Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 70

Rockwave Festival – BLIND GUARDIAN, BEAST IN BLACK (Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, 26 Ιουνίου 2025)

0
Blind Guardian

Blind Guardian

Δεύτερη μέρα του Rockwave Festival, δεύτερη μέρα των «εορτασμών» για τα τριάντα χρόνια πορείας του στη μουσική ελληνική πραγματικότητα. Μετά την συναυλία των OPETH και MOTHER OF MILLIONS, την προηγουμένη ακριβώς, ήρθε και η σειρά των BLIND GUARDIAN και BEAST IN BLACK να «πατήσουν» ελληνικό έδαφος. Να το πατήσουν όμως σε διαφορετικό σημείο από αυτό που ξέραμε μέχρι λίγες μέρες πριν, μιας και το θέατρο του Λυκαβηττού έδωσε τη θέση του στην Τεχνόπολη του δήμου Αθηναίων.

Δεύτερη αλλαγή που λες, σε συναυλιακό χώρο, πάλι μετά τη «μεταφορά» των OPETH από τον λόφο του Άι-Γιώργη (ο Λυκαβηττός, αλλά ήθελα να αλλάξω τις λέξεις) στο Universe Club επί της λεωφόρου Κηφισού. Δεν εξετάζω το γιατί, πάντα θα υπάρχει ένας σοβαρός λόγος για τέτοιου είδους αλλαγές, το αναφέρω όμως για να έχουμε το νου μας στις ανακοινώσεις των διοργανωτριών εταιρειών και να μη βρισκόμαστε προ εκπλήξεων. Κρίμα δεν είναι να φτάσεις μέχρι το parking του λόφου, άδικα των αδίκων;

Προσωπικά, βρίσκω την Τεχνόπολη ιδανικό μέρος για συναυλίες. Όσες φορές έχω πάει, έχω ευχαριστηθεί live. Στο κέντρο, με άμεση πρόσβαση για όποιον κυκλοφορεί με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, ευρύχωρη και καλά οργανωμένη, πληροί όλα τα – δικά μου, τουλάχιστον – κριτήρια. Και για να κάνω και λίγο “shameless promo”, πράξαμε ορθά που την «κλείσαμε», για το διήμερο 12-13 Σεπτεμβρίου και το δικό μας, Rock Hard Festival. Ξέρεις, αυτό στο οποίο θα παίξουν οι CANDLEMASS με τον Messiah στα φωνητικά και οι HEAVENS GATE, σε δυο αποκλειστικά “one off” shows, οι HAMMERFALL, οι OVERKILL και πολλοί ακόμη εκλεκτοί, γνωστοί και αγαπημένοι.

Πάμε όμως στα του live των BLIND GUARDIAN και BEAST IN BLACK. Δεν ξέρω αν είμαι ο καταλληλότερος άνθρωπος για να γράψει για τους δεύτερους, αλλά θα προσπαθήσω, μιας και ο κλήρος έπεσε σε μένα και ευτυχώς «δε θα φαγωθώ», που λέει και το γνωστό παιδικό τραγουδάκι. Λοιπόν…

Καταρχάς και καταρχήν, να πούμε για όποιον δε γνωρίζει, πως οι BEAST IN BLACK του απόντα/αρρωστούλη Anton Kabanen (περαστικά!) είναι ένα από τα πιο “hot” ονόματα στο metal αυτήν την περίοδο και αυτό πιστοποιείται εμπορικά τόσο σε επίπεδο συναυλιών (δεν ξέρω πόσον καιρό έχουν να τους δουν τα σπίτια τους) όσο και σε επίπεδο πωλήσεων. Επίσης, πρέπει να αναφερθεί κάτι πολύ σημαντικό που έχει καταφέρει αυτός ο ταλαντούχος, αν μη τι άλλο, μουσικός: Είτε αρέσει σε κάποιον η μουσική των BEAST IN BLACK (αλλά και των BATTLE BEAST, παλαιότερα) είτε όχι, είναι μοναδική και άκρως αναγνωρίσιμη. Αναγνωρίσιμη και πρόσεξε… (εδώ κάπου ακούγεται ένα drum roll)… ευχάριστη!

Ναι ρε φίλε, ευχάριστη! Είναι πολύ μεγάλο πράγμα να ακούς μουσική και να μην προβληματίζεσαι, ειδικά στην εποχή μας. Είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να ξεφεύγεις! Ωραία τα υψηλά νοήματα, ωραίες συνθέσεις με «βάθος», μας αρέσει να αναλύουμε κάθε τραγούδι και να διαβάζουμε μελοποιημένη ποίηση, αλλά βιώνουμε τόσα και τόσα γύρω μας, που κάπου-κάπου, πρέπει να την ανοίγουμε τη ρημάδα τη βαλβίδα αποσυμπίεσης, για να μη μας στρίψει. Δε θέλει και πολύ, μη νομίζεις!

Τώρα, αν με ρωτάς, εγώ για τον σκοπό αυτό προτιμώ άλλου τύπου απλοϊκά ακούσματα, είμαι και boomer πλέον (μη διαμαρτύρεστε ορισμένοι συνομήλικοι, boomers είμαστε στα μάτια των πιτσιρικάδων, get used to it και πάμε για πρέφα) καταλαβαίνω όμως τόσους και τόσους μαζεμένους στην Τεχνόπολη που «γούσταραν με χίλια» αυτό που έβλεπαν και άκουγαν. Οι BEAST IN BLACK, ως κουαρτέτο επαναλαμβάνω, ένωσαν το ΡΟΔΟΝ, τη ΒΟΟΜ ΒΟΟΜ, το Βινύλιο και το θρυλικό +SODA σε ΕΝΑ ενιαίο venue, το πήραν όπως είναι και το τοποθέτησαν στην Τεχνόπολη. 80s heavy metal και 90s Europower, disco pop, 90s pop και electro, όλα μπήκαν σε μια μαρμίτα και… βγήκε τέλος πάντων αυτό που βγήκε.

Ήχο γενικά δεν είχαν καλό, έστω κι αν διορθώθηκε κάπως στο τέλος, ειδικά στην αρχή ήταν απαράδεκτος. Αυτό όμως έχει να κάνει 100% με τη φύση της μουσικής τους και κυρίως τα πάμπολλα προηχογραφημένα μέρη. Οι BLIND GUARDIAN ας πούμε, που ακολούθησαν, είχαν πολύ καλό ήχο. Για την σκηνική τους παρουσία, για το αν ήταν δεμένοι και καλοπροβαρισμένοι και γενικά για την απόδοσή τους, εντάξει, δε χρειάζεται κανένα σχόλιο, «να πέσει φωτιά να μας κάψει» δηλαδή αν πούμε κάτι το μειωτικό. Ο Γιάννης Παπαδόπουλος δε, είναι πολύ καλός frontman, διαχειρίζεται άψογα τόσο τη φωνή του όσο και το κοινό και πρέπει να πάρει ένα extra credit διότι βγήκε με 40 βαθμούς φορώντας δερμάτινη καμπαρντίνα, έστω και αμάνικη. ΗΡΩΑΣ.

Το set για κάποιον που τους ακούει, υποθέτω πως ήταν καλό, για την ώρα που τους αναλογούσε. Κύλησε πολύ ωραία, τα κομμάτια διατηρούσαν όλα το “party feeling” που η ίδια η μπάντα θέλει να περνά μέσω της μουσικής της και παντού έβλεπες χαρούμενες φάτσες. Επίσης υποθέτοντας, οι καλύτερες στιγμές ήταν τα “Blade runner”, “Power of the Beast”, “Die by the blade”, “Enter the Behelit” (refrain-άρα, πρέπει να ομολογήσω!) και το “Blind and frozen”, που πολύ θα ήθελε να το έχει γράψει ο Tuomas των NIGHTWISH και πάω στοίχημα για αυτό.

«Τελικά ρε συ Δημήτρη, σου αρέσουν;»

Κοίτα… Γενικά, στη μαγειρική, μπορείς να κάνεις πολλούς συνδυασμούς. Εμένα, μου αρέσει πολύ το τζατζίκι, μου αρέσει και η μαρμελάδα φράουλα. Δε θα φάω ποτέ, όμως, πιτόγυρο με τζατζίκι και μαρμελάδα φράουλα. Νομίζω σε κάλυψα. Πάμε τώρα να δούμε τι έγινε και στην εμφάνιση του Τυφλού Φρουρού, διότι μην ξεχνάμε, η παρέα του Hansi «τραγουδάω γαμάτο power metal με εμφάνιση υπαλλήλου στη ΙΓ εφορία Αθηνών» Kürsch, ήρθε για να ηχογραφήσει/βιντεοσκοπήσει στα μέρη μας το επόμενο live album/dvd της. Δεν το λες και μικρό γεγονός!

Δημήτρης Τσέλλος

Αρχίζει λοιπόν να σουρουπώνει και βάση προγράμματος οι BLIND GUARDIAN παρουσιάζονται στην ώρα τους μπροστά στο ελληνικό κοινό. Πρωτοφανές; Όχι, τα τελευταία δύο χρόνια, εγώ προσωπικά τους έχω δει, αν θυμάμαι καλά, έξι φορές, χωρίς να μετράω τούτη εδώ. Περνάμε όμως καλά ρε παιδιά; Ε, για να υπάρχει αυτή η συχνότητα επισκεψιμότητας, υπάρχει κοινό που το γουστάρει και μέσα σε αυτούς και εγώ, όπου το λέω, όσες φορές και να έρθουν, εγώ θα είμαι εκεί. Βέβαια, αυτό δημιουργεί και αναπόφευκτες συγκρίσεις μεταξύ των εμφανίσεων τους και απαιτήσεις που δημιουργούνται.

Και αυτό γιατί όταν μιλάμε για τους BLIND GUARDIAN, κακά τα ψέματα, η δισκογραφική περίοδος τους μέχρι το “Nightfall in Middle-Earth”, δεν συγκρίνεται με ότι έχει κυκλοφορήσει το συγκρότημα μετέπειτα. Και όταν τους έχεις δει τόσες φορές σε σύντομο χρονικό διάστημα, περιμένεις κάποιες εκπλήξεις στις επιλογές των τραγουδιών τους. Όταν λοιπόν ξεκίνησαν με το “Ninth wave” από το κακό “Beyond the red mirror”, οι αντιδράσεις ήταν μουδιασμένες. Δεν υπήρχε αυτός ο ενθουσιασμός που περιμένεις για το ξεκίνημα ενός show και συνεχίστηκε το ίδιο συναίσθημα με το “Blood of the elves” από το “The god machine”. Ήταν το “Nightfall” που έφερε τα πρώτα sing-a-longs και τις ανατριχίλες που περιμένεις να έχεις.

Σε αυτό το σημείο να πούμε ότι διάθεση από τον κόσμο υπήρχε και από το συγκρότημα φυσικά. Όμως, αν έχεις δει BLIND GUARDIAN σε κλειστό χώρο, ξέρεις ότι τους πάει περισσότερο και η επικοινωνία με το κοινό είναι σε μαγικό επίπεδο. Θες ότι εχθές ο χώρος δεν ήταν ασφυκτικά γεμάτος; Θες να υπολογίσεις την συχνότητα των επισκέψεων; Θες να βάλεις ότι μιλάμε για έναν ανοιχτό χώρο (όχι όμως χαοτικά ανοιχτό, αντιθέτως) και να βάλεις και την επιλογή των τραγουδιών; Ε, όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα να μην υπάρχει η αναμενόμενη ένταση.

Ο Hansi Kurch ήταν σε καταπληκτική φάση πάντως. Η φωνή του ήταν σε εξαιρετικό επίπεδο και το συγκρότημα έπιασε τα αναμενόμενα standard. Και όταν ήρθαν οι εκπλήξεις με το “Mordred’s song” και το “A past and future secret”, νιώσαμε τι σημαίνει συναυλία Guardian. Και εκεί που περιμέναμε μία πιπεράτη πινελιά που θα μας τινάξει στον αέρα, το “Deliver us from evil” εξαφάνισε το momentum. Αλλά σαν σκωτσέζικο ντους, φρόντισαν να μας αποζημιώσουν με το “Majesty” και το “Bard’s song” στα καπάκια (το in the forest γιατί για το hobbit πρέπει να κάνουμε τάμα).

Ευχάριστη επίσης έκπληξη ήταν το “And then there was silence” αλλά όταν ακούς τραγούδι από το “Imaginations from the other side”, είναι σαν να ερωτεύεσαι για πρώτη φορά και αυτό ακριβώς έγινε με το “And the story ends”. Ένα μικρό κρίμα στο τραγούδι αυτό, καθώς ενώ ο ήχος, τουλάχιστον εκεί που ήμουν εγώ, ήταν άψογος, τη στιγμή ενός lead του Andre, κόπηκε ο ήχος της κιθάρας του, που είχε σαν αποτέλεσμα μια στιγμή αμηχανίας. Η συνέχεια μας έφερε το “Valhalla”, που σε μια αυθόρμητη και ευχάριστη στιγμή, πρωτοτυπήσαμε και εκτός από το sing a long του ρεφραίν στο τέλος του τραγουδιού, φροντίσαμε να το τραγουδήσουμε και στον πρόλογο του Hansi. Η στιγμή για το encore ήρθε και τα “Into the storm”, “Lord of the rings” και “Mirror mirror”, εξαφάνισαν την παραμικρή ατέλεια που μπορεί να νιώσαμε στην εμφάνιση τους.

Μία εμφάνιση που δεν ήταν η καλύτερή τους στη χώρα μας αλλά είναι οι BLIND GUARDIAN. Και στους BLIND GUARDIAN είναι πολύ δύσκολο να μην περάσεις καλά. Εγώ προσωπικά θα ήθελα να ακούσω και κάτι διαφορετικό. Τραγούδια από την χρυσή τους περίοδο, όπως το “Mordred’s song” για παράδειγμα που δεν το ακούμε συχνά. Παρόλα αυτά όμως, ήταν ένα πολύ ευχάριστο βράδυ, με καλή παρέα, με όμορφη μουσική, πολύ καλή διοργάνωση, σε έναν χώρο πολύ όμορφο και πολύ άνετο. Εις το επανιδείν και ραντεβού στα επόμενα.

Δημήτρης Μπούκης
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

OPETH – MOTHER OF MILLIONS (Universe, 25/6)

0
Opeth

Opeth

Τι βραδιά κι αυτή. Από πολλές απόψεις κιόλας. Έλεγα προσωπικά, ότι αυτή τη συναυλία αγκαζέ με τη συναυλία των BLIND GUARDIAN την επόμενη μέρα ότι θα ήταν το «ποδαρικό» μου στον Λυκαβηττό. Η διοργάνωση είχε αλλά σχέδια ωστόσο. Κι άμα τους Βάρδους της καρδιάς μας τους πήγε στον χώρο της Τεχνόπολης, τους Σουηδούς OPETH τους στοίβαξε στην αποθήκη με το όνομα Universe Multivenue, κάπου στην Λεωφόρο Κηφισού στο νούμερο 87. Γιατί περί παλιάς αποθήκης επρόκειτο. Ο γράφων αυτομάτως, θυμήθηκε το Κτήριο 56 όπου είχε δει και τους OPETH και τους KREATOR προ 15ετίας και τον έπιασε ένα μικρό σύγκρυο, μιας και ο συγκεκριμένος χώρος δεν είχε εξαερισμό ούτε για ζήτω. Ή αν είχε, ήταν ανεπαρκής επιεικώς. Διόλου τυχαίο που δεν ξαναέγιναν συναυλίες εκεί μέσα.

Αρκετά με αυτά, ωστόσο. Φτάνω στο Universe. ΟΚ, πιο ανθρώπινο συγκριτικά με το Κτήριο 56. Μέχρι και μια χαρά μου φάνηκε όταν βγήκαν στις 19:45 οι MOTHER OF MILLIONS. Μια από τις πλέον δυνατές μας progressive metal μπάντες, με πρόσφατο το τελευταίο τους πόνημα «Magna matter», που από πλευράς setlist, είχε τη μερίδα του λέοντος με τέσσερα κομμάτια («Halo», «Inside», «Irae» και το ομώνυμο) ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα ήρθαν από τις προηγούμενες τρεις δουλειές τους ως εξής: «Artifacts» («Amber», «Artefact»), «Orbit» (ομώνυμο) και «Sigma» («Rome»).

Μέσα στα όσα λεπτά είχαν στην διάθεση τους, μας έδωσαν έτι μια φορά τα διαπιστευτήρια τους, με τον ήχο αλλά και το κοινό με το μέρος τους, με πολύ όμορφη πινελιά τις τρεις γυναικείες φωνές, που έδωσε την ατμόσφαιρα που χρειαζόταν εκεί που έπρεπε. Χώρια που παίζοντας τόσο καλά, έδωσαν στον γράφοντα, ένα λόγο παραπάνω να εμβαθύνει στη δισκογραφία τους. Τα σέβη μου κυρίες και κύριοι!

Και τώρα, ώρα για το κυρίως πιάτο της βραδιάς. Τους OPETH δεν θα πω ψέματα, όσο τους λατρεύω μέχρι και το “Watershed” τους παρακολούθησα μέχρι βαριά το “Heritage”. Μετά, έχασα ενδιαφέρον γι’ αυτό που έκαναν, όχι επειδή δεν είχαν death metal στοιχείο, αλλά επειδή δεν μου έμενε κάτι όταν άκουγα τους δίσκους. Είχα δε, να τους δω live από το 2011, στο Heavy By The Sea festival με τους JUDAS PRIEST, WHITESNAKE και FIREWIND. Το “The last will and testament” ωστόσο αναζωπύρωσε αυτή τη σχέση με αυτή την αγαπημένη μπάντα. Καλός δίσκος, που δεν τους το ‘χα να βγάλουν. Και που οι επιλογές του λειτούργησαν πολύ όμορφα και αρμονικά στο setlist («1», «3», «7»). Οι δε επιλογές από το παρελθόν με βρήκαν στο κέντρο: “Morningrise” (“The night and the silent water”), “Blackwater park” (“The leper affinity”), “Deliverance” (ομώνυμο για φινάλε, “Masters apprentices”), “Damnation” (“In my time of need”), “Ghost reveries” (“Ghost of perdition”) και “Watershed” (“Heir apparent”). Οι δε επιλογές από το “Heritage” (“Häxprocess”) και από το “Sorceress” (ομώνυμο) με έκαναν να θέλω να δώσω στη περίοδο ’14 – ’19 άλλη μια ευκαιρία από πλευράς ακροάσεων.

Ο μπροστάρης Mikael Akerfeldt, ήταν αυτός ο απόλυτα και απολαυστικά αυτοσαρκαστικός frontman που όλοι μας λατρεύουμε. Τι γέρους είπε τους εαυτούς τους, τι σαν επαγγελματίας χειρίστηκε την διακοπή ρεύματος στο “The night and the silent water” («θέλετε από την αρχή ή από το σημείο που κόπηκε το ρεύμα;» – Φυσικά θέλαμε από την αρχή και το είπαμε δια βοής!), τι ότι ο κόσμος τους θεώρησε ξεπουλημένους όταν πήγαν στην Roadrunner (προλογίζοντας το “Ghost of perdition” ως “our sell-out song”), ο άνθρωπος έχει ένα χάρισμα σαν showman. Η μπάντα που τον πλαισίωνε φυσικά, δεν πήγαινε πίσω (με Akersson στις κιθάρες δεν χάνεις ποτέ!) με το νεότατο drummer (πρώην PARADISE LOST) να βαράει δυνατά (ωραίος και μοιραίος με την μπλούζα ENTOMBED που φορούσε) και τον ήχο να είναι κρύσταλλο ακόμα και σε έναν τέτοιο χώρο. Η ποιότητα ήχου που περιμένω από Σουηδικές μπάντες δηλαδή και δη τέτοιου επιπέδου.

Μετά από 2 ώρες καθαρής μουσικής, οι OPETH κατέβηκαν θριαμβευτές από τη σκηνή του Universe, έχοντας προσφέρει ένα χορταστικό set που τιμάει την ιστορία και το όνομα τους και με το παραπάνω. Ανυπομονώ για την επόμενη φορά, προσωπικά μιλώντας. Εις το επανιδείν κύριοι!

Υ.Γ. 1: Ο χώρος θα μπορούσε να είναι πραγματικά καλός, αλλά κρίνεται συνολικά, στην καλύτερη μέτριος. Άμα δεν δυναμώσουν τον εξαερισμό και τον κλιματισμό, ειδικά σε καλοκαιρινές εμφανίσεις, θα έχουμε πρόβλημα. Ναι, συμβαίνει και σε ανοιχτούς χώρους αυτό, αλλά όταν δεν έχεις σχεδιάσει για επαρκή εξαερισμό και κλιματισμό, μου βγάζει μια προχειρότητα. Ας ελπίσουμε σε βελτίωση γιατί ηχητικά έχει προοπτικές.

Υ.Γ. 2: Έχει 35-40 βαθμούς, είσαι στοιβαγμένος σε έναν χώρο με άλλα πόσα άτομα τριγύρω σου και έναν μέτριο (στην καλύτερη) εξαερισμό. Και εσύ ανάβεις τσιγάρο;! Άμα πω ότι είσαι εγκληματίας θα είναι ο πιο ευγενικός χαρακτηρισμός που μπορώ να χρησιμοποιήσω. Όχι μόνο βάσει νόμου. Αλλά βάσει νοοτροπίας, συμπεριφοράς και εν γένει παιδείας που ΔΕΝ έχεις. Εκεί, καθήκον της διοργάνωσης, του χώρου, του οποιουδήποτε, για να μην τη πληρώσουν οι υπόλοιποι, είναι να σε πετάξει έξω από τον συναυλιακό χώρο. Εκεί μην τολμήσεις και βγάλεις τη διοργάνωση κακιά και αυστηρή (για να μην πω άλλες λεξούλες που κάνουν «τζιζ»).

Γιάννης Σαββίδης
Φωτογραφίες: Πέτρος Καραλής

A day to remember… 27/06 [DEMONS & WIZARDS]

0
Demons

Demons

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Touched by the crimson king” – DEMONS & WIZARDS
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Steamhammer
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jim Morris, Hansi Kürsch, Jon Schaffer
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Hansi Kürsch
Κιθάρα / Μπάσο – Jon Schaffer
Τύμπανα – Bobby Jarzombek

Βρισκόμαστε στις αρχές τις νέας χιλιετίας και τα ονόματα BLIND GUARDIAN και ICED EARTH, είναι από τα δημοφιλέστερα στη χώρα μας. Όταν έσκασε η είδηση του project DEMONS & WIZARDS, οι αντιδράσεις για την σύμπραξη των Hansi Kursch και John Schaffer ήταν βιβλικές και η αναμονή για το πρώτο τους άλμπουμ ήταν τεράστια. Το ντεμπούτο τους, αν και δεν έγινε ποτέ το αριστούργημα που περιμέναμε, ήταν ένα πολύ δυνατό ξεκίνημα για αυτό το φιλόδοξο project των δύο αυτών μουσικών.

Η συνέχεια του ομώνυμου ντεμπούτου τους ήρθε 5 χρόνια αργότερα με το όνομα “Touched by the crimson king” θέλοντας να συνεχίσει το όραμα των δύο εμβληματικών προσωπικοτήτων της power metal σκηνής. Ένα όραμα όμως αρκετά ριψοκίνδυνο καθώς όπως διαφαινόταν από τις πορείες που είχαν τα βασικά τους συγκροτήματα, διακρινόταν μία καθοδική συνθετική πορεία. Και αυτό τελικά φάνηκε και στο “Touched by the crimson king”. Μουσικά είναι ξεκάθαρα ένας δίσκος που πατάει στις συνθετικές βάσεις του Jon Schaffer, τόσο στη δομή όσο και στα riffs, με τον Hansi Kürsch να προσθέτει τα χαρακτηριστικά του φωνητικά και τις χορωδιακές μελωδίες του. Ο δίσκος αποπνέει μια επαγγελματική αρτιότητα και στιβαρή παραγωγή χωρίς ωστόσο να καταφέρνει να αναπαράγει τον αυθορμητισμό και την έμπνευση που θα περίμενε κανείς από την σύμπραξη των δύο αυτών μουσικών.

Η συνολική αίσθηση που αφήνει το “Touched by the crimson king” είναι αυτή ενός καλογυαλισμένου, πλην όμως προβλέψιμου έως μέτριου άλμπουμ. Δεν λείπουν οι καλές στιγμές, αλλά λείπει το στοιχείο της έκπληξης και ο ενθουσιασμός που καθιστά έναν δίσκο ξεχωριστό. Η αλήθεια είναι πως όταν στους συντελεστές ενός άλμπουμ συναντά κανείς ονόματα τέτοιου βεληνεκούς, οι προσδοκίες και οι απαιτήσεις αυξάνονται αυτόματα. Κι όταν το τελικό αποτέλεσμα δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί σε αυτές, δύσκολα μπορεί κανείς να δηλώσει πως είναι ικανοποιημένος.

Did you know that:

  • Ο τίτλος και αρκετά κομμάτια του άλμπουμ είναι εμπνευσμένα από τη σειρά βιβλίων “The Dark Tower” του Stephen King, κάτι που δεν κρύβουν ούτε οι στίχοι ούτε το artwork του δίσκου.
  • Στο άλμπουμ συμπεριλαμβάνεται η διασκευή στο τραγούδι “Immigrant song” των LED ZEPPELIN.
  • Το άλμπουμ κυκλοφόρησε και σε μία limited digipak έκδοση, με διαφορετικό εξώφυλλο και τέσσερα bonus τραγούδια (που έτρεξα να την αγοράσω την πρώτη ημέρα τρομάρα μου).

Δημήτρης Μπούκης

A day to remember… 27/6 [BON JOVI]

0
Bon Jovi

Bon Jovi

ONOMA AΛΜΠΟΥΜ: “These days” – BON JOVI
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Mercury/Polygram
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Peter Collins, Jon Bon Jovi, Richie Sambora
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Jon Bon Jovi – κιθάρα, φωνητικά
Richie Sambora – σιτάρ, κιθάρα, φωνητικά
Tico Torres – κρουστά, τύμπανα
David Bryan – πλήκτρα, πιάνο

Δέκα χρόνια μετά την πρώτη τους κυκλοφορία, οι BON JOVI είχαν γευτεί εμπειρίες που άλλοι καλλιτέχνες δεν ζουν σε ολόκληρη την καριέρα τους. Ξεκίνησαν με πολλές ελπίδες και σύντομα κατάλαβαν πόσο δύσκολο θα ήταν να επιβιώσουν, όταν τόσο το πρώτο, όσο και το δεύτερό τους άλμπουμ δημιούργησαν ελάχιστο ενδιαφέρον σε σχέση με αυτό που περίμεναν, τόσο οι ίδιοι, όσο και η δισκογραφική τους εταιρεία που επένδυσε πολλά χρήματα σε αυτούς.

Ακολούθησε μια διαστημική απογείωση προς την κορυφή του κόσμου, με δυο δουλειές που πούλησαν εκατομμύρια και αντίστοιχα δυο περιοδείες που οδήγησαν τους συντελεστές σε κάθε γωνιά της υφηλίου. Βέβαια, αυτό σχεδόν τους διέλυσε, όμως το “These days” απέδειξε ότι μπορούσαν να διατηρηθούν, αλλάζοντας όμως τον τρόπο που λειτουργούσαν ως οργανισμός. Απέδειξαν και σε όλον τον κόσμο ότι η μουσική τους μπορούσε να εξελιχθεί και να παραμείνει δημοφιλής, να εξελιχθεί, δίχως να χάσει την προσωπικότητά της.

Αφού το κατάφεραν αυτό λοιπόν, έφτασαν στα μέσα μιας δύσκολης δεκαετίας για το μελωδικό hard rock, να ετοιμάζουν το επόμενο δισκογραφικό τους βήμα. Με την επιρροή του grunge, όλος ο κόσμος έγραφε πιο εσωστρεφείς στίχους, πιο μελαγχολική μουσική, ακόμα και οι μπαλάντες των rock καλλιτεχνών ήταν καταθλιπτικές. O Jon Bon Jovi με τον Richie Sambora, είχαν κάνει μια έντονη νύξη για την κατεύθυνση που θα είχε το “These days”, όταν μας σέρβιραν δυο νέες συνθέσεις, στο πρώτο ολοκληρωμένο best-of που κυκλοφόρησε στο τέλος του 1994, το “Cross road”. Τόσο το “Always” όσο και το “Someday I’ll be Saturday night”, δεν έχουν τον ερωτισμό του “Bed of roses”, ούτε την ανεμελιά του “I’ll sleep when I’m dead” αντίστοιχα. Προσέξτε πως αναφέρομαι σε δυο επιτυχημένα τραγούδια ενός δίσκου που είχε βγει μόλις δυο χρόνια νωρίτερα.

Για να είμαστε όμως δίκαιοι, στιχουργικά, η δουλειά στο “Keep the faith” ήταν σαφώς πιο μεστή και αυτό απλά ανέβηκε δυο σκάλες παραπάνω στο “These days”. Τα τραγούδια είναι γεμάτα ποιητικές εκλάμψεις, δίχως πολλά σιρόπια, ακόμα και στις μπαλάντες. Θεματικά, πατάνε περισσότερο σε κοινωνικά ζητήματα (“Hey God”), προσωπικές αναζητήσεις σε θρησκευτικά θέματα (“Something to believe in”), καθημερινές ιστορίες αγάπης (“Damned”), ή καθημερινές δυσκολίες των νέων για να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους (“These days”) πιάνοντας έτσι τον παλμό των εφήβων, που ακόμα το 1995 αγόραζαν δίσκους και CD. Βέβαια, ακόμα και στις πιο μελαγχολικές τους συνθέσεις, οι BON JOVI καταφέρνουν να δώσουν μια θετική αύρα και το άλμπουμ δεν είναι διόλου καταθλιπτικό, όμως άλλες κυκλοφορίες της εποχής. Στίχοι όπως “I’d bet my life on a roll of the dice for you” αυτό μας δείχνουν.

Αν η στιχουργική ωρίμανση μπορεί να χαρακτηριστεί αναμενόμενη, σίγουρα η μουσική τους εξέλιξη είναι αυτή που πραγματικά μαγνητίζει στο “These days”. Δεδομένου ότι λίγο πριν ξεκινήσουν να συνθέτουν για το άλμπουμ, ακόμα περιόδευαν παίζοντας τις παλαιότερες επιτυχίες τους, προξενεί απορία το πόσο μεγάλη στροφή κάνουν μουσικά. Στο “These days” υπάρχει ένα πιο χαλαρό, casual, ελεύθερο και λιγότερο γυαλισμένο παίξιμο. Ακόμα κι από τον τρόπο που ξεκινά το “Hey God” και το “Damned” με ομιλίες από το στούντιο, ή το πως χτίζει το άνοιγμα του “Something for the pain”.  Προσέξτε την κιθάρα του Sambora, για να καταλάβετε πόσο διαφορετικά έχει προσεγγίσει αυτό το άλμπουμ. Με γεμίσματα, τραβήγματα και licks που είναι πολύ πιο κοντά στον Jeff Beck, τον Keith Richards και τον Eric Clapton και έχουν μπει στον δίσκο από τον Peter Collins, που έκανε την παραγωγή, προκειμένου να ενισχυθεί αυτό το κλίμα αμεσότητας που ταίριαζε με την εποχή. Ο ήχος της Fender του, λιγότερο παραμορφωμένος, με μια σιγουριά και άνεση, που φανερώνει την αυτοπεποίθηση του Sambora και το χώρο που το δόθηκε στο άλμπουμ. Αυτό που ακούμε στο “My guitar lies bleeding in my arms”, ο Bob Rock δεν θα το έκανε ποτέ, ούτε σε demo. Κιθαριστικά, η δουλειά είναι εξαιρετική, ίσως η αποκορύφωση της συνθετικής ελευθερίας του Sambora.

Λίγο το “Blaze of glory”, λίγο το “Stranger in this town”, και κάτι το κλίμα που αργότερα θα έφερνε το “Destination anywhere” και το “Undiscovered soul”, στο “These days” φέρνουν ένα πιο Αμερικάνικο ήχο τόσο από τον JBJ όσο και από τον Richie Sambora αντίστοιχα, με τραγούδια που ακούγονται πιο προσωπικά, πιο άμεσα, που σε αγκαλιάζουν και σε συντροφεύουν. Ακόμα και 30 χρόνια αργότερα, ακούγονται επίκαιρα (“If I don’t believe in Jesus, how can I believe the Pope”), διαχρονικά και ξυπνούν συναισθήματα.

Από την άλλη στις πιο δυνατές στιγμές του δίσκου, οι κιθάρες είναι γεμάτες, μιξαρισμένες αρκετά μπροστά, δίνοντας μήνυμα πως το συγκρότημα δεν έχασε την δύναμή του. Το κάθε όργανο έχει τον χώρο του και πρέπει να επαινέσω τον David Bryan, που επιτέλους βρήκε πιο γήινους ήχους στα πλήκτρα του, με περισσότερο πιάνο και πιο ευχάριστο αποτέλεσμα, ενώ ακόμα και το μπάσο, με βαθύ, γεμάτο ήχο δίνει χαρακτήρα. Για πρώτη φορά, δεν αναφέρεται μπασίστας ως μέλος των BON JOVI, όμως στην πραγματικότητα, εδώ έχουμε το πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ του Hugh McDonald που επέστρεψε (αφού είχε ηχογραφήσει το αρχικό “Runaway”) για να εδραιωθεί αργότερα, ως μόνιμο μέλος.

Βέβαια, αν υπάρχει κάτι αρνητικό, είναι η υπερβολική αυτοσυγκράτηση στο δεύτερο μισό. Με τα “Letting you go” (γεμάτο πόνο, αλλά δεν με κέρδισε αρκετά), “Hearts breaking even” (χτίζεται με αρκετά όμορφο προς ένα έξοχο τελείωμα), “If that’s what it takes” (η μόνη εξαίρεση), και “Diamond ring” (εδώ οι απόψεις είναι διχασμένες)  σίγουρα πέφτει η ένταση και είναι κάτι που δεν συγχώρησα στον JBJ ποτέ, όσο κι αν μου άρεσαν τα περισσότερα από αυτά. Το λέω διότι είχαν γράψει περισσότερα τραγούδια που τελικά έμειναν έξω. Ευτυχώς το πρώτο μισό όμως, αγγίζει την τελειότητα, με έξι καταπληκτικά τραγούδια που όλα τους ανήκουν εύκολα σε κάποιο best-of. Συγκεκριμένα το ένα είναι καλύτερο από το άλλο.

Το “Hey God”, ανοίγει το άλμπουμ με άγριες διαθέσεις και έμελλε να είναι το τελευταίο, πέμπτο single του άλμπουμ. Το “Something for the pain” , το πρώτο που γράφτηκε για αυτή την δουλειά, δίνει δυνατό μήνυμα για εσωτερική δύναμη, όπως και το αγαπημένο μου ομώνυμο “These days” στο οποίο ο Jon Bon Jovi τραγουδά “There is nothing to hold on, but us, these days”. Μια αντι-μπαλάντα, το “This ain’t a love song”, πιο μεστό, με blues στοιχεία (α ρε Sambora), λες και έχει γραφτεί σαν αντίποδας στο “Always”, ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία τους και μάλιστα κυκλοφόρησε με Ισπανικούς στίχους, για την τεράστια Ισπανόφωνη αγορά. Το “Lie to me”, λες και μιλάει για τα προβλήματα του Tommy και της Gina ξανά, είναι γεμάτο συναίσθημα και αγαπήθηκε εκείνη την εποχή από το MTV.

Η απλότητα είναι έντονη και στις φωτογραφίες της εποχής, το στυλ με τα μονόχρωμα μπλουζάκια, τα φανελάκια και τα τζιν, το φανερώνει αυτό, δίχως πολλά χαμόγελα, πιο σοβαροί και σε πολλές από αυτές, έχουν και γένια. Πιο σκούρα χρώματα, απλά ρούχα και κουρέματα πιο ελεύθερα.

Ο κύριος Bon Jovi, βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα. Τραγουδάει φοβερά, με ένταση, άλλοτε με κρυστάλλινη φωνή και αλλού, με μια νεόφερτη βραχνάδα στην φωνή που δίνει βάθος και ωριμότητα. Στα 33 του χρόνια, ήταν σίγουρα στην καλύτερή του φόρμα. Προσέξτε τα ρεφραίν και ειδικά το τελευταίο μέρος του “Something to believe in” (στα 4:00 λεπτά περίπου), ή την ένταση στο “Damned” και θα συμφωνήσετε μαζί μου.  Συμπαραστάτης του, ίσως περισσότερο από ποτέ, ο Richie ακούγεται ξεκάθαρα στα δεύτερα φωνητικά, με ελάχιστα – έως καθόλου – overdubs από τον αρχηγό. Ο Jon, για πρώτη φορά γράφει έναν ολόκληρο δίσκο, τόσο κοντά στον ήχο του μεγάλου του ήρωα, του Bruce Springsteen, δίχως να ξενίζει, δίχως να αποξενώνεται από ένα κοινό που κι αυτό πλέον έχει ωριμάσει.

Για ένα συγκρότημα που δημιουργήθηκε αφότου ο ηγέτης του είχε ήδη υπογράψει δισκογραφικό συμβόλαιο και είχε την ανάγκη να βρει μουσικούς, οι BON JOVI είχαν καταφέρει να δέσουν και να σφίξουν σαν γροθιά. Η αρχική πεντάδα, άντεξε πέντε δίσκους και άπειρες περιοδείες, μέχρι τελικά ο Alec John Such να κατέβει από το τρένο, αφού οι εθισμοί του, δεν του επέτρεπαν να συνεχίσει με τον απαιτούμενο σεβασμό και την επιβάλλουσα προσοχή. Απειροελάχιστα έχουν βγει στην επιφάνεια (ακόμα και στο ντοκιμαντέρ) για το πώς οδηγήθηκε στην παραίτηση/απόλυση, κάτι που οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο δουλεύει ο τελειομανής JBJ, που προσέχει υπερβολικά να μην αμαυρώσει τη φήμη της μπάντας.

Κλείνοντας, δεν πρέπει να αφήσω καμιά αμφισβήτηση για την αξία του “These days”. Ένα άλμπουμ που όχι μόνο διατήρησε το όνομα των BON JOVI, αλλά το ανέβασε στην Ευρώπη και στην Ιαπωνία, όσο κι αν δεν τα πήγε καλά στη χώρα τους. Το άλμπουμ αυτό τους οδήγησε σε εκείνες τις απίστευτες τρεις sold-out εμφανίσεις στο γήπεδο του Wembley πριν αυτό κλείσει για να ανακατασκευαστεί, που απαθανατίστηκαν στο βίντεο του “Live from London”. Ανέφερα παραπάνω τα καλύτερα τραγούδια του, που πραγματικά δείχνουν ένα συγκρότημα που σαν άλλος μεταξοσκώληκας, τρυπάει το κουκούλι του κι ετοιμάζεται να πετάξει ως πεταλούδα. Το άλμπουμ αυτό τους κράτησε μέχρι την αλλαγή της χιλιετίας και απέδειξε πως είχαν ό,τι χρειαζόταν για να συνεχίσουν να πρωταγωνιστούν. Κατανοώ πως όταν κάποιος θέλει να αναφερθεί στις καλύτερες στιγμές του συγκροτήματος, θα αρχίσει να αναφέρει τίτλους τραγουδιών από οποιοδήποτε άλλο άλμπουμ, παρά το “These days”, όμως το πόσο δημιουργικό, ώριμο, διαχρονικό και σημαντικό ήταν για την ίδια την επιβίωση των BON JOVI, δεν μπορεί να παραλειφτεί. Γι’ αυτό αξίζει μια ιδιαίτερη θέση, ψηλά στις προτιμήσεις μου.

Did you know that:

Γράφτηκαν σχεδόν 40 συνθέσεις μέχρι να περιοριστούν σε 14. Οι 12 μπήκαν στο άλμπουμ, ενώ άλλες 2 – τα “All I want is everything” και “Bitter wine” – ήταν bonus tracks και κάποια μπήκαν σε μερικές εκδόσεις από τα single. Το ολοκληρωμένο άλμπουμ κυκλοφόρησε κάποιες περιορισμένες εκδόσεις με πολλά bonus, διασκευές και ζωντανά ηχογραφημένα κομμάτια.

Γιώργος “Vagabond King with a Styrofoam crown” Κουκουλάκης

Underground Halls Vol. 211 – FER DE LANCE & KING WITCH

0
Halls

Halls

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

Photo by Matt Chains

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: FER DE LANCE
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Fires on the mountainside”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Cruz del Sur Music
ΣΥΝΘΕΣΗ:
MP – Φωνητικά, κιθάρα
J. Geist – Κιθάρα
Rüst – Μπάσο
Scud – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Deezer
Spotify

Επιστροφή για τους ευέλπιδες epic heavy metallers, FER DE LANCE. Μετά το “Colossus” EP που γέννησε τις πρώτες προσδοκίες και το “The Hyperborean” που δεν ξέρω κατά πόσο τις εκπλήρωσε, καθώς ο πήχης τοποθετήθηκε από το EP πολύ ψηλά, η αμερικανική τετράδα (πλέον, μετά την αποχώρηση της κιθαρίστριας/τραγουδίστριας Mandy Martillo) κυκλοφορεί το επόμενό της πόνημα, “Fires on the mountainside”, ευελπιστώντας να ξεπεράσει εαυτόν, επικριτές και σκεπτικιστές και να καθιερωθεί μια και καλή στην εμπροσθοφυλακή του σύγχρονου, επικού metal.

Ήμουν από αυτούς που τους άρεσε το “The Hyperborean”. Το όλο concept του, η ιστορία ενός ναυτικού που εγκαταλείπει τον «πολιτισμένο» κόσμο αναζητώντας μια νέα, παρθένα και βάρβαρη γη, ώστε να γλιτώσει από τα δεινά του, είχε ένα έντονο φιλοσοφικό υπόβαθρο να το στηρίζει. Αυτό, σε συνδυασμό με τη μουσική και το artwork, με έκαναν να περιμένω ακόμη καλύτερα πράγματα στο μέλλον. Σαφώς δεν ήταν δυνατόν να γίνει λόγος για ένα αριστούργημα ή για ένα κλασσικό άλμπουμ, εν τούτοις οι FER DE LANCE έδειχναν πως είχαν μια δυναμική και αρετές πάνω στις οποίες αν δούλευαν, θα πετύχαιναν.

Δεν έγραψα τυχαία για «επικριτές και σκεπτικιστές». Η περίπτωση των FER DE LANCE, είναι από αυτές που «γεννούν» συζητήσεις. Βλέπεις, το ευρύτερο επικό metal δίνει από μόνο του αφορμή για διαχωριστικές τάσεις, αφορισμούς κι ελιτισμό της κακιάς ώρας. Όλοι αυτοί βέβαια που διατυμπανίζουν πως υπάρχει μόνον ένας συγκεκριμένος τρόπος να παίζει κάποιος επικά, αγνοούν φυσικά την πιο σημαντική λεπτομέρεια, πως το “epic metal” δεν υπάρχει ως είδος αλλά αποτελεί προσδιορισμό είδους. Επικό μπορεί να είναι το οτιδήποτε, από το rock μέχρι το black metal. Το «χωνευτήρι» είναι τεράστιο και ο μύλος είναι τόσο καλός, που στ’ αλήθεια αλέθει τα πάντα. Αρκεί να υπάρχει ανοικτό μυαλό, ταλέντο και να λείπουν οι παρωπίδες.

Οι FER DE LANCE το έχουν καταλάβει απόλυτα αυτό. Μέσα από το δικό τους «φίλτρο», περνούν πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους ακούσματα, που όλα όμως έχουν κοινό παρονομαστή το επικό συναίσθημα: Το βόρειο, παγωμένο μέταλλο των BATHORY και SCALD, την αρχέγονη μαγεία των RAINBOW και DIO, την φιλοσοφική προσέγγιση των ATLANTEAN KODEX, τις κέλτικες ρίζες των PRIMORDIAL και SOLSTICE, το σκότος των ROTTING CHRIST. Η αφηγηματικότητα του “Fires on the mountainside” είναι ίσως το δυνατότερο χαρτί του. Οι Αμερικανοί «απλώνουν» τις συνθέσεις, δίνουν άπλετο χώρο στις ετερόκλητες επιρροές ώστε αυτές να «δέσουν» σε ένα κοινό όραμα και στο τέλος, πετυχαίνουν κάτι το φαινομενικά ακατόρθωτο, ή έστω εφικτό για πολύ λίγους, εν έτει 2025: Αποκτούν δικό τους, χαρακτηριστικό ήχο και ξεχωριστή αισθητική!

Ο πίνακας του Albert Bierstadt (“Mount Vesuvius at midnight”, 1868), βουλώνει τα στόματα όλων όσων θεωρούν πως το ΑΙ είναι τέχνη. Το 12σέλιδο βιβλιαράκι αντιτίθεται στην προχειρότητα που πολλοί επιδεικνύουν. Η παραγωγή των Matt Russell και Arthur Rizk είναι πολύ καλή και αβαντάρει την κατά βάση λιτή και εντυπωσιακά ατμοσφαιρική/μυσταγωγική μουσική. Τα φωνητικά ταιριάζουν κι αυτά απόλυτα, με τη χροιά να αλλάζει από ηρωική σε brutal με τέτοια φυσική ικανότητα, που σε μένα τουλάχιστον, δημιουργεί την απορία αν μπορεί να «αποτυπωθεί» ανάλογα και υπό συνθήκες live. Για τη μουσική δεν έχω καμία αμφιβολία, επί σκηνής θα είναι λογικά «απογυμνωμένη» και αυτό είναι, από μόνο του, άκρως ιντριγκαδόρικο!

Φίλοι του επικού metal από όπου αυτό κι αν προέρχεται, metalheads με ανοικτούς ορίζοντες και κυνηγοί της ποιότητας και της καλαισθησίας, οι FER DE LANCE σας προσφέρουν έναν δίσκο που είναι για όλους εσάς. Έναν δίσκο που ταξιδεύει τον ακροατή και τον βάζει μέσα στην ατμόσφαιρά του. Τον κάνει συμπρωταγωνιστή. Πόσους τέτοιους δίσκους θα ακούσουμε φέτος, άραγε;

(8,5 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

Photo by Simon Anger

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: KING WITCH
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “III”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Listenable Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Laura Donnelly – Φωνητικά
Jamie Gilchrist – Κιθάρα
Rory Lee – Μπάσο
Andrew Scott – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
King Witch Bandcamp
Listenable Records Bandcamp
Facebook
Deezer
Spotify
Tidal

«Δημιουργήθηκαν στα τέλη του 2015, στους σκοτεινούς δρόμους του παλιού Εδιμβούργου…». Έτσι ξεκινά το βιογραφικό σημείωμα που συνοδεύει το promo του ολοκαίνουργιου άλμπουμ των KING WITCH. Για όσους δεν τους γνωρίζουν, βέβαια. Για μας που τους ακολουθούμε από την πρώτη μέρα, όλη τους η πορεία είναι γνωστή. Εδώ γίνεται λόγος για μια από τις καλύτερες μπάντες της γενιάς τους, για μια μπάντα που με σταθερά βήματα χτίζει τον δικό της υπέροχο μουσικό κόσμο. Και το λέω αυτό χωρίς υπερβολή, χωρίς το οπαδικό συναίσθημα να επικρατεί της λογικής.

Δύο EPs, το παρθενικό Shoulders of giants (2015) και το “Worship the riffs” (2021) με τον τόσο ταιριαστό τίτλο και τις εκπληκτικές διασκευές στα “Children of the sea” και “The thing that should not be” και δύο full lengths, τα Under the mountain (2018) και Body of light (2020) έχουν να παρατάξουν οι Σκότοι φίλοι μας ως τώρα. H ποιότητα και στις τέσσερεις αυτές δουλειές, ξεχειλίζει. Και ακριβώς αυτή η ποιότητα ήταν που, σε συνδυασμό με την εκρηκτική τους live παρουσία, τους έφερε σε πολλές σημαντικές σκηνές στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη, με αποκορύφωμα τη συμμετοχή τους σε Sweden Rock, Desertfest, Bloodstock και την περιοδεία με τους επίσης καταπληκτικούς GREEN LUNG. Όχι κι άσχημα, ε;

Να ’μαστε λοιπόν στο τρίτο ολοκληρωμένο άλμπουμ της εξαιρετικής αυτής μπάντας, με τίτλο… III. Την έχει την πλάκα της η λατινική αρίθμηση, ως τίτλος. Σου λέει ο καλλιτέχνης πού να ψάχνω τώρα να βρίσκω τίτλο, ας χρησιμοποιήσω ως τέτοιον το λατινικό «τρία» που είναι και ωραίο, «ψαρωτικό». Αστειεύομαι, αλλά και αλήθεια να είναι αυτό, δε βλέπω κάτι λάθος! Άλλωστε, εξώφυλλα (αν και το αντίστοιχο του “III” είναι όπως βλέπεις πολύ όμορφο) και τίτλοι μικρή σημασία έχουν, μπροστά στη μουσική.

Σταθερά στο roster της γαλλικής Listenable Records, την οποία συμπαθώ πολύ έτσι κι αλλιώς, μιας και το σήμα της είναι ένα tribute στους JUDAS PRIEST και το “Screaming for vengeance”, οι KING WITCH του 2025 είναι μάλλον στην καλύτερη φάση της καριέρας τους ως τώρα. Με νέο drummer τον Andrew Scott και περίσσια έμπνευση, η υπόλοιπη τριάδα των Donnelly/Gilchrist (ανδρόγυνο οι δυο τους) και Lee μοιάζει έτοιμη για σπουδαία πράγματα! Όλα εδώ, μαρτυρούν και δείχνουν μπάντα έτοιμη να ανέβει στο πάνω-πάνω ράφι: Η παραγωγή του Gilchrist είναι σεμιναριακή. Τα κομμάτια είναι δουλεμένα ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Οι επιρροές σωστές και η προσωπική σφραγίδα, εμφανής. CANDLEMASS, SOUNDGARDEN, THE QUILL, ORANGE GOBLIN στα πολύ «μεταλλικά» τους, GREEN LUNG, KHEMMIS, AVATARIUM… Στο “III” υπάρχει doom metal και heavy rock, όπως αυτά ΠΡΕΠΕΙ να ακούγονται!

Θεόρατο rhythm section (ειδικά τα τύμπανα σείουν τα πάντα γύρω σου με το old school παίξιμό του Andrew Scott), ακόμη πιο θεόρατες κιθάρες, ακόμη (!) πιο θεόρατα φωνητικά… Η Laura είναι η καλύτερη τραγουδίστρια που θα ακούσεις φέτος και «παίζω ξύλο» για αυτό. Οι ερμηνείες της είναι απίστευτες. Λογικά είναι και υπεύθυνη για τους στίχους οι οποίοι, εναρμονισμένοι με την καθημερινότητα γύρω μας, εστιάζει στο πού βρίσκεται η ανθρώπινη φυλή αυτή τη στιγμή, στην αλλόκοτη όσο και εμφανή επιθυμία μας να καταστρέψουμε τους εαυτούς μας και στον ψυχικό αγώνα που δίνουμε όσοι έχουμε μυαλό στο κεφάλι, να αντιμετωπίσουμε όλη αυτή την παράνοια και να συνεχίσουμε να ζούμε μια θετική ζωή.

Το “III” είναι σίγουρα ισάξιο του έξοχου “Body of light”. Αν αποδειχθεί καλύτερο, αυτό θα το δείξει ο χρόνος. Όπως θα δείξει, πάλι ο χρόνος, αν είμαι όντως πολύ αυστηρός και μπορούσα να βάλω και μισό βαθμό παραπάνω. Δε θα το κάνω όμως, γιατί θέλω να «πιέσω» το συγκρότημα, την επόμενη φορά, να κυκλοφορήσει ένα ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ. Μοναδική απορία μου, όχι ένσταση, είναι για ποιον λόγο η μπάντα έβγαλε στη δημοσιότητα ως πρώτα κομμάτια δύο από τις αργές και πιο υποβλητικές τις συνθέσεις και όχι κάποια από τις πιο up tempo, όπως για παράδειγμα το καταπληκτικό “Suffer in life” που όταν το ακούσεις, θα χάσεις τον αυχένα σου από το headbanging.

(8,5 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

Michael Schenker: Ο κιθαρίστας που αρνήθηκε να γίνει σταρ

0
Michael Schenker

Michael Schenker

Ο τεράστιος Michael Schenker, έρχεται στα πλαίσια του Rockwave Festival στο Terra Republic, το Σάββατο 28 Ιουνίου, να δώσει ένα μοναδικό show αφιερωμένο στα χρόνια τους στους UFO, με τον Δημήτρη Λιαπάκη (MYSTIC PROPHECY) στα φωνητικά. Ας δούμε όμως μία συνοπτική παρουσίαση του θρυλικού αυτού κιθαρίστα, που αρνήθηκε να γίνει σταρ…

Η προσωπικότητα

Το να ασχοληθείς με τον Michael Schenker, είναι πιστέψτε με, ένα από τα πιο παράτολμα άρθρα που θα μπορούσε να γράψει ένας μουσικός δημοσιογράφος. Έχεις να ασχοληθείς με έναν άνθρωπο ο οποίος είναι τόσο πολυδιάστατος, απρόβλεπτος, πολυσχιδής, πολύπλοκος, με έντονες αντιπαραθέσεις, συγκρουσιακός, γεμάτος εσωστρέφεια και τελικά απρόβλεπτος. Ως μουσικός από την άλλη ήταν και είναι απόλυτα ταλαντούχος, με τόσες μουσικές διαδρομές, τόσα καλλιτεχνικά up όσα και down, αλλά πάνω από όλα είναι ένας από τους πλέον αναγνωρισμένους και ονομαστούς κιθαρίστες. Το θέμα είναι ότι θα μπορούσε να είναι ένας rock star με επίπεδα αναγνωρισιμότητας επιπέδου Van Halen ή Slash. Αλλά δεν έγινε ποτέ. Δεν θέλησε ο ίδιος να γίνει, ή δεν μπόρεσε; Δεν θα μάθουμε ποτέ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι πάντα ήθελε να παίζει την Flying V του, και να συνθέτει μελωδίες.

Ο Schenker δεν ήταν φίλος με τις περιοδείες, την πολύ δημοσιότητα, τα φλας, τις ερωτήσεις και την πίεση που προέρχονταν από την μουσική βιομηχανία. Έτσι, ακόμα και όταν έπαιρνε αποφάσεις που για τον υπόλοιπο κόσμο ήταν ακαταλαβίστικες και χωρίς καμία λογική, για τον Schenker ήταν απλά μια δήλωση άρνησης της πίεσης που του ασκούσε το εκάστοτε περιβάλλον του, ακόμα και στα πιο «φωτεινά» σημεία της καριέρας του, λειτουργούσε αντιφατικά. Άφηνε μπάντες, ακύρωνε περιοδείες, άλλαζε συνεργάτες και απορρίπτει προτάσεις που άλλοι θα σκότωναν για να έχουν. Λέγεται ότι αρνήθηκε συνεργασία με τους AEROSMITH, THIN LIZZY, MOTORHEAD και πρόταση από τον Ozzy Osbourne – γιατί πολύ απλά δεν «ένιωθε» ότι είναι η σωστή στιγμή. Στο βιβλίο του Ozzy, “I am Ozzy”, αναφέρεται πως αμέσως μετα τον θάνατο του Randy Rhoads ο Ozzy πήρε τηλέφωνο τον Schenker και του ζήτησε να μπει στο σχήμα του, γνωρίζοντας πως ήταν ο αγαπημένος μουσικός του άτυχου κιθαρίστα του. Έχοντας φύγει από τους UFO και τους SCORPIONS, επειδή δεν μπορούσε να αντέξει το όλο σκηνικό με την προβολή και την έντονη δημοσιότητα, γι’ αυτόν ήταν παράλογο να δεχτεί την πρόταση του Ozzy ο οποίος εκείνα τα χρόνια ήταν εξαιρετικά δημοφιλής και έκανε εκτεταμένες περιοδείες. Πρόβαλε λοιπόν παράλογες απαιτήσεις, μέχρι και ιδιωτικό jet (!) προκειμένου να αναγκάσει τον Ozzy να μετανιώσει …που τον πήρε τηλέφωνο!

Copyright by Matthias Rethmann

Ήταν ένας ιδιοφυής κιθαρίστας με την καρδιά ενός ερημίτη όμως. Η ιδιόρρυθμη προσωπικότητα του Schenker πολλές φορές τον οδήγησε στην απομόνωση και στην αποξένωση, όχι μόνο από το σύστημα της μουσικής βιομηχανίας αλλά ακόμα και από τον αδερφό του τον Rudolf. Τον οδήγησε σε σκοτεινά μονοπάτια. Η χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ ξεκίνησε στα τέλη των ’70s και κορυφώθηκε την επόμενη δεκαετία, καταστρέφοντας όχι μόνο προσωπικές σχέσεις αλλά και μουσικές συνεργασίες. Η αστάθεια του Schenker τον κρατούσε πίσω. Οι τσακωμοί με μέλη της εκάστοτε μπάντας του, ήταν συχνοί, οι φυσιολογικές αποχωρήσεις επίσης. Παράλληλα, ο ίδιος βυθιζόταν όλο και περισσότερο στην απομόνωση και την εσωτερική του ανασφάλεια, ειδικά μετά την περίοδο της συνεργασίας του με τον Robin McAuley, αρχές των 90s.

Μάλιστα μετά το εξαιρετικά επίπονο διαζύγιο του μπήκε σε μια μακρά περίοδο βαθιά κατάθλιψης. Αποσύρθηκε από τη μουσική, βρέθηκε άστεγος για κάποιο διάστημα, έμενε σε motel και κοιμόταν στα αυτοκίνητα, όπως ο ίδιος έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις του. Του είχαν απομείνει μόνο μερικές κιθάρες. Ήταν ακόμα ένα αχαρτογράφητος χαρακτήρας. Επανήλθε στην μουσική αλλά η ψυχική του κατάσταση ήταν στο ναδίρ. Η δεκαετία από τα μέσα των 90s έως και τα τέλη των 00s ήταν σχεδόν καταστροφική και την μοίρασε ανάμεσα στους UFO, σε διάφορες εκδοχές των MSG και σε αμφιλεγόμενα προσωπικά άλμπουμ. Υπήρξαν συναυλίες όπου δεν μπορούσε να ολοκληρώσει, εμφανιζόταν στην σκηνή σε κατάσταση αποσύνθεσης, και πολλοί θεωρούσαν ότι η κάκιστη ψυχική του υγεία, είχε κατανικήσει το ταλέντο του.

Στις πιο σκοτεινές μας όμως στιγμές, υπάρχει ένα μυστήριο φως που θα δείξει τον δρόμο. Αρκεί να μπορείς να το ακολουθήσεις. Ο Michael Schenker το είδε και το ακολούθησε όμως. Κατάφερε να σηκωθεί, να πετάξει μακριά τα πάθη του και να βρει τον εαυτό του. Να λυτρωθεί. Πως τοι κατάφερε; Δεν ξέρω πραγματικά, αλλά η προσωπική μου άποψη είναι πως αποτελεί παράδειγμα και του βγάζω το καπέλο. Ξεκίνησε από το 2011 μια νέα πορεία, εντυπωσιακή! Ο ίδιος δήλωσε ότι βρήκε καταφύγιο στην πνευματικότητα. Καθάρισε, απομακρύνθηκε από τον κύκλο αυτοκαταστροφής και άρχισε να επανεφευρίσκει τον εαυτό του. Τα τελευταία χρόνια δείχνει πιο ήρεμος, συμφιλιωμένος με το παρελθόν του και με βαθιά επίγνωση των λαθών του. Τα side projects MICHAEL SCHENKER FEST, MICHAEL SCHENKER’S TEMPLE OF ROCK και φυσικά οι MSG δείχνουν έναν άνθρωπο και μουσικό που πλέον τιμά την ιστορία του, τους παλιούς και νέους συνεργάτες, αναγνωρίζει την πορεία του, με όλες τις πληγές της, όποιες και εάν είναι αυτές.

Το περίπλοκο δράμα μεταξύ Michael και Rudolf Schenker

Μια από τις πιο φορτισμένες και μυστήριες σχέσεις στην ιστορία του hard rock δεν είναι μεταξύ μελών συγκροτήματος, αλλά μεταξύ δύο αδελφών: του Michael και του Rudolf Schenker. Ο ένας, μια μουσική ιδιοφυΐα που έλαμψε και κάηκε στα φώτα του κιθαριστικού πάθους. Ο άλλος, ο οργανωτικός, σταθερός, «επαγγελματίας» που έχτισε μεθοδικά ένα brand παγκόσμιου βεληνεκούς, τους SCORPIONS. Ανά τα χρόνια εκατέρωθεν δηλώσεις δημιούργησαν ένα κλίμα ψυχρότητας, για να μην πω εχθρότητας μεταξύ των δυο αδελφών, ανταλλάσσοντας κατηγορίες. Ο μεν Michael πάντοτε κατηγορούσε τον αδελφό του ότι εκμεταλλεύτηκε το συνθετικό του ταλέντο χωρίς να του αποδώσει τα credits που του αναλογούσαν, ή ότι του έκλεψε ιδέες τις οποίες μετέτρεψε σε βασικές μελωδίες των τραγουδιών των SCORPIONS. Επίσης δεν ήταν λίγες οι φορές που τον κατηγόρησε για αντιγραφή και τον χαρακτήρισε ουσιαστικά ως ατάλαντο.

Από την άλλη ο Rudolf και αυτός κατηγόρησε τον αδελφό του για ασυνέπεια (ειδικά την εποχή του “Lovedrive”), για αχαριστία και θεωρεί ότι πάντα λειτουργούσε με πολύ φροντίδα απέναντί του, παρόλο που ο Michael, όπως θεωρεί, δεν είναι ένας τύπος με αξιοπιστία να τον έχεις δίπλα σου ως συνεργάτη. Τα χρόνια πέρασαν αλλά το χάσμα είναι ακόμα και σήμερα πολύ μεγάλο μεταξύ τους. Ο Rudolf, συνέχισε να καθοδηγεί τους SCORPIONS προς την παγκόσμια επιτυχία, ενώ ο Michael έζησε μια πιο μοναχική, εσωτερική διαδρομή – λιγότερο εμπορική, αλλά καλλιτεχνικά αυθεντική. Το ερώτημα παραμένει: μπορεί ποτέ να γεφυρωθεί αυτή η απόσταση; Μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει καμία ένδειξη ουσιαστικής επαναπροσέγγισης. Ο Michael μοιάζει συμφιλιωμένος με το παρελθόν, χωρίς να ζητά την οποιαδήποτε αποκατάσταση ή «συγχώρεση». Και σήμερα αν προσέξει πια τις συνεργασίες του και τις κυκλοφορίες του, θα διαπιστώσει ότι γεφυρώσει το χάσμα με συνεργάτες του από το παρελθόν με τους οποίους κάποτε διαφώνησε εντονότατα. Όλους; Όχι όλους. Τον αδελφό του τον έχει αφήσει απ’ έξω. Κι αν κάτι του αναγνωρίζουν όλοι όσοι τον έχουν ακούσει να μιλά ή να παίζει, είναι πως ποτέ δεν θυσίασε τη μουσική του αλήθεια για να γίνει σταρ. Ίσως τελικά αυτή να είναι και η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στα δύο αδέλφια: ο Rudolf έφτιαξε ένα εμπορικό μεγαθήριο. Ο Michael, έφτιαξε ένα μύθο.

Copyright by Matthias Rethmann

Γιατί δεν έγινε ποτέ mainstream star;

Παρά τη μεγάλη του επιρροή σε μια και δυο γενιές μουσικών, την αναγνώριση και το τεράστιο ταλέντο του, ο Michael Schenker δεν κατάφερε ποτέ να γίνει σταρ πρώτου μεγέθους με την ευρεία έννοια του όρου. Ο λόγος δεν ήταν η έλλειψη ικανοτήτων ή επιτυχίας, αλλά η στάση του απέναντι στη βιομηχανία της μουσικής και η επιλογή του να διατηρήσει τον καλλιτεχνικό του έλεγχο. Οι προσωπικές δυσκολίες, οι καταχρήσεις, η εσωστρέφεια και οι αντιπαραθέσεις με συγκροτήματα και συνεργάτες περιόρισαν την πορεία του. Παράλληλα, η εμμονή του στην ποιότητα και το προσωπικό του όραμα τον κράτησε μακριά από τις συμβατικές συνταγές της επιτυχίας, ακόμα και όταν η εμπορική στροφή της μουσικής του στα χρόνια του με τον Robin McAuley ήταν εμφανής.

Η αναγνώριση

Σε αυτό το μικρό άρθρο, δεν επιδίωξα να κάνω αυτό που κάνουμε συνήθως, μια αναδρομή στην δισκογραφία του Schenker, το θεωρώ περιττό, γιατί από την μία είναι πολύ μεγάλη, είναι δαιδαλώδης κι έχει πολλές μορφές. Τα τραγούδια του, εφόσον διαβάζετε αυτό το άρθρο τα ξέρετε, τα all time classic του, τα hidden treasures του, τα υπέροχα instrumental του. Αυτό το άρθρο έχει σκοπό να κάνει μια ελάχιστη εισαγωγή, με αφορμή της συναυλία του στην χώρα μας, στην περίπλοκη προσωπικότητα του. Αυτή που τον οδήγησε από την κορυφή στο ναδίρ, αλλά και από εκεί ξανά στην λύτρωση και στην αναγνώριση, την οποία έμαθε να την αποδέχεται. Σήμερα ο Schenker είναι ένας άνθρωπος που έχει βρει τον δρόμο του και τον λόγο της ύπαρξης του. Στην σκηνή επάνω δεν θα δείτε μόνο έναν από τους πιο σημαντικούς rock κιθαρίστες όλων των εποχών. Στην σκηνή θα δείτε έναν κιθαρίστα που πάνω από όλα νίκησε τους δαίμονες του, τον ίδιο του τον εαυτό του και κατάφερε να επιβιώσει. Ίσως έτσι η οπτική σας αλλάξει και του δώσετε ένα ακόμα πιο θερμό χειροκρότημα, γιατί το αξίζει…

Δημήτρης Σειρηνάκης

Δείτε το video από το Instagram Live Chat με τον Gus G για το Rock Hard Festival Greece

0
Gus

Gus

Την Κυριακή 22 Ιουνίου, ο Σάκης Φράγκος έκανε ένα Instagram Live Chat με τον Gus G, όπου είχε εξαιρετική συμμετοχή από φίλους του καλλιτέχνη απ’ όλον τον κόσμο.

Κατά τη διάρκεια του chat αποκαλύφθηκαν οι καλεσμένοι που θα παίξουν μαζί με τον σπουδαίο αυτό κιθαρίστα κάτω από την ετικέτα Gus G & Friends, που δεν είναι άλλοι από τον Ronnie Romero (Rainbow), τον David Ellefson (Kings of Thrash, ex-Megadeth) και τους Roy Khan και Tore Ostby (Conception).

Δείτε όλη τη συνέντευξη ακριβώς από κάτω.

 

Ακούστε τη συνέντευξη του Σάκη Φράγκου στο “Home Studio” του Pod.gr για το Rock Hard Festival

0
Studio

Studio

🎙️ Νέο επεισόδιο Home Studio Podcast!
Καλεσμένος ο Σάκης Φράγκος – ο άνθρωπος πίσω από το ελληνικό Rock Hard 🤘

Μιλήσαμε για:
• 🔥 Τη metal σκηνή στην Ελλάδα – τότε και τώρα
• 🗞️ Την πορεία του Rock Hard ως έντυπο και site
• 🎸 Το Rock Hard Festival που έρχεται τον Σεπτέμβρη με εκρηκτικά ονόματα
• 🤘 Ιστορίες από συνεντεύξεις με τεράστια ονόματα της παγκόσμιας σκηνής

🎧 Άκου το επεισόδιο τώρα σε Spotify, Apple Podcasts, YouTube και όπου ακούς podcast!

Ευχαριστούμε πολύ το pod.gr και τον Δημήτρη Μπάρμπα (aka Mr. Music) για τη φιλοξενία!

A day to remember… 24/6 [SAXON]

0
Saxon

Saxon

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Innocence is no excuse – SAXON
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: EMI
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Simon Hanhart
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Biff Byford
Κιθάρες – Graham Oliver/Paul Quinn
Μπάσο – Steve Dawson
Drums – Nigel Glockler

Οι SAXON το 1985, είχαν ήδη 6 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας στην heavy metal μουσική. Αν εξαιρέσεις το κάπως «άγουρο» ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1979, τα επόμενα τέσσερα άλμπουμ “Wheels of steel” και “Strong arm of the law” του 1980, “Denim and leather” του 1981 και “Power & the glory” του 1983, θα πρέπει να διδάσκονται σε όλα τα metal φροντιστήρια, αν φυσικά υπήρχαν, σαν αντιπροσωπευτικά δείγματα του New Wave Of British Heavy Metal κινήματος.

Και εκεί που όλοι τότε περίμεναν ή θεωρούσαν ότι θα υπήρχε μια αντίστοιχη συνέχεια, εκείνοι έκαναν την ανατροπή. Θέλοντας και την μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία, εκτός της αναγνωρισιμότητας, αλλάζουν 360 μοίρες τον ήχο τους και το 1984 κυκλοφορούν το «Crusader», ένα άλμπουμ που εκτός του κολοσσιαίου, αθάνατου (και όποιου άλλου επιθέτου θέλετε να προσθέσετε) ομώνυμου τραγουδιού-ύμνου, δεν είχε αντικειμενικά συνθέσεις που να προσέφεραν και πολλά στον εκάστοτε ακροατή, πόσο μάλλον στους οπαδούς του group, και δη τους πιο φανατικούς.

Θέλοντας λοιπόν να βρουν αυτήν την χρυσή τομή, που θα αναδείκνυε το σχήμα σε μεγαλύτερα κοινά, χωρίς όμως να χαθεί το κλασικότροπο heavy metal που έπαιζαν, αποφάσισαν να αφήσουν στην άκρη ό,τι είχαν δημιουργήσει και να προσθέσουν πιο πολλά εμπορικά στοιχεία στα τραγούδια τους, θέλοντας να «ακουστούν» περισσότερο στα ραδιόφωνα και να έχουν υψηλότερες θέσεις στα charts.

Μην υπολογίζοντας τις όποιες «κραυγές απογοήτευσης» υπήρχαν με την κυκλοφορία του «Crusader», έμειναν προσκολλημένοι στον στόχο τους και έτσι το “Innocence is no excuse” θα έπαιρνε την σκυτάλη, σίγουρα με πολλούς να ήταν ήδη δυσαρεστημένοι πριν καν ακούσουν τον δίσκο τότε, αφού η πλειοψηφία μάλλον κατάλαβε ότι ο τίτλος του τραγουδιού τους “Sailing to America”, από την προηγούμενη δουλειά τους, αλλάζοντας το ρήμα σε «κατακτώντας» (τα charts) ήταν ο απώτερος σκοπός τους.

Έτσι όταν το άλμπουμ κυκλοφόρησε, για δεύτερη συνεχόμενη δισκογραφική προσπάθεια, ο οπαδός θα άκουγε ένα διαφορετικό ηχητικά συγκρότημα, σχετικά με αυτό που είχε γνωρίσει από το 1979 μέχρι και το 1983. Οι συνθέσεις και πάλι δεν διέθεταν την ηχητική στιβαρότητα και τον «ηλεκτρισμό» που είχαν παρουσιάσει τα προηγούμενα χρόνια. Η προσέγγιση στη παραγωγή των τραγουδιών θα ήταν για ακόμα μια φορά τέτοια που ναι μεν έδινε ένα αρκετά «φρέσκο αέρα» στον ήχο και το πιο hard rock ύφος που ήθελαν να μεταδώσουν, παράλληλα όμως αφαιρούσε ένα μεγάλο μέρος από τον δυναμισμό και την άκρατη εκρηκτικότητα που υπήρχε στις παρελθοντικές συνθέσεις τους.

Όσοι είχαν ασχοληθεί παραπάνω με τους SAXON, ήξεραν ότι τα «επιθετικά» ριφ αποτελούσαν πάντα ένα αναπόσπαστο κομμάτι σε κάθε τραγούδι που είχε αγαπηθεί πολύ. Στη τότε νέα τους δουλειά είχαν «μαλακώσει» πολύ τον ήχο τους, οι πιο μελωδικές/ρυθμικές ηχητικές κλίμακες καταλάμβαναν την μερίδα του λέοντος σε κάθε τραγούδι, ο Biff και πάλι ακούγονταν πλήρως εναρμονισμένος με τις συνθήκες και τους στόχους που είχαν θέσει, και έτσι όλα τα τραγούδια που εμπεριέχονταν έσφυζαν από μια πιο Αμερικανική hard rock χροιά και συνθετική οπτική σε σχέση με αυτό που είχαν παρουσιάσει παλαιότερα.

Παρόλα αυτά, όλο το άλμπουμ, είχε ένα μεγάλο ατού, που δεν ήταν άλλο από τα μέλη του συγκροτήματος. Από την πρώτη τους δισκογραφική δουλειά, είχαν δείξει ότι υπήρχε περίσσιο ταλέντο να γράφουν και να συνθέτουν τραγούδια που θα παρέμεναν αναλλοίωτα στο χρόνο. Σαφώς, το ηχητικό αποτέλεσμα που εισέπραττε ο οπαδός δεν ήταν το αναμενόμενο. Το συνθετικό όμως, θεωρώ πως και μέχρι και σήμερα μνημονεύεται διαρκώς, βεβαίως ίσως λίγο περισσότερο από τους πιο «ανοιχτόμυαλους» οπαδούς, και του group αλλά και της heavy metal μουσικής.

Οι SAXON στο “Innocence is no excuse”, είχαν την διαύγεια να γράψουν τα ανθεμικά/γηπεδικά “Back on the streets”, “Rock’n’gypsy”, “Call of the wild”, και φυσικά το “Broken heroes” ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έχει όλο το hard/heavy metal ιδίωμα. Μαζί με τα, “Everybody up”, “Rockin’ again”, “Devil rides out” και “Raise some hell” φαινόταν ότι δεν αποσκοπούσαν σε μεγαλύτερη επιτυχία χωρίς λόγο, γιατί σαφώς το αξίζαν, έστω και με αυτό τον τρόπο.

Από την πρώτη κιόλας ακρόαση, το κάθε εκπαιδευμένο αυτί καταλάβαινε άμεσα την πορεία που είχαν πάρει /ήθελαν να πάρουν. Τρανά παραδείγματα το «Give it everything you ‘ve got» που είναι «πιο VAN HALEN πεθαίνεις» και το “Gonna shout” που ηχούσε σε σημεία σαν την αισθητική των KISS των 80s ή σε παρεμφερή συγκροτήματα. Ε καιq Τότε σίγουρα πολλοί ξίνισαν με το τελικό αποτέλεσμα, και την όποια «Αμερικανίλα». Στην πάροδο όμως των ετών, και ο δίσκος αλλά ειδικά τα παραπάνω πρωτοαναφερόμενα τραγούδια, θα αποτελούν για πάντα δείγματα γραφής ενός συγκροτήματος που είχε πάντα την ικανότητα να γραφεί τραγούδια που θα αγαπιόνται, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο. Τραγούδια που είχαν αρχή, μέση και τέλος και ο καθένας θα «τα έκανε δικά του», ακούγοντας τα αρκετές ή πολλές φορές, για λόγους που μόνος ο ίδιος θα ήξερε και επιθυμούσε, με συνθέσεις άμεσες προς τον ακροατή. Φυσικά όλα με μια συγκεκριμένη ηχητική προσέγγιση.

Το πολύ σημαντικό στοιχείο όλου του δίσκου είναι ότι ναι μεν άλλαξαν ηχητική ρότα,  προσπάθησαν και προσωπικά κατάφεραν όμως, να κρατήσουν την «νεανική αλητεία» των πρώτων δουλειών. Απόδειξη ότι αφενός στην εν λόγω δουλειά τα κιθαριστικά ριφ, αν απομονώσεις την «Αμερικανίλα», είναι heavy στην αισθητική, υπάρχουν διάχυτα solo που δεν γίνεται να σε αφήσουν αδιάφορα, τα ρεφραίν σου «μένουν» άμεσα και τα τραγουδάς συνεχώς, και πολλά σημεία σε κάθε τραγούδι έχουν ένα άκρως ανεβαστικό ύφος. Αφετέρου είτε παρακολουθούσες τα video clip των πρώτων δουλειών, είτε της συγκεκριμένης, δεν θα έβλεπες αλλαγές στο image ή στο όλο στήσιμο που είχαν. Η αλλαγή που επιδίωκαν ήταν κυρίως στο να μεγαλώσουν το όνομα τους εμπορικά.

Το “Innocence is no excuse” είναι ένα από αυτά τα άλμπουμ που ακούγεται ευχάριστα στην ολότητα του χωρίς να πατάς το skip ή το stop κάθε φορά, φυσικά αν δεν είσαι άκρως «κολλημένος» οπαδός. Όσες φορές και αν πατήσεις το play είτε αφήσεις απαλά την βελόνα να ακουμπήσει τα αυλάκια του βινυλίου, το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα. Επιβεβαιώνεται για ακόμα μια φορά, το αστείρευτο ταλέντο που έχουν οι μουσικοί που απαρτίζουν τους SAXON, να γράφουν ωραία τραγούδια, που αξίζουν πολλών και επαναλαμβανόμενων ακροάσεων. Τραγούδια που μέχρι και σήμερα έχουν «αντέξει» στο χρόνο και ακούγονται με θέρμη. Αυτό θεωρώ είναι το πιο σημαντικό στοιχείο σε μια δισκογραφική δουλειά.

Did you know that?

–  Το άλμπουμ θα ήταν το πρώτο με την νέα τους δισκογραφική εταιρία EMI

– Στο άλμπουμ θα συμμετείχε για τελευταία φορά ο μπασίστας Steve Dawson, που συνέδεσε το όνομα του με την πρώτη «χρυσή» περίοδο του group.

– Στις επανεκδόσεις του άλμπουμ σε CD το 2010 και το 2022, υπάρχουν bonus τραγούδια, κάποια εκ των οποίων είναι b-sides σε singles ή demos.

– Το τραγούδι “Everybody up” χρησιμοποιήθηκε στην ταινία τρόμου “Demoni” του 1985.

– Η EMI συνήθιζε σε κάποιες χώρες που κυκλοφορούσαν τα άλμπουμ της να έχει τους τίτλους των τραγουδιών στην αντίστοιχη γλώσσα, και έτσι αυτό τηρήθηκε και το συγκεκριμένο άλμπουμ στις κόπιες της Αργεντινής και του Μεξικού.

Θοδωρής Μηνιάτης

Instagram Live Chat με την Sonia Anubis από τους COBRA SPELL

0
Cobra

Cobra

Συνεχίζοντας τα Instagram Live Chat που έχουν να κάνουν με το Rock Hard Festival Greece, ο Σάκης Φράγκος, κάνει ένα ακόμα, την Τετάρτη 25/6 στις 20.00 ώρα Ελλάδας, με την Sonia Anubis, κιθαρίστρια και ιθύνοντα νου των COBRA SPELL, που παίζουν στις 12 Σεπτεμβρίου στο φεστιβάλ μας.

Συντονιστείτε στο κανάλι των COBRA SPELL στο Instagram (@cobraspell) και κάντε τις δικές σας ερωτήσεις!!!

Σας περιμένουμε!

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece