Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 148

UNTO OTHERS – “Never, neverland” (Century Media)

0
Unto Others

Unto Others

Σχεδόν παραδοσιακά, το τρίτο άλμπουμ είναι και το πλέον καθοριστικό στην ιστορία του κάθε συγκροτήματος. Είναι το “do or die” σημείο, όπου πρέπει να γίνει το breakthrough και να ανοιχτεί σε ένα μεγαλύτερο κοινό. Οι UNTO OTHERS έπρεπε να κάνουν και αυτοί το δικό τους ξεπήδημα και είχαν όλες τις προϋποθέσεις από τα πεπραγμένα της τελευταίας πενταετίας.

Και δεν ήταν η αλλαγή ονόματος ο παράγοντας που έκανε τη διαφορά. Από την αρχή τους ως IDLE HANDS είχαν όλα αυτά τα goth στοιχεία με τα οποία μπόλιαζαν τον traditional metal ήχο τους, με αποτέλεσμα να έχουν ένα diverse κοινό. Από την πρόγευση του “Mana”, ήρθε το πρώτο γυάλισμα στη μουσική τους με το “Strength”, με το οποίο έχασαν μεγάλο μέρος από τους πρωτοδισκάκηδες και φτάσαμε επιτέλους στο κρίσιμο “Never, neverland”.

Η πρώτη αλλαγή είναι η στροφή σε πιο άμεσες συνθέσεις. Αφαιρώντας δύο intros, στο “Never, neverland” συναντούμε δεκατέσσερις (!!!) συνθέσεις, με μέσο όρο διάρκειας κάτι παραπάνω από τρία λεπτά. Ο μεγάλος αυτός αριθμός επιτρέπει στην παρέα του Gabriel Franco να παρουσιάσει ένα ευρύτατο φάσμα από ήχους και επιρροές. Έχοντας σαν βάση το προπατορικό, traditional, SISTERS/NEPH gothic rock στη συντριπτική πλειονότητα των συνθέσεων, το metal background των UNTO OTHERS μπαίνει σχεδόν στον πάγκο και αντικαθίσταται ανά διαστήματα είτε με αρχέγονο punk του (“Flatline”), είτε με hair metal μπαλάντες (“Sunshine”), είτε με horror metal (“Momma likes the door closed”), είτε ακόμη και με 70s instrumental prog (“Hoops”).

O παραγωγός Tom Dalgety, έχοντας το know-how από το “Meliora” (τι σημαίνει ποιών;), αναλαμβάνει και τους UNTO OTHERS, προκειμένου να τους προσδώσει λίγη αστερόσκονη, πριν την οριστική τους εκτόξευση ως ένα ακόμη μεγάλο όνομα των καιρών μας. Ναι, η απογείωση πήρε μια μικρή αναβολή, καθώς σε ένα τόσο μεγάλο αριθμό συνθέσεων δεν υπάρχει η απαραίτητη ποιοτική ομοιογένεια, προκειμένου να μας πείσει ότι βρίσκονται στο ζενίθ της δημιουργικότητάς τους. Αν και κάτι μου λέει ότι αυτό θα συμβεί όταν έρθει η ώρα για το τέταρτο χτύπημα.

Αν ο αριθμός των κομματιών ήταν οριακά διψήφιος και η μέση διάρκειά τους ήταν λίγα δευτερόλεπτα μεγαλύτερη, το δεκάρι το καλό θα ήταν αδιαπραγμάτευτο. Επειδή όμως αυτό δε συμβαίνει στο “Never, neverland” και επειδή ξέρω ότι τα καλύτερα δεν έχουν έρθει ακόμη για τους UNTO OTHERS, προτιμώ να παραμείνω φειδωλός και ψύχραιμος και να το μετανιώσω στην πορεία.

8 / 10

Γιώργος Κόης

FLOTSAM AND JETSAM – “I am the weapon” (AFM Records)

0
Flotsam

Flotsam

Η thrashομάνα Αριζόνα φαίνεται ότι έχει την τιμητική της αυτή τη χρονιά καθώς μετά τους ATROPHY και το “Asylum” ήρθε η σειρά για άλλο ένα άξιο τέκνο της , τους θρυλικούς FLOTSAM AND JETSAM να επανέλθουν στο προσκήνιο με το δέκατο πέμπτο άλμπουμ τους με τίτλο “I am the weapon”.  Εκτιμώ ότι οι FLOTSAM τα τελευταία χρόνια έχουν πολλές ομοιότητες με τους OVERKILL, καθώς, όπως τα αλάνια από το New Jersey, έτσι και αυτοί δείχνουν να διανύουν μια παρατεταμένη περίοδο δεύτερης νεότητας και από το 2016 και το ομώνυμο άλμπουμ τους κυκλοφορούν τη μία δισκάρα μετά την άλλη. Πολύ χαίρομαι που το “I am the weapon” εξακολουθεί να συντηρεί αυτό το σερί και το κάνει με εμφατικό τρόπο.

Ας ξεκινήσουμε όμως με τα άσχημα, ή μάλλον τα λιγότερο καλά, κατά την ταπεινή μου πάντα άποψη, και αναφέρομαι στο “Primal”, ένα κομμάτι που εκτιμώ ότι παρά το αρχικό του riff είναι το πιο αδύναμο του δίσκου. Γενικά δεν θεωρώ ότι κολλάει με τα υπόλοιπα τραγούδια και για μένα τουλάχιστον, θα μπορούσε κάλλιστα να μην υπάρχει. Τα καλά νέα είναι ότι… τα κακά σταματούν κάπου εδώ καθώς όλος ο υπόλοιπος δίσκος αποτελείται από κομματάρες. Όπως μας έχουν συνηθίσει οι FLOTSAM τα τελευταία χρόνια, έτσι και το “I am the weapon” έχει τραγούδια που δεν θα αφήσουν κανέναν παραπονεμένο. Με το πρώτο άκουσμα ξεχωρίζουν αμέσως το εναρκτήριο κομμάτι που βάζει γκολ από τη σέντρα , το “A new kind of hero” αλλά και το ομώνυμο, δύο καθαρόαιμα thrash τραγούδια που παίρνουν σκαλπ. Στο ίδιο γρήγορο τέμπο υπάρχουν και άλλα κομμάτια όπως τα “Running through the fire” ή το “Gates of hell”. Από την άλλη, ακόμα και όταν οι ρυθμοί κατεβαίνουν , η μπάντα τα καταφέρνει περίφημα. Ενδεικτικά και μόνο να αναφέρω το “Beneath the shadows” που, με το groovy ρυθμό του κλείνει πονηρά το μάτι στο υποτιμημένο “Quatro” του 1992 αλλά και το “The head of the snake” με τις απίστευτες εναλλαγές του και το κολλητικό ρεφραίν και αποτελεί για μένα το κρυφό διαμαντάκι του δίσκου.

Προσωπικά πιστεύω ότι το “I am the weapon” είναι  ηχητικά πιο κοντά στο “The end of chaos” του 2019 παρά στο προηγούμενο άλμπουμ τους, το “Blood in the water”, και συνθετικά είναι μάλλον ένα σκαλί παραπάνω. Καταιγιστικά riffs, πολύ όμορφα και δυνατά ρεφραίν, και δουλεμένες συνθέσεις, αλλά πάνω από όλα μια μπάντα που, σε πείσμα των καιρών καταθέτει και την ψυχή της και προσπαθεί να προσφέρει στους οπαδούς της ό,τι καλύτερο μπορεί. Αν έλειπε και το “Primal” θα μιλάγαμε ίσως για μια από τις πιο ώριμες και προσεγμένες δουλειές των FLOTSAM, αλλά μην τα θέλουμε και όλα δικά μας.

Η απόδοση της μπάντας , για μια ακόμη φορά είναι φοβερή, ο Eric A.K., χωρίς τις τσιρίδες του παρελθόντος παραμένει πάντα ένας από τους καλύτερους τραγουδιστές του είδους, το κιθαριστικό δίδυμο των Gilbert/ Conley δείχνει να έχει κουμπώσει πια για τα καλά, με τον Gilbert για μια ακόμη φορά να μας εντυπωσιάζει με τα solo του (αν και μου λείπει το δίδυμο Gilbert/ Carlson, για να πω την αμαρτία μου), στο μπάσο ο Bill Bodily στη δεύτερη του δουλειά με τους FLOTSAM ακούγεται να έχει δέσει πλήρως με τους υπόλοιπους αλλά η πραγματική αποκάλυψη είναι ο Ken Mary πίσω από τα τύμπανα. Όχι ότι δεν τον ξέραμε τον άνθρωπο, αλλοίμονο, αλλά εδώ ακούγεται συγκλονιστικός. Παίξιμο για σεμινάριο!

Το “I am the weapon” είναι άλλο ένα εξαιρετικό άλμπουμ από τους FLOTSAM AND JETSAM που πιστοποιεί την πολύ καλή τους δισκογραφική παρουσία τα τελευταία χρόνια. Επικίνδυνο όπως ένας κροταλίας που λιάζεται νωχελικά στη έρημο κάτω από τον καυτό ήλιο της Αριζόνα και αλίμονο σε όποιον τον ενοχλήσει.

FLOTS TILL DEATH

8,5 / 10

Θοδωρής Κλώνης

VIRGIN STEELE – “I” & “Guardians of the flame” (Anniversary Reissues, SPV)

0
Virgin Steele

Virgin Steele

Οι VIRGIN STEELE επανακυκλοφορούν για μία ακόμη φορά τα 2 πρώτα τους άλμπουμ αυτή τη φορά από την SPV προσθέτοντας τον διακριτικό τίτλο “Anniversary Editions”. Αφού προσπεράσουμε ότι δεν σηματοδοτείται καμία «στρογγυλή» επέτειος για τους δύο δίσκους, να πούμε ότι αυτή είναι η τρίτη φορά που επανεκδίδονται τα “I” & “Guardians of the flame” σε διάστημα 22 ετών. Οπότε, υπάρχει μία λογική πίσω από τις επανεκδόσεις. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι όμως ότι υπάρχει ουσία και νόημα αφού έχει πέσει δουλειά καθώς όλα τα τραγούδια έχουν επαναμιξαριστεί ενώ υπάρχει και ένα μικρό bonus υλικό. Ας τα δούμε όμως πιο αναλυτικά…

Η ειδοποιός διαφορά αυτών των εκδόσεων της SPV είναι τα remixes. Ο DeFeis έχει δουλέψει πολύ στο original υλικό χωρίς να αλλοιώνει ούτε κατ’ ελάχιστο το τελικό αποτέλεσμα ή την αρχική ατμόσφαιρα των αυθεντικών εκτελέσεων. Άλλωστε δεν πρόκειται για επαναηχογραφήσεις αλλά για διαφορετικές μίξεις. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Αισθάνεσαι πολλές φορές ότι ακούς ένα ολοκαίνουργιο τραγούδι αφού ο DeFeis έχει αναδείξει κάποια όργανα περισσότερο σε σχέση με τις αυθεντικές εκδόσεις και έχει προσθέσει συμπληρωματικά μέρη ενώ η παραγωγή αναδεικνύει σημεία που δεν ήταν ευδιάκριτα παλιότερα. Στη συντριπτική πλειοψηφία των τραγουδιών το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό και ειλικρινά μιλάμε για μία αψεγάδιαστη δουλειά. Υπάρχουν, βέβαια, και εξαιρέσεις όπως π.χ. στο “Don’t say goodbye” όπου το νέο remix υπολείπεται σε σχέση με όλες τις προηγούμενες εκδόσεις.

Όσον αφορά στο bonus υλικό έχουμε να πούμε τα εξής: στο “I” συναντάμε το ολοκαίνουργιο “Hell from beyond the stars” το οποίο έχει πολύ καλά μουσικά σημεία αλλά τα «σκοτεινά» φωνητικά δεν βοηθάνε, μία νέα εκτέλεση του φανταστικού “The fire God” που είναι αξιοπρεπέστατη καθώς και μία ορχηστρική εκδοχή του “Virgin Steele” που είναι πιο πομπώδης σε σχέση με την αρχική εκτέλεση.

Στο “Guardians of the flame”, ο DeFeis έχει προσθέσει μία νέα, εναλλακτική διασκευή στο “Desert plains” (JUDAS PRIEST) που είναι αξιόλογη, ένα νέο κομμάτι (“Dirty blonde angel”) το οποίο ήταν ουσιαστικά μία ιδέα από την εποχή του “Age of consent” (για αυτό βγάζει ξεκάθαρα μία ατμόσφαιρα από “Seventeen” αλλά τα νέα φωνητικά σε προσγειώνουν). Επίσης, υπάρχει μία ιδιαίτερη διασκευή στο “Knockin’ on heaven’s door” με τον τίτλο “The heaven’s door suite” αλλά και ένα πολύ ταιριαστό πρελούδιο πριν το “A cry in the night” που λέγεται “Chaos caprice” που προέρχεται από τα sessions των ηχογραφήσεων για το “Guardians…”.

Συνολικά, θα έλεγα ότι πρόκειται για 2 πολύ αξιόλογες επανεκδόσεις που αξίζει να αγοράσετε ή έστω να ακούσετε. Πιστεύω θα σας εκπλήξουν ευχάριστα…ένα συναίσθημα που πλέον το νιώθουμε με τους VIRGIN STEELE σχεδόν αποκλειστικά μόνο με τις επανεκδόσεις τους.

Σάκης Νίκας

SAMMY HAGAR – Best of All Worlds (Dojima River Forum, Οσάκα , 22/9/2024)

0
Sammy Hagar

Sammy Hagar

Με την απουσία του Eddie Van Halen, δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει άλλη περιοδεία, ή έστω συναυλία, που θα μπορούσε να αποδώσει τις τεράστιες επιτυχίες των VAN HALEN με μια επιτυχημένη και αυθεντική προσέγγιση. Μην έχοντας στο παρελθόν την ευκαιρία να τους δω, η είδηση πως ο Sammy Hagar θα έβγαινε σε περιοδεία με τον Michael Anthony και τον Joe Satriani, ήταν ανέλπιστα μεγάλη έκπληξη και δεν μπορούσα παρά να παρευρεθώ. Βλέποντας κιόλας τα τραγούδια που έπαιξαν στην Αμερική, που ήταν πραγματικά ένα υπέροχο tribute στους VAN HAGAR, ήμουν ενθουσιασμένος, έστω κι αν ο Jason Bonham που ξεκίνησε μαζί τους, δεν ήρθε στην Ιαπωνία, η αντικατάστασή του από τον τεράστιο Kenny Aronoff, δεν άφηνε αμβισβητήσεις (όπως δήλωσε ο Hagar, ένα ξαφνικό οικογενειακό πρόβλημα, ανάγκασε τον Bonham να επιστρέψει στην Βρετανία).

Για όλους που αγαπούν την εποχή του Hagar με τους VAN HALEN, η επιλογή των τραγουδιών ήταν ένα ταξίδι τόσο ειδυλιακό, όσο το ηλιοβασίλεμα στην Σαντορίνη. Ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο και την εποχή που το μελωδικό hard rock κυριαρχούσε σε τηλεόραση, ραδιόφωνο, περιοδικά και πωλήσεις. Από το κάθε άλμπουμ που έβγαλαν μαζί, ευχαριστηθήκαμε τις μεγαλύτερες επιτυχίες. Το ένα πλατινένιο χιτάκι μετά το άλλον. Η απόδοση όλων ήταν απίστευτη, όπως αρμόζει τόσο στα τραγούδια, όσο και στην κλάση των μουσικών που απαρτίζουν αυτό το συγκρότημα.

Επειδή όλοι οι τίτλοι βρίσκονται στο τέλος του κειμένου, εύκολα βλέπετε πως υπάρχουν τρεις επιτυχίες των VAN HALEN με τον David Lee Roth. Τόσο το “Panama” όσο και το “Jump”, είναι δύσκολο να παραλειφθούν λόγω της ονομασίας της περιοδείας, όμως και στα δύο, είναι εμφανής η μειωμένη απόδοση του κοκκινομάλλη τραγουδιστή, πασάροντας αρκετά το μικρόφωνο στο Michael Anthony, ο οποίος μάλιστα ανέλαβε ολόκληρο το “Ain’t talking ‘bout love”. Γενικά, η παρέα ήταν εμφανές πως το ευχαριστιόταν. Η ποιότητα αυτών των μουσικών δεν έχει ταβάνι, παρά την ηλικία τους. O Hagar είναι 76 χρονών παρακαλώ, κι αν δείτε βίντεο από την χθεσινή εμφάνιση, βάζει κάτω πολλούς μικρότερούς του και μάλιστα καταναλώνει αλκοόλ ακόμα κι επί σκηνής! Τέρας της φύσης! Ο Anthony πάτησε τα 70, αλλά για μπασίστας, ήταν ασταμάτητος και συμμετείχε και στα φωνητικά, ενώ την πιο μεγάλη ενέργεια έβγαζε ο 71άχρονος Aronoff στα τύμπανα. Τέλος ο Satriani, δεν είναι πολύ πίσω, στα 68 και διαβάζοντας αυτές της ηλικίες, κατανοεί κανείς καλύτερα το τεράστιο μέγεθος αυτών των Rock Stars!

Ο βασικός κορμός των CHICKENFOOT δυστυχώς δεν τίμησε τις δυό πανέμορφες κλυκλοφορίες τους, κάτι που θα ήταν ένα Easter bunny, ιδιαίτερα όταν η περιοδεία έφερε τον τίτλο “The best of all worlds”, παραφράζοντας την the best of both worlds περιοδεία (και συλλογή) των VAN HALEN με Hagar και Roth. Μικρό το κακό, όμως, αφού υπήρχαν αγαπημένες στιγμές από την τεράστια, προσωπική καριέρα του Red Rocker. Μπορεί να τον είχα πετύχει στο Sweden Rock festival το 2005, αλλά κοντεύουν 20 χρόνια από τότε και ήταν μια όμορφη νότα στο VH-setlist, να ακούς τραγουδάρες όπως το “Heavy metal”, “There’s only one way to rock”, “Mas tequila” και βέβαια τον απόλυτο ύμνο “I can’t drive 55”. Πόσο μάλλον, όταν ροκάρει με τον Michael Anthony και τον Joe Satriani!!! Στα αξιοσημείωτα πως ο εξωγήινος κιθαρίστας, χρησιμοποίησε την EVH Frankenstein κιθάρα μόνο σε αυτά τα τρία τραγούδια, και όχι στα τραγούδια των VAN HALEN!!!

Για τους κιθαρίστες, ο Satch αξίζει να πούμε πως έχει πειράξει ακόμα κι αυτή την κιθάρα βάζοντας πάνω τον δικό του Satur8 pickup, όπως δήλωσε στο GuitarPlayer.com, ενώ ακόμα και για τους ενισχυτές, κράτησε τους δικούς του, δουλεύοντας μόνο σε κάποιες λεπτομέρειες, προκειμένου να έρθει πιο κοντά στον ήχο του EVH, φανερώνοντας πως σε καμία περίπτωση, αυτή δεν είναι απλά μια tribute περιοδεία, αλλά ο κάθε μουσικός έχει χώρο να αποδώσει με τον δικό του τρόπο τους τεράστιους αυτούς ύμνους.

Ο Hagar μοιράστηκε και μερικές ιστορίες επί σκηνής, όπως το πώς έγραψαν το “Summer nights” στην πρώτη τους συνάντηση, αλλά δεν το έπαιζαν επειδή ο Eddie Van Halen χρειαζόταν την «ειδική» κιθάρα του. Όταν ο Satriani το έβαλε στην λίστα, ο τραγουδιστής τον ρώτησε αν μπορεί να το παίξει χωρίς την κιθάρα αυτή και ο μαέστρος γέλασε. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά όταν ξεκίνησε, ούτε που κοιτούσε την κιθάρα του!!! Επίσης στο ξεχωριστό “Eagles fly” θυμήθηκε που το έπαιζε μόνος του επί σκηνής με μια ακουστική κιθάρα, στην Οσάκα και πάντα θυμάται πως μια φίλη του από την πόλη ερωτεύτηκε αυτό το κομμάτι και της το αφιέρωσε.

Θεωρώ τον εαυτό πραγματικά τυχερό που παρακολούθησε αυτά τα μεγαθήρια, να παίζουν αυτούς τους ύμνους που τόσο αγαπήσαμε, με υπέροχη παραγωγή (βιντεοθόνες, φώτα) και εξαιρετική απόδοση. Αν περάσει από την Ευρώπη κάποια στιγμή αυτή η περιοδεία, σας καλώ να μην την χάσετε.

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

  1. “Good enough”
  2. “Poundcake”
  3. “Runaround”
  4. “There’s only one way to rock” – SAMMY HAGAR
  5. “Panama”
  6. “5150”
  7. “Summer nights”
  8. “Ain’t talking ‘bout love”
  9. “Top of the world”
  10. “Best of both worlds”
  11. “Satch boogie” – JOE SATRIANI
  12. “The seventh seals”
  13. “Right now”
  14. “Why can’t this be love”
  15. “Eagles fly”
  16. “Mas Tequila” – SAMMY HAGAR AND THE WABOS
  17. “Heavy metal” – SAMMY HAGAR
  18. “I can’t drive 55” – SAMMY HAGAR
  19. “Can’t stop lovin’ you”
  20. “Jump”
  21. “When it’s love”

NIGHTWISH interview (Troy Donockley)

0
Photo by Tim Tronckoe

“An ocean of melodies and feelings”

Στην πορεία των ετών, έχω κάνει συνεντεύξεις σχεδόν με όλα τα μέλη των NIGHTWISH, πρώην και νυν. Από την ατζέντα μου, έλειπε μόνο το όνομα του Troy Donockley, του πολυοργανίστα του συγκροτήματος που κάνει και τα δεύτερα φωνητικά και αν συνυπολογίσουμε τα χρόνια που είναι στο πλευρό του Tuomas Holopainen και της παρέας του ως session, ο αριθμός ξεπερνά τα 17!!! Ο λόγος που μιλήσαμε, δεν ήταν φυσικά άλλος από το “Yesterwynde”, το νέο τους άλμπουμ και ο Troy, δείχνοντας εντυπωσιασμένος από πολλές ερωτήσεις, μίλησε με ΠΑΡΑ πολύ μεγάλη ειλικρίνεια για τα πάντα, ιδιαίτερα για την απόφαση των NIGHTWISH να μην περιοδεύσουν αλλά και για το άγχος που είχαν όταν περιόδευαν με την Floor Jansen στις τελευταίες εβδομάδες της εγκυμοσύνης. Μία συνέντευξη που ΠΡΕΠΕΙ να διαβάσετε. Hint: ΦΟΒΕΡΗ η σύμπτωση όπου μιλούσαμε για τη Floor κι εκείνη ακριβώς την ώρα, του έστειλε μήνυμα!!!

Καλησπέρα Troy. Για ποιον λόγο νιώσατε ότι έπρεπε να εφεύρετε μία καινούργια λέξη όπως το “Yesterwynde” για να περιγράψετε το άλμπουμ ή τα συναισθήματα που θέλατε;
Χαχαχα. Έχεις δίκιο. Πράγματι νιώσαμε ότι η λέξη έπρεπε να εφευρεθεί επειδή δεν υπήρχε λέξη ικανή να εκφράσει αυτό που βιώναμε. Το βίωμα ήρθε παρακολουθώντας παλιό υλικό ταινιών από τη δεκαετία του 1890. Ένα παλιό Βικτωριανό φιλμ που είχε μπει χρώμα, με πολύ ωραίο τρόπο και ο ρυθμός των καρέ είχε προσαρμοστεί, ώστε να μην κινούνται γρήγορα, αλλά φυσικά. Με αυτόν τον τρόπο το παρελθόν είχε μπει στο παρόν μ’ έναν αρκετά εντυπωσιακό τρόπο. Το συναίσθημα που νιώσαμε, δεν ήταν μόνο χαρά κι ευχαρίστηση, αλλά ότι επικοινωνήσαμε με το παρελθόν με μία βαθιά έννοια, δίχως λέξεις. Μια πραγματικά συναισθηματική σύνδεση με την ιστορία και τους προγόνους μας. Τους βλέπαμε σαν να ήταν χθες. Εγώ και ο Tuomas, βάλαμε κάτω μία λίστα με λέξεις για να το περιγράψουμε. Εκείνος είχε λέξεις όπως το “yesterday” το “tomorrow” κτλ κι εγώ είχα το “westernwynde”, που είναι ένα παλιό αγγλικό τραγούδι του 16ου αιώνα. Η κατάληξη –wynde σημαίνει άνεμος (wind), οπότε η λέξη “Yesterwynde” μπορεί να σημαίνει κάτι σαν «ο άνεμος από το παρελθόν που περνά μέσα από εμάς». Ή μπορεί να σημαίνει να γυρνάς το ρολόι πίσω. Υπάρχουν, λοιπόν, δύο τρόποι να το ερμηνεύσεις. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε η λέξη κι ελπίζω κάποια στιγμή να βρει το δρόμο της στο Λεξικό της Οξφόρδης.

Όπως τα έντομα που πήραν το όνομά τους από τους NIGHTWISH.
Χαχαχα! Ναι, βεβαίως! Χαχαχα.

Αυτός προφανώς είναι και ο λόγος που ο δίσκος ξεκινά και τελειώνει σαν να παρακολουθείς μία ταινία.
Ναι, αυτό είναι ένα μεγάλο μέρος του σκεπτικού. Η λογική πίσω από το τραγούδι “Yesterwynde”, που ανοίγει το δίσκο, είναι να σε βάλει σ’ ένα δράμα, σε μία ταινία και στο τέλος ακούγεται ο θόρυβος που δημιουργείται όταν τελειώσει το φιλμ από την κάμερα, οπότε τα δύο αυτά μέρη, ενώνονται. Είναι ένα μεγάλο συναισθηματικό ταξίδι. Παρότι φαινομενικά το θέμα είναι χαλαρό, όλα τα τραγούδια ενώνονται μεταξύ τους με βαθιές ρίζες.

Στο Δελτίο Τύπου αναγράφεται: «είναι το άλμπουμ της μπάντας που οδηγείται περισσότερο από τους στίχους. Η μουσική μας ποτέ δεν έχει υπάρξει τόσο «παντρεμένη» με τους στίχους. Οπότε, σας δίνουμε μία συμβουλή: αν κάτι στη σύνθεση σας δημιουργεί απορίες, οι στίχοι πιθανώς να σαν το ξεκαθαρίσουν». Πόσο διαφορετική ήταν αυτή η προσέγγιση; Καταλήξατε τελικά σε κάτι πραγματικά μοναδικό και καινούργιο;
Σπουδαία ερώτηση. Είναι όντως μία διαφορετική προσέγγιση. Επειδή το “Yesterwynde” είναι το τελευταίο μέρος μίας τριλογίας. Το πρώτο μέρος, το “Endless forms most beautiful”, βασιζόταν στον ενθουσιασμό που είχαμε επειδή είχαμε ανακαλύψει τις επιστήμες, αυτό που ο Richard Dawkins ονομάζει «Η μαγεία της πραγματικότητας», που ήταν η φυσική επιλογή και η εξέλιξη. Η εξέλιξη της ζωής μέσα στην ανθρώπινη εμπειρία, ήταν το θέμα του “Human. II .Nature”, του δεύτερου μέρους της τριλογίας. Αυτό εδώ, μιλά για τον χρόνο. Νιώσαμε να μας τραβάει αυτό το θέμα μ’ έναν πολύ φυσικό τρόπο. Όλο αυτό, για να επιστρέψω στην ερώτησή σου, δημιούργησε την ανάγκη ο δίσκος αυτός να είναι πιο πολύ βασισμένος στους στίχους. Οι στίχοι είναι αυτοί που θα έπρεπε να είναι, αλλά είναι και πάρα πολλοί και δεν είναι εύκολο για μία τραγουδίστρια όπως η Floor. Αλλά τελικά είναι εύκολο, γιατί είναι εκπληκτική. Της λέγαμε, για παράδειγμα: «χρειαζόμαστε 27 συλλαβές στα επόμενα δύο δευτερόλεπτα. Θα τα καταφέρεις;» και τελικά τα κατάφερνε! Πολλά από τα τραγούδια είναι πιο θεματικά, όπως το “The children of’Ata”, που μιλά για τους ναυαγούς από το Τόνγκο κι έπρεπε να μπαίνουν τα γεγονότα σε χρονική σειρά. Έπρεπε να ακολουθήσουμε αυτόν το δρόμο και να χρησιμοποιήσουμε πολλές φορές ποιητική αδεία, αλλά αυτοί είναι οι NIGHTWISH κι αυτό κάνουν.

Δεν χρειαζόταν να το πει ο Tuomas (που το είπε δηλαδή), αλλά το να συνθέτεις ένα δίσκο για 3,5 χρόνια, καταλήγει να γίνεται εμμονή. Πως επηρέασε αυτή η αφοσίωση –να το πω έτσι- το υπόλοιπο συγκρότημα κατά τη διάρκεια της παραγωγής; Υπήρξαν φορές που θέλατε απλά να τα παρατήσετε και να κυκλοφορήσετε το δίσκο όπως ήταν;
Χαχαχα! Πρέπει να πω πως όταν ο Tuomas αναφέρει τη λέξη «εμμονή» δεν τη λέει με την αρνητική της έννοια, που μπορεί να σημαίνει ακόμα και την πλήρη αποξένωση. Δεν είναι τέτοιος τύπος ο Tuomas. Νομίζω ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσει τη λέξη «αφοσιωμένος». Δεν είναι σε καμία περίπτωση ψυχαναγκαστικός, ίσα ίσα, θα τον χαρακτήριζα αρκετά χαλαρό και άνετο στις ημέρες μας. Έχει αλλάξει αρκετά τα τελευταία 3000 χρόνια! Είναι πολύ ανοιχτός σε όλες τις ιδέες και αυτό είναι το σπουδαίο όταν βρισκόμαστε στο στούντιό του στη Φινλανδία, σ’ ένα πανέμορφο μέρος σε μία λίμνη. Όταν κάνουμε τις ενορχηστρώσεις, τα τραγούδια έχουν ήδη γραφτεί, αλλά αλλάζουν δραστικά, σε σημείο που να αλλάζει και το πνεύμα αλλά και οι τεχνικές πλευρές του τραγουδιού. Όλη αυτή η διαδικασία είναι μία φοβερή περιπέτεια και διαδικασία και είναι πολύ ανοιχτός σ’ αυτό. Αυτό, λοιπόν, δεν είναι η εικόνα ενός ψυχαναγκαστικού ανθρώπου. Εκτός των άλλων, του αρέσουν οι αλλαγές και οι νέες ιδέες.

Πολύ ωραία. Ταυτόχρονα απάντησες και την επόμενη ερώτησή μου, που θα ήταν «πως είναι να δουλεύεις με τον Tuomas”, οπότε πάμε παρακάτω. Το mastering του άλμπουμ, άλλαξε εφτά φορές!!!
Αυτό είναι παρανοϊκό!

Εσύ το είπες! Χαχαχαχα! Εγώ ίσως να χρησιμοποιούσα και πιο «σκληρή» λέξη! (γέλια και από τους δύο) Ποιες συγκεκριμένες πτυχές θέλατε να τελειοποιήσετε κατά τη διάρκεια του mastering, αν μπορείς, βέβαια, να μας πεις.
Άκου, λοιπόν, για ποιον λόγο συνέβη αυτό. Για να κάνεις mastering ένα δίσκο εφτά φορές, αυτό είναι μία ψυχαν… Ωπ, παραλίγο να χρησιμοποιήσω τη λέξη «ψυχαναγκαστικός». Χαχαχαχα! Πρέπει να διαλέξω τις λέξεις μου προσεχτικά, εδώ! Χαχαχα! Ανθυγιεινή διαδικασία;

Πρόσεξε ποια λέξη θα χρησιμοποιήσεις, μην έρθει σε αντίθεση με αυτά που μου έλεγες πριν. Χαχαχα.
Χαχαχα! Ναι, μην την πατήσω! Και τα εφτά mastering έγιναν με ακραία μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια. Γινόταν το mastering, το άκουγε προσεχτικά και μπορούσε να πει: «δεν μου αρέσει πολύ το reverb στον ήχο της κάσας στα τύμπανα». Μετά από ατελείωτες ώρες mastering, μπορούσε να πει ότι δεν είναι βέβαιος για τον τόνο κάποιου συγκεκριμένου οργάνου. Αν μη τι άλλο, είναι πάρα πολύ μεγάλη η προσοχή στη λεπτομέρεια και σίγουρα το αποτέλεσμα είναι φανταστικό (σ.σ. το λέει χαμογελώντας, προφανώς σκεπτόμενος τον κακομοίρη που έκανε το mastering μόνο και μόνο για να το αλλάξει ο Tuomas).

Πολύ ωραία. Δεν ξέρω βέβαια, ποια είναι η άποψη του Mikko (Karmila) γι’ αυτό…
Ο Mikko… O Mikko είχε ένα κεφάλι γεμάτο μαλλιά… Μετά από το mastering τριών δίσκων των NIGHTWISH, του έπεσαν όλα. Χαχαχαχα.

Μιλώντας για μουσική, με τόσα πολλά και διαφορετικά στρώματα μουσικής, τι είδους προσέγγιση έκανες εσύ και το συγκρότημα, γενικότερα, για να βεβαιωθείς ότι κάποιο μέρος της μουσικής δεν υπερκάλυπτε κάποιο άλλο;
Oh yeah! Εξαιρετική ερώτηση! Αυτό έχει να κάνει κυρίως με τη μίξη. Όταν τελειώσαμε τα τραγούδια, είχαμε πάρα πολλά στοιχεία, πάρα πολλές ερμηνείες, που έπρεπε να διαλέξουμε. Κάποιες φορές, αυτό που φαίνεται ως μία πολύ καλή ιδέα, μπορεί να είναι τελικά η χειρότερη ιδέα που θα μπορούσες ποτέ να έχεις και πρέπει να πεταχτεί στα σκουπίδια. Κάποιες άλλες, κάτι μικρό μπορεί να πάει πολύ πιο μπροστά. Στο τέλος, όλα έχουν να κάνουν με το πώς σου μιλάει το τραγούδι όσο το χτίζεις. Αυτό, μπορεί να ακούγεται λίγο επιτηδευμένο, αλλά είναι στην πραγματικότητα έτσι. Κάθε τραγούδι σε τραβά σε πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις. Όταν έχεις έξι διαφορετικούς ανθρώπους που τους τραβά το τραγούδι, μπορεί να συμβούν κάθε είδους περίεργα πράγματα και ιδέες. Αυτό πάντα συνέβαινε, όσα χρόνια είμαι στους NIGHTWISH. Πάντα υπήρχε μία φυσική άνθηση από ιδέες και κατευθύνσεις και αφήναμε το τραγούδι να μας οδηγήσει, για να καταλήξουμε στο mastering που είναι και το τελευταίο πράγμα που κάνεις.

Για ποιον λόγο αποφασίσατε να μην περιοδεύσετε και πως πιστεύεις ότι μπορεί να επηρεάσει τη σχέση σας με τους οπαδούς σας;
Είμαι μέρος της απόφασης, όπως και όλοι μας. Αναγκαστήκαμε να φτάσουμε σ’ αυτήν την απόφαση ακόμα και πριν την πανδημία όταν συνειδητοποιήσαμε ότι βρισκόμασταν σε κίνδυνο να «καούμε», επειδή κάναμε πολλά πράγματα. Μ’ έναν φοβερό τρόπο, αυτή η απόφαση να κάνουμε παύση των δραστηριοτήτων μας, δεν έχει κανένα χρονικό περιθώριο για κανέναν μας. Δεν έχουμε κανένα απολύτως σχέδιο για το πότε θα ξαναβγούμε να παίξουμε συναυλίες. Αυτή τη στιγμή όλοι μας προσπαθούμε να ξαναβρούμε τις ισορροπίες μας και την κατεύθυνσή μας ως συγκρότημα. Δεν ήταν εύκολο, είχαμε πολλά προσωπικά προβλήματα. Πρέπει όμως να τονίσω ότι είμαστε ένα ασυνήθιστο συγκρότημα αφού περνάμε υπέροχα ο ένας με τον άλλον, γουστάρουμε να είμαστε μαζί και κάνουμε παρέα μεταξύ μας ακόμα κι όταν δεν εργαζόμαστε. Φαντάσου ότι πέρυσι ο Emppu και ο Tuomas ήρθαν εδώ, στο Yorkshire και για μία εβδομάδα ψάχναμε μέταλλα με αυτό το ειδικό μηχάνημα!!! Έτσι για την πλάκα μας. Δεν είναι κάτι οριστικό. Δεν ήρθε το τέλος. Είναι ένα διευρυμένο ρεπό, θα έλεγα. Θα μπορούσα όμως, προσωπικά, να δω ότι θα υπάρξουν συναυλίες μας το 2027, όπου θα είναι και η 30η επέτειος του συγκροτήματος. Φαντάζομαι ότι κάτι θα κάνουμε για να το γιορτάσουμε.

Θα μου επιτρέψεις να πιστεύω ότι το «κάψιμο» δεν προέρχεται από τις συναυλίες, αλλά απ’ όλη αυτή τη μουσική που υπάρχει στο κεφάλι σας όλα αυτά τα χρόνια. Άλλωστε, με την πανδημία κιόλας, δεν είχατε την ευκαιρία να κάνετε εκτεταμένες περιοδείες…
(δείχνοντάς με με το δάχτυλό του) Το έπιασες, το έπιασες. Όταν λοιπόν έχεις έξι ανθρώπους, που όλοι τους αισθάνονται το ίδιο και βγαίνεις σε περιοδεία για εφτά εβδομάδες, πας τρεις εβδομάδες στη Νότια Αμερική και μετά στην Ιαπωνία και αμέσως στην Αμερική για πέντε εβδομάδες… Όλοι μας έχουμε οικογένειες. Η Floor μάλιστα, έχει δύο πολύ μικρά παιδιά. Όλο αυτό, προκαλεί μία σύγχυση.

Η απόφαση αυτή είχε παρθεί πριν από την περσινή συναυλία στην Ελλάδα. Προτού πάμε στο κομμάτι αυτό, θα ήθελα να σε ρωτήσω κάτι. Όταν παίξατε, η Floor ήταν έγκυος στον 7ο ή 8ο μήνα. Πόσο σας άγχωνε αυτό το γεγονός; Όταν την έβλεπα σε τόσο προχωρημένη εγκυμοσύνη να τραγουδά και να χτυπιέται πάνω στη σκηνή, έμενα με ανοιχτό το στόμα, αλλά ταυτόχρονα, ως θεατής, ένιωθα άγχος μήπως πάθει κάτι. Δεν είναι τυχαίο ότι λίγες μέρες μετά, ακύρωσε τις εναπομείνασες εμφανίσεις…
Άλλη μία σπουδαία ερώτηση ή μάλλον σπουδαία παρατήρηση. Θα μπορούσα να πω ότι «είναι μία Warrior Queen και μπορεί να κάνει οτιδήποτε χωρίς να μας επηρεάζει», αλλά φυσικά και μας επηρέαζε, επειδή υποσυνείδητα σκέφτεσαι ότι έχεις μία έγκυο γυναίκα, που δίνει μία δίωρη συναυλία, η οποία είναι πολύ έντονη για όλους εμάς, πόσο μάλλον για μία γυναίκα που είναι έγκυος στον 7ο μήνα της. Πάντα υπήρχε στο πίσω μέρος του μυαλού μας η σκέψη ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε στραβά, αλλά είχαμε εμπιστοσύνη στην στάση της και στο ότι μας έπεισε πως ήταν εντάξει. Παρότι μπορούσαμε άνετα να ακυρώσουμε και να ξανακανονίσουμε τις συναυλίες, εκείνη ήταν αποφασισμένη –κάτι που φανερώνει τεράστια δύναμη χαρακτήρα- να συνεχίσει. Αυτός μας βοήθησε να χαλαρώσουμε λίγο. Αλλά πάντα υπήρχε στο πίσω μέρος του μυαλού μας η πιθανότητα ότι κάτι μπορεί να συμβεί. Απλά έπρεπε να μάθουμε να ζούμε με αυτό, επειδή ήταν πολύ αποφασισμένη, αλλά κι επειδή είναι και πολύ ισχυρογνώμων.

Εκτός από ισχυρογνώμων, πρέπει να πω ότι για εμένα, είναι η κορυφαία τραγουδίστρια που υπάρχει εκεί έξω στον ευρύτερο χώρο της rock και metal μουσικής. Έτσι απλά.
Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου και όλοι μας στο συγκρότημα νιώθουμε το ίδιο. Ωχ!!! Δεν θα το πιστέψεις!!! Τι σύμπτωση! (σ.σ. το δάχτυλό του πηγαίνει στην κάμερα του κινητού από το οποίο μου μιλούσε και μπορείτε να το δείτε και στο video) Φοβερό! Μόλις μου έστειλε μήνυμα η Floor! Δεν το πιστεύω! Την ώρα που λέγαμε ότι είναι η κορυφαία τραγουδίστρια, μου έστειλε μήνυμα! Δεν είναι περίεργο; Αυτό είναι συγχρονισμός μ’ έναν μεταφυσικό τρόπο! Για να επιστρέψω σ’ αυτό που λέγαμε πριν, πρέπει να τονίσω ότι όχι μόνο η απόφαση ήταν κοινή, αλλά και ότι δεν είναι οριστική. Ήδη μου λείπουν εμένα οι συναυλίες!

Μιας και τελειώνει ο χρόνος μας, να σου κάνω μία τελευταία, πιο γενική ερώτηση. Αφού κλείσατε την τριλογία με το “Yesterwynde” κι έκλεισε ο κύκλος αυτός, που βλέπει να πηγαίνουν οι NIGHTWISH στο μέλλον;
Υπήρχε ένα συναίσθημα ότι μετά το “Human. II .Nature”, θα πηγαίναμε σε πιο απλές φόρμες. Η μουσική των NIGHTWISH είναι τόσο απέραντη κι έντονη και αναρωτιόμασταν που θα πηγαίναμε. Τελικά όμως πήγανε σε ακόμα πιο σύνθετες φόρμες, παρότι δεν πιστεύαμε ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τη μουσική κατεύθυνση αυτού του συγκροτήματος. Έτσι όπως το βλέπω, το επόμενο άλμπουμ μας, θα είναι ρέγγε και θα το ηχογραφήσουμε στη Τζαμάικα!

Ή να πάτε στις Μπαχάμες, όπως οι IRON MAIDEN στα 80s. Μάλλον, τώρα που το σκέφτομαι, απλά να πάτε στις Μπαχάμες! Χαχαχαχα.
Χαχαχαχα! Τώρα που το σκέφτομαι, αυτό το ρέγγε άλμπουμ στη Τζαμάικα, είναι μία πολύ καλή ιδέα. Είμαι βέβαιος ότι οι οπαδοί μας θα το ευχαριστηθούν.

Σάκης Φράγκος

All photos by: Tim Tronckoe

Γκρουπ που συνέχισαν παρά την απώλεια σημαντικού μουσικού τους – Rock Hard – The Pod S03E01

0
Pod

Pod

Τρίτη σεζόν, αισίως, για το Rock Hard – The Pod και ο Σάκης Φράγκος, με αφορμή όλον τον θόρυβο που έχει ξεσπάσει σχετικά με την επανασύνδεση των LINKIN PARK, επιχειρεί, στο πρώτο μέρος του πρώτου podcast της σεζόν, να μας μιλήσει για τα σχήματα που συνέχισαν την καριέρα τους απρόσκοπτα, παρά την απώλεια ενός σημαντικού τους μέλους και σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, έκαναν και ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία απ’ ότι στο παρελθόν. Ελάτε μαζί μας, στον τρίτο χρόνο Rock Hard – The Pod, γραφτείτε στο κανάλι μας και θα έρθουν πολλές ακόμα μεταλλικές ιστορίες…


Κι επίσης στα iTunes, PocketCasts και Amazon Music.

DREAM THEATER – “Falling into infinity” – Worst to best

0
Dream Theater

Dream Theater

Θα μπορούσα να μιλάω ώρες ατελείωτες για το “Falling into infinity”, καθώς είναι το πρώτο άλμπουμ με αφορμή το οποίο έκανα την πρώτη μου συνέντευξη με μέλος των DREAM THEATER (James LaBrie, 1 ώρα και 45 λεπτά, ΕΠΟΣ), είδα για πρώτη φορά συναυλία τους (όπως και πάρα πολλοί άλλοι, στον Λυκαβηττό στις 15/6/1998) και μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικά την εμπειρία μου σ’ αυτό το κείμενο, κι έκανα για πρώτη φορά face to face συνέντευξη με μέλη τους (Mike Portnoy και Derek Sherinian).

Μιλάμε για έναν δίσκο που αρχικά ήταν να κυκλοφορήσει ως διπλό άλμπουμ, κάνοντας τον Γιώργο Κόη να φτιάξει τη λεγόμενη Fan boy edition στο Soundcloud, ενώ εγώ με τη σειρά μου, εξιστόρησα άπειρες ιστορίες πίσω από αυτό, για τη στήλη Insider, πριν από τέσσερα χρόνια. Ήρθε τώρα, λοιπόν, η ώρα να βάλω τα τραγούδια του σε αξιολογική σειρά, για να μη λένε και τα υπόλοιπα παιδιά, ότι τα φορτώνω πάνω τους!

The “Falling into infinity” countdown:

  1. “Anna Lee” (5:52)

Έχω πει και γράψει πολλές φορές, ότι θεωρώ πως η φωνή του James LaBrie, αναδεικνύεται με πολύ ωραίο τρόπο στις μπαλάντες, γι’ αυτό άλλωστε και φροντίζουν οι DREAM THEATER, με κάθε τρόπο να έχουν τουλάχιστον μία σε κάθε δίσκο. Στην περίπτωσή μας, εδώ, έχουμε ένα τραγούδι που είναι σαφώς επηρεασμένο από τον Elton John (προφανώς έβαλε το χεράκι του αρκετά ο Derek Sherinian), που οι στίχοι του μιλούν για τη σεξουαλική κακοποίηση ενός κοριτσιού, που είχε διαβάσει ο LaBrie σ’ ένα άρθρο που είχε διαβάσει. Η κοπέλα εκεί ονομαζόταν Natalie, αλλά έγινε μία μικρή αλλαγή για το συγκεκριμένο τραγούδι… Στην προσωπική μου κλίμακα αξιολόγησης των τραγουδιών του συγκροτήματος, βρίσκεται αρκετά χαμηλά.

  1. Take away my pain” (6:03)

Μιλάμε για ένα από τα τραγούδια «πέτρα σκανδάλου» του δίσκου, ένα από τα τραγούδια που αρκετοί μέσα στο συγκρότημα δεν θέλουν να ακούνε και υπάρχει λόγος γι’ αυτό. Ο John Petrucci το έγραψε συναισθηματικά φορτισμένος, την επομένη του θανάτου του πατέρα του, που έπασχε από καρκίνο (και μάλιστα, σχετικά είχε ξαναγράψει και στο “Another day”). Μία από τις διαμάχες που είχαν με τον παραγωγό Kevin Shirley, τον οποίο τους τον είχε «φορτώσει» η εταιρία τους, ήταν ότι εκείνος επέμεινε να μπουν μαράκες σ’ ένα τέτοιο συναισθηματικά φορτισμένο τραγούδι, αλλάζοντας μάλιστα και την ενορχήστρωση κάνοντάς το «ένα ταξίδι από την Καραϊβική στο Disneyworld», όπως χαρακτηριστικά έλεγε και ο ντράμερ που πρόσφατα επέστρεψε στο «σπίτι» του. Έντονη γεύση από U2, τους οποίους τιμούσαν πολύ εκείνη την περίοδο, αρκεί να θυμίσω τη διασκευή στο “Bad” στο ακουστικό show που είχαν κάνει για το fan club τους στο Rotterdam της Ολλανδίας, αλλά και το ακυκλοφόρηστο “The way it used to be”, το οποίο ήταν ακόμα πιο «καρφί» στον ήχο των Ιρλανδών.

  1. “Hell’s kitchen” (4:16)

Μία ακόμα από τις «εκπτώσεις» που έγιναν ώστε ο δίσκος να γίνει πιο «εμπορικός» από την πλευρά της εταιρίας τους. Με δεδομένο ότι υπήρχαν σίγουρα δύο τραγούδια με διάρκεια μακράν πάνω από 10 λεπτά, αποκλείεται να άφηναν το συγκρότημα να έχει και τρίτο… Έτσι το “Hell’s kitchen” ήταν ουσιαστικά το μεσαίο μέρος του “Burning my soul”, το οποίο αφαιρέθηκε και αυτονομήθηκε. Ούτως ή άλλως, κανείς δεν θα πίστευε ότι οι DREAM THEATER θα έγραφαν τετράλεπτο instrumental, που μάλιστα δεν θα ξεσάλωναν. Το τελείωμά του, είναι ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΟ, με τις χαρακτηριστικές μελωδίες του σχήματος να θυμίζουν για ποιον λόγο λατρεύονται σαν Θεοί.

  1. “You not me” (4:58)

Πόσες ακόμα πέτρες σκανδάλου να αντέξει κανείς σ’ ένα δίσκο; Αυτή ήταν ίσως και η μεγαλύτερη. Ο λόγος για το “You not me”. Υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές γι’ αυτό το κομμάτι. Η άποψη των DREAM THEATER, είναι ότι είχαν το τραγούδι έτοιμο και ο John Petrucci πήγε στο σπίτι του Desmond Child, ο οποίος είναι ένας διάσημος παραγωγός και μηχανή παραγωγής hits και άλλαξαν το ρεφραίν, αλλά και τον τίτλο που αρχικά ήταν “You or me”. Ο ίδιος ο Desmond Child, σε face to face συνέντευξη που είχαμε κάνει πριν δύο χρόνια, είχε πει κάτι διαφορετικό. Ότι δηλαδή έγραψε το κομμάτι από την αρχή με τον John Petrucci και δίχως να γνωρίζει για τη συμφωνία που είχε το συγκρότημα να μοιράζονται όλοι τα συνθετικά credits, ξαφνικά βρέθηκε να μοιράζεται τα κέρδη του τραγουδιού αντί με άλλον έναν, με πέντε!!! Αναλυτικά η συνέντευξη με τον Desmond Child εδώ, γιατί η ιστορία είναι μεγάλη. Όπως και να έχει, το τραγούδι ομολογουμένως δεν ήταν κάτι το φοβερό, η επιτυχία δεν ήρθε ποτέ (πώς να έρθει από τη στιγμή που δεν φτιάχτηκε video και δεν προωθήθηκε στα ραδιόφωνα όπως έπρεπε), καμία πλευρά δεν ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένη από τη συνεργασία έτσι όπως κατέληξε, με αποτέλεσμα ο Portnoy να δηλώνει ότι η συνεργασία μ’ έναν εξωτερικό συνεργάτη για τη σύνθεση τραγουδιών, ήταν ένα πείραμα που απέτυχε και δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Τι άλλο να πω εγώ;

  1. “Hollow years” (5:53)

Στην άσχετη πληροφορία της ημέρας, που μόλις είδα, το τραγούδι αυτό είναι με τεράστια διαφορά το πιο δημοφιλές τραγούδι του άλμπουμ στο Spotify!!! Η πιο Sting στιγμή των DREAM THEATER, θα έλεγα, με αρκετές ομοιότητες με το “The silent man”. Μέγα φάουλ από την πλευρά του συγκροτήματος, αυτή τη φορά, το γεγονός ότι δεν έβαλαν το σόλο κιθάρας που υπάρχει για παράδειγμα στο “Live at Budokan”, ένα από τα καλύτερα σόλο που έχει γράψει ο Petrucci, αφαιρώντας ουσιαστικά όλη τη μαγεία του τραγουδιού. Και λέω ότι ήταν φάουλ του γκρουπ, διότι ο Shirley επέμενε να μπει το αρχικό σόλο που είχε γράψει ο κιθαρίστας. Ευτυχώς, έκτοτε, οι DREAM THEATER στις συναυλίες τους το παίζουν με το «σωστό» σόλο, το οποίο αν υπήρχε, το τραγούδι θα βρισκόταν στη λίστα αρκετές θέσεις παραπάνω.

  1. “Just let me breathe” (5.28)

Όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει, μάλλον είναι από τα αγαπημένα των Sherinian/Portnoy, μέσα από το δίσκο, αφού είναι ένα από τα τραγούδια που έπαιζαν στις συναυλίες κατά τη συνεύρεσή τους στους SONS OF APOLLO. Ένα από τα πιο τεχνικά τραγούδια του δίσκου, με το φοβερό λογοπαίγνιο του “eMpTyV” και τον πιο αμφιλεγόμενο στίχο τους «Shannon Hoon and Kurt Cobain, make yourself a household name… Until you kill yourself and then the sales go through the roof, calculated, formulated». Αυτός ο στίχος ήταν μία έμμεση απάντηση στους BLIND MELON, των οποίων ο τραγουδιστής, Shannon Hoon, είχε πεθάνει από υπερβολική δόση ναρκωτικών και είχαν δηλώσει για τους DREAM THEATER και το “Images and words” ότι «είναι το είδος μουσικής που ακούς μόλις αρχίζεις και βγάζεις τρίχες στην εφηβεία». Μιας και ανέφερα τους SONS OF APOLLO προηγουμένως, να πούμε ότι στις συναυλίες τους, παίζοντας αυτό το τραγούδι, αντικαθιστούσαν το όνομα του Shannon Hoon με αυτό του Chris Cornell. Από τα λίγα πιο uptempo τραγούδια του δίσκου, με τα αγαπημένα δεύτερα φωνητικά του Mike Portnoy και τον LaBrie σχεδόν να «ραπάρει» στους στίχους, σ’ ένα στυλ που είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που μας είχε συνηθίσει. Το solo section, υποδειγματικό.

  1. “Burning my soul” (5:29)

Τσεκάρετε τη θέση #9 και το “Hell’s kitchen”. Αρχικά, είπαμε ότι το instrumental αυτό, ήταν μέρος του “Burning my soul” και μπορείτε να το βρείτε σε αρκετές από τις κυκλοφορίες της Ytse Jam Records στην ολοκληρωμένη, αρχική του μορφή, σε demo βέβαια, με διάρκεια γύρω στα 9 λεπτά. Άστο βρε Kevin Shirley να το απολαύσουμε στην αρχική του μορφή… Βαρύ, σκοτεινό εισαγωγικό riff, που βγάζει αρκετή οργή και θυμό, όχι μόνο στους στίχους, όπου ο Mike Portnoy έβγαλε τα απωθημένα του για τη μουσική βιομηχανία χώνοντάς τα στους χαρτογιακάδες, ακόμα και στον Desmond Child (όπως διαπιστώσαμε αργότερα). Μπορεί να φαίνεται ότι του λείπει κάτι (το “Hell’s kitchen”), αλλά βάζοντάς τα ουσιαστικά ενωμένα το ένα μετά το άλλο, κάτι ψιλογίνεται. Πάρα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι.

  1. “New millennium” (8:20)

Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον δίσκο που να θέλει να είναι εμπορικός και να ξεκινάει με οχτάλεπτο τραγούδι… Να τα λέμε κι αυτά. Ένα ακόμα απρόβλεπτο και συναρπαστικό τραγούδι από τους DREAM THEATER, με εξαιρετικό μπάσο κι ένα groove που «σκοτώνει», σκοτεινές, οργισμένες φράσεις από τον LaBrie, που κατευθύνονται κι αυτές εναντίον της δισκογραφικής τους εταιρίας (γραμμένοι από τον Portnoy, ο οποίος είχε μπουχτίσει τόσο, ώστε είχε φτάσει σε σημείο να παρατήσει το συγκρότημα λίγο μετά τη συναυλία τους στην Ελλάδα). Ξεκίνημα δίσκου, όπως μόνο οι DREAM THEATER ξέρουν και μπορούν, με trademark ήχο, όπως είχαν κάνει και στο “6:00” του “Awake” που είχε προηγηθεί.

  1. “Lines in the sand” (12:05)

Αυτό είναι το δεύτερο τραγούδι των DREAM THEATER που έπαιζαν live οι SONS OF APOLLO, τους οποίους μνημονεύσαμε προηγουμένως κι αυτό κάτι σημαίνει επίσης. Αμφιταλαντεύτηκα πολύ για τη θέση του (δεύτερο ή τρίτο), καθώς είναι κλασικό, δαιδαλώδες, υπερδεκάλεπτο DREAM THEATER τραγούδι, που γι’ αυτόν το λόγο τους αγαπήσαμε, με εναλλαγές στα συναισθήματα καθ’ όλη τη διάρκειά του. Απλά εκπληκτικό, από τις συνθέσεις που πάρα πολλά σχήματα θα πούλαγαν την ψυχή τους στο διάβολο για να γράψουν.

  1. “Trial of tears” (13.05)

Στο μυαλό μου είναι το “Learning to live” του δίσκου, με κοινή ενορχήστρωση, βρίσκεται στο τέλος του άλμπουμ κι έχει πολύ μεγάλη διάρκεια. Τεράστιο έπος, που δεν περιγράφεται με λόγια και δεν υπάρχει περίπτωση να το ακούσεις και να μην σιγοτραγουδάς για πολλή ώρα μετά “It’s raining, raining, On the streets of New York city, It’s raining, raining, raining deep in heaven” (μάλιστα στις συναυλίες τους, άλλαζαν το “New York City”, ανάλογα με την πόλη που έπαιζαν). Χωρισμένο σε τρία μέρη, το “It’s raining”, το instrumental “Deep in heaven” και το “The wasteland”, φτάνει σε μία τρομερή κορύφωση και κλείνει το άλμπουμ με τρόπο που μόνο εκείνοι μπορούν να κάνουν.

1.   “Peruvian skies” (6:43)

H πιο ξεκάθαρη METALLICA στιγμή του δίσκου (δεν είναι τυχαίο που στην περιοδεία τους, περνούσαν το βασικό θέμα του “Enter sandman”), αλλά και φουλ PINK FLOYD, είχαν πέρασμα στις συναυλίες τους και από το “Have a cigar”. Ακόμα και να μην το έχετε ακούσει, φανταστείτε μία μίξη αυτών των δύο τραγουδιών και είστε μέσα. Δεύτερο τραγούδι (μετά το “Anna Lee”) με στίχους για κακοποίηση ενός κοριτσιού, της Vanessa, με υποδειγματική ενορχήστρωση για μία ακόμη φορά, ένα από τα κορυφαία τραγούδια που έχουν γράψει ποτέ, κατά την προσωπική μου άποψη.

ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΜΟΥ:

Raise the knife” (11.40)Δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να γράψω για όλα τα τραγούδια που έμειναν έξω από το “Falling into infinity”, καθώς, όπως ήδη αναφέραμε, προοριζόταν για διπλός δίσκος, πρέπει όμως να μιλήσουμε για το “Raise the knife”, το οποίο πέρα από τις demo εκδοχές του, έχει εμφανιστεί σε επίσημο live, το “Score” (βρείτε μου ένα σχήμα που να παίζει σε συναυλίες του ακυκλοφόρητο 12λεπτο τραγούδι και μάλιστα με ορχήστρα και θα σας παραδεχτώ). ΑΝ είχε μπει στο δίσκο, θα το είχα βάλει στο #2, ακριβώς κάτω από το “Peruvian skies”. Τώρα που το σκέφτομαι, πόσο θα γούσταρα μία ξεχωριστή συναυλία των DREAM THEATER, για τους λίγους καμένους, που να έπαιζαν μόνο τα ακυκλοφόρητά τους… Χαχαχα! Είναι κακό να ονειρεύεσαι;

Σάκης Φράγκος

A day to remember… 22/9 [EUROPE]

0
Europe

Europe

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Start from the dark” – EUROPE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2004
ΕΤΑΙΡΙΑ: Sanctuary Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Kevin Elson
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Joey Tempest
Κιθάρες – John Norum
Μπάσο – John Leven
Κρουστά – Ian Haugland
Πλήκτρα – Mic Michaeli

Ήταν φθινόπωρο του 2003 όταν με έπιασε μελαγχολία για μια από τις μεγάλες μουσικές μου αγάπες στα 80s, τους EUROPE. Σερφάροντας στο internet με την υπερηχητική ταχύτητα των 56Kbps, λέω “Δεν ψάχνω και για τους EUROPE;” και κάπου εκεί σκάει ένα μεγάλο χαμόγελο. Η “φρέσκια” επίσημη σελίδα του συγκροτήματος μας διαβεβαίωνε ότι τα μουσικά ινδάλματα των εφηβικών μου (και όχι μόνο) χρόνων, έχουν επανενωθεί κι ετοιμάζουν νέο δίσκο! Το κερασάκι στην τούρτα ήταν πως η σύνθεση της μπάντας ήταν αυτή που μας έδωσε το “The final countdown” καθώς στην κιθάρα επέστρεψε ο John Norum.

Η σύνθεση των τραγουδιών ξεκίνησε στις αρχές του 2003, κυρίως ως κάποιες ιδέες του Joey Tempest και του John Norum. Τα πρώτα τραγούδια που ολοκληρώθηκαν ήταν τα “Start from the dark” και “Got to have faith”. Αμφότερα ήταν βασισμένα σε ιδέες και riffs του Norum. Ο Tempest, εμφανώς μετανιωμένος για την κατεύθυνση της μπάντας στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 και κυρίως για το ότι οι EUROPE “έπαιζαν” playback κάθε εβδομάδα σε τηλεοπτικές εκπομπές ακολουθώντας τυφλά τις εντολές του manager τους, κάνει το χατίρι στον παιδικό του φίλο και του δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο. Τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας ενθουσιάστηκαν με το αποτέλεσμα και πλέον τα πάντα είχαν πάρει τον δρόμο της μεγάλης επιστροφής.

Η ηχογράφηση έγινε στα Studios 301 στην Στοκχόλμη με παραγωγό έναν παλιό γνώριμο, τον Kevin Elson, ο οποίος συμμετείχε στην παραγωγή του “The final countdown”. H συγγραφή των τραγουδιών έγινε σε 7 μήνες και ο Elson είχε την ιδέα να ηχογραφήσουν όλα τα τραγούδια σε μικρό χρονικό διάστημα που ορίστηκε στις σαράντα ημέρες. Το μικρό αυτό διάστημα θα αποτελούσε το κίνητρο για το συγκρότημα να κάνει σχεδόν τα πάντα live σαν τον … παλιό καλό καιρό. Είναι και κάτι που έμεινε στους EUROPE μετά την επανένωσή τους καθώς ακολουθούν πιστά τη συνταγή της live ηχογράφησης.

Τον Ιούνιο του 2004 οι EUROPE κάνουν τις πρώτες τους συναυλίες μετά από δώδεκα χρόνια. Αρχικά παίζουν μόνο στο “Start from the dark” από τον νέο δίσκο αφήνοντας πολλούς φίλους του συγκροτήματος να αναρωτιούνται αν αυτή θα είναι η μουσική κατεύθυνση της μπάντας ή απλά είναι μια εξαίρεση. Τρεις μήνες μετά και πριν βγει στα ράφια ο νέος δίσκος, κυκλοφορεί το πρώτο single “Got to have faith”. Η κιθάρα του Norum έχει πρωταγωνιστικό ρόλο σε ένα τραγούδι που επίσης ξένιζε σε σχέση με ότι ξέραμε από τους προηγούμενους δύο δίσκους του συγκροτήματος καθώς τα πλήκτρα από πρωταγωνιστής έχουν γίνει κομπάρσος.

Η κυκλοφορία του δίσκου επιβεβαιώνει ότι οι EUROPE έχουν αλλάξει πλεύση κι έχουν πάει σε έναν πιο σκληρό και μοντέρνο ήχο που δεν έχει να κάνει σε τίποτε με όσα μας είχαν συνηθίσει. Εμφανείς είναι και οι επιρροές από την μουσική σκηνή στο διάστημα που η μπάντα απείχε από τα μουσικά δρώμενα και κυρίως από rock σχήματα όπως οι AUDIOSLAVE. Ταυτόχρονα με την κυκλοφορία του δίσκου έχουμε και το δεύτερο single, το “Hero”, μια υπέροχη δυναμική μπαλάντα  όπου ο Tempest αποτίνει φόρο τιμής στο ίνδαλμα του Phil Lynott. Ο δίσκος περιέχει συνολικά δώδεκα κομμάτια χωρίς όμως να λείπουν και μερικά fillers που όμως δεν αμαυρώνουν την συνολική εικόνα του . Τραγούδια όπως το “Sucker”, “Spirit of the underdog”, “Wake up call”, “Got to have faith”, “America” είναι εξαιρετικά δείγματα της νέας εποχής των EUROPE. Κάποια από αυτά έχουν την “σκληράδα” στον ήχο που είχαμε να ακούσουμε από την εποχή του “Wings of tomorrow”.

Έχουν περάσει δύο δεκαετίες από την κυκλοφορία του “Start from the dark” και ακόμη δεν έχει αφομοιωθεί εντελώς από πολλούς φίλους των EUROPE καθώς φιγουράρει στις τελευταίες θέσεις των προτιμήσεων τους. Αν έχεις λατρέψει τις μελωδίες των 80’s κάτι εδώ θα σε ξενίσει. Δεν το κρύβω πως αν και με είχε προβληματίσει κι εμένα αρχικά η μουσική κατεύθυνση, εν τέλει υπάρχουν τραγούδια που λάτρεψα και συνεχίζω και ακούω συνεχώς μέχρι και σήμερα. Τολμώ να πω ότι είναι ίσως ο σημαντικότερος δίσκος της μπάντας στην εποχή μετά την επανένωση τους καθώς έστρωσε τον δρόμο για την δεύτερη νιότη τους. Τα μέλη του συγκροτήματος γίνονται manager του εαυτού τους χωρίς να περιμένουν να τους πει κάποιος τι θα κάνουν, ενώ την ίδια στιγμή επιστρέφουν στο παρελθόν τους σε όσο αφορά τον τρόπο που συνθέτουν και παίζουν την μουσική που αρέσει σε αυτούς. Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να πούμε πως επιτέλους, “the boys are back in town”!

Did you know that:

  • Αρχικά υπήρχε η σκέψη να επιστρέψουν με δύο κιθάρες και τον John Norum να συνυπάρχει με τον Kee Marcello που συμμετείχε στα δύο προηγούμενα άλμπουμ. Τελικά αμφότεροι συμφώνησαν πως κάτι τέτοιο δεν θα είχα καλό αποτέλεσμα και με τον Marcello να είναι απασχολημένος με τα προσωπικά του project, το εγχείρημα δεν προχώρησε.
  • Το συγκρότημα ηχογράφησε τον δίσκο κάτω από άκρα μυστικότητα. Κανείς δεν είχε ακούσει το παραμικρό πέρα από τους ίδιους και τον παραγωγό. Δεν ήθελαν κανέναν να τους διαταράξει την ηρεμία ή να προσπαθήσει να τους επηρεάσει σε ότι αφορά το τελικό αποτέλεσμα.
  • Στις πρώτες συναυλίες το 2004, έπαιξαν τραγούδια απ’ όλα τα προηγούμενα άλμπουμ εκτός από ένα, το “Prisoners in paradise”. Ο John Norum παραδέχθηκε ότι ήταν εξαιτίας του και ανέφερε σχετικά πως “δεν του αρέσει καθόλου καθώς είναι ο χειρότερος δίσκος στην ιστορία των EUROPE”.
  • Όταν οι Joey Tempest, John Norum και Mic Michaeli συναντήθηκαν στο σπίτι του τελευταίου το 2002 για να συζητήσουν το ενδεχόμενο ενός νέου δίσκου, η βάση που έβαλαν για την μουσική κατεύθυνση ήταν το πρώτο άλμπουμ των AUDIOSLAVE που είχε μόλις κυκλοφορήσει.

Νίκος Ανδρέου

A day to remember… 22/9 [SONATA ARCTICA]

0
Sonata

Sonata

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Reckoning Night” – SONATA ARCTICA
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2004
ΕΤΑΙΡΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Sonata Arctica, Ahti Kortelainen
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Tony Kakko – φωνητικά, πλήκτρα
Jani Liimatainen – κιθάρα
Tommy Portimo – ντραμς
Marko Paasikoski – μπάσο
Henrik Klingenberg – πλήκτρα

Είναι φοβερό το πως λειτουργεί ο χρόνος. 20 ακριβώς χρόνια πριν, ως φοιτητής ακόμα της Νομικής ανέλαβα ως μια από τις πρώτες «αποστολές» σαν νεοφώτιστος συντάκτης του θρυλικού Metal Eagle webzine να επισκεφτώ τους Φινλανδούς SONATA ARCTICA σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας για να μιλήσουμε για τον 4ο τους τότε δίσκο “Reckoning Night”. Ο δίσκος αυτός αποτέλεσε ορόσημο για την ιστορία του σχήματος καθώς ήταν ο πρώτος με την μεγαλύτερη ανεξάρτητη εταιρεία του χώρου Nuclear Blast, η οποία όπως σωστά μου θύμισε ο Σάκης Φράγκος, τους είχε τότε επιλέξει για να καλύψει το κενό των STRATOVARIUS οι οποίοι μετά την κυκλοφορία των 2 “Elements” μόλις είχαν υπογράψει με την μεγάλη –τότε- Sanctuary Records. Παρότι το προαναφερθέν webzine δεν υπάρχει πια, κατάφερα να βρω τη συνέντευξη στο WayBackMachine και να θυμηθώ τι είχαμε πει (μεταξύ άλλων μας έδωσαν και  συγχαρητήρια για την κατάκτηση του Euro2004…) αλλά και να συγκρίνω την εικόνα που τότε είχαμε για την μπάντα με τη σημερινή.

Ο χαμός που είχε γίνει όταν έσκασε το single του δίσκου “Don’t Say a Word” προμήνυε ένα σπουδαίο συνολικό αποτέλεσμα. Και πράγματι το “Reckoning Night” δικαίωσε τις περισσότερες από τις προσδοκίες μας καθώς περιείχε δείγματα εξαιρετικού συμφωνικού power metal με ισόποσες prog και hard rock πινελιές, φοβερές μελωδίες σε κάθε τραγούδι και εξαιρετικές συνθέσεις. Το 2004 οι SONATA ARCTICA μαζί με τους EDGUY του Tobias Sammet φαίνονταν έτοιμοι να αναλάβουν τα ηνία της ευρωπαϊκής power metal σκηνής, κάτι που τελικά δεν συνέβη ποτέ αφού η πορεία των δύο συγκροτημάτων (για διαφορετικούς λόγους το καθένα) δεν ήταν η αναμενόμενη. Υπενθυμίζω μάλιστα ότι παρότι το 2004 μας είχαν υποσχεθεί άμεση επίσκεψη για live στην Αθήνα, τελικώς κατάφεραν να παίξουν για πρώτη φορά στη χώρα μας μόλις τον περασμένο Νοέμβριο στο Fuzz Club, συμπτωματικά μαζί με τους STRATOVARIUS.

Θεωρώ το “Reckoning Night” ως τον τελευταίο μεγάλο δίσκο SONATA ARCTICA που κλείνει ιστορικά τον πρώτο κύκλο της δισκογραφίας του σχήματος διαδεχόμενο μια σειρά εξαιρετικών δίσκων (“Ecliptica” 1999, “Silence” 2001, “Winterheart’s Guild” 2003). Το “Reckoning Night” ένα υπόδειγμα του πως πρέπει να παίζεται -τότε και τώρα- το σύγχρονο μελωδικό heavy metal. Η παραγωγή έγινε στα Tico Tico Studios και το mixing/mastering στα Finnvox στη Φινλανδία και ακούγεται μέχρι σήμερα σύγχρονη και κρυστάλλινη. Από συγκεκριμένα τραγούδια ας αναφερθούμε στο “Misplaced” ανοίγει με ταχύτητα το άλμπουμ με ένα εξαιρετικό ρεφραίν, το πιο rock “Blinded No More” που κατεβάζει απότομα την ταχύτητα για να ανέβουν πάλι οι ρυθμοί στο bombastic “Ain’t Your Fairytale”. Στα πρώτα άσματα στα πλήκτρα παρατηρείται μια ενσωμάτωση 70s classic ήχων και πιο χαμηλοκουρδισμένης κιθάρας. Ηρεμία ξανά με το “Reckoning Day, Reckoning Night…” για να έρθει το hit “Don’t Say a Word” που αποτυπώνει τις επιρροές των NIGHTWISH στον ήχο της μπάντας οι οποίοι τότε γνωρίζουν πρωτόγνωρη επιτυχία.

Στα highlights κατατάσσεται επίσης το υπερμελωδικό ανθεμικό καραpower “My Selene” που αποτελεί την πρώτη και μοναδική σύνθεση του κιθαρίστα Jani Liimatainen, ο οποίος αποχώρησε μετά το επόμενο άλμπουμ γλιτώνοντας την παρακμιακή περίοδο του συγκροτήματος που κράτησε μέχρι το περσινό πολύ καλό “Clear Cold Beyond”. Αντίστοιχες συνθέσεις ο Jani έγραψε αργότερα τόσο για τους ALTARIA όσο και για τους CAIN’S OFFERING. Εξαιρετικό κλείσιμο με το heavy “Wildfire” το επικό “White Pearl, Black Oceans…” και την power ballad “Shamandalie”κλείνουν τον με πιο χαλαρούς ρυθμούς.

Να προσθέσουμε ότι η απότομη αλλαγή (προς το χειρότερο) κυρίως στο συνθετικό στυλ που εδραιώθηκε στον επόμενο δίσκο (“Unia”) για μια σειρά κυκλοφοριών είχε δώσει κάποιες ενδείξεις παρουσίας ήδη τόσο στο “Reckoning Night” όσο και στο προηγούμενο “Winterheart’s Guild” αλλά όταν αρκετά μειοψηφική δεν αρκούσε για να χαλάσει την πολύ καλή συνολική εικόνα. Αξίζει να ακούσετε σήμερα το “Reckoning Night” και να ταξιδέψετε σε μια εποχή που το Europower βρισκόταν στο τέλος της ακμάζουσας περιόδου του λίγο πριν την απότομη πτώση που ακολούθησε από το 2005 και μετά.

Fun Fact:  Η περίοδος στην οποία αναφερόμαστε ήταν ακριβώς το στάδιο πριν την μεγάλη έκρηξη του γρήγορου ίντερνετ. Παρότι προφανώς το διαδίκτυο υπήρχε σε αρκετά σπίτια (αλλά ούτε λόγος βέβαια για mobile internet) και οι ταχύτητες ήταν αρκετές ώστε να σερφάρεις ή να κατεβάζεις ένα δίσκο (ή ένα επεισόδιο του “Lost”), η μουσική βιομηχανία το αντιμετώπιζε ως κάτι εχθρικό. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που μου έδωσε ο Jani Liimatainen όταν τον ρώτησα γιατί στο promo CD υπήρχαν μόνο 4 κομμάτια αντί για ολόκληρο το δίσκο. Παραθέτω την απάντηση του από την τότε συνέντευξη μας: «You have to ask Nuclear Blast (laughing). I guess theyve done that because of the Internet…».

Did you know that (από τον Σάκη Φράγκο):

  • Είχα δώσει το παρόν στο listeningsessionπου είχε γίνει σ’ ένα ξενοδοχείο στο χωριό Donzdorf, όπου έχει την έδρα της η NuclearBlast. Κάντε το λίγο εικόνα: Η Ελλάδα πρωταθλήτρια Ευρώπης στο ποδόσφαιρο, ενώ η εκδήλωση αυτή, έγινε κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Δηλαδή η χώρα μας ήταν στο επίκεντρο του κόσμου, οπότε η υποδοχή μου ήταν τρομερή! Οι άνθρωποι της εταιρίας, μας έλεγαν συνεχώς πόσο πίστευαν το συγκρότημα, αλλά και τον δίσκο και το απέδειξαν με την πολύ μεγάλη στήριξή τους. Ήθελαν να έχουν και τους EDGUYκαι τους SONATAARCTICA, τα δύο πιο σπουδαία –τότε- ονόματα του powermetal, διότι οι STRATOVARIUS, πέραν του του ότι είχαν υπογράψει στη Sanctuary, ήταν σε κάμψη, με εμφανή τα προβλήματα του TimoTolkki.
    Απ’ όλη τη στάση των μελών του συγκροτήματος, μπορούσες να διακρίνεις ότι ο Liimatainen ήταν σχεδόν ξένο σώμα. Δεν μιλούσε με κανέναν και γενικότερα έδειχνε βαριεστημένος και «βαρύς». Διόλου τυχαίο ότι ήταν ο τελευταίος του δίσκος με τους Φινλανδούς. Από την άλλη, υπήρχαν άλλα μέλη του σχήματος, τα οποία ζούσαν το όνειρο του “rock star”, με τη βότκα να ρέει άφθονη. Το κλου της ημέρας ήταν το δίωρο ματσάκι bowling που παίξαμε οι δημοσιογράφοι με το συγκρότημα, όπου νικήσαμε κατά κράτος στο τέλος, μάλλον επειδή οι νεαροί power metallers, είχαν αφεθεί λίγο παραπάνω στο αλκοόλ. Hint: Το πανδοχείο που γινόταν το session, είχε εργαστήριο παρασκευής λουκάνικων!!! Μετά από ένα σύντομο tour και ανάλυση της διαδικασίας που φτιάχνονται (δεν θέλετε να ξέρετε), προβήκαμε σε επιτόπιο “test drive” καταναλώνοντας ποσότητες που αν το κάναμε σήμερα, θα έπρεπε να υπάρχουν δίπλα πρώτες βοήθειες για να ξεβουλώσουν οι αρτηρίες!!!
    Όπως πολύ σωστά ανέφερε και ο Δημήτρης, όντως το promo που είχαν στείλει είχε τέσσερα μόνο τραγούδια, αλλά τότε προσπαθούσαν οι δισκογραφικές να βρουν λύση για την πειρατεία. Η Nuclear Blast είχε βγάλει παλιότερα κάποια promo με τους καλλιτέχνες να μιλάνε πάνω από τα τραγούδια, αλλά αυτό ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικό. Άλλες εταιρίες είχαν ηχητικά σήματα σε πολλές στιγμές των τραγουδιών. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι λίγο αργότερα, στα περιοδικά τουλάχιστον, έστειλε τη full version του δίσκου. Πράγματα που οι νεότεροι αδυνατούν να κατανοήσουν, πριν από 20 χρόνια όμως, ήταν το σημαντικότερο θέμα συζήτησης στη μουσική βιομηχανία.

Δημήτρης Μελίδης

A day to remember… 21/9 [RIVERSIDE]

0
Riverside

Riverside

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Out of myself” – RIVERSIDE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2004
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Laser’s Edge
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: RIVERSIDE
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Mariusz Duda – Φωνητικά, Μπάσο, Ακουστική Κιθάρα
Piotr Grudziński – Κιθάρα
Jacek Melnicki – Πλήκτρα
Piotr Kozieradzki – Τύμπανα

Είκοσι χρόνια πριν, σαν σήμερα οι αγαπημένοι μας RIVERSIDE μπήκαν στις ζωές μας με τον πρώτο εκπληκτικό δίσκο “Out of myself”. Για την ακρίβεια, πολύ λίγοι γνωρίσαμε την μπάντα από την πρώτη στιγμή, μιας και η πληροφορία διαδίδονταν εντελώς διαφορετικά τότε, ωστόσο το ρητό “η αρχή είναι το ήμισυ του παντός” επαληθεύτηκε με το καλύτερο τρόπο στα χρόνια που ακολούθησαν. Ντεμπούτο λοιπόν για τους Πολωνούς, ανοίγοντας την τριλογία Reality Dream Trilogy, με τα “Second Life Syndrome” και “Rapid Eye Movement” να την ολοκληρώνουν. Μια τριλογία που διέπεται από αστείρευτο λυρισμό, εξαιρετικό songwriting με ως επί το πλείστον mid tempo συνθέσεις, με ξεκάθαρα μέρη και δομή, σε αντίθεση με τους δίσκους που ακολούθησαν όπου το prog στοιχείο κυριάρχησε στο σύνολο των συνθέσεων.

Αλλά για να γυρίσουμε στο “Out of myself”, όπως περιγράφει και η ίδια η μπάντα επρόκειτο για “ένα συναισθηματικό μουσικό ταξίδι” και φράση αυτή είναι πέρα για πέρα αλήθεια. Δημιουργώντας μια έντονη 90s ατμόσφαιρα, κουβαλώντας πολλές PORCUPINE TREE και PINK FLOYD επιρροές, είναι σαφές ότι ο δίσκος στοχεύει στο θυμικό, βγάζοντας εκτός κάδρου το heavy στοιχείο. Επιπλέον, η αισθαντική φωνή του Mariusz κατατάσσει το όλο εγχείρημα στην κατηγορία “ερωτεύσιμος δίσκος”. Γιατί τι άλλο θα μπορούσε να είναι με αυτούς τους στίχους και αυτές τις εκτελέσεις σε κομμάτια όπως το ομότιτλο, το “Loose Heart”, κα. Όπως και να έχει, εδώ μιλάμε για την πρώτη επαφή του συγκροτήματος με τον έξω κόσμο, κι αυτή έγινε με τον ιδανικότερο τρόπο. Έντονα τραγούδια, γεμάτα με σημεία που θες να ακούσεις ξανά και ξανά, ενώ το σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι αποτελεί την αρχή ενός μακρόπνοου σχεδίου που θα ολοκληρωθεί τρία χρόνια αργότερα.

Προσωπικά, έτσι προσεγγίζω αυτούς τους τρεις πρώτους δίσκους του συγκροτήματος, σαν έναν. Διότι και στους τρεις βρίσκεις ακριβώς το ίδιο συνθετικό ύφος, με το ίδιο υψηλό επίπεδο συγγραφής και εκτέλεσης. Ωστόσο όταν τα επίπεδα νοσταλγίας πιάνουν επικίνδυνες τιμές, το “Out of myself” είναι το σημείο μηδέν όπου επιστρέφω. Είναι εκεί όπου όλα ξεκίνησαν, και σίγουρα έχει ένα ξεχωριστό σημείο στην καρδιά των πιστών οπαδών.

Νίκος Ζέρης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece