
“Death …is just the beginning”
Οι LEFT TO DIE, έγιναν γνωστοί παίζοντας υλικό από τους πρώτους δίσκους των DEATH, έχοντας στις τάξεις τους τα πρώην μέλη εκείνου του σχήματος, Rick Rozz και Terry Butler. Το καλοκαίρι, κυκλοφόρησαν την πρώτη τους δισκογραφική δουλειά, με τίτλο “Initium mortis”, που περιλαμβάνει επανεκτελέσεις των τραγουδιών των πρώιμων demo από τους MANTAS και τους DEATH, με σωστή παραγωγή, που δείχνουν και την πραγματική αξία τους. Δεν χάσαμε την ευκαιρία, λοιπόν, να συνομιλήσουμε με τον Terry Butler (που εκτός των άλλων έχει παίξει σε MASSACRE, SIX FEET UNDER, OBITUARY και πολλούς άλλους), όχι μόνο για το “Initium mortis”, αλλά και για το διαβόητο σκηνικό με την περιοδεία των DEATH δίχως των Chuck Schuldiner…
Ο Terry Butler των LEFT TO DIE, αλλά και πολλών άλλων death metal συγκροτημάτων, στο Rock Hard Greece. Καλώς ήρθες, Terry.
Ευχαριστώ.
Γιατί θεωρείς ότι τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή για να γίνουν επιτέλους οι LEFT TO DIE μια μπάντα που ηχογραφεί δικό της υλικό και όχι απλώς ένα live αφιέρωμα στην πρώιμη εποχή των DEATH;
Πέρυσι, όταν ήμασταν σε περιοδεία, στις αρχές της χρονιάς, παρατηρήσαμε ότι στις συναυλίες μας υπήρχαν πολλοί νεαροί οπαδοί, παιδιά 14 και 15 ετών. Συζητούσαμε μεταξύ μας πόσο καταπληκτικό είναι αυτό και το γεγονός ότι ανακαλύπτουν τους DEATH ως ένα σημείο εκκίνησης, ως ένα συγκρότημα που βοήθησε ουσιαστικά στη δημιουργία του death metal. Θέλουν να μάθουν γι’ αυτό, τους αρέσει. Δεν θέλουν απλώς να ακούσουν το “Sound Of Perseverance”. Θέλουν να γνωρίσουν από πού ξεκίνησαν όλα. Και η ανταπόκρισή τους απέναντί μας είναι εκπληκτική. Έτσι, σκεφτήκαμε ότι πιθανότατα υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, νέοι και μεγαλύτεροι, που δεν έχουν ακούσει καν τα demos των DEATH ή των MANTAS, εκτός κι αν έχουν ψάξει πολύ βαθιά στο YouTube ή κάπου αλλού. Συζητούσαμε, λοιπόν, μεταξύ μας: τι θα γινόταν αν ηχογραφούσαμε κάποια από εκείνα τα demo τραγούδια με μια καλή παραγωγή, ώστε ο κόσμος να μπορεί να ακούσει τη μουσική, να καταλάβει τι συμβαίνει με αυτήν και να δει από πού ξεκίνησαν οι DEATH, πηγαίνοντας ακόμη πιο πίσω, στην εποχή των demos των MANTAS; Έτσι, αρχίσαμε να επιλέγουμε 10 με 12 τραγούδια που πιστεύαμε ότι αντιπροσωπεύουν καλύτερα εκείνη την εποχή των demos. Ο Matt Harvey έκανε καταπληκτική δουλειά, καθώς κάθισε και προσπάθησε να αποκρυπτογραφήσει τα riffs και τους στίχους, βάζοντας ουσιαστικά το όλο εγχείρημα σε μια σειρά. Μας έστειλε ταμπλατούρες και βίντεο με την εκτέλεση των κομματιών. Ο Rick (σ.σ. Rozz, αρχικός κιθαρίστας και ιδρυτικό μέλος των DEATH) είχε παίξει και γράψει κάποια από αυτά τα riffs και τα τραγούδια εκείνη την εποχή, οπότε γνώριζε ήδη το υλικό. Με λίγα λόγια, αυτός ήταν ο λόγος που το κάναμε. Θέλουμε να φέρουμε αυτά τα τραγούδια στο προσκήνιο, ώστε ο κόσμος να μπορέσει να τα ακούσει και να τα κατανοήσει καλύτερα απ’ ό,τι μέσα από τις αρχικές demo ηχογραφήσεις.
Σκεφτήκατε ποτέ να δημιουργήσετε εντελώς καινούργια μουσική ή ήσασταν πεπεισμένοι ότι η επιστροφή στο παλιό υλικό των MANTAS και των πρώιμων DEATH ήταν η σωστή καλλιτεχνική κατεύθυνση;
Λοιπόν, έχουμε συζητήσει την ιδέα να γράψουμε καινούργιο υλικό και κάποια στιγμή θα το κάνουμε. Απλώς θέλαμε να συνεχίσουμε όσο περισσότερο μπορούμε αυτόν τον εορτασμό των δύο πρώτων άλμπουμ. Αλλά, ας είμαστε ειλικρινείς, υπάρχουν μόνο συγκεκριμένα τραγούδια που μπορείς να παίξεις από τους δύο πρώτους δίσκους και δεν μπορείς να κάνεις ένα σωρό περιοδείες κάθε χρόνο, για πολλά χρόνια. Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Έτσι, σκεφτήκαμε ότι αυτό θα βοηθούσε και λίγο προς αυτήν την κατεύθυνση, καθώς πλέον μπορούμε να προσθέσουμε πέντε ή έξι από αυτά τα demo τραγούδια στο set μας. Θέλουμε, όμως, να γράψουμε καινούργιο υλικό. Απλώς πρέπει να βεβαιωθούμε ότι θα είναι σωστό. Δεν θέλουμε να κυκλοφορήσουμε κάτι που θα ακούγεται χάλια, κάτι που θα είναι μισοτελειωμένο και πρόχειρο. Θέλουμε να είμαστε σίγουροι ότι, όταν δημιουργήσουμε καινούργια μουσική, θα είναι αντάξια του ονόματος.

Πόσο σημαντικό ήταν για εσένα να διατηρήσετε το πνεύμα της μουσικής και όχι απλώς να αναπαράγετε τις ίδιες νότες;
Ήταν σίγουρα πολύ σημαντικό. Όπως είπα, ολόκληρη η ιδέα πίσω από αυτήν την μπάντα είναι να τιμήσουμε τη μουσική του Chuck και τους DEATH. Θέλουμε να σας δείξουμε τις πρώτες ημέρες των DEATH και γι’ αυτό επικεντρωνόμαστε στους δύο πρώτους δίσκους. Θεωρούμε ότι πρόκειται για μια σημαντική περίοδο στην ιστορία του death metal, καθώς βοήθησε, κατά κάποιον τρόπο, να βάλει το death metal στον χάρτη. Όσον αφορά, όμως, το νέο άλμπουμ, “Initium Mortis”, θέλαμε να αποδώσουμε τα τραγούδια όσο πιο πιστά γινόταν στις αρχικές demo εκτελέσεις. Δεν θέλαμε να προσθέσουμε διαφορετικά riffs, διαφορετικά intro ή οτιδήποτε άλλο. Θα έλεγα ότι περίπου το 98% όσων συμπεριλάβαμε σε αυτόν τον καινούργιο δίσκο είναι ακριβώς αυτό που υπάρχει στα demos.
Και για να σου πω την αλήθεια, ακούγοντας αυτά τα τραγούδια με μια εντελώς καινούργια, σύγχρονη παραγωγή, όταν άκουσα το “Legion Of Doom” χωρίς να έχω διαβάσει το δελτίο Τύπου, νόμιζα ότι άκουγα το “Spiritual Healing”.
Χαχαχα! Ναι. Θυμάμαι όταν γράφαμε το “Spiritual Healing”, και συγκεκριμένα όταν δουλεύαμε πάνω σε εκείνο το τραγούδι στο δωμάτιο των προβών, χρειαζόμασταν ένα riff, ένα βαρύ riff για εκείνο το σημείο. Τότε ο Bill Andrews είπε: «Γιατί δεν βάζουμε εκείνο το riff από το “Legion Of Doom”; Είναι τόσο βαρύ!». Και ο Chuck τον ρώτησε: «Είσαι σίγουρος;». «Ναι, φίλε», του απάντησε. Έτσι, παίξαμε ολόκληρο το τραγούδι και δοκιμάσαμε εκείνο το σημείο και τελικά είπαμε: «Εντάξει, θα επαναφέρουμε το riff του “Legion Of Doom” και θα το χρησιμοποιήσουμε πρώτα σε αυτό το τραγούδι». Αλλά ναι, αυτό αποδεικνύει για άλλη μια φορά τη δύναμη αυτών των riffs, τα οποία γράφτηκαν από παιδιά 15 ετών και έχουν αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου.
Αυτή είναι και η επόμενη ερώτησή μου. Τι ήταν αυτό που σε εξέπληξε περισσότερο όταν επέστρεψες σε μουσική που είχε αρχικά γραφτεί από εφήβους;
Χαχαχα! Για εμένα, αυτό που φάνηκε ήταν η αποφασιστικότητά τους, η επιθυμία τους να δημιουργήσουν κάτι εντελώς καινούργιο μουσικά. Θέλω να πω, το 1983, το 1984 και το 1985, το death metal βρισκόταν ακόμη στα πρώτα του βήματα. Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Χρησιμοποίησαν τις επιρροές τους από συγκροτήματα όπως οι BATHORY, οι VENOM και οι SLAYER, αλλά και οι JUDAS PRIEST, και ήθελαν να κάνουν τη μουσική τους ακόμη πιο βαριά. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα: τρεις 15χρονοι που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν κάτι ακραίο μουσικά. Και πιστεύω ότι αυτά τα τραγούδια εξακολουθούν να ακούγονται πολύ καλά ακόμη και σήμερα.

Σε ποιο σημείο συνειδητοποίησες ότι ο Chuck δεν ήταν απλώς ένας ακόμη τοπικός μουσικός, αλλά ένας άνθρωπος με ένα πολύ συγκεκριμένο όραμα;
Θα έλεγα όταν έμαθα ότι υπέγραψε συμβόλαιο με την Combat Records και όταν ουσιαστικά μπήκα στο συγκρότημα. Παρακολουθούσα την πορεία του μέσα από τα demos και όλα τα σχετικά, αλλά εκείνος ήταν ουσιαστικά ένας άνθρωπος που τα έκανε όλα. Ξέρω ότι ήταν μαζί του και ο Chris Reifert, αλλά ο Chuck ήταν αυτός που διαπραγματευόταν τα πάντα και επικοινωνούσε με τη δισκογραφική εταιρεία. Ήθελε το καλύτερο για το συγκρότημά του και αυτό μου άρεσε πολύ. Μου άρεσε η νοοτροπία του, η ενέργεια που είχε και η αφοσίωσή του στη δημιουργία της μουσικής που αγαπούσε. Ήθελα να αποτελέσω μέρος αυτού. Έτσι, σκέφτηκα ότι εδώ συμβαίνει κάτι διαφορετικό από μια απλή τοπική μπάντα που παίζει σε κάποιο τοπικό club.
Πώς θα περιέγραφες τη διαφορά ανάμεσα στον Chuck ως μουσικό και στον Chuck ως άνθρωπο;
Αυτό που μου λείπει περισσότερο είναι ο Chuck ως άνθρωπος. Βγαίναμε μαζί, βλέπαμε ταινίες τρόμου, πηγαίναμε να αγοράσουμε δίσκους, συναντιόμασταν με τον Bill Andrews και απλώς περνούσαμε καλά, γελούσαμε και κάναμε παρέα. Και ως μουσικός ήταν εξαιρετικός, φυσικά. Η ενέργειά του, η ορμή του, οι ικανότητές του στη σύνθεση, οι στίχοι του, το παίξιμό του στην κιθάρα… Όλα αυτά ήταν μεταδοτικά. Ήταν ένα πολύ όμορφο περιβάλλον για να βρίσκεσαι μέσα του. Για εμένα, όμως, ήταν σαν να επρόκειτο για δύο διαφορετικούς ανθρώπους. Απλώς μου λείπει πολύ να κάνω παρέα μαζί του, να συζητάμε για την επικαιρότητα, να λέμε ανοησίες, να γελάμε και να περνάμε καλά. Αυτό είναι που μου λείπει περισσότερο.
Όλοι μας έχουμε ανάγκη να λέμε καμιά ανοησία πού και πού.
Ναι, μερικές φορές είναι καλό να λες και καμιά ανοησία!
Περισσότερες από τρεις δεκαετίες αργότερα, η ιστορία της ευρωπαϊκής περιοδείας του 1990 εξακολουθεί να παρερμηνεύεται. Ποια πιστεύεις ότι είναι η μεγαλύτερη παρανόηση γύρω από εκείνη την υπόθεση; Θα πρέπει να ξέρεις ότι πριν από πολλά χρόνια είχαμε δημοσιεύσει στο έντυπο Rock Hard μια πλήρη παρουσίαση της δικής σου πλευράς της ιστορίας. Αλλά πλέον μιλάμε για ιστορία. Πρέπει, ωστόσο, να σου πω ότι πολλοί άνθρωποι αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν αυτά τα παιδιά να παίζουν σήμερα τραγούδια των DEATH, από τη στιγμή που συνέβη εκείνο το περιστατικό το 1990. Θέλω, λοιπόν, να παρουσιάσεις τη δική σου οπτική, ώστε να ξεκαθαρίσεις τη θέση σου.
Νομίζω ότι η μεγαλύτερη παραποίηση ολόκληρης της υπόθεσης ήταν ο ισχυρισμός ότι προσπαθήσαμε να πάρουμε τον έλεγχο του συγκροτήματος. Δεν προσπαθήσαμε να γίνουμε η μπάντα του Chuck. Είχαμε, όμως, υπογράψει συμβόλαια και υπήρχε προώθηση της περιοδείας επί πολλούς, πολλούς μήνες. Είχαν γίνει πωλήσεις εισιτηρίων, διαφημιστικές ενέργειες, τα πάντα. Ο Chuck είχε δώσει πάρα πολλές συνεντεύξεις μαζί με τον Mille Petrozza για τα περιοδικά. Επρόκειτο να κάνουμε μια περιοδεία όπου οι DEATH και οι KREATOR θα μοιράζονταν τον ρόλο του headliner. Ωστόσο, μετά την αμερικανική περιοδεία για το “Spiritual Healing”, είχαμε μία εβδομάδα κενό πριν ξεκινήσουμε την κοινή περιοδεία με τους KREATOR για την προώθηση του ίδιου άλμπουμ. Και τότε ο Chuck εξαφανίστηκε. Δεν μπορούσαμε να τον βρούμε πουθενά. Ουσιαστικά, λοιπόν, για επαγγελματικούς λόγους και προκειμένου να προστατεύσουμε την καριέρα μας, αποφασίσαμε να τηρήσουμε το συμβόλαιο αυτής της περιοδείας. Συνεργαστήκαμε με τον booking agent μας και τον booking agent των KREATOR, κάναμε μια συνάντηση και τους είπαμε ότι μπορούσαμε να πραγματοποιήσουμε την περιοδεία, βρίσκοντας κάποιους μουσικούς να καλύψουν τα κενά. Δεν θέλαμε να την ακυρώσουμε, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό. Οι KREATOR είχαν πολλά μέλη στο crew τους που θα έμεναν χωρίς δουλειά για δέκα εβδομάδες. Υπήρχε τεράστια πίεση πάνω μας. Έτσι, ο Bill κι εγώ αποφασίσαμε να προχωρήσουμε.
Από την πλευρά των DEATH, αυτό ισοδυναμούσε ουσιαστικά με αυτοκτονία καριέρας, καθώς γνωρίζαμε προφανώς ότι μετά από αυτήν την περιοδεία δεν θα ήμασταν πλέον στο συγκρότημα. Το ξέραμε. Αλλά αισθανόμασταν ότι, έπειτα από μισό χρόνο προώθησης της περιοδείας και όλης αυτής της προετοιμασίας, θα ήταν καταστροφή αν ακυρώναμε τα πάντα. Έτσι, πραγματοποιήσαμε την περιοδεία και, όπως είπα, αισθανόμασταν ότι δεν είχαμε άλλη επιλογή. Έπρεπε να το κάνουμε και το κάναμε. Κατά κάποιον τρόπο, μάλιστα, αυτό βοήθησε τελικά και τους DEATH, επειδή ολοκληρώσαμε την περιοδεία. Ο Chuck ξαναβρήκε την έμπνευσή του, καθώς είχε αρχίσει να απογοητεύεται από το death metal. Ήθελε να ασχοληθεί με τους CONTROL DENIED πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι τελικά το έκανε. Το γεγονός, όμως, ότι εμείς πήγαμε στην Ευρώπη χωρίς εκείνον τον εξόργισε κάπως, κάτι που μπορώ να καταλάβω. Αυτό τον έκανε να ξαναβρεί το πάθος του και τελικά έγραψε το “Human”, ένα εξαιρετικό άλμπουμ, για το οποίο είχαμε ήδη αρχίσει να γράφουμε μουσική μαζί του, ο Bill, ο Chuck κι εγώ. Ουσιαστικά, είχαμε συμβάλει στη σύνθεση τεσσάρων από αυτά τα τραγούδια.
Είχαμε, επίσης, υπογράψει ένα συμβόλαιο. Ήταν ένα έγγραφο που υπέγραψα εγώ, υπέγραψε ο Chuck, υπέγραψε και ο Bill, στο οποίο αναφερόταν ουσιαστικά ότι θα πηγαίναμε στην Ευρώπη ως DEATH και ότι ο Chuck δεν θα είχε καμία ευθύνη γι’ αυτό. Όλα ήταν νόμιμα και κανονικά. Θέλω, όμως, απλώς να καταλάβουν οι άνθρωποι ότι δεν προσπαθήσαμε να πάρουμε τον έλεγχο του συγκροτήματος. Δεν προσπαθούσαμε να γίνουμε οι DEATH. Απλώς προσπαθούσαμε να εκπληρώσουμε τις συμβατικές υποχρεώσεις που είχαμε αναλάβει. Και ως δύο από τα τρία μέλη του συγκροτήματος, ο Bill κι εγώ αισθανόμασταν τεράστια πίεση από την επιχειρηματική πλευρά της υπόθεσης, από τη διοίκησή τους, από τα clubs που θα έπρεπε να επιστρέψουν όλα αυτά τα εισιτήρια και ούτω καθεξής. Έτσι, αισθανόμασταν ότι έπρεπε να προχωρήσουμε.

Θα χρησιμοποιήσω ακριβώς τα λόγια που είχες χρησιμοποιήσει πριν από μερικά χρόνια: «Αισθανόσασταν ότι έπρεπε να προστατεύσετε τη δυναμική του συγκροτήματος συνεχίζοντας την περιοδεία».
Ναι, αυτό ακριβώς κάναμε. Πραγματοποιήσαμε την περιοδεία και εκπληρώσαμε τις υποχρεώσεις μας. Σίγουρα, δεν ήταν μαζί μας ο Chuck, ο συνιδρυτής ή, αν θέλεις, ο ιδρυτής του συγκροτήματος. Δεν ήταν εκεί, αλλά έπρεπε να το κάνουμε. Και με αυτόν τον τρόπο παρατείναμε την πορεία των DEATH ως όνομα, επειδή πραγματοποιήσαμε εκείνη την περιοδεία αντί να την ακυρώσουμε.
Κάποιοι θεωρούν ότι εκείνο το περιστατικό αποτέλεσε σημείο καμπής στη σχέση του Chuck με την εμπιστοσύνη και τη συνεργασία. Πιστεύεις ότι είναι μια δίκαιη εκτίμηση;
Ναι, από εκείνο το σημείο και μετά έγραφε ο ίδιος όλη τη μουσική και αναλάμβανε τα πάντα. Εντάξει, καταλαβαίνω ότι αποφάσισε να πάρει τον απόλυτο έλεγχο του συγκροτήματος. Όταν, όμως, ήμασταν μαζί του στο συγκρότημα, ο Bill κι εγώ, όλα γίνονταν ισότιμα. Υπήρχε ισότιμη κατανομή και όλοι είχαμε λόγο και άποψη. Ήταν πολύ ωραίο αυτό. Με τις πράξεις του, όμως, ο Chuck, επειδή δεν ήρθε να μας μιλήσει, δημιούργησε αυτήν την κατάσταση. Θα μπορούσε να είχε έρθει σε εμάς και να μας πει: «Παιδιά, δεν αισθάνομαι ότι θέλω να κάνω αυτήν την περιοδεία». Θα μπορούσαμε να το συζητήσουμε, ίσως να βρίσκαμε κάποια λύση. Αντί γι’ αυτό, μας γύρισε την πλάτη και εξαφανίστηκε, για να το πω έτσι. Δεν είχαμε καμία επικοινωνία μαζί του. Δεν ξέραμε τι συνέβαινε ή οτιδήποτε άλλο. Και στη συνέχεια μάθαμε ότι ήταν καλά, απλώς δεν ήθελε να κάνει την περιοδεία. Και υπήρχε αυτό το έγγραφο που είχαμε υπογράψει όλοι μας. Θέλω απλώς οι φανατικοί οπαδοί των DEATH να μη με μισούν επειδή υποτίθεται ότι προσπάθησα να πάρω τον έλεγχο του συγκροτήματος, κάτι που δεν έκανα σε καμία περίπτωση. Δεν είχα ποτέ τέτοια πρόθεση.
Κλείνοντας, αν συνέβαινε σήμερα η ίδια κατάσταση, έχοντας πλέον την εμπειρία και την οπτική που διαθέτεις, θα χειριζόσουν τα πράγματα διαφορετικά;
Πιθανότατα ναι, γιατί τότε δεν υπήρχε ουσιαστικά Internet. Δεν υπήρχε Facebook, δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν υπήρχε τίποτα από όλα αυτά. Για να επικοινωνήσεις με τον κόσμο, έπρεπε να κάνεις τηλεφωνήματα. Σήμερα, όμως, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα μπορούσες αμέσως να ενημερώσεις ολόκληρο τον κόσμο ότι η περιοδεία ακυρώνεται και ότι δεν ευθύνεσαι εσύ γι’ αυτό. Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Ναι, σίγουρα θα το χειριζόμασταν διαφορετικά σήμερα. Τότε αισθανόμασταν ότι είχαμε βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο και ότι αυτή ήταν η μόνη επιλογή μας. Ήμασταν ακόμη νέοι, 22 ή 23 ετών, και κάπως άπειροι, παρά το γεγονός ότι είχαμε ήδη κάνει κάποιες περιοδείες. Πιστεύαμε ότι αυτό έπρεπε να κάνουμε. Νομίζω, όμως, ότι στη σημερινή εποχή τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά.
Έχοντας περιοδεύσει σε ολόκληρο τον κόσμο με τους LEFT TO DIE, τι έχεις μάθει για την κληρονομιά των DEATH που δεν είχες κατανοήσει πλήρως την εποχή που έπαιζες στο συγκρότημα;
Όταν παίζαμε στους DEATH, γνωρίζαμε ότι η μουσική μας ήταν cool και ότι γράφαμε καλά τραγούδια. Δεν σκεφτόμασταν, όμως, ότι δημιουργούσαμε κάτι επαναστατικό, κάτι που θα εξακολουθούσε να είναι επίκαιρο και σημαντικό ακόμη και 30 χρόνια αργότερα. Δεν είχαμε ιδέα. Τώρα, όμως, με τους LEFT TO DIE, περιοδεύοντας σε ολόκληρο τον κόσμο και βλέποντας, όπως είπα, παιδιά 15 ετών να έρχονται στις συναυλίες φορώντας μπλούζες του “Scream Bloody Gore”, καταλαβαίνεις πολλά. Γνωρίζουν τους DEATH. Θέλουν να μάθουν περισσότερα για τους DEATH. Οι συναυλίες είναι κατάμεστες, ο κόσμος αγαπά τη μουσική των DEATH, αγαπά την ιστορία τους, αγαπά τον Chuck και τη μουσική του. Εμείς θέλουμε απλώς να τιμήσουμε αυτήν την κληρονομιά και να παίξουμε αυτά τα τραγούδια.
Αν το “Initium Mortis” αντιπροσωπεύει την αρχή των DEATH, όπως λέμε, αφού αυτή είναι και η σημασία του τίτλου, ποιο πιστεύεις ότι είναι το σημαντικότερο μάθημα που μας άφησε αυτή η διαδρομή;
Αν πραγματικά θέλεις να κάνεις κάτι, πρέπει να δώσεις τον καλύτερό σου εαυτό και να το κυνηγήσεις. Ο Chuck, σε ηλικία 15 ετών, ουσιαστικά είπε: «Αυτό θέλω να κάνω. Είναι το μόνο πράγμα με το οποίο πραγματικά θέλω να ασχοληθώ στη ζωή μου. Θα δώσω ό,τι έχω και θα δω τι θα συμβεί». Είναι κάπως τρομακτικό, αλλά ταυτόχρονα συναρπαστικό. Αν κάποιος θέλει πραγματικά να κάνει κάτι, απλώς πρέπει να το τολμήσει. Ήταν μια απίστευτη διαδρομή και ποτέ δεν φανταζόμουν, όταν ήμουν στο λύκειο, ότι θα έκανα όλα αυτά. Αλλά η ζωή είναι ένας παράξενος δρόμος. Μερικές φορές δεν ξέρεις ποτέ ποιο μονοπάτι πρέπει να ακολουθήσεις. Και κάποιες από τις επιλογές που κάνεις μπορεί τελικά να μην αποδειχθούν οι καλύτερες. Εγώ, πάντως, στάθηκα σίγουρα τυχερός και δεν το θεωρώ καθόλου δεδομένο.
Βλέπεις αυτό το άλμπουμ περισσότερο ως έναν φόρο τιμής στο όραμα του Chuck ή ως έναν εορτασμό ολόκληρης της πρώιμης οικογένειας των DEATH;
Νομίζω ότι είναι περισσότερο ένας εορτασμός ολόκληρης της πρώιμης οικογένειας των DEATH, αλλά περιλαμβάνει και κάποια από τα μεταγενέστερα τραγούδια, όταν ο Rick και ο Cam (σ.σ. Lee, ντράμερ και τραγουδιστής των πρώτων ημερών του συγκροτήματος) δεν συμμετείχαν πλέον στο συγκρότημα και είχε απομείνει μόνο ο Chuck. Νομίζω, όμως, ότι πρόκειται κυρίως για έναν εορτασμό των MANTAS και των DEATH εκείνης της περιόδου, με τα τρία άτομα που αποτελούσαν τότε το συγκρότημα. Ξέρεις, αυτά τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν σε ένα boombox. Απλώς πατούσες το κουμπί της εγγραφής και άρχιζες να παίζεις. Και είναι πραγματικά εκπληκτικό για εμένα το γεγονός ότι, τόσα χρόνια αργότερα, εκείνο το πάτημα του κουμπιού της εγγραφής σε ένα boombox οδήγησε τελικά στη δημιουργία αυτού του άλμπουμ από εμάς. Είναι πραγματικά μια απίστευτη διαδρομή.

Τι ήταν αυτό που έφερε ο Matt Harvey σε αυτά τα τραγούδια και τον έκανε τον κατάλληλο άνθρωπο για το συγκεκριμένο εγχείρημα;
Ο Matt είναι ένας πραγματικός γνώστης της metal μουσικής, ένας γκουρού του death metal. Αν υπάρχει κάτι που δεν γνωρίζει, θα μου προκαλούσε πραγματικά έκπληξη. Είναι σαν ζωντανή εγκυκλοπαίδεια. Επιπλέον, είναι οπαδός των DEATH. Μας είπε ότι οι DEATH είναι ένα από τα αγαπημένα του συγκροτήματα. Έτσι, ήταν απόλυτα θετικός στην ιδέα και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στο εγχείρημα. Όπως είπα, αποκρυπτογράφησε κάποια riffs που ήταν λίγο δυσνόητα, τα έβγαλε πέρα με τους στίχους και ουσιαστικά ανέλαβε να ηγηθεί ολόκληρης της διαδικασίας. Είναι μουσικός με την πραγματική σημασία της λέξης. Απορροφά τη μουσική, είναι σαν σφουγγάρι. Μας είπε: «Θα σας στείλω τις ταμπλατούρες και βίντεο με την εκτέλεση των κομματιών». Και εμείς απαντήσαμε: «Εντάξει, εξαιρετικά! Αυτό θα ήταν φανταστικό». Θα μας βοηθούσε να ηχογραφήσουμε το άλμπουμ ακόμη πιο γρήγορα. Και αυτό ακριβώς συνέβη. Ηχογραφήσαμε τον δίσκο αρκετά γρήγορα και στη συνέχεια τον κρατήσαμε για κάποιο διάστημα πριν τον κυκλοφορήσουμε. Η ηχογράφηση και η μίξη ολοκληρώθηκαν ουσιαστικά τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο. Όσο για τον Matt Harvey, του βγάζω το καπέλο. Είναι πραγματικός επαγγελματίας.
Ποιος είχε τις αυθεντικές κασέτες; Τις κασέτες των MANTAS;
Εγώ εξακολουθώ να έχω την κασέτα που αγόρασα από τον ίδιο τον Chuck. Ήταν η κασέτα των MANTAS και την αγόρασα σε μια συναυλία των NASTY SAVAGE εδώ, το 1984. Ο Chuck περιφερόταν στον χώρο πουλώντας τα demos του και αγόρασα ένα αντίτυπο από εκείνον. Τότε ήταν που τον γνώρισα για πρώτη φορά. Ο Matt, όμως, ήταν αυτός που ανέλαβε να εξετάσει όλο το υλικό και να επιλέξει τα τραγούδια. Υπάρχουν ακόμη μερικά κομμάτια που δεν συμπεριλάβαμε, αλλά θεωρήσαμε ότι επιλέξαμε τα καλύτερα, αυτά που αντιπροσωπεύουν περισσότερο ολόκληρη εκείνη την εποχή των demos.
Το “Zombie” ήταν εξαρχής ένα instrumental κομμάτι;
Ναι, ήταν. Ναι.
Εντάξει, εντάξει. Θέλω, λοιπόν, να σε ευχαριστήσω πολύ για τον χρόνο σου, αλλά και για το γεγονός ότι ξεκαθάρισες ορισμένα πράγματα που, όπως ξέρεις, εξακολουθούν να αποτελούν ένα μόνιμο αγκάθι για όλους μας όταν αναφερόμαστε στους DEATH.
Υπάρχει πράγματι πολύ βάρος και πολλές ιστορίες που συνοδεύουν το γεγονός ότι έχεις υπάρξει μέλος των DEATH ή ότι παίζεις διασκευές των DEATH και όλα αυτά. Ναι, λοιπόν, σε ευχαριστώ που μου έδωσες την ευκαιρία να προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα και να μιλήσω γι’ αυτά. Ελπίζω να είπα κάτι που να είχε ενδιαφέρον.
Σάκης Φράγκος













