναι τον ήχο, ο οποίος ήταν αρκετά λασπώδης για τους άρχοντες του prog.

Καταβεβλημένος από τους DREAM THEATER, προτίμησα τις απαραίτητες δόσεις καφείνης και να ακούω στο background τους EPICA, πηγαίνοντας με βήμα αργό προς το Metal Dome για να απολαύσω πάλι τον Perturbator. Με το νέο του album να βρίσκεται προ των πυλών, αιφνιδίασε τους τολμηρούς που πήγαν στο Metal Dome, παίζοντας τρία ολοκαίνουργια κομμάτια, μεταξύ των οποίων το εναρκτήριο “The art of war”. Αν δε με ξεγέλασαν τα αυτιά μου, άκουσα και τη γνώριμη φωνή του Garm σε μία από τις νέες συνθέσεις και γενικά πιστεύω ότι θα γίνει χαμός με το νέο του album. Το light show αναβαθμίστηκε με διάφορα proj;ections, αλλά και το stage show δεν πήγε πίσω όπου η εξέδρα στην οποία συνυπήρχαν frontman και drummer, μια τους έφερνε δίπλα και την επόμενη τους πήγαινε στις δύο άκρες της σκηνής. Ως προς τα υπόλοιπα , το “Venger” ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη, τα “Neo Tokyo” και “Future club” μετέτρεψαν το Metal Dome σε “σκοτεινό” club και δυστυχώς, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, το show τελείωσε δέκα λεπτά νωρίτερα.

Στον δρόμο της επιστροφής προς τις μεγάλες σκηνές, διαπίστωσα ότι μόλις είχαν ξεκινήσει οι CARCASS. Με το που μπαίνω μέσα, ακούω “Buried dreams” αγαλλίασε η ψυχή μου, οπότε δικαιωματικά έπρεπε να τους αφιερώσω αυστηρά ένα τέταρτο της ώρας. O Bill Steer μοιάζει σαν συνταξιούχος κυριούλης, αλλά όταν ανοίγει το στόμα του, προκαλούνται μποφόρ. Δυστυχώς, μετά το “No love lost” έπρεπέ να τρέξω προς το κατάμεστο South Stage, αφού στα ήχεία ξεκίνησε να παίζει το “Doctor, doctor”.

Ο αριθμός που έχω δει τους IRON MAIDEN on stage είναι διψήφιος. Αυτή η εμφάνιση θα ήταν ξεχωριστή από την αρχή, αφού ξεκίνησαν με τον ήλιο δυνατό και τελείωσαν με το που νύχτωσε. Επιπρόσθετα, ήταν η πρώτη φορά που οι γνωστές MAIDEN κουρτίνες εξαφανίστηκαν και αντικαταστάθηκαν από υψηλής τεχνολογίας γιγαντοοθόνες, οι οποίες έδειχναν τρισδιάστατα γραφικά (με τη χρήσιμη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης), με αποτέλεσμα η όλη συναυλιακή εμπειρία να είναι εντελώς διαδραστική.

Συνειδητά, απείχα από τα setlist spoilers και δικαιώθηκα πλήρως. Οι ύμνοι έσκαγαν ο ένας πίσω από τον άλλο, με το DiAnno mini tribute της εισαγωγής να τιμά τον πρόσφατα εκλιπόντα προκάτοχο του Bruce, o “νέος” Simon Dawson μπήκε στα παπούτσια του Nicko σα να είναι χρόνια στην οικογένεια της Σιδηράς Παρθένου και όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Το απόλυτο οπτικοακουστικό highlight ήταν χωρίς δεύτερη κουβέντα το “Rime of the ancient mariner”, με τα “Seventh son of a seventh son” (και τους καπνούς) και “Hallowed be thy name” (Με τον Bruce να αποδρά από το κελί του και να γίνεται μέρος της γιγαντοοθόνης) να έπονται από μικρή απόσταση.

Η φωνή του Bruce “έσπασε” σε όλο το encore, όμως με όλα αυτά που έχει τραβήξει, καταλαβαίνεις ότι όλο αυτό το κάνει με την ψυχή του και χωρίς να θέλει να αποδείξει κάτι. Δεν θέλω να λέω μεγάλα λόγια, αλλά είχα είκοσι χρόνια να δω τέτοια ΣΥΓKΛΟΝΙΣΤΙΚΗ εμφάνιση από τους IRON MAIDEN κι από εκείνο το έπος της Μαλακάσας. Όσοι δηλώνετε οπαδοί των MAIDEN, βρείτε κάποιον τρόπο να τους δείτε οπωσδήποτε σε αυτήν εδώ την περιοδεία. Speechless…

Μετά τον όλεθρο των IRON MAIDEN, δεν υπήρχε κουράγιο ούτε για το γνήσιο punk rock των LAGWAGON, ούτε για το hardcore των HATEBREED, Οπότε έκανα την κακή επιλογή να δω από μακριά τους POWERWOLF και το θέαμα ήταν εξίσου αστείο, όσο και το cheesy power metal τους. Σε αυτό το είδος οι SABATON παίζουν μπάλα μόνοι τους και να το πασαλείβεις τη μάπα σου με make up για να το παίξεις βαμπίρ, στο τέλος μόνο ως γελοίος μπορείς να ονομαστείς. Και αφού τα είπα και ξεθύμανα, παίρνουμε μια μπύρα για τον δρόμο και επιστρέφουμε στη βάση μας, γιατί μας περιμένουν ακόμη τρεις, πολύ έντονες ημέρες, γεμάτες μουσική.

ΥΓ: Up the Irons!

DAY 2, 20/06/2025

Εξουθενωμένοι σωματικά από την πρώτη ημέρα, την αμέσως επόμενη επιβάλλονταν να τη βγάλουμε λίγο πιο χαλαρά. Η εγκατάσταση του GMM έχει μεγαλώσει σημαντικά, ώστε να κάνερις πολλά και δημιουργικά πράγματα. Από το να πιεις πολλές και ποιοτικές μπύρες και κρασιά, να επιλέξεις μέσα από μία μεγάλη ποικιλία φαγητών και εδεσμάτων, να χαλαρώσεις στα metal cafe, μέχρι και να διασκεδάσεις στο luna park του. Η χωρητικότητά του όμως έχει παραμείνει της τάξεως των 55.000 με 60.000 θεατών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ακόμη και στα headlining acts, είτε να χωθείς με σχετική ευκολία στο κάγκελο, είτε να απολαύσεις το αγαπημένο σου act από κοντινή απόσταση, έχοντας τον προσωπικό σου χώρο.

Photo by David Johnson

Ξεκίνημα για τη δεύτερη ημέρα λοιπόν και στην άλλη άκρη της εγκατάστασης, στο Metal Dome. Παράπλευρες απώλειες η διπλοβάρδια των Harris και Dawson με τους BRITISH LION και PRO-PAIN που έπαιζαν πιο πριν  με τον ήλιο ντάλα. Τους δικούς μας VIC δεν έπρεπε να τους χάσω, καθώς τους είχα αδικήσει όταν είχαν σκάσει μύτη. Από το “Age of Aquarius” μου βούλωσαν το στόμα κι αναίρεσα. Τα παιδιά έχουν μεγαλώσει πάρα πολύ το status τους, έχουν ξεφύγει από τα ελληνικά δεδομένα και το διαπίστωνες με βεβαιότητα και από τις αντιδράσεις του κοινού. Τα projections από πίσω έδωσαν ένα επιπλέον boost στην εμφάνισή τους, ενώ και ο ήχος τους ήταν μεστός. Μια βαθιά υπόκλιση και ένα τεράστιο respect.

Photo by Dorien Goetschalckx

Βγαίνοντας από το Metal Dome, είδα ότι στο Jupiter Stage έπαιζαν οι EMPLOYED TO SERVE και η τραγουδίστριά τους τσίριζε δίχως αύριο. Στο μεταξύ, ο Myles Kennedy χρειάζονταν αρκετό ποδαρόδρομο μέχρι να τον φτάσουμε στο North Stage, πρόσθεσε στην εξίσωση την κούραση της πρώτης ημέρας και τη διάθεση για χαβαλέ. Οπότε ήταν ότι έπρεπε μια πανοραμική βόλτα με το τεράστιο spinning wheel και ανάλογα με το σημείο που βρισκόσουν, έπαιρνες δείγματα και από τους ETS και από τον Myles. Δίκαιο;

Με το που τελείωσε ο Myles, θεώρησα σωστό να προσεγγίσω το South Stage για τους KNOCKED LOOSE. Μέχρι να τους δούμε και στα δικά μας μέρη ως support των METALLICA, μιλώντας πάντα προσωπικά, το metalcore τους με άφησε παγερά αδιάφορο, οπότε προσπέρασα γρήγορα στη μέση του set τους και ασχολήθηκα με την ενυδάτωσή μου, με την αρωγή ποιοτικών, βελγικών μπυρών.

Στο δρόμο για το Marquee, που βρίσκεται λίγο μετά τη μέση της εγκατάστασης, πήραμε και τη τζούρα μας από την αρχή της εμφάνισης των GLORYHAMMER. Η σχέση μου με το power metal είναι αγάπης και μίσους, αλλά το μεγαλύτερο κίνητρο ήταν όταν έμαθα ότι είναι το δεύτερο παιδί του Christopher Bowes των ALESTORM και ότι έχει και αυτό τον χαβαλέ του, με όλο αυτό το science fiction παραμύθι. Ντυμένοι σαν ιππότες και με fake castles για σκηνικό, δεν μου έκαναν καθόλου κλικ, εν αντιθέσει με τα χτεσινά παπάκια, όσο και αν ο κουμπάρος Michael Sozos είναι και φωνάρα και χαρισματικός frontman.

Στο Marquee όμως έπρεπε να πάω από την αρχή. Το “This heathen land” ήταν μέσα στη λίστα μου με τα καλύτερα albums του 2023 και έτσι ήταν σχεδόν επιβεβλημένο να δω τους GREEN LUNG. O Tom Templar πλέον είναι πολύ άπλας στη σκηνή, ο συνοδοιπόρος του Scott Black είναι ωραίος τύπος γενικότερα και σύσσωμο το συγκρότημα είναι έτοιμοι για πολύ μεγάλα πράγματα. Το setlist ήταν ισόποσα μοιρασμένο μεταξύ του “This heathen land” και του “Woodland rites” συν το “Old Gods”. Αν τους βοηθούσε και ο ήχος, θα μιλούσαμε για τεράστια εμφάνιση. Τι έπος είναι ρε παιδιά το “Maxine”;

Photo by Tim Tronckoe

Λίγη σκιά και ενυδάτωση ήταν απαραίτητη, οπότε το metalcore των THE GHOST INSIDE δεν ήταν τόσο επιβεβλημένο. Την ώρα που αποχαιρετούσαν το South Stage, είχα ήδη πάρει θέση ακριβώς δίπλα στο North Stage για την ψυχή των ALICE IN CHAINS. Ο Jerry Cantrell είναι legend και στα παπούτσια του Layne είχε μαζί του τον Greg Puciato (DEP rules). Ένα τεράστιο “I want blood” δέσποζε στη γιγαντοοθόνη παραπέμποντας στο περσινό, εξαιρετικό του album και τα πάντα ήταν όπως τα περίμενα. Rock n’ roll attitude, λασπώδης ήχος όπως ακούγεται και στο μετερίζι του Cantrell και στα “Them bones”, “Would?” και “Rooster” ένιωσα τις μοναδικές ανατριχίλες της ημέρας. ΦΩΝΑΡΑ αυτός ο Greg…

Photo by Rudy DeDoncker

Είμαι σίγουρος ότι όσοι επέλεξαν να χωθούν στο Marquee θα πέρασαν υπέροχα με τους EAGLES OF DEATH METAL του Josh Homme. Οι FALLING IN REVERSE στο South Stage είναι όμως ένα act που είναι εντελώς χλωμό να έρθει κάποτε στα μέρη μας. Είναι πραγματικά αξιοπερίεργο πως η ένδοξη Epitaph των BAD RELIGION και THE OFFSPRING, έχει για σημαία την παρέα του Ronnie Radke. Ο ναρκισσισμός αυτού του τύπου έχει περάσει σε άλλο level και οι υπόλοιποι FIR είναι οι υποτακτικοί του. Από την είσοδό υπό τις νότες του “Highway to hell” μια κάμερα τον ακολουθούσε παντού και από κάτω το κοινό βρίσκονταν σε παραλήρημα. Όλες αυτές οι φωτιές στο “Zombified” ή το karaoke στο “I am the one” ήταν μέρος του παπά που πουλάει ο Radke και για να είμαι ειλικρινής, μέχρι κι εγώ κατάπια αυτόν τον παπά αμάσητο. Βέβαια, αυτή η μίξη μεταξύ DISTURBED και Marilyn Manson από ένα σημείο καταντά σούπερ κουραστική, το ίδιο και η κάμερα που ακολουθά τον Radke, όπως και οι δηλώσεις ότι προτιμά να πάει να κάνει την ανάγκη του από το να έχει από κάτω τέτοιο ξενέρωτο κοινό. Μπορεί να ψάρωσε κι εμένα όλο αυτό το larger-than-life ροκσταριλίκι του, αλλά ακριβώς την ίδια στιγμή ήθελα να του ανοίξω το κεφάλι στα δύο κι έτσι, αποφάσισα να απομακρυνθώ από αυτό το τσίρκο, παρά να κάνω κάποιο έγκλημα.

Η Jupiler Stage με προφύλαξε από το να κάνω έγκλημα. Χτες τους LAGWAGON τους έχασα ελέω κούρασης και POWERWOLF. Την έτερη διπλοβάρδια της ημέρας, με τον Joey Cape στις κιθάρες είπα να την τιμήσω. Οι χαβαλέδες ME FIRST AND THE GIMME GIMMES είναι ένα punk rock supergroup, με τον εμφανώς γηρασμένο CJ Ramone (τι σημαίνει ποιων;) στο μπάσο, τον Andrew Piching (THE DAMNED) στην τυμπανοκρουσία και τον Spike Slawson (SWINGIN’ UTTERS) στη φωνή και στην πρόζα. Αυτοί οι θρύλοι εδώ και τριάντα χρόνια κάνουν το κέφι τους, φορώντας λευκά παντελόνια και παπούτσια, χαβανέζικα πουκάμισα και τον Slawson κε κυριλέ κοστουμιά, σχηματίζοντας μια cover band που μεταλλάσσει σε punk rock σφηνάκια κάποια κλασικά pop/rock standards. Το να ακούς punk rock versions τα “Straight up” (Paula Abdul), “Rocket man” (Elton John), “Sloop John B’ (THE BEACH BOYS) και το… “End of the road” (BOYZ II MEN), ενώ από κάτω ο κόσμος να παίζει ξύλο, είναι ένα one of a kind θέαμα.

Στην πλάτη του Jupiler Stage, στεγάζεται το δροσερό Marquee. Από πρακτικής άποψης, έκανα υπομονή όλη την ημέρα, μόνο και μόνο για την εμφάνιση των BLOOD INCANTATION. Η διαγαλαξιακή αναζήτηση του “Absolute elsewhere” σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά της το 2024. Παρά το όλο hype, το Marquee δεν γέμισε, αυτό όμως δεν εμπόδισε σε τίποτα τον τρελό επιστήμονα Paul Riedl και τη λοιπή παρέα από το Colorado να αποδώσει στην ολότητά του το περσινό τους masterpiece. Την εμφάνισή τους διάνθιζαν διάφοροι ψυχεδελικοί και laser φωτισμοί, όπως και δύο φωτιζόμενοι τύμβοι που λειτουργούσαν ως ενδείξεις εξωγήινης ζωής. Κανονικά θα ακούγαμε στο τέλος και το “Obliquity of the ecliptic”, όμως κάποια θέματα στο soundcheck πήγαν πίσω την εμφάνισή τους κατά ένα τέταρτο. Το οποίο soundcheck να σημειωθεί ότι το έκαναν οι ίδιοι οι ΒΙ, με τη βοήθεια του ηχολήπτη τους Νίκου Γιαγκουδάκη (ex SUN OF NOTHING). Όλα καλά!

Photo by Rudy DeDoncker

Βγαίνοντας από το Marquee, τα φώτα στο πάνω μέρος των δύο main stages έγιναν κόκκινα και ξεκίνησαν να πηγαίνουν δεξιά και αριστερά, στα ηχεία ακούγονταν το “Knight Rider theme” και όλο αυτό σήμαινε ότι οι headliners SLIPKNOT ήταν έτοιμοι να καταστρέψουν το South Stage. Και ούτε η παρέα του Mikael Akerfeldt στο Marquee δεν αποτέλεσε δέλεαρ για να αποσπαστεί η προσοχή σου από τον Corey Taylor και τη λοιπή συμμορία. Η εισαγωγή με τα (sic) και “People=shit” δημιούργησε κανονικό παροξυσμό στο κοινό, του οποίου το χοροπήδημα σε έκανε να πιστεύεις ότι συνέβαινε σεισμός στο Dessel.

Ο Tortilla Man που αντικατέστησε τον Clown στα backing vocals και στο percussion ήταν ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΣ στον ρόλο του και πάρα πολύ κινητικός, τον Eloy Cassagrande στα drums τον ξέραμε κι από πιο πριν τι παιχτρόνι είναι, ενώ για τον Corey δε χρειάζονται να πει κάποιος κάτι. Με κάθε του κίνηση και ανάσα έκανε ότι ήθελε το κοινό και εκείνο του ανταπέδιδε την λατρεία με ασταμάτητο moshing και αμέτρητο crowdsurfing. Σε τρεις δεκαετίες ύπαρξης, οι SLIPKNOT αποδεικνύουν κάθε φορά γιατί είναι leaders στον χώρο τους και για ποιους λόγους τα τραγούδια τους είναι σεμινάρια για συναυλιακό ξύλο.

Όταν λοιπόν έχεις μαζέψει τόσο ξύλο, χρειάζεσαι κάποιο χρόνο για να επουλώσεις τις μελανιές σου. Και μπορεί το πνεύμα να ήταν πρόθυμο, αλλά η σάρκα ασθενέστατη για να είναι σε θέση να δει έστω και ένα λεπτό τον μπαρμπέρη της καρδιάς μας και την ανίερη παρέα των ΒΕΗΕΜΟΤΗ. Άσε που η τρίτη ημέρα θα είναι μεγάλη σε διάρκεια και η πιο ενδιαφέρουσα για εμένα προσωπικά. Sorry Nergal!

ΥΓ: Μην σας κάνει εντύπωση αν του χρόνου θα είναι παντού headliners οι FALLING IN REVERSE.

DAY 3, 21/06/2025

Η πιο μακροσκελής σε διάρκεια μέρα και μακράν η πιο ενδιαφέρουσα για τον υποφαινόμενο ήταν η προτελευταία του Graspop Metal Meeting 2025. Ταυτόχρονα όμως ήταν και η πιο ζεστή μέρα του τετραημέρου και αυτή με την περισσότερη υγρασία. Η διοργάνωση, δίνοντας έμφαση στις λεπτομέρειες, είχε μεριμνήσει και σε αυτούς τους τομείς για τους επισκέπτες, ώστε να είναι η εμπειρία όσο γίνεται πιο άνετη. Αμέτρητα σημεία με καθαρό, πόσιμο νερό, καθαρές τουαλέτες ακόμη και για μικρά παιδιά, δωρεάν ψεκασμοί με αντιηλιακό για να μην καεί η κούτρα σου και τέσσερα μεγάλα κανόνια στα main stages που εκτόξευαν κρύα σταγονίδια για να κάνεις απρόσκοπτα το headbanging σου.

Καθώς η ημέρα θα τελείωνε αρκετά τα μεσάνυχτα, η παρέα αποφάσισε τις πρωινές και μεσημβρινές ώρες να επενδύσει σε ένα πολύ γενναίο brunch και απλόχερες ποσότητες καφεΐνης, ώστε να ανταπεξέλθει. Η τέχνη απαιτεί θυσίες και παράπλευρες απώλειες υπήρξαν, όπως οι εξαιρετικοί post punk rockers VOWWS από την Αυστραλία, οι συνυφασμένοι με τον Neue Deutsche Harte ήχο OOMPH! (έστω και χωρίς τον Dero Goi), όπως επίσης και  ο μουσικός αχτρμάς των SKINDRED και της μορφής που ονομάζεται Benji Webb.

Photo by Tim Tronckoe

Μπαίνοντας στην εγκατάσταση του GMM για μια ακόμη φορά, η εμφάνιση των Γερμανών EISBRECHER βρίσκονταν στα τελευταία της, όπως και αυτή των UNTO OTHERS στο Metal Dome. Με γνώμονα την εξοικονόμηση δυνάμεων και ότι τους UNTO OTHERS θα έχω ξανά τη δυνατότητα να τους απολαύσω στο άμεσο μέλλον, προτίμησα την άπλα του South Stage. Τελευταία φορά που πέτυχα τους EISBRECHER ήταν στο Amphi Festival του 2017 ως headliners και τα γοτθικά παιδιά της Γερμανίας ήξεραν απέξω όλους τους στίχους τους. Οκτώ χρόνια μετά, σε ένα πιο generic κοινό κατάφεραν να κερδίσουν τις εντυπώσεις με τον NDH ήχο τους. Η γοτθική αρμάδα του Alexx Wesselsky με κάθε κυκλοφορία της χτυπάει κορυφές στα γερμανόφωνα charts, αλλά έχει μείνει πίσω στην εκτός συνόρων καριέρα της, εξού και αυτό το timeslot κάτω από τον καυτό ήλιο. Επίσης, το “FAKK” είναι σπουδαίος κομμάταρος.

Όντας αρκετά δυνατός και φρέσκος, πήγα όσο γίνονταν πιο μπροστά στο North Stage. Η Poppy έχει τόσο hype τριγύρω της, που δε μπορείς να της αντισταθείς. Η περιγραφή ως μίξη των BRING ME THE HORIZON με τη Lady Gaga παίζει και να την αδικεί. Δεν κρύβω ότι ανέμενα την σαραντάλεπτη εμφάνισή της με την ίδια ανυπομονησία με τους headliners της τρίτης ημέρας, αφού είχα τύψεις που το περσινό της “Negative spaces” μου ξέφυγε εντελώς. Αλλιώς θα ήταν άνετα στις κορυφαίες θέσεις στη λίστα μου.

Αυτή η αθώα φατσούλα μέσα στα λευκά, χαριτωμένα ρούχα της, μπορεί να μετατραπεί την αμέσως επόμενη στιγμή στον μεγαλύτερο ΚΑΦΡΟ. Και αυτή η εναλλαγή ζεστού με κρύο, είναι όλη η γοητεία της. Ήταν εμφανές ότι και η ίδια η Poppy, όπως και οι μασκοφόροι μουσικοί που τη συνόδευαν, υπέφεραν από τη ζέστη γι’ αυτό και μετά από κάθε τραγούδι αποσύρονταν στα παρασκήνια. Ακόμη κι αν θυσιάστηκε ένα τραγούδι από την εμφάνισή της, η σκηνική παρουσία, σε συνδυασμό με το ταλέντο και την περσόνα της, καθήλωσε τους παρευρισκόμενους, που ακολουθούσαν πιστά της οδηγίες της είτε για sing along, είτε για walls of death. Το δε κλείσιμο με το “new way out” ήταν ΧΑΟΤΙΚΟ. Δηλώνω ερωτευμένος με την Poppy και δεν ντρέπομαι να το πω.

Με κεκτημένη ταχύτητα από τον όλεθρο που προκάλεσε η Poppy και λόγω της περικοπής στο setlist της, δεν έχασα την ευκαιρία για να χωθώ στο Marquee, για να πάρω μια μικρή τζούρα από τον σπαραγμό των PRIMORDIAL. O Alan είναι μεγάλη μορφή, όμως αυτό το ξέρουμε ήδη. Σαν μεσαιωνικός αγύρτης μοιράζονταν τον πόνο του με το κοινό και αυτό με τη σειρά του καθηλώνονταν. Η κρεμάλα που περιφέρονταν από τη μια άκρη της σκηνής στην άλλη υπό τους ήχους του “To hell or the hangman” ήταν το αδιαμφισβήτητο highlight τους.

Πίσω στον καύσωνα του South Stage, ο Max Cavalera και οι SOULFLY βρίσκονταν στο ένα τρίτο του setlist τους. Οι μέρες των SEPULTURA έχουν μείνει πίσω για τα καλά (άλλωστε υπάρχουν οι CAVALERA CONSPIRACY για τον σκοπό αυτό) και η εμφάνισή τους περιορίστηκε σε μια περίληψη της σχεδόν εικοσαετούς καριέρας τους. Έχουν πάψει προ πολλού να με συγκινούν τα “τζαμπνταφακ” του Max, οπότε προτίμησα να προσπεράσω και να απολαύσω μια ακόμη μπύρα κάτω από ένα ίσκιο παχυλό.

Photo by Tim Tronckoe

Τη δροσιά του ίσκιου αναγκάστηκα να την εγκαταλείψω για χάρη των LORNA SHORE. Δηλώνω πλήρη άγνοια για το μέχρι σήμερα υλικό τους, αλλά βλέποντας το κοινό να βρίσκεται σε παροξυσμό και σε ασταμάτητο moshpit και crowdsurfing, τράβηξαν την προσοχή μου. Οι τύποι έχουν βρει την τέλεια ισορροπία μεταξύ του post hardcore και του black metal και είναι εντελώς πειστικοί σε αυτό που κάνουν. Ο δε Will Ramos είναι ένας frontman να τον πιεις στο ποτήρι.

Καλό το ξύλο στους LORNA SHORE, αλλά δίπλα στο South Stage τα πράγματα θα σοβάρευαν με τους local heroes BRUTUS. Όσοι ήταν μάρτυρες σε εκείνη την αριστουργηματική εμφάνιση στο Gagarin 205, θα καταλάβουν απόλυτα το τι πρόκειται να περιγράψω. Η φωνή της Stefanie Mannaerts σου παίρνει την ψυχή και την κάνει θρύψαλα και σε συνδυασμό με την ακρίβεια που χτυπάει τα τύμπανά της, είναι ένα αξιοθέατο από μόνη της. Από την ατμοσφαιρική εισαγωγή του “War” μέχρι το ανεπιτήδευτο κλάμα της στο outro του “Sugar dragon”, η Stefanie και οι δύο συνοδοιπόροι της απέδειξαν ότι απαιτείται μόνο ψυχή για να παίξεις rock n’ roll. Χωρίς ψηφιακές ευκολίες και μόνο με τους ενισχυτές τους επί σκηνής, η εμφάνιση των BRUTUS ήταν αψεγάδιαστη και breathtaking. Για εξήντα λεπτά της ώρας, ο χρόνος σταμάτησε στο Dessel.

Καλές οι προθέσεις των BULLET FOR MY VALENTINE να ερμηνεύσουν on stage ολόκληρο το “The poison”, όμως και οι προθέσεις του καιρού ήταν πολύ κακές. Νέος γύρος ενυδάτωσης και ξεκούρασης και υπομονή μέχρι τους Καναδούς SPIRITBOX. Ή μήπως όχι;

Photo by Stijn Verbruggen

Κάποιες φορές, οι ενστικτώδεις αποφάσεις σε δικαιώνουν πλήρως. Η Courtney LaPlante είχε κλέψει τις εντυπώσεις παρέα με τους SPIRITBOX, πέρυσι στο αίθριο του ΟΑΚΑ. Αλλά στο Marquee επρόκειτο να ανέβουν οι Μογγόλοι THE HU και με την περιέργεια στα ύψη, είπα να πάω στο Marquee, το οποίο προς μεγάλη μου έκπληξη, ήταν ΑΣΦΥΚΤΙΚΑ γεμάτο. Και η επταμελής κομπανία από τη Μογγολία μετέτρεψε το Marquee σε ένα ατελείωτο folk metal party, με τα throat singing και αυτά τα περίεργα έγχορδά της, ονόματι monn khuur και tovshuur. Επίσης και η διασκευή στο “The trooper” (ΜΟΝΟ MAIDEN λέμε) είχε τον χαβαλέ της, με τους THE HU να κάνουν τα δικά τους και το κοινό να το τραγουδά με τα original lyrics. Μοναδική εμπειρία και με τον υποφαινόμενο να κάνει statement ότι θα τους δώσει από εδώ και στο εξής τη δέουσα σημασία.

Photo by David Johnson

Τσεκάροντας επιτόπου το ημερήσιο πρόγραμμα, επέλεξα να πάω στην άλλη άκρη της εγκατάστασης και στο Metal Dome (sorry Courtney). Το βήμα επιταχύνθηκε όταν διαπίστωσα ότι στο Jupiler Stage ήταν η παιδική χαρά των DRAGONFORCE και ευτυχώς, οι APOCALYPTICA έδωσαν μια εμφάνιση αντάξια του ονόματός τους. Η εισαγωγή του “The ecstasy of gold” μας έδωσε να καταλάβουμε αμέσως ότι θα ακολουθούσε ένα METALLICA-only setlist και δε μας χάλασε καθόλου! Ο Perttu Kivilaasko έχει πλέον αναλάβει τον ρόλο του frontman και παρότρυνε συνεχώς το κοινό να συνοδεύσει με τη φωνή του τα standards των METALLICA. Ειδικά στο “nothing else matters” το Metal Dome σείστηκε κανονικότατα. Μεστή εμφάνιση από τους APOCALYPTICA, οι οποίοι με τον τρόπο που κρατούσαν τα cellos τους και τον όγκο στον ήχο τους, σε έπειθαν ότι έβλεπες μια τυπική metal συναυλία. Η κορύφωση ήρθε στο τέλος με ένα medley από “Seek & destroy”, “One” και τον εθνικό ύμνο του Βελγίου, για να κερδίσουν με το σπαθί τους ένα πολύ ζεστό χειροκρότημα.

Photo by Rudy DeDoncker

Στο Jupiler Stage προετοίμαζαν το πάρτι τους οι AIRBOURNE, αλλά στο βάθος ακούγονταν πάλι το “one”, αυτή τη φορά ως μέρος του “Shoots and ladders”. Εμπιστεύτηκα πάλι το ένστικτό μου και κατευθύνθηκα προς τα main stages, αφενός για να παρακολουθήσω το δεύτερο μισό της εμφάνισης των KORN και αφετέρου για να πιάσω την καλύτερη δυνατή θέση για την κορύφωση της ημέρας. Από την παρέα του Jonathan Davis δεν πρόκειται να εισπράξεις ποτέ κάτι λιγότερο από αρτιότητα. Κρυστάλλινος ήχος, υψηλής ποιότητας performance και με ένα κοινό από κάτω να μη σταματά το moshing. Το tracklisting ήταν σχεδόν πανομοιότυπο με αυτό της περσινής επίσκεψης των KORN, συνεπώς δεν χρειάζεται να προστεθεί κάτι άλλο.

Photo by Tim Tronckoe

Φέτος δεν ήταν μόνο δεκαέξι χρόνια μακριά από το Graspop Metal Meeting. Σε λίγες ημέρες συμπληρώνονται άλλα τόσα από την καλύτερη συναυλία των 00s που έγινε επί ελληνικού εδάφους. Λίγα λεπτά πριν τα μεσάνυχτα, θα βρίσκονταν επί σκηνής ο βασικότερος λόγος για τον οποίο έκανα όλο αυτό ταξίδι. Οι NINE INCH NAILS από την εισαγωγή του “Somewhat damaged” και για ενενήντα λεπτά της ώρας απέσπασαν την προσοχή και του πλέον μεθυσμένου.

Εδώ δε χωρούν headbangings και moshpits. Μία συναυλία των NINE INCH NAILS είναι μια εμπειρία που επιβάλλεται να τη ζήσεις με όλες σου τις αισθήσεις. Ο Άγιος Trent Reznor, όντας τέρμα ψυχαναγκαστικός, μαθαίνει στους υπόλοιπους τι σημαίνει Τέχνη. Από την άλλη, το απρόβλεπτο και μεταβαλλόμενο setlist, εκτοξεύει το surprise factor σε άλλο level. Τα φώτα και ο πλούσιος ήχος δεν θα μπορούσαν να είναι κάτι λιγότερο από το πάνω ράφι. Όπως και η τσαχπινιά με τον cameraman να γράφει ολόκληρα και ασταμάτητα χιλιόμετρα στη σκηνή, καταγράφοντας κάθε λεπτομέρεια της εμφάνισης και αποδεικνύοντας ότι όλο αυτό που ζούσες ήταν 100% live.

Τα λόγια στερεύουν για να περιγράψεις τι σημαίνει ένα ΝΙΝ concert. Απλώς, θα μείνουν ανεξίτηλα στη μνήμη ο παροξυσμός μου στο “Heresy”, το πεσμένο μου σαγόνι στο “Burn”, η λύτρωση στο “The hand that feeds” και η ανατριχίλα στον επίλογο του “Hurt”. Αν έχεις δει έστω και μία φορά στη ζωή σου τους NINE INCH NAILS live, είναι κάτι που θα διηγείσαι στους φίλους σου και θα σε ζηλεύουν. Έχει όντως νόημα να παρακολουθήσω και την τέταρτη και τελευταία ημέρα;

ΥΓ: Κάντε μια χάρη στον εαυτό σας: Κλείστε ξενοδοχεία, αεροπλάνα και ότι άλλο βρείτε μπροστά σας και πάτε να βιώσετε κι εσείς τους NINE INCH NAILS.

DAY 4, 22/06/2025

Τέταρτη και τελευταία ημέρα στα ιερά χώματα του Dessel, οι ήχοι και οι εικόνες ακόμη στριφογυρίζουν στο μυαλό μου από τον μουσικό μαραθώνιο της προηγουμένης, αλλά δεν πρέπει να κιοτέψουμε πριν το photo finish. Όταν είχα καλύψει το Graspop Metal Meeting στις έντυπες ημέρες του Rock Hard, αυτό είχε μόνο ένα main stage, το Marquee βρίσκονταν αριστερά και δίπλα της κυρίας σκηνής, το Jupiler Stage ήταν σε κλειστό χώρο και ακριβώς δίπλα του ήταν το μικρότερο Metal Dome, που λειτουργούσε και ως δείγμα δωρεάν για τους περαστικούς. Εδώ και πολλά χρόνια, το τζάμπα πέθανε για το Metal Dome, ο χώρος μεγάλωσε αλλά με τον αριθμό των επισκεπτών να παραμένει ίδιος, έχει προστεθεί δεύτερο main stage και έτσι προέκυψαν τα North/South Stages και το Jupiler Stage μετατράπηκε σε open air.

Η κούραση των προηγουμένων ημερών, σε συνδυασμό με την ακύρωση τελευταίας στιγμής του country χαβαλέ Hardy, τροποποίησε το πρόγραμμα στο “λίγα και καλά”. Αν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως απώλειες, θα ενέτασσα το EVANESCENCE tribute της Amira Elfeky, το nostalgia act των UGLY KID JOE, τους “μονδέρνους” DAYSEEKER και τους υπερεκτιμημένους BEYOND THE BLACK. Απειροελάχιστο το κακό.

Photo by Tim Tronckoe

Η μέρα ξεκινάει από το North Stage με το σχήμα-φόρο τιμής στους mighty SLAYER. Οι POWER TRIP προσπαθούν να μαζέψουν τα κομμάτια τους μετά την τραγική απώλεια του frontman Riley Gale, παίρνοντας σβάρνα τις μουσικές σκηνές της Ευρώπης. Έχοντας πλέον πίσω από το μικρόφωνο τον Seth Gilmone, για περίπου τρία τέταρτα της ώρας τίμησαν τα δύο full length τους, συν το “Divine apprehension” από το παρθενικό EP τους. Το κοινό (εκ)τίμησε αυτή τη νέα αρχή για την παρέα του Blake Ibanez, με άφθονο moshpit, παρ’ όλη την υπερβολική υγρασία που υπήρχε στις εγκαταστάσεις του GMM. Extra credit καλού γούστου στον drummer τους Chris Ush και στο S.A. SLAYER shirt του.

Μετακίνηση στην ακριβώς δίπλα σκηνή για τους AC/DC των φτωχών. Οι Ελβετοί KROKUS γιορτάζουν φέτος τα πενήντα χρόνια οντότητας μαζί με το κοινό τους και η διάθεση για πάρτι ξεκίνησε με το καλησπέρα και το ομώνυμο από το “Headhunter” και στα καπάκια το μερακλίδικο “Long stick goes boom”. Η φωνή του Marc Storace έχει μείνει αναλλοίωτη από το πέρασμα του χρόνου, ενώ και το δίδυμο των vons ήταν αλάνθαστο. Με δεδομένο ότι είχαν στη διάθεσή τους μόνο μία ώρα, η εκτέλεση της διασκευής στο “Stayed awake all night” ήταν ανησυχητικό σημάδι και, όσο περνούσε η ώρα, η μη εμφάνιση των “Screaming in the night” και “Tokyo nights” μας άφηνε σε αναμμένα κάρβουνα. Ταφόπλακα στις ελπίδες μας αποτέλεσε η διασκευή στο “Rockin’ in the free world” και ενώ περνούσαμε υπέροχα, τελικά πέσαμε ολόσωμοι στον κουβά. Ξενέρωμα.

Photo by Tim Tronckoe

Η διάθεση έπεσε ελαφρώς, οπότε στους HEAVEN SHALL BURN των αδερφών Bischoff δεν δόθηκε η προσήλωση που έπρεπε, αφού τη δεδομένη στιγμή προτεραιότητα είχαν ο παχύς ίσκιος και οι τελευταίοι γύροι σε γευσιγνωσία βελγικών μπυρών. Επιπρόσθετα, έπρεπε να πάρουμε την καλύτερη δυνατή θέση ξανά στο South Stage και να εφοδιαστούμε με χαρτομάντιλα.

Photo by Rudy DeDoncker

Προσπάθησα να δείξω ψυχραιμία για τους πολυαγαπημένους μου SAVATAGE και τις προηγούμενες ημέρες φρόντισα να προετοιμαστώ όσο γίνεται καλύτερα. Μιλάμε για διαχρονική αγάπη και για τραγούδια που έχουν λιώσει στο παίξιμο και έχουν συνδυαστεί με σημαντικές στιγμές της ζωής μου. Έστω και χωρίς τον Mountain King, μπροστά μου και μετά από είκοσι plus χρόνια, στους παιδικούς ήρωες την μπαγκέτα του ενορχηστρωτή την έχει αναλάβει πλέον ο παρεξηγημένος Al Pitrelli, ενώ και η φωνή του Zachary Stevens ήταν σε ΑΨΟΓΗ κατάσταση, απογειώνοντας την οπτικοακουστική εμπειρία στα ύψη.

Το “Taunting cobras” είναι μια πραγματικά κακή σύνθεση, αλλά βρίσκονταν σε στρατηγικό σημείο, καθώς αυτό που θα συνέβαινε στη συνέχεια με έκανε να βγάλω από την τσέπη το πακέτο στο οποίο προαναφέρθηκα και να το τελειώσω ολόκληρο. Στα “Strange wings” και “Handfull of rain” θυμήθηκα τα νιάτα μου, στο “Chance” οι SAVA έδωσαν το δικό τους ηχηρό, αντιπολεμικό μήνυμα και μετά αφήστε τα. Στην τριπλέτα “Sirens”, “Gutter ballet” και “Edge of thorns” ξεκίνησαν τα πρώτα δάκρυα και μετά όλο το κοινό με ακολούθησε. Στη γιγαντοοθόνη εμφανίστηκε ο ίδιος ο Jon Oliva να παίζει το “Believe” και μετά όλοι οι υπόλοιποι να τον συνοδεύουν, σε μια ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ στιγμή, που δεν πρόκειται να ξεχάσω για το υπόλοιπο της ζωής μου. Μέχρι να ανέβουν στη σκηνή της Κατερίνης, θα φροντίσω να έχω πιει αρκετά και να μη νιώθω, για να μη γίνω πάλι ρεζίλι. Σοκαριστική συναυλία και μέσα στις τρεις καλύτερες όλου του τετραημέρου.

Photo by Elsie Roymans

Λίγα ugh μπορούν να σε επαναφέρουν στην πραγματικότητα, ειδικά όταν έχεις ξοδέψει ένα σκασμό χαρτομάντιλα. Κατέβασα μια μπύρα μονορούφι, σκούπισα τα τελευταία δάκρυα και στο (σχετικά) άδειο Marquee, o Warrior και οι TRIPTYKON με υποδέχτηκαν με τα “Ground” και “A dying God dying into human flesh”. Ο αγέρωχος Tom εξακολουθεί να είναι ένας θρύλος της ακραίας μουσικής και δεν βλέπει τις επικρίσεις για σφετερισμό της CELTIC FROST παράδοσης. Εξού και ήρθε το highlight της εμφάνισής του, με το πιο-FIELDS-πεθαίνεις “Aurorae”, μια σύνθεση-ωδή στο traditional gothic rock των 80s. Μην έχοντας την τύχη να παρακολουθήσω τους TRIPTYKON στο παρελθόν, οφείλω να ομολογήσω ότι και με συνεπήραν και ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά την μπασίστριά τους τη Vanja. Έλενα Βασιλάκη, ξέρεις.

Photo by Rudy DeDoncker

Εξερχόμενος από το Marquee ερωτευμένος και σε χαμηλή θερμοκρασία σώματος, έπρεπε να πιάσω πάλι μια καλή θέση στο South Stage. Στο μεταξύ οι IN FLAMES ακριβώς δίπλα ήταν στη μέση του set τους και ο κόσμος επιδίδονταν κατά πολλά κύματα σε crowdsurfing. Έχουν πάψει να με ενδιαφέρουν οι IN FLAMES εδώ και τουλάχιστον μια δεκαπενταετία, αλλά πρέπει να τους παραδεχτώ για τον επαγγελματισμό τους, την αρτιότητα στον ήχο τους και στο γενικότερο showmanship τους και τη χαρισματική φυσιογνωμία του Anders. Το “Only for the weak” είναι μακράν το καλύτερο τραγούδι τους και το πιο πορωτικό, το αποχαιρετιστήριο “Take this life” είναι gg για να τα σπάσεις όλα, κατά τα λοιπά αδιαφορία και το βλέμμα στον Priest cross.

Photo by Rudy DeDoncker

Στις συναυλίες των JUDAS PRIEST το μόνο σίγουρο είναι ότι θα περάσεις υπέροχα. Αν απέχεις και από τα setlist spoilers, θα περάσεις φανταστικά. Χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα, η εισαγωγή που έκανε “Painkiller” hints με ενθουσίασε και στο τέλος διαπίστωσα ότι η συγκεκριμένη περιοδεία ήταν εορταστική για τα τριάντα πέντε χρόνια αυτής της αξεπέραστης δισκάρας. Έξι (!!!) ύμνοι παρέλασαν μπροστά από τα μάτια και τα αυτιά μας κατά τη διάρκεια της εμφάνισής της Πριστάρας, με το “You’re possessing me” του “A touch of evil” να σηκώνει ακόμη και τώρα την τρίχα και να την κάνει πέτρα.

Ο Metal God όπως πάντα επιβλητικός και ας σπάει η φωνή του από νωρίς, ο Andy Sneap έχει μπει για τα καλά στο PRIEST spirit και ο “σπασμένος” Scott Travis ήταν ογκόλιθος. Ευχάριστη έκπληξη το “Solar angels” από το παρεξηγημένο “Point of entry”, με τον Lemmy, τον Freddie Mercury, τον Dio και άλλους αποβιώσαντες legends να τους κάνουν παρέα στα videowalls και πάρτι διάθεση στην επιλογική τριάδα των “Electric eye”, “Hell bent for leather” και “Living after midnight”. Έχω ξεπεράσει προ πολλού τον διψήφιο αριθμό που έχω δει τους JUDAS PRIEST on stage και έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα βλέπω τις συναυλίες τους για όσο αυτοί αντέχουν. Σκοπεύω να τηρήσω πιστά την υπόσχεση αυτή.

Photo by Dorien Goetschalckx

Το τετραήμερο έκλεισε με στυλ και τον frontman των RAMMSTEIN στο North Stage. Το κλίμα είχε ήδη δημιουργηθεί από τις απογευματινές ώρες, όπου οι αιθέριες υπάρξεις που συνοδεύουν τον Till Lindemann επιδόθηκαν σε επιτηδευμένα, τρυφερά ενσταντανέ μεταξύ τους, μπροστά σε έκπληκτα βλέμματα στη διαπιστευμένη ζώνη. Το ίδιο πέτυχαν τα κορίτσια και on stage, όπου κοιτούσες κατά κύριο λόγο αυτά που έκαναν και το πόσο καλές μουσικοί είναι και όχι τόσο τον εργοδότη τους, που ήταν βαμμένος στα κόκκινα από το κεφάλι μέχρι τα νύχια.

Οι συνθέσεις από την προσωπική δισκογραφία του Till κυμαίνονται μεταξύ μετριότητας και αδιαφορίας, όντας όμως χρόνια στο κουρμπέτι και έχοντας το know-how από την κυρίως ασχολία του, ξέρει πάρα πολύ καλά πως να σε κάνει να περάσεις καλά στην εμφάνισή του. Από μουσική λοιπόν μηδέν, από performance δεκάρι ακατέβατο.

Άξιζε και με το παραπάνω το ταξίδι και η φάση στο Graspop Metal Meeting. Πέρασαν από μπροστά μου μουσικοί θρύλοι του παρελθόντος, έμαθα νέες ενδιαφέρουσες τάσεις της σκηνής, γνώρισα αρκετούς ενδιαφέροντες ανθρώπους, είδα μαζεμένους καλλιτέχνες που θα στοίχιζαν πολλά παραπάνω για να κάτσω να τους δω σε μεμονωμένες συναυλίες και έζησα ξέγνοιαστες στιγμές με το παρεάκι (ευχαριστώ πολύ για όλα μάγκες!). Το μόνο που απομένει τώρα, είναι ένας μεταλλικός κουμπαράς, ώστε να ανανεώσω το ραντεβού μου με το GMM26, κατά το τετραήμερο από 18 έως 21 Ιουνίου του 2026.

Γιώργος Κόης

VERMINGOD: Επιστρέφουν με το “The fundamental scorn”

0
Vermingod

Vermingod

Οι Έλληνες θρύλοι του death metal VERMINGOD επέστρεψαν με το πολυαναμενόμενο νέο τους μουσικό βίντεο, “The Fundamental Scorn”. Αποτελώντας το πρώτο νέο υλικό τους εδώ και μία δεκαετία, το βίντεο αποτυπώνει το ασταμάτητο πνεύμα και το αδιαπραγμάτευτο καλλιτεχνικό όραμα των VERMINGOD, προσφέροντας μια οπτική εξέγερση ενάντια στην καταπίεση και τη συμμόρφωση.

Οι VERMINGOD σχηματίστηκαν στην Πάτρα το 2003 και γρήγορα άφησαν το αποτύπωμά τους στη σκηνή του ακραίου metal. To “The Whisperer of the Abysmal Wisdom” που κυκλοφόρησε το 2015 και πήρε πολύ καλές κριτικές, καθιέρωσε τη φήμη τους και τους έφερε να μοιραστούν τη σκηνή με παγκόσμιους γίγαντες όπως οι DYING FETUS και ROTTING CHRIST. Επηρεασμένοι από σχήματα όπως οι MISERY INDEX, GOJIRA και MORBID ANGEL, οι VERMINGOD παρουσιάζονται στην τελευταία τους κυκλοφορία πιο δυνατοί από ποτέ.

Μιλώντας για τον σκοτεινό συμβολισμό του βίντεο, η μπάντα δηλώνει:
“Αυτό το βίντεο είναι μια οπτική απεικόνιση της σιωπής που μας ανάγκασαν να καταπιούμε, όπου η αλήθεια είναι θαμμένη κάτω από ιερές ψευδαισθήσεις και η υπακοή συγχέεται με την πίστη. Δεν είναι απλώς τέχνη· είναι αντίσταση απέναντι στις δομές που μας διαμορφώνουν για να γονατίζουμε.”

Το συγκλονιστικό νέο κομμάτι ανοίγει τον δρόμο για το επερχόμενο τέταρτο στούντιο άλμπουμ τους, εδραιώνοντας ακόμη περισσότερο τη θέση των VERMINGOD ως μια καθοριστική φωνή στο σύγχρονο death metal.

Δείτε το video clip σ’ αυτόν τον σύνδεσμο.

Οι WARHAMMER παρουσιάζουν το “Surpassing” – Μία σκοτεινή τελετουργία σε σκηνοθεσία Claudio Marino

0
Warhammer

Warhammer

Οι Αθηναίοι “αλχημιστές” του Black/Death metal, WARHAMMER θα κυκλοφορήσουν το νέο τους κομμάτι, “Surpassing”, συνοδευόμενο από ένα καθηλωτικό βίντεο σε σκηνοθεσία του καταξιωμένου δημιουργού Claudio Marino.

Γνωστός για την ωμή και καθηλωτική αισθητική του, αλλά και για τις προηγούμενες συνεργασίες του με κορυφαία metal σχήματα όπως οι BEHEMOTH, WATAIN και KATATONIA, ο Marino σε αυτήν τη νέα δημιουργία ρίχνει το κοινό στα πιο σκοτεινά πνευματικά βάθη των WARHAMMER, συνδυάζοντας ηχητική βιαιότητα με γοτθική ένταση.

Οι WARHAMMER σχηματίστηκαν το 2012 από τον τραγουδιστή Ηρακλή Γιώτη και αρχικά εμφανίστηκαν στην αθηναϊκή σκηνή ως thrash συγκρότημα. Το 2019 μετεξελίχθηκαν σε μια ασταμάτητη δύναμη του Black/Death metal. Έχοντας μοιραστεί τη σκηνή με ονόματα-θρύλους όπως οι BEHEMOTH και WATAIN, οι WARHAMMER προετοιμάζουν τώρα το κοινό για την κυκλοφορία του τέταρτου τους άλμπουμ, ALGOS, σε παραγωγή του Wojtek Wiesławski στα φημισμένα Hertz Studios της Πολωνίας.

«Ο Claudio αποτύπωσε το εσωτερικό μας ουρλιαχτό σε κινηματογραφικό φιλμ – αίμα, κόκαλο, πνεύμα – κάθε καρέ είναι η ενσάρκωση του μαρτυρίου μας», δηλώνει ο Ηρακλής Γιώτης, ο “οραματιστής-καβαλάρης της παραφροσύνης” των WARHAMMER.

Το οπτικοακουστικό τελετουργικό “Surpassing” αποτελεί το πρώτο δείγμα γραφής από το επερχόμενο άλμπουμ “Algos”, το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει το 2026. Το βίντεο, το οποίο περιγράφεται ως μια βιωματική εξερεύνηση τρόμου και απόγνωσης, δεν υπόσχεται καταφύγιο – μόνο βαθύτατη συναισθηματική δόνηση.

REFLECTION – “The battles I have won” (Pitch Black Records)

0

Οι REFLECTION επιστρέφουν μετά από μια μεγάλη παύση, με το “The battles I have won”. Έναν πολυαναμενόμενο δίσκο που όχι μόνο επαναφέρει την μπάντα δυναμικά στο προσκήνιο του ελληνικού επικού heavy metal, αλλά και θέτει νέα στάνταρ. Αυτό το άλμπουμ είναι καρπός μιας ώριμης σύνθεσης και παραγωγής, που καταφέρνει να συνδυάσει αρμονικά την παραδοσιακή metal αισθητική με μια σύγχρονη, δυναμική προσέγγιση.

Η αφετηρία με το “Only the swords survive” και το καταιγιστικό του κιθαριστικό θέμα είναι ακριβώς η έναρξη που θέλεις να ακούσεις. Είναι ένα κομμάτι που ξεχειλίζει από ενέργεια και επιθετικότητα. Κιθάρες και τύμπανα δίνουν το στίγμα του πολεμικού ύφους που χαρακτηρίζει όλη τη δουλειά. Οι στίχοι μιλούν για την επιμονή και τη νίκη παρά τις αντιξοότητες.

Σειρά έχει ένα από τα προσωπικά μου αγαπημένα του δίσκου, το ομώνυμο. Mid tempo οδοστρωτήρας που σε πολλά σημεία μου φέρνει στο μυαλό την ατμόσφαιρα των DOOMSWORD αλλά με τις φωνητικές συνθέσεις ειδικά στο ρεφρέν να έχουν μια πολυπλοκότητα που μου θυμίζει BLIND GUARDIAN μεσαίας εποχής. Θα αναρωτηθείς. Γίνεται; Γίνεται και δουλεύει.

Σε κομμάτια όπως το “Lord of the wind”, “Lady in the water” και “Once again” οι REFLECTION δείχνουν την πιο μελωδική τους πλευρά, προσεγγίζουν το power metal χωρίς όμως να χάνουν τη δύναμη και τη δυναμικότητα τους βγάζοντας ωραίες ξέγνοιαστες 00ς εποχές. Η ερμηνεία του Κώστα Τόκα είναι εντυπωσιακή ενώ πρέπει να γίνει ειδική μνεία στην υπέροχη κιθαριστική μελωδιάρα – διφωνιάρα στο “Once again”.

Αυτό που γίνεται πολύ εμφανές στο “The battles I have won” είναι ότι το συγκρότημα ακολουθεί μια λογική αφηγηματική προσπαθώντας να έχει ταυτόχρονα ετερόκλητες στιγμές στο δίσκο για να μην κουράζεται ο ακροατής διατηρώντας όμως την ηχητική του συνέχεια. Το πετυχαίνουν με πολλούς τρόπους και με ατμοσφαιρικά κομμάτια με ανατολίτικες στιγμές όπως τα “Siren’s song” και “Celestial war”. Το πετυχαίνουν όμως και με πιο έντονες δραματικές στιγμές…

Το “March of the Argonauts” είναι ένα κομμάτι που ήδη προλαβαίνει να μπει στο πάνθεον των ελληνικών ύμνων. Ελληνική θεματολογία, galloping ρυθμός που δεν απογοητεύει ποτέ και μια ρεφρενάρα που αν τελειώνοντας δεν μείνεις να σιγομουρμουράς “maaaarch of the Argonauts” δεν κάνεις για αυτή τη μουσική. Ανυπομονούμε να το ακούσουμε ζωντανά με άφθονη μπύρα και ατσάλι.

Εδώ θέλω να σταθώ σε μια προσωπική μου αδυναμία. Το κομμάτι “City walls of Malta – The great siege”. Αποτελεί το αποκορύφωμα της κινηματογραφικής διάστασης που επιδιώκει η μπάντα. Αργό και ατμοσφαιρικό με ιδιαίτερη δομή και ιδιαίτερα γυρίσματα. Tο κομμάτι κλείνει το δίσκο και συνδυάζει βαριά riffs, επιβλητικά πλήκτρα και χορωδιακά σημεία ζωντανεύοντας την ιστορία της πολιορκίας της Μάλτας. Είναι μια θεματολογία που με συναρπάζει προσωπικά. Έχω διαβάσει αρκετά βιβλία για το ιστορικό γεγονός και μου κάνει εντύπωση πως δεν έχει αξιοποιηθεί διεξοδικά από ταινίες και συγκροτήματα αφού πρόκειται για μια από τις πιο επικές στιγμές στην ευρωπαϊκή ιστορία. Οι REFLECTION λοιπόν κατέκτησαν μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου με αυτό το έπος. BROTHERS RAISE YOUR SWORDS.

Η παραγωγή είναι εξαιρετική, καθώς αποδίδει με μεγάλη καθαρότητα και δύναμη κάθε όργανο. Από τα πλούσια riffs του Στάθη Παυλάντη στις κιθάρες μέχρι το στιβαρό rhythm section με το “γεμάτο” μπάσο του Γιάννη Λιτινάκη και τα καταιγιστικά τύμπανα του Γιώργου Παυλάντη, όλα ακούγονται καθαρά και οργανικά χωρίς επιτηδευμένη 80s ρετρολαγνεία. Δίνει στο άλμπουμ μια ζωντάνια και μια αμεσότητα που σπανίζει.

Θεωρώ στα πολύ θετικά, τη διάρκεια του άλμπουμ. Περιεκτικότατο και μέσα σε 43.03 λεπτά όχι μόνο δεν κουράζει τον ακροατή αλλά αντιθέτως λέει αυτά που έχει να πει με ακρίβεια νύξης έμπειρου ξιφομάχου.

Το άλμπουμ δικαιώνει το όνομα των REFLECTION. Η μπάντα δείχνει ότι έχει βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην παράδοση και την εξέλιξη. Αυτό το αντιλαμβάνεσαι είτε είσαι παλιός fan από τα 90s είτε νέος ακροατής που ψάχνει κάτι γνήσιο και επικό.

Οι REFLECTION θυμίζουν λεπίδα που έχει ατσαλωθεί από τις μάχες και ακόμα παραμένει κοφτερή. Και αυτές οι μάχες που έχουν κερδίσει όλα αυτά τα χρόνια είναι προάγγελος των επερχόμενων θριάμβων.

9 / 10

Άρης Λάμπος

LLOTH – “Archees legaiones” (Theogonia)

0
Lloth

Lloth

Η ιστορία των LLOTH ξεκινά από τα late 90s με τον Nicolas Sic Maiis και την αδικοχαμένη Tristessa, η οποία ήταν ηγέτιδα των ASTARTE, της πρώτης all female black metal μπάντας παγκόσμια. Ο άδικος χαμός της το 2014 οδήγησε στην απόφαση να επαναδραστηριοποιηθούν, τιμώντας τη μνήμη της έχοντας και στο νέο τους λογότυπο αναφορά σε εκείνη.

Έπρεπε να περάσουν οχτώ ολόκληρα χρόνια για να ακούσουμε καινούριο υλικό από τους LLOTH, το οποίο διαφοροποιείται εντελώς από το ντεμπούτο τους, “Athanati” – τίτλος προς τιμή της Tristessa. Αφήσαν πίσω τα death metal στοιχεία που είχαν και πλέον ακολουθούν με περισσή συνέπεια όλες τις πτυχές του ελληνικού black metal των τελευταίων δεκαπέντε και πλέον χρόνων. Αυτό σημαίνει ότι οι μελωδίες κυριαρχούν σε mid tempo ρυθμούς κυρίως, αγγίζοντας την πιο μεστή πλευρά των ROTTING CHRIST των δύο τελευταίων δίσκων  και την εκτεταμένη χρήση ελληνικών στίχων και παραδοσιακών οργάνων όπως κάνουν αριστοτεχνικά εδώ και μια δεκαετία οι KAWIR. Καταφέρνουν, όμως, να τους δώσουν έναν προσωπικό χαρακτήρα, έχοντας και τα ιδιότυπα φωνητικά της Ανδρονίκης Σκουλά σε τέσσερα κομμάτια του δίσκου.

Αναμφίβολα όλη αυτή η μίξη δημιούργησε τις προϋποθέσεις για έναν δίσκο που θαρρώ ότι είναι προάγγελος για όσα θα δούμε από εκείνους στο μέλλον. Η παραγωγή του Γιώργου Εμμανουήλ είναι ταιριαστή, αναδεικνύοντας όλες τις αρετές των συνθέσεων και αποφεύγοντας να τους δώσει μια ακραία και τραχιά ηχητική που δεν θα ταίριαζε.

Σημαντικό στοιχείο του δίσκου είναι οι ομαλές μεταβάσεις στους ρυθμούς και στην αυξομείωση της έντασης, γεγονός που δείχνει ότι το υλικό δουλεύτηκε σε μεγάλο βαθμό. Το ίδιο ισχύει και για τα πολλαπλά φωνητικά που ακολουθούν τη ροή των κομματιών. Αξίζει να δώσετε σημασία στο πως αξιοποίησαν τους ελληνικούς στίχους. Σε άλλα σημεία ακολουθούν την υμνική προσέγγιση, ενώ σε άλλα την κλασική απαγγελία όπως πρωτοσύστησαν στα early 90s οι ελληνικές black metal μπάντες.

Ναι λοιπόν, οι LLOTH μπαίνουν δυναμικά με αυτό το δίσκο στο κάδρο του Hellenic black metal, το οποίο είναι τίμιο όπως ήταν πάντα και αγαπητό πλέον παγκόσμια. Ελπίζω να μην περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι το επόμενο τους άλμπουμ. Οι βάσεις του ήχου τους μπήκαν και πιστεύω ότι στο επόμενο άλμπουμ τους οι αναφορές εδώ θα είναι επιρροές, καθιστώντας τους ιδιότυπους όπως αξίζει σε κάθε μπάντα του χώρου.

8,5 / 10

Λευτέρης Τσουρέας

Rockwave Festival 2025 (ALICE COOPER – FLOOR JANSEN – ZEAL & ARDOR – SEBIA – FOIVOS, Terra Vibe, 11-07-25)

0
Cooper

Cooper

Η δεύτερη ημέρα του Rockwave 2025 χάρισε στο ελληνικό κοινό μια μουσική εμπειρία που ισορρόπησε θεατρικότητα, συγκίνηση, πειραματισμό και τεχνική δεξιοτεχνία. Πέντε ονόματα, διαφορετικά σε ύφος αλλά ενωμένα από τη σκηνική ποιότητα, παρέδωσαν μαθήματα ερμηνείας. Από την ποιητική αφωνία του Foivos έως τη θριαμβευτική, θεατρική κορύφωση του Alice Cooper, η 11η Ιουλίου χάραξε μια νέα μνήμη για τους φίλους του rock και του metal στην Ελλάδα.

Ο Foivos (Φοίβος Ζαχαρόπουλος), άνοιξε τη βραδιά με ένα instrumental set που δεν έμοιαζε με «προθέρμανση», αλλά με μουσικό μανιφέστο. Πατώντας σε progressive φόρμες με καθαρές ανατολίτικες και μεσογειακές επιρροές, έδωσε μια παράσταση που θύμισε πως το συναίσθημα δεν χρειάζεται στίχους για να ακουστεί. Θύμισε Satriani και Vai, χωρίς όμως να μιμείται – είχε προσωπικότητα και ελληνικό χρώμα.

Ο ήχος ήταν ναι μεν καθαρός, αλλά εκκωφαντικά δυνατός!!! Το set του ήταν σύντομο αλλά καθοριστικό. Χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς, ο Foivos έκανε κάτι σπάνιο: σεβάστηκε τη σιωπή, άφησε τις νότες να αναπνεύσουν, και άνοιξε ιδανικά την αυλαία.

Οι Αθηναίοι Sebia απέδειξαν γιατί το ελληνικό hard/prog έχει πλέον λόγο στα ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Φέρνοντας μια ισχυρή δόση καλοδουλεμένου prog metal με ευδιάκριτες hard rock ρίζες, ισορρόπησαν ανάμεσα σε μελωδικότητα, τεχνική και συναίσθημα. Οι ρυθμικές αλλαγές έδιναν και έπαιρναν με ακρίβεια σχεδόν μαθηματική, ενώ η μπάντα έβγαλε χημεία και αυτοπεποίθηση – κάτι σπάνιο για τόσο νέα σχήματα.

Ο frontman ήταν επικοινωνιακός, με φωνή γεμάτη ένταση αλλά χωρίς υπερβολές, οι κιθάρες «έπλεκαν» μελωδίες πάνω από ένα στιβαρό rhythm section με riffs καθαρά και στιβαρά. Η συνολική παρουσία τους έδειξε μπάντα με κατεύθυνση και ταυτότητα, που παρέπεμπε περισσότερο σε μπάντα με χρόνια περιοδειών, παρά σε ανερχόμενο act.

Όταν ο Manuel Gagneux και οι Zeal & Ardor ανέβηκαν στη σκηνή, όλα σαν να πάγωσαν. Ντυμένοι με μαύρες ρόμπες με τα πρόσωπα καλυμμένα με κουκούλες  όλοι κοιτούσαν σαστισμένοι. Και μετά… καταιγίδα. Τα gospel φωνητικά πάνω σε black metal riffs, τα αφηγηματικά διαλείμματα και οι ρυθμικές αλλαγές γέννησαν μια εμπειρία που ήταν περισσότερο τελετουργία παρά απλό live, απλά μόνο δεν ξέρω αν κόλλαγε όλο αυτό τη συγκεκριμένη μέρα.

Η εμφάνιση των Zeal & Ardor ήταν πάρα πολύ τίμια. Ο Manuel Gagneux δεν τραγουδά· απαγγέλλει, προσεύχεται, ουρλιάζει και ψιθυρίζει – μετατρέποντας κάθε κομμάτι σε τελετουργία. Το setlist κινήθηκε έξυπνα ανάμεσα σε παλαιότερο υλικό και  νεότερο υλικό από το τελευταίο τους άλμπουμ, το οποίο φλερτάρει περισσότερο με την industrial αισθητική. Η μπάντα έπαιξε δεμένα, σχεδόν μηχανικά – σαν να ήταν μέρος κάποιου τελετουργικού κύκλου. Οι τριφωνίες των backing vocals δημιουργούσαν απόκοσμες υφές, σαν εκκλησιαστική χορωδία σε black metal εκκλησία. Βίωσα ένα συνεχές συναίσθημα ασάφειας – δεν ήξερα αν έπρεπε να ακολουθήσω το ρυθμό τους ή να μείνω ακίνητος και να ακούσω. Ήταν, χωρίς υπερβολή, η πιο απρόβλεπτη καλλιτεχνική στιγμή της βραδιάς. Είναι απίστευτο πώς μια τόσο ετερόκλητη μουσική πρόταση κατάφερε να ενωθεί με το κοινό τόσο φυσικά.

Η Floor Jansen, με μία απλή κίνηση, φορώντας μάλιστα ένα μπλουζάκι HYPOCRISY (!!!), κατέλαβε τη σκηνή: δεν χρειάζεται θεάματα, δεν χρειάζεται φανταχτερά σκηνικά. Η φωνή της είναι το όπλο της – και το χρησιμοποιεί με ακρίβεια που αγγίζει το υπερφυσικό. Με μια μπάντα διακριτική αλλά στιβαρή, η Floor ξεδίπλωσε το σύνολο της σόλο καλλιτεχνικής της πορείας, με αναφορές στην εποχή των AFTER FOREVER, REVAMP, NORTHWARD αλλά και φυσικά στους NIGHTWISH.

Το σετ πέρασε από τις προσωπικές στιγμές του “Paragon” στις συμφωνικές κορυφώσεις των NIGHTWISH, αλλάζοντας διαθέσεις χωρίς να χάνει ποτέ τον έλεγχο. Στο “Storm”, η φωνή της στροβιλιζόταν ανάμεσα σε θυμό και ένταση, ενώ το κοινό την ακολούθησε σε παλαιότερα τραγούδια που γνώριζε, κυρίως από NIGHTWISH (αξίζει να πούμε ότι το “Spider silk” παίχτηκε live για πρώτη φορά στη χώρα μας).

Η Jansen, με απόλυτη σκηνική ευγένεια και δύναμη, απέδειξε ότι είναι όχι μόνο μια από τις κορυφαίες φωνές του metal αλλά και μια σπάνια παρουσία στη διεθνή σκηνή: ευγενής, επιβλητική, συγκινητική. Η αλληλεπίδραση με το κοινό ήταν φιλική αλλά όχι προχειρογραμμένη· κάθε λέξη της είχε στόχο και πρόθεση.

Και καθώς η μαγεία της Jansen υποχωρούσε στο σούρουπο, ο Alice Cooper βγήκε στη σκηνή… και έσβησε το φως. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το φως αντικαταστάθηκε από καπνό, ψεύτικο αίμα, αλυσοδεμένους χαρακτήρες και βροντερές φωνές. Ήταν η επιστροφή του Πρίγκιπα του Σκοταδιού, όπως τον γνωρίζουμε, τον αγαπάμε και τον περιμένουμε να μας τρομάξει κάθε φορά.

Η εμφάνισή του ήταν, όπως πάντα, μια πλήρης ροκ όπερα με σενάριο, χαρακτήρες, εφέ και θανάτους. Από το straightjacket του “Ballad of Dwight Fry” μέχρι τη γκιλοτίνα του “Killer”, το σκηνικό λειτουργούσε σαν διαδραστική horror performance. Το κοινό φώναζε, γελούσε, τρόμαζε, τραγουδούσε – ένα καρναβάλι αμαρτίας και ηδονής.

Ο Alice Cooper εμφανίστηκε με όλη τη φρεσκάδα και το δηλητήριο του ’75, ανοίγοντας το σετ με το “Lock Me Up” ενσαρκώνοντας τον ρόλο του μεταλλαγμένου ζωντανού-νεκρού.

Η μπάντα του Cooper ήταν εξαιρετικά σφιχτή, με την αδιανόητη Nita Strauss να σαρώνει στα solo εκτελώντας την αποστολή της: να συνοδεύσει μια θρυλική περσόνα με ταχύτητα, ακρίβεια και ύφος. Ο ήχος ήταν συμπαγής, καλοζυγισμένος και σταθερά καθαρός.

Ο Cooper είναι ο μόνος που καταφέρνει να κάνει ένα “ροκ καμπαρέ του τρόμου” χωρίς να γελοιοποιηθεί. Ξέρει πότε να είναι σαρκαστικός, πότε να σοκάρει, πότε να αυτοϋπονομεύεται. Είναι ένας μάστορας της έντασης, που οδηγεί το κοινό στα εφιαλτικά του μονοπάτια και μετά το αφήνει να γελάσει με τον ίδιο του τον φόβο.

Το σετ του Cooper δεν είναι συναυλία – είναι αφήγηση. Από το “I’m Eighteen” μέχρι το “Feed My Frankenstein”, το κοινό παρακολουθούσε ένα αφήγημα παρακμής, παράνοιας, εγκλεισμού και τελικής… αποκεφάλισης. Το “Poison” ένωσε παλιούς και νεότερους, ενώ στο “School’s Out” η σκηνή γέμισε μπαλόνια, σερπαντίνες και μια μεταλλαγμένη εκδοχή του “Another Brick in the Wall”. Ένα χαοτικό φινάλε απόλυτης rock ευφορίας.

Ο Alice Cooper δεν περιοδεύει πια απλώς για να συντηρήσει το μύθο του. Κάθε του εμφάνιση είναι μια live υπενθύμιση του γιατί αυτός ο μύθος υπάρχει: γιατί έδωσε στο rock τον ρόλο του ηθοποιού, του τρομολάγνου, του antihero. Γιατί το shock rock είναι ακόμα ζωντανό – όχι επειδή σοκάρει, αλλά επειδή ψυχαγωγεί με αρχαία, τελετουργική σοβαρότητα.

Το δεύτερη ημέρα του Rockwave 2025 μάς υπενθύμισε πως το rock δεν είναι απλώς είδος – είναι έκφραση, ιστορία, τελετουργία και τεχνική δεξιοτεχνία. Από το θεατρικό μεγαλείο του Alice Cooper ως τη φωνητική ευαισθησία της Floor και από την πειραματική ψυχεδέλεια των Zeal & Ardor ως την ελληνική φλόγα των Sebia και Foivos, το κοινό έζησε κάτι πολύ περισσότερο από απλή συναυλία.

Ήταν μια υπενθύμιση πως, όσο υπάρχουν καλλιτέχνες με πάθος και κοινό με ανοιχτά αυτιά, η μουσική έχει μέλλον.

Πέτρος Καραλής

A day to remember… 12/7 [OBITUARY]

0
Obituary

Obituary

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Frozen in time” – OBITUARY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Roadrunner
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Scott Burns/Mark Prator/OBITUARY
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – John Tardy
Κιθάρες – Allen West
Κιθάρες – Trevor Peres
Μπάσο – Frank Watkins
Drums – Donald Tardy

Όταν οι θρύλοι του Florida death metal OBITUARY αποσύρθηκαν το ’98 μετά το ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΣ “Back from the dead” (1997) γιατί είχαν ως προτεραιότητα “να βρουν πραγματικές δουλειές και να μεγαλώσουν τις οικογένειες τους” ο death metal κόσμος θρήνησε. Ήταν η μπάντα που δίδαξε την δύναμη της απλότητας στην βαναυσότητα του death metal, καλύτερα από όλους. Αλλά έλα όμως που αυτό δεν κράτησε για πάνω από 5 χρόνια. Ο Donald Tardy βλέπετε έπαιζε στη μπάντα του Andrew W.K. και σε μια συναυλία του στη Florida, βρέθηκαν παλιά μέλη των OBITUARY και είπαν να παίξουν μερικά κομμάτια OBITUARY παρέα στη σκηνή, για πλάκα.

Και φυσικά, δεν ήθελε πολύ, προκειμένου να το δουν αλλιώς το έργο! Κάπως έτσι γίνονται οι δουλειές. 2003 το λοιπόν και οι OBITUARY επιστρέφουν στην ενεργό δράση. Πρώτα συναυλίες, που πέρασαν ΚΑΙ από τα μέρη μας, έπειτα, βουρ στο στούντιο, για να φτιαχτεί o διάδοχος του “Back from the dead”. Παλιά μου τέχνη κόσκινο για την αθάνατη γκρούβα των OBITUARY, πρώτα το πλέον κλασσικό “Insane” σε video clip (μηχανή του κιμά), έπειτα το πλήρες άλμπουμ με τίτλο “Frozen in time” βρίσκεται εκεί έξω και οπλοφορεί, μια μέρα του Ιουλίου σαν κι αυτή. “Redneck stomp” (μεγάλη μαγκιά να ξεκινάς δίσκο με instrumental κομμάτι) και το σύνθημα για τα επόμενα 34 λεπτά σαφές: ΘΑ ΣΑΣ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΚΑΙ ΘΑ ΤΑ ΚΑΡΦΩΣΟΥΜΕ ΣΕ ΠΑΛΟΥΚΙΑ.

“On the floor” (το έτερο video) και είμαστε στο πάτωμα παρακαλώντας για έλεος. Οι Peres/West κεντάνε στις κιθάρες, ο Donald και ο Watkins κρατάνε τα μπόσικα στο rhythm section που είναι τσιμέντο και οι κομματάρες διαδέχονται η μια την άλλη σε έναν δίσκο που κάθε φορά που τον ακούω, κυλάει το ίδιο νεράκι, συχνά μη μπορώντας να καταλάβω πόσο γρήγορα τελείωσε άλλη μια του ακρόαση. Από το στακάτο riffing του “Denied” και του “Slow death” που σκάνε σαν τσιμεντόλιθος στο κεφάλι, βγαλμένα κατευθείαν από το “World demise”, στα έξτρα γκάζια του “Stand alone”, οι άνθρωποι διδάσκουν πόσο απλό είναι γράφεις εθιστικές κομματάρες. Τι να πω για riff-άρες όπως του “Lockjaw” που σπάνε σβέρκους σε αργή κίνηση, προτού το κομμάτι απασφαλίσει όπως μόνο οι OBITUARY ξέρουν;

Χώρια η φωνή του συνονόματου που στέκεται πάνω από όλο αυτό και φυσικά, παραμένει από τα πιο χαρακτηριστικά γρυλλίσματα σε όλο το death metal και διδάσκει πως γίνεται. Αδυνατώ να πιστέψω πως αυτό το υπέρτατο άλμπουμ, έγινε 20 ετών και ακούγεται τόσο φρέσκο και καταστροφικό όπως τότε. Μέγιστης σημασίας άλμπουμ για τους OBITUARY, ενώ τα τελευταία 20 χρόνια, το κοίταξαν δύο άλμπουμ των Αμερικανών στα μάτια, το “Obituary” (2017) και το πρόσφατο “Dying of everything” (2021). Όχι ότι τα ενδιάμεσα άλμπουμ δεν είχαν σπουδαίες στιγμές ή δεν ήταν ποιοτικές δουλειές, κάθε άλλο. Απλώς, αυτό το “κάτι” που έχουν, πήρε κάποια χρόνια για να επανεμφανιστεί στους OBITUARY. Και αυτό το “κάτι”, το έφερε πρώτη φορά στη δεύτερη φάση της μπάντας, το απίστευτο “Frozen in time”.

Did you know that?

– Αφιερωμένο στον πατέρα του Frank Watkins, κι από εμάς, στον ίδιο τον Frank που δεν είναι πια μαζί μας εδώ και μια δεκαετία….

– Ο αρχικός τίτλος του άλμπουμ ήταν να είναι το όνομα της μπάντας, αλλά αυτό άλλαξε. Για να δούμε ομώνυμο δίσκο από τους λατρεμένους μας OBITUARY, θα έπρεπε να περιμένουμε περίπου 12 χρόνια! Και διάολε, άξιζε!

– Ο δίσκος, οδήγησε στο πρώτο DVD της μπάντας, “Frozen alive” (2006) γυρισμένο από 7 κάμερες στη Πολωνία συν μια συνέντευξη της μπάντας. Αυτά μου αρέσουν!

Γιάννης Σαββίδης

Rockwave Festival – (KING DIAMOND – PARADISE LOST – TYPHUS – CORRUPTED SYMMETRY, Terra Vibe, 10/7/2025

0

Το Rockwave Festival 2025 μπορεί να έχει σηματοδοτηθεί από διεθνή ονόματα, όμως η έναρξη της 10ης Ιουλίου είχε ξεκάθαρα ελληνική υπογραφή — και μάλιστα μεταλλική. Οι CORRUPTED SYMMETRY και TYPHUS άνοιξαν τη μέρα κάτω από τον καυτό ήλιο στην Μαλακάσα, κουβαλώντας στις πλάτες τους διαφορετικές γενιές του εγχώριου σκληρού ήχου. Παρά την ώρα και τη ζέστη, κάποιοι από το κοινό είχαν ήδη μαζευτεί μπροστά από τη σκηνή, αποδεικνύοντας πως η ελληνική metal σκηνή διαθέτει πλέον φανατικούς ακροατές που στηρίζουν τα δικά τους σχήματα.

Το πενταμελές σχήμα των CORRUPTED SYMMETRY ανέβηκε στη σκηνή με χαρακτηριστική σεμνότητα, αλλά και αυτοπεποίθηση παρουσιάζοντας έναι prog ύφος στις συνθέσεις του με  εναλλαγές που παρέπεμπαν σε ύφος EVERGREY και KAMELOT, αλλά με πιο προσωπική ταυτότητα. Στυλιστικά, απέφυγαν τα «μεγαλοπρεπή» prog στοιχεία και προτίμησαν πιο προσγειωμένες εκτελέσεις. Η σκηνική παρουσία του συγκροτήματος ήταν μετρημένη αλλά προσεγμένη. Οι μουσικοί έδειξαν απόλυτα συγκεντρωμένοι, χωρίς να «χάνονται» στις τεχνικές απαιτήσεις του υλικού τους. Πέφτοντας στην παγίδα της δυσκολίας του ήχου σε ένα Open Air Festival, δυστυχώς δεν είχαν σαν σύμμαχο τον καλό ήχο με αποτέλεσμα να μην περνάει, τουλάχιστον στα πρώτα τραγούδια, το prog/power ύφος τους με έμφαση στη μελωδία, τις τεχνικές κιθαριστικές γραμμές και τα πολυεπίπεδα πλήκτρα. Η συνοχή της μπάντας στη σκηνή φανέρωνε εμπειρία μεγαλύτερη απ’ ό,τι μαρτυρά η ηλικία της. Παρά την ώρα εμφάνισής τους, η ανταπόκριση του κοινού ήταν θετική. Φυσικά, δεν υπήρξαν mosh pits ή κάτι τέτοιο, αλλά η σιωπηλή προσήλωση και τα χειροκροτήματα σε κάθε κομμάτι κατέδειξαν ότι η μουσική τους άγγιξε όσους ήταν εκεί — ακόμα και αν δεν τους γνώριζαν εκ των προτέρων.

Η εμφάνιση των CORRUPTED SYMMETRY πέτυχε κάτι σημαντικό: να αποδείξει ότι η ελληνική prog metal σκηνή έχει να προσφέρει νέο αίμα με άποψη, τεχνική, στηριζόμενη στη μουσική τους, στην αισθητική συνέπεια και στη σκηνική απλότητα.

Οι TYPHUS έχουν πίσω τους αρκετά πλέον χρόνια στη σκηνή, με εμφανίσεις στο εξωτερικό, και μια σταθερή παρουσία σε μικρότερες και μεγαλύτερες ελληνικές σκηνές. Η εμφάνισή τους στο Rockwave ήταν, ως εκ τούτου, περισσότερο από ένα τεστ: ήταν μια ευκαιρία να επιβεβαιώσουν γιατί θεωρούνται ένα από τα πιο αξιόπιστα thrash/speed σχήματα της χώρας.

Από το πρώτο riff, το συγκρότημα παρέδωσε ένα σετ γεμάτο ένταση, ακρίβεια και επιθετικότητα. Η εμπειρία τους φάνηκε ξεκάθαρα: επαγγελματική παρουσία, σωστά χτισμένο setlist, και επικοινωνία με το κοινό χωρίς υπερβολές. Ο ήχος ήταν δυνατός, και καθαρός, λειτουργώντας φυσικά υπέρ τους. Έδειξαν από την πρώτη νότα ότι ξέρουν πώς να χτίζουν ένταση στη σκηνή, με riffs  κοφτερά και «πειθαρχικά» οργανωμένα, θυμίζοντας έντονα KREATOR, παραδίδοντας ατόφια ενέργεια και τεχνική ακρίβεια.

Το κοινό, πιο ζεστό πλέον και με αριθμητικά ενισχυμένη παρουσία, ανταποκρίνονταν πιο θερμά, με αρκετούς παλιούς οπαδούς να τραγουδούν στίχους και να κουνάνε ρυθμικά τα κεφάλια. Ήταν εμφανές πως οι TYPHUS παίζουν πλέον με γνώση σκηνής, ήχου και ροής. Σε αντίθεση με την πιο «ρομαντική» προσέγγιση των CORRUPTED SYMMETRY, εδώ υπήρχε πολεμική πειθαρχία και thrash επιθετικότητα – και αυτό ακριβώς περίμενε και ήθελε το κοινό.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι οι CORRUPTED SYMMETRY και οι Typhus εκπροσώπησαν δύο όψεις της σύγχρονης ελληνικής metal σκηνής στο Rockwave 2025: το μέλλον και την καθιερωμένη δύναμη. Οι πρώτοι επιβεβαίωσαν ότι το πάθος και η προσπάθεια μπορούν να ανοίξουν δρόμους ακόμα και χωρίς βαρύ όνομα. Οι δεύτεροι απέδειξαν για άλλη μια φορά ότι παραμένουν σταθερά αξιόπιστοι και έτοιμοι για κάθε πρόκληση. Αν μη τι άλλο, το χθεσινό Rockwave ξεκίνησε με τον σωστό τρόπο – ελληνικά συγκροτήματα που κοιτούν μπροστά και τιμούν το παρελθόν τους.

Πέτρος Καραλής

Οι PARADISE LOST, έχουν μακρά ιστορία στο Rockwave, αφού είχαν παίξει από την πρώτη μορφή του ως Rock Of Gods το μακρινό 1996. Οι συνθήκες ήταν ιδανικές για να τους απολαύσουμε στη νέα τους εμφάνιση στο Terra Vibe. Προσωπικά ήμουν περίεργος για τα κομμάτια που θα επιλέξουν, ανυπομονώντας να ακούσω live τα δύο τους νέα single από το επερχόμενο “Ascension” άλμπουμ, το οποίο θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο.

Η εκκίνηση με το “Enchantment” θα προκαλούσε τουλάχιστον ενθουσιασμό, αλλά ο μπουκωμένος ήχος πάγωσε το κοινό. Ευτυχώς ο ήχος βελτιώθηκε αισθητά στη συνέχεια με το “Forsaken”, αν και ο Holmes δεν ήταν στην καλύτερη κατάσταση με τα καθαρά φωνητικά του. Προς έκπληξη όλων η συνέχεια ήταν με το “Pity the sadness” με τον ήχο να βοηθά να ακουστεί εντελώς primitive στις κιθάρες. Τα πίσω μπρος στη δισκογραφία τους συνεχίστηκαν με το “Faith divides us – death unites us” μέχρι να έρθει η πιο μεγάλη έκπληξη.

“Eternal”και το κοινό να μένει αποσβολωμένο από την φοβερή εκτέλεσή του! Πραγματικά κανείς δεν περίμενε να το παίξουν και μάλιστα στη μέση του setlist τους. Κάπου εδώ ο Holmes έδειξε περίτρανα ότι μπορεί να αποδώσει πειστικά τα ακραία φωνητικά. Ευτυχώς δεν εκνευρίστηκε από τον προβολέα που ενεργοποιήθηκε, αναγκάζοντάς τον να βάλει το δεξί του χέρι μπροστά καθώς τραγουδούσε για να μην τυφλώνεται. Ίσως η πιο τρανή ένδειξη ότι ήταν ευδιάθετος, αν και η φωνή του δεν ήταν στην καλύτερή της κατάσταση.

Πλήρης ηχητική αλλαγή στην, προβληματική από όλες τις απόψεις, παρουσίαση του “One second”. Θαρρώ πως κάπου εκεί φαίνεται ότι εν έτει 2025 οι PARADISE LOST είναι πιο κοντά στην early/mid 90s ηχητική τους και αυτά τα κομμάτια δεν αποδίδονται πλέον όπως θα έπρεπε. Ίσως έπαιξε ρόλο και ο περίτεχνος τρόπος που έπαιξε τα μονολιθικά μέρη των drums ο Jeff Singer, ο οποίος ήταν στις τάξεις τους το 2007/2008. Σημειωτέον δεν έχει ηχογραφήσει τα μέρη των τυμπάνων στο νέο τους άλμπουμ.

Η συνέχεια με το “The enemy” επισκιάστηκε από το αμέσως επόμενο “As I die”, στο οποίο ο Holmes άφηνε το κοινό να τραγουδήσει και ο Mackintosh να αποδώσει το riff με τον χαρακτηριστικό του ήχο. Αντίστοιχα είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε στις μπασογραμμές πόσο παραμορφωμένα άψογα ακουγόταν ο Steve Edmondson. Στο “The last time” δυστυχώς ο Holmes φάνηκε απλά να μην μπορεί να αποδώσει με καθαρά φωνητικά μέρη που θα μπορούσε να τα ερμηνεύσει επαρκώς με γρέτζο στη φωνή του. Η εναλλαγή καθαρών φωνητικών και αντίστοιχων με γρέτζο στο “No hope in sight” έδειξε την σύγχρονη πλευρά του γκρουπ μέχρι να αποδοθεί με νεύρο το “Say just words”. Με το που τελείωσε έφυγε από τη σκηνή χωρίς να πει κουβέντα ο, μέχρι εκείνη τη στιγμή λαλίστατος, Holmes και με τους υπόλοιπους να ακολουθούν.

Tο άτυπο encore είχε το “Embers fire” με την ηχητική που του έδωσαν στην επαναηχογράφηση του “Icon”. Η δεύτερη έκπληξη της εμφάνισής τους ήταν η διασκευή του “Small town boy” των BRONSKI BEAT που αποδόθηκε άψογα και έδειξε περίτρανα τις καταβολές των PARADISE LOST. Το γεγονός ότι το κλείσιμο της ωριαίας εμφάνισης τους έγινε με το “Ghosts” και το κοινό να συμμετέχει πολύ ενεργά έδειξε ότι ακόμα και σήμερα μπορούν να γράφουν κομμάτια αντάξια των χρυσών 90s.

Καταληκτικά, σε επίπεδο απόδοσης οι PARADISE LOST είχαν νεύρο και όρεξη με τον Mackintosh να αποδίδει άψογα τα lead κιθαριστικά του μέρη και τον Aaron Aedy να κρατάει τα αντίστοιχα ρυθμικά χωρίς να σταματάει στιγμή να κάνει headbanging. Ο ήχος στα drums και στο μπάσο δεν ήταν ο καλύτερος προσθέτοντας στο συνολικό μπούκωμα που είχαν, γεγονός που δυστυχώς είναι παθογένεια των εμφανίσεων τους. Ο Holmes ξεσήκωνε συνεχώς το κοινό και φάνηκε ότι ήταν ευδιάθετος καθ’ όλη τη διάρκεια του set τους, αλλά για μένα πρέπει να πάρει την απόφαση να αποδίδει με γρέτζο στη φωνή του τα κομμάτια που έχει αποδώσει έτσι στουντιακά. Οι επετειακές συναυλίες για το “Icon” έδειξαν ότι μπορεί όπως και τα 3(!) κομμάτια που επέλεξαν από τα “Shades of God” και “Gothic”. Όπως και να έχει στην τρέχουσα δεκαετία φαίνεται να έχουν έναν αέρα ανανέωσης και σίγουρα η παρουσία τους στο φετινό Rockwave δεν ήταν διεκπαιρεωτική. Και θα είχε ακόμα μεγαλύτερη αξία αν παρουσίαζαν live και τα καινούρια τους κομμάτια, κάτι που όμως δεν έγινε και προσωπικά με απογοήτευσε.

Όμως η βραδιά ήταν του KING DIAMOND και οι PARADISE LOST λειτούργησαν σαν ένα ορεκτικό που έφτιαξε τη διάθεση όλων παρά τα δικαιολογημένα παράπονα. Το σίγουρο είναι ότι με ένα τέτοιο setlist θα μπορούσαν να αφήσουν τις καλύτερες των εντυπώσεων αν ο ήχος δεν ήταν μπουκωμένος και η φωνή του Holmes ήταν σε καλή κατάσταση.

Λευτέρης Τσουρέας

Και φτάνουμε στο «κυρίως πιάτο»… Την υπόθεση «King Diamond ‘ζωντανά’ στας Αθήνας», δεν ξέρω πως θα τη χαρακτήριζες, αλλά εγώ άνετα θα της έδινα τον τίτλο «η Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου», μέρος δεύτερο!

Στην αρχή, ήρθε ο Covid και μας στέρησε τους MERCYFUL FATE. Μετά, ήρθε ο στρεπτόκοκκος. Πέρασε κι αυτός και πάνω που είχαμε ετοιμαστεί και είχαμε σχετικώς αναθαρρήσει… να η φωτιά στον Ωρωπό. Δέκα χιλιόμετρα από τον χώρο του Terra Vibe, όχι αστεία. Και δώστου πάλι αγωνία, νέες αμφιβολίες… δεν ήθελε και πολύ να ξεκινήσει μια συζήτηση περί «καταραμένου live», το οποίο «δεν πρόκειται να γίνει ποτέ». Τούτη τη φορά μάλιστα, δε χρειάστηκε η Ελεύθερη Ώρα να βγει με πρωτοσέλιδο «Ο Διάβολος κατέβηκε να κάψει τον Ωρωπό: Ο Βασιλιάς Διαμαντής εξαπολύει τον όλεθρο με στίχους – επίκληση στον Σατανά»… Το φτιάξαμε μόνοι μας!

Δηλαδή, τι άλλο θα μπορούσε να γίνει σε τούτο το έρμο το live; «Πάμε ρε φίλε και όποιους δούμε… το πολύ-πολύ στο τέλος να βγουν οι MEGADETH», λέει μισογελώντας ο φίλος, γείτονας και παλαιός συμπολεμιστής Νικόλας, μετά και την ακύρωση, λόγω εκτάκτου προβλήματος, των NULL ‘O ‘ZERO, μην έχοντας και πολύ άδικο. Δε βαριέσαι… στο κάτω-κάτω, δε μπορούμε να τα έχουμε όλα όπως τα θέλουμε, έτσι δεν είναι; Shit happens στη ζωή, που είπε κάποτε και ένας Τζαμαϊκανός μαφιόζος. Οι σινεφίλ θα τον θυμηθούν αμέσως.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Ακόμη και μετά το «πράσινο φως», δεν πιστεύω πως υπήρχε έστω κι ένας ανάμεσα σε όσους βρεθήκαμε στο Terra Vibe, που να μην ανησυχούσε για την κατάσταση του King Diamond και για το αν και κατά πόσο αυτός θα μπορούσε να τραγουδήσει όπως έπρεπε. Παρά τις όποιες διαβεβαιώσεις τόσο του ιδίου όσο και της διοργανώτριας εταιρείας, μια επανάληψη του «κάζου» του 1997 ήταν παραπάνω από πιθανή.

Όσο προχωρούσε το στήσιμο των σκηνικών, μεγάλωνε η ανυπομονησία. Το “The Wizard” των αγαπημένων του, αλλά και δικών μας εννοείται, URIAH HEEP, που έπαιξε τον ρόλο του άτυπου (γιατί το τυπικό ήταν το “Funeral”) intro, την έφτασε στα ύψη, μέχρι να έρθουν οι αρχικές «κανονικές» νότες του “Arrival”, να σπείρουν τους πρώτους σπόρους ενθουσιασμού στο κοινό. Ένα κοινό που απλά περίμενε να ακούσει τη φωνή του Βασιλέως, για να απογειωθεί…

“Through the summer rain of 1845, the coach had finally arrived
to the valley where the crossroads meet below and where all darkness seems to grow…
People
blame it on the Hill…!”

Ο King Diamond ήρθε και ναι, γαμώτο, ναι, δε χρειάστηκε περισσότερους από τους πρώτους τρεις – τέσσερεις στίχους, για να διώξει από πάνω μας κάθε σύννεφο αμφιβολίας! Δεν ξέρω πως το κατάφερε, σε συνεργασία πάντα με το ιατρικό του επιτελείο, αλλά το γεγονός, το αποτέλεσμα, ήταν ένα και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης: Η απόδοσή του ήταν τόσο καλή, που αν ο ίδιος δεν άλλαζε επίτηδες σε κάποια σημεία την ερμηνεία του, θα μπορούσες να ισχυριστείς, κακοπροαίρετα, πως ακούγαμε playback!

Αυτό από μόνο του, το να τον ακούς δηλαδή όπως τον ακούς στο CD, έφτανε, για να δώσει πίσω στον κόσμο το χαμένο του κέφι και να ισορροπήσει τα πράγματα. Γιατί, τι να λέμε τώρα, πριν βγει ο King Diamond στην σκηνή, δε νομίζω πως υπήρχαν και πολλά που να θύμιζαν πως προσήλθαμε σε μια «μεταλλική γιορτή»…

Ας κάνουμε τώρα «πενηνταράκια» μια, όπως απεδείχθη, ιστορική συναυλία…

Πρώτον και κυριότερον, είδαμε μια καταπληκτική μπάντα. Με τον Anders Lars-Erik Allhage και τον Per Mickael Vikström ή αλλιώς, τους Andy LaRoque και Mike Wead, για να γίνω πιο αντιληπτός, να κρατάνε τα κορυφαία «τσεκούρια» αυτήν την στιγμή στο heavy metal. Δεν έχει καμία σημασία το προσωπικό μας γούστο, δεν έχει καμία σημασία αν αγαπάμε κάποια άλλη μπάντα με δύο (ή και παραπάνω) κιθάρες περισσότερο από το γκρουπ του King Diamond, αυτοί εδώ οι τύποι, είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει σήμερα, δεξιά κι αριστερά της σκηνής, σε οποιαδήποτε σκηνή.

Σε οποιαδήποτε!

Είδαμε τον φίλο μου (δεν τον έχω φίλο, αλλά τον έχω, κατάλαβες) τον Pontus Egberg, έναν υποτιμημένο μπασισταρά (μόλις κόλλησα αυτοκόλλητο στο pc, να θυμηθώ μετά να ακούσω THE POODLES και LION’S SHARE), ισότιμο μεταξύ των κιθαριστών κι ας ασχολείται με τις χαμηλές συχνότητες, αεικίνητο κι επικοινωνιακό χωρίς να μιλά καθόλου (γίνεται). Τον θεούλη Matt Thompson που πάει, «πάλιωσε» κι αυτός, καθώς χτυπά από το 2002 τα τύμπανα του Βασιλιά, πάντα με την ίδια – άριστη – απόδοση. Τις κυρίες Hel Pyre και Jodi Cachia, να συνεισφέρουν τα μέγιστα η μία μουσικά, σε φωνή και πλήκτρα, η άλλη θεατρικά, ενσαρκώνοντας διάφορους ρόλους.

Απολαύσαμε κάποια από τα ομορφότερα σκηνικά που έχουμε δει ποτέ στη χώρα μας, έστω κι αν δεν ήταν τα πιο ογκώδη σε μέγεθος. Βλέποντας την σκηνή, σε ένα ιδιότυπο, συμπτυγμένο stage concept, παρατηρούσαμε/χαζεύαμε να «ζωντανεύουν» όλα τα «μέρη» που φανταζόμασταν, διαβάζοντας τους στίχους στα booklets. Με καταπληκτικό φωτισμό και ένα φεγγάρι από πίσω μας και απέναντι, να βγαίνει από το βουνό λαμπρότατο, λες και ήταν μέρος κι αυτό του show.

Ακούσαμε την αγαπημένη μας μπάντα μέσα από έναν απίστευτο, κρυστάλλινο ήχο. Ήταν λες και κάποιος πάτησε ένα κουμπί και άλλαξε μονομιάς όλες τις ρυθμίσεις! Μια απάντηση προς όλους όσους πίστεψαν έστω και για ένα nanosecond πως η καταπληκτική παραγωγή που ονομάζεται “Songs for the Dead” (σύγχρονο classic όσον αφορά τα live albums/DVD), ήταν εν πολλοίς κατασκευασμένη στο studio και κάτι ανάλογο δε μπορεί να αποδοθεί στον απόλυτο βαθμό, χωρίς την απαιτούμενη… εχμ… «βοήθεια».

Και διαπιστώσαμε ότι τα καινούργια “Spider Lilly” και “Masquerade of madness” ακούγονται πολύ καλύτερα live, παρά studio.

Highlights:

Η neoclassical τρέλα (κι – θά – ρες) του “A mansion in darkness”. To “Halloween”, γιατί το λατρεύω, τα highlights τα ξεχωρίζω εγώ, το άρθρο το γράφω εγώ και άντε τώρα να ρίξεις αντεπιχείρημα στο τραπέζι. Το «θεατράλε» “Voodoo” και το γνήσιο horror του “Sleepless nights”. Το «μπορώ να βαρύνω κι άλλο» “Eye of the Witch”, το νούμερο ένα soundtrack της συζήτησης περί γκαντεμιάς στο ελληνικό facebook, τις τελευταίες μέρες. Το oriental riff του “Abigail”, τραγούδι – ταμάμ για encore.

Όσοι (αρκετοί εξ αυτών, βαμμένοι) τραγουδούσαν σύμφωνα με τις επιταγές του Βασιλέως και όσοι δεν σάλευαν γιατί τα είχαν κάνει πάνω τους με αυτά που έβλεπαν. Η ατάκα «σφάξτο το μούλικο!» κατά τη «θανάτωση» της Abigail, η αντίστοιχη «πού’σαι μωρή κωλόγρια!», όταν εμφανίστηκε η… γιαγιά και το «σήκω επιτέλους, μας γκάστρωσες!» όταν με τα πολλά, σηκώθηκε από την πολυθρόνα της.

Ο King Diamond που έπρεπε να πιει νερό και ήπιε από το βάζο με τον υποτιθέμενο αγιασμό, με συνέπεια να καεί η κοιλίτσα του (χαζοχαρούμενο έπος, τέτοια θέλουμε). Το σύνθημα “long live the king!” που ακούστηκε πρώτη φορά στα χρονικά της καριέρας του Δανού και η αντίδρασή του («πρώτη φορά το ακούω αυτό, είναι γαμάτο, αλλά νομίζω πως θα πεθάνω, αφήστε το καλύτερα»).

Ο τρίλεπτος (!) αποθεωτικός αποχαιρετισμός σύσσωμης της μπάντας, με τον King Diamond να μένει μόνος του στην σκηνή στο τέλος, να μη θέλει να μας αφήσει και να δείχνει πως αναγκαστικά, πρέπει κάποια στιγμή να πάει στα παρασκήνια.

Αυτά…

Εν κατακλείδι, ήταν μια από τις πληρέστερες συναυλίες που έχω να θυμάμαι, τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια. Μια βραδιά που θα τη φέρνουμε στο νου μας για πολύ καιρό και που το χιλιοειπωμένο, για ψύλλου πήδημα, «τι ζήσαμε!», αξίζει επιτέλους να αναφωνείται!

Οι νέοι δίσκοι των MERCYFUL FATE και KING DIAMOND βρίσκονται στο στάδιο της ολοκλήρωσης. Οπότε…

Απογοητευτική η προσέλευση του κόσμου, αρνητική έκπληξη για αρκετούς. Από την άλλη, όσοι πήγαμε, περάσαμε εξαιρετικά ΚΑΙ για αυτόν τον λόγο. Περίεργο, ε;

Τα της οργάνωσης, δεν θα τα αναφέρω εδώ. Νομίζω έχουμε εξαντλήσει κάθε συζήτηση, οι υπεύθυνοι έχουν λάβει το μήνυμα.

Ραντεβού τώρα στους…; Θα δούμε.

Δημήτρης Τσέλλος

SETLIST: 1. Funeral/Arrival 2. A mansion in darkness 3. Halloween 4. Voodoo 5. “Them”/Spider Lilly 6. Two little girls/Sleepless nights 7. Out from the Asylum/Welcome home 8. The Invisible Guests 9. The Candle 10. Masquerade of madness 11. Eye of the Witch 12. Burn 13. Abigail/Insanity

Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

SATCHVAI BAND: Αλλαγή χώρου διεξαγωγής της συναυλίας των Satriani / Vai

0
Satchvai

Satchvai

Όπως ανακοινώθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της διοργανώτρια εταιρίας, η συναυλία της SatchVai Band με τον Joe Satriani και τον Steve Vai, αλλάζει χώρο διεξαγωγής και από το Θέατρο Λυκαβηττού, μεταφέρεται στο Terra Vibe στη Μαλακάσα.

Περισσότερες πληροφορίες μόλις έχουμε και το επίσημο Δελτίο Τύπου.

https://www.facebook.com/share/v/1DfPru9f2X/

“Όταν δύο guitar gods συναντιούνται για πρώτη φορά…
χρειάζεσαι μεγαλύτερη σκηνή!

Terra Vibe Park
Δευτέρα 28 Ιουλίου
Joe Satriani – Steve Vai
Satchvai Band
Surfing with the Hydra Tour

 

MOTORHEAD – “The Manticore Tapes” (BMG)

0
Motorhead

Motorhead

Όσοι έχουν ασχοληθεί με τους MOTORHEAD, γνωρίζουν ότι τον Μάιο του 1975 ο Ian Fraser “Lemmy” Kilmister, απολύθηκε από τους HAWKWIND αφού συνελήφθη στον Καναδά για κατοχή ναρκωτικών. Αποφάσισε τότε να σχηματίσει ένα νέο συγκρότημα, και έτσι γεννήθηκε το γκρουπ που έγινε ευρέως γνωστός, με το όνομα του να είναι εμπνευσμένο από το τελευταίο τραγούδι που είχε γράψει για τους Άγγλους rockers.

Το πρώτο line up του γκρουπ, εκτός του Lemmy φυσικά, θα είχε τους Larry Wallis στην κιθάρα και τον Lucas Fox στη drums. Ο τελευταίος, περίπου πέντε μήνες από την ίδρυση του συγκροτήματος αποδείχτηκε ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει στο σχήμα και έτσι την θέση του πήρε ένας γνωστός του Lemmy, ο Phil “Philthy Animal” Taylor (όπως έχει γίνει ευρέως γνωστός με το παρατσούκλι του).

Το 1976, αποφασίζεται ότι το συγκρότημα έπρεπε να έχει δυο κιθαρίστες. Έτσι μετά από εισήγηση του Taylor, ο γνωστός του Edward Allan Clarke ή όπως έγινε ευρέως γνωστός “Fast” Eddie Clarke (έχοντας κι αυτός το δικό του παρατσούκλι), «μπήκε» στο γκρουπ. Ο Wallis, κατά τις δηλώσεις του Lemmy ζήλευε ελαφρώς τον Clarke, αλλά και είχε φρικάρει με το heavy παρουσιαστικό που είχαν οι άλλοι 3, και έτσι έφυγε. Πιο επίσημα αναφέρθηκε ότι επειδή συνέχιζε να περιοδεύει με τους PINK FAIRIES, από τους οποίους ήρθε στους MOTORHEAD, δεν άντεξε να είναι και στα δυο γκρουπ και αποχώρησε.

Κάπως έτσι λοιπόν εκείνη την χρονιά εδραιώνεται σαν τρίο η βασική πρώτη σύνθεση των MOTORHEAD, ένα χρόνο μετά την αρχική δημιουργία του συγκροτήματος. Η εποχή των Three Amigos («τριών φίλων») είχε ξεκινήσει με τα γνωστά αποτελέσματα τα επόμενα χρόνια. Οι 3 μουσικοί ένωσαν τις δυνάμεις, τα ποτά και τα ναρκωτικά τους και ξεκίνησαν αυτήν την αιώνια διαχρονική μπάντα, που έχει γράψει το όνομα της με χρυσά γράμματα στην παγκόσμια μουσική σκηνή.

Τον Αύγουστο του 1976 οι 3 τους συναντιούνται στο θρυλικό στούντιο Manticore των EMERSON, LAKE & PALMER για να προβάρουν μαζί και να «δέσει» η νέα τότε σύνθεση. Ότι έγινε λοιπόν σε εκείνη την ημέρα, ηχογραφήθηκε σε κασέτα και 49 χρόνια μετά, ανακαλύφθηκε, «ξεσκονίστηκε» και αποκαταστάθηκε με όλη της την ακατέργαστη δόξα, προφανώς με πρόσφατη επεξεργασία στο studio, για να γιορταστεί η 50ή επέτειος του συγκροτήματος. Έτσι βλέπει το φως της δημοσιότητας επίσημα σαν “The Manticore tapes”.

Η κυκλοφορία δεν χρίζει κάποιας ιδιαίτερης κριτικής αφού ουσιαστικά πρόκειται για την παρουσίαση σε audio μορφή της πρόβας που είχαν κάνει, με την ακριβή έννοια της λέξης. Όσοι έχετε πάει ή έχετε ακούσει μια, καταλαβαίνετε τι λέω. Η τότε νέα σύνθεση επέλεξε να προβάρει τραγούδια, που να «λειτουργούσαν» και σαν demo για τις εταιρίες για την πρώτη επίσημη επερχόμενη κυκλοφορία. Έτσι ότι ακούμε, ήταν συνθέσεις στη πρώιμη μορφή τους, που θα υπήρχαν επίσημα σαν τίτλοι στο «παράνομο» “On parole” και φυσικά στην ομώνυμη παρθενική δουλειά τους, ως επίσημο τρίο. Γι’ αυτό και τρεις από αυτές (“Leavin’here”, “Vibrator” και “The watcher”) υπάρχουν σε δυο εκδοχές, στο υπερκλασσικό “Iron horse/born to lose” ο Lemmy ακούγεται αχνά και τα όργανα περισσότερο, από το “Help keep us on the road”, «βγήκε» η λέξη “keep”, η διασκευή του John Mayall στο “I am your witchdoctor”, που κυκλοφόρησε στο EP “Beer drinkers and hell raisers” του 1980 είναι σε instrumental εκδοχή και έχει άλλο τίτλο εδώ κλπ. Γενικά σε σχέση με την μετέπειτα παρουσίαση των τραγουδιών, εδώ υπάρχουν μικρές διαφοροποιήσεις, αφού ο γενικός «σκελετός» της σύνθεσης έχει παραμείνει ο ίδιος. Ευτυχώς ότι «βγαίνει» από τα ηχεία είναι σαν μια καλή live κυκλοφορία και όχι ένα κακογραμμένο demo ή μια ή μια bootleg έκδοση με «μακρινό» ήχο.

Για τους συλλέκτες και τους πιο φανατικούς οπαδούς του γκρουπ, η εν λόγω κυκλοφορία θα είναι διαθέσιμη σε μαύρο βινύλιο, σε CD φυσικά, σε picture disk που πουλιέται μόνο από το επίσημο site του γκρουπ, και σε deluxe έκδοση που θα είναι βιβλιόδετη σαν earbook που θα έχει το άλμπουμ, ένα επιπλέον βινύλιο με το σπάνιο πια live “Blitzkrieg on Birmingham‘77”, ένα 7’ που θα έχει δυο ακυκλοφόρητα ζωντανά τραγούδια στο Barbarella’s του Birmingham το 1977 και ένα 24-σελιδο φυλλάδιο με σημειώσεις από τον μακροχρόνιο συνεργάτη του συγκροτήματος Kris Needs.

Το “The manticore tapes”, απευθύνεται κυρίως μόνο σε αυτούς, αφού δεν νομίζω κάποιος που δεν έχει ασχοληθεί πολύ με το γκρουπ να θέλει να αγοράσει αυτήν την κυκλοφορία. Ίσως μόνο για την ιστορική της σημασία. Σίγουρα, αφού αναφερόμαστε σε ένα από τα πιο γνωστά και σημαντικότερα συγκροτήματα της σκληρής μουσικής, σε ότι και αν βλέπει το φως της δημοσιότητας καλό είναι να γίνεται έστω μια ακρόαση. Ειδικά αν ακούμε, όπως σε αυτήν την κυκλοφορία, την ουσιαστική αρχή μιας μεγαλειώδους πορείας ενός lineup. Αλλά μέχρι εκεί, αφού τέτοιες κυκλοφορίες θεωρώ πως είναι ως επί το πλείστον για τους «άρρωστους» με ένα συγκρότημα. Ειδικά τα τελευταία χρόνια που έχει παραγίνει το κακό με την «MOTORHEAD αγελάδα», αφού μετά τον θάνατο του Lemmy ο αριθμός των κυκλοφοριών που αφορούν το γκρουπ είναι μεγαλύτερος απ’ όταν ζούσε και δισκογραφούσαν. Από την άλλη βέβαια αυτό δείχνει και την διαχρονικότητα του σχήματος αλλά και ότι ακόμα υπάρχει αγοραστικό κοινό που υποστηρίζει τις αγορές.

Θοδωρής Μηνιάτης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece