Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 68

WYTCH HAZEL – “V: Lamentations” (Bad Omen Records)

0
Wytch Hazel

Wytch Hazel

Έχουν περάσει δεκατέσσερα χρόνια, από τότε που οι WYTCH HAZEL ήρθαν στον μαγικό κόσμο του «σκληρού ήχου». Δεκατέσσερα χρόνια στα οποία δούλεψαν σκληρά, άδραξαν κάθε ευκαιρία, αντιμετώπισαν πλείστες δυσκολίες. Εν έτει 2025, οι WYTCH HAZEL δεν είναι πια η «καινούργια» μπάντα που εκπλήσσει και δημιουργεί προσδοκίες, δεν είναι οι ευέλπιδες νεαροί του “The truth” EP, δεν στοχεύουν και δεν πασχίζουν για την αναγνώριση και την επιτυχία. Αντιθέτως κι αναντίρρητα, είναι ένας από τους καλύτερους και πιο αναγνωρίσιμους πρεσβευτές του σύγχρονου hard rock/heavy metal, με συμπαγή και άρτια δισκογραφία, την οποία και «αυγάτισαν» με σωστά και μεθοδικά βήματα.

Για όλους εμάς που τους γνωρίσαμε ως μέλη της αναβίωσης του “70s vintage” ήχου και τους ακολουθούμε πιστά, η αναγγελία του πέμπτου full length δίσκου τους, όπως μαρτυρά από μόνος του ο τίτλος του “V: Lamentations”, αποτελεί «χαράς ευαγγέλια». Και αυτό γιατί δεν έχουμε καμία αμφιβολία πως και τούτο το άλμπουμ, θα είναι εξίσου καλό με τα προηγούμενα. Αν κάπου εκεί έξω, σε κάποια καλά κρυμμένη γωνιά, βρίσκεται η Πηγή της Αιώνιας Έμπνευσης, είναι δεδομένο πως ο αρχηγός Colin Hendra, αυτός ο βάρδος – ποιητής της σημερινής εποχής, κάποτε την ανακάλυψε και ήπιε από εκεί νερό… με το κανάτι!

Το “V: Lamentations”, είναι όντως ένα ακόμη αραβούργημα βρετανικού μετάλλου. Οι WYTCH HAZEL δεν επαναπαύονται στις δάφνες τους και συνεχίζουν ακάματοι το κυνήγι της τελειότητας, ένα κυνήγι που ναι μεν δεν πρόκειται ποτέ να έχει αίσιο αποτέλεσμα, αφού το «τέλειο» δεν υπάρχει περίπτωση να επιτευχθεί, τους κρατά όμως με τον τρόπο του σε διαρκή εγρήγορση. Η οποία εγρήγορση φέρνει δουλειές μελετημένες ως την παραμικρή λεπτομέρεια, εντυπωσιακά ποιοτικές και εν κατακλείδι δημιουργεί μια δισκογραφία χωρίς ούτε ένα ατόπημα, ένα στραβοπάτημα, μια αδύναμη στιγμή για να σε απογοητεύσει.

Σε αυτό έχει παίξει σημαίνοντα ρόλο και ο επί χρόνια παραγωγός και άμεσος συνεργάτης τους, Ed Turner, πάλαι ποτέ μέλος των αδικοχαμένων PURSON. «Η επιτομή του εκκεντρικού», όπως τον χαρακτηρίζει αστειευόμενος ο Colin, o «Martin Birch του σήμερα» θα πω εγώ και όχι, δεν τρελάθηκα που το λέω. Μαζί με τον James Atkinson ως άμεσο συνεργάτη, ο Turner μπορεί να υπερηφανεύεται πως καταφέρνει, κάθε φορά, ένα μικρό, ηχητικό θαύμα. Και τούτη τη φορά, το θαύμα συνετελέσθη στο Sharp End Studio του Morecambe και στο West End Impact, στο Heysham του Lancashire.

Όπως καταλαβαίνεις, ο χαρακτηριστικός, άκρως αναγνωρίσιμος WYTCH HAZEL ήχος, είναι παρών και στο “V: Lamentations”. Τα συστατικά του, γνωστά: Οι καταπληκτικές κιθάρες των Colin Hendra και Alex Haslam, το αριστοτεχνικό «πάντρεμα» ηλεκτρικών και ακουστικών μελωδιών, το ευφάνταστο όσο και λιτό μπάσο του Andy Shackleton, τα μονολιθικά τύμπανα (παιγμένα τώρα από τον Aaron Hay στην πρώτη του studio συμμετοχή, μετά την επιστροφή του στο γκρουπ), η χαρακτηριστική φωνή με τις γεμάτες πάθος ερμηνείες, η γοητευτική αντιπαράθεση θλίψης και χαράς, η έμφυτη μελαγχολία, το επικό συναίσθημα…

Το νέο άλμπουμ ξεκινά με δυο ενδεικτικές, περί των προθέσεών του, συνθέσεις, τα “I lament” και “Run the race”. Το «Maiden-ικό» ταπεραμέντο είναι έντονο, η πλάστιγγα γέρνει περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ίσως, προς το heavy metal και μα την αλήθεια, τους πάει πολύ των WYTCH HAZEL αυτό το ηχόχρωμα! Παρόμοια η αίσθηση που αφήνει και το “Racing forwards”, έστω κι αν οι ταχύτητες έχουν πέσει. Βέβαια, για όσους εξ ημών είχαμε προσέξει τι συνέβαινε μεταξύ του single “Chain yourself”, του αλαβάστρινο “IV: Sacrament” και του ύμνου “Ride on”, από το εξαίσιο εκείνο split με τους PHANTOM SPELL, ήταν ηλίου φαεινότερο προς τα πού κατευθυνόταν το group και τι αποφάσεις είχε πάρει ο Hendra.

Μην ανησυχείς, αυτό δεν σημαίνει ότι οι THIN LIZZY, οι WISHBONE ASH και άλλα όμορα σχήματα του ενδόξου hard rock του «Νησιού» μένουν αμέτοχα και δεν συνεισφέρουν τα μέγιστα σε τούτον τον υπέροχο «καμβά». Κομμάτια όπως τα “Elements” και “Woven” έχουν την κλασσική WYTCH HAZEL «αύρα» να τα συνοδεύει, θυμίζοντας ξεσηκωτικούς παιάνες σαν το “Spirit and fire” και το “I am redeemed”. Ούτε η folk πλευρά μένει πίσω. Το μεσαιωνικό, επικό rock αποθεώνεται στα “The Citadel”, “The demon within” και “Heavy load” κι ο λυρισμός… Ω Θεέ μου… εκτοξεύεται!

Αγαπημένη μου σύνθεση, όχι κατ’ ανάγκη καλύτερη αφού όλα τα τραγούδια του “V: Lamentations” είναι ισάξια, το καταληκτικό “Healing power”. Στην αρχή σου δίνει την εντύπωση πως θα ακολουθήσει αποκλειστικά αργό tempo, αλλά η επική του κλιμάκωση σε διαψεύδει. Ας μου επιτραπεί και ένας, σε πρώτη ανάγνωση, κάπως περίεργος παραλληλισμός, αλλά σε δεύτερη και τρίτη, διόλου παράταιρος: Αν οι WYTCH HAZEL ηχογραφούσαν στα 70s, το συγκεκριμένο κομμάτι θα ήταν σίγουρα μια από τις εμπνεύσεις του Steve Harris. Τώρα, μπορεί πανεύκολα να γίνει ένα από τα αγαπημένα του, σύγχρονα ακούσματα…

Κάτι ακόμη που δεν πρέπει να περάσει «στα ψιλά γράμματα»… Το νέο άλμπουμ συνετέθη και ηχογραφήθηκε με τον Colin Hendra να ταλανίζεται από χρόνια εξάντληση, να είναι σωματικά και ψυχικά καταρρακωμένος και να έχει σημαντικά προβλήματα με τη φωνή του. Γι’αυτό και οι αλληγορικοί και με ποιητικό ύφος γραφής στίχοι του, εδώ είναι πιο «εσωτερικοί» και προσωπικοί από ποτέ. Αν δεν το έλεγε όμως ο ίδιος, θα καταλαβαίναμε εμείς οι υπόλοιποι το παραμικρό; Ούτε καν! Δυο φορές συγχαρητήρια, λοιπόν! Άπειρα εύσημα και άπειρο “respect” για το σθένος αλλά και τον επαγγελματισμό.

Το “V: Lamentations” έρχεται για να σου χαρίσει μουσική πληρότητα, εσωτερική ευδαιμονία, ψυχική ανάταση. Σαν παλαιός οπαδός των WYTCH HAZEL, θα αισθανθείς παραπάνω από δικαιωμένος που είσαι μαζί τους σε τούτο το υπέροχο ταξίδι των δεκατεσσάρων ετών όπου πολλά έχουν αλλάξει κι άλλα τόσα έχουν μείνει αναλλοίωτα. Σαν φίλος τώρα του ποιοτικού hard rock και heavy metal που δεν τους γνωρίζεις… έχεις τη δυνατότητα να τους γνωρίσεις από εδώ. Μην το σκέφτεσαι… κάνε το!

Στα δάση του Sherwood, του Nottingham και στα λιβάδια του Lancashire, έχει ήδη στηθεί γιορτή. Εορτάζεται η Θεία Πρόνοια, ο Άνθρωπος, η Φύση ολάκερη. O Μυθικός Λέων βρυχάται ξανά, η Γηραιά Αλβιώνα λάμπει από άκρη σε άκρη και το λάβαρο με τον σταυρό του Αγίου Γεωργίου, κυματίζει υπερήφανο στους επιβλητικούς προμαχώνες κάθε καστροπολιτείας.

Όσοι πιστοί, προσέλθετε.

9 / 10

Δημήτρης Τσέλλος

Sweet Leaf, Bitter Goodbye

0
Sabbath

Sabbath

Περίεργο πράγμα η μουσική, και αυτό γιατί διέπεται από συναίσθημα, βιώματα και μνήμες. Μπορεί μια μέρα να είσαι χάλια, να ακούσεις ένα τραγούδι που γουστάρεις και να νιώσεις καλύτερα ή να ακούσεις κάτι που σου θυμίζει κάτι αρνητικό και να σε ρίξει ακόμη περισσότερο. Μπορεί να είσαι χώμα από την κούραση, να βάλεις να παίξει κάτι πωρωτικό και να είσαι έτοιμος για… τρίαθλο.

Μπορεί, όπως έγινε και σε ένα τεράστιο ποσοστό μουσικόφιλων το Σάββατο που μας πέρασε, να βλέπεις το farewell των BLACK SABBATH εκεί όπου ξεκίνησαν όλα, και να νιώθεις μια τόσο δυνατή, γλυκόπικρη συναισθηματική φόρτιση που να μην μπορείς να την περιγράψεις με λόγια. Τι είναι όμως αυτό που μας κάνει να δακρύζουμε βλέποντας τον Bill Ward πίσω από τα ντραμς, τον Ozzy να κάθεται στον «θρόνο» του, ή τους γίγαντες Tony Iommi και Geezer Butler επί σκηνής;

Σε αυτό το σημείο, επιτρέψτε μου να σας διηγηθώ ένα προσωπικό βίωμα, στο οποίο ίσως ταυτιστείς κι εσύ, αγαπητέ ή αγαπητή που με διαβάζεις. Βρισκόμαστε πίσω στο 1999, όταν ήμουν στην έκτη δημοτικού. Η μουσική που άκουγα τότε ήταν ό,τι έβαζε ο πατέρας μου στο σπίτι. Λόγω ηλικίας, είχε βιώσει όλες τις αλλαγές στα μουσικά ρεύματα: από τα blues του B.B. King και την άνοδο του Elvis, στον ηλεκτρικό ήχο του Bob Dylan, μέχρι την κατάκτηση του κόσμου από τους BEATLES και τους ROLLING STONES. Αγαπούσε τους καλλιτέχνες του «παλιού, ορθόδοξου» Woodstock – Hendrix, Janis Joplin, Santana – αλλά και το hard rock, με τους LED ZEPPELIN, DEEP PURPLE, RAINBOW και WHITESNAKE να έχουν ξεχωριστή θέση στις προτιμήσεις του, όπως και οι PINK FLOYD, που τους λάτρευε.

Θυμάμαι όμως μια ημέρα που έβλεπα τηλεόραση και έπαιξε μια διαφήμιση δισκογραφικής συλλογής από γνωστή τότε εταιρεία. Κάποια στιγμή ακούγεται το “Paranoid” και δείχνει τον Ozzy να τραγουδάει σε ένα πλάνο από το βίντεο κλιπ του τραγουδιού. Ήταν πραγματικά μια κεραμίδα για τον παιδικό τότε εαυτό μου αυτή η εικόνα, σε συνδυασμό με το τραγούδι. Μαθαίνοντας ποιο είναι, πήγα στον πατέρα μου και του ζήτησα να μου γράψει μια κασέτα όπου στη μία πλευρά έβαλε συλλογή τραγουδιών των DEEP PURPLE και στην άλλη ολόκληρο το “Paranoid”. Για σχεδόν δύο χρόνια δεν άκουγα τίποτα άλλο. Αν σκεφτούμε ότι σήμερα ένα παιδί μπορεί να μπει στο YouTube και να τα ακούσει όλα με ευκολία, ως αποτέλεσμα να μην έχει το «δέσιμο» με κάτι συγκεκριμένο, καταλαβαίνετε ότι για μένα, που είχα μόνο αυτή την κασέτα στο Walkman μου, ήταν κάτι παραπάνω από θησαυρός.

Από εκεί ξεκίνησαν όλα, και αργότερα ήρθαν στη ζωή μου οι IRON MAIDEN, οι METALLICA και όλα τα υπόλοιπα θηρία που αγαπώ μέχρι σήμερα. Αυτή λοιπόν η στιγμή, όταν έβλεπα το τελευταίο live των BLACK SABBATH, υπήρχε στο υποσυνείδητό μου και μου έφερνε εικόνες. Εικόνες του πατέρα μου, που δεν είναι πια μαζί μας. Εικόνες από την εφηβεία και αισθήματα ξεγνοιασιάς. Εικόνες που έπαιζα το riff του “Iron man” με την αόρατη κιθάρα μου. Και είμαι σίγουρος πως πολλοί νιώσατε αντίστοιχα συναισθήματα. Όπως επίσης, σε πολλούς από εμάς τα μάτια κοκκίνισαν, βλέποντας τους ήρωες που είχαμε κρεμασμένους στους τοίχους του υπνοδωματίου μας, να βρίσκονται επάνω στη σκηνή για μία τελευταία φορά.

Ο λόγος που γράφω αυτό το κείμενο, είναι γιατί πολλοί από εμάς νιώθουμε έτσι και θέλουμε να εκφράσουμε τι σημαίνουν για εμάς οι BLACK SABBATH και συγκροτήματα αυτού του μεγέθους, που πλέον αποχωρούν. Η μουσική τους είναι κομμάτι της ζωής μας και έχει συνδεθεί βιωματικά με πολλές εκφάνσεις της. Μόνο για αυτόν τον λόγο, θέλω να κλείσω με ένα τεράστιο ευχαριστώ για όσα μας έχουν προσφέρει όλα αυτά τα χρόνια.

Tony Iommi, Ozzy Osbourne, Geezer Butler και Bill Ward, ευχαριστώ για όλα.

Of all the things I value most in life
I see my memories
And feel their warmth
And know that they are good

Δημήτρης Μπούκης

IMPERIAL TRIUMPHANT – “Goldstar” (Century Media)

0
Imperial

Imperial

Το “Goldstar”, το έκτο στούντιο άλμπουμ των IMPERIAL TRIUMPHANT, έχει ήδη κυκλοφορήσει από την Century Media. Ηχογραφήθηκε στο Menegroth Studios της Νέας Υόρκης, με παραγωγό τον Colin Marston και mastering από τον Arthur Rizk. Το άλμπουμ διαρκεί περίπου 38 λεπτά και αποτελείται από εννέα κομμάτια, παρουσιάζοντας μια πιο άμεση και προσβάσιμη προσέγγιση στη μουσική τους, χωρίς να χάνεται η avant-garde αισθητική που χαρακτηρίζει το συγκρότημα.

Το άλμπουμ περιλαμβάνει συνεργασίες με εξέχοντες μουσικούς. Ο Tomas Haake των MESHUGGAH συμμετέχει στα κομμάτια “Lexington delirium” και “Pleasuredome”, προσφέροντας φωνητικά και συμβάλλοντας στην πολυπλοκότητα των ρυθμών. Ο Dave Lombardo, γνωστός από τους SLAYER και Mr. BUNGLE, προσθέτει τα δυναμικά του τύμπανα στο “Pleasuredome”, ενισχύοντας την ένταση του κομματιού. Η Yoshiko Ohara των BLOODY PANDA συμμετέχει στο “NEWYORKCITY”, προσφέροντας ιδιαίτερα φωνητικά που ενισχύουν την ατμόσφαιρα του άλμπουμ.

Το “Goldstar” διακρίνεται για την ιδιαίτερη μουσική του προσέγγιση, συνδυάζοντας στοιχεία από blackened death metal, jazz fusion και avant-garde metal. Το άλμπουμ χαρακτηρίζεται από την πολυπλοκότητα των συνθέσεων, την εναλλαγή ρυθμών και την ενσωμάτωση ασυνήθιστων μουσικών στοιχείων, όπως τα πνευστά και τα πειραματικά εφέ. Η παραγωγή αναδεικνύει την πυκνότητα και την ένταση της μουσικής, προσφέροντας μια καθηλωτική ακουστική εμπειρία.

Τα κομμάτια του άλμπουμ παρουσιάζουν ποικιλία και βάθος. Το “Eye of Mars” ανοίγει το άλμπουμ με έντονα riffs και πνευστά, δημιουργώντας μια επιβλητική ατμόσφαιρα. Το “Gomorrah nouveaux” συνδυάζει thrash επιρροές με πειραματικά στοιχεία, ενώ το “Hotel Sphinx” ενσωματώνει κλασικά μοτίβα και έντονες κιθάρες. Το “Rot moderne” ξεχωρίζει για την επιθετικότητα και την πολυπλοκότητά του, ενώ το “Industry of misery” κλείνει το άλμπουμ με μια σκοτεινή και μελαγχολική διάθεση.

Το “Goldstar” αποτελεί μια σημαντική προσθήκη στη δισκογραφία των IMPERIAL TRIUMPHANT, δείχνοντας την εξέλιξη και την ωρίμανση του συγκροτήματος. Η ενσωμάτωση διακεκριμένων μουσικών και η συνεχής πειραματική προσέγγιση καθιστούν το άλμπουμ μια μοναδική εμπειρία για τους ακροατές. Η ικανότητα του συγκροτήματος να συνδυάζει διαφορετικά μουσικά είδη και να δημιουργεί μια συνεκτική και δυναμική μουσική αφήγηση αποδεικνύει την καλλιτεχνική τους αξία.

Πρόκειται για ένα άλμπουμ που συνδυάζει την τεχνική αρτιότητα με την καλλιτεχνική καινοτομία, προσφέροντας μια συναρπαστική ακουστική εμπειρία. Οι IMPERIAL TRIUMPHANT συνεχίζουν να εξερευνούν νέα μουσικά μονοπάτια, διατηρώντας την ταυτότητά τους και προσφέροντας έργα που προκαλούν και ενθουσιάζουν το κοινό τους. Απευθύνεται όμως σε όλους; Όχι.. είναι αυτό μείον για το άλμπουμ και το συγκρότημα; Επίσης όχι. Δεν είναι όλα για όλους άλλωστε. Αν όμως αφεθείτε στο περιβάλλον, την ατμόσφαιρα και την μαγεία που το συγκρότημα προσφέρει απλόχερα, η εμπειρία που θα βιώσετε, θα είναι μοναδική. Κυριολεκτικά.

9 / 10

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ALICE COOPER – 10 shocking moments του Βασιλιά του Shock Rock

0
Alice Cooper

Alice Cooper

Αν υπάρχει ένας καλλιτέχνης στον χώρο του hard rock και του heavy metal που ενσωμάτωσε στο έπακρο την αξία του shock τόσο στην καλλιτεχνική του περσόνα, στην εν γένει καριέρα του και στην προσωπική του ζωή, αυτός δεν είναι άλλος από τον Alice Cooper. Μιλάμε για τον άνθρωπο που πρακτικά εφηύρε τον όρο “shock rock” (εξ ου και ο τίτλος του «Βασιλιά»), οπότε μία … βιογραφία του θα ήταν περισσότερο κατάλληλη για να περιγράψει το φαινόμενο αυτό, ως άνθρωπο και καλλιτέχνη. Επειδή, ωστόσο, επειδή εμείς εδώ στο ROCK HARD σκεφτόμαστε εσάς και τις ανάγκες σας, ενόψει της πολυαναμενόμενης εμφάνισης του Alice την Παρασκευή 10 Ιουλίου στο Rockwave Festival στην Μαλακάσα, θα προσπαθήσουμε να διαλέξουμε 10 από τις πιο σοκαριστικές ιστορίες του Βασιλιά Alice, εξερευνώντας έναν θησαυρό από εξωφρενικές, αμφιλεγόμενες και καταλυτικές στιγμές στην καριέρα του, την προσωπική του ζωή και την γενικότερη επιρροή που αυτές είχαν στην κουλτούρα του αγαπημένου μουσικού μας χώρου.

  1. Το Κοτόπουλο

Είναι ρίσκο όταν ζώα πάσης φύσεως βρίσκονται στην σκηνή. Υπάρχει κάτι το διονυσιακό σε αυτό, όπως οι Μαινάδες, οι νύμφες που συνόδευαν τον θεό Διόνυσο κατασπάραζαν το αθώο θύμα, διαμελίζοντας το ζωντανό, κατά το τελετουργικό της εκστατικής τους κατάστασης. Κάτι που κανείς δεν περίμενε να συμβεί την 13η Σεπτεμβρίου του 1969, στο Toronto Rock’ n’ Roll Revival Festival. Μία σχετικά άγνωστη μπάντα από το Detroit, οι ALICE COOPER, είχαν μόλις κυκλοφορήσει το ντεμπούτο τους, με τίτλο “Pretties for you” και προσκλήθηκαν να εμφανιστούν σε ένα πλήθος από 20.000 χίπηδες (όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Alice). Κατά την διάρκεια του set τους, κάποιος πέταξε μία κότα πάνω στην σκηνή, η οποία αποσβολωμένη περιφερόταν άσκοπα. O Alice, παιδί της πόλης που δεν είχε δει οικόσιτο ζώο της υπαίθρου, είτε λόγω άγνοιας είτε πάνω στον ενθουσιασμό του, την σήκωσε στα χέρια του. O καλλιτέχνης θυμάται πως «είχε φτερά, θα έπρεπε να μπορεί να πετάει…την πέταξα πίσω στο κοινό – μερικοί σε αναπηρικά καροτσάκια στην πρώτη σειρά – και αυτοί την κατακρεούργησαν και την ξαναπέταξαν πάνω στην σκηνή… ξαφνικά, γίναμε η πιο κακόφημη μπάντα στον πλανήτη, όλοι ήθελαν να μάθουν για τους ALICE COOPER».
Την επόμενη μέρα, το συγκρότημα είχε την τιμητική του σε πρωτοσέλιδα και ανταποκρίσεις, σύμφωνα με τα οποία ο Alice ξερίζωσε το κεφάλι του πτηνού με τα δόντια του και ήπιε το αίμα του σε κατάσταση φρενίτιδας! Στην αρχή ο τραγουδιστής ένιωσε άσχημα και προσπάθησαν να αντικρούσουν τις όποιες ανακρίβειες, ωστόσο ο Frank Zappa, που τους είχε από κοντά εκείνη την εποχή, τον συμβούλεψε σοφά πως «ό,τι και να κάνει, να μην διαψεύσει πως δεν το έκανε». Κάπως έτσι απέκτησε σάρκα και οστά το shock στοιχείο του συγκροτήματος. Συγγνώμη Ozzy, αλλά ήρθες δεύτερος!

 

  1. Η Μάγισσα

Το 1971 ήταν η κρίσιμη χρονιά που οι ALICE COOPER άλλαξαν επίπεδο, τόσο καλλιτεχνικά όσο και εμπορικά. Η φήμη τους είχε εξαπλωθεί σε όλη την χώρα ως η πιο σοκαριστική μπάντα επί γης, σε βαθμό που είχαν βγει φήμες ότι το όνομα του Alice Cooper καθ’ αυτό είχε προκύψει από μία πνευματιστική τελετή, όπου είχαν προσπαθήσει να καλέσουν το δαιμονικό πνεύμα μίας μάγισσας του 17ου αιώνα. Σύμφωνα με αυτή, ο τραγουδιστής ήταν η μετεμψύχωση της και κάπως έτσι υιοθέτησαν το όνομα της ως συγκρότημα. Αυτές οι φήμες, τις οποίες ποτέ δεν διέψευσε η μπάντα έριξαν πραγματικά λάδι στην φωτιά των διάφορων συντηρητικών χριστιανικών οργανώσεων των ΗΠΑ, τόσο που τις χρησιμοποίησαν ως «απόδειξη» ότι υπάρχει όντως Σατανική επιρροή στον χώρο του rock.
Η πραγματικότητα είναι πιο απλή: το “Alice Cooper” υιοθετήθηκε μετά από διάφορες αλλαγές στο όνομα τους, καθώς θεώρησαν πως παραείναι αθώο και η αντίθεση ανάμεσα σε αυτό και σε αυτά που είχαν σκοπό να κάνουν στην σκηνή θα έκανε πάταγο, θα ήταν προκλητικά σοκαριστική. Όπως επίσης και η εμφάνισή τους – με το make-up και τις ακραίες ενδυματολογικές επιλογές –  που την εμπνεύστηκαν από ταινίες της Bette Davis και της Anita Pallenberg. Αξίζει να σημειωθεί πως όσοι δεν είχαν δει την μπάντα μέχρι τότε, πίστευαν πως πράγματι υπάρχει μία γυναίκα που την λένε Alice Cooper που κάνει τα κουμάντα στο συγκρότημα!

Photo by Elena Vasilaki
  1. Ο Ζουρλομανδύας, η Ηλεκτρική Καρέκλα και η Γκιλοτίνα

Το 1971, οι ALICE COOPER κυκλοφόρησαν δύο άλμπουμ που θα άλλαζαν την καριέρα τους για τα καλά. Το ένα εξ αυτών, “Love it to death”, ήταν η πρώτη τους εμπορική επιτυχία, που μπήκε στο αμερικάνικο top-40 και στο βρετανικό top-30 και εν καιρώ έγινε πλατινένιο. Σε αυτή την περιοδεία, άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους τα πρώτα μακάβρια στοιχεία επί σκηνής. Εμπνευσμένοι από το τραγούδι “Ballad of Dwight Fry”, ένας φόρος τιμής στον ομώνυμο ηθοποιό που έπαιζε κυρίως ρόλους ψυχοπαθών, ο Alice εμφανιζόταν επί σκηνής με έναν ζουρλομανδύα, ως τρόφιμος ψυχιατρικού ασύλου, φέρνοντας περισσότερο στο μυαλό τον Renfield από τον Δράκουλα του Bram Stoker. Μετά από μεγάλη ταλαιπωρία, ο Alice μεταφερόταν σε μία ηλεκτρική καρέκλα όπου «εκτελούνταν» με τυπικές διαδικασίες, υπό τους ήχους του “Black Juju”, δίνοντας τέλος στο μαρτύριο του ρόλου του. Το σίγουρο είναι ότι σε αυτή την περιοδεία, πολλοί φιλόδοξοι συνάδελφοι τους άρχισαν να κρατούν σημειώσεις.
Ωστόσο, η πιο θεαματική προσθήκη στο σόου ήταν ο εικονικός αποκεφαλισμός του Alice. Όπως και με άλλα στοιχεία του σόου, η γκιλοτίνα που «αποκεφαλιζόταν» ο τραγουδιστής, σχεδιάστηκε από τον μάγο James Randi και από τότε έγινε καθιερώθηκε ως το απόλυτο highlight των συναυλιών τους. Η εκτέλεση αυτή ήρθε στα καλύτερα της στην περιοδεία του “Billion dollar babies” όπου τα μακάβρια τραγούδια του άλμπουμ αποτέλεσαν το ιδανικό background για αυτό το αποτρόπαιο θέαμα, που αποτελούσε το επιστέγασμα της βραδιάς, σοκάροντας το κοινό με το ματωμένο κεφάλι του Alice να επιδεικνύεται κυνικά στο έκπληκτο κοινό, προς επιβεβαίωση του αποκεφαλισμού.

 

  1. H Κρεμάλα και ο Βόας

Μετά την τρομακτική επίγευση που άφησε το “Love it to death” και η περιοδεία που ακολούθησε, η μπάντα κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1971 το τεράστιο “Killer”. Ακόμα πιο επιτυχημένο από τον προκάτοχό του, το “Killer” έδωσε τροφή για ακόμα πιο συγκλονιστικές live εμφανίσεις, με την εισαγωγή περαιτέρω στοιχείων στο σόου τους. Συγκεκριμένα, οι «εκτελέσεις» επί σκηνής εμπλουτίστηκαν με το κρέμασμα, όπου ο Alice ανέβαινε στο ικρίωμα για να «κρεμαστεί» δημόσια, κατά την διάρκεια του ομώνυμου τραγουδιού. Πολλά χρόνια αργότερα, το 1988, αυτή η «εκτέλεση» παραλίγο να γίνει αληθινή, όταν κατά την διάρκεια της πρόβας για την κρεμάλα, ο Alice πήγε να κρεμαστεί στα αλήθεια! Φαίνεται πάντως πως το 1971 η ασφυξία και ο στραγγαλισμός ήταν θέματα που απασχολούσαν την μπάντα, καθώς ένας ζωντανός βόας σφιγκτήρας ήρθε να γίνει μέρος του σόου τους. Κάποια στιγμή, ένας fan του συγκροτήματος έφερε ένα τέτοιο φιδάκι ήρθε στα παρασκήνια μιας συναυλίας και ο Alice – αν και διστακτικός στην αρχή – το αγάπησε και το έφερε πάνω στην σκηνή, κάτι που δεν παραλείπει να μας το δείχνει έκτοτε στοργικά τυλιγμένο πάνω του. Βέβαια, το 2004, ένας βόας τα έκανε πάνω του και η δυσωδία ήταν τόση που έκανε κάποιους από τους roadies να ξεράσουν. Οι κίνδυνοι του επαγγέλματος!

 

  1. Απαγόρευση Εισόδου

Είναι γνωστό τοις πάσι ότι η Μεγάλη Βρετανία είναι μία κατεξοχήν πουριτανική χώρα. Το 1972, όταν οι ALICE COOPER ήταν να περιοδεύσουν στο Νησί, μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ τους “School’s out”, μία ακτιβίστρια αυτού του υπερσυντηρητικού χώρου, η Mary Whitehouse έβαλε στο στόχαστρο το συγκρότημα, που το θεωρούσε απειλή κατά των ηθών και των αξιών του έθνους. Από πέρα από των Ατλαντικό, ερχόταν μία νέα απειλή, δαίμονες με ανθρώπινη μορφή, επικεφαλής των οποίων ήταν ένας γιος ιερέα που είχε εκπέσει από την Θεία Χάρη που σκοπό είχε να διαβρώσει την νεολαία της χώρας της και να την κάνει … σαν τα μούτρα του, άθεη και ακόλαστη. Έτσι χρησιμοποίησε την συμμαχία της με έναν βουλευτή των Εργατικών, ο οποίος έφτασε να ζητήσει από τα αρμόδια κυβερνητικά όργανα να απαγορεύσουν την είσοδο του συγκροτήματος στην χώρα, καθώς δήλωνε πως «η υποκίνηση τους σε παιδοκτονία και η εμπορική εκμετάλλευση του μαζοχισμού είναι προφανώς μια προσπάθεια να διδάξουν στα παιδιά μας να βρίσκουν το πεπρωμένο τους στο μίσος, όχι στην αγάπη»! Τελικά, τα εμπόδια παρακάμφθηκαν και η περιοδεία όχι μόνο έγινε, αλλά το “School’s out” έγινε το δεύτερο πιο πετυχημένο άλμπουμ του συγκροτήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο.

  1. Κεφαλάκια Μωρών

Έχοντας ήδη κυκλοφορήσει το ανατριχιαστικό “Dead babies” στο “Killer” και πετώντας ψηλά στην Αμερική μετά το πιο επιτυχημένο άλμπουμ τους στα 70s, το “Billion dollar babies”, ο διαβολικός Alice σκέφτηκε το αδιανόητο. Με το μυτερό σπαθί του, κάρφωνε κεφάλια από μωρά-κούκλες, κουνώντας τα σαν τρόπαια μπροστά στο έντρομο κοινό. Περισσότερο εμπνευσμένος από το απαγορευμένο εξώφυλλο του “Yesterday and today” των BEATLES και φυσικά περισσότερο αλληγορικό παρά κυριολεκτικό, ο Cooper έπαιζε πολύ με το θέμα της γονικής παραμέλησης και παιδικής κακοποίησης και το συνοδευτικό θέαμα εννοείται πως δεν προοριζόταν να είναι  ευχάριστο.

 

  1. H συνάντηση με τον άλλο … Βασιλιά

Κάποια στιγμή το 1974, ο Alice βρισκόταν στο Las Vegas, όταν έλαβε ένα τηλεφώνημα από τον manager του Βασιλιά του Rock N’ Roll, Elvis Presley, ο οποίος είχε το δικό του σόου στην πόλη εκείνη την περίοδο. Δίχως να χάσει χρόνο, πήγε στο Hilton όπου έμενε ο Μεγάλος με την ομήγυρή του και μπαίνοντας στο ασανσέρ συναντήθηκε με κάποιες άλλες γνώριμες φυσιογνωμίες, όπως την ηθοποιό Liza Minelli, τον rock n’ roller Chubby Checker και την πρωταγωνίστρια ταινιών πορνό, Linda Lovelace (από το «Βαθύ Λαρύγγι», για τους μερακλήδες). Καθώς ο Alice σκεφτόταν ότι μόνο τρεις θα ξανακατέβαιναν με το ίδιο ασανσέρ, έφτασαν στον όροφο τους και στην συνέχεια ακολούθησε έλεγχος για όπλα, σε έναν χώρο που ήταν … ήδη τίγκα στα όπλα. Μόλις τον είδε, ο Elvis του είπε «είσαι ο γάτος με το φίδι, σωστά; Είσαι ωραίος, θα ήθελα να το είχα σκεφτεί πρώτος!». Τότε τα πράγματα άρχισαν να γίνονται περίεργα. «Έλα θέλω να σου δείξω κάτι» του είπε ο Elvis και έβγαλε ένα γεμάτο πιστόλι, το έβαλε στο χέρι του Alice και του είπε «θα σου δείξω πως να αφοπλίσεις κάποιον που σε σημαδεύει». O Cooper δεν ήταν πρωτάρης στα πιστόλια, καθώς κουβαλούσε μαζί του όπλο λίγο μετά τις δολοφονίες που διέπραξε ο Charles Manson (έμενε λίγο πιο πέρα από την σκηνή του εγκλήματος). Με το πιστόλι στο χέρι, ο σαστισμένος Alice άρχισε να πλημμυρίζεται αυτόματα από ενοχλητικές σκέψεις. «Το διαβολάκι στον ένα μου ώμο έλεγε να τον σκοτώσω, το αγγελάκι στον άλλο έλεγε να μην τον σκοτώσω, απλά να τον τραυματίσω», δήλωσε μετά από χρόνια ο Alice. Οι σκέψεις του διακόπηκαν απότομα, καθώς ξαφνικά βρέθηκε στο πάτωμα με την μπότα του Βασιλιά στον λαιμό του. Τελικά, μέσα σε ένα ανάμικτο κλίμα αμηχανίας και συγκατάβασης, ο Alice κατέβηκε κάτω στο lobby, όντως με άλλα δύο άτομα στο ασανσέρ, όπως είχε προβλέψει, αλλά όχι με αυτούς που είχε υποθέσει, καθώς ο Chubby Checker δεν ήρθε μαζί τους.

Photo by Elena Vasilaki
  1. Ξύπνημα στον Εφιάλτη

Για το αριστουργηματικό “Welcome to my nightmare” τα έχουμε ξαναπεί σε ένα εκτενέστατο άρθρο εδώ στο ROCK HARD. Μέχρι εκείνο το σημείο, ήταν φανερό ότι ο Alice είχε αρχίσει να χάνεται μέσα στην περσόνα του επί σκηνής, καθώς οι ολοένα αυξανόμενες καταχρήσεις σε συνδυασμό με το σκοτεινό περίβλημα του χαρακτήρα του και τον ξέφρενο τρόπο ζωής, άρχισαν να θολώνουν την γραμμή μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Πέρα από όλο το βαθιά βασανιστικό περιεχόμενο του άλμπουμ και της ιστορίας του, ήταν το οπτικό κομμάτι της περιοδείας που τον έφτασε στα όρια του ως καλλιτέχνη και ως άνθρωπο. Όλα τα σκηνικά που χρησιμοποιήθηκαν, ακολουθώντας το σενάριο του “Welcome to my nightmare”, ενέτειναν την ένταση και την θεατρικότητα του σόου, σε ένα θέαμα που όμοιο του δεν είχε ξαναβγεί σε μία rock συναυλία. Μία βραδιά έσπασε τα πλευρά του και υπέστη και διάσειση πέφτοντας, χωρίς όμως αυτό να τον σταματήσει από το να βγάλει την συναυλία.

 

  1. Η Πτώση

Μεταξύ 1976 και 1983, ο Alice Cooper πέρασε την πιο καταστροφική περίοδο της ζωής του, Ήταν κυριολεκτικά η εποχή που ο Vincent Furnier (όπως είναι το πραγματικό του όνομα) σχεδόν εξαφανίστηκε μέσα στην χαοτική περσόνα του Alice Cooper, που ο ίδιος δημιούργησε. Μπορεί το κοινό να χειροκροτούσε τους αποκεφαλισμούς και τις εκτελέσεις στις συναυλίες του, αλλά ο ίδιος ο καλλιτέχνης βασανιζόταν άσχημα μακριά από τα φώτα της σκηνής.
Ενώ είχε μόλις παντρευτεί την (μέχρι σήμερα σύζυγο του) Sheryl, μία χορεύτρια από την ομάδα που τον συνόδευσε στην περιοδεία του “Welcome to my nightmare”, ο γάμος του ήδη κλυδωνιζόταν υπό το βάρος του αλκοολισμού του. Είχε φτάσει σε σημείο να πίνει τόσο πολύ, που καθημερινά ξερνούσε αίμα, με τον επί σειρά ετών manager του Shep Gordon να λέει χαρακτηριστικά ότι «δεν πιστεύαμε πως θα καταφέρει να επιβιώσει, δεν έχω ιδέα πως παρέμεινε ζωντανός». Μετά από τελεσίγραφο της Sheryl, που του ξεκαθάρισε ότι δεν μπορεί να τον βλέπει έτσι και αν δεν προσπαθήσει να βρει βοήθεια, αυτή θα φύγει, δέχτηκε να μπει σε ψυχιατρική κλινική. Εκεί παρέμεινε για τρεις μήνες με τους γιατρούς να του δίνουν μόνο μέρες για να ζήσει. Προς έκπληξη όλων όμως επιβίωσε, γλυτώνοντας οριακά τον θάνατο.
Δυστυχώς, η βελτίωση της υγείας του δεν κράτησε για πολύ. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 έπεσε πάλι με τα μούτρα στο αλκοόλ και, επιπλέον, στην κοκαΐνη. Είχε βαλτώσει τόσο πολύ, που μέχρι σήμερα θυμάται ούτε ο ίδιος πως ηχογράφησε τα άλμπουμ που ηχογράφησε μεταξύ 1980-1983, περίοδος που εύστοχα ονομάστηκε “the blackout period”. Η συμπεριφορά του έγινε τελείως απρόβλεπτη. Το 1980, λόγω της κατάστασης του, ακύρωσε μία συναυλία του στο Τορόντο, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν επεισόδια. Την επόμενη χρονιά, σόκαρε ακόμα και τους ίδιους τους fans του, εμφανιζόμενος, με αφορμή την κυκλοφορία του άλμπουμ του “Special forces”, σε τηλεοπτική εκπομπή ντυμένος ως ένα υβρίδιο στρατιώτη και τραβεστί. “Δεν μπορούσα να φτάσω μέχρι την πόρτα χωρίς να πιω», δήλωσε χρόνια αργότερα ο Alice. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν η κυκλοφορία του “DaDa” (1983), όπου μιλούσε ανοιχτά για τον αλκοολισμό του, την κατάθλιψη και την ιδέα της αυτοκτονίας. Μην έχοντας την δυνατότητα να περιοδεύσει για να προωθήσει το άλμπουμ, έπιασε πάτο, καθώς η επί σειρά ετών δισκογραφική του εταιρεία, οι Warner Bros, τον αποδέσμευσε από το συμβόλαιο του.

 

  1. Η Αναγέννηση

Τελικά, έχοντας πιάσει πάτο σε όλα τα επίπεδα, ο Alice Cooper, τον Σεπτέμβριο του 1983, κατάλαβε ότι δεν είχε άλλα περιθώρια και πως ήρθε η ώρα να κόψει τις καταχρήσεις μαχαίρι. Περιέργως, όλη η διαδικασία επανόδου ξεκίνησε από μέσα του, κάτι που θεώρησε ως Θεία Παρέμβαση. Όπως χαρακτηριστικά είπε «δεν ξέκοψα απλά…θεραπεύτηκα». Σταμάτησε να πίνει εντελώς και σε ένα περίεργο γύρισμα της Μοίρας, αφοσιώθηκε στον Χριστιανισμό και έβγαλε τα απωθημένα του … στο γκολφ.
Μετά από χρόνια αποχής από τα φώτα της δημοσιότητας, κυκλοφόρησε το “Constrictor” (1986), ενώ εμφανίστηκε και στον κινηματογράφο, τόσο στο «Ο πρίγκιπας του σκότους», όσο και στο «Εφιάλτης στο δρόμο με τις λεύκες 6». Η συνέχεια είναι γνωστή. Η δισκογραφική του πορεία άφησε εποχή καθώς βρήκε τον εαυτό του μετά το “Constrictor”, κυκλοφορώντας δισκάρες όπως τα “Raise your fist and yell”, “Trash” και “Hey stoopid”, αποκτώντας πάλι μία θέση στο πάνθεον του hard rock, που ο ίδιος είχε βοηθήσει να γίνει δημοφιλές μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70.

 

Κάπως έτσι φτάσαμε λίγες μέρες πριν ακόμη μία μεγαλειώδη (ελπίζω) εμφάνιση του αυθεντικού Βασιλιά του Shock Rock, του τεράστιου Alice Cooper. Αυτό που σοκάρει περισσότερο στην ιστορία της ζωής και της καριέρας του δεν είναι τα φίδια, η γκιλοτίνα ή τα νεκρά μωρά-κούκλες, ούτε τα σοκαριστικά τραγούδια του που παίζουν με τους πιο ενδόμυχους φόβους μας. Είναι το πως κατάφερε να γυρίσει πίσω από τους νεκρούς, καθώς είχε χαθεί στην εξάρτηση, τις ψευδαισθήσεις και στο σκοτάδι της δημιουργίας του. Μέσα από τις δοκιμασίες, επέστρεψε, όχι απλά ζωντανός, αλλά πλήρως αναγεννημένος. Και σε έναν κόσμο βουτηγμένο στην υπερβολή, ο Alice αποτελεί μία σπάνια εξαίρεση: είναι ο άνθρωπος που έζησε τα πάντα και επιβίωσε για να πει την ιστορία του. Και γι’ αυτό τον αγαπάμε λίγο παραπάνω.

Κώστας Τσιρανίδης

PARADISE LOST – “Kings of darkness & melancholy” tape

0
Paradise Lost

Paradise Lost

Οι PARADISE LOST είναι ένα από τα πιο επιδραστικά και σεβαστά συγκροτήματα του ακραίου και σκοτεινού ήχου, όχι μόνο στη Βρετανία, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο. Ιδρύθηκαν στο Χάλιφαξ της Αγγλίας το 1988 από τον κιθαρίστα και βασικό συνθέτη Greg Mackintosh, τον τραγουδιστή και στιχουργό Nick Holmes, τον μπασίστα Stephen Edmondson και τον ντράμερ Matthew Archer, με τον δεύτερο κιθαρίστα Aaron Aedy να συμπληρώνει τη σύνθεση. Από την αρχή της καριέρας τους έδειξαν μια αξιοσημείωτη ικανότητα να συνδυάζουν βαρύτητα, μελωδία και συναίσθημα σε ένα ενιαίο σύνολο. Με τα πρώιμα άλμπουμ τους, “Lost Paradise” και “Gothic”, έθεσαν τα θεμέλια για το doom/death metal, επηρεάζοντας γενιές συγκροτημάτων και δημιουργώντας ολόκληρο υποείδος, το gothic metal.

Οι PARADISE LOST δεν επαναπαύτηκαν ποτέ. Με άλμπουμ όπως το “Icon” και το εμβληματικό “Draconian Times”, πήγαν τον ήχο τους σε πιο προσιτές, μελωδικές, αλλά πάντα σκοτεινές κατευθύνσεις, βοηθώντας στην εδραίωση του gothic metal ως είδους. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 ως τις αρχές των 00s, τολμούν να πειραματιστούν με ηλεκτρονικά και industrial στοιχεία, δείχνοντας ότι για αυτούς η εξέλιξη είναι αναπόσπαστο μέρος της τέχνης τους. Παρά τις αλλαγές, διατήρησαν πάντοτε την ψυχή τους ατόφια, μελαγχολική και καθηλωτική.

Σήμερα, μετά από περισσότερες από τρεις δεκαετίες δημιουργίας, οι PARADISE LOST παραμένουν ζωντανή απόδειξη της δύναμης της αφοσίωσης και της καλλιτεχνικής τόλμης. Τα τελευταία τους έργα τους βρίσκουν να επιστρέφουν στις doom/death ρίζες τους, ωριμότεροι από ποτέ, με μια αξιοζήλευτη ισορροπία ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν τους. Η μουσική τους μιλά για απώλεια, πίστη, θλίψη και λύτρωση με έναν τρόπο μοναδικά προσωπικό και παγκόσμιο ταυτόχρονα, καθιστώντας τους ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια στην ιστορία της σκοτεινής μουσικής.

Παρακάτω, θα κάνουμε μία συλλογή με ένα κομμάτι από κάθε δίσκο των Βρετανών αρχόντων της μελαγχολίας, παρουσιάζοντας όσο καλύτερα γίνεται την διαδρομή τους από την γέννηση τους μέχρι και σήμερα.

THE PARADISE LOST TAPE

Side A:

“Frozen illusion” (“Lost Paradise”, 1990)

Το “Frozen illusion” είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια της πρώιμης περιόδου των PARADISE LOST, όταν ακόμα σφυρηλατούσαν τον ήχο τους ανάμεσα στο death και το doom. Βαρύ, αργόσυρτο, καταθλιπτικό, με brutal φωνητικά και μια αίσθηση παγωμένης απόγνωσης, το κομμάτι χτίζει σταδιακά ένα τείχος από κιθαριστικά riffs και υποχθόνιους ρυθμούς. Τα τύμπανα δίνουν έμφαση στην αργή, επική πορεία της μουσικής, ενώ οι μελωδίες της κιθάρας υποδηλώνουν ήδη τις τάσεις της μπάντας για περισσότερο συναίσθημα και ατμόσφαιρα. Αν και λιγότερο διάσημο από άλλα μεταγενέστερα κομμάτια, δείχνει πού στόχευαν οι PARADISE LOST. Να παντρέψουν το doom metal με τον σκληρότερο ήχο του death, δημιουργώντας κάτι τελείως δικό τους.

“Gothic” (“Gothic“, 1991)

Το “Gothic” είναι ίσως το πιο σημαντικό τραγούδι της καριέρας τους, καθώς έδωσε το όνομα σε ολόκληρο το gothic metal είδος. Από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα, η βαριά ατμόσφαιρα, τα μελαγχολικά πλήκτρα, τα ελεγειακά γυναικεία φωνητικά και η σκοτεινή μελωδία δημιουργούν ένα ασφυκτικό και λυρικό τοπίο. Η φωνή του Nick Holmes παραμένει βρυχηθμός, αλλά η μουσική αποκτά ήδη μια θεατρικότητα και πιο σύνθετες δομές. Το κομμάτι είναι σχεδόν τελετουργικό, ένας ύμνος στην απώλεια και στο πένθος, και θεωρείται μέχρι σήμερα ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους όχι μόνο για τους PARADISE LOST αλλά και για ολόκληρη τη σκηνή. Ένα κομμάτι που σηματοδοτεί τη μετάβαση από τον ακατέργαστο doom/death σε κάτι πιο μελωδικό και υπαρξιακό.

“As I die” (“Shades of God”, 1992)

Το “As I die” είναι το πρώτο «χιτ» των PARADISE LOST, το κομμάτι που τους έφερε ευρύτερη προσοχή και αγαπήθηκε πολύ από το κοινό. Έχει πιο καθαρές δομές, χωρίς να χάνει όμως την τραγικότητα και το σκοτάδι που τους χαρακτήριζει. Ο Holmes αρχίζει να χρησιμοποιεί και πιο καθαρά φωνητικά, σε συνδυασμό με τα βαθιά growls, και το αποτέλεσμα είναι απόκοσμο και έντονα συναισθηματικό. Οι κιθάρες των Mackintosh – Aedy δημιουργούν εκείνο το χαρακτηριστικό λυρικό πλέγμα που έγινε σήμα κατατεθέν τους. Το τραγούδι συνδυάζει τέλεια τη doom βραδύτητα με πιο προσβάσιμη σύνθεση και δεν είναι τυχαίο ότι παραμένει μέχρι σήμερα σταθερό κομμάτι των συναυλιών τους.

“Embers fire” (“Icon“, 1993)

Με το “Embers fire”, οι PARADISE LOST άνοιξαν έναν νέο, πιο ώριμο και «βαρύ» δρόμο. Το κομμάτι λειτουργεί ως ιδανικό εναρκτήριο για το “Icon”, αποδεικνύοντας πως η μπάντα είχε αφήσει πίσω της τα death στοιχεία και είχε αγκαλιάσει έναν πιο ιδιαίτερο και προσωπικό ήχο. Οι κιθάρες είναι πιο καθαρές και μελωδικές, η φωνή του Holmes είναι πλέον πιο καθαρή και ταυτόχρονα επιβλητική. Η ατμόσφαιρα παραμένει βαριά και σκοτεινή, αλλά με μια επιπλέον αυτοπεποίθηση και δυναμισμό. Το “Embers fire” είναι το πρώτο πραγματικά «ραδιοφωνικό» κομμάτι της μπάντας, χωρίς να θυσιάζει όμως την ουσία και τη δύναμη του ήχου τους.

“Forever failure” (“Draconian times“, 1995)

Το “Forever failure” είναι η επιτομή της «χρυσής» περιόδου των PARADISE LOST και ίσως το πιο αναγνωρίσιμο κομμάτι τους μετά το “Say just words”. Μέσα από μια καταθλιπτική αλλά συνάμα καθηλωτική μελωδία, η μπάντα περιγράφει τη ματαίωση και την απώλεια, με το στιχουργικό βάρος να πέφτει στον υπαρξιακό πόνο. Οι κιθάρες είναι πλούσιες σε μελωδία, σχεδόν υμνητικές, ενώ η ερμηνεία του Nick Holmes είναι θεατρική, αποκαλυπτική και γεμάτη απόγνωση. Το τραγούδι ξεχώρισε και από το χαρακτηριστικό βίντεο κλιπ που συνοδεύτηκε με αποσπάσματα από ομιλίες του Charles Manson, προσδίδοντας ακόμα περισσότερη σκοτεινή ατμόσφαιρα. Η μπάντα έφτασε εδώ στο απόγειο της καλλιτεχνικής της ωριμότητας, δημιουργώντας έναν ύμνο του gothic metal που εξακολουθεί να συγκινεί.

“Say just words” (“One second”, 1997)

Με το “One second”, οι PARADISE LOST έκαναν μια τολμηρή στροφή σε πιο ηλεκτρονικό, rock/gothic ύφος. Το τραγούδι είναι ίσως το πιο δημοφιλές τους, φτάνοντας σε ευρύτερο κοινό χάρη στην πιασάρικη δομή, το εθιστικό ρεφραίν και την πιο «φιλική» παραγωγή. Οι κιθάρες εδώ υποχωρούν ελαφρώς δίνοντας χώρο στα synths, ενώ η φωνή του Holmes γίνεται πιο καθαρή και μελωδική. Παρά τη σχετική εμπορικότητα, η μελαγχολία παραμένει παρούσα, ντυμένη σε έναν πιο μοντέρνο, 90s gothic ρυθμό. Αυτό το κομμάτι είναι αντιπροσωπευτικό της περιόδου όπου οι PARADISE LOST έπαιζαν με την ιδέα του να παντρέψουν τα gothic rock αισθήματα με industrial και darkwave στοιχεία. Παραμένει αγαπημένο στις συναυλίες.

“So much is lost” (“Host”, 1999)

Το “So much is lost” είναι η πιο χαρακτηριστική στιγμή του “Host”, του πιο αμφιλεγόμενο άλμπουμ τους. Εδώ οι κιθάρες είναι σχεδόν ανύπαρκτες, αντικαθιστάμενες πλήρως από synths και ηλεκτρονικά beats, σε ένα στυλ που θυμίζει DEPECHE MODE και dark pop. Η φωνή του Holmes είναι συναισθηματική, σχεδόν παραδομένη στη θλίψη, τραγουδώντας για απώλεια και μοναξιά με ένα ψυχρό, αλλά παράλληλα ειλικρινές ύφος. Οι PARADISE LOST δεν φοβούνται να πειραματιστούν, ρισκάρουν τα πάντα, και το κομμάτι αυτό είναι μάρτυρας του πόσο γενναίοι υπήρξαν. Αν και δίχασε τους οπαδούς τους, με τα χρόνια απέκτησε εκτίμηση ως ένα όμορφα σκοτεινό, μελαγχολικό κομμάτι (και άλμπουμ) που δείχνει τη διάθεση της μπάντας να εξερευνήσει τα βάθη του συναισθήματος με διαφορετικά εργαλεία.

“Mouth” (“Believe in nothing“, 2001)

Το “Mouth” ξεχωρίζει ως ένα από τα πιο δυνατά τραγούδια του άλμπουμ “Believe in nothing”, ενός δίσκου που οι ίδιοι οι PARADISE LOST θεωρούν «χαμένο» λόγω των προβλημάτων με τη δισκογραφική και την παραγωγή. Παρόλα αυτά, το “Mouth” είναι εξαιρετικό. Έχει έντονη μελωδία, δυναμικά κιθαριστικά θέματα και καθαρό ρεφραίν που κρύβει όμως μια πικρή αίσθηση διάψευσης και κυνισμού. Ο Holmes ακούγεται ώριμος και θυμωμένος, και το κομμάτι έχει την αίσθηση ενός gothic rock ύμνου που ισορροπεί ανάμεσα στην επιθετικότητα και τη μελαγχολία. Ένα τραγούδι που δείχνει ότι, ακόμα και σε μια δύσκολη φάση, οι PARADISE LOST μπορούσαν να γράψουν κομμάτια με δυναμισμό και χαρακτήρα, διατηρώντας την υπογραφή τους.

Side B:

“Erased” (“Symbol of life“, 2002)

Το “Erased” είναι μια δήλωση επιστροφής των PARADISE LOST σε πιο κιθαριστικό, δυναμικό ήχο μετά την πιο ηλεκτρονική περίοδο των “Host” και “Believe in nothing”. Με επιθετικά riff, στιβαρή παραγωγή και έντονο ρεφραίν, το κομμάτι σε συνδυασμό με τα γυναικεία φωνητικά εκπέμπει την ενέργεια μιας μπάντας που ξαναβρίσκει τον εαυτό της. Οι στίχοι μιλούν για απώλεια και διάλυση της ταυτότητας, μια διαρκής θεματική τους, αλλά ντυμένοι εδώ με μια σχεδόν industrial επιθετικότητα. Οι κιθάρες είναι βαριές αλλά μελωδικές, τα φωνητικά πότε καθαρά και πότε πιο άγρια, και η ατμόσφαιρα είναι φορτισμένη με μια σκοτεινή αποφασιστικότητα. Το “Erased” άνοιξε ξανά τις πόρτες της metal κοινότητας στους PARADISE LOST και καθιερώθηκε στις συναυλίες τους ως ένα από τα πιο «πωρωτικά» κομμάτια της μετα-90s εποχής τους.

“Forever after” (“Paradise lost“, 2005)

Το ομότιτλο άλμπουμ “Paradise lost” επισφράγισε τη μετάβαση της μπάντας σε έναν πιο σύγχρονο gothic metal ήχο, και το “Forever after” ήταν το πιο αναγνωρίσιμο τραγούδι του. Με έντονο ρυθμό, πιασάρικο ρεφραίν, και βαριά riff που συνδυάζονται με μια μοντέρνα παραγωγή, το κομμάτι δείχνει την ικανότητα του συγκροτήματος να ισορροπεί ανάμεσα στο παλιό και το νέο. Οι στίχοι, πιστοί στο ύφος τους, μιλούν για την ατέρμονη φθορά των σχέσεων και των συναισθημάτων, πάντα μέσα από ένα πρίσμα σκοτεινής ποίησης. Ένα ιδανικό παράδειγμα της «δεύτερης νιότης» των PARADISE LOST.

“The enemy” (“In requiem“, 2007)

Με το “The enemy”, οι PARADISE LOST επέστρεψαν πιο δυνατοί και πιο «metal» από ποτέ, κερδίζοντας ξανά τον σεβασμό των πιο παραδοσιακών οπαδών τους. Το κομμάτι έχει βαρύ, σαρωτικό riff, πλούσιο drumming και τη χαρακτηριστική μελαγχολική μελωδία στις κιθάρες που τους έκανε διάσημους. Ο Holmes τραγουδά με πάθος και οργή, δίνοντας ζωή σε έναν στίχο γεμάτο καταγγελία και αίσθημα προδοσίας. Η παραγωγή είναι στιβαρή και μοντέρνα, ενώ η ατμόσφαιρα θυμίζει το παρελθόν των LOST αλλά με μια πιο φρέσκια προσέγγιση. Το “The enemy” με την άμεση δυναμική του έδειξε ότι οι PARADISE LOST μπορούν να συνδυάσουν τη μελωδία με την επιθετικότητα άψογα ακόμα και μετά από δύο δεκαετίες πορείας.

“Faith divides us – Death unites us” (“Faith divides us – Death unites us”, 2009)

Ο ομότιτλος ύμνος από το δίσκο του 2009 είναι μια σκοτεινή, επική σύνθεση που παντρεύει το doom και το gothic με άψογο τρόπο. Η μπάντα εδώ επιστρέφει σε πιο βαριές στιγμές του, με αργά, απελπισμένα riff και μια σχεδόν τελετουργική ατμόσφαιρα. Οι στίχοι, γεμάτοι θρησκευτικούς και υπαρξιακούς συμβολισμούς, περιγράφουν τη ματαιότητα της πίστης και την ισοπεδωτική ισχύ του θανάτου. Η φωνή του Holmes ηχεί βαθιά, απειλητική και συγκινητική ταυτόχρονα, ενώ οι κιθάρες του Mackintosh δημιουργούν ένα τοπίο από πόνο και μεγαλείο. Πρόκειται για ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια της τρίτης περιόδου τους, αγαπημένο των οπαδών που προτιμούν τους PARADISE LOST πιο σκοτεινούς και λιγότερο «προσιτούς». Μια ωδή στην παρακμή και την απώλεια.

“Tragic idol” (“Tragic idol“, 2012)

Το ομότιτλο κομμάτι του “Tragic idol” είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της σκοτεινής κομψότητας που διέπει το δίσκο. Η σύνθεση συνδυάζει τη βαριά doom ατμόσφαιρα με μια σχεδόν μεσαιωνική μελωδία στις κιθάρες, ενώ η θεματολογία είναι καθαρά… PARADISE LOST. H ψευδαίσθηση της λατρείας, η φθορά της πίστης, το αδιέξοδο της ύπαρξης. Οι κιθάρες πλέκουν αρμονίες που θυμίζουν την εποχή του “Icon”, αλλά πιο σύγχρονες και σφιχτές. Το ρεφραίν είναι πνιγηρό και δραματικό, με τον Holmes να βυθίζεται σε έναν λυγμό που δίνει ζωή στους στίχους. Το κομμάτι αυτό συνοψίζει ιδανικά τη φιλοσοφία της μπάντας, τη συναισθηματική ένταση, και την ικανότητά τους να παντρεύουν το σκοτάδι με την ομορφιά.

“Beneath broken earth” (“The plague within”, 2015)

Με το “Beneath broken earth”, οι PARADISE LOST γύρισαν κυριολεκτικά στις ρίζες τους, προσφέροντας ένα από τα πιο βαριά και αργόσυρτα doom death metal κομμάτια της καριέρας τους. Οι κιθάρες βογκούν με φονική βαρύτητα, τα τύμπανα ηχούν τελετουργικά, και η φωνή του Holmes επιστρέφει σε βαθιά growls. Είναι ένα μνημειώδες, σχεδόν πένθιμο έπος, που σε παρασύρει στον πυθμένα της γης, όπως υπαινίσσεται και ο τίτλος. Οι στίχοι του είναι αινιγματικοί, σαν να ψιθυρίζονται μέσα από το χώμα, με μια διάθεση καταδίκης και συντριβής. Το τραγούδι έχει ήδη θεωρηθεί κλασικό για τη νέα doom/death περίοδό τους και φανερώνει τη διαχρονική τους δύναμη να δημιουργούν πραγματικά βαριές, συγκινητικές μουσικές εμπειρίες.

“The longest winter (“Medusa“, 2017)

Το “Medusa” ήταν ένας από τους πιο σκοτεινούς δίσκους των PARADISE LOST τα τελευταία χρόνια και το “The longest winter” είναι η ναυαρχίδα του. Με αργό, αλλά μελωδικό ρυθμό, το τραγούδι συνδυάζει επική ατμόσφαιρα με απόκοσμες μελωδίες και έναν στίχο γεμάτο παραίτηση και δέος για τη δύναμη της φύσης και του θανάτου. Η εισαγωγή με τις ψυχρές κιθάρες, η βαριά παραγωγή και η θεατρική ερμηνεία του Holmes δημιουργούν μια σχεδόν κινηματογραφική εμπειρία. Είναι ένα κομμάτι που παραπέμπει τόσο στο κλασικό doom metal όσο και στο πιο gothic ύφος τους, αποδεικνύοντας ότι παραμένουν αειθαλείς και γοητευτικοί ακόμα και στις πιο πένθιμες στιγμές τους.

“Darker thoughts” (“Obsidian“, 2020)

Το “Darker thoughts” είναι ίσως το πιο συναισθηματικά φορτισμένο κομμάτι από τον τελευταίο δίσκο τους, “Obsidian”. Ξεκινάει σχεδόν σαν μπαλάντα, με ακουστικές κιθάρες και εύθραυστο τραγούδι, αλλά σταδιακά μετατρέπεται σε ένα βαρύ, επικό gothic doom έπος. Η δομή του θυμίζει έντονα τις παλιές καλές εποχές του συγκροτήματος, ενώ οι στίχοι, ποιητικοί και μελαγχολικοί, περιγράφουν την αέναη πάλη με τα σκοτεινά κομμάτια της ψυχής. Οι μελωδίες είναι πλούσιες, τα riff θρηνητικά αλλά πανέμορφα, και η ερμηνεία του Holmes συγκλονιστική. Το “Darker thoughts” δείχνει ότι οι PARADISE LOST, ακόμη και μετά από τρεις δεκαετίες καριέρας, συνεχίζουν να εξερευνούν τη σκοτεινή πλευρά της ύπαρξης με νέους, συγκινητικούς τρόπους.

Photo by Ville Jurrikkala

Ο ήχος των PARADISE LOST, όπως αποτυπώνεται σε αυτά τα κομμάτια, είναι ένα μοναδικό ταξίδι μέσα από τρεις δεκαετίες σκοτεινής μουσικής αναζήτησης. Ξεκινώντας με το “Lost Paradise” και το “Gothic”, βλέπουμε ένα συγκρότημα να γεννά σχεδόν από το μηδέν το doom/death metal και το gothic, με βαρύτητα, ωμή ενέργεια και καταθλιπτικές μελωδίες. Στα “Shades of God” και “Icon” η μπάντα άρχισε να λειαίνει τις αιχμές, εισάγοντας πιο gothic μελωδίες, πιο καθαρά φωνητικά, και έναν επικό, τραγικό χαρακτήρα. Με το “Draconian times” έφτασαν στην κορύφωση αυτού του gothic metal ήχου, παντρεύοντας τη μελαγχολία με εμπορική απήχηση.

Η μετέπειτα περίοδος, από το “One second” ως το “Symbol of life”, δείχνει μια πιο τολμηρή πειραματική πλευρά, με ηλεκτρονικά στοιχεία, industrial και πιο μινιμαλιστικές δομές. Παρότι δίχασε τους οπαδούς, αυτή η φάση έδειξε πόσο ατρόμητοι ήταν στην εξερεύνηση νέων μονοπατιών. Από το “Paradise lost” κι έπειτα, όμως, παρατηρούμε μια επιστροφή στις ρίζες, πρώτα με έναν πιο παραδοσιακό gothic metal ήχο, ύστερα, με το “Faith divides us – Death unites us” και μετά, ακόμα βαθύτερα, σε doom/death εδάφη.

Τα τελευταία τους άλμπουμ (“The plague within”, “Medusa”, “Obsidian”) συνθέτουν ένα σχεδόν κυκλικό ταξίδι. Ένα συγκρότημα που επιστρέφει εκεί από όπου ξεκίνησε, ωριμότερο, πιο στιβαρό, και πιο βαθύ από ποτέ, χωρίς να χάνει τον πειραματισμό, τη μελωδία και τη θλίψη που το κάνουν μοναδικό. Αυτά τα 16 κομμάτια το δείχνουν καθαρά. Οι PARADISE LOST ποτέ δεν έμειναν στάσιμοι, αλλά πάντοτε διατηρούσαν την ψυχή τους αναλλοίωτη, μια ψυχή σκοτεινή, ειλικρινή και αφοσιωμένη στη μουσική.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

KING DIAMOND – Οι τελευταίες εξελίξεις σχετικά με την πολυαναμενόμενη συναυλία του!

0

Θετικά είναι τα νέα από το στρατόπεδο του King Diamond, ο οποίος αναρρώνει από το πρόβλημα υγείας που τον ταλαιπώρησε τις προηγούμενες ημέρες.

Όπως ενημερωθήκαμε από τη διοργανώτρια εταιρία, σύμφωνα με τον ίδιο και το management του, ο «Βασιλιάς» ξεκουράζεται για να έρθει στην Ελλάδα και να δώσει ένα «πολύ δυνατό show, που δε χάνεται με τίποτα!»

Ραντεβού λοιπόν την Πέμπτη 10/7 στο Terra Vibe, στη Μαλακάσα!

A day to remember… 4/7 [ALICE COOPER]

0
Alice Cooper

Alice Cooper

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Dirty diamonds” – Alice Cooper
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: New West/ Spitfire
ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ:  Steve Lindsey/ Rick Boston
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Alice Cooper
Κιθάρες – Ryan Roxie
Κιθάρες – Damon Johnson
Mπάσο – Chuck Garric
Τύμπανα – Tommy Clufetos

Μετά από ένα μεγάλο δισκογραφικό διάλλειμα στο δεύτερο μισό των 90s, o Βασιλιάς του Σοκ, ο θρύλος Alice Cooper, μπήκε δυναμικά στη νέα χιλιετία, τόσο με την κυκλοφορία ολόφρεσκων άλμπουμ όσο και με εκτεταμένο συναυλιακό πρόγραμμα. Έχοντας ήδη μπει στην έκτη δεκαετία της ζωής του – και όντας στην τέταρτη δεκαετία καλλιτεχνικής δραστηριότητας – ο Alice έδειχνε στον κόσμο πως είχε πολλά ακόμα να μοιραστεί μαζί του και πως η σκοτεινή ενέργεια του δεν είχε τελειώσει, κάθε άλλο μάλιστα. Αυτό βέβαια στο καλλιτεχνικό κομμάτι. Διότι στην προσωπική του ζωή, ο Alice είχε συντονιστεί – εδώ και πολλά χρόνια – με την φωτεινή πλευρά, ακολουθώντας έναν πιο πνευματικό δρόμο ζωής μέσα από τον Χριστιανισμό και την ενασχόληση με την οικογένεια του, αφήνοντας πίσω του τον αλκοολισμό και τις λοιπές καταχρήσεις που κινδύνεψαν να του πάρουν την ζωή μέχρι να καθαρίσει τελείως και να επανέλθει στο προσκήνιο με το “Constrictor” (1986).

Με μία σειρά από άλμπουμ όπως τα “Brutal planet” (2000), “Dragontown” (2001) και “The eyes of Alice Cooper” (2003), ο Alice παρέμενε στο προσκήνιο, με αραχνούφαντες ιστορίες ψυχοπάθειας, βίας, των τεχνασμάτων του Πονηρού και γενικότερα παρουσιάζοντας μία ποιητικότερη προσέγγιση της αμαρτωλής πλευράς του ανθρώπου. Τα δύο πρώτα, που μουσικά περιέχουν και industrial στοιχεία, αποτελούν δύο μέρη της ίδιας ιστορίας, επιβεβαιώνοντας για μία ακόμη φορά την αγάπη του Alice για τα concept άλμπουμ και τις ενιαίες αφηγήσεις. Στο τρίτο εξ αυτών, ο τραγουδιστής αποφάσισε να επιστρέψει σε πιο γνώριμα λημέρια – όπως στο “Last temptation”- υιοθετώντας το κλασικό hard rock ως είδος έκφρασης.

Αφού ξεκίνησε και καριέρα ραδιοφωνικού παραγωγού το 2004, ο ασταμάτητος Alice έβαλε πλώρη για το 17ο προσωπικό του άλμπουμ – 24ου συνολικά, αν συμπεριλάβουμε και τους μνημειώδεις δίσκους με το συγκρότημα ALICE COOPER στα 70s. Για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιήθηκαν πάλι οι συνθετικές υπηρεσίες του κιθαρίστα του, Ryan Roxie, με τον οποίο ήταν μουσικοί συνοδοιπόροι ήδη από το 1996. Μαζί του, ο «νέος», τότε, μπασίστας Chuck Garric, ο επίσης νέος κιθαρίστας της μπάντας Damon Johnson, καθώς και διάφοροι εξωτερικοί συνεργάτες, όπως ο Καναδός μουσικοσυνθέτης Rick Boston, που, μεταξύ άλλων, είχε γράψει μουσική και τραγούδια για κινηματογράφο. Ο Boston ήταν και ο ένας από τους δύο παραγωγούς του καινούριου άλμπουμ, μαζί με τον Steve Lindsey, ενός γνωστού στελέχους στους δισκογραφικούς κύκλους της εποχής, που ερχόταν περισσότερο από εκτός rock χώρους και μάλιστα διαθέτοντας μία αξιόλογη ακαδημαϊκή καριέρα, διδάσκοντας μουσική επιμέλεια σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ. Πλην των προαναφερθέντων μουσικών, στα ντραμς βρίσκεται ο γνωστός μας από τον Ozzy και τους BLACK SABBATH, Tommy Clufetos, παρά το γεγονός ότι ο βετεράνος Eric Singer μοστράρει στο CD, ο οποίος δεν έπαιξε καν στο άλμπουμ αλλά θα έπαιζε στην επερχόμενη περιοδεία.

Για το νέο άλμπουμ, προτιμήθηκε μία πιο απλή κι ευθεία προσέγγιση στην παραγωγή, κάτι που εφαρμόστηκε τόσο στο γράψιμο των τραγουδιών, όσο και στην ηχογράφηση καθ’ αυτή, που ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο εβδομάδες με πιο garage rock n’ roll αισθητική. Ίσως να ήταν και η πιο περιορισμένη οικονομική δυνατότητα που είχε η μπάντα εκείνα τα χρόνια, σε σύγκριση με τις εποχές των παχιών αγελάδων των προηγούμενων δεκαετιών, οπότε μπορεί να αποτέλεσε και προσαρμογή στην πραγματικότητα του 2005. Σίγουρα πάντως, από το τελικό αποτέλεσμα, φαίνεται πως υπάρχει μία πρόθεση να καλυφθεί μία ευρεία γκάμα προτιμήσεων και στυλ από την μακροχρόνια και ποικιλόμορφη καριέρα του Alice και αυτή ήταν που μας έδωσε στο “Dirty diamonds”, όπως βαφτίστηκε το εν λόγω δισκογραφικό πόνημα που κυκλοφόρησε την 4η Ιουλίου σε Ευρώπη και Ηνωμένο Βασίλειο και ένα μήνα μετά στις ΗΠΑ, πριν από 20 χρόνια.

Το άλμπουμ ανοίγει δυναμικά με το “Woman of mass distraction”, ένα AC/DC-ικό κομμάτι γεμάτο χιούμορ και σεξουαλική ειρωνεία, όπως ακριβώς θα το έγραφε ο Bon Scott. Ακολουθούν τα “Perfect” και “You make me wanna”, με έντονη Rolling Stones επιρροή, σατιρίζοντας την εμμονή της pop κουλτούρας με τη διασημότητα. Το ομώνυμο “Dirty diamonds” μπλέκει crime movie αισθητική με Sabbath-ικές κιθάρες και κινηματογραφική αίσθηση. Στη συνέχεια, το “The Saga of Jesse Jane” – για πολλούς το highlight του άλμπουμ –  φέρνει country αέρα και Johnny Cash χροιά σε μια ιστορία για έναν τραβεστί οδηγό νταλίκας (!), ενώ το “Sunset babies (All got rabies)” αποτίει φόρο τιμής στα φανταχτερά κορίτσια της Sunset Strip. Η διασκευή στο “Pretty ballerina” των  Νεοϋορκέζων LEFT BANKE από το 1966, φέρνει μια ψυχεδελική ανάσα, με την κλασική pop αισθητική του.

Προς το τέλος, το “Run down the devil” (ένα από τα αγαπημένα μου στο “Dirty diamonds”) και το “Steal that car” (με την παραδοσιακή αγάπη των Αμερικάνων για τα αυτοκίνητα)  κινούνται σε πιο σκληροπυρηνικά μονοπάτια, ενώ το “Six hours” ξεχωρίζει ως bluesy μπαλάντα, που θα μπορούσα να την φανταστώ ως τραγούδι των PINK FLOYD, αν οι PINK FLOYD ήταν μπάντα που έπαιζε σε bar, γεμάτο καπνό και ουίσκι. Το “Your own worst enemy” δοκιμάζει μια πιο punk προσέγγιση, ενώ το φινάλε με το “Zombie dance” προσφέρει μια voodoo-horror ατμόσφαιρα που παραπέμπει στις πιο σκοτεινές στιγμές του Cooper από τη δεκαετία του ’70. Τα δύο bonus κομμάτια προσδίδουν κάτι διαφορετικό στο γενικότερο mood του “Dirty diamonds”, με το “Stand” να βρίσκει τον Alice σε μία ιδιαίτερη συνεργασία με τον ράπερ Xzibit (παρουσιαστή του “Pimp my ride”, για όσους θυμάστε την εκπομπή με τα «πειραγμένα» αυτοκίνητα) και το “The sharpest pain” που μπήκε αποκλειστικά για την βρετανική και την ρωσική έκδοση του άλμπουμ.

Το “Dirty diamonds” είναι μια χαοτική αλλά συναρπαστική βόλτα στον κόσμο του Alice Cooper, απόδειξη πως ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης εξακολουθούσε να έχει πολλούς άσους στο μανίκι του. Για πολλούς fans, αυτό το άλμπουμ είναι από τα καλύτερα που έχει κυκλοφορήσει μετά το “The last temptation”, κάτι που φάνηκε και εμπορικά, μιας και το “Dirty diamonds” έφτασε μέχρι το νο. 17 των “Top Independent Albums» chart του αμερικάνικου Billboard (και στο νο. 169 της συνολικής κατάταξής). Στο Ηνωμένο Βασίλειο τα πήγε ακόμα καλύτερα, φτάνοντας στο νο. 89 στο γενικό chart και στο νο. 6 UK Rock & Metal Albums. Η περιοδεία που ακολούθησε βρήκε τον Alice με την παρέα του να αλωνίζουν την υφήλιο, σε μία τεράστια περιοδεία που κράτησε περίπου ενάμιση χρόνο, από τον Ιούνιο του 2005 μέχρι τον Δεκέμβρη του 2006. Από αυτή την περιοδεία προέκυψε και το επόμενο live άλμπουμ του, “Live at Montreux 2005”, από την εμφάνιση της μπάντας στο πασίγνωστο ομώνυμο φεστιβάλ, την 12η Ιουλίου 2005.

Σίγουρα το “Dirty diamonds” δεν είναι ούτε “Killer”, ούτε “Love it to death” ούτε “Billion dollar babies”. Ωστόσο, αυτό δεν το εμποδίζει από το να είναι ενδεικτικό της καλλιτεχνικής αξίας του Alice Cooper, αντικατοπτρίζοντας την πολυσχιδή καριέρα του και το απρόβλεπτο του πνεύμα με χιούμορ, μελωδία αλλά και σκοτεινά στοιχεία. Παρά τις αντιφατικές κριτικές που δέχτηκε (και ακόμα δέχεται), προσφέρει μία αυθεντική εμπειρία Alice Cooper, δείχνοντας τι μπορεί να προσφέρει ο Βασιλιάς του Shock Rock όταν παίζει χωρίς περιορισμούς, με πάθος, αυτοσαρκασμό και εμπειρία δεκαετιών, και δεν παύει να εκπλήσσει, παραμένοντας ο ζωντανός μύθος που όλοι ξέρουμε και αγαπάμε.

Κώστας Τσιρανίδης

W.A.S.P. interview (Blackie Lawless) – The story behind “W.A.S.P.” album

0
W.A.S.P.

W.A.S.P.

“S.H.O.C.K. machine”

Λίγες μέρες πριν εμφανιστεί στο Rockwave Festival, ο Blackie Lawless, σε πραγματικά πολύ καλό mood, μας κάλεσε στο τηλέφωνο (πλέον, πολύ old school, αλλά ποιος νοιάζεται;) για να μιλήσουμε για το ομώνυμο ντεμπούτο τους, το οποίο παρουσιάζουν καθ’ ολοκληρίαν στην περιοδεία, που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω στο Rock Hard Festival στο Gelsenkirchen στις αρχές Ιουνίου, αλλά και για την επερχόμενη συναυλία τους, ύστερα από πολλά χρόνια στην Ελλάδα. Πολύ ωραία συζήτηση, που έβγαλε και ειδήσεις!!!

Καλησπέρα Blackie. Πρέπει να πω ότι σε είδα πριν λίγες εβδομάδες στο Rock Hard Festival στο Gelsenkirchen
Πωπω, τι κρύο έκανε εκείνο το βράδυ στη Γερμανία.

10 βαθμούς μετά βίας και την επόμενη μέρα στην Αθήνα, επέστρεψα με 37 βαθμούς. Πάντως σε είδα σε πολύ καλή σωματική κατάσταση, εμφανώς αδυνατισμένο και να στέκεσαι καλά στα πόδια σου μετά τις επεμβάσεις στη μέση.
Ναι, αυτός ο χειροπράκτης στην Ισπανία, μου έκανε πολύ μεγάλη ζημιά. Κατέληξα να κάνω τρεις εγχειρήσεις για να διορθώσω το πρόβλημα και η αποκατάσταση μου πήρε ένα χρόνο. Βασικά, αυτός ο άνθρωπος, έσπασε έναν δίσκο στη μέση μου. Αφότου συνέβη αυτό, πήγα στο Βερολίνο και συνάντησα τους γιατρούς της Ολυμπιακής ομάδας της Γερμανίας, οι οποίοι μου είπαν ότι έπρεπε να σταματήσω εκείνη τη στιγμή την περιοδεία και να επιστρέψω στο σπίτι μου, αλλά ήταν κάτι που δεν μπορούσα να κάνω, αφού τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ και το crew μου, δεν είχαν δουλειά για τρία χρόνια εξαιτίας του Covid και δεν μπορούσα να τους πω ότι πρέπει να γυρίσουμε πίσω, επειδή δεν αισθανόμουν καλά… Η απάντησή τους ήταν ότι αν δεν σταματούσα εκείνη τη στιγμή, θα χειροτέρευε. Και είχαν δίκιο. Χειροτέρευσε πολύ. Αν γνώριζα αυτά που γνωρίζω τώρα, θα σταματούσα την περιοδεία, χωρίς συζήτηση, γιατί η κόλαση που γνώρισα για τον επόμενο ενάμιση χρόνο, ήταν απίστευτη. Τέλειωσαν όλα όμως, είμαι στα πόδια μου, με είδες τις προάλλες άλλωστε και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό.

Τι σ’ έκανε να περιοδεύσεις παίζοντας το ντεμπούτο άλμπουμ σας, μετά από τόσα πολλά χρόνια;
Είχα την ιδέα πριν από τρία χρόνια, αλλά δεν ήξερα αν θα λειτουργούσε ή όχι. Όπως σχεδόν όλοι οι καλλιτέχνες, δεν βλέπεις τα πράγματα όπως τα βλέπει το κοινό, επειδή είσαι από μέσα. Έπαιρνα τηλέφωνο τους promoters, τους έλεγα την ιδέα μου κι εκείνοι πίστευαν ότι είναι καλή ιδέα. Για να είμαι ειλικρινής μαζί σου, όμως, δεν ήμουν σίγουρος ακόμα, μέχρι που κάναμε την περιοδεία στη Βόρεια Αμερική πέρυσι. Μετά τις δύο πρώτες συναυλίες, έβλεπα ότι αυτό θα λειτουργούσε, καθώς το κοινό ήταν ενθουσιώδες. Ξέρεις, πολλές φορές, νομίζεις ότι έχεις κάποια τρομερή ιδέα, αλλά το κοινό δεν αντιδρά, οπότε πήγαμε πιο επιφυλακτικά. Ήμουν όμως απόλυτα ευχαριστημένος με τις αντιδράσεις του κόσμου. Πρέπει να λάβεις υπόψη ότι πολύς κόσμος που έρχεται στις συναυλίες, δεν ζούσε όταν βγήκε ο πρώτος μας δίσκος. Ακούνε για τα 80s, αλλά ποτέ δεν είχαν αυτήν την εμπειρία. Ξέρεις όμως και τι άλλο παρατήρησα; Πως όταν μπαίνουν στον συναυλιακό χώρο, δεν κάνουν απλά ένα ταξίδι στο παρελθόν. Αυτό το show, δείχνει τι ήταν τα 80s, μέσα σ’ ένα και μόνο βράδυ! Μπαίνουν στο συναυλιακό χώρο και μεταφέρονται στο 1984 για μία και μόνο νύχτα. Μετά από 60-70 show, μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι είναι κάτι πολύ ωραίο. Θα είμαστε στην Ευρώπη σχεδόν για όλον τον υπόλοιπο χρόνο και θα είμαι ειλικρινής, όπως είπα και στους υπόλοιπους, μπορεί ποτέ να μη λες ποτέ, αλλά μάλλον δεν θα ξανακάνουμε αυτήν την περιοδεία. Κι αυτό με λυπεί, γιατί περνάμε τόσο ωραία και είχε πολλά χρόνια να συμβεί κάτι τέτοιο. Ενθαρρύνω, λοιπόν, όποιον ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο, ότι είναι ένα ιστορικό γεγονός που πρέπει να το δει γιατί μόλις τελειώσει η περιοδεία, μάλλον δεν θα το ξανακάνουμε.

Ξέρεις, βλέποντας τη συναυλία, συνειδητοποίησα ότι ποτέ στη ζωή μου δεν περίμενα ότι θα δω live μερικά από τα τραγούδια που παίξατε!
Κι εγώ το ίδιο! Χαχαχα! Όσο προχωρά η καριέρα σου, ποτέ δεν ξέρεις πως θα πάνε τα πράγματα. Το καλύτερο που έχεις να κάνεις, είναι να σχεδιάζεις για τα δύο επόμενα χρόνια. Κοιτάζοντας πίσω, καταλαβαίνω ότι ο κόσμος θα έλεγε: «γιατί έχεις αμφιβολίες για την περιοδεία; Αφού είναι σπουδαία». Να ξαναπώ όμως, πως όταν είσαι από μέσα, έχεις τις αμφιβολίες σου πάντα και όλο αυτό που ζούμε, είναι μία πολύ ευχάριστη έκπληξη.

Πως είναι να παίζεις αυτά τα τραγούδια το 2025, αν τα συγκρίνεις με το πώς ήταν όταν τα έγραψες;
Κανείς καλλιτέχνης δεν ακούει τα άλμπουμ του για πρώτη φορά, κάτι που κάνουν οι οπαδοί. Θυμήσου όταν άκουσες ένα δίσκο που άλλαξε τη ζωή σου. Θυμάσαι που ήσουν, τι έκανες, τα πάντα. Ο καλλιτέχνης που γράφει τον δίσκο, ποτέ δεν έχει κάτι τέτοιο, επειδή τον δημιούργησε ο ίδιος. Ποτέ δεν θα έχεις την εμπειρία του να τον απολαύσεις με αυτήν την γιγαντιαία αποκάλυψη, να το πω έτσι, που ακούς κάτι και παθαίνεις πλάκα. Ο καλλιτέχνης δεν το παθαίνει αυτό. Για να μπορέσω να απολαύσω ένα άλμπουμ όπως ο οπαδός, μου πήρε πάρα πολύ χρόνο και θα σου πω τι συνέβη ακριβώς. Κάναμε πρόβα κι εγώ έδινα συνέντευξη, όπως καλή ώρα τώρα. Άκουγα τα υπόλοιπα παιδιά να παίζουν το “Tormentor” κι αυτή ήταν η πρώτη φορά που άκουγα το τραγούδι αυτό, χωρίς να είμαι εκεί πέρα και να παίζω κι εγώ και είναι από εκείνα τα κομμάτια που και με μία κιθάρα, ακούγεται φανταστικά. Άκουσα, λοιπόν, το τραγούδι πίσω από τους τοίχους, σαν οπαδός και με ξετίναξε και ποτέ δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο καλό ήταν. Όταν το έγραψα, πίστευα ότι ήταν αρκετά καλό. Όχι όμως τόσο καλό. Όταν πήγα στην πρόβα, εκείνη τη μέρα, άρχισα να ακούω τα πράγματα μ’ ένα νέο ζευγάρι αυτιά. Άκουσα το “The flame”, το “B.A.D.” και αναρωτιόμουν, για ποιον λόγο είχα αμφιβολίες για την περιοδεία. Χαχαχα. Όλοι οι μουσικοί, προσπαθούμε να είμαστε προσεχτικοί, ώστε να μην κάνουμε λάθη, αλλά νομίζω ότι μπορείς να το ακούσεις και στη φωνή μου, εγώ πιστεύω ότι είμαστε στο 1984 και πάλι και περνάμε όλοι υπέροχα.

Έχει αλλάξει ο τρόπος που ερμηνεύεις τα τραγούδια του ντεμπούτου σας; Υπήρχαν κάποιες προκλήσεις που σε προβλημάτισαν όταν έπαιζες αυτά τα κομμάτια σήμερα;
Όχι σήμερα, αλλά όταν είχε βγει ο δίσκος. Εκείνα τα χρόνια, κανείς δεν ασχολούνταν με τα τραγούδια, αλλά με το show μας. Όταν έδινα συνεντεύξεις, οι δημοσιογράφους ήθελαν να μιλήσουμε για τις συναυλίες μας κι εγώ τους υπενθύμιζα ότι έχουμε κι έναν δίσκο εκεί έξω, για τον οποίο όμως δεν έδειχναν να ενδιαφέρονται. Τους έλεγα ότι πιστεύουμε πως ο δίσκος αυτός είναι καλός κι έπρεπε να τον ακούσουν καλά. Σήμερα, θεωρείται κλασικός, αλλά εκείνα τα χρόνια, δεν τον είχαν «πιάσει» οι δημοσιογράφοι. Συνειδητοποιήσαμε κάτι από πολύ νωρίς, ότι οι άνθρωποι ακούνε με τα μάτια τους και όχι με τα αυτιά τους, πολλές φορές. Και όταν είσαι ένα συγκρότημα που κάνει τέτοιο live show, η μουσική σου θα έρχεται πάντα σε δεύτερη μοίρα. Για να αντέξει ο δίσκος σου ένα τέτοιο δυνατό show, θα πρέπει να είναι πολύ καλός γιατί ο κόσμος θα λέει: «ωραία συναυλία, αλλά δεν ακούσαμε κανένα καλό τραγούδι». Ευτυχώς, ποτέ δεν ακούσαμε κάτι τέτοιο και το ερμηνεύω μάλιστα και ως ότι ο δίσκος ήταν καλύτερος απ’ αυτό που πίστευαν.

Τελικά, πιστεύεις ότι το “W.A.S.P.” πήρε τον σεβασμό που του άξιζε;
Όχι εκείνα τα χρόνια. Τα πράγματα άρχιζαν να αλλάζουν όταν βγάλαμε το “The headless children” και μετά το “The crimson idol”. Μέχρι τότε, όλοι ασχολούνταν με τις συναυλίες μας. Δεν γραφόταν κάτι κακό για τη μουσική μας, αλλά δεν γραφόταν τίποτα απολύτως γι’ αυτή, παρά μόνο για τις συναυλίες μας! Το κατανοώ αυτό, βέβαια. Η όρασή μας είναι κάτι που κατανικά τις υπόλοιπες αισθήσεις. Κατά κάποιο τρόπο, θα έλεγα ότι ήμασταν θύματα της ίδιας μας της επιτυχίας.

Νιώσατε ποτέ την πίεση να αυξήσετε τον παράγοντα «σοκ»;
Όχι, επειδή ούτως ή άλλως διασκεδάζαμε τους εαυτούς μας. Στην αρχή, απλά κάναμε πλάκα. Είχαμε πολύ σκοτεινή αίσθηση του χιούμορ και θεωρούσαμε ότι αυτά που κάναμε ήταν πάρα πολύ αστεία. Ο κόσμος θεωρούσε το show μας σοβαρό κι εμείς γελούσαμε ακόμα περισσότερο. Στην πορεία όμως και από την στιγμή που κάναμε το “Headless…”, είπα ότι θα ήθελα να επικεντρωθώ περισσότερο στη μουσική. Η περιοδεία για το άλμπουμ εκείνο, ήταν τεράστια. Ήμασταν το δεύτερο συγκρότημα, μετά τους PINK FLOYD, που χρησιμοποιούσε video wall στη σκηνή. Παρέμενε, λοιπόν, μία μεγάλη παραγωγή, αλλά ήταν σχεδιασμένη με τρόπο που να επικεντρώνεται στη μουσική. Είχαμε φτάσει σ’ ένα σημείο, που θέλαμε ο κόσμος να ακούει και να βλέπει παράλληλα, χωρίς να υπερισχύει μία από τις δύο αισθήσεις.

Ήταν και τα video clip σας, που δημιούργησαν τεράστιο θόρυβο γύρω από τ’ όνομά σας. Ήταν τα video, τελικά, τόσο σημαντικά όσο τα ίδια τα τραγούδια;
Τότε τα video είχαν τεράστια σημασία, γιατί μπορούσαν να εξυψώσουν αλλά και να διαλύσουν ένα συγκρότημα. Κοίτα για παράδειγμα την επιτυχία ενός γκρουπ σαν τους ZZ TOP. Ήταν ήδη ένα επιτυχημένο συγκρότημα πριν το MTV. Όταν βγήκε όμως το “Eliminator” και αυτά τα τρία video clips, από μεγάλο γκρουπ, έγιναν super stars! Τόσο μεγάλη ήταν η δύναμή τους. Το ίδιο έγινε και με τους POLICE.

Πόσο σε επηρέασε η έντονη κριτική που δέχτηκαν οι W.A.S.P. από την PMRC σε προσωπικό αλλά και σε καλλιτεχνικό επίπεδο, αφού είχατε δεχτεί σφοδρό πόλεμο τότε;
Ξέρεις, με ρωτάει ο κόσμος για τη λογοκρισία, αλλά συνηθίζω να λέω ότι σήμερα, ίσως είναι χειρότερη, εξαιτίας του internet. Και με λυπεί αυτό, διότι στα 80s δεν καταλάβαινα και γι’ αυτό ο Frank Zappa ήταν τόσο καταλυτικός για εμάς, αφού τα είχε περάσει στα 60s. Τότε δεν το γνώριζα ότι είχε αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα 20 χρόνια πριν. Κάνοντάς την έρευνά μου, αργότερα, βρήκα ότι η λογοκρισία, σε οποιαδήποτε μορφή, έρχεται στην επιφάνεια κάθε 20 χρόνια και αντιμετωπίζουμε μία διαφορετική εκδοχή της σήμερα, με το internet και τις ψεύτικες ειδήσεις. Ο κόσμος πρέπει να είναι πολύ προσεχτικός με αυτά που ακούει και δεν μπορείς να εμπιστευτείς τους δημοσιογράφους. Πρέπει να ψάξουμε για να βρούμε την αλήθεια. Με ρώτησες όμως και αν με άλλαξε αυτή η κατάσταση. Ναι, με άλλαξε πολύ. Δεχόμασταν απειλές για τη ζωή μας, πυροβόλησαν εναντίον μας δύο φορές… Εννοείται ότι όλα αυτά με άλλαξαν σαν άνθρωπο. Ένιωθα σαν μέρος ενός περιπλανώμενου θιάσου και πλέον ήθελα να κάνω κάτι που οι άνθρωποι θα άκουγαν. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει άνθρωπος που να περνούσε αυτά που περάσαμε στα τέσσερα πρώτα χρόνια και να μην άλλαζε. Γενικώς, τα πέντε πρώτα χρόνια κάθε συγκροτήματος, καθορίζουν τι θα κάνουν στο υπόλοιπο της καριέρας τους. Αν είναι σπουδαία, το γκρουπ θα κρατήσει για πάντα. Αν όχι, δύσκολα θα ξανακούσεις γι’ αυτό το συγκρότημα. Μιλώντας για τα πέντε πρώτα χρόνια, δεν σημαίνει ότι κάποιο σχήμα δεν μπορεί να βγάλει σπουδαίους δίσκους αργότερα, αλλά στους πρώτους δίσκους κάνεις το κοινό να θέλει να σε συντροφεύει για πάντα.

Τι θυμάσαι από τη χημεία που είχατε με τον Piper, τον Holmes και τα υπόλοιπα παλιά μέλη των W.A.S.P.;
Ήταν ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ!!! Αυτό ήταν το μυστικό, η χημεία ανάμεσα στα τέσσερα άτομα. Ο Tony Richards, ο αρχικός μας ντράμερ, ήταν όσο σημαντικοί ήμασταν και οι υπόλοιποι τρεις. Ήμασταν ένα πραγματικό συγκρότημα. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ερώτηση που μου έκανες. Αν δεις στο πρώτο άλμπουμ, βλέπεις τέσσερα άτομα στο εξώφυλλο και τους ίδιους στο οπισθόφυλλο. Όταν βγήκε ο δεύτερος δίσκος και ο Tony είχε φύγει και πλέον βλέπεις μόνο εμένα στο εξώφυλλο. Αυτό ήταν μία εσκεμμένη απόφαση, επειδή ήμασταν βαθιά πληγωμένοι. Ο Tony ήταν πάρα πολύ σημαντικός για εμάς. Η Capitol/EMI όμως, μας άσκησε μεγάλη πίεση να βρούμε άλλον ντράμερ. Γνωρίζοντας όσα γνωρίζω σήμερα, θα τους πολεμούσα περισσότερο απ’ ότι τότε. Εγώ και ο Chris, πολεμήσαμε πολύ σκληρά για να κρατήσουμε τον Tony. Αλλά μας απείλησαν ότι θα μας κόψουν τη χρηματοδότηση στο μέλλον αν δεν τον διώχναμε. Αν μου συνέβαινε αυτό τώρα, θα έπαιρνα άλλον ντράμερ στην περιοδεία, απλά για λόγους ασφαλείας, σε περίπτωση που δεν μπορούσε ο Tony. Τότε όμως ήμασταν νέοι και δεν γνωρίζαμε πώς να χειριστούμε αυτές τις καταστάσεις. Όταν έφυγε ο Tony, λοιπόν, νιώθαμε ότι δεν είχαμε την ίδια χημεία και πήραμε την απόφαση να βάλουμε εμένα στο εξώφυλλο για τα επόμενα δύο άλμπουμ. Ούτε αυτό όμως δούλεψε… Αυτός είναι και ο λόγος που από εκεί και μετά δεν βλέπεις κάποιο μέλος του σχήματος στο εξώφυλλο… Νιώσαμε τόσο πληγωμένοι, που δεν ήταν το ίδιο συγκρότημα πια κι έπρεπε να βρούμε έναν τρόπο να επιβιώσουμε…

Το ντεμπούτο σας, αναφέρεται ως “W.A.S.P.”, ως “Winged assassins”, αλλά και ως “I wanna be somebody”. Ποιος είναι ο «σωστός» τίτλος τελικά;
Αρχικά ήταν να το ονομάσουμε “Winged assassins”, αλλά η EMI ήρθε λίγες μέρες πριν την κυκλοφορία και μας είπε πως θεωρούσαν ότι έπρεπε να πάρει το όνομα του συγκροτήματος, επειδή ήμασταν ένα νέο σχήμα κι έπρεπε να μαθευτεί το όνομα. Μας έλεγαν ότι αν το λέγαμε “Winged assassins”, ίσως να μπερδεύαμε τον κόσμο. Κάποιες χώρες στη Νότια Αμερική, αλλά και στην Ασία, το ονόμασαν όντως “Winged assassins”. Αν ξαναβρισκόμουν σ’ αυτή τη θέση, θα το ονόμαζα “Winged assassins” πάντως. Όταν είσαι όμως ένα νέο γκρουπ κι έχεις την EMI, τη μεγαλύτερη εταιρία στον κόσμο, να σου λέει αυτό, είναι πολύ δύσκολο να μπεις σε διαδικασία διαφωνίας μαζί τους.

Αν δεν κάνω λάθος, υπάρχουν και κάποιες κασέτες, που έχουν τον τίτλο “I wanna be somebody”.
Ναι, ισχύει αυτό.

Εδώ και κάποια χρόνια, έχεις σταματήσει να παίζεις το τραγούδι “Animal (Fuck like a beast)”. Έχει αλλάξει η σχέση σου μ’ αυτό το τραγούδι τώρα;
Όταν ξαναέγινα Χριστιανός, ένιωσα ότι ήταν σημαντικό να κάνω μία δήλωση. Όταν κάναμε την περιοδεία για τα 40 χρόνια μας σαν συγκρότημα, είπα να το παίξουμε επειδή δεν επρόκειτο να μείνει μόνιμα στο setlist μας. Έχει να κάνει με την πίστη μου στον Χριστιανισμό.

Photo by Thorsten Seiffert

Έχεις σκεφτεί μήπως επανηχογραφούσες ή έκανες μία νέα εκδοχή του ομώνυμου δίσκου σας, τώρα που το παίζετε live και ξανανιώθετε την εποχή;
Όχι, αλλά θα σου πως κάτι που θα κάνουμε και δεν το έχει ξανακούσει ο κόσμος. Είναι τα Early Demos. Κάναμε τρία demo πριν ηχογραφήσουμε το άλμπουμ για την ΕΜΙ. Υπάρχουν λοιπόν τέσσερις εκδοχές και ο κόσμος γνωρίζει την τέταρτη. Η δεύτερη και η τρίτη, όμως, εκδοχή, είναι καλύτερες και στην πορεία θα τις κυκλοφορήσουμε. Θα ήθελα να ήταν έτοιμες για την περιοδεία αυτή, αλλά δεν συνέβη. Αλλά θα κυκλοφορήσουν και ξέρεις κάτι; Ο κόσμος θα πάθει πλάκα γιατί είναι καλύτερο από το άλμπουμ που γνωρίζει.

Δηλαδή μιλάμε για μία κατάσταση ακόμα καλύτερη από την επανηχογράφηση…
Φυσικά. Το πρώτο demo ήταν μία κατάσταση που προσπαθούσαμε να διαμορφώσουμε τα τραγούδια. Στο δεύτερο, γνωρίζαμε πως θέλαμε να ακούγονται και το τρίτο ήταν παρόμοιο με αυτό. Με πολλή επιθετικότητα και πολύ σκληρό. Όταν φτάσαμε στην τέταρτη εκδοχή, που είναι το άλμπουμ που γνωρίζεις, είχαμε κάνει τόσες πολλές ηχογραφήσεις, που είχε αρχίσει να χάνει την έντασή του. Πάλι, αν μπορούσα να είχα κάνει τα πράγματα διαφορετικά, δεν θα είχα ηχογραφήσει τα τραγούδια τέταρτη φορά. Θα λέγαμε στην ΕΜΙ να πάρει τα demo και δεν τους αρέσουν, να τους κάναμε remix. Αλλά είπαμε, ήμασταν νέα και μικρή μπάντα και δεν είχαμε τη δύναμη να πούμε κάτι τέτοιο στη μεγαλύτερη δισκογραφική εταιρία στον κόσμο.

…κάτι που με οδηγεί και στην επόμενη ερώτηση: Αν υπήρχε κάτι που να μπορούσες να πεις στον εαυτό σου το 1984, ποιο θα ήταν αυτό;
Να εμμένεις στις απόψεις σου. Αλλά ξέρεις κάτι; Δεν ήξερα τότε όσα ξέρω σήμερα. Οπότε θα ήταν σαν ένας γηραιότερος να έλεγε την άποψή του σ’ έναν 27χρονο. Θα τον είχα ακούσει; Γιατί δεν είχα αυτήν την εμπειρία. Είναι δύσκολη ερώτηση, επειδή τώρα γνωρίζουμε τι συνέβη, οπότε δεν ξέρω αν θα αλλάζαμε κάτι και από την άλλη, ίσως να μην είναι και τόσο σημαντικό, αφού όπως και να έχει, ο δίσκος ήταν πολύ επιτυχημένος. Αυτό που σου είπα ότι το δεύτερο και το τρίτο demo είναι καλύτερα, είναι κάτι προσωπικό, αλλά εγγυώμαι ότι όταν τα ακούσει ο κόσμος, θα τα λατρέψει.

Κάποιο νέο για επερχόμενο δίσκο των W.A.S.P.;
Είχαμε ξεκινήσει να δουλεύουμε κατά τη διάρκεια του Covid, αλλά κάναμε την ευρωπαϊκή μας περιοδεία, μετά το πρόβλημα με τη μέση μου και τώρα τούτη εδώ η περιοδεία. Δεν υπάρχει καθόλου χρόνος να επιστρέψουμε στο στούντιο. Στην πορεία ναι, θα υπάρχει νέος δίσκος, απλά δεν μπορώ να σου πω το πότε.

WASP

Εγώ το έχω δει το show σας, αλλά τι να περιμένουν οι Έλληνες οπαδοί σας στο Rockwave;
Θα παίξουμε πολύ δυνατά και «βρώμικα» και θα πονέσουμε τον κόσμο. Χαχαχαχα! Όταν κλείστηκαν οι καλοκαιρινές συναυλίες, δεν γνωρίζαμε αν θα κάναμε το ίδιο show. Ίσως να κάναμε μία best of εμφάνιση. Το συζητήσαμε πολλές φορές μεταξύ μας. Το show μας χωρίζεται σε δύο μέρη. Στην αρχή παίζουμε ολόκληρο τον δίσκο και στο δεύτερο μέρος παίζουμε ένα best of. Το πρώτο μέρος, λοιπόν, περνά τόσο γρήγορα, σαν να ανεβήκαμε στη σκηνή και να πρέπει να κατέβουμε! Είναι πολύ περίεργο το συναίσθημα. Δεν το έχω ξανανιώσει, αλλά συμβαίνει. Περνάμε πολύ ωραία κάνοντας αυτού του είδους το show.

Παίζετε τραγούδια που είχατε να τα αποδώσετε ζωντανά για πάρα πολλά χρόνια, ίσως και απ’ όταν είχε βγει ο δίσκος. Πιστεύετε ότι υπάρχουν κάποια που να μπορούν να βρουν τον δρόμο τους σε επόμενες best of περιοδείες των W.A.S.P.;
Το έχουμε συζητήσει αυτό. Δεν έχουμε δουλέψει πάνω σε κάτι συγκεκριμένο ακόμα, αλλά αυτή η συζήτηση έχει ήδη γίνει και μάλιστα πάνω από μία φορά. Δεν μπορώ να σου απαντήσω συγκεκριμένα, αλλά σίγουρα μπορώ να πω ότι έχουμε δει να δουλεύουν κάποια πράγματα πολύ καλύτερα απ’ όσο περιμέναμε. Σχεδόν σίγουρα μπορώ να σου πω ότι θα μπουν κάποια τραγούδια, αλλά δεν θα σου πω ποια, αφού δεν έχουμε πάρει αυτές τις αποφάσεις. Παρόλα αυτά, η σκέψη σου ήταν πάρα πολύ σωστή.

Σάκης Φράγκος

 

CHONTARAZ interview (Chontaraz & Ahkon)

0
Chontaraz

Chontaraz

“Scream until you like it”

Το τρίτο άλμπουμ των Νορβηγών CHONTARAZ, με τίτλο “Phantom of reality”, έχει μόλις κυκλοφορήσει και έχει έντονο άρωμα από Ελλάδα. Στα πλαίσια της κυκλοφορίας του “Phantom of reality” ο Σάκης Φράγκος άδραξε την ευκαιρία και μίλησε με τους Chontaraz (φωνητικά) και Ahkon (κιθάρες, μπάσο). 

Το “Phantom of reality” εξερευνά το θέμα της αυθεντικότητας. Τι αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για να ασχοληθείτε με το συγκεκριμένο concept, το οποίο δεν συναντάται συχνά στον κόσμο του Metal;
Chontaraz: Το σημαντικό είναι να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου, οι CHONTARAZ γενικότερα καταπιάνονται με τέτοια θέματα. Συμβαίνουν τόσα πράγματα γύρω μας, στη Μ. Ανατολή, την Αμερική, ο κόσμος γίνεται όλο και πιο τρελός. Θέλουμε λοιπόν να δώσουμε ένα μήνυμα σε όποιον ενδιαφέρεται να μας ακούσει, την οπτική μας για το πως βλέπουμε τόσο την πραγματικότητα όσο και τη ζωή μας, καθώς και του τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Το “Phantom of reality” μιλάει για το πως αρχικά προσδιορίζουμε την πραγματικότητα που ζούμε και τις μάχες που μαίνονται μέσα σε αυτή, και το πως εμείς πρέπει σε αυτήν την κατάσταση να χαράξουμε τη δική μας πορεία. Πολλά από τα τραγούδια μας μέσω των στίχων θίγουν αυτή τη θεματολογία. Ακόμα και το όνομά CHONTARAZ αν μπορείς να το μεταφράσεις, σημαίνει αντίθεση. Ισχύει πως δεν είναι κάτι με το οποίο καταπιάνονται πολλά συγκροτήματα σήμερα, αλλά αντιπροσωπεύει το τι μήνυμα θέλουμε να στείλουμε μέσω των CHONTARAZ και να κάνουμε τον κόσμο να σκεφτεί γύρω από τα θέματα για τα οποία μιλάμε. 

Ακόμα και ο τίτλος του άλμπουμ σας δηλώνει αυτήν την αντίθεση, έχουμε το φάντασμα και την πραγματικότητα.
C: Ακριβώς! Είναι δύσκολο να πεις τι είναι αληθινό και τι όχι με σιγουριά στις μέρες μας, στο δίσκο ας πούμε έχουμε ένα τραγούδι που λέγεται “Face the fake” (αντιμετώπισε το ψεύτικο), οπότε γενικά έχουμε την αντίθεση του άσπρο/ μαύρο, καλό/ κακό. Να προσπαθείς να ζεις μία κανονική ζωή μέσα σε αυτήν την πολυπλοκότητα που αυτές οι αντιθέσεις δημιουργούν, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο στο μυαλό μου. 

Ο δίσκος παντρεύει το μοντέρνο Dark Metal με το Industrial στοιχείο. Πως ισορροποτείτε μεταξύ αυτών των δύο ώστε να καταλήξετε στον δικό σας ήχο;
Ahkon: Δουλεύουμε με τον δικό μας τρόπο, έχουμε την προσέγγιση ότι δεν υπάρχουν όρια. Θέλουμε να βουτήξουμε τόσο τους στίχους μας όσο και τη μουσική μας σε αποκαλυπτικά θέματα, ενώ θεωρούμε σημαντικό τα μηνύματα που θέλουμε να δώσουμε να είναι στο προσκήνιο.
C: Επιπρόσθετα, η μουσική έχει να κάνει με συναισθήματα. Για να μπορέσεις να δώσεις έμφαση στους στίχους βοηθάει να υπάρχει πλήθος ηχοχρωμάτων. Ας πάρουμε για παράδειγμα τους αγαπημένους μου MOTORHEAD ή τον Max Cavalera. Από τη μία βγάζουν τραχύτητα και ειλικρίνεια, αλλά την ίδια στιγμή κρύβουν ένα σκοτάδι παρόμοιο με αυτό που υπάρχει στην Industrial σκηνή. Είναι 2 συστατικά που ταιριάζουν τέλεια μεταξύ τους. Για να τονίσουμε τους στίχους μας λοιπόν θέλαμε να δώσουμε προσοχή στο συναίσθημα που βγαίνει μέσω της μουσικής, είναι πολύ σημαντικό για εμάς αυτό. Σε σχέση με τα προηγούμενά μας άλμπουμ, το industrial στοιχείο έχει ενισχυθεί, οι στίχοι μας είναι πιο δυνατοί.

Μιλώντας για τις παλαιότερες δουλειές σας, δεν είναι μόνο τα industrial στοιχεία πιο έντονα τώρα. Η μουσική είναι επίσης πιο βαριά, πιο σκοτεινή, τα φωνητικά είναι πιο ακραία. Πως προσεγγίσατε τη συνθετική διαδικασία τώρα συγκριτικά με τα προηγούμενα άλμπουμ;
A: Είναι η φυσική εξέλιξη στο πως γράφουμε τραγούδια. Ακούμε και μαθαίνουμε καινούργια πράγματα, η έμπνευση έρχεται από διαφορετικές πηγές. Μεταξύ του καινούριου άλμπουμ και του προηγούμενου, υπήρξε ένα κενό 6 χρόνων που συνέβησαν πολλά πράγματα, κάτι που όντως οδήγησε στο να είναι όλα τα στοιχεία πιο έντονα.   
C: Να προσθέσω πως και η κατάσταση στον κόσμο γίνεται όλο και πιο ακραία, πιο χαοτική. Κάτι που παλιά μπορεί να το θεωρούσαμε κανονικό πλέον δεν είναι, με αυτήν την στροφή να έχει γίνει τα τελευταία χρόνια κυρίως. Πιάσαμε λοιπόν αυτήν την ενέργεια και μας βοήθησε να εξελίξουμε τη μουσική μας φυσικά. Θέλουμε να κάνουμε τον ακροατή να νιώσει αυτά που έχουμε να πούμε, εξού και γιατί όλα (μουσική και στίχοι) βγήκανε πιο έντονα.
A: Σε αυτό βοήθησε και η παραγωγή του Φώτη Benardo, τόνισε πάρα πολύ το σκληρό στοιχείο της μουσικής μας κάτι που ταιριάζει και στα τραγούδια καλύτερα.  
C: Ο Φώτης δεν έπαιξε απλά τα τύμπανα, τα εξαπέλυσε μέσα στα τραγούδια! Ξέρει τη δουλειά και τη σκηνή, είναι έμπειρος, οπότε η κατανόηση και ο επαγγελματισμός του μας βοήθησε πολύ. 

Τυπικός Φώτης! Πως έγινε η συνεργασία, ήρθατε εσείς σε επαφή μαζί του όταν ψάχνατε παραγωγό; Πως αποφασίσατε να συμμετάσχει στο άλμπουμ και ως drummer;
A: Έγινε λόγω του χρονοδιαγράμματος που είχαμε, δεν είχαμε drummer και θέλαμε αυτός που θα αναλάβει το ρόλο να είναι και παραγωγός. Μας προτάθηκε το όνομα του Φώτη και έτσι έγινε η αρχή της συνεργασίας μας. 

Εκτός του Φώτη έχετε άλλον έναν Έλληνα, τον Κώστα Μέξη στο μπάσο. Το γεγονός ότι στην μπάντα ήσασταν δύο Έλληνες και δύο Νορβηγοί, επηρέασε καθόλου τη μουσική σας;
C: Φυσικά, πιάσαμε τις δύο άκρες, Βορρά και Νότο! Άλλη μία αντίθεση που ταιριάζει με τη φιλοσοφία της μπάντας. Η αρχική σύνθεση των κομματιών έγινε από εμένα και τον Ahkon, αλλά όταν έχεις κάποιον σαν Φώτη να δουλεύει στο υλικό με την ενέργειά του, το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό. Την ίδια ενέργεια έφερε και ο Κώστας. Επίσης η ηχογράφηση των φωνητικών μαζί με τον Φώτη ήταν πολύ καλή εμπειρία. Νιώσαμε πως η χημεία ήταν εκεί από την αρχή, ηχογραφήσαμε φωνή και χορωδίες σε πέντε μέρες. Είναι κάτι που δεν είχαμε ξανακάνει ποτέ, να δουλέψουμε τόσο γρήγορα και ο Φώτης έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτό.

Και αυτό τυπικό του Φώτη. Είχατε και τον Σάκη Τόλη των ROTTING CHRIST στο πρώτο single του άλμπουμ, το “Scream”. Είναι μια ιδέα που είχατε εξ αρχής, ή προέκυψε στην πορεία;   
A: Η ιδέα ήρθε όταν ήμουν στα Devasoundz studios και ηχογραφούσα κιθάρες, ο Σάκης ήταν επίσης εκεί και δούλευε σε υλικό για τους ROTTING CHRIST. Μιλούσαμε και θέλησε να δοκιμάσει να τραγουδήσει στο ρεφραίν. Είναι πολύ καλός και ταπεινός χαρακτήρας και όταν τραγούδησε το αποτέλεσμα ήταν φυσικά εκπληκτικό, μου σηκώνεται η τρίχα και μόνο που μιλάω για αυτό. Ήταν εντυπωσιακό και ανέβασε το τραγούδι στο επίπεδο που του άξιζε.   

Είναι πολύ προσγειωμένος.
C: Ναι είναι για αυτό και ταίριαξε με τον κόσμο των CHONTARAZ και είμαστε πολύ χαρούμενοι για αυτό.  

Στο ντεμπούτο σας είχατε ένα τραγούδι για την Ιερουσαλήμ. Σήμερα που κάνουμε τη συνέντευξη έχετε βγάλει ένα βίντεο για το τραγούδι “Istanbul”. Υπάρχει κάποιο concept όπου γράφετε σχετικά με ιστορικές πόλεις; Πως γεννήθηκε η ιδέα για το συγκεκριμένο τραγούδι;
C: Ήμασταν σε περιοδεία με τους SEPULTURA και είχαμε να παίξουμε στην Κωνσταντινούπολη, μία πόλη που είναι πραγματικά φοβερή! Η ενέργεια, η ιστορία που κουβαλάει, φέρνει τόσο μεγάλη αξία και είναι κάτι που νιώσαμε αμέσως, είχε μεγάλη επίδραση στη μπάντα. Οπότε δημιουργήσαμε το βασικό riff του “Istanbul” και μέχρι το τέλος της βραδιάς είχαμε έτοιμο όλο το τραγούδι. Η πόλη και η κουλτούρα της μας επηρέασε και για αυτό γράψαμε το τραγούδι. Η ενέργεια ήταν απίστευτη και το να παίζεις μπροστά από το κοινό της Κωνσταντινούπολης ήταν εκπληκτική εμπειρία. Αλλά το να γράφουμε στίχους για συγκεκριμένες πόλεις όχι, δεν είναι κάποιο concept που ακολουθούμε. Όταν γράφεις στίχους αναπνέεις και κρατάς την έμπνευση που θα σου έρθει, έχει να κάνει με το τι σε επηρεάζει εκείνη τη στιγμή και έρχεται φυσικά. Δεν υπάρχει κάτι μυστικιστικό πίσω από αυτό (γέλια). 

Το οπτικό κομμάτι αποτελεί σημαντικό στοιχείο της ταυτότητας των CHONTARAZ. Πόσο σημαντική είναι η εικόνα και η αισθητική αυτή για την ολοκλήρωση της συνολικής καλλιτεχνικής σας έκφρασης; 
A: Είναι πολύ σημαντικό γιατί έχουμε ένα αρκετά “αποκαλυπτικό” υπόβαθρο αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Ειδικά στα live σόου μας, έχουμε όλα τα industrial στοιχεία, οπότε το οπτικό κομμάτι τονίζει το σύνολο της μπάντας και δίνει μία θεατρική υπόσταση στις συναυλίες μας. Λόγω αυτής της αποκαλυπτικής αισθητικής, τα ονόματα και οι χαρακτήρες που έχουμε δένονται πολύ φυσικά με το υπόλοιπο κομμάτι.
C: Επιπρόσθετα, για τους οπαδούς μας που πραγματικά θέλουν να εμβαθύνουν στους CHONTARAZ, το οπτικό κομμάτι συνυπάρχει με όλα τα υπόλοιπα. Έχεις τα τραγούδια, τους στίχους, την εμφάνιση, τη θεματολογία για την οποία γράφουμε, όπου είναι θέματα που αφορούν τους πάντες καθώς πρόκειται για την ίδια τη ζωή. Όπως θέλουμε να τονίσουμε λοιπόν τους στίχους και τα τραγούδια, έτσι θέλουμε να κάνουμε και για την μπάντα όταν είμαστε στο σανίδι. Έρχεται φυσικά το να έχουμε αυτήν την εμφάνιση καθώς ταιριάζει με τη μουσική, είναι μέρος της συνολικής εικόνας της μπάντας και πάει το υπόλοιπο πακέτο. Δεν είναι πως με το να έχουμε ακραία εμφάνιση προσπαθούμε να φανούμε πιο black metal ή κάτι τέτοιο, είναι απλά κομμάτι του ποιοι είναι οι CHONTARAZ. Καταγόμαστε από μία μικρή πόλη της Νορβηγίας που λέγεται Hell (κόλαση), όπου μπορεί στα Αγγλικά να ακούγεται cool, αλλά είναι ένα μέρος που χρονολογείται χιλιάδες χρόνια πίσω στη Νορβηγία και είναι ένα μέρος σχεδόν τελετουργικό. Η μπάντα δημιουργήθηκε και ξεκίνησε εκεί οπότε είμαστε επηρεασμένοι από την κουλτούρα του τόπου, αυτή η πρωτόγονη προσέγγιση των πραγμάτων παίζει σημαντικό κομμάτι στο τι είμαστε ως συγκρότημα. 

Οι CHONTARAZ έχουν ένα θεατρικό και σινεματικό ήχο ανά στιγμές. Αποτελούν πηγή έμπνευση για εσάς τα soundtrack ταινιών ή ακόμα και ήδη μουσικής εκτός του Metal φάσματος;
A: Για μένα τουλάχιστον δεν αποτελούν έμπνευση οι ταινίες. Η μουσική είναι μίξη πολλών πραγμάτων, έχουμε εκατοντάδες ιδέες για κάθε άλμπουμ και κάποιες φορές πάνε σε μία κατεύθυνση, ενώ σε άλλες ακολουθούν άλλο δρόμο. Δίνουν γέννηση στα Industrial σημεία, τα ακραία, τα πιο Black Metal, αλλά όλα έρχονται φυσικά δεν προσπαθούμε να πιέσουμε τα πράγματα προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. 
C: Αντλείς έμπνευση από ότι έχεις περάσει όπως την ίδια σου τη ζωή, το τι μουσική ακούς και όλες οι εμπειρίες ενώνονται. Δεν έχουμε κάποια όρια, είναι μέρος των CHONTARAZ το να έχουμε τεράστια ποικιλία στη μουσική μας. Η σύνθεση τραγουδιών για το συγκρότημα είναι σαν μία μάχη, μία πολύ έντονη μάχη που μαίνεται μεταξύ εμού και του Akhon και μέσω αυτού σφυρηλατούνται τα τραγούδια. Μπορεί να είναι κάποιο πιο ήρεμο τραγούδι ή κάτι βαρύ, όταν όμως περνάνε ιδέες μέσα από χωνί της μπάντας το αποτέλεσμα καταλήγει πάντα να είναι CHONTARAZ. Ακόμα και αν δεν προσπαθούμε επιτηδευμένα να το κάνουμε αυτό, τα τραγούδια πάντα βρίσκουν το δρόμο μόνα τους. Για να επανέλθω στην ερώτησή σου, αντλούμε έμπνευση από τα πάντα, όπως για παράδειγμα την Κωνσταντινούπολη όπου παίξαμε και μας ενέπνευσε πολύ. Ή ας πάρουμε το πρώτο μας άλμπουμ, το “Rondamauh”, που είναι εμπνευσμένο από την πόλη μας την Hell όπου και μεγαλώσαμε. 

Αν μπορούσατε να γυρίστε το χρόνο πίσω και να δώσετε συμβουλές στους νεότερους εαυτούς σας όταν ξεκινούσατε τη μπάντα ή ηχογραφούσατε το ντεμπούτο σας, τι θα τους λέγατε;
C: Δεν είναι εύκολο να είσαι στη μουσική βιομηχανία που ανήκουμε. Ας πούμε όταν κυκλοφορήσαμε το δεύτερο άλμπουμ μας “Speed the bullet” το πλάνο ήταν να περιοδεύσουμε στην Αμερική και συγκεκριμένα την Ανατολική Ακτή, αλλά με την πανδημία δεν κατέστη εφικτό και έπρεπε να το ξαναχτίσουμε από την αρχή. Το ίδιο συνέβη σε πολλές μπάντες, κάποια πράγματα δεν μπορείς να τα προβλέψεις. Η κυκλοφορία του πρώτου μας δίσκου ήταν πολύ σημαντική, τότε δημιουργήθηκαν οι CHONTARAZ και ο ήχος μας. Προς όλους τους νέους καλλιτέχνες το πιο σημαντικό στη μουσική όπως και στη ζωή γενικότερα, είναι πως αν πιστεύεις ότι θα πετύχεις, θα πετύχεις! Η επιτυχία είναι πολλά διαφορετικά πράγματα. Πρέπει να μένεις πιστός στο όνειρό σου και τα πιστεύω σου, κάτι που ισχύει στους CHONTARAZ. Δεν είναι εύκολο να συνεχίσεις αν δεν λάβεις καλές κριτικές ή αν δυσκολεύεσαι να κλείσεις συναυλίες να παίξεις, όλα είναι τόσο δύσκολα. Μπορείς πλέον να δημιουργήσεις ένα δίσκο μέσα από το δωμάτιό σου και να τον μοιραστείς με τον κόσμο, αλλά το να καταφέρεις να ανέβεις πάνω στο σανίδι μπροστά από κοινό είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Αν έχεις την παραμικρή φιλοδοξία να ζήσεις από την μουσική χρειάζεται πολύ σκληρή δουλειά και αποφασιστικότητα. Οπότε να είσαι αληθινός, να πιστεύεις στον εαυτό σου και ποτέ, μα ποτέ, να μην τα παρατήσεις. Αν δεν πιστέψεις εσύ στον εαυτό σου κανείς άλλος δεν θα το κάνει. 
A: Μοιραζόμαστε το ίδιο σκεπτικό πάνω σε αυτό. Ας πάρουμε την παραγωγή του πρώτου άλμπουμ μας στη Σουηδία από τον Daniel Bergstrand, που έχει δουλέψει με μπάντες όπως οι MESHUGGAH και οι IN FLAMES. Όταν γυρίσαμε πίσω στη Νορβηγία είπαμε στους εαυτούς μας ότι το έχουμε, ξέρουμε τι κάνουμε και έχουμε εμπιστοσύνη ότι θα τα καταφέρουμε. Μετά έπρεπε να ακούσουμε τις καρδιές μας, όπως είπε ο Chontaraz υπάρχει μία μάχη μεταξύ μας γιατί είμαστε κομμάτια των τραγουδιών μας. Οπότε ναι, σκληρή δουλειά και πίστη στον εαυτό σου!

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;
A: Αυτές τις μέρες εργαζόμαστε πάνω σε κάποια shows. Είμαι στην Αθήνα αυτή τη στιγμή και στήνουμε το συνεργείο για κάποιες συναυλίες που δεν έχουν ανακοινωθεί ακόμα, συμβαίνουν πολλά πράγματα. Ο στόχος είναι να κυκλοφορήσουμε το νέο μας άλμπουμ τον Μάιο και μετά να παίξουμε τόσο σε φεστιβάλ όσο και να βγούμε σε περιοδεία. Φυσικά θα υπάρξει και νέα μουσική, υπάρχουν ήδη αρκετές ιδέες για τον επόμενο δίσκο, ελπίζουμε πως η φάση που βρισκόμαστε τώρα είναι η αρχή για κάτι μεγαλύτερο. 

Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας και καλή επιτυχία με το νέο σας άλμπουμ.
C: Μεγάλη μας χαρά Σάκη, πραγματικά το εκτιμάμε. 

Σάκης Φράγκος
(απομαγνητοφώνηση: Παύλος Παυλάκης)

Photo: Margarita Kouri

SEPTICFLESH: Sold out και η επερχόμενη εμφάνισή τους στο Ηρώδειο

0
Septicflesh

Septicflesh

Όπως ανακοίνωσαν οι SEPTICFLESH, η επερχόμενη εμφάνισή τους στο Ηρώδειο, με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, στις 27 Σεπτεμβρίου, έγινε κι αυτή sold out (όπως και η αντίστοιχη περσινή).

Όποιος ήταν γρήγορος, λοιπόν, πρόλαβε να πάρει το πολυπόθητο εισιτήριο, για έναν χώρο που θα κλείσει για τρία χρόνια για ανακατασκευή.

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece