Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 69

W.A.S.P. underrated gems

0
WASP

WASP

Έχουν υποτιμημένα διαμάντια οι W.A.S.P.; Φυσικά και έχουν. Κάθε μπάντα με μία τόσο πλούσια δισκογραφία έχει…και με το παραπάνω! Εμείς απλώς επιλέγουμε κάποια ενδεικτικά με στόχο να αναδείξουμε κάποιες σχετικά πιο άγνωστες ή παραγνωρισμένες στιγμές, αν προτιμάτε, του τεράστιου αυτού συγκροτήματος που επιστρέφει αυτό το καλοκαίρι στη χώρα μας. Blackie Lawless πίσω από το μικρόφωνο, Δημήτρης Τσέλλος και Σάκης Νίκας στις 20+1 επιλογές και τα κείμενα…και ελπίζουμε όλοι εσείς μαζί μας, για να τιμήσουμε το μεγαλείο των W.A.S.P. Το ερώτημα ωστόσο, παραμένει: Are you black enough…?”

The torture never stops” (W.A.S.P, 1984)
Το να ψάχνεις να βρεις underrated gem μέσα στο πρώτο άλμπουμ των W.A.S.P. είναι σα να ψάχνεις να βρεις μέτρια ή κακή στιγμή μέσα στο πρώτο ΘΟΥ-ΒΟΥ «Φανερός Πράκτωρ 000». Είναι αδύνατο! Το “The torture never stops” κλείνει το αριστουργηματικό ντεμπούτο των Αμερικανών και το εντάσσουμε εδώ γιατί η αλήθεια είναι ότι είναι ίσως το κομμάτι εκείνο που δεν έχει ακουστεί τόσο σε σχέση με τα υπόλοιπα. Αμιγώς μουσικά (αλλά και γιατί όχι, στιχουργικά) κινείται στο ίδιο ύφος με το υπόλοιπο tracklist φανερώνοντας τη διάθεση μιας μπάντας να σοκάρει και να ανέβει στην κορυφή!

Σ.Ν.

Ballcrusher” (The last command, 1985)
Κοιτάζοντας τα κιτάπια μου, διαβάζω πως αυτός εδώ ο ύμνος εριστικού, προκλητικού heavy metal, έχει παιχτεί live μόλις επτά (7) φορές! Είμαστε με τα καλά μας; Τι έγκλημα κατά της συναυλιακής ευτυχίας και ικανοποίησης του κόσμου συνετελέσθη εδώ; Οι φανατικοί θα πουν πως το έχουν «λιώσει» και δεν είναι underrated, αλλά οι φανατικοί σε αυτήν την στήλη δεν έχουν/έχουμε δικαίωμα λόγου. “Such a wicked vicious woman, black magic voodoo queen/lesbo nymphomaniac, ooh, she’s got a girlfriend that’s seventeen!”. Ναι, εντάξει, χαίρετε.

Δ.Τ

Jack Action” (The last command, 1985)
Από τα υποτιμημένα διαμάντια του “The last command” (και είναι κάμποσα αυτά), το “Jack Action” είναι πιθανότατα το αγαπημένο μου καθώς μου βγάζει μία τελείως κινηματογραφική ατμόσφαιρα λόγω των στίχων του Blackie ο οποίος…δεν θα ηρεμήσει αν δεν βρει τον Jack Action που ευθύνεται για το θάνατο της κοπέλας του. Οι στίχοι σε συνδυασμό με το κολλητικό riff του Holmes δημιουργούν αυτή τη σκοτεινή ατμόσφαιρα καταδίωξης. Μπορεί να μην είναι το καλύτερο τραγούδι του δίσκου αλλά είναι μάλλον το πιο υποτιμημένο.

Σ.Ν.

“Restless gypsy” (Inside the electric circus, 1986)
Ξέρω τι σκέφτεστε! Δεν είναι υποτιμημένο κομμάτι αυτό εδώ. Μαζί σας…με τη διαφορά ότι είναι κιόλας! Δεν πιστεύω να μπερδευτήκατε, έτσι; Σίγουρα μιλάμε για ένα κομμάτι που ακόμη παίζει στα rock clubs και είναι αυτό που μάλλον κάνει τη διαφορά στο “Inside the electric circus” αλλά για κάποιο λόγο δεν είναι ευρέως γνωστό πέρα από το σκληρό πυρήνα των οπαδών των W.A.S.P. Κακώς…πολύ κακώς. Μέσα από το τεράστιο “Inside the electric circus” (μακράν το αγαπημένο μου όσον αφορά την όλη αισθητική της μπάντας με τα πιο φανταχτερά ρούχα), το “Restless Gypsy” ξεχωρίζει πολύ άνετα λόγω της απίστευτης μελωδίας του και ενός solo που σε κολλάει στον τοίχο. Σπουδαία σύνθεση!

Σ.Ν.

Sweet cheetah” (Inside the electric circus, 1986)
Και αν το “Restless gypsy” ξεχωρίζει με τη μία, το “Sweet cheetah” παραμένει μέχρι σήμερα μία κατάφορα αδικημένη στιγμή, μία σύνθεση προορισμένη να ανέβει ψηλά στα charts (αν έβγαινε σαν single) ή έστω να παραμείνει στο set list της μπάντας για όλα τα επόμενα χρόνια. Δεν έγινε, φυσικά, τίποτα από τα δύο και για αυτόν τον λόγο συμπεριλαμβάνεται σε αυτή τη λίστα. Το γεγονός ότι το “Inside the electric circus” αποτελεί προσωπική αδυναμία παίζει φυσικά το ρόλο του αν και τελείως ψυχρά το εν λόγω τραγούδι ενέχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός instant classic για τους W.A.S.P…ίσως σε ένα άλλο, παράλληλο σύμπαν!

Σ.Ν.

“I’m alive” (Inside the electric circus, 1986)

«Ήταν πέναλτι, κύριε Πάνο;»
«Ο ορισμός του πέναλτι, κυρία μου!»

Έτσι και εδώ. Τρίτο υποτιμημένο κομμάτι μέσα από το αναγνωρισμένο (αλλά και παραγνωρισμένο, συνάμα) τρίτο άλμπουμ των W.A.S.P. Όλη η πεμπτουσία των της πρώτης (και καλύτερης) περιόδου των W.A.S.P. είναι συμπυκνωμένη στο “I’m alive” με ένα ακόμη solo να ξεχωρίζει και την ερμηνεία του Blackie να είναι με μία λέξη «συγκλονιστική»! Οι στίχοι είναι απολύτως χαρακτηριστικοί της “never give up” προσέγγισης των Αμερικανών και το κομμάτι είναι ξεκάθαρα ένα ακατέβατο δεκάρι χωρίς κανέναν απολύτως δισταγμό.

Σ.Ν.

Thunderhead” (The headless children, 1989)
Αλήθεια, μόνο σε μένα η εισαγωγή θυμίζει κάτι από “Unholy water” (VIRGIN STEELE); Τέλος πάντων…κάτι δικά μου. Ξέρετε κάτι; Είχα πολύ καιρό να ακούσω το “The headless children” και λόγω του συγκεκριμένο άρθρου το έβαλα ξανά στο repeat και θυμήθηκα αυτό που μου είχε πει ο Βαγγελάκης ο Lord όταν είχα αγοράσει το δίσκο από τη Σωκράτους όταν είχε πρωτοβγεί: «Μικρέ, ο δίσκος αυτός θα μείνει στην ιστορία»! Όπερ και εγένετο! Το “Thunderhead” είναι ένα αριστούργημα που σηματοδοτεί ξεκάθαρα τη μετάβαση στη δεύτερη περίοδο των W.A.S.P. Φανταστική αισθητική με την καλύτερη παραγωγή που έχει υπάρξει σε δίσκο της μπάντας και τον Ken Hensley να βάζει όπου πρέπει τις κατάλληλες πινελιές. Τι κάνει πάλι ο Holmes εδώ μέσα…

Σ.Ν.

Maneater” (The headless children, 1989)
To ιδανικό κομμάτι μέσα από το “The headless children” για ανοιχτούς δρόμους με τον Blackie να περιγράφει το συναίσθημα του να βγαίνεις με τη μηχανή σου στις απέραντες λεωφόρους της Αμερικής (Milwaukee metal on the highway). Και μπορεί το “Maneater” να μην αποτελεί την κορυφαία στιγμή του δίσκου αλλά ανήκει εύκολα στο διάσημο club των underrated gems της μπάντας. Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι για πολλούς το “Maneater” θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνεται – με μία άλλη παραγωγή – στους δύο προηγούμενους δίσκους των W.A.S.P. Δεν είναι αιρετική άποψη, πάντως…

Σ.Ν.

Rebel in the F.D.G” (The headless children, 1989)
Προσωπική γνώμη, take it or leave it που λένε: Εδώ ακούμε τον πιο underrated W.A.S.P ύμνο, όλων των underrated W.A.S.P ύμνων, μέσα από το πιο underrated «δεκάρι» στην ιστορία του αμερικανικού heavy metal! Τούτος ο «Επαναστάτης σε μια γ@μημένα παρηκμασμένη γενιά» μοιάζει πολύ με το «Άγριο Παιδί» (“Wild child”), μόνο που είναι κάπως πιο γρήγορος και ακόμη πιο τσαμπουκαλεμένος! Για πάρτη του δε, δημιουργήθηκε το καλύτερο ίσως “fan made” video όλων των εποχών στο YouTube, το οποίο μπορείς να απολαύσεις εδώ. “…cause its my way or the highway τραγουδά σε κάποια φάση ο Blackie και μα την αλήθεια, ο στίχος αυτός τον περιέγραφε τέλεια τότε! Ή μήπως ακόμη τον περιγράφει;

Δ.Τ

Phantoms in the mirror” (The crimson idol, 1992)
Απολύτως ταιριαστό κομμάτι για το εν λόγω άρθρο μιας και το “Phantoms in the mirror” όχι μόνο δεν είχε να ζηλέψει απολύτως τίποτα από ΟΛΑ τα τραγούδια του “The crimson idol” μιας και προβάλλει με τον πλέον εμφατικό τρόπο όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της αισθητικής και του concept του δίσκου αλλά για κάποιο λόγο δεν βρήκε το δρόμο προς το κανονικό tracklist και μπήκε σαν bonus σε διάφορες εκδόσεις και φυσικά σαν b’ side στο αξεπέραστο “Chainsaw Charlie”. Παρόλα αυτά, μιλάμε για μία εκπληκτική σύνθεση με εξαιρετικούς στίχους που φανερώνει σε υπερθετικό βαθμό το ποιοτικό επίπεδο και την έμπνευση του Blackie εκείνη τη περίοδο.

Σ.Ν.

Rock and roll to death” (First blood, last cuts, 1993)
1994 και η αφεντιά μου, άκουσε για πρώτη φορά το “L.O.V.E machine”, βλέποντας το video clip στην εκπομπή του θεού της ελληνικής μουσικής τηλεόρασης Πέτρου Γκουντέλα (Jeronimo Groovy). Μετά το αναμενόμενο ΣΟΚ, η επόμενη στάση θα ήτο εις το δισκάδικο της γειτονιάς (τότε κάθε γειτονιά είχε και ένα δισκάδικο), για να αποκτηθεί κάτι ενδεικτικό των W.A.S.P. Πήρα, κατόπιν προτροπής του ιδιοκτήτη, το “The Crimson Idol” και τούτη την συλλογή. Να πω πως ακόμη και σήμερα, βλέπω τα βινύλια και αυτομάτως παίζουν στο κεφάλι μου; Περιττό. Το “Rock and Roll to death” είναι ένα καθαρόαιμο rock ‘n’ roll κομμάτι, μόνο που ηχεί σαφώς σκληρότερο, διότι απλά είναι W.A.S.P. Θα κυκλοφορούσε αργότερα και στο “Still not black enough”. Έτσι, ικανοποιούμε και τον Νίκα που θα ήθελε να αραδιάσουμε όλα του τα τραγούδια εδώ, με μια ακόμη, έμμεση επιλογή.

Δ.Τ

“Sunset and Babylon” (First blood, last cuts, 1993)
Άλλη μια rock ‘n’ roll-ιά. Το δεύτερο ακυκλοφόρητο τραγούδι του “First blood, last cuts”, το οποίο όμως παρέμεινε αποκλειστικότητα της εν λόγω συλλογής και δεν το είδαμε να φιγουράρει σε άλλον δίσκο. To solo και τα δεύτερα φωνητικά, ανήκουν στη Lita Ford. Παραδόξως, παρότι «εφεδρικό», βγήκε και σε video clip. Super!

Δ.Τ

Still not black enough” (Still not black enough, 1995)
Αν με ρωτήσετε, ολόκληρο το άλμπουμ αποτελεί ένα αδικημένο διαμάντι στη δισκογραφία των W.A.S.P. Κυκλοφόρησε μέσα στην πιο δύσκολη περίοδο για τα παραδοσιακά hard n’ heavy συγκροτήματα και παρόλα αυτά μας «κόλλησε» στον τοίχο με τις απίστευτες συνθέσεις του! Το ομώνυμο κομμάτι μαζί με το “Black forever” συμπυκνώνουν την πεμπτουσία ενός δίσκου καταδικασμένου εκ των προτέρων σε εμπορική αποτυχία αλλά ταυτόχρονα προορισμένου σε καλλιτεχνική δόξα ανάμεσα στις τάξεις των φανατικών οπαδών της μπάντας. Πάντα στα μάτια/αυτιά μου, το “Still not black enough” αποτελούσε το ιδανικό σταυροδρόμι του “The crimson idol” με το “The headless children”…σκεφτείτε το λίγο.

Σ.Ν.

“Scared to death” (Still not black enough, 1995)
Τι κομματάρα, Θεέ μου! Ξέρετε κάτι, αυτό το κομμάτι αν είχε κυκλοφορήσει το 1989 και έβγαινε σαν single θα έκανε τεράστια επιτυχία. Αυτή είναι η αλήθεια. Ο Blackie παίζει μπαλίτσα σε ανοιχτό γήπεδο βγάζοντας προς τα έξω όλες τις επιρροές του από URIAH HEEP, τα δεύτερα γυναικεία φωνητικά δημιουργούν μία απόκοσμη ατμόσφαιρα και το κομμάτι συγκαταλέγεται με περίσσεια άνεση στις κορυφαίες συνθετικές στιγμές EVER των W.A.S.P. Είναι κάτι τέτοια τραγούδια που δικαιολογούν και με το παραπάνω τη λογική πίσω από αυτό το άρθρο το οποίο αν παρακινήσει έστω και έναν να ξαναβάλει να ακούσει κάτι από όλα αυτά τα τραγούδια (και όχι μόνο), θα έχει επιτύχει το στόχο του. Ξεκινήστε από αυτό εδώ το έπος!

Σ.Ν.

Locomotive man” (Unholy terror, 2001)
Υπέροχο κομμάτι, με καλπάζουσα μελωδία – σήμα κατατεθέν της μπάντας και πολύ ωραίους στίχους που δυστυχώς, περιγράφουν με έναν κάπως αφηρηματικό τρόπο το αποτρόπαιο γεγονός μιας δολοφονικής, εκδικητικής επίθεσης σε σχολείο, από αυτές που τόσο συχνά ακούμε να γίνονται στις Η.Π.Α. Πως είπες; Σου θυμίζει τα 80s; Δίκιο έχεις και δεν είσαι ο μόνος που κάνει τέτοιου είδους συνειρμούς.

Δ.Τ

Unholy terror/Charisma” (Unholy terror, 2001)
Από το υποτιμημένο, γενικά, “Unholy terror”, ένα αργό, υποβλητικό όσο και επιβλητικό έπος. Αναφέρεται σε όλους τους ηγέτες που πέρασαν ως εκείνη τη δεδομένη στιγμή από τον πλανήτη, πολιτικούς, στρατιωτικούς και θρησκευτικούς και πως αυτοί «μανιπιουλάρουν» τον κόσμο. Στο τέλος δε, γίνεται αναφορά στον Αντίχριστο και πως αυτός θα επιβληθεί στο μυαλό και στα πιστεύω των ανθρώπων, ανεξάρτητα από το ποια θρησκεία ακολουθούσαν, ή όχι, μέχρι εκείνη την στιγμή. Αριστούργημα!

Δ.Τ

“Raven heart” (Unholy terror, 2001)
Ωχ, τι riff είναι αυτό;!; Αυτό είναι ίδιο με το “School’s out”! Μα ρε φίλε, αν δεν έγραφε o Blackie Lawless, ένας από τους πιο επιμελείς μαθητές του «shock rock σχολείου», τον δικό του φόρο τιμής στον δάσκαλο Alice Cooper, ποιος θα τον έγραφε; Σχεδόν τριάμισι λεπτά βέρου W.A.S.P-ικού μετάλλου, κιθάρες σκέτα ξυράφια, λυσσασμένη ερμηνεία, ένα μικρό τσογλανάκι εεε… παιδάκι του “L.O.V.E machine”. Προσέλθετε!

Δ.Τ

Shadow man” (Dying for the world, 2002)
Ο «ψηλός» επηρεάζεται από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, ηχογραφεί μια ΔΙΣΚΑΡΑ και την αφιερώνει στα θύματά της. Πολλοί εκ των φανατικών οπαδών του group, θεωρούν το “Dying for the world” ως το καλύτερο άλμπουμ που κυκλοφόρησε ο Blackie μετά το “The crimson idol”. Μαζί τους κι εγώ. Ο Darrell Roberts στη θέση του Chris Holmes είναι εξαιρετικός, Mike Duda και Frankie Banali (μόνος drummer πια, αφού ο Stett Howland δεν παίζει εδώ) αξία σταθερή και οι κομματάρες διαδέχονται η μία την άλλη. Γιατί αυτό το άλμπουμ δεν έχει τεράστια απήχηση, εκτός των τάξεων των die-hard fans, αποτελεί μυστήριο.

Δ.Τ

My wicked heart” (Dying for the world, 2002)
Θα μιλήσω σε πρώτο ενικό, αφού πρόκειται περί αληθούς, προσωπικής εμπειρίας: Έχω βάλει το “Dying for the world” για πρώτη φορά, έχω πάθει πλάκα με το “Shadow man”, το έχω ακούσει σερί 4-5 φορές. Αποφασίζω λοιπόν να περάσω, επιτέλους, στο δεύτερο τραγούδι. Και τρώω σοκ, μεγαλύτερο του πρώτου! Να θυμηθώ πόσες φορές το άκουσα συνεχόμενα; Δύσκολο! “My wicked heart”, φίλε μου. Ένας τεράστιος ύμνος, που άνετα θα μπορούσε να πρωταγωνιστεί στο “The headless children” ή και το “The crimson idol”, για τέτοια ποιότητα μιλάμε!

Δ.Τ

Hallowed ground” (Dying for the world, 2002)
Άλλη μια περίπτωση σύνθεσης που θα μπορούσε να στέκεται επάξια στο “The crimson idol”, ενδεικτική της αξίας του δίσκου. Αργή, ατμοσφαιρική, με την ένταση να ανεβαίνει και να κλιμακώνεται χωρίς ουσιαστικά να αλλάζει το tempo, εξαίσιες κιθάρες και τον Blackie σε ρεσιτάλ ερμηνείας. Όλη η πεμπτουσία των «μετά τα 80s» W.A.S.P, είναι εδώ, ρίχνοντας όμως και κάποιες κλεφτές ματιές στις πρώιμες, «άγριες μέρες». Ως εκ τούτου, ύμνος!

Δ.Τ

Godless run” (Babylon, 2009)
Ο Steven Edward Duren (δηλαδή ο Blackie Lawless), έχει ήδη έρθει ξανά κοντά στον Θεό και στην χριστιανική πίστη, έχοντας κάνει τον κύκλο του ως αγνωστικιστής και εμείς, εκεί που ακόμη προσπαθούσαμε να κατανοήσουμε και να χωρέσουμε στις σκέψεις μας, δύο χρόνια μετά, το μεγαλείο του “Heaven’s hung in black” από το “Dominator”, ακούμε ξανά με θαυμασμό τον διάδοχό του. Ύφος, δομή και εν τέλει μεγαλείο ίδια και απαράλλαχτα για το “Heaven’s hung in black” και το “Godless run”, με τον Blackie να καταθέτει άλλο ένα σύγχρονο δραματικό, σπαραξικάρδιο αριστούργημα. Μόνο που το “Godless run”, σε αντίθεση με το “Heaven’s hung in black”, είναι παραμελημένο σε συναυλιακό επίπεδο. Οπότε… στη λίστα μας και εύκολα μάλιστα!

Δ.Τ

A day to remember… 1/7 [LIZZY BORDEN]

0
Lizzy Borden

Lizzy Borden

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Love you to pieces”- LIZZY BORDEN
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΙΑ: Metal Blade Records
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Brian Slagel
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Lizzy Borden
Κιθάρα – Gene Allen
Κιθάρα – Tony Matuzak
Mπάσο – Michael Davis
Τύμπανα – Joey Scott Harges

Το 1985 ήταν μια χρονιά-ορόσημο για το heavy metal, και ανάμεσα στις πολλές κυκλοφορίες που άφησαν το στίγμα τους, ξεχώρισε το ντεμπούτο των Lizzy Borden, με τίτλο “Love You to Pieces” — ένας δίσκος που ισορροπεί ανάμεσα στην θεατρικότητα και την ακατέργαστη metal ενέργεια.

Η μπάντα σχηματίστηκε στο Los Angeles το 1983, από τον τραγουδιστή Lizzy Borden (πραγματικό όνομα Gregory Harges), ο οποίος υιοθέτησε το όνομα της διαβόητης Αμερικανίδας – φερόμενης ως φόνισσας – του 19ου αιώνα, ως συμβολική πράξη υπερβολής, πρόκλησης και θεατρικότητας. Μαζί με τον κιθαρίστα Gene Allen, τον μπασίστα Mike Davis και τον ντράμερ Joey Scott (αδελφός του Lizzy), άρχισαν να χτίζουν μια φήμη ως μια από τις πιο φαντασμαγορικές ζωντανά εμφανιζόμενες μπάντες της τοπικής σκηνής.

Το 1984 υπέγραψαν στη Metal Blade Records και κυκλοφόρησαν το EP “Give ’Em the Axe”, το οποίο συγκέντρωσε θετικά σχόλια και άνοιξε το δρόμο για το ντεμπούτο full-length άλμπουμ τους “Love You to Pieces”, που τελικά κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1985.

Οι LIZZY BORDEN πατούν γερά πάνω στην αμερικάνικη σκηνή του power και glam metal, μα αποπνέουν επίσης μια έντονη shock rock αισθητική, με επιρροές από Alice Cooper μέχρι MERCYFUL FATE. Ήδη από το εξώφυλλο, αλλά και μέσα από τους τίτλους των τραγουδιών όπως το “Council for the Cauldron”, “Flesheater”, ή “Psychopath”, γίνεται σαφές ότι το συγκρότημα επενδύει εξίσου στη μουσική όσο και στο στοιχείο του θεάματος.

Μουσικά, το άλμπουμ παραδίδει μια σειρά από ενεργητικές και μεταλλικές συνθέσεις, γεμάτες διπλές κιθάρες, θεατρικά φωνητικά και δυναμικά σόλο. Οι Gene Allen και Tony Matuzak στις κιθάρες δημιουργούν καλοδουλεμένα riff και μελωδίες που φέρνουν στο μυαλό τους πρώιμους Judas Priest και W.A.S.P., ενώ η φωνή του Lizzy Borden, με το χαρακτηριστικό της εύρος και τις ψηλές κραυγές, προσθέτει μια δραματουργική ένταση που σπάνια συναντάται σε ντεμπούτο άλμπουμ.

Η έναρξη με το “Council for the Cauldron” είναι ιδανική: ένα κομμάτι σκοτεινό, με μυστικιστική ατμόσφαιρα, γεμάτο ένταση και ανατριχιαστική εισαγωγή, που προϊδεάζει για το τι θα ακολουθήσει. Τα “Psychopath”, “Flesheater” και “Save Me” συνεχίζουν με σταθερό ρυθμό και riff που παραπέμπουν στους ACCEPT και στα πιο σκληρά σημεία των TWISTED SISTER. Η ερμηνεία του Lizzy είναι απόλυτα θεατρική: κραυγές, ψίθυροι, φωνητικές ακροβασίες, όλα σε υπερθετικό βαθμό, αλλά με σαφή στόχο – να δημιουργήσει ατμόσφαιρα και χαρακτήρα.

Το ομώνυμο “Love You to Pieces” ξεχωρίζει με τη δομή του – σχεδόν μπαλάντα που εξελίσσεται σε heavy ξέσπασμα – και αποδεικνύει ότι το συγκρότημα διαθέτει συνθετικό εύρος. Από την άλλη, το “American Metal” είναι ίσως το πιο “προβλέψιμο”, αλλά και πιο άμεσο κομμάτι του άλμπουμ,  ένας ύμνος – κάλεσμα για όλους όσους νιώθουν μέλος της αμερικανικής heavy metal κουλτούρας, ιδανικό για ζωντανές εμφανίσεις.

Η παραγωγή από τον Brian Slagel (ιδρυτή της Metal Blade), αν και χαρακτηριστική 80s, παραμένει ευκρινής και δίνει αρκετό χώρο σε όλα τα όργανα να αναδειχθούν. Ο ήχος έχει την αυθεντικότητα και την ωμή ενέργεια της εποχής – τίποτα δεν είναι αποστειρωμένο ή τεχνητά γυαλισμένο. Τα σόλο είναι τεχνικά και “κοφτερά”, ενώ τα drums έχουν τον απαραίτητο όγκο, ακόμα και αν σε σημεία ακούγονται ελαφρώς “θαμμένα”.

Το “Love You to Pieces” δεν είναι απλώς ένα ντεμπούτο άλμπουμ. Είναι η θεμελίωση μιας μπάντας που επιχείρησε να συνδυάσει το metal με το θέατρο, την πρόκληση με την τεχνική, και την υπερβολή με την ατμόσφαιρα. Για κάποιους μπορεί να ακούγεται υπερβολικό σήμερα, αλλά αυτό ήταν και το νόημα τότε… Μη ξεχνάμε ότι είμαστε στα 80s. Αν και δεν έτυχε της εμπορικής επιτυχίας που είχαν άλλες μπάντες της εποχής, το άλμπουμ αυτό έθεσε τις βάσεις για μια πορεία που συνέχισε με δίσκους όπως το “Menace to Society” και το πιο ώριμο “Visual Lies”.

Did you know that:

  • Το όνομα της μπάντας προέρχεται από αληθινό πρόσωπο! Ο Lizzy Borden πήρε το όνομά του από την διαβόητη Αμερικανίδα Lizzie Borden, η οποία κατηγορήθηκε το 1892 για τη δολοφονία των γονιών της με τσεκούρι (αν και τελικά αθωώθηκε). Το στοιχείο του τρόμου και της δολοπλοκίας ενσωματώθηκε πλήρως στην αισθητική της μπάντας.
  • Το “American Metal” έγινε ανεπίσημος ύμνος για τη σκηνή της Δυτικής Ακτής. Αν και δεν κυκλοφόρησε επίσημα ως single, το “American Metal” καθιερώθηκε ως ένα από τα τραγούδια-σύνθημα της ανερχόμενης heavy metal σκηνής του Los Angeles, σε αντίθεση με την τότε κυριαρχία του NWOBHM (New Wave of British Heavy Metal).
  • Ο τραγουδιστής Lizzy Borden θεωρούσε τον εαυτό του “περισσότερο performer παρά τραγουδιστή”. Σε πολλές συνεντεύξεις της εποχής, δήλωνε πως ήθελε να δημιουργεί έναν “χαρακτήρα” πάνω στη σκηνή, κάτι σαν metal alter ego, με επιρροές από θεατρικούς ήρωες και ταινίες τρόμου.
  • Ο δίσκος ηχογραφήθηκε με ελάχιστο budget. Παρά τη φιλόδοξη αισθητική του, το άλμπουμ ηχογραφήθηκε με περιορισμένα μέσα – μια τακτική της Metal Blade Records εκείνης της εποχής, που επένδυε περισσότερο στο ταλέντο παρά στην παραγωγή.

Πέτρος Καραλής

Rock Gems: Δείτε τη συνέντευξη του Σάκη Φράγκου για το Rock Hard Festival και τα 20 χρόνια Rock Hard

0
Rock Gems

Rock Gems

O Σάκης Φράγκος, ήταν ο 50ος καλεσμένος στο Rock Gems, ένα εξαιρετικό video podcast, όπου μίλησε για το Rock Hard Festival Greece, τα 20 χρόνια Rock Hard και τη γενικότερη πορεία του στο χρόνο, σε μία απολαυστική κουβέντα που κράτησε πάνω από μιάμιση ώρα!!!

Τσεκάρετε τη συνέντευξη ακριβώς από κάτω:

⚡️ ‪@RockGems‬   / rockgems_     / rockgemsgr     / rockgems.gr  

KING DIAMOND vs MERCYFUL FATE

0
King Diamond
Photo by Elena Vasilaki
King Diamond
Photo by Elena Vasilaki

Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε περάσει ώρες ατελείωτες συζητώντας και «μαλώνοντας» για το ποιος δίσκος είναι καλύτερος; Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε στήσει ολόκληρες «μάχες», έχουμε φτιάξει λίστες, έχουμε αποκλείσει και προκρίνει άλμπουμ σε διλήμματα; Κάτι τέτοιο θα κάνουμε και τώρα. Η αφορμή; Η έλευση του King Diamond στην Αθήνα, στα πλαίσια του φετινού Rockwave. Το πλάνο; Ο συντάκτης (ο γράφων δηλαδή) παίρνει τους δέκα καλύτερους (ή έστω αγαπημένους, αν προτιμάς) δίσκους, σύμφωνα με το γούστο του, πέντε από τους KING DIAMOND και πέντε από τους MERCYFUL FATE και τους βάζει να «αναμετρηθούν» μεταξύ τους.

Για να γλυτώσει ο συντάκτης (εγώ, σε περίπτωση που δεν κατάλαβες) από τα μπλεξίματα, θέτει ως γνώμονα ως προς την επιλογή, τη χρονιά που αυτοί κυκλοφόρησαν. Δηλαδή, το πρώτο χρονολογικά αγαπημένο του από τους MERCYFUL FATE, απέναντι στο πρώτο χρονολογικά αγαπημένο του από τους KING DIAMOND και… ό,τι βγει. Στο κάτω-κάτω, οι δυο πεντάδες είναι από μόνες τους πολύ δυνατές και πρωταρχικός μας σκοπός είναι να διασκεδάσουμε!

MERCYFUL FATE’s “Melissa” (1983)
VS
KING DIAMOND’s “Fatal portrait” (1986)

Ξεκινάμε με τι άλλο; Τα ντεμπούτα. Βασικά, ΤΑ ντεμπούτα, για να είμαστε πιο σωστοί. Πολλά, πάρα πολλά περισσότερα για το αντίστοιχο των MERCYFUL FATE, θα βρεις εδώ. Οπότε, σε τούτο το άρθρο, ας το πάμε εν τάχει. Το “Melissa” δεν έχει αντίπαλο, μπορώ να το βάλω απέναντι σε οποιονδήποτε δίσκο του King Diamond, είτε στην solo καριέρα του είτε με τους MERCYFUL FATE και να τον κερδίσει. Μα άνετα, μα με δυσκολία, μα στην παράταση, μα στα πέναλτι, θα τον κερδίσει. Διάολε, τι συζητάμε; Εδώ μέσα παίζεται το καλύτερο heavy metal, το καλύτερο speed, το καλύτερο black, το καλύτερο «τα πάντα όλα» metal, προϊόν της ένωσης ενός στοιχειωμένου διαμερίσματος στην Κοπεγχάγη, της Εκκλησίας του Σατανά του Anton LaVey, ενός κρεββατιού – φέρετρο (ή ενός φέρετρου – κρεββατιού, το ίδιο κάνει) και των JUDAS PRIEST με τους URIAH HEEP και BLUE OYSTER CULT. Και τι εξώφυλλο…!

Καταπληκτικό το “Fatal portrait”, έχει αφήσει πίσω του σπουδαία ιστορία και φήμη, θα μπορούσες να πεις μάλιστα πως πρόκειται για ένα – ας πούμε – MERCYFUL FATE άλμπουμ, που στην τελική ευθεία άλλαξε ταυτότητα και μας προέκυψε ως προσωπικό του Βασιλέα. Ξέρω, χοντροκομμένη σκέψη, αλλά αυτό σκέφτομαι όποτε το ακούω και έχω μάθει να είμαι ειλικρινής. Υπάρχουν ακόμη πολλά MF στοιχεία, τα ακούς ξεκάθαρα, έστω κι αν φαίνεται εξίσου καθαρά προς τα πού πηγαίνει το σκάφος ο King. Το «Πορτραίτο» έχει χαρακτηριστικό «ποστερ-άδικο» εξώφυλλο, ένα πραγματικά μεγάλο hit (“Halloween”), έχει μόνο εξαιρετικές στιγμές, έχει και μια underrated τραγουδάρα (“Lurking in the dark”) από αυτές που πάντα ξεχωρίζω και που προσθέτουν πόντους στο δικό μου αξιολογικό σύστημα… αλλά “Melissa”, δεν είναι. Οπότε, να ο πρώτος «άσσος» στις διασταυρώσεις. Αποτέλεσμα αγώνα: Νικητής το “Melissa”, με σκορ 3-1

 

MERCYFUL FATE’s “Don’t break the Oath” (1984)
VS
KING DIAMOND’s “Abigail” (1987)

Αν το “Melissa” ήταν το shock που ήρθε να συνταράξει τον ανυποψίαστο ακόμη κόσμο, που τότε ερχόταν για πρώτη φορά σε επαφή με τις σκοτεινότερες εκφάνσεις του heavy metal, το “Don’t break the Oath” ήταν η (διαβολική) σφραγίδα γνησιότητας που επικύρωσε τον King Diamond ως καλλιτέχνη και το μέχρι τώρα τουλάχιστον, βλάσφημο αποκορύφωμά του. Λες και ακούς ένα μελοποιημένο έργο του Dennis Yates Wheatley. Λιγότερο “progy”, πιο άμεσο, ξεκινούν οι πρώτες riff-άρες του και αμέσως καταλαβαίνεις πως οι 70s JUDAS PRIEST έχουν κερδίσει κατά κράτος τους υπολοίπους μέντορες που ακούγαμε στο “Melissa”. Εξώφυλλο; Πιο κλασσικό και από κλασσικό! Τραγούδια; “A dangerous meeting”, “Desecration of souls”, “Gypsy”, “Night of the Unborn”, “Welcome princess of Hell”, “Come to the Sabbath”… σταματώ, γιατί θα τα βάλω όλα! Θεωρητικά λοιπόν, θα είχαμε 4άρα από τα αποδυτήρια…

… αλλά λογαριάσαμε χωρίς το “Abigail”, που άφησε τον μεταλλόκοσμο με ανοικτό το στόμα. Η Miriam Natias και ο Jonathan La’Fey, η παλιά έπαυλη, οι επτά ιππείς, «το 18 που θα γίνει 9», το φάντασμα του Κόμη, η μουμιοποιημένη Abigail, η καμπάνα της εκκλησίας που χτυπάει παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει κανείς μέσα για να τη χτυπήσει, τα λουλούδια που μαραίνονται, οι δυσοσμίες που γεμίζουν το σπίτι, το τραπέζι στην τραπεζαρία στρωμένο από μόνο του για τρεις, η άδεια κούνια που λικνίζεται στον αέρα, οι επτά ασημένιες καρφίτσες και εν τέλει, αυτό που θεωρείται, όχι άδικα, αριστούργημα και για πολλούς, ό,τι καλύτερο έχει κυκλοφορήσει ο King με την προσωπική του μπάντα! Οι όποιες MERCYFUL FATE αναφορές/επιρροές του “Fatal portrait” έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, ένας νέος, εξίσου ελκυστικός ήχος αναδεικνύεται και ένα διαχρονικό έργο μας κρατά συντροφιά από τις 29 Μαΐου 1987… ή μήπως από τις 7/7/1777; Αποτέλεσμα αγώνα: Ισοπαλία, σκορ 3-3

 

MERCYFUL FATE’s “In the shadows” (1993)
VS
KING DIAMOND’s “Them” (1988)

Μια πληρέστατη εξιστόρηση όλων όσων συνέβησαν πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την κυκλοφορία του “In the shadows”, μπορείς να διαβάσεις από τον καλό συνάδελφο Κώστα «είμαι κινητή εγκυκλοπαίδεια αλλά ντρέπομαι να μιλάω μη με παρεξηγήσουν οι φελλοί» Αλατά, στο αντίστοιχο επετειακό κείμενο για τα τριακοστά γενέθλια του δίσκου. Κοίτα, η αλήθεια είναι πως πολλά συγκροτήματα που επανασυνδέονται θα ήθελαν να δημιουργήσουν ένα άλμπουμ σαν το “In the shadows”. Να έχουν, μεταξύ άλλων, έναν ΥΜΝΟ σαν το “Is that you, Melissa?” και μερικά “Egypt”, “The old oak” ή “Legend of the Headless Rider”. Και επίσης πολλά, αυτό κι αν είναι σίγουρο, θα ήθελαν να έχουν ως καλεσμένο έναν Lars Ulrich. Τον γνωστό, τον… κουλό, που παίζει tennis. Οι MERCYFUL FATE τα είχαν λοιπόν όλα αυτά, άφησαν ιστορία με το άλμπουμ της επανασύνδεσής τους το 1993, αλλά «Αυτοί», είχαν άλλη γνώμη…

Αν το “Abigail” άφησε άπαντες με ανοικτό το στόμα, το “Them” τους έριξε το σαγόνι στο πάτωμα! Ένας δίσκος ακόμη πιο βαρύς, ακόμη πιο τρομακτικός, ένας δίσκος αναβαθμισμένος σε ήχο, artwork και γενικότερη αισθητική! Η αφηγηματικότητα και η θεατρικότητα των KING DIAMOND λαμβάνουν διαστάσεις θριαμβευτικές σε ένα καταπληκτικό concept που θα συνεχιζόταν στον επόμενο δίσκο (“Conspiracy”), ο King είναι σε δαιμονισμένη (τι ταιριαστός χαρακτηρισμός, αλήθεια!) κατάσταση και εγώ εξοργίζομαι που δεν έχει βρεθεί ένας Guillermo Del Toro, να πάρει “Abigail”, “Them” και “Conspiracy” (τουλάχιστον) και να τα κάνει ταινίες, που έχουμε γεμίσει μπούρδες που δεν κάνουν ούτε για ποπ-κορν. Δίσκος – ανατριχίλα και εύκολο «διπλό». Αποτέλεσμα αγώνα: Νικητής το “Them”, με 2-4.

 

MERCYFUL FATE’s “Time” (1994)
VS
KING DIAMOND’s “Conspiracy” (1989)

Το “Time”, φίλε μου, πρέπει να είναι από τους πιο αδικημένους δίσκους όλων των εποχών. Δεν είναι μόνο τα δύο πρώτα αριστουργήματα που έχει να ανταγωνιστεί, είναι και το “In the shadows” το οποίο κερδίζει διότι ναι μεν είναι super, είναι όμως και… “reunion”. Ξέρεις τη φάση με τα reunion άλμπουμ, πάντα ασκούν μια γοητεία περίεργη στον κόσμο, καθαρά λόγω συναισθήματος. Βέβαια, αν βάλουμε τα τραγούδια τους ένα προς ένα απέναντι, το “Time” κερνά καφέ της παρηγοριάς στο τέλος το “In the shadows” αλλά δε βαριέσαι, ψιλά γράμματα. Το “Time”, να σου δώσω να καταλάβεις, έχει τόσες τραγουδάρες μέσα που μοιάζει με τη Deportivo de La Coruña των ενδόξων ημερών, όταν το Riazor «κατηφόριζε» με Makaay, Pandiani και λοιπούς και με το θεούργημα “Lady in black” να είναι ο Juan Carlos Valerón.

Όπως έγραψα κατά λέξη και στο αναλυτικό “worst to best” για το “Conspiracy”, το αξεπέραστο «μπαμ» που έκαναν και εξακολουθούν να κάνουν το “Abigail” και το “Them”, είναι πιθανότατα αυτό που κρατά ελάχιστα πίσω το “Conspiracy” στις εκάστοτε συζητήσεις περί του καλυτέρου KING DIAMOND άλμπουμ. In fact, που λένε και στα χωριά, το “Conspiracy” είναι ένα αριστούργημα που σε οποιαδήποτε θέση από το ένα ως το τρία και να το βάλεις, σωστός θα είσαι. Συνεπώς, το ματσάρισμα αυτό έχει και ένα ωραίο, ιντριγκαδόρικο background από πίσω, με την έννοια ότι συγκρούονται οι δυο αφανείς ήρωες των δύο σχημάτων του Βασιλέα. Και αν το “Time” είναι η Deportivo, το “Conspiracy” είναι η Inter του 1998 και το “Sleepless nights” o Ronaldo το Φαινόμενο. Αποτέλεσμα αγώνα: Ισοπαλία, σκορ 4-4, άλλα έξι γκολ χαμένα και από τους δύο.

 

MERCYFUL FATE’s “9” (1999)
VS
KING DIAMOND’s “The Eye” (1990)

Προς στιγμήν, μπήκα σε δεύτερες σκέψεις, όσον αφορά την επιλογή του πέμπτου και τελευταίου MERCYFUL FATE δίσκου. Βλέπεις, μου αρέσει και το “Into the Unknown”, από αυτούς είμαι. Θα πάω όμως με τη λογική και με την κοινή γνώμη, που θέλουν το “9” το πέμπτο καλύτερο MF album. Κυκλοφόρησε μόλις ένα χρόνο μετά το «δύσκολο» και κάπως αποπροσανατολισμένο “Dead again” και χαιρετίστηκε ως μια επιστροφή στις ρίζες για τη μπάντα. Τραγούδια όπως τα “Sold my soul”, “Burn in Hell”, “Kiss the demon” και “Buried alive” έφεραν με καμάρι το λογότυπο των MERCYFUL FATE πάνω τους και το “9” έχει ήδη βάλει πολύ δύσκολα στο επερχόμενο, νέο album, αν και όποτε αυτό βγει.

Στον αντίποδα, έχουμε το “The Eye”, ένα ακόμη concept (τι άλλο;) άλμπουμ από τον King, το οποίο δεν έχει ακούσει και λίγα. Η Roadrunner το «έκλασε» κανονικότατα, περιοδεία για την υποστήριξή του δεν έγινε, κάποιοι κριτικοί τότε δεν το υποδέχτηκαν όπως έπρεπε, ο κόσμος «στράβωσε» με τον ήχο των ηλεκτρονικών drums του Snowy Show και των έντονων baroque πλήκτρων… γνωστά όλα αυτά, που όμως δεν έχουν καμία σημασία όταν πατιέται το “play”. Δισκάρα το “The eye”, είναι μάλιστα από τα πιο «συμπαγή» έργα του Βασιλέα ως προς την ομοιογένειά του. Το “Eye of the witch” είναι σύνθεση για πολύ «κλειστά best of», τα “The trial”, “Burn”, “Father Picard” και το underrated διαμάντι “Behind these walls” ακολουθούν από κοντά… Εντάξει, προφανώς υπερτερεί το Μάτι εδώ. Αποτέλεσμα αγώνα: Νικητής το “The Eye”, με σκορ 1-3.

Δημήτρης Τσέλλος

ROCKWAVE FESTIVAL: SAVATAGE – MICHAEL SCHENKER – NEED – LEATHERHEAD – SIRIUS (Terra Republic, Κατερίνη – 28/6/2025)

0
Savatage

Savatage

Όνειρο θερινής νυκτός φάνταζε για τους φίλους των SAVATAGE να τους δουν για μια ακόμα φορά επί σκηνής. Ο αντίκτυπος της, προ διετίας, αποκλειστικής συνέντευξης του Σάκη Φράγκου με τον ηγέτη τους, Jon Oliva, ήταν τόσο μεγάλος σε παγκόσμιο επίπεδο και η επαναδραστηριοποίηση τους είναι πλέον γεγονός. Ο Chris Caffery στην πρόσφατη συνέντευξη το επιβεβαίωσε και η αναγγελία της εμφάνισής τους στο φετινό επετειακό Rockwave ξεσήκωσε όλους που κατέκλυσαν το Terra Republic με κάθε μέσο από κάθε γωνιά της χώρας μας.

Ευτυχώς οι καιρικές συνθήκες εκείνη τη μέρα βοήθησαν το κοινό να δει τα τρία ελληνικά συγκροτήματα να προετοιμάζουν ιδανικά τις συνθήκες για να ανέβει ο Michael Schenker με τη μπάντα του έχοντας και guest έκπληξη στο τέλος. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή για μια βραδιά που στιγμάτισε όσους δήλωσαν το παρόν.

Λευτέρης Τσουρέας

Ακριβείς στο λεπτό στην ώρα έναρξης, οι SIRIUS, έκαναν την εμφάνιση τους στην σκηνή του Rockwave Festival. Παρόλο που υπάρχουν δισκογραφικά από το 2017, ομολογώ ότι δεν τους είχα ακούσει πιο πριν, πάρα μόνο όταν ανακοινώθηκε το billing που θα πλαισίωνε την πολυαναμενόμενη συναυλία των SAVATAGE στη χώρα μας.

Η προσμονή για την εμφάνισή τους προσωπικά έγινε μεγαλύτερη στην ακρόαση της περσινής τους παρθενικής full length δουλειάς “A quest for life”με την συμμετοχή σημαντικών μουσικών όπως ο Tim “Ripper” Owens και ο Derek Sherinian σε φωνητικά και keyboards αντίστοιχα, ο καθένας σε μια σύνθεση. Στην περίπου μισή ώρα της εμφάνισης τους, απέδειξαν ότι το Ελληνικό heavy metal έχει έναν ακόμα καλό αντιπρόσωπο, σε όσους αρέσκονται να ακούν ένα heavy/power συγκρότημα. Αν και στατικοί, έκαναν ότι μπορούσαν για να «ανεβάσουν» όσους ήταν προσηλωμένοι στο stage και δεν έψαχναν για σκιά, κάτι που κατάφεραν, βάση αντιδράσεων του κόσμου.

Λόγω του σχετικά περιορισμένου χρόνου της εμφάνισης τους, προτίμησαν να μην μιλάνε πολύ, μη προλογίζοντας τα τραγούδια από το άλμπουμ και ένα από το EP τους και να τα αποδώσουν με τον όσο δυνατόν καλύτερο τρόπο, κάτι που έγινε, αφού είχαν και τον ήχο σύμμαχο τους από το πρώτο δευτερόλεπτο, κάτι που δεν συνηθίζεται και τόσο συχνά. Το ζεστό χειροκρότημα του κόσμου ήρθε πολύ φυσικά και χωρίς δισταγμό, από ένα γκρουπ, που αν και «άγουρο» ζωντανά ακόμα, δείχνει καλά δείγματα γιατί εκτός της μουσικής του έχει και προσεγμένο στήσιμο επί σκηνής, και στιλιστικά αλλά και με την όποια γενικότερη έννοια.

Επόμενοι στην σειρά, ήταν οι LEATHERHEAD, οι οποίοι «ανέβηκαν» στην σκηνή περίπου πέντε λεπτά πριν την προκαθορισμένη ώρα εμφάνισής τους. Προσωπικά για τους συγκεκριμένους, είχα ακόμα μεγαλύτερη προσμονή, σχετικά με τους προηγούμενους, γιατί αφενός το πάρα πολύ καλό περσινό παρθενικό τους άλμπουμξ, αφετέρου τα θετικά σχόλια που έχουν αποκομίσει μέχρι στιγμής, ήταν πόλος έλξης για να θες να τους δεις ζωντανά. Στα περίπου 40 λεπτά που ήταν στο stage απέδειξαν ότι ό,τι έχει «ακουστεί» γι’ αυτούς είναι πλήρως αληθές. Όντας από το πρώτο δευτερόλεπτο πολύ ενεργητικοί και κινητικοί, φυσικά εξαιτίας και της μουσικής τους που είναι άκρως ξεσηκωτική, πραγματοποίησαν μια πολύ καλή εμφάνιση. Έχοντας επιλέξει να εκφράζονται μουσικά με συνθέσεις που υμνούν το Αμερικανικό speed/heavy/power metal, ακόμα και αν δεν αρέσκεσαι σε αυτό ιδίωμα, η μουσική τους δεν γίνεται να σε αφήσει ατάραχο, χωρίς να κουνάς ένα μέλος των άκρων του σώματος σου.

Παράλληλα και τα μέλη του γκρουπ, με μπροστάρη τον πολύ χαρισματικό τραγουδιστή, με την ιδιαίτερη χροιά του ο οποίος «αλώνιζε» την σκηνή συνεχώς, έκαναν ότι μπορούσαν για να συμμετείχε και ο κόσμος ενεργά στην εμφάνισή τους. Βάση τελικής εικόνας, το κατάφεραν, δημιουργώντας μια ωραία αλληλεπίδραση κοινού και γκρουπ. Δυστυχώς, παρόλο που και σε αυτούς, ο ήχος που συνόδευε τα τραγούδια τους ήταν γενικά καλός, στην αρχή λόγω του αέρα, δεν ακούγονταν πολύ καθαρά, ευτυχώς σε ένα τραγούδι, ενώ προς το τέλος πάλι κάποια μικρά τεχνικά ηχητικά προβλήματα, έστω και για πολύ μικρό χρονικό διάστημα επισκίασαν, ελαφρώς, την ομολογουμένως πολύ καλή εμφάνιση τους.

Το υλικό τους είναι πολύ καλό, κάτι που φάνηκε και από το καινούργιο τραγούδι που έπαιξαν, που κινείται στα ίδια πολύ ποιοτικά επίπεδα της παρθενικής τους δουλειάς. Οι μικρές λεπτομέρειες όμως σε ένα συγκρότημα είναι αυτές που θα κάνουν το «πακέτο» να ξεχωρίσει. Οι LEATHERHEAD έχουν και το ταλέντο και τα φόντα για να πρωταγωνιστήσουν. Σίγουρα ό,τι κάνουν αξίζει και με το παραπάνω, και με τις συνθέσεις που έχουν, το μέλλον σίγουρα τους ανήκει.

Το τρίτο και τελευταίο Ελληνικό συγκρότημα της βραδιάς ήταν οι NEED, ένα σχήμα που δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις αφού αποτελεί ένα από τα κορυφαία σχήματα του progressive metal της χώρας μας. Φέτος «κλείνουν» 20 χρόνια παρουσίας στην σκηνή, οπότε για τα μέλη ήταν η καλύτερη ευκαιρία να το γιορτάσουν, την συγκεκριμένη μέρα. Στα περίπου 45 λεπτά που ήταν επί σκηνής απέδειξαν για ακόμα μια φορά ότι η φήμη που τους ακολουθεί μόνο τυχαία δεν είναι. Έχοντας την εμπειρία πολλών ζωντανών εμφανίσεων, ήταν πολύ άνετοι, αποδίδοντας τα τραγούδια τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Ομολογουμένως το ιδίωμα που αρέσκονται να εκφράζονται μουσικά, δεν έχει τα τόσο ξεσηκωτικά τραγούδια που χαίρουν υψηλού tempo και ταχύτητας. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που ο κόσμος στην διάρκεια κάθε σύνθεσης τους ήταν στατικός στην θέση του, σχετικά με τα δυο προηγούμενα συγκροτήματα, κάθε φορά όμως που τέλειωνε ένα τραγούδι, οι αντιδράσεις του ήταν ιδιαίτερα θερμές προς αυτούς.

Οι ίδιοι όμως έχουν καταφέρει στα χρόνια παρουσίας τους, να δημιουργήσουν συνθέσεις, που και το ιδίωμα να μην είναι στα αγαπημένα σου, όπως για τον γράφοντα, αν βρεθείς σε κάποιο live τους, χωρίς να το έχεις διαλέξει επί τούτου να το δεις, θα περάσεις καλά ακούγοντάς τους. Έτσι ήταν και εκείνη η βραδιά. Από τον frontman Γιάννη Βογιαντζή λίγο βραχνιασμένο μεν, αρκετά όμως προσιτό και άνετο επί σκηνής δε, να δίνει το σύνθημα και τους άλλους να ακολουθούν, μας χάρισαν άλλη μια εξαιρετική εμφάνιση, όντας όλοι σε εξαιρετική φόρμα.

Για τρίτο συνεχόμενο γκρουπ, ο ήχος που συνόδευε τις συνθέσεις ήταν τέτοιος που σε έκανε να μην ασχολείσαι με κάτι άλλο όση ώρα ήταν επί σκηνής. Όσο τους το επέτρεπε ο χρόνος που είχαν, τίμησαν έστω και με ένα τραγούδι, εκτός του άλμπουμ τους “The wisdom machine”, κάθε τους δισκογραφική κίνηση, με την μερίδα του λέοντος να κερδίζει το “Hegaiamas-A Song For Freedom”. Κάπως έτσι, οι φανατικοί υποστηρικτές τους, λογικά θα έμειναν άκρως ικανοποιημένοι, και οι υπόλοιποι απολάμβαναν ζωντανά έναν από τους καλύτερους μουσικούς πρεσβευτές που έχει η χώρα μας. Μόνο τυχαίο δεν ήταν που όσος κόσμος ήταν στο χώρο, τους χειροκρότησε πολύ «ζεστά» όταν τέλειωσαν την άκρως επαγγελματική τους εμφάνιση. Τώρα που ξαναείναι και κάπως πιο ενεργοί, μακάρι να μπουν στο studio και να κυκλοφορήσουν ένα καινούργιο άλμπουμ, γιατί σίγουρα το πολυπληθές κοινό τους αδημονεί.

Θοδωρης Μηνιάτης

Πριν ανέβουν οι SAVATAGE στη σκηνή του Rockwave, ο θρυλικός Michael Schenker ξεκίνησε το δικό του set, γεμίζοντας την ατμόσφαιρα με γερή δόση hard rock και classic UFO αισθητικής. Ο Schenker, αναμεσά τους πιο επιδραστικούς κιθαρίστες όλων των εποχών, έθεσε στο έλεός του ένα κοινό έτοιμο να απολαύσει την μαγεία της μουσικής του. Το Terra Republic, είχε ήδη πολύ κόσμο, αποδεικνύοντας πως η επιρροή του παραμένει ισχυρή και ζωντανή, μέσα από τα πολλά χρόνια της σημαντικής καριέρας του.

Ιδιαίτερο κεφάλαιο της εμφάνισης ήταν η συμμετοχή του Έλληνα τραγουδιστή Roberto Dimitri Liapakis, γνωστού ως R.D. Liapakis, που ανέλαβε το μικρόφωνο μετά την αναγκαστική αποχώρηση από την περιοδεία του Erik Grönwall. Ο Liapakis από τους MYSTIC PROPHECY με φωνητική έκταση και πάθος, κέρδισε το χειροκρότημα του κοινού. Η φωνή του έντυσε πανέμορφα κομμάτια από το παρελθόν του Schenker, καταδεικνύοντας ότι ήταν η ιδανική επιλογή για αυτή τη στιγμή.

Η κορύφωση της Ελληνικής «συμμετοχής» στο live ήρθε όταν στο τέλος του σετ, όταν ο Gus G., ο διάσημος Έλληνας κιθαρίστας με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη, ανέβηκε on stage για το τελευταίο κομμάτι. Ο Michael Schenker παρουσίασε ένα σύνολο επιλεγμένων κομματιών από την καριέρα του στους UFO. Το κοινό ταξίδεψε μέσα από riffs που στιγμάτισαν την ιστορία του hard rock, με το αποτέλεσμα να είναι μια περίπου ώρα ενέργειας και ηλεκτρισμού που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι headlining.

Η βραδιά, πριν από το μεγάλο reunion show των SAVATAGE, εξελισσόταν ιδανικά, με ένα κοινό που ανταποκρίθηκε θερμά. Η θέα και η παρουσία ενός πραγματικού θρύλου της σκληρής μουσικής πάνω στην σκηνή, κομμάτια που συνόδεψαν μεγάλες στιγμές όλων των παρευρισκομένων, χάρισαν κάτι παραπάνω από μια ακόμα συναυλιακή εμπειρία στον κόσμο. Ήταν συγκινητική και βαθύτατα ουσιαστική.

Το set του μεγάλου Michael Schenker, στάθηκε ως μία συνοπτική λόγω διάρκειας αλλά γεμάτη ένταση στιγμή σε μια ιστορική rock βραδιά. Το πρόγραμμα περιλάμβανε τραγούδια – σταθμούς. Εκτός από το πολυαγαπημένο “Doctor doctor”, ακούσαμε τα “Rock bottom”, “Lights out”, “Can you roll her”, και “Shoot shoot”, με το κοινό να συμμετέχει σε κάθε ρεφρέν. Η κιθαριστική του δουλειά παρέμεινε αψεγάδιαστη, ποιος περίμενε άλλωστε κάτι διαφορετικό; Το κοινό βίωσε όλη την ουσία του ευρωπαϊκού hard rock των ’80s, παιγμένου από τον ίδιο τον δημιουργό του.

Ο θεσμός της μουσικής συνέδεσε διεθνείς και εγχώριες δυνάμεις, με τον Schenker να αποδεικνύει γιατί θεωρείται «πατέρας» για πολλούς σύγχρονους κιθαρίστες. Το κοινό έζησε μια ισχυρότατη συναισθηματική σύνδεση, που έθεσε ψηλά τον πήχη για τη συνέχεια με τους SAVATAGE.

Το βράδυ της 28ης Ιουνίου 2025, στο Terra Republic κοντά στη Θεσσαλονίκη, οι θρυλικοί SAVATAGE έκαναν την πολυαναμενόμενη τους επιστροφή στη σκηνή μετά από 23 χρόνια απουσίας από την Ελλάδα. Η αίσθηση της δικαίωσης και της συγκίνησης ήταν ήδη ψηλά πριν ακόμη ανέβουν στη σκηνή, καθώς η είδηση ότι θα εμφανίζονταν στην χώρα μας, στην βόρεια έκδοση του Rockwave Festival, είχε ήδη συγκινήσει τους πιστούς. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο Zak Stevens, το να ξαναβρεθούν μπροστά σε ένα κοινό που τους χαρακτηρίζει αποτελούσε κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Και όντως, η ατμόσφαιρα ήταν πρωτόγνωρη, σαν να ξαναζωντάνεψε ένα κομμάτι της ιστορίας και της ψυχής τους.

Η απόλυτη σύνδεση με το Ελληνικό κοινό υπήρξε συνεχές και διαχρονικό σημείο αναφοράς. Η ίδια μαγεία επανήλθε σε αυτό το live. Καλές αναμνήσεις ξύπνησαν, αλλά με νέες δόσεις ενέργειας και συγκίνησης. Η γενικότερη ατμόσφαιρα ενός festival που μεταφέρθηκε πιο…βόρεια, έκανε τη βραδιά ακόμη πιο ξεχωριστή.

Η σύνθεση που ανέβηκε στη σκηνή ήταν η εμβληματική από το “Wake of Magellan”. Zak Stevens στα φωνητικά, Johnny Lee Middleton στο μπάσο, οι κιθαρίστες Chris Caffery και Al Pitrelli και ο Jeff Plate στα τύμπανα. Ωστόσο, το βάρος της «θλίψης» για την απουσία του ιδρυτή και βασικού συνθέτη, Jon Oliva, ήταν αισθητό. O Mountain King, το Βουνό, εξαιτίας σοβαρών προβλημάτων υγείας δεν κατάφερε να συμμετάσχει στην περιοδεία, η στιγμή όμως που κορυφώθηκε αυτό το συναισθηματικό κύμα ήταν στο “Believe”. Εκεί, εμφανίστηκε στην οθόνη να τραγουδά συνοδευόμενος από το πιάνο του. Η στιγμή αυτή ήταν συγκλονιστική, καθώς ο Oliva, παρά την απόσταση, είναι η σαφής συνέχεια και σύνδεση με την ψυχή των SAVATAGE. Η τεχνολογία, η καρδιά και η μουσική ενώθηκαν και δημιούργησαν μία μοναδική στιγμή. Δεν ήταν απλά μια αναφορά, αλλά μια ζωντανή επιστροφή του ιδρυτή, έστω και δι΄ αυτού του τρόπου. Φωτογραφίες του αδικοχαμένου Criss Oliva στο φόντο, έκαναν την κατάσταση ακόμα πιο ηλεκτρισμένη, με την αποφόρτισή της να έρχεται μέσα από την μουσική.

Το setlist χορταστικό, με την μερίδα του λέοντος να ανήκει στα άλμπουμ που ηχογραφήθηκαν με το συγκεκριμένο line up, χωρίς φυσικά να απουσιάζουν τραγούδια από όλη την πορεία των Αμερικανών. “The Ocean”, “Welcome to the show”, “The wake of Magellan” και “Handful of rain”. “Gutter ballet”, “Edge of thorns” και φυσικά “Hall of the Mountain King”μας ταξίδεψαν μέσα στην ιστορία μίας από τις πλέον αγαπημένες μπάντες του Ελληνικού κοινού, στην οποία η ιστορία χρωστάει και πρέπει να ανταποδώσει τα οφειλόμενα. Οι επιλογή αυτή των τραγουδιών, ίσως δεν ικανοποίησε άπαντες, όμως αυτό δεν στάθηκε ικανό να αποτρέψει ένα μεγάλο σε αριθμούς κοινό να γίνουν ξανά έφηβοι, ανταποδίδοντας στην μπάντα την αγάπη που λάμβανε.

Το συναυλιακό γεγονός αυτό δεν ήταν απλά μία ακόμα ζωντανή εμφάνιση, ήταν μια πολιτισμική στιγμή. Επαναβεβαίωσε τη θέση των SAVATAGE όχι απλώς ως θρύλων του progressive/power metal, αλλά ως ζωντανής ψυχής της μεταλλικής σκηνής, μετά από δεκαετίες. Η βόρεια μετακίνηση του Rockwave και η επιλογή τους ως headliners επιβεβαίωσε ότι η επιρροή τους είναι ακόμη δυνατή και ζωντανή. Παράλληλα, η ανακοίνωση πως εργάζονται ήδη για νέο στούντιο άλμπουμ το 2026 με τους ίδιους στην σύνθεση, ενισχύει αυτή την αίσθηση αναγέννησης, με το σχήμα να υπόσχεται ότι θα επιστρέψει στη χώρα μας, όχι μετά από δύο δεκαετίες αλλά «του χρόνου», όπως ο Zak ανακοίνωσε, ίσως με νέο υλικό στις αποσκευές του. Η βραδιά αποτέλεσε ένα σημείο καμπής. Μια μαγική στιγμή που έδωσε έμπνευση τόσο στη μπάντα όσο και στο κοινό, δείχνοντας ότι το παρελθόν και το παρόν μπορούν να συνυπάρξουν δυναμικά.

Η συναυλία των SAVATAGE στο Terra Republic δεν ήταν απλά μια επιστροφή. Ήταν ένα συγκινητικό, συλλογικό «γυρνώντας σπίτι» για μια μπάντα που ενσωματώνει ιστορική σημασία και συναισθηματική βαρύτητα και ένα κοινό που δεν ξέχασε ποτέ. Η απουσία του Jon Oliva, έστω κι αν καλύφθηκε προσωρινά με βίντεο, δεν λειτούργησε αρνητικά αλλά αντιθέτως, πρόσθεσε βάθος και συμβολισμό. Η επιλογή των κομματιών, η σύνδεση με το κοινό και η επιστροφή στη σκηνή μετά από τόσα χρόνια δημιούργησαν μια εμπειρία που θα μείνει ανεξίτηλη στη συλλογική μνήμη.

Όσοι παρευρέθηκαν, φέρουν πλέον μέσα τους αυτήν την συλλογική μνήμη, μια ανάσα ιστορίας, ενότητας και μεταλλικής μαγείας.

Υ.Γ. Σκόπιμα δεν αναφέρθηκε στο παραπάνω κείμενο τίποτα από όλα αυτά που συζητήθηκαν από το κοινό κατά τη διάρκεια του τριημέρου του Rockwave στον βορρά. Ο γράφων θα πει απλά πως ναι, περιθώρια βελτίωσης ΦΥΣΙΚΑ και υπάρχουν και ναι ελλείψεις ΦΥΣΙΚΑ υπήρξαν. Υπήρξε όμως και η μουσική, αυτή για την οποία η ταλαιπωρία καμιά φορά φαντάζει μικρή. Αν το φεστιβάλ σκοπεύει να συνεχίσει να διοργανώνει βραδιές και στον βορρά, καλό θα είναι αυτές τις ελλείψεις να τις «ακούσει» και να τις αντιμετωπίσει. Αυτό θα είναι ευεργετικό και για το ίδιο αλλά πρωτίστως για τον κόσμο ο οποίος απέδειξε ότι αυτό που αγαπάει το τιμά. Οι καλύτερες συνθήκες, θα γιγαντώσουν και το πλήθος του κόσμου αλλά και τον θεσμό τον ίδιο.

Φανούρης Εξηνταβελόνης
Φωτογραφίες: Λευτέρης Τσουρέας

A day to remember… 29/6 [AGENT STEEL]

0
Agent

Agent

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Skeptics Apocalypse” – AGENT STEEL
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Combat Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jay Jones, Dean Davis, Tom Coyne
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
John Cyriis – Φωνητικά, κιθάρα
Juan García – Κιθάρες
Kurt Colfelt – Κιθάρες
George Robb – Μπάσο
Chuck Profus – Τύμπανα

Έτος 1982: Στις Η.Π.Α ο «τυφώνας Heavy Metal» σαρώνει ήδη τα πάντα στο πέρασμά του, ειδικά μετά τις τελευταίες αμερικανικές περιοδείες των JUDAS PRIEST και IRON MAIDEN. Η οργισμένη νεολαία των Η.Π.Α, αυτή που θέλει να διαφοροποιηθεί από την pop κουλτούρα της disco, ενθουσιάζεται από το βρετανικό ατσάλι (μη ξεχνάμε πως στα 70s δεν υπήρχε ούτε μια heavy metal μπάντα στη χώρα του θείου Σαμ, πλην των θρυλικών RIOT), μαγεύεται θα έλεγε κανείς από αυτήν την «φρέσκια», επαναστατική μουσική και είτε ως ακροατής είτε ως εκκολαπτόμενος μουσικός, την ακολουθεί πιστά, φτιάχνοντας το «αντίπαλο στρατόπεδο».

Κάπου στο Los Angeles, ένας τέτοιος έφηβος, ένας μυστηριώδης Βραζιλιάνος, γεννηθείς στο Σάο Πάολο, κυκλοφορεί ανάμεσα στον ανυποψίαστο κόσμο ως João Campos και ως Jean Pierre Camps. Πρώην σπουδαστής κιθάρας στο G.I.T., ξεκινά την ενασχόλησή του με τη μουσική στους BLIND FANTASY μαζί με τον drummer Dan McConomy, τον οποίο θα συναντούσαμε ξανά αργότερα, υπό άλλες συνθήκες. Κάπου εδώ, πάρε χαρτί και μολύβι και κράτα σημειώσεις. Οι BLIND FANTASY δεν έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής και δίνουν τη θέση τους στους SANCTUARY (καμία σχέση με τους συνονόματους του Warrel Dane), όπου ο João Campos γίνεται John Camps και κάνει μουσική παρέα με τους Chuck Profus (τύμπανα) και Mike Zaputil (μπάσο, μεταξύ άλλων και στους MALICE και ARMORED SAINT).

Τέλη του ιδίου έτους, αρχές του επομένου: Ο John Camps δε νιώθει και πολύ άνετα σε αυτό το σχήμα και φτιάχνει τους MEDUSA, ένα βραχύβιο (εννοείται) σχήμα, που θα αποτελέσει όμως σκαλοπάτι για να τον δούμε, ως κιθαρίστα πάντα, στους SCEPTRE των αδερφών Tony και Phil Sardo, όπου θα ηχογραφήσει το πρώτο, ομότιτλο cult demo. Το demo τους ανοίγει την πόρτα για τη μυθική σειρά συλλογών “Metal Massacre” και συγκεκριμένα το τέταρτο μέρος. Το μέλλον φαίνεται αισιόδοξο, αλλά ο John «την κοπανάει» κι από εκεί και πηγαίνει στους ABATTOIR του Juan García, οι οποίοι έχουν επίσης ένα demo και φαίνεται πως έχει έρθει η ώρα τους. Αλλάζει όνομα σε John Syriis, γίνεται τραγουδιστής και ηχογραφεί μαζί τους το demo “Screams from the grave”, για να ξαναπάρει έτσι μέρος στο τέταρτο μέρος της Metal Massacre, με δεύτερη μπάντα.

Εννοείται πως ούτε εκεί θα μείνει. Ούτε μισό χρόνο μετά, τέλη του 1983 με αρχές του 1984, ο Syriis γίνεται Cyriis, πιάνει πόστο τραγουδιστή στους VERMIN, ηχογραφεί άλλο ένα demo και εκεί που έχουμε ήδη ζαλιστεί από το «πέρα-δώθε» και λέμε από μέσα μας «βάλε κ@λο χάμω ρε φίλε επιτέλους», έρχονται τον Ιούνιο του 1984 οι Dave Mustaine και David Ellefson, οι οποίοι έχοντας οσμιστεί το «λαβράκι», του προτείνουν θέση τραγουδιστή για τους νεοσύστατους τότε MEGADETH. Ο João Campos ή Jean Pierre Camps που έγινε John Camps, που έγινε John Syriis, που έγινε John Cyriis, «που έφεγγε και κένταγε η κόρη το μαντήλι, ντίλι ντίλι ντίλι» δέχεται, τα χέρια δίνονται, αλλά μόνο για οκτώ μήνες.

Πρώτο μισό του 1984: Παράξενα οχήματα πετούν στον αέρα, αψηφώντας τα μέχρι τώρα τεχνολογικά δεδομένα. Περίεργες φιγούρες εμφανίζονται και εξαφανίζονται, αφήνοντας το «χνάρι» τους εκεί όπου θεάθηκαν. Ακατανόητα ευρήματα, ενισχύουν την άποψη πως «εκεί έξω», από αρχής ανθρωπίνου πολιτισμού, δεν είμαστε μόνοι. Η NASA τηρεί «σιγή ιχθύος», οι αρχές καθησυχάζουν, αλλά ο κόσμος ανησυχεί. Τι συμβαίνει πραγματικά; Ο Cyriis δε «χάφτει την παραμύθα», παθιάζεται, «καταβροχθίζει» κάθε πιθανή, λογική, απίθανη και παράλογη «πληροφορία» και γράφει, γράφει, γράφει… Ο Mustaine όμως δε θέλει να ακολουθήσουν οι MEGADETH αποκλειστικά sci-fi θεματολογία, οπότε, του δίνει «τα παπούτσια στο χέρι»… Επειδή όμως ξέρουμε τι εστί Cyriis, λογικά τα πήρε μόνος του και έφυγε.

Για το πως θα ακούγονταν οι METALLICA με frontman τον John Bush των ARMORED SAINT, δεν ήταν δύσκολο να το φανταστούμε και το ακούσαμε στο καταπληκτικό party στο San Francisco, το 2011. Υπάρχει και το αντίστοιχο video, όπου ο Bush τα παίρνει όλα παραμάζωμα, στο “The four horsemen”. Στην αντίστοιχη περίπτωση του Cyriis, μπορούμε μόνο εικασίες να κάνουμε… Τι λες, θα ταίριαζε;

Και φτάνουμε (ουφ) στο καλοκαίρι του 1984… Στις 23 Ιουλίου, ο Cyriis βρίσκεται στα γραφεία της κομητείας του L.A και δηλώνει την έναρξη εργασιών των AGENT STEEL. Μαζί του θα είχε τον παλιό του γνώριμο Chuck Profus, τους κιθαρίστες Bill Simmons και Mark Marshal (μετέπειτα SAVAGE GRACE) και τον μπασίστα George Robb. O Simmons δίνει σχεδόν αμέσως τη θέση του στον Jon Gott και με την σύνθεση αυτή ηχογραφείται το demo “144,000 gone”, περιέχοντας το ομότιτλο έπος του Cyriis, γραμμένο από την εποχή των SPECTRE. Το πρώτο AGENT STEEL κομμάτι που άκουσα ποτέ, αν και δεν σε ενδιαφέρει αυτή η λεπτομέρεια.

Μια νέα αλλαγή στις κιθάρες, οδηγεί εκτός τους Gott και Marshal, υποδέχεται τον γνωστό μας Juan Bautista Sánchez García (πάντα ήθελα να γράψω το πλήρες του όνομα) των ABATTOIR και τον Kurt Colfelt (μετέπειτα στους θεούς HOLY TERROR) και το “Second demo” είναι γεγονός, με τον κόσμο να ακούει για πρώτη φορά τα “Evil eye, evil minds”, “Agents of Steel”, “Bleed for the godz” και “Guilty as charged”, σε μια κάπως πρώιμη μορφή …

Τα άκουσε και η Combat Records και τους έδωσε το πρώτο τους συμβόλαιο, ώστε να κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο άλμπουμ τους. Ηχογραφημένο στα Indigo Ranch Studios, «κάπου» στο Malibu (που ακριβώς, δεν ξέρει κανείς) και master-αρισμένο στα Frankfort Wayne Studios της Νέας Υόρκης, από τον Δεκέμβριο του 1984 έως τον Φεβρουάριο του 1985, το “Sceptics Apocalypse” κυκλοφόρησε μια κάποια, άγνωστη, ημέρα του Ιουνίου και αλήθεια, πολύ θα ήθελα να ζούσα εκείνη την εποχή, για να δω από πρώτο χέρι τις αντιδράσεις των metalheads στο άκουσμα αυτού του δίσκου. Με τι έμοιαζε; Θα μπορούσα να το περιγράψω ως μια ξέφρενη, παρανοϊκή, λυσσώδη ένωση των JUDAS PRIEST του “Stained Class”, με τους SLAYER του “Show no mercy”. Και να ισχυριστώ πως κάτι τέτοια albums, είναι που ορίζουν την πεμπτουσία του όρου “speed metal”!

Για τα οκτώ τραγούδια που περιέχονται στο “Skeptics Apocalypse”, τι λόγος να γίνει… έχουν ειπωθεί τα πάντα, στο πέρασμα όλων αυτών των σαράντα (40) ετών. Κατ’ εμέ πάντα, ξεχωρίζουν ο ομώνυμος κεραυνός, με την ασύλληπτη ακροτελεύτια νότα από τον Cyriis, τα ορμητικά “Evil eye, evil minds” (Cyriis και Profus σε άτυπο ανταγωνισμό του ποιος θα κερδίσει τις εντυπώσεις), “Taken by force”, “Bleed for the godz” και το “144,000 gone”, με τις κιθαριστικές λεπίδες και την ακροβατική ερμηνεία του Cyriis. Απόλυτα highlights, τα credits στο οπισθόφυλλο και η αντικατάσταση της λέξης “vocals”, στον ρόλο του John Cyriis στη μπάντα, με τη φράση “communicative channel”.

Ένας Cyriis ο οποίος, στο δικό του πια συγκρότημα, αφήνει ελεύθερη την στιχουργική του έμπνευση/λόξα να καταπιαστεί με εξωγήινους, αρχαία μυστήρια, απαγορευμένη τεχνολογία και άλλα τέτοια συναφή θέματα επιστημονικής φαντασίας και «ντύνει» τους στίχους του με τέτοια μουσική και τέτοιες αμίμητες φωνητικές ακροβασίες, που ο χαρακτηρισμός «ακραίο metal» δε θα ακουγόταν διόλου υπερβολικός. Οι live εμφανίσεις με μπάντες όπως οι SLAYER, METAL CHURCH, EXODUS, HALLOW’S EVE μεγαλώνουν το shock και το μέλλον φαντάζει λαμπρό!

Λίγο μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, ο Colfelt ήρθε σε ρήξη με τον Cyriis κι αντικαταστάθηκε από τον Bernie Versailles (βλ. ENGINE, REDEMPTION, FATES WARNING). Μαζί του οι AGENT STEEL κυκλοφορούν το EP “Mad Locust rising”, το οποίο περιέχει εκτός του ομώνυμου κομματιού, το medley “Let it be done/Day at Guyana” και μια τρομερή διασκευή στο “The Ripper” των JUDAS PRIEST. Το ΕP αυτό στέλνει τη μπάντα σε ευρωπαϊκά shows μαζί με τους ANTHRAX και OVERKILL (εντάξει, καλούτσικο «πακέτο») και κρατά «ζεστούς» τους οπαδούς μέχρι το δεύτερο LP, που θα έρθει την επόμενη χρονιά και θα αφήσει ξανά άπαντες με ανοικτό το στόμα.

Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία… όταν την πούμε, θα θέσουμε και ένα αιώνιο ερώτημα που ακόμη ψάχνει απάντηση.

ΥΓ: Αφιερωμένο στη μνήμη του Chuck Profus, που «έφυγε» την 6η Ιουνίου…

Δημήτρης Τσέλλος

A day to remember… 29/6 [HATE ETERNAL]

0
Hate

Hate

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “I, monarch” – HATE ETERNAL
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Earache
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Erik Rutan
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, κιθάρες – Erik Rutan
Μπάσο – Randy Piro
Drums – Derek Roddy

Το “Conquering the throne” (1999) ήταν η πρώτη προειδοποίηση: αυτοί οι κύριοι που λέγονται HATE ETERNAL, θα αφήσουν εποχή. Κάποιοι τότε, μουρμούριζαν ωστόσο “ε, είναι ένα one-off project φτασμένων μουσικών, σιγά μην έχει συνέχεια”. Το “King of all kings” (2002) που είναι και το αγαπημένο μου, γράφτηκε ως απάντηση σε αυτές τις φωνές, με πλήρως αυθεντική την απόδοση των μελών της μπάντας (ήτοι μηδενικό editing – πράγμα που λέει πολλά για το επίπεδό τους). Τίποτα δεν έδειχνε ικανό να σταματήσει το σχήμα αυτό από το να κατακτήσει ό,τι του αξίζει.

Με παραγωγή ξανά από τον πολυπράγμονα Erik Rutan, ετοιμάζουν το τρίτο και πιο κρίσιμο τους πόνημα. Και στις 27 Ιουνίου, το υπέρτατο “I, monarch” (2005) κυκλοφορεί και οπλοφορεί. Ένα εκπληκτικό άλμπουμ βάναυσου death metal. Πως διαφοροποιείται το άλμπουμ αυτό από τα δύο προηγούμενα και πως κινείται υπό το βάρος μιας τέτοιας κληρονομιάς; Περισσότερα πράγματα είτε σε πιο mid-tempo riffs στο “Path to the eternal gods” ή “The plague of humanity”, ή το αργό riff στο “It is our will” ή το “χάσιμο” μπάσιμο του “Sons of darkness”.

Χώρια το υπέροχο instrumental “Faceless one” όπου ακούς τους HATE ETERNAL να κλείνουν εμφατικά το δίσκο με κάτι που βγαίνει έξω από τα νερά τους. Από τα εισαγωγικά tribal τύμπανα, στο mid-tempo riffing (ενίοτε πιο τεχνικό) και τα γλυκά μελωδικά leads του Rutan, αυτό το κομμάτι θα έδειχνε το δρόμο σε ανάλογες πιο περιπετειώδεις στιγμές των Αμερικανών, μελλοντικά. Από την άλλη, επειδή δίσκο HATE ETERNAL ακούμε, του blastbeat το κάγκελο σε οδοστρωτήρες όπως το “Two demons”, το “Behold judas”, το “The victorious reign” και ακόμα και το φανταστικό ομώνυμο που για τον γράφοντα ήταν από τα πρώτα death metal video clip που είδε ποτέ σε πραγματικό χρόνο.

20 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το “I, monarch” (2005) αποτέλεσε κρίσιμο σημείο της καριέρας ενός από τα μεγαλύτερα πνευματικά τέκνα των MORBID ANGEL, που στις αρχές του 2000 μαζί με τους NILE θα χαράσσανε νέους δρόμους για το ιδίωμα. Ο κύριος Rutan, θα μας χάριζε δισκάρες ως και το 2018 με το “Upon desolate sands” με τη μπάντα να μπαίνει ελαφρώς στον πάγο με την είσοδο του στους CANNIBAL CORPSE το 2019. Αλλά αυτά είναι άλλες ιστορίες, για άλλα κείμενα….

Did you know that?

– Το ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ εξώφυλλο ανήκει στον κύριο Paul Romano. Εξώφυλλο που οι κάτοχοι της slipcase έκδοσης θα είχαν και σε μικρή διπλής όψεως αφίσα.

– Τελευταίο άλμπουμ στην Earache προτού μεταπηδήσουν στην Metal Blade για άλλους δύο δίσκους και έπειτα στην Season Of Mist, όπου μένουν ως και τις μέρες μας.

– Ακολουθήθηκε από το πρώτο DVD της μπάντας με τίτλο “The perilous fight” (2006), που αποτέλεσε την τελευταία κυκλοφορία γενικά για λογαριασμό της Earache.

Γιάννης Σαββίδης

Δείτε το Instagram Live Chat με τη Sonia Anubis (COBRA SPELL) για το Rock Hard Festival Greece

0
Cobra

Cobra

Την Τετάρτη 25/6, ο Σάκης Φράγκος έκανε ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον Instagram Live Chat με τη Sonia Anubis, κιθαρίστρια και ιδρυτικό μέλος των COBRA SPELL, που θα έρθουν στο Rock Hard Festival, την Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου, μαζί με τους HAMMERFALL, OVERKILL, INNERWISH και GANZI GUN.

Δείτε από κάτω ολόκληρη την κουβέντα που έκαναν και κράτησε μία ώρα, καλύπτοντας πολλές πτυχές της καριέρας της γλυκύτατης Sonia Anubis.

Τα υπόλοιπα, στο Rock Hard Festival Greece!!!

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη COBRA SPELL (@cobraspell)

A day to remember… 28/6 [AC/DC]

0
ACDC

ACDC

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Fly on the wall”- AC/DC
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΙΑ: Atlantic Records
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Angus & Malcolm Young
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Brian Johnson
Lead κιθάρες – Angus Young
Ρυθμικές κιθάρες – Malcolm Young
Mπάσο – Cliff Williams
Τύμπανα – Simon Wright

40 χρόνια “Fly on the wall” σαν σήμερα, ένας δίσκος που προσωπικά τον πρόλαβα στην εποχή του, μάλιστα ήταν ο δεύτερος της μπάντας μετά το “Flick of the switch” που αγόρασα real time που λένε, σε κασέτα εταιρίας από την Ελληνική WEA και την έχω φυσικά μέχρι σήμερα. Ας δούμε όμως την κατάσταση στο στρατόπεδο των AC/DC στα μέσα της δεκαετίας του ‘80.

Όπως γνωρίζετε οι περισσότεροι, μετά την τεράστια επιτυχία του “Back in black” και “For those about to rock” η μπάντα είχε περάσει σε άλλα επίπεδα δημοτικότητας, μάλιστα στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 80 ήταν όχι μόνο ήταν ένα τεράστιο όνομα αλλά ήταν το πιο δημοφιλές σχήμα του hard rock/heavy metal εκείνη την εποχή. Στο “Flick of the switch” η μπάντα αποφάσισε να γυρίσει πίσω στον πρώιμο ήχο τους και για να το πετύχει αυτό αποφάσισε να αναλάβει την παραγωγή μόνη της, δηλαδή τα αδέλφια Young πιο συγκεκριμένα. Προσωπικά πιστεύω ότι το άνισο αποτέλεσμα του δίσκου οφείλεται κυρίως στην κούραση από τις συναυλίες που έδιναν αυτά τα χρόνια και κακώς μπήκαν στo studio τόσο σύντομα για να γράψουν δίσκο.

Επίσης ο ντράμερ Phil Rudd είχε πρώτον τσακωθεί άσχημα με τον Malcolm και επιπλέον ο φόρτος εργασίας, το ποτό και τα ναρκωτικά τον είχαν καταβάλει. Έτσι μετά τα ηχογραφήσεις του “Flick …” απολύθηκε από το σχήμα και μετά από audition επτακοσίων (!!!!!) drummers από Βρετανία και Αμερική, ο αντικαταστάτης ήταν ο Βρετανός Simon Wright (ΤΟRΑ ΤΟRΑ, ΑΙΙΖ) και στις 5 Αυγούστου του 1983 ανακοινώθηκε και επίσημα η πρόσληψή του στην μπάντα. Με την περιοδεία να περιμένει ο drummer έπεσε κατευθείαν στα βαθιά!

Όμως υπήρξαν αναποδιές μιας και αναβλήθηκε η αρχική περιοδεία στην Αμερική και επιπλέον υπήρξαν προβλήματα με την Atlantic μιας και τα νέα στελέχη που είχαν προσληφθεί δεν φαινόνταν να θέλουν να στηρίξουν τον νέο δίσκο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η μικρότερη προώθηση και διαφήμιση του δίσκου, γεγονός που καθρεπτίστηκε και στις πωλήσεις. Ο δίσκος στην Αμερική έφτασε στο 1 εκατομμύριο αντίτυπα όταν ο αμέσως προηγούμενος (“For those about to rock”) είχε φτάσει τα 4 εκατομμύρια σε πωλήσεις. Για τέτοια διαφορά μιλάμε. Η περιοδεία που ακολούθησε του δίσκου είχε και αυτή τα προβλήματά της και οι λόγοι ήταν πολλοί και διάφοροι και έχουν να κάνουν με την κούραση της μπάντας, το ποτό αλλά και με εσωτερικά δικά τους προβλήματα.

Προς ολοταχώς στο “Fly on the wall” λοιπόν. Η μπάντα θα πάει στα τέλη του 1984 στα Mountain studios στο Montreux της Ελβετίας για να ξεκινήσει στις ηχογραφήσεις του νέου τους δίσκου. Εκεί θα μείνουν μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου του 1985 με μια μικρή εξαίρεση τριών εβδομάδων, όπου θα πάρουν ρεπό από τις ηχογραφήσεις για να δώσουν δυο headline εμφανίσεις στο festival του Rock In Rio της Βραζιλίας τον Ιανουάριο του 1985. Η πρώτη στις 15 του μήνα μαζί με τους SCORPIONS με κοινό 50.000 και η επόμενη στις 19 Ιανουαρίου με κοινό 250.000 (!!!!), μαζί με τους WHITESNAKE, OZZY OSBOURNE και SCORPIONS.

O δίσκος θα κυκλοφορήσει στις 28 Ιουνίου και όπως και στον προηγούμενο δίσκο έτσι και εδώ, την παραγωγή αναλαμβάνουν και πάλι τα αδέλφια Young στην προσπάθειά τους (και πάλι) να “συλλάβουν” την ωμότητα και την απλότητα των πρώτων ημερών τους. Οι κριτικές του δίσκου ήταν για άλλη μια φορά ανάμικτές και εμπορικά βάδισε στα χνάρια του “Flick…” με ένα εκατομμύριο πωλήσεις και στην θέση 32 των album charts.

Για singles επιλέχθηκαν τρία τραγούδια. Το “Danger” θα ήταν το πρώτο και κυκλοφόρησε στις αρχές Ιουνίου για να προϋπαντήσει τον δίσκο. Ένα καλό κομμάτι και με ένα ακόμα χαβαλετζίδικο clip, θα ακολουθήσει το “Sink the pink” τον Σεπτέμβριο, ένα από τα top τρία κομμάτια του δίσκου, κορυφαίο AC/DC κομμάτι με τα όλα του. Τον Οκτώβριο θα κυκλοφορήσει το τρίτο τους single και video clip “Shake your foundations”, άλλο ένα από τα εξαιρετικά κομμάτια του δίσκου. Tα παραπάνω κομμάτια με την προσθήκη του αρκετά καλού ομώνυμου τραγουδιού και του πολύ καλού boogie AC/DC style “First blood” θα κλείσουν την πρώτη πλευρά.

Η δεύτερη πλευρά θα ανοίξει με ένα κλασσικό AC/DC κομμάτι που διαθέτει τόσο την ενέργεια όσο και την αλητεία της μπάντας και δεν είναι άλλο από το “Playing with girls”. To ρυθμικό “Stand up” δεν είναι καθόλου άσχημο, μια χαρά headbanging κομμάτι είναι. Το “Hell or high water” για την συνέχεια δεν είναι κακό, κάθε άλλο. Άλλοι θα σκότωναν να γράψουν ένα τέτοιο! Το “Back in business” δεν είναι κάτι το φοβερό ενώ το “Send for the man” και να έλειπε, κανένας δεν θα το αναζητούσε.

Γενικότερα δεν είμαι από αυτούς που υποστηρίζουν ότι το “Fly on the wall” είναι μέτριο δίσκος, στα αφτιά μου ακούγεται καλός δίσκος χωρίς φυσικά να φτάνει τα μεγαλεία του – πρόσφατου- παρελθόντος,  περιέχει κάποιες μέτριες στιγμές αλλά και εξαιρετικά χαρακτηριστικά ΑC/DC κομμάτια.

Η περιοδεία που είχε προγραμματισθεί περιλάμβανε 42 συναυλίες στην Αμερική και θα ξεκινούσε στις 4 Σεπτεμβρίου. Λίγες ημέρες πριν ξεκινήσει όμως, συνελήφθη ο serial killer, Richard Ramirez που συσχετίστηκε με την μπάντα (δες παρακάτω στα trivia) και το όνομα τους άρχισε να ακούγεται στους λάθους κύκλους και για λάθος λόγους. Πολλά ευτράπελα συνέβησαν στην περιοδεία όπως η αναβολή της περιοδείας στο Houston ή η απαγόρευση της χρήσης κανονιών για το κομμάτι “For those about to rock” στο Dallas, οι κάμερες των τηλεοπτικών συνεργιών που τους ακολουθούσαν παντού με αποτέλεσμα να μην παίξουν και στο Illinois! Επίσης, οι εκκλησιαστικές οργανώσεις κατάφεραν να πείσουν τους ξενοδόχους να μην φιλοξενούν το σχήμα, με αποτέλεσμα να κλείνονται δωμάτια σε ξενοδοχεία πολλά χιλιόμετρα μακριά από τις τοποθεσίες των συναυλιών. Χαμός πραγματικά. Παρόλα αυτά, οι δυσκολίες της εποχής ξεπεράστηκαν και η μπάντα συνέχισε την πορεία της τα επόμενα χρόνια  με επιτυχία και φυσικά με ωραίους και εμπορικά επιτυχημένους δίσκους, γιγαντώνοντας κι άλλο το όνομα τους και τον μύθο τους. Το που έφθασαν είναι γνωστό πλέον σε όλους!

Did you know that?

  • Ο Richard Ramirez ήταν ένας serial killer στην Αμερική που οι αρχές κατάφεραν να συλλάβουν στις αρχές του Σεπτέμβρη του 1985. Γνωστός με το όνομα The Night stalker δολοφόνησε και επιτέθηκε σε 24 ανθρώπους. Η δράση του άρχισε στις 28 Ιουνίου του 1984 και τερματίστηκε στις 31 Αυγούστου 1985. Καταδικάσθηκε σε θάνατο από την πολιτεία της California και αυτό που τον συνδέει με τους ΑC/DC είναι ότι δήλωσε ότι επηρεάσθηκε από το τραγούδι “Night prowler”. Mάλιστα ένα καπέλο με το λογότυπο του σχήματος βρέθηκε σε μια από τις τοποθεσίες που είχε δολοφονηθεί ένα από τα θύματά του. Ήταν που η μπάντα είχε στοχοποιηθεί από τις αρχές της δεκαετίας από την διαβόητη PMRC, ήρθε κι αυτό για να βάλει σε περιπέτειες τα μέλη του σχήματος.
  • Η μπάντα απάντησε στις κατηγορίες για το κομμάτι “Night prowler” ότι αναφέρεται απλά στο να πηγαίνεις κρυφά το βράδυ στις παλιές σου γκόμενες και να κάνεις την δουλειά σου, αλλά κανείς δεν τους πίστευε.
  • Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, το “Fly on the wall” είναι ο πρώτος δίσκος που συμμετέχει σαν νέο μέλος ο drummer Simon Wright.
  • Το home video “Fly on the Wall” κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1985. Αποτελούνταν από ένα ενιαίο μουσικό βίντεο με πέντε από τα τραγούδια του άλμπουμ. Τo video περιλάμβανε τους AC/DC να παίζουν σε ένα μπαρ, ενώ διάφοροι χαρακτήρες αλληλεπιδρούσαν με μια κινούμενη μύγα, όπως αυτή που υπάρχει στο εξώφυλλο του άλμπουμ. Περιλαμβάνει το συγκρότημα να παίζει κατά σειρά τα “Fly on the Wall”, “Danger”, “Sink the Pink”, “Stand Up” και “Shake Your Foundations”. Το βίντεο έδειξε τη νέα δέσμευση της μπάντας στο ισχυρό πλέον MTV της εποχής και όλα τα clips έχουν ιδιαίτερο χαβαλέ.
  • Στις συναυλίες που έσωσαν στην Βραζιλία για to Rock In Rio, o Angus Young σοκαρίσθηκε από την φτώχεια του κόσμου εκεί και δεν βγήκε καθόλου από το ξενοδοχείο παρά μόνο για να παίξει στις συναυλίες.
  • Κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων για τον δίσκο υπήρξαν φήμες ότι ο Brian Johnson είχε αποχωρήσει από την μπάντα και θα ακολουθούσε solo καριέρα, που όμως διαψεύσθηκαν στην πορεία.
  • Στην περιοδεία παίζοντας το κομμάτι “Danger” είδαν ότι δεν τραβάει, με αποτέλεσμα να μην το ξαναπαίξουν ποτέ ξανά από τότε.
  • Τα κομμάτια “Sink the pink” και “Shake your foundations” θα τα συναντήσουμε την επόμενη χρονιά και στο δίσκο “Who made who”, το soundtrack για την ταινία “Maximum Overdrive” του Stephen King.

Γιάννης Παπαευθυμίου

SEPTICFLESH: Live στο Ηρώδειο Part II

0
Septicflesh

Septicflesh

Οι SEPTICFLESH, ανακοίνωσαν νέα συναυλία στο Ηρώδειο για τις 27 Σεπτεμβρίου 2025, μετά την θριαμβευτική περσινή τους, sold out εμφάνιση.

Το 9ο Classic Rock, μετά από το περσινό επικό, εντός τριών ημερών sold out και την αποθεωτική υποδοχή του κοινού, παρουσιάζει ξανά στο Ηρώδειο τον μοναδικό ήχο των SEPTICFLESH σε συνάντηση με τη συμφωνική πανδαισία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, το Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου.

Το Πειραϊκό Φωνητικό Σύνολο LIBRO CORO και παιδική χορωδία συμπληρώνουν το μοναδικό ακρόαμα.

Με εννέα άλμπουμ, αναρίθμητες συναυλίες και συνεχείς περιοδείες σε όλο τον κόσμο, συμμετοχές σε διεθνή φεστιβάλ, 24 χρόνια καριέρας στην παγκόσμια rock/metal μουσική σκηνή, οι SEPTICFLESH έχουν γράψει τη δική τους ιστορία κι έχουν κατακτήσει μια ξεχωριστή θέση στο μουσικό τους χώρο, κλέβοντας τις καρδιές χιλιάδων ακροατών διεθνώς.

Στις 8 Φεβρουαρίου 2025, οι SEPTICFLESH εμφανίστηκαν στο θρυλικό Pepsi Center στην Πόλη του Μεξικού, συνοδευόμενοι από πάνω από 200 άτομα επί σκηνής -συμπεριλαμβανομένης μιας πλήρους συμφωνικής ορχήστρας και μιας διπλής χορωδίας- προσφέροντας μια από τις πιο φιλόδοξες και μεγαλοπρεπείς ζωντανές εμφανίσεις στην ιστορία του συγκροτήματος.

Το symphonic/metal live των SEPTICFLESH παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2019, στο Μetropolitan Theater of Mexico city με την Συμφωνική Ορχήστρα του Μεξικού, με 140 μουσικούς και 40μελή χορωδία. Ήταν μια εξαιρετική συναυλία την οποία παρακολούθησαν περισσότεροι από 3500 θεατές και έγινε sold out.

Μετά τον περυσινό θρίαμβο στο Ηρώδειο, ήρθε επιτέλους η ώρα να ζήσουμε και πάλι την μοναδική αυτή μουσική εμπειρία στον πλέον εμβληματικό χώρο του κόσμου, κάτω από την Ακρόπολη και τον έναστρο Αττικό ουρανό. Η συναυλία θα έχει ανανεωμένο setlist που θα περιλαμβάνει και τραγούδια που δεν ακούστηκαν πέρυσι.

Η εμπειρία απογειώνεται με τον επιβλητικό συμφωνικό ήχο της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών με 60 μουσικούς επί σκηνής, υπό την διεύθυνση του διεθνούς φήμης Ολλανδού μαέστρου Koen Schoots.

Τα live shows των SEPTICFLESH αποτελούν ένα μοναδικό αισθητικό θέαμα. Όραμα τους είναι να παρουσιάζουν ένα, ακουστικά και οπτικά, ολοκληρωμένο αποτέλεσμα με έμφαση στην θεατρικότητα, προσπαθώντας πάντα να συμπεριλαμβάνουν στοιχεία από τον Ελληνικό πολιτισμό στην εικόνα, όπως συμβαίνει και με τους στίχους τους.

Από την Ιαπωνία, το Μεξικό, την Νότιο Αμερική, μέχρι και κάθε γωνιά της Ευρώπης, οι Septicflesh περιοδεύουν εδώ και δύο δεκαετίες χτίζοντας μια λαμπρή διεθνή καριέρα.

Το κοινό του γκρουπ είναι πολυπληθέστατο και εκτείνεται σε πολλά σημεία του παγκόσμιου χάρτη.

Δισκογραφικά, το συγκρότημα συνεργάζεται με μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες στον χώρο του rock/metal, την Nuclear Blast Records με έδρα την Γερμανία, και η τελευταία δισκογραφική δουλειά τους «Modern Primitive» έτυχε πολύ θερμής ανταπόκρισης.

Η διεθνής μουσική αναγνώριση του συγκροτήματος είναι αναμφισβήτητη. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το 2021, οι παρτιτούρες από 4 συνθέσεις του συγκροτήματος, επιλέχθηκαν από το διεθνούς κύρους, Berklee College of Music για να συμπεριληφθούν στην μουσική του βιβλιοθήκη, προς μελέτη από τους φοιτητές του.

Την εκτέλεση και διοργάνωση παραγωγής του Classic Rock 9 θα αναλάβει όπως κάθε χρόνο η καταξιωμένη εταιρεία Robin 4 Arts.

Η ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΞΕΚΙΝΑ ONLINE
Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2025
17:00 (Ώρα Ελλάδας / EEST) | 14:00 UTC

https://www.ticketservices.gr/event/classic-rock-9-koa-septicflesh/

 

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece