THUNDER interview (Danny Bowes)












    “Resurrection Day”

    Μα είναι τώρα οι THUNDER για το ΤΟΡ 10 της Μεγάλης Βρετανίας; Γίνεται να ανταγωνίζονται την Taylor Swift; Κι όμως οι παλαίμαχοι, όπως είχαμε ανακοινώσει πριν αρκετές εβδομάδες, κυκλοφορούν το “Wonder days”, μια από τις καλύτερές τους δουλειές, με περισσότερη ποικιλία και καλογραμμένες συνθέσεις, κερδίζοντας άμεσα μια θέση στην λίστα με τα αγαπημένα μου άλμπουμ της καριέρα τους. Συχνά δηλώνω πως τα καλύτερα άλμπουμ γράφονται όταν ο καλλιτέχνης το έχει ανάγκη και στην περίπτωση αυτή, το συγκρότημα πέρασε αρκετές δυσκολίες πριν επιστρέψει, 7 χρόνια μετά το “Bang!”. Ευτυχώς η αναμονή άξιζε… κι ο Danny Bowes με την αξεπέραστη, αγέραστη φωνή του, μας αφιέρωσε 90 ολόκληρα λεπτά για όλες μας τις ερωτήσεις.

    Δεν πέρασε πολύ καιρός από όταν βρεθήκαμε στην Ιαπωνία και θυμάμαι πόσο ενθουσιασμένος ήσουν. Τώρα που έχω ακούσει το τελικό αποτέλεσμα, καταλαβαίνω γιατί μου έλεγες πως είναι το καλύτερο άλμπουμ που έχετε βγάλει ποτέ.

    Κι εξακολουθώ να το πιστεύω. Είναι ένας δίσκος που δεν ήμασταν αρκετά καλοί για να βγάλουμε στο παρελθόν. Μαθαίνουμε αργά βλέπεις (γέλια), αλλά σίγουρα μετά από 25 χρόνια, είναι ο δίσκος που μπορεί να βγάλει αυτή η μπάντα.

    Έχει αρκετή ποικιλία και σίγουρα όλα τα χαρακτηριστικά των THUNDER.

    Αν και δεν θέλουμε να χαλάσουμε την συνταγή, για εμάς παραμένει ως αρχή, πως δεν θα κυκλοφορήσουμε ποτέ κάτι που δεν μας αντιπροσωπεύει, ελπίζοντας πάντα, να αρέσει και στον κόσμο. Έτσι δεν υπήρχε κάτι σπασμένο που έπρεπε να φτιάξουμε, κάτι που έπρεπε να αλλάξει ριζικά, όμως παράλληλα συνεχίζουμε πιέζουμε και να σπρώχνουμε τους εαυτούς μας. Ο Luke (Morley, κιθαρίστας και βασικός συνθέτης) έκανε καταπληκτική δουλειά στα τραγούδια. Αυτό που άλλαξε ήταν η διαδικασία που γράφτηκε ο δίσκος. Αντί να μπούμε στο στούντιο με τα τραγούδια που θα ηχογραφούσαμε, αποφασίσαμε να ηχογραφήσουμε πρώτα και μετά να αξιολογήσουμε τις πρώτες συνθέσεις.

    Ήμασταν αποφασισμένοι να γράψουμε κάτι παραπάνω από ένα καλό άλμπουμ για να δικαιολογήσουμε την επιστροφή μας. Έτσι πέρυσι τον Ιανουάριο, μας έφερε τα πρώτα τραγούδια και 3 από αυτά μου άρεσαν πολύ, ενώ τα υπόλοιπα, ήταν σαν να τα έχουμε ξαναγράψει. Στις πρώτες συναντήσεις ξεκαθαρίσαμε ότι θα είμαστε επικριτικοί, περισσότερο από ποτέ, ώστε να βγάλουμε και τον καλύτερό μας εαυτό. Ηχογραφήσαμε τα 4 κομμάτια, τα οποία ψηφίσαμε όλοι ότι μας άρεσαν περισσότερο. Μετά χωριστήκαμε για να αναλύσουμε τα τραγούδια αυτά, προκειμένου να βρούμε τα στοιχεία που μας ενθουσίασαν τα 4 αυτά κομμάτια, πριν συνεχίσουμε την διαδικασία. Αυτό το επαναλάβαμε 3 φορές, με 2-3 μήνες ενδιάμεσα. Πρέπει να απορρίψαμε τουλάχιστον άλλα 10-12 κομμάτια στην πορεία.

    Μετά από τόσα άλμπουμ, αλλά και τις υπόλοιπες κυκλοφορίες του, πότε γνωρίζει ο Luke, πως μια σύνθεση ταιριάζει στους THUNDER;

    Για τον ίδιο είναι ξεκάθαρο, από την στιγμή που δουλεύουμε μαζί τόσα χρόνια. Ξέρει τις προδιαγραφές. Τις προάλλες μου έλεγε, πως έχει συνείδηση του ότι μεγαλώνουμε και πως πρέπει να ταιριάζουν τα τραγούδια στις ικανότητές μας όσο περνά ο χρόνος. Όταν γράφει για μένα, ξέρει πως όταν φτάνει τις υψηλότερες νότες που μπορεί να βγάλει, τότε το τραγούδι θα είναι αρκετά άνετο για μένα. Τα τραγούδια του πλέον είναι φτιαγμένα για μένα και μετά από 25 χρόνια που παραπονιέμαι ότι μου βάζει δυσκολίες, πλέον είναι πιο βατά για μένα (γέλια).

    Thunder Wonder Days press pictures credit Jason Joyce 2Ας περάσουμε στο άλμπουμ. Από που προέρχεται ο τίτλος και όσον αφορά το ομώνυμο τραγούδι, θα μπορούσαμε να πούμε πως έχει δόση αυτοβιογραφίας;

    Ναι, πιστεύω πως έχει. Όσο μεγαλώνεις, συνειδητοποιείς πως τα περισσότερά σου χρόνια, έχουν ήδη περάσει, οπότε τείνεις να αναπολείς τις στιγμές που πέρασαν. Το “Wonder days”, είναι κάπως έτσι, πώς βλέπεις τα πράγματα ως 15άχρονος, με την αδιοφορία των κοριτσιών και πως άλλοι μεγαλύτεροι είναι πιο cool, έως ότου ξεκινήσεις μια μπάντα. Παρότι παίζεις σκατά (γέλια), αυτόματα γίνεσαι cool.

    Τι γίνεται λοιπόν όταν μετά από 25 χρόνια βρίσκεσαι ακόμα στην ίδια μπάντα, αν και σου έχουν πέσει τα μαλλιά σαν τον Harry, ή έχεις ασπρίσει, ή έχει παχύνει (γέλια);

    Καμιά διαφορά (γέλια). Μπορεί ακόμα να είσαι σκατά! (γέλια) Στο τέλος η μουσική έχει την αξία και κατά πόσο δίνεις τον καλύτερό σου εαυτό. Όταν ξεκινήσαμε πιστεύαμε ότι ήμασταν απίστευτα καλοί, αλλά εγώ έχω τις κασέτες και πίστεψέ με, ήμασταν για τα μπάζα (γέλια).

    Το άλμπουμ είναι τόσο καλό, τόσο μάλιστα που με κάνει να σκεφτώ πως αν χρειάζονται 5 χρόνια ενδιάμεσα, νομίζω πως αξίζει να περιμένουμε για να βγάλετε μια τόσο καλή δουλειά. Πώς φαίνεται σε σας;

    Είναι περίεργο, αλλά καθ’ όλη την διαδικασία, αισθανόμασταν πως είχαμε κάτι καλό. Θέλαμε ένα ζεστό και άνετο άλμπουμ. Έτσι γυρίσαμε στα Rockenfield studios, με έναν μηχανικό που ήταν εκεί στο ξεκίνημά μας. Ήταν τόσο εύκολο να συνεργαστούμε και πάλι με τον Mike Fraser για να το μιξάρει, μόλις είχε ολοκληρώσει το νέο AC/DC, δίχως καν να ρωτήσει για τα λεφτά. Και μόλις το τελειώσαμε, ενώ μιλούσαμε με την εταιρεία, ενώ ετοιμάζαμε τις λεπτομέρειες, ξαφνικά ανησυχήσαμε γιατί κανείς δεν το είχε ακούσει νωρίτερα, αλλά ευτυχώς όλες οι αντιδράσεις είναι πολύ θετικές.

    Το άλμπουμ ακούγεται τόσο διαφορετικό από το προηγούμενο, το “Bang”, ακόμα και στιχουργικά.

    Ναι, σίγουρα τα τραγούδια έχουν γραφτεί από διαφορετική οπτική γωνία, ενώ και το διάλειμμα πιστεύω πως του έκανε καλό, η συνεργασία του με τον Peter στους UNION του έδωσαν μια ευκαιρία να δει διαφορετικά τα πράγματα. Αλλά πρέπει να σου πω ότι δεν είχε γράψει μέχρι το τέλος του 2013 κάτι για τους THUNDER.

    Χρονολογικά, φαίνεται πως σας αρέσει να κυκλοφορείται τα άλμπουμ σας τέτοια εποχή. Το “Magnificent seventh”, “Behind closed doors” και το “Thrill of it all” όλα έχουν βγει μεταξύ το τέλος του Ιανουαρίου και τα μέσα του Φεβρουαρίου.

    Τώρα όμως πράττεις ένα μεγάλο λάθος, αφού υποθέτεις πως εγώ θυμάμαι τι έκανα στο παρελθόν (γέλια).

    Ανέφερες και τον Mike Fraser. Πώς ήταν η συνεργασία σας ξανά;

    Αν και είχαμε ιδωθεί μερικές φορές, δεν μπορώ να πω ότι ήμασταν σε επαφή. Μετά από 17 χρόνια όμως, λες και δεν είχαν περάσει αυτά τα χρόνια. Έχουμε ασπρίσει, έχουμε παχύνει, αλλά και πάλι δουλέψαμε σκληρά, περάσαμε καλά και ευχαριστηθήκαμε την συνεργασία μας και κάθε βράδυ τελειώναμε με μπύρες κάπου κοντά (γέλια).

    Ίσως έτσι υπάρχει όλο αυτό το ρομαντικό αίσθημα, δουλεύοντας με παλιούς συνεργάτες, γράφοντας για τα παιδικά σας χρόνια κλπ.

    Ναι, αλλά εκτός από το ομώνυμο τραγούδι, μόνο το “When the music played” αναπολεί το παρελθόν. Μάλιστα μιλά για τις εποχές όπου ένα καινούργιο άλμπουμ μας έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση. Δίχως ίντερνετ, με δυο κανάλια στην τηλεόραση, με ελάχιστη ενημέρωση και καθόλου πρόσβαση στους καλλιτέχνες. Αυτά μας έκαναν να αδυμονούμε για ένα άλμπουμ και όταν το αγοράζαμε, αφιερώναμε όλη μας την προσοχή σε αυτό και μάλιστα σε μια εποχή όπου έβγαιναν τεράστια άλμπουμ από τεράστιους καλλιτέχνες. Δυστυχώς οι σημερινοί… καταναλωτές δεν μπορούν να το κατανοήσουν αυτό.

    Thunder Wonder Days press pictures credit Jason Joyce 3Αφού μιλάμε για τα τραγούδια, θα πρέπει να μου πεις δυο λόγια για το “Black water”. Με έχουν μπερδέψει οι στίχοι. Μουσικά έχει μια σκοτεινή αισθητική σε σχέση με τον χαρακτήρα των THUNDER.

    Μιλάει για έναν ζιγκολό, κάποιον που είναι δύσκολο να αγαπήσεις και αρέσκεται στις γυναίκες. Μάλιστα ο Luke το έγραψε με την Lynne Jackaman την τραγουδίστρια των ST. JUDE (σ.σ. μια μπάντα που σταθερά χτίζει δυνατό όνομα στην Βρετανία με το κλασικό r’n’r της) για την μπάντα της, με διαφορετικούς στίχους. Αφού επέλεξε όμως να μην το ηχογραφήσει, το πήραμε εμείς. Έχει σίγουρα μια πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα και δεν μιλά για ένα αγόρι που κυνηγά ένα κορίτσι κι αυτή τον φτύνει κι αυτός κλαίει. (γέλια)

    Από την άλλη το “Resurrection day” φέρνει περισσότερο στην δεκαετία του ’90, με ήχο που θα ταίριαζε στο ραδιόφωνο.

    Όταν το πρωτοάκουσα, το τραγούδι ήταν δυο εκδοχές διαφορετικό, απ’ αυτό που κατέληξε στο άλμπουμ. Την πρώτη φορά, μου φάνηκε τόσο 80’s, τόσο ξεπερασμένο που το απέρριψα με την πρώτη. Κι ο Luke επέμενε, λέγοντας πως πιστεύει ότι υπήρχε κάτι καλό μέσα του. Ήταν ένα από τα πρώτα 4 τραγούδια που επέμενε ο ίδιος να ηχογραφήσουμε στην αρχή. Μετά το ξανάγραψε, το άλλαξε και το επανηχογραφήσαμε τον περασμένο Ιούνιο, αλλά και πάλι δεν μου άρεσε καθόλου, δεν μου έκανε κλικ (γέλια). Όμως ο Luke επέμεινε και το έγραψε για τρίτη φορά. Αν δεν κάνω λάθος ήταν το τελευταίο που ηχογραφήσαμε, μόλις μια εβδομάδα πριν έρθει ο Mike Fraser για να κάνει την μίξη. Όσοι το άκουγαν για πρώτη φορά ενθουσιάζονταν, εκτός από εμένα. Όλοι μιλάνε για ξεκάθαρο hit, αλλά για μένα, μόνο ξεκάθαρο δεν ήταν (γέλια).

    Ήταν κάτι που συνέβη πολλές φορές καθ’ όλη την διαδικασία;

    Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, η διαδικασία ήταν πιο συλλογική. Όλοι είχαμε άποψη και περάσαμε όλα τα τραγούδια από κόσκινο, αν και ποτέ δεν ηχογραφήσαμε κάτι που δεν μας άρεσε. Όμως με το συγκεκριμένο άλμπουμ, επειδή είχαμε ως στόχο να γράψουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε, σε κάθε ηχογράφηση, περιοριζόμασταν στα ελάχιστα τραγούδια που έκαναν όλους μας να αισθανόμαστε καλύτερα. Το ίδιο συνέβη και με το “Chasing shadows”. Η πρώτη του εκδοχή ήταν άστοχη, η δεύτερη χειρότερη και η τρίτη φορά, με νέους στίχους, νέες μελωδίες κλπ, έπιασε. Δεν έγινε με όλα τα κομμάτια, αλλά με 2-3 σίγουρα.

    Το “Chasing shadows” είναι από τα αγαπημένα μου, επειδή έχει αυτό το βαρύ ριφ, αρκετά στοιχεία της μπάντας αλλά και καινοτομίες που με ενθουσίασαν.

    Συμφωνώ. Για μας είναι αρκετά προοδευτικό κομμάτι, με διαφορετικά στοιχεία, που όμως δουλεύουν για το κομμάτι. Νομίζω πως το παρατήρησες πολύ σωστά, ενώ πολύ κόσμος το έχει χάσει αυτό. Είναι καλό παράδειγμα της επιμονής που δείξαμε σε αυτό το άλμπουμ, ώστε να βγει δυνατό. Αν προσέξεις τους στίχους, μιλάνε για το πόσο δύσκολο είναι να γράψεις ένα τραγούδι. Ψάχνοντας για την μαγική στιγμή.

    Και το “The rain”; Ένας φόρος τιμής στους κλασικούς κιθαριστικούς ήρωες του Luke;    

    Δεν γράφει με τέτοιες κατευθύνσεις. Σ’ ένα Χριστουγεννιάτικο σόου, θα παίζαμε το “When I’m dead and gone” των MCGUINNES FLINT, και για το οποίο αγόρασε ένα μαντολίνο. Παίζοντας λοιπόν με το μαντολίνο του και παρακολουθώντας ένα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση, έγραψε ένα τραγούδι για τους Ιρλανδούς που έφυγαν για την Αμερική με μεγάλες ελπίδες, κι επειδή την δεκαετία του ’30 έπεσαν στην μεγάλη κρίση, αντί για πλούτη, βρήκαν μιζέρια.

    Σου ανέφερα πόσο μου αρέσει η ποικιλία στο άλμπουμ. Όσο κι αν θα ήθελα ένα “Higher ground” νούμερο 2, τελικά υπάρχει μεγαλύτερο βάθος στο δίσκο και με τραγούδια όπως το “Broken” ιδιαίτερα η ερμηνεία σου, με κάνει να ανατριχιάζω. Το ίδιο κι όταν σηκώνεις τη φωνή σου στο τέλος του “Resurrection day”.

    Σ’ ευχαριστώ, αλλά αυτό εξαρτάται κυρίως από τον Luke και τα τραγούδια που μου δίνει να ερμηνεύσω.

    Thunder Wonder Days press pictures credit Jason Joyce 4Δεν πρέπει να παραλείψουμε το “I love the weekend”. Προσπαθείτε να ακουστείτε σαν τον Jerry Lee Lewis; Είναι υπέροχος τρόπος για να κλείσει ο δίσκος.

    Σαν τον Little Richard για την ακρίβεια. Ήταν από τα πρώτα τραγούδια που απορρίψαμε (γέλια). Αρχικά είχε τον τίτλο, αλλά με άλλο τραγούδι και δεν είχε καμία σχέση. Το ξαναδούλεψε αρκετά και τελικά η εκδοχή που μπήκε στο άλμπουμ, ηχογραφήθηκε τελευταία στιγμή. Του ήρθε η ιδέα, όταν άκουσε ένα από τα μεγάλα τραγούδια του Little Richard και σκέφτηκε πως θα έπρεπε κι εμείς να γράψουμε κάτι τέτοιο. Πηγαίνοντας σπίτι κι ακούγοντας τα demo, βρήκε πως το είχε ήδη γράψει και μας το έφερε. Μάλιστα, με πήρε τηλέφωνο από τον ενθουσιασμό του και μου έβαλε να το ακούσω από το ακουστικό (γέλια). Είναι αποτέλεσμα όλων αυτών που ακούγαμε μικροί. Όλα που προέρχονται τελικά από τον Robert Johnson και τον Muddy Waters κι όπως είπες, είναι ένας υπέροχος τρόπος να κλείσει αυτός ο δίσκος. Το διασκεδάσαμε.

    Πώς ήρθε η συνεργασία με την earMusic, μήπως έχει να κάνει με τις δικές σου ασχολίες εκτός του συγκροτήματος;

    Ναι. Όσο δεν ήμουν στο συγκρότημα, με την εταιρεία μου, έκανα ένα ντοκιμαντέρ για την Sunflower Jam, ένα κοινωφελές ίδρυμα το οποίο τρέχει η γυναίκα του Ian Paice, για νέους ανθρώπους. Αυτό οδήγησε στην ανάθεση της μαγνητοσκόπησης της συναυλίας που έγινε στο Royal Albert Hall, στην μνήμη του Jon Lord, αν και δεν υπήρχε χρηματοδότης για να κυκλοφορήσει αυτή την δουλειά. Ήταν τεράστια απόπειρα και είχε τεράστια έξοδα για να γυριστεί. Παρότι μου ανέθεσαν να το γυρίσω, μου ξεκαθάρισαν πως θα έπρεπε εγώ να βρω τα χρήματα, κάτι που με οδήγησε στην earMusic, που είχε τους DEEP PURPLE. Συμφωνήσαμε για την κυκλοφορία της συναυλίας και έκαναν πολύ καλή δουλειά, σε μια κυκλοφορία που με κάνει πολύ περήφανο. Έτσι όταν τους ανέφερα πως ετοιμάζουμε δίσκο με τους THUNDER, ενθουσιάστηκαν κι εύκολα συμφωνήσαμε. Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι μαζί τους.

    Ξέρεις Danny, πρέπει να σου πω ότι με ευχαριστεί βλέποντας πως περάσατε από την αρνητική τάση του “On the radio” που ανοίγει το “Bang!!!” ως την θετική ενέργεια του “I love the weekend” που κλείνει το “Wonder days”.

    Νομίζω πως η μουσική ανέκαθεν αντανακλά την διάθεσή σου την εκάστοτε στιγμή. Η μουσική πρέπει να είναι συναισθηματικά φορτισμένη. Μόνο τότε μπορεί να υπάρξει συναισθηματική ταύτιση με το κοινό. Είτε θετικά, είτε αρνητικά.

    Θέλω να σε ρωτήσω κάτι που είχα καιρό στο μυαλό μου. Κάνοντας επιτυχία με το ντεμπούτο σας (ως THUNDER), νομίζεις τελικά πως ήταν περισσότερο μια ευλογία, ή μια κατάρα για την μπάντα;

    Σίγουρα ευλογία Γιώργο. Με τους TERRAPLANE, μετά από χρόνια προσπαθειών, είχαμε καταφέρει να κάνουμε ό,τι λάθος μπορεί μια μπάντα να κάνει. Έτσι, όταν υπογράψαμε για το “Backstreet symphony” δεν θέλαμε να ακούσουμε κανέναν άλλο, παρά τους εαυτούς μας. Ακόμα και ο Andy Taylor που έκανε την παραγωγή, ασχολήθηκε λιγότερο με τα τραγούδια και περισσότερο με την νοοτροπία μας. Μας προέτρεπε να είμαστε περισσότερο ο εαυτός μας. Το πρώτο άλμπουμ, εκτός από ποιότητα, είχε και την τύχη να κυκλοφορήσει την κατάλληλη χρονική στιγμή. Ακόμα και όταν η grunge άλλαξε τα πάντα κι επέφερε αυτή την μιζέρια στην νοοτροπία των μουσικών, εμείς συνεχίσαμε στο δικό μας ύφος. Τόσο που σε όλη την δεκαετία, λες και ήμασταν οι μοναδικοί. Δεν μπορούσαμε ούτε να βρούμε μεγάλα συγκροτήματα για να περιοδεύσουμε μαζί τους, που να ήταν στο ίδιο μήκος κύματος.

    thunder wonderdaysΕίστε άνθρωποι που γνωρίζεστε μια ζωή. Τι είναι αυτό που μπορεί να σας κάνει να διακόψετε δις και τελικά να ξαναρχίσετε για τρίτη φορά;

    Την πρώτη φορά, συλλογικά αποφασίσαμε πως δεν μπορούσαμε να είμαστε ανταγωνιστικοί πλέον. Έχοντας ήδη δοκιμάσει με πολυεθνική αλλά και ανεξάρτητες, η βιομηχανία δεν μας σήκωνε πια. Αν και υπήρχε ένα σταθερός πυρήνας κοινού, δεν υπήρχε υποστήριξη για να συνεχίσουμε από ΜΜΕ και από εταιρείες. Όταν δυο χρόνια αργότερα αποφασίσαμε να φτιάξουμε την δική μας εταιρεία, είχαμε πλέον τον έλεγχο και για αρκετά χρόνια το ευχαριστηθήκαμε. Όμως όταν ξεκινάς, κανείς δεν σου λέει, ότι σε λίγα χρόνια θα δουλεύεις ασταμάτητα και τελικά θα ασχολείσαι με τα διαδικαστικά, αντί για την μουσική. Όταν έφτασε το 2008, ήμουν στα όριά μου, ψυχολογικά και σωματικά, φοβόμενος καρδιακή προσβολή! Όταν είπα στους υπόλοιπους ότι θέλω να σταματήσω, αν και δεν χάρηκαν, πρέπει να πω ότι το είδαν με κατανόηση και μάλιστα δεν ήθελαν να συνεχίσουν χωρίς εμένα. Έχουμε σεβασμό ο ένας για τον άλλον και γι’ αυτό εξακολουθούμε να είμαστε μαζί, παρότι έχουμε ήδη διακόψει δυο φορές.

    Πλέον, έχοντας περάσει από τόσα στάδια, βρίσκουμε την μουσική βιομηχανία να έχει ξαναλλάξει πρόσωπο και δίχως να θέλουμε να επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος, αποφασίσαμε να υπογράψουμε με εταιρεία ξανά. Εξακολουθώ να διοικώ τις υποχρεώσεις της μπάντας αν και πλέον έχω βοήθεια, ώστε να μην έχω την ίδια πίεση. Δεν είναι απαραίτητα ευκολότερο, αλλά σίγουρα έχοντας μια ομάδα το κάνει πιο ευχάριστο.

    Άλλωστε και την δεύτερη φορά που σταματήσαμε, υπήρχε μια στροφή στον μουσικό χώρο, με την τάση πλέον να είναι ψηφιακή και αυτό μας επηρέαζε. Έχοντας την δική μας εταιρεία, ήταν πρωτόγνωρες εμπειρίες. Θυμάμαι, όταν ετοιμαζόμασταν να κυκλοφορήσουμε το “Bang!”, μια μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων, ενδιαφέρθηκε να το προωθήσει στα μαγαζιά της, σε καλές θέσεις, με την προϋπόθεση ότι θα τους δίναμε μια μεγάλη έκπτωση για 3 μήνες. Έτσι για να βγάζαμε τα ίδια χρήματα όπως τον προηγούμενο δίσκο, θα έπρεπε να πουλήσουμε εξαιρετικά μεγαλύτερο αριθμό, σε μια αγορά που συρρικνωνόταν γοργά. Αυτές οι αλλαγές στον χώρο σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν αξίζει να συνεχίσεις.

    Τι επιφυλάσσει το μέλλον για τους THUNDER; Μετά από έναν τόσο καλό δίσκο κι αφού μιλάμε για επιστροφή, θα πρέπει να υπάρχουν μακρόπνοα σχέδια.

    Κοίτα, με την κατάσταση του Ben (σ.σ. – Matthews, ο οποίος διαγνώστηκε με καρκίνο, αλλά έχει πλέον ολοκληρώσει επιτυχώς την θεραπεία του), δεν μπορούσαμε να κάνουμε σχέδια για το μέλλον. Όταν κλείσαμε τις πρώτες εμφανίσεις, θέλαμε να είμαστε συντηρητικοί και να δούμε πως θα πάει με την υγεία του. Πάει όμως πολύ καλά, αλλά δεν είναι ακόμα 100%. Πέραν αυτών, θα παίξουμε σε κάποια φεστιβάλ το καλοκαίρι και θα δούμε μετά. Είμαστε ενθουσιασμένοι με το άλμπουμ και θέλουμε να παίξουμε μπροστά στο κοινό μας και πάλι.
     
    Πρέπει να ήταν δύσκολο για τον ίδιο να μην μπορεί να παίξει στον δίσκο, έτσι;

    Ναι ήταν περίεργο συναίσθημα και για εμάς. Όταν λείπει το 20% της μπάντας, αλλάζουν οι ισορροπίες και σε επηρεάζει αυτό. Όμως το ξεπεράσαμε, είμαστε περήφανοι για το άλμπουμ και προχωράμε.

    Σίγουρα μιλάμε για θετική ανταπόκριση, αφού μπήκε και στο Τορ 10!!! Συγχαρητήρια, αλλά θα πρέπει να έχετε κι άλλες κυκλοφορίες για το μέλλον.

    Ναι, έτσι πιστεύω. Όμως η κρυστάλλινη σφαίρα μου είναι σπασμένη και δεν γνωρίζει τι θα μας φέρει το μέλλον (γέλια) και οι προβλέψεις μου δεν ήταν και πολύ πετυχημένες στο παρελθόν (γέλια). Για όσο το απολαμβάνουμε, θα το κάνουμε.

    Εδώ και χρόνια που υποστηρίζουμε τους THUNDER δεν έχουμε καταφέρει να σας δούμε σε συναυλία στη χώρα μας.

    Αν και είχαμε αρκετές επαφές, σε διάφορες χρονικές στιγμές, τελικά ποτέ δεν καταφέραμε να παίξουμε στην Ελλάδα. Αλλά πάντα διατηρώ τις ελπίδες μου.

    Danny, γιατί δεν καταφέρατε να εκτοξεύσετε την φήμη σας στις ΗΠΑ; Πόσο έχει να κάνει με την grunge;

    Απόλυτα. Το ντεμπούτο μας βγήκε από την Capitol κι ο ιδιοκτήτης το σιχαινόταν. Αλλάξαμε εταιρία, πήγαμε στην Geffen, επανακυκλοφορήσαμε το “Backstreet symphony” το 1991 και μας λάτρεψαν στο MTV, ήμασταν 6 εβδομάδες στο νούμερο 1 του dial MTV και πουλήσαμε μισό εκατομμύριο σε λίγες εβδομάδες. Θέλαμε σαν τρελοί να βγούμε σε περιοδεία για να εδραιώσουμε το όνομα της μπάντας.

    Κλείσαμε μια μεγάλη τρίμηνη περιοδεία με τους CINDERELLA και τον David Lee Roth και ήμασταν πανευτυχής. Στείλαμε όλα τα πράγματά μας στην Αμερική και αξέχαστα, τρεις μέρες πριν ξεκινήσουμε την περιοδεία, μας τηλεφώνησε ο μάνατζερ για να μας πει ότι η περιοδεία ακυρώνεται, αφού απότομα το ραδιόφωνο σταμάτησε να παίζει την μουσική μας, όλοι ασχολούνταν με την grunge και δεν υπήρχε περίπτωση να μην βουλιάξει σαν τον Τιτανικό. Έτσι, αφού υπήρχε κάποιο ενδιαφέρον από τον Καναδά, πήγαμε εκεί για 2 εβδομάδες με υπέροχες συναυλίες και θα τελειώναμε με μια εμφάνιση για ένα περιοδικό στο Λος Άντζελες. Μάλιστα, επειδή είχαμε και 5 ημέρες ελεύθερες, αποφασίσαμε να κλείσουμε ό,τι εμφάνιση μπορούσαμε για να βγάλουμε τα σπασμένα. Κάναμε 4 εμφανίσεις σε Βαλτιμόρη, Πρόβιντενς, Ρόουντ Αϊλαντ, Όραντζ Κάουντυ και Σαν Ντιέγκο και η ανταπόκριση ήταν απλά απίστευτη με τον κόσμο να αναρωτιέται ποιοι είμαστε και πώς θα έβρισκε τους δίσκους μας. Η ειρωνεία πονούσε!

    Θυμάμαι πως όταν τελικά παίξαμε στο πάρτι του περιοδικού, το κοινό ήταν πραγματικά μοιρασμένο στην μέση! Οι μισοί μας λατρέψανε, ενώ οι άλλοι μισοί μας σιχαίνονταν. Δεν έχω ξαναδεί τέτοια κατάσταση, με τον μισό κόσμο να γιουχάρει τον άλλο μισό και μας χτύπησε πολύ απότομα. Αυτή η αλλαγή στην μουσική τάση ήταν παραπάνω από εμφανής, ιδιαίτερα για εμάς, με αυτή την περιοδεία που δεν έγινε και με αυτή την βραδιά στο Λος Άντζελες. Δυστυχώς έκτοτε δεν έχουμε ξαναπαίξει. Ευτυχώς το “Wonder days” θα κυκλοφορήσει κι εκεί.

    Δεν το γνώριζα αυτό Danny. Πώς αλήθεια το αντιμετωπίζει αυτό μια παρέα από 25χρονους;

    Δεν υπάρχει τρόπος. Συγκεντρώνεσαι πλέον σε αυτά που μπορείς να κάνεις, αφού τέτοιες καταστάσεις είναι εκτός του δικού σου ελέγχου. Η συγκυρία όμως ήταν τραυματική και ήταν πραγματικά θέμα χρονικής στιγμής. Είναι από τις προτεραιότητές μου να διορθώσω την κατάσταση επιστρέφοντας για συναυλίες στις ΗΠΑ.

    Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου, τις πρώτες ημέρες της κυκλοφορίας του δίσκου, που ξέρω πόσο γεμάτες θα είναι για σένα έχοντας τον δίσκο στο Τορ 10. Συγχαρητήρια ξανά κι εύχομαι να τα πούμε σύντομα από κοντά.

    Κι εγώ ευχαριστώ πολύ.

    Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

     

    www.thunderonline.com

    Line-up:
    Danny Bowes – φωνητικά
    Luke Morley – κιθάρες, φωνητικά
    Gary “Harry” James – ντραμς
    Ben Matthews – κιθάρες, πλήκτρα
    Chris Childs – μπάσο

    Δισκογραφία:
    “Backstreet symphony” (1990)
    “Laughing on judgement day” (1992)
    “Behind closed doors” (1995)
    “The thrill of it all” (1996)
    “Giving the game away” (1999)
    “Shooting at the sun” (2003)
    “The magnificent seventh” (2005)
    “Robert Johnson’s tombstone” (2006)
    “Bang!” (2008)
    “Wonder days” (2015)

    LEAVE A REPLY

    Please enter your comment!
    Please enter your name here