DEVIL YOU KNOW – “The Beauty of Destruction” (Nuclear Blast)











"/>





Δεν ξέρω γιατί, αλλά τα supergroups, πάντα μετά την ανακοίνωση της σύστασής τους αντιμετωπίζονται με μια καχυποψία. Θαρρώ, πως δεν φταίει μόνο το γεγονός ότι ο ακροατής της metal/rock σκηνής έχει απογοητευτεί πολλάκις από τέτοιες προσπάθειες, αλλά η γενικότερη φιλοσοφία του ύψους ή του βάθους της επιτυχίας που θα επιδείξουν. Βέβαια, η επίτευξη της αποδοχής από τον κόσμο, ίσως να μην είναι τόσο δύσκολο εγχείρημα, αφού η υποβόσκουσα επίκληση στην αυθεντία του εκάστοτε ονόματος θολώνει τα αντικειμενικά ακουστικά μας ερεθίσματα. Ωστόσο, η πάροδος του χρόνου και το ξεθώριασμα από την μνήμη μας των ονομάτων κάποιων supergroup που ενίοτε μας απασχόλησαν, είναι η τρανότερη απόδειξη ότι μόνο όσοι δεν έμειναν σε έννοιες όπως “side-project” ή “αρπαχτή”, κατάφεραν να έχουν μια ξεχωριστή θέση στους μουσικούς καταλόγους μας.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι DEVIL YOU KNOW, των Howard Jones (γνωστός από την θητεία του πίσω από το μικρόφωνο των KILLSWITCH ENGAGE), Francesco Artusato (κιθαρίστας των ALL SHALL PERISH), John Sankey (έκανε το drum programming στο “The Industrialist” των FEAR FACTORY) και Ryan Wombacher (μπασίστας των BLEEDING THROUGH), που με το “The beauty of destruction” γίνονται το δεύτερο supergroup της Nuclear Blast για το 2014, μετά τους KILLER BE KILLED.

Αλλά ας αφήσουμε τα διαδικαστικά κι ας πιάσουμε τα ουσιώδη. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, τέτοιες μπάντες ή θα χτυπήσουν τζακποτ ή θα πάνε κουβά. Οι μέτριοι είναι απλά καταδικασμένοι να περάσουν στα μεγάλα κατάστιχα του Metal Archives για βιογραφικούς μόνο λόγους. Οι DYK ανήκουν στην τελευταία κατηγορία, μιας και καταφέρνουν με πολύ κόπο να δημιουργήσουν έναν αξιόλογο δίσκο, που δυστυχώς είναι καταδικασμένος να αποτύχει.

Το μεγάλο αγκάθι βρίσκεται στην επιλογή της μπάντας να παίξει εκ του ασφαλούς και ενώ υπάρχουν πολύ όμορφα ξεσπάσματα και πολύ δυνατές μονάδες μέσα στον δίσκο, το σύνολο δεν καταφέρνει τελικά να πείσει. Είναι από τις φορές που νιώθω ότι αν αυτό το άλμπουμ έβγαινε από μία πρωτοεμφανιζόμενη μπάντα, λόγω των διαφορετικών προσδοκιών, θα έκανε μεγαλύτερη αίσθηση στο metalcore κοινό. Δηλαδή δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι ο Howard Jones τα δίνει όλα σε δύο με τρία κομμάτια του δίσκου και από εκεί και πέρα περνά στο background ή ότι από τα μισά του “The beauty of destruction” και κάτω (με εξαίρεση του “Shut it down” που κι αυτό περνά αδιάφορο), το συγκρότημα κατεβαίνει πολλά σκαλιά κάτω στο tempo, προσπαθώντας να δημιουργήσει, χωρίς κάποιον προφανή λόγο, μία “μελαγχολική” ατμόσφαιρα. Αν δεν υπήρχαν κομμάτια-αναλαμπές όπως το “A new beginning” ή το “My own”, τα πράγματα θα ήταν σαφώς πιο άσχημα για τους DYK.

Αυτό όμως που βλέπω στο “The beauty of destruction” και με θλίβει περισσότερο, είναι η διαυγής δομή της μουσικής βιομηχανίας, όπου εκμεταλλεύεται με τον πιο ξεδιάντροπο τρόπο το συνθετικό ταλέντο του Francesco Artusato. Ο εν λόγω κύριος, απόφοιτος του περίφημου Berklee College of Music, που έχει στο ενεργητικό του οχτώ κυκλοφορίες με πέντε διαφορετικές μπάντες και είναι ο βασικός συνθέτης του δίσκου, πλαισιώνεται από ένα δυνατό πακέτο ονομάτων, έτσι ώστε να φέρει τα απαραίτητα έσοδα σε managers και label. Και όχι αυτό δεν είναι κακό. Κακό είναι να καλουπώνεις την μουσική του, ώστε να ταιριάζει στα της εποχής.

6/10

Νίκος Ζέρης

 

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here