
“Godsmack has a second life”
Οι Αμερικάνοι GODSMACK, έρχονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα για συναυλία, στις 23 Ιουλίου, στο Θέατρο Λυκαβηττού και –όπως είναι φυσικό- δεν ήταν δυνατό να αρνηθούμε την ευκαιρία να μιλήσουμε με τον ιδρυτή, τραγουδιστή, κιθαρίστα (και ολίγον ντράμερ) του σχήματος, Sully Erna, έστω και σε short notice. Ο χρόνος, πολύ περιορισμένος, αλλά η διάθεση περίσσευε, με πολλές και ωραίες ατάκες για τις αποχωρήσεις βασικών μελών, για την έλευση του Mike Mangini, αλλά και το μέλλον του σχήματος που βρίσκονταν σε αβεβαιότητα πριν λίγο καιρό…
Λοιπόν, Sully, ας ξεκινήσουμε. Μετά την αποχώρηση του Tony Rombolla και του Shannon Larkin από τις περιοδείες, είχες παραδεχτεί ότι χρειάστηκε χρόνος για να επεξεργαστείς όλα τα συναισθήματα πριν αγκαλιάσεις αυτό το νέο κεφάλαιο. Τώρα που έχουν περάσει μερικοί μήνες στον δρόμο με αυτή τη σύνθεση, πώς νιώθεις συναισθηματικά σε σύγκριση με τα πρώτα χρόνια του συγκροτήματος;
Λοιπόν, είναι πολύ καλή ερώτηση, γιατί, για να απαντήσω σύντομα, αυτή τη στιγμή νιώθω υπέροχα, επειδή βρήκαμε τους κατάλληλους ανθρώπους για να αντικαταστήσουν τον Tony και τον Shannon. Είναι εξαιρετικοί μουσικοί, εξαιρετικοί άνθρωποι, πραγματικά καλοί χαρακτήρες, αλλά ταυτόχρονα είναι και πολύ ικανοί, κάτι που κάνει όλη αυτή τη μετάβαση να μοιάζει απόλυτα φυσική για εμένα και τον Robbie (Merrill, μπάσο). Ξέρεις, όταν έχεις παίξει με δύο ανθρώπους για τριάντα χρόνια, δεν είναι εύκολο να τους αντικαταστήσεις. Δημιουργείται μια φυσική χημεία που δεν μπορείς να αποκτήσεις μέσα σε λίγους μήνες. Όταν παίζεις με δύο ή τρεις άλλους μουσικούς επί τρεις δεκαετίες, αναπτύσσεις μια επικοινωνία που βγαίνει αυθόρμητα. Οπότε δεν ήταν εύκολο να το αντικαταστήσουμε αυτό. Σταθήκαμε όμως πολύ τυχεροί και βρήκαμε δύο ανθρώπους που κάνουν εξαιρετική δουλειά. Χρειάστηκε πολλή δουλειά και αρκετή υπομονή, αλλά τώρα βρισκόμαστε σε πραγματικά πολύ καλό σημείο και, για πρώτη φορά, νιώθω ότι οι GODSMACK έχουν μια δεύτερη ζωή και ότι θα μπορούμε να συνεχίσουμε όσο εμείς το θελήσουμε. Τώρα, είναι το ίδιο συναίσθημα με αυτό που είχα με τον Tony και τον Shannon; Όχι, δεν θα γίνει ποτέ το ίδιο. Αυτό το κομμάτι δεν αντικαθίσταται. Υπάρχει ένας συναισθηματικός δεσμός με ανθρώπους που τους θεωρείς αδέλφια, κάτι διαφορετικό από τη σχέση που έχεις με τα νέα μέλη. Από την άλλη, όμως, και οι νέοι είναι εξαιρετικοί και χτίζουμε μαζί τους μια διαφορετική σχέση. Δεν είναι το ίδιο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι κάτι κακό.

Νομίζω πως έχεις αναφερθεί πολλές φορές σε μια φράση του Neil Peart, ο οποίος είχε πει ότι «τίποτα σπουδαίο δεν διαρκεί για πάντα». Πώς αντιμετώπισες αυτή την αλλαγή μέσα στους GODSMACK;
Νομίζω ότι αυτή η φράση με βοήθησε να βρω τον τρόπο να διαχειριστώ και να αντιμετωπίσω αυτό το νέο κεφάλαιο. Όταν άκουσα τον Neil να το λέει, σκέφτηκα πως είχε απόλυτο δίκιο. Δεν υπάρχει τρόπος να το αποφύγεις. Έτσι είναι σχεδιασμένη η ζωή. Τίποτα σπουδαίο δεν διαρκεί για πάντα. Τουλάχιστον όχι όσο υπάρχουμε εδώ, στη Γη, με την ανθρώπινη μορφή μας. Δεν είμαστε φτιαγμένοι για να είναι όλα αιώνια. Υπάρχει μια αρχή και υπάρχει ένα τέλος. Έπρεπε λοιπόν να το αποδεχτώ. Όσο κι αν ήθελα τα αρχικά μέλη να μείνουν μαζί για πάντα, υπήρξε μια στιγμή που ένιωσα προδομένος. Ένιωσα ότι αφιέρωσα ολόκληρη τη ζωή μου χτίζοντας αυτή τη μπάντα, δίνοντας και στους άλλους την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν τα δικά τους όνειρα, και στο τέλος έφυγαν. Υπήρχε ένα αίσθημα εγκατάλειψης και προδοσίας.
Όμως κάθισα πραγματικά και το σκέφτηκα. Και είπα στον εαυτό μου: «Όχι. Κανείς δεν εγκατέλειψε κανέναν και κανείς δεν πρόδωσε κανέναν». Μου χάρισαν σχεδόν τριάντα χρόνια απίστευτων αναμνήσεων και υπέροχων στιγμών. Έδωσαν ό,τι είχαν να δώσουν. Απλώς έφτασαν σε ένα σημείο όπου ήθελαν να είναι στο σπίτι τους, με τις οικογένειές τους, στα σπίτια τους. Δεν ήθελαν πλέον να περιοδεύουν με αυτούς τους ρυθμούς. Και εγώ όφειλα να το τιμήσω, να το σεβαστώ και να βρω τη δική μου γαλήνη και κατανόηση απέναντι σε αυτή την απόφαση.
Θυμάμαι όταν ο Neil το είχε πει σε εμένα και τον Shannon. Τον είχαμε γνωρίσει και τον ρωτούσαμε αν θα ξαναέπαιζε ποτέ τύμπανα. Και μας είπε: «Δεν νομίζω». Του απαντήσαμε: «Σοβαρά; Ούτε ένα σετ τυμπάνων στο σπίτι σου για να παίζεις για διασκέδαση;». Και εκείνος είπε: «Όχι. Όσο αφορά το συγκρότημα, νομίζω πως έχω κάνει ό,τι μπορούσα να κάνω ως ντράμερ». Του είπαμε: «Και πράγματι το έχεις κάνει». Τότε μας είπε: «Αγαπώ αυτά τα παιδιά, αλλά η ζωή προχωράει. Υπάρχουν κι άλλα πράγματα που θέλουμε να κάνουμε. Και τίποτα σπουδαίο δεν διαρκεί για πάντα».
Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ. Κατάλαβα ότι, όσο σπουδαίοι κι αν υπήρξαν οι GODSMACK για αυτό που είμαστε, βρέθηκα μπροστά στην ίδια ακριβώς απόφαση. Ήταν η στιγμή να αποσυρθούμε όλοι μαζί, εγώ, ο Tony και ο Shannon, ή θα προσπαθούσαμε να συνεχίσουμε λίγο ακόμη; Και όλα εξαρτήθηκαν από το ποιοι θα έρχονταν να τους αντικαταστήσουν.

Είχατε τον Mike Mangini να μπαίνει στο συγκρότημα κάτω από πραγματικά εξαιρετικές συνθήκες, αφού ανέβηκε στη σκηνή χωρίς ούτε μία πρόβα. Ως ντράμερ κι εσύ ο ίδιος, πέρασε από το μυαλό σου πριν από εκείνη την πρώτη εμφάνιση το «θα βάλω έναν άνθρωπο να παίξει, όσο σπουδαίος κι αν είναι ο Mike Mangini»; Ένιωσες έστω και λίγο άγχος ή φόβο;
Ελάχιστα. Πραγματικά ελάχιστα. Γνωρίζω τον Mike εδώ και τριάντα χρόνια. Τον ήξερα ήδη από τη δεκαετία του ’90, όταν αντικατέστησε τον ντράμερ των EXTREME και γνώριζα πολύ καλά το επίπεδό του. Ήξερα την εμπειρία του και δεν θα του ανέθετα ποτέ μια τόσο μεγάλη ευθύνη, απλώς στέλνοντάς του μια ζωντανή ηχογράφηση της μπάντας, αν δεν ήμουν απολύτως βέβαιος ότι μπορούσε να το κάνει.
Είχαμε μόλις κυκλοφορήσει εκείνο το διπλό live άλμπουμ και απλώς του το έστειλα, λέγοντάς του: «Μάθε αυτές τις live εκτελέσεις όλων των τραγουδιών». Δεν θα του έδινα ποτέ μια τέτοια αποστολή αν δεν ήξερα ότι μπορούσε να έρθει και να τα παίξει σχεδόν άψογα. Και αυτό ακριβώς έκανε.
Ήταν τέλειο; Όχι. Αλλά το rock ‘n’ roll δεν πρέπει να είναι τέλειο. Ήρθε στην πρώτη συναυλία και έκανε εκπληκτική δουλειά. Δεν κάναμε ούτε μία πρόβα. Απλώς κάναμε ένα μεγάλο soundcheck και σκέφτηκα: «Το έχει. Ξέρει τι κάνει. Δεν πρόκειται να γίνει καταστροφή». Ανέβηκε στη σκηνή και εξέπληξε τους πάντες. Φυσικά και είχα εμπιστοσύνη σε εκείνον, γιατί μιλάμε για τον Mike Mangini. Είναι απόλυτα καταρτισμένος για αυτή τη δουλειά.
Μιλώντας για την καταλληλότητα του Mike, διασκέδασα πολύ διαβάζοντας διάφορα σχόλια, γιατί αρκετοί φίλοι του progressive metal υποστήριξαν ότι ο Mike Mangini είναι… υπερβολικά καλός για τους GODSMACK. Από την άλλη, ο Shannon Larkin έχει πει ότι πολύς κόσμος υποτιμά το πόσο απαιτητική είναι ρυθμικά η μουσική των GODSMACK. Ποια είναι η δική σου άποψη πάνω σε αυτή τη συζήτηση;
Ισχύει. Καταρχάς, αυτοί που το λένε είναι μια πολύ μικρή μερίδα κόσμου και, στην πλειονότητά τους, είναι οπαδοί των DREAM THEATER και του Mike Portnoy. Και ο καημένος ο Mike πέρασε δεκατρία χρόνια στους DREAM THEATER, προσπαθώντας απλώς να κάνει τη δουλειά του και να μάθει ένα εξαιρετικά πολύπλοκο ρεπερτόριο, αφού ο ίδιος ο Mike Portnoy είχε επιλέξει να αποχωρήσει από το συγκρότημα. Ο Mike Mangini προσλήφθηκε για να καλύψει αυτή τη θέση και δέχτηκε απίστευτη κριτική. Πολλοί οπαδοί του Portnoy δεν ήθελαν καν να τον αποδεχτούν.
Το να λες όμως ότι ο Mike είναι υπερβολικά καλός για να παίζει στους GODSMACK είναι σαν να λες ότι και ο Shannon ήταν υπερβολικά καλός για τους GODSMACK. Νομίζω ότι ο κόσμος δεν αντιλαμβάνεται πόση λεπτομέρεια υπάρχει στα ντραμς της μουσικής μας. Εγώ είμαι ντράμερ. Ήμουν ντράμερ όλη μου τη ζωή. Ο Shannon είναι εκπληκτικός ντράμερ. Και οι δυο μας αφιερώσαμε αμέτρητες ώρες, επί πολλά χρόνια, σχεδιάζοντας αυτά τα μέρη των ντραμς. Μπορεί να μην είναι τόσο πολύπλοκα όσο των DREAM THEATER, αλλά είναι εξαιρετικά λεπτομερή. Και αυτό απαιτεί έναν μουσικό σαν τον Mike Mangini. Δεν μπορεί να έρθει οποιοσδήποτε και να τα παίξει.
Πάντα έλεγα ότι η πιο δύσκολη μουσική είναι εκείνη που ακούγεται απλή. Κάποιος μπορεί να πει: «Έλα μωρέ, οι AC/DC δεν είναι δύσκολο να παιχτούν». Κι όμως, είναι. Ξέρεις γιατί; Γιατί απαιτούν τρομερή ακρίβεια και απόλυτη σταθερότητα. Είναι πολύ δύσκολο να παίζεις τόσο «μέσα στο groove» και να το αποδίδεις έτσι ώστε να ακούγεται εύκολο. Ναι, μπορεί να μην έχουμε επτά διαφορετικές αλλαγές μέτρου ή εξωφρενικά περίπλοκα γεμίσματα στα τύμπανα. Όμως η μουσική των GODSMACK είναι απαιτητική ακριβώς επειδή είναι σχεδιασμένη να ακούγεται εύκολη. Όταν όμως καθίσεις πραγματικά να μάθεις αυτά τα μέρη, καταλαβαίνεις ότι έχουν αρκετές δυσκολίες. Δεν είναι RUSH, αλλά σίγουρα δεν είναι ούτε AC/DC.

Έχεις αφήσει να εννοηθεί ότι νέα μουσική θα μπορούσε να κυκλοφορήσει μέσα στο 2027. Νιώθεις ότι αυτή είναι μια ευκαιρία να επαναπροσδιορίσετε ορισμένα στοιχεία της ταυτότητας των GODSMACK ή ακόμα και να πειραματιστείτε με πράγματα που ίσως δεν μπορούσατε να κάνετε με την προηγούμενη σύνθεση;
Νομίζω πως είναι μια εξαιρετική ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουμε τόσο το συγκρότημα όσο και το είδος της μουσικής που θέλουμε να δημιουργήσουμε από εδώ και πέρα. Με τα χρόνια, καθώς εξελισσόμουν ως συνθέτης και ως μουσικός, άλλαξε πολύ και ο τρόπος που γράφω. Υπήρχε όμως πάντα ένα στοιχείο που έπρεπε να παραμείνει αναλλοίωτο στους GODSMACK: να είμαστε μια δυνατή hard rock μπάντα. Δεν είμαστε metal, αλλά ούτε και classic rock. Βρισκόμαστε κάπου ακριβώς στη μέση.
Στα πρώτα χρόνια υπήρχαν τραγούδια που ήταν πιο κοντά στο metal. Ήταν πιο βαριά, πιο σκοτεινά. Με τον καιρό όμως, καθώς ωρίμαζα, ήθελα να επιστρέψω περισσότερο στις hard rock επιρροές με τις οποίες μεγάλωσα: AEROSMITH, BLACK SABBATH, LED ZEPPELIN, συγκροτήματα σαν κι αυτά. Νομίζω λοιπόν ότι κάθε άλμπουμ από το “IV” και μετά μάς καθιέρωνε όλο και περισσότερο ως μια καθαρόαιμη hard rock μπάντα. Και κάποιες φορές αρχίζουμε να πλησιάζουμε ακόμη περισσότερο προς το rock.
Πάντα υπάρχει ένα τραγούδι σε κάθε δίσκο που ανοίγει τον δρόμο για τον επόμενο. Για παράδειγμα, στο “When Legends Rise” εμφανίστηκε ένας νέος ήχος. Αν όμως πάμε ακόμα πιο πίσω, στο τρίτο άλμπουμ, το “Faceless”, γράψαμε το “I Stand Alone”. Εκείνο το τραγούδι άλλαξε πραγματικά την πορεία μας. Αρχίσαμε να βάζουμε περισσότερες φωνητικές αρμονίες και να δοκιμάζουμε διαφορετικά πράγματα. Στη συνέχεια κυκλοφορήσαμε αρκετούς δίσκους με πιο βαριά τραγούδια και αργότερα, στο “When Legends Rise”, είχαμε το “Bulletproof”. Εκείνο το κομμάτι μάς έφερε πιο κοντά σε έναν πιο εμπορικό ήχο και είδαμε το κοινό μας να μεγαλώνει ακόμη περισσότερο, με περισσότερες γυναίκες και παιδιά να έρχονται στις συναυλίες.
Πήραμε λοιπόν το “Bulletproof” ως αφετηρία και συνεχίσαμε προς αυτή την κατεύθυνση, γράφοντας το “Lighting Up the Sky”. Νομίζω ότι αυτός ο δίσκος παρέμεινε πιστός στον χαρακτήρα μιας hard rock μπάντας. Υπάρχουν επίσης τραγούδια όπως το “You and I”, το πρώτο κομμάτι του τελευταίου μας άλμπουμ, που έχουν μια πιο έντονη αίσθηση rock της δεκαετίας του ’70, αλλά αποδομένη με σύγχρονο τρόπο. Πιστεύω λοιπόν ότι προς τα εκεί θα κινηθούμε. Νομίζω ότι στον επόμενο δίσκο ίσως ακούσετε λίγο περισσότερο αυτό το classic rock στοιχείο. Θα είναι βαρύς δίσκος, αλλά όχι metal. Βέβαια, δεν έχω γράψει ακόμη ούτε μία νότα, οπότε αυτό είναι απλώς αυτό που μου λέει αυτή τη στιγμή το ένστικτό μου. Ποιος ξέρει; Μπορεί τελικά να γράψουμε έναν δίσκο που να ακούγεται σαν τους PANTERA. Δεν έχω ιδέα.
Ο κατάλογός σας περιλαμβάνει πλέον δεκατρία τραγούδια που έφτασαν στο Νο. 1 του rock radio. Όταν καταρτίζεις σήμερα ένα setlist, πόσο δύσκολο είναι να αφήσεις εκτός αγαπημένα τραγούδια του κόσμου;
Είναι αναπόφευκτο. Δεν γίνεται αλλιώς. Έχουμε συνολικά είκοσι επτά singles που μπήκαν στο Top 10, εκ των οποίων τα δεκατρία έφτασαν στο Νο. 1. Ακόμα κι έτσι, είναι αδύνατο να παίξουμε όλα τα τραγούδια που μπήκαν στο Top 10. Δηλαδή, θα μπορούσαμε να παίξουμε μόνο τα Νο. 1 και πάλι η συναυλία να διαρκεί μία ώρα και σαράντα πέντε λεπτά. Από την άλλη, υπάρχουν και τραγούδια που θέλουμε εμείς να παίζουμε, επειδή τα απολαμβάνουμε πάνω στη σκηνή. Επομένως, είναι αδύνατο να χωρέσουν όλες οι επιτυχίες σε μία συναυλία, εκτός κι αν παίζουμε πολλές συνεχόμενες βραδιές. Έτσι προσπαθούμε κάθε φορά να διαλέγουμε αυτά που πιστεύουμε ότι ο κόσμος θέλει περισσότερο να ακούσει, αλλά και να τα συνδυάζουμε με κάποια άλλα κομμάτια που θεωρούμε ότι θα απολαύσει επίσης, απλώς επειδή λειτουργούν εξαιρετικά ζωντανά και είναι πραγματικά διασκεδαστικό να τα παίζουμε.
Σάκης Φράγκος (με τη συνδρομή του Πέτρου Καραλή στις ερωτήσεις)













