Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 153

IRON MAIDEN – “Dance of Death” – Worst to best

0
Iron Maiden

Iron Maiden

2003. Το reunion, ήταν εδώ και κάποια χρόνια γεγονός, το “Brave new world” έβαλε τα πράγματα στην θέση τους, τερματίζοντας μια περίοδο πέτρινων χρόνων για την Σιδηρά Παρθένο και η περιοδεία για το άλμπουμ, με αποκορύφωση την βιντεοσκοπημένη εμφάνιση της μπάντας στο φεστιβάλ “Rock in Rio”, ήταν κάτι παραπάνω από επιτυχής για τους IRON MAIDEN οι οποίοι απολάμβαναν εκ νέου στιγμές μεγαλείου που είχαν εκλείψει για περίπου μία οκταετία.

Ως εδώ, όλα καλά. Το “Brave new world” όμως, κάποτε έπρεπε να βρει τον διάδοχό του, ο οποίος εκτός του να φτάσει ή ακόμα και να ξεπεράσει τον προκάτοχο του, έπρεπε να πείσει και τους τελευταίους δύσπιστους ότι οι MAIDEN ήταν ακόμα ικανοί να ηγηθούν του μεταλλικού κόσμου και να τον οδηγήσουν με επιτυχία στην νέα χιλιετία.

Με την συγκέντρωση του συγκροτήματος στα Sarm West Studios του Λονδίνου, η ηχογράφηση για το δέκατο τρίτο άλμπουμ ξεκίνησε και επίσημα τον Ιανουάριο του 2003, για να ολοκληρωθεί σχεδόν έναν μήνα αργότερα. Το “Dance of Death”, με παραγωγό εκ νέου τον Kevin Shirley, ήταν πλέον γεγονός και έτοιμο να βρεθεί αντιμέτωπο με τον κόσμο.

Παρότι ένα πολύ καλό άλμπουμ με πολύ ωραίες στιγμές μέσα του, το άλμπουμ δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει στην συνείδηση του κοινού το “Brave new world”, θέλετε λόγω της συναισθηματικής θέσης που είχε ήδη καταλάβει το reunion άλμπουμ στις καρδιές των ακροατών, θέλετε γιατί είναι κάπως διαφορετικό, παρόλα αυτά ήταν και παραμένει μια δυνατή κυκλοφορία, στο ύφος των μετά το 2000 άλμπουμ των MAIDEN η οποία χάρισε και αυτή λίγη παραπάνω λάμψη στην ιστορία της κολοσσιαίας Βρετανικής υπερδύναμης.

Μέσα στο “Dance of Death”, συνέβησαν όμορφα πραγματάκια, τα οποία θα δούμε παρακάτω. Έξω από το “Dance of Death” όμως, συνετελέσθη ίσως (μαζί με τα αντίστοιχα του “The final frontier” του “Virtual XI” και του “The X-factor”) ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα, όσον αφορά τα άλλοτε πανέμορφα εξώφυλλα που συνόδευαν την κάθε κυκλοφορία των IRON MAIDEN. Το έγκλημα αυτό, δεν ήταν άλλο από το ημιτελές, τρισδιάστατο (ο Θεός να το κάνει) αίσχος που επέλεξε ο αρχηγός να συνοδεύει το “Dance of Death” στη θέση του εξωφύλλου, το οποίο ούτε ο ίδιος ο καλλιτέχνης που το έφτιαξε, ο David Patchett, δεν ήθελε να φέρει την υπογραφή του, στο στάδιο που ο Steve αποφάσισε να το αφήσει και να το κοτσάρει για διάδοχο εξώφυλλων – μνημείων, όπως το “Powerslave” το οποίο προ ημερών είχε τα τεσσαρακοστά του γενέθλια.

Παρακάτω, θα προσπαθήσουμε να βάλουμε σε μία σειρά τα έντεκα τραγούδια του “Dance of Death”, όπως αυτά «κάθονται» στα αυτιά του γράφοντος.

The “Dance of death” countdown”:

  1. “Age of innocence” (6:10)

Μία σύνθεση των Harris και Murray. Γιατί τόσο χαμηλά ενώ είναι ένα όμορφο και μελωδικό τραγούδι με μία πολύ όμορφη εισαγωγή; Γιατί πολύ απλά, δεν είναι το κομμάτι το οποίο θα σου «πιάσει» το αυτί και θα σε κάνει να το σκεφτείς ξανά και ξανά. Παρόλα αυτά το riff του παραμένει πολύ δυνατό.

  1. Gates of tomorrow” (5:12)

Ήταν ή αυτό ή το “Age of innocence” για την τελευταία θέση στην λίστα μας. Αυτές οι “The X-factor” τύπου εισαγωγές, τα μάλλον βαρεμένα φωνητικά του Bruce εδώ μάλλον το κάνουν ένα σχετικά περιττό κομμάτι που και αν έλειπε δεν θα έλειπε από το σύνολο.

  1. “New frontier” (5:04)

Πρόκειται για το μοναδικό κομμάτι των IRON MAIDEN στο οποίο ο θείος Nicko έχει credits για την σύνθεσή του. Γι’ αυτό και μόνο ίσως θα έπρεπε να πάει κάπως ψηλότερα; Είναι ένα αρκετά up – tempo κομμάτι, στο οποίο οι MAIDEN αναρωτιούνται για την κλωνοποίηση και τα κακά που θα μπορούσε να επιφέρει υιοθέτησή της στην ανθρωπότητα. Παρόλα αυτά, δεν καταφέρνει να κλέψει την θέση από τα επόμενα.

  1. Wildest dreams” (3:52)

Smith και Harris ενώνουν τις δυνάμεις τους για το opener του άλμπουμ το οποίο κάνει επαρκώς την δουλειά του, ανοίγοντας τον δίσκο με ταχύτητα, κέφι και μεράκι. Παράλληλα το πρώτο single του δίσκου, το οποίο παρότι μπήκε στο Top 20 των single του Ηνωμένου Βασιλείου, “The wicker man” δεν έγινε ποτέ. Δεν κατάφερε να σου δημιουργήσει την αγωνία για το υπόλοιπο άλμπουμ.

  1. Face in the sand” (6:31)

Όταν βλέπεις Smith, Harris, και Dickinson να υπογράφουν ένα κομμάτι, ξέρεις εκ προοιμίου ότι κάτι καλό θα σου συμβεί. Και συμβαίνει με το “Face in the sand”. Ένα συναισθηματικό κομμάτι, που αναπτύσσει την δομή του και εξελίσσεται πανέμορφα, αφήνοντας μία πικρή γεύση στο τέλος μέσα από το μήνυμα που θέλει να περάσει. Ανθρωπότητα και πόλεμοι. Η κάλυψη από τα media του πολέμου στο Ιράκ, είναι το θέμα που πραγματεύεται το Θηρίο εδώ. “Future memory of our tragedy? Can the end be at hand? Is the face in the sand?”.

  1. No more lies” (7:21)

Το πρώτο πραγματικά μεγάλο και τρίτο μεγαλύτερο σε διάρκεια τραγούδι του δίσκου το οποίο μόνο βαρετό δεν είναι. Με μια πολύ όμορφη εισαγωγή, αρκετά μεγάλη, στο στυλ των μετά το 2000 MAIDEN, με όμορφα ορχηστρικά στο βάθος να ακούγονται, τα οποία προσθέτουν στην ατμόσφαιρα που προσπαθεί να χτίσει το κομμάτι, το οποίο ξεσπάει σε ένα ρεφρέν (το οποίο δυστυχώς επαναλαμβάνει μόνο τον τίτλο του τραγουδιού και αυτό είναι το μόνο αδύναμο σημείο του) και στην συνέχεια κλιμακώνει την έντασή του, καλπάζοντας.

  1. Rainmaker” (3:48)

Πήρε το όνομά του γιατί η εισαγωγή του θύμιζε στον Bruce τον ήχο της βροχής! Γιατί όμως; Δεν μάθαμε ποτέ. Το δεύτερο single του άλμπουμ, το οποίο συνόδευε ένα όμορφο video clip. Ένα γρήγορο κομμάτι, το οποίο παρασύρει και σε κάνει να το ακολουθείς, με το κολλητικό ρεφρέν του και την δομή του να βρίσκεται σε πιο κλασικά MAIDEN μονοπάτια. Κυρίως εξαιτίας αυτού, βρίσκεται και σε αυτήν την θέση.

  1. Journeyman” (7:06)

Smith, Harris και Dickinson συναντώνται ξανά, προσφέροντάς μας το μοναδικό εντελώς ακουστικό κομμάτι στην ιστορία της Σιδηράς Παρθένου. Το “Journeyman” είναι ένα επικό ταξίδι, χωρίς ξεσπάσματα, χωρίς γρήγορα σημεία. Μία αφήγηση, ένα παραμύθι, μια ιστορία που πρέπει να ειπωθεί ήρεμα, με μόνο οδηγό την ακουστική μουσική και την  μοναδική φωνή του Bruce να αναλαμβάνει θέση πιλότου στα συναισθήματα που δημιουργεί το ιδιαίτερο αυτό τραγούδι.

  1. Montségur” (5:50)

Το πιο καθαρόαιμο MAIDENικό κομμάτι του άλμπουμ, γρήγορο, επιθετικό και παράλληλα μελωδικό, με πανέμορφα σόλο που δεν σταματάει πουθενά τον καλπασμό του. Το “Montségur” έχει μία εξαιρετική και σχετικά άγνωστη ιστορία να αφηγηθεί. Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’, είχε κηρύξει το 1209 μία Σταυροφορία με σκοπό την εξάλειψη της αίρεση των «Καθαρών» (γνωστικοί κυρίως στην βάση της θεολογία τους). Παρότι η Σταυροφορία έληξε το 1229, ένα τελευταίο οχυρό, το Montségur, είχε παραμείνει στην κυριαρχία των «Καθαρών», το οποίο πολιορκήθηκε και έπεσε τελικά το 1244, ενώ οι υπερασπιστές του κατεσφάγησαν. Ο Θρύλος ήθελε, στο Montségur να φυλάσσεται ένα πολύτιμο κειμήλιο, το οποίο κάποιοι ήθελαν να είναι το Δισκοπότηρο. MAIDEN και μαθήματα ιστορίας. Τι καλύτερο;

  1. “Dance of Death” (8:36)

Το ομώνυμο. Ένα κομμάτι ήδη κλασικό, το οποίο σε κάθε ζωντανή του εκτέλεση, δείχνει αφενός την δυναμική του, αφετέρου γιατί βρίσκεται σε αυτήν την θέση στην λίστα μας. Ένα αφηγηματικό κομμάτι, το οποίο έλκει την έμπνευση του από την τελευταία σκηνή της ταινίας “The seventh seal” του Ingmar Bergman, στο τέλος της οποίας «οι φιγούρες στον ορίζοντα αρχίζουν να κάνουν ένα μικρό jig, που είναι ο χορός του θανάτου» όπως εξήγησε ο Gers ο οποίος έγραψε το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής και εξήγησε την ιδέα στον Steve Harris, ο οποίος έγραψε τους στίχους του πανέμορφου αυτού τραγουδιού.

  1. Paschendale” (8:27)

MAIDEN και μαθήματα ιστορίας (μέρος χιλιοστό). Ο Μεγάλος Πόλεμος, ήταν ο πιο αιματηρός πόλεμος στην ιστορία της ανθρωπότητας, με εκατόμβες νεκρών σε κάθε πλευρά. Παραλογισμός, τρέλα, ζωές που δεν είχαν καμία αξία μπροστά στην επίτευξη του «σκοπού». Στο πεδίο της μάχης του Paschendale (σωστότερα  Passchendaele), οι Σύμμαχοι, προσπάθησαν να κυριαρχήσουν και να καταλάβουν τον έλεγχο των κορυφογραμμών νότια και ανατολικά της Βελγικής πόλης Υπρ στη Δυτική Φλάνδρα εναντίον της Γερμανικής Αυτοκρατορίας που ήθελε (προφανώς) να κάνει ακριβώς το ίδιο. Το σχέδιο ήταν, μόλις καταληφθεί η κορυφογραμμή Passchendaele, η συμμαχική προέλαση να συνεχιστεί σε μια γραμμή από το Thourout προς το Couckelaere. Η μάχη, η οποία διήρκησε κάτι παραπάνω από τρεις μήνες (31 Ιουλίου – 10 Νοεμβρίου 1917), ήταν μία από τις πλέον αιματηρές ολόκληρου του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στο άσμα αυτό που με την παρουσία του προσδίδει μία εντελώς διαφορετική βαρύτητα σε ολόκληρο το “Dance of Death”, το Θηρίο κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα. Δημιουργεί έπη. Τίποτα παραπάνω δεν χρειάζεται να ειπωθεί επ’ αυτού, το τραγούδι τα λέει όλα μόνο του.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

A Day to Remember… 07/09 [MERCYFUL FATE]

0
Mercyful Fate

Mercyful Fate

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Don’t break the oath” – MERCYFUL FATE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1984
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Roadrunner Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Henrik Lund
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – King Diamond
Κιθάρες – Hank Shermann, Michael Denner
Μπάσο – Tim “ Grabber” Hansen (R.I.P. 2019)
Drums – Kim Ruzz

Μόλις ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτου τους, “Melissa”, κι ενώ ακόμα δεν είχε καταλαγιάσει ο ντόρος γύρω τους, οι MERCYFUL FATE ξαναχτύπησαν με το δεύτερο άλμπουμ τους, το ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΣ “Don’t break the oath”. Μαζί με το ντεμπούτο τους είναι ένα από τα καλύτερα metal άλμπουμ όλων των εποχών, και όπως είχα γράψει στην αντίστοιχη παρουσίαση για το “Melissa”, πάντα θα αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στα δύο για το ποιο είναι το αγαπημένο μου. Σήμερα, και λόγω της ημέρας, θα πάμε με το δεύτερο!

Βάλτε τον εαυτό σας στη θέση ενός πιτσιρικά το 1984 που αντικρίζει ΑΥΤΟ το εξώφυλλο. Δεν θα νιώσετε σοκ και δέος; Προσωπικά τα ίδια συναισθήματα νιώθω ακόμα και σήμερα που το βλέπω. Και αφού ξεπεράσετε το πρώτο σοκ του εξώφυλλου, βάζετε να ακούσετε τον δίσκο. Και ξεκινά το “A dangerous meeting”. Δεύτερο σοκ , με ένα από τα καλύτερα κιθαριστικά δίδυμα όλων των εποχών (τα έχουμε ξαναπεί αυτά!) να κάνει την επέλαση του και ένας απίστευτος τραγουδιστής να προκαλεί ανατριχίλα. Από εκεί και πέρα τελείωσε, δεν υπάρχει γυρισμός…

Στιχουργικά ο King παρουσιάζει τις δικές του ιστορίες τρόμου, όπως και στο “Melissa” , και, αν στο άλμπουμ του 1983 μπήκαν οι βάσεις για τη μετέπειτα εξέλιξη του black metal, εδώ πια μιλάμε για ολόκληρο οικοδόμημα, προκαλώντας θύελλα διαμαρτυριών από διάφορες θρησκευτικές οργανώσεις.  Ακούστε για παράδειγμα την ανατριχιαστική εισαγωγή του “The oath”, κατά προτίμηση με κλειστά φώτα, και τον King Diamond να απαγγέλλει

“By the symbol of the creator, I swear henceforth to be
A faithful servant of his most puissant arch-angel
The Prince Lucifer
Whom the creator designated as his regent
And Lord of this world.
Amen”

και θα καταλάβετε τι εννοώ.

Μουσικά το άλμπουμ ακούγεται λιγότερο τραχύ από τον προκάτοχό του, παρουσιάζοντας μια πιο πολύπλοκη πτυχή της μπάντας, όχι όμως λιγότερο heavy. Σίγουρα είναι πιο θεατρικό, με τον King Diamond να αξιοποιεί ακόμα περισσότερο τις φωνητικές του δυνατότητες ενώ οι κιθάρες των Shermann / Denner πετούν φλόγες. Και τώρα, ειλικρινά πείτε μου, χρειάζεται να αναφερθούμε στα κομμάτια ένα προς ένα; Ρίξτε μια ματιά μόνο στο tracklist. Όλα τα κομμάτια θεωρούνται πλέον κλασικά και αν με ρωτήσετε ακόμα και τώρα δεν υπάρχει περίπτωση να σας απαντήσω με σιγουριά για το ποιο είναι το αγαπημένο μου. Δεν υπάρχει ούτε νότα περιττή σε αυτόν τον δίσκο, τα πάντα είναι προσεγμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Ακόμα και το μικρό instrumental “To one far away” εξυπηρετεί απόλυτα τον σκοπό του που δεν είναι άλλος από τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο “Welcome princess of hell” και το “Come to the Sabbath”.

Το αντίκτυπο που είχε το “Don’t break the oath” ήταν απίστευτο, ενδεχομένως να δημιούργησε και μεγαλύτερη επιρροή από το “Melissa”. Ακόμα και σήμερα, 40 ολόκληρα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, ακούγεται το ίδιο μοχθηρό, επιβλητικό και ταυτόχρονα κολασμένα σαγηνευτικό όπως τότε. Να το θέσω πιο απλά. Αν το “Melissa” είναι το αντίστοιχο “Welcome to hell”  των VENOM όσον αφορά την επιδραστικότητα,  το “Don’t break the oath” είναι το αντίστοιχο “Black metal”. Αμφιβάλλει κανείς;

Did you know that:

  • Ένα χρόνο μετά, η μπάντα οδηγήθηκε στην (προσωρινή, ευτυχώς) διάλυση. Αιτία, οι μουσικές διαφορές ανάμεσα στον Hank Shermann και τον King Diamond, καθώς ο κιθαρίστας επιθυμούσε να απαγκιστρωθεί από το σατανιστικό image και να παίξει πιο μελωδικά. Αυτό οδήγησε τον Shermann να ιδρύσει τους μελωδικούς hard rockers FATE και τον King Diamond στο σχήμα που έφερε το όνομα του.
  • Σύμφωνα με τον ίδιο τον King, ο κανονικός τίτλος του κομματιού “Welcome princess of hell” ήταν “Welcome princes of hell” αλλά έγινε λάθος στην εκτύπωση τόσο στην εκτύπωση του εξώφυλλου, όσο και του εσώφυλλου.
  • Ο King θεωρεί ότι το “Don’t break the oath” είναι το καλύτερο άλμπουμ των MERCYFUL FATE. Κάπου εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι το “Come to the Sabbath” κλείνει παραδοσιακά τις συναυλίες τόσο των MERCYFUL FATE όσο και των KING DIAMOND.
  • Στην επανέκδοση του άλμπουμ υπάρχει σαν bonus το “Death kiss” σε demo εκτέλεση, που ουσιαστικά είναι η πρώιμη μορφή του “A dangerous meeting”. Το κομμάτι, μαζί και με άλλες σπάνιες εκτελέσεις μπορείτε επιπλέον να το βρείτε στην συλλογή “Return of the vampire” του 1992.

Θοδωρής Κλώνης

A day to remember… 7/9 [QUEENSRYCHE]

0
Queensryche

Queensryche

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The warning” – QUEENSRYCHE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1984
ΕΤΑΙΡΙΑ: EMI
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: James Guthrie
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Geoff Tate – φωνητικά
Chris DeGarmo – κιθάρα
Michael Wilton – κιθάρα
Eddie Jackson – μπάσο
Scott Rockenfield – ντραμς

Τι σημαίνει, αλήθεια, πρόοδος στη μουσική; Το να παίζεις τεχνικά, με πάρα πολλές νότες το δευτερόλεπτο; Τσου. Δείτε για παράδειγμα τους πέντε πρώτους δίσκους των QUEENSRYCHE. Είναι όλοι τους τόσο ίδιοι, αλλά και τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους. Κανένα άλμπουμ δεν θα υπήρχε ή τουλάχιστον, δεν θα ήταν έτσι, αν δεν υπήρχε ο προηγούμενος. Αυτό είναι πρόοδος. Να δημιουργείς κάτι (που σε μεγάλο βαθμό δεν υπήρχε πριν από σένα) και μετά να κάνεις κάτι λίγο ως πολύ διαφορετικό.

Είμαι πάρα πολύ τυχερός, διότι στο Rock Hard, υπάρχουν πάρα πολλά παιδιά, των οποίων τα κείμενα φτάνουν και περισσεύουν για να υπερκαλύψουν κάποιους δίσκους, κάποια θέματα. Κάτι τέτοιο, είχε κάνει και ο Δημήτρης Τσέλλος, ακόμα και σε κείμενο “Worst to best”, δύο χρόνια πριν, για τον συγκεκριμένο δίσκο. Μπορεί το “The warning”, αν βάλω τα άλμπουμ των ‘RYCHE σε αξιολογική σειρά, μάλλον είναι στην 5η θέση (μετά τα τέσσερα επόμενα), αλλά σε γενικές γραμμές, νομίζω ότι δεν υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που να θεωρούν ότι αυτός ο δίσκος δεν αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του Αμερικάνικου power metal, με άφθονα progressive στοιχεία για την εποχή.

Και πως μπορεί να μην είναι τέτοιος ένας δίσκος που βρίσκουμε τον Geoff Tate στο prime της «εποχής της τσιρίδας» που ταίριαζε απόλυτα στο ύφος (διότι ο prime Tate εμφανίζεται στους επόμενους δίσκους, στην πιο ώριμη φάση της καριέρας του) και το υπόλοιπο γκρουπ, παρότι εμφανώς επηρεασμένο από τους πρόσφατους, τότε, δίσκους των IRON MAIDEN, να δημιουργεί κολοσσιαία τραγούδια, όπως το “Take hold of the flame” ή το “Roads to madness”, το οποίο, μάλιστα, έμελλε να ξεκινήσει ένα απίστευτο σερί με μεγαλειώδη τραγούδια που έκλειναν τους δίσκους τους. Ακόμα και σε δίσκους-παντόφλες, μάλλον το καλύτερο τραγούδι, ήταν αυτό που τους έκλεινε… Τέλος πάντων…

Δεν μπορεί κανείς να κάνει, βέβαια, τα στραβά μάτια μπροστά στο έπος “No sanctuary” (θα το χαρακτήριζα ως το αδερφάκι του “Roads to madness” ή τη συνέχεια του “The lady wore black”, κι όχι μόνο επειδή έχει το σφύριγμα), αλλά και το “NM 156” που υπονοούσε εντέχνως τι θα ακολουθούσε στο “Rage for order”, που παραμένει ο αγαπημένος μου δίσκος από τους QUEENSRYCHE, με αυτή τη βιομηχανική ατμόσφαιρα που έχει.

Φανταστείτε ότι το άλμπουμ αυτό έχει και δύο σημαντικά ελαττώματα, τουλάχιστον για το ίδιο το συγκρότημα (εμάς μας ενοχλούν πολύ λιγότερο). Το πρώτο, είναι ότι το tracklisting υπέστη μία αλλαγή της τελευταίας στιγμής, για την οποία ποτέ δεν ενημερώθηκε το συγκρότημα, αφού το “En Force” επρόκειτο να ανοίξει το δίσκο, αντ’ αυτού όμως, η εταιρία προτίμησε –έτσι επειδή- να βάλει το ομώνυμο.

Το δεύτερο, όμως και ίσως πιο σημαντικό, είναι το γεγονός ότι ανέθεσαν τη μίξη στον Val Garay, δίχως να έχει το γκρουπ καμία εικόνα για το τι επρόκειτο να κάνει στο δίσκο. Εκείνα τα χρόνια, ήταν κλασική η συνταγή, οι πολυεθνικές να δίνουν τους δίσκους heavy metal συγκροτημάτων για μίξη ή ακόμα και παραγωγή, σε ανθρώπους που δεν είχαν την παραμικρή ιδέα από την εν λόγω μουσική, είχαν όμως κάνει επιτυχίες στο mainstream. Για παράδειγμα ο Garay δύο χρόνια πριν, είχε πάρει βραβείο Grammy για τη δουλειά του με την τραγουδίστρια Kim Carnes στο άλμπουμ “Mistaken identity” που περιείχε το “Bette Davis Eyes”, ένα τραγούδι που έκανε τεράστια επιτυχία και ακούγεται ακόμα και σήμερα. Είχε δουλέψει επίσης, με το New Wave σχήμα των THE MOTELS τον James Taylor και τον Kenny Rodgers… Βρείτε μου εσείς ένα κοινό στοιχείο των καλλιτεχνών αυτών με τους QUEENSRYCHE. Αν ρωτήσει κανείς τον Tate, ακόμα και σήμερα για το άλμπουμ αυτό, θα σου πει ότι δεν το έχει ακούσει από τότε που βγήκε, επειδή σιχαίνεται τη μίξη…

Νομίζω όμως ότι υπεραναλύουμε έναν αριστουργηματικό δίσκο. Οι QUEENSRYCHE τότε, ήταν καθαρόαιμα άλογα. Η απόδοσή τους στις συναυλίες, ήταν διαγαλαξιακή κι ευτυχώς, υπάρχουν σ’ ολόκληρο το internet τα πειστήρια από το “Live in Japan” του 1985, που αν δεν το δεις, αδυνατείς να πιστέψεις την απόδοσή τους. Δεν είναι τυχαίο, ότι άνοιξαν –εκτός των άλλων- τις συναυλίες των IRON MAIDEN στη World slavery tour, του Dio στη The last in line tour και των ACCEPT στη Metal heart tour. Καλά που και οι headliners ήταν στο prime τους, γιατί δεν τους έβλεπα καλά!!!

Σάκης Φράγκος

A day to remember… 6/9 [BODY COUNT]

0
Body Count

Body Count

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Born dead” – BODY COUNT
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Virgin
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Ernie-C, Ice-T
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Ice-T
Κιθάρες – Ernie “Ernie C” Cunnigan
Μπάσο – Lloyd “Mooseman” Roberts
Drums – Victor Ray “Beatmaster V” Wilson

Δύσκολο πράγμα ο δεύτερος δίσκος μιας μπάντας. Για τον πρώτο, μαζεύεις το καλύτερο υλικό σου, δεν έχεις πρότερο μέτρο σύγκρισης, απλά πρέπει να πιάσεις τη προσοχή του κόσμου. Στον δεύτερο, απέκτησες μια άλφα προσοχή και πρέπει να δικαιώσεις τις προσδοκίες των όσων βρήκαν κάτι στη πρώτη σου δουλειά και ανυπομονούν για τη συνέχεια. Κυρίως, να αποδείξεις πως δεν ήσουν πυροτέχνημα. Αυτά είναι ένας γενικός “μπούσουλας”. Ας πάμε να τα εφαρμόσουμε σε μια πρωτοπόρα μπάντα της California, από το Los Angeles εν προκειμένω. Τους σπουδαίους BODY COUNT. Ο συνδυασμός crossover thrash με rap (από ποιον άλλον παρά τον Ice-T), που έγινε στο μνημειώδες ομώνυμο ντεμπούτο του ‘92, αποτέλεσε ένα τρομερό βήμα μπροστά μουσικά, καθώς και μια άκρως σημαντική κοινωνικοπολιτική δήλωση στιχουργικά. Μη σας πω η σημαντικότερη επί των θεμάτων αυτών.

Δεκαετία ‘90, Los Angeles, αστυνομική βία στα πάνω της (ειδικά κατά μειονοτήτων) καθώς και όλα τα συναφή κοινωνικοπολιτικά προβλήματα. Οι BODY COUNT, ήταν η φωνή αυτών των προβλημάτων με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Διότι καλοί, χρυσοί και άξιοι οι RAGE AGAINST THE MACHINE ως μια φωνή αυτών των προβληματισμών, αλλά θα μου επιτρέψετε επί προσωπικού, να βρίσκω σαφώς πιο πειστικό σε επίπεδο στίχων και υποβάθρου τον Ice-T, που στη τελική όλη την εγκληματικότητα, την αστυνομική βία την έζησε στο πετσί του, θάβοντας και κάμποσους φίλους στη πορεία. Ένας επιπλέον λόγος ήταν πάντα η προσέγγιση των θεμάτων. Που θα έλεγα ότι είναι και το DNA των BODY COUNT. Αντί για φτηνά, εφηβικά τσιτάτα που σε πάνε μόνο τόσο μακριά, ο κύριος φτύνει αλήθειες του δρόμου, όπως τις έμαθε εκεί, όχι επειδή το έπαιξε ζόρικος, αλλά επειδή δεν είχε άλλη επιλογή.

Στο δεύτερο τους άλμπουμ “Born dead” επιστρέφουν μια μέρα σαν τη σημερινή, 6 Σεπτεμβρίου 1994, θυμίζοντας στο ομώνυμο τις αρχές της μπάντας (“Truth, justice and fuck the american way”). Επιπλέον, εάν η διασκευή στο “Hey Joe” του Billy Roberts (που γνωστό το είχε κάνει και ο Jimi Hendrix) ήταν το πρώτο χτύπημα από πλευράς single, τότε το “Necessary evil” και το ομώνυμο κομμάτι, επιβεβαίωναν αυτό το οποίο είπε εύγλωττα το ομώνυμο άλμπουμ. Οι λοιπές θεματικές, φυσικά είναι παρούσες, με κοφτερό λεξιλόγιο: πότε ο πόλεμος (“Shallow graves”), πότε τα ναρκωτικά (“Street lobotomy” – τι υπέρτατος τίτλος, πόσο εύστοχος), πότε ο φόνος γενικά (“Last breath”), ενώ υπάρχει και ένα κομμάτι – ωδή στο mosh pit, το ορθόδοξο (“Killin’ floor”). Διόλου εκτός στοιχείου ετούτο εδώ το άσμα, μια και πρόκειται για μπάντα την οποία την συνδέει φιλία χρόνων τόσο με τους ΑΡΧΟΝΤΕΣ SLAYER, όσο και με τους πιονέρους του crossover thrash SUICIDAL TENDENCIES.

30 χρόνια μετά, στα 47 περίπου λεπτά διάρκειας του, το “Born dead” θυμίζει πόσο ωραίο ζευγαράκι κάνουν το crossover thrash και το rap (το ορθόδοξο), όταν παντρεύονται με ισοδύναμη αγάπη προς το ένα και το άλλο. Επιπλέον, τονίζει πόσο ωραίο δίδυμο έκαναν το ομώνυμο και αυτό σε διάστημα δύο ετών, ενώ μεγάλωσε έτι περαιτέρω το όνομα της μπάντας, παρότι ήταν πιο θυμωμένο και φυσικά παρά την λογοκρισία που πήγε να πέσει στην αρχή ελέω “Cop killer”, δείχνοντας ότι εάν ο κόσμος θέλει να αναδείξει μια μπάντα που εκτιμάει/θαυμάζει τη στάση και το μήνυμα της, θα το κάνει, ο κόσμος να χαλάσει! Και αυτό ήταν τεράστιο παράσημο για τους κυρίους. Τα σέβη μου.

Did you know that?

– “To all the people of color throughout the entire world: Asian, Latino, Native American, Hawaiian, Italian, Indian, Persian, African, Aboriginal and any other nationality that white supremacists would love to see born dead.”. Εκεί αφιερώνει ο Ice-T τον δίσκο, το περνάμε αυτούσιο, αμετάφραστο για να μη χαθεί ούτε ένα γραμμάριο βαρύτητας των λέξεων του.

– Η διασκευή στο “Hey Joe” συμπεριλαμβάνεται στο tribute “Stone free: a tribute to Jimi Hendrix”

– Ο δίσκος έφτασε ως και το #74 του Billboard 200

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 6/9 [JUDAS PRIEST]

0
Judas Priest

Judas Priest

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Rocka Rolla” – JUDAS PRIEST
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1974
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Gull Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Rodger Bain, Vic Smith
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Robert Halford – Φωνητικά
Glenn Tipton – Κιθάρα
K.K. Downing – Κιθάρα
Ian Hill – Μπάσο
John Hinch – Τύμπανα

Ααα… οι JUDAS PRIEST των 70s! Ανέκαθεν μου άρεσε να μιλώ και να γράφω για αυτήν την περίοδο της αγαπημένης μου μπάντας, πόσο μάλλον τώρα που καλούμαι να πάω πολύ πίσω στον χρόνο. Από πού λοιπόν να ξεκινήσουμε… χμ… Ωραία, ας αφήσουμε τις πολύ πρώιμες μέρες. Ίσως κάποια στιγμή να μας δοθεί η ευκαιρία να μιλήσουμε γι’ αυτές, αν και το internet είναι γεμάτο «πηγές» από τις οποίες μπορεί κανείς να μάθει τα πάντα. Ας πιάσουμε τα πράγματα από το 1973, όπου ο κιθαρίστας K. K. Downing, με τον παιδικό του φίλο, μπασίστα Ian Hill, θα έμεναν μόνοι τους και θα ξεκινούσαν την αναζήτηση νέων μελών.

Ο Alan Atkins, πρώτος τραγουδιστής των JUDAS PRIEST, αποχώρησε από τη μπάντα από τον Δεκέμβριο του 1972, για να πιάσει δουλειά «09:00 – 17:00» και να αφοσιωθεί στην οικογένειά του ενώ λίγο αργότερα, θα έφευγε για τους MACHINE και ο drummer Chris “Congo” Campbell. Μπράβο Chris, σπουδαία κίνηση, είχες όραμα! Αλλά πού να ήξερες και συ καημένε μου, τι θα γινόταν στο μέλλον… Τα νύχια σου θα μύριζες; Έτσι, τις θέσεις καλύπτουν δύο μέλη του γνωστού (;) τοπικού συγκροτήματος HIROSHIMA, ο drummer John Hinch και ο τραγουδιστής Robert Halford.

Βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, μόνο δύσκολο δεν ήταν να βρεθούν αντικαταστάτες σε μια βρετανική σκηνή που «κόχλαζε». Στην Αγγλία της δεκαετίας του ’70 μπορούσες να βρεις μέλη για τη μπάντα σου σηκώνοντας οποιαδήποτε πέτρα! Ωστόσο, στην περίπτωση των JUDAS PRIEST, όλα ήταν ακόμη ευκολότερα καθώς Halford και Hill συνδέονταν με μια τρόπον τινά συγγενική σχέση: Η αδερφή του Rob, η Sue, ήταν τότε η κοπέλα και μετέπειτα σύζυγος του Ian. Οπότε, ερχόμενος ο Rob, πήρε μαζί του και τον Hinch.

Δεν ξέρω κατά πόσο μπορείς να φανταστείς τους JUDAS PRIEST ως τετράδα, αλλά ναι, υπήρξαν για ένα διάστημα. Υπάρχει και ντοκουμέντο από την πρώτη τους εμφάνιση με τη νέα σύνθεση, τον Μάιο του 1973 στο The Townhouse στο Wellington. Θα το ακούσεις στην συλλογή “Downer – Rock Asylum” της εταιρείας Audio Archives. Συγκεκριμένα, οι JUDAS PRIEST παίζουν τα “Cheater” και “Never satisfied”, σε διαφορετικές εκδοχές από τις «επίσημες». Στην ίδια συλλογή, υπάρχει επίσης το “Morpheus”, ηχογραφημένο στις 15 Απριλίου του ιδίου έτους. Πέραν της όποιας μουσικής του αξίας, το εν λόγω τραγούδι έχει τεράστια ιστορική σημασία, αφού στα φωνητικά είναι ο Atkins και στα τύμπανα ο Campbell, στην τελευταία τους συναυλία με τη μπάντα.

Θα βρεις ακόμη το “Red light lady” (κράτησε αυτόν τον τίτλο, θα μας χρειαστεί) και το κομμάτι “Merlin”, κάποιων FLYING HAT BAND (τι όνομα…), που αποτελούνταν από τον μπασίστα Peter “Mars” Cowling, τον drummer Steve Palmer (αδερφό του Carl Palmer των ELP) και τον κιθαρίστα/τραγουδιστή… Glenn Tipton. Να σημειωθεί πως και οι δυο μπάντες εκείνη την εποχή, βρίσκονταν στο management του Tony Iommi, το “Iommi Management Agency”, κάτι που λειτούργησε ως «γέφυρα» για να αποκτήσει το group δεύτερο κιθαρίστα. Πως έγινε αυτό;

Όταν οι JUDAS PRIEST έκαναν την πρώτη τους περιοδεία στην ηπειρωτική Ευρώπη, στις αρχές του 1974 και επέστρεψαν στην Αγγλία τον Απρίλιο του ιδίου έτους για να υπογράψουν δισκογραφικό συμβόλαιο με την Gull Records, η εταιρεία πρότεινε την προσθήκη ενός ακόμη κιθαρίστα, για να συμπληρωθεί ο ήχος του συγκροτήματος, στα πρότυπα των STATUS QUO που τότε ήταν στα ντουζένια τους. Με αυτόν τον τρόπο έγινε ο Glenn Tipton το πέμπτο μέλος της μπάντας και δημιουργήθηκε ο σταθερός πυρήνας των Halford/Tipton/Downing/Hill, που θα μεγαλουργούσε τα επόμενα χρόνια.

Και πάμε τώρα στο “Rocka Rolla”, το τιμώμενο άλμπουμ του άρθρου και την αφορμή να γραφτούν, όσα γράφτηκαν. Ταυτόχρονα, είμαστε ξανά μαζί στο τακτικό μας ραντεβού με τις αλήθειες, όσο αυτές και αν πονάνε, όσο και αν μας κάνουν να νιώθουμε άβολα. Σήμερα το θέμα μας είναι οι «παρωπίδες». Κοκορευόμαστε που λες ως metalheads και rockers για τους ανοικτούς μας «ορίζοντες», διατυμπανίζουμε όπου σταθούμε και όπου βρεθούμε ότι μας αρέσει η καλή μουσική από όπου κι αν αυτή προέρχεται, ισχυριζόμαστε και επιχειρηματολογούμε (τρόπον τινά) για την προοδευτικότητα που μας χαρακτηρίζει ως μουσικόφιλους, πετάμε και κανένα τσιτάτο τύπου «εγώ και Lady Gaga ακούω, αν το τραγούδι είναι καλό» και νομίζουμε πως κάτι έχουμε κάνει. Εχμ… όχι.

Είμαστε, ως κάστα ακροατών, κλειστόμυαλοι, ενίοτε «κολλημένοι» και οι «ορίζοντές» μας μόνο μακρινοί και ανοικτοί δεν είναι. Στην πραγματικότητα, δε βλέπουμε πέραν από τη μύτη μας. Υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα μέσα στον δικό μας χώρο, που δείχνουν ότι μάλλον έχω δίκιο. Δεν είμαστε ανεκτικοί στις αλλαγές, δεν θέλουμε να εισχωρούν ξένα στοιχεία στην αγαπημένη μας μουσική, ούτε οι αγαπημένοι μας μουσικοί (πληθυντικός τώρα) να ασχολούνται με κάτι άλλο. Και τέλος, αγνοούμε. Αγνοούμε επιδεικτικά! Πολλά πράγματα δεν μας ενδιαφέρουν, δεν μας νοιάζουν και όχι μόνο δεν μας νοιάζουν, άρα ουδέποτε μάθαμε κάτι για αυτά, αλλά έχουμε και άποψη προς ό,τι τα αφορά! Τι… ψέματα; Άδικο έχω;

Στην τελευταία κατηγορία εμπίπτει και το “Rocka Rolla”, το πρώτο και σίγουρα το πιο υποτιμημένο studio άλμπουμ των JUDAS PRIEST. Πέραν των πραγματικά «βαμμένων» και «ταγμένων» οπαδών του group, τούτος ο δίσκος δεν έχει κάνει «γκελ» στο ευρύ μεταλλικό κοινό κι ο λόγος δεν έχει να κάνει με την αξία του αλλά με την ηχητική του προσέγγιση. Βλέπεις, ποιος θα δώσει σημασία σε έναν δίσκο με τέτοιο όνομα, που έχει ένα καπάκι Coca Cola στο εντελώς ROLLING STONES εξώφυλλο (αν και προσωπικά τα βρίσκω εξαιρετικά ως ιδέες), τα μέλη ντύνονται χίππικα (όπως το έθεσε επακριβώς ο Malcolm Dome και είναι από τις σπάνιες φορές που συμφωνώ μαζί του) και η μουσική είναι progressive/bluesy/heavy rock ή proto metal, αν θες καλύτερα, όταν στην συνείδησή του κυριαρχεί το “Painkiller” ή το “Screaming for vengeance”;

Ούτε οι ίδιοι οι JUDAS PRIEST έμειναν όμως ικανοποιημένοι από το τελικό αποτέλεσμα. Όχι γιατί δεν έγραψαν καλά τραγούδια, το αντίθετο. Γιατί πίστευαν και πιστεύουν πως τα αδίκησε η παραγωγή του Rodger Bain (BLACK SABBATH, BUDGIE, BARCLAY JAMES HARVEST), άσχετα αν ο τρόπος με τον οποίο δούλεψαν μαζί του, τους άφησε τις καλύτερες των εντυπώσεων. Η χαλαρότητα με την οποία αντιμετώπιζε ο Bain τα πράγματα και η μέθοδος που ακολουθούσε, με το να ενθαρρύνει τα συγκροτήματά του να ηχογραφούν τα τραγούδια “live” στο studio, φαίνεται πως εκτιμήθηκαν παραπάνω από θετικά. Και ο Geezer Butler, τα καλύτερα λέει.

Ωστόσο, αυτό ακριβώς είναι που με κέρδισε στο “Rocka Rolla”: Η διαφορετικότητά του, που συνδέθηκε αμέσως με τη θέλησή μου να «βουτήξω» και να μάθω τη διαφορετική αυτή πτυχή των JUDAS PRIEST, που τότε δεν είχαν ακόμη βρει τα πατήματά τους και τον δικό τους ήχο αλλά «καθρεπτίζονταν» σε όσα έπαιζαν, πολύ επιτυχημένα βέβαια, οι επιρροές και τα ακούσματά τους. BLACK SABBATH, LED ZEPPELIN, DEEP PURPLE, WISHBONE ASH, BUDGIE… Συνεπώς και άλλον παραγωγό να είχαν, δεν πιστεύω πως ΑΥΤΑ τα τραγούδια θα ακούγονταν εν έτει 1974 περισσότερο metal, απ’ όσο τα «έβγαλε» ο Bain. Χώρια που εμένα αυτή η live μουντάδα που έχουν, μου αρέσει πολύ.

Αρκετά από τα κομμάτια του “Rocka Rolla” γράφτηκαν από κοινού με τον Alan Atkins, οπότε τα λες και γραμμένα για τη φωνή του. Ο Halford, με χαρακτηριστικές παρεμβάσεις, τα έφερε στα δικά του «μέτρα» ή και άλλαξε εντελώς τις φωνητικές γραμμές. Λογικό, bluesy φωνή η μια, φωνή που δε γνώριζε όρια και στεγανά η άλλη. Ο νεοφερμένος Tipton δεν πρόλαβε να έχει συνθετική συνεισφορά παρά μόνο στο ομώνυμο κομμάτι και στο απίστευτο έπος “Run of the mill”, το πρώτο τραγούδι που γράφτηκε εξ ολοκλήρου επάνω στο φωνητικό εύρος του Halford και μπαίνει άνετα στο top 10 τους. Έγραψε κι άλλες συνθέσεις, συγκεκριμένα τα “Tyrant”, “Epitaph” και “Ripper”, που Bain «έκοψε» ως μη εμπορικές! Ωστόσο, ο Glenn πήρε την ρεβάνς του στο “Sad wings of destiny”.

Ο Bain απέρριψε επίσης το “Whiskey woman”, τραγούδι του Atkins, το οποίο αργότερα, με την συμβολή του Tipton και την ένωση με το “Red light lady” (να ’το!), μετεξελίχθηκε σε… “Victim of changes” και τον ευχαριστούμε γι’ αυτό, έβαλε άθελά του το λιθαράκι του στη γέννηση ενός μυθικού ύμνου. Δεν τον ευχαριστούμε όμως που μετέτρεψε το “Caviar and meths” από ένα prog έπος διάρκειας 10+ λεπτών, σε δίλεπτο outro (!) για τον δίσκο… Μια μεγαλύτερη εκδοχή του τραγουδιού, διάρκειας επτά λεπτών, υπάρχει στο άλμπουμ “Victim of Changes” του 1998, από την προσωπική μπάντα του Atkins αν και πάλι, μιλάμε για ημίμετρο.

Η περιοδεία που ακολούθησε, ήταν η πρώτη διεθνής περιοδεία της μπάντας. Γερμανία, Ολλανδία, Νορβηγία και Δανία αποτέλεσαν τις «στάσεις» της. Οικονομικά, δεν κατάφερε κάτι. Η εμπορική απήχηση ήταν μικρή, ο δίσκος πούλησε κάποιες χιλιάδες (!) αντίτυπα (τότε ήταν μικρή η απήχηση όντως, τώρα θα μιλούσαμε για τεράστιο «γκελ») και οι JUDAS PRIEST βρέθηκαν σε δεινή οικονομική κατάσταση, φτάνοντας μέχρι να μην έχουν να φάνε (καλή ώρα σαν τους BLACK SABBATH)! Προσπάθησαν να έρθουν σε νέα συμφωνία με την Gull Records για να πληρώνονται πενήντα λίρες την εβδομάδα αλλά η Gull, η οποία επίσης υπέφερε από οικονομικά προβλήματα, αρνήθηκε.

Με όλα αυτά που αναφέραμε και με όσα ακολούθησαν, επήλθε η λήθη για τα περισσότερα από τα τραγούδια του “Rocka Rolla”, μέχρι σχετικά πρόσφατα, όπου έγινε σιγά-σιγά η αρχή με το “Never satisfied” κατά την παγκόσμια “Epitaph tour” και η συνέχεια δόθηκε με την ένταξη του ομώνυμου κομματιού στις setlists του 2021 και 2022. Και το διασκεδαστικό όσο και κολακευτικό της υπόθεσης είναι πως εν έτει 2024 το “Rocka Rolla”, το κομμάτι, ηχεί ως ένας καλπάζων heavy metal ύμνος, αποδεικνύοντας πως τα ΚΑΛΑ τραγούδια, ουδέποτε γερνούν μα παραμένουν αειθαλή, αιώνια και σύγχρονα.

Μισόν αιώνα μετά, το “Rocka Rolla” περιμένει να του δώσεις τη δέουσα προσοχή και να το εκτιμήσεις όπως του αξίζει. Δεν έχει τσιρίδες, δεν έχει κολασμένες κιθάρες, δεν τρέχει σαν σεληνιασμένο, δεν φτύνει οργή, δεν λυσσομανά, ούτε έχει τις εμπορικές εκείνες στιγμές που σάρωσαν τα ερτζιανά. Είναι εσωστρεφές, χαμηλών τόνων, αντανακλά την εποχή του και έχει μια πρόσθετη ιδιαίτερη σημασία: Μας δίνει να καταλάβουμε από πού ξεκίνησε και πως εξελίχθηκε η μπάντα – συνώνυμο του heavy metal.

Did you know that:

– Ο Rob Halford αναφέρεται ως «Bob Halford» στην πρώτη βινυλιακή έκδοση; Αυτός παίζει και τη φυσαρμόνικα που ακούγεται.

– Το 1984 είχαμε μια επανακυκλοφορία με διαφορετικό εξώφυλλο από τον Melvyn Grant. To φτερωτό, θωρακισμένο, εξωγήινο τέρας, αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως εξώφυλλο για το μυθιστόρημα “The Steel Tsar” του Michael Moorcock, τρίτο μέρος της τριλογίας “A nomad of the Time streams” (“The Warlord of the Air” και “The Land Leviathan” τα προηγούμενα δυο).

– Η πολύ σπάνια, πρώτη εκτύπωση του βρετανικού LP έχει στα credits τυπωμένη τη φράση Thanks for the words Al!”; Πιθανότατα επρόκειτο για μια ολίγον τι ειρωνική αναφορά στην συνεισφορά του αρχικού τραγουδιστή Al Atkins.

– Το “Diamonds & rust” που υπάρχει σε διαφορετική εκτέλεση από αυτή του “Sin after sin”, στις επανεκδόσεις του δίσκου, προέρχεται από τα sessions του “Sad wings of destiny”;

– Το 1981 κυκλοφόρησε από την Gull Records ένα άλμπουμ συλλογή, το “Hero, Hero” (ναι, αυτό με το θεϊκό αλλά σχετικά άκυρο εξώφυλλο, έργο επίσης του Melvyn Grant). Περιείχε όλα τα κομμάτια του “Rocka Rolla” σε remix από τον Bain, έξι κομμάτια από το “Sad wings of destiny” (απείραχτα) και την εναλλακτική version του “Diamonds & rust”, σε remix κι αυτή. Ήταν μια ξεκάθαρη προσπάθεια να «κεφαλαιοποιηθεί» η τεράστια τότε δημοτικότητα των JUDAS PRIEST, έστω κι αν όντως η νέα μίξη έφερνε το υλικό του “Rocka rolla” πιο κοντά σε αυτό του “Sad wings of destiny”. Η ίδια η μπάντα δεν την αναγνωρίζει.

– Μόλις πέρυσι το συγκρότημα ανέκτησε τον έλεγχο των δικαιωμάτων των δυο πρώτων του δίσκων μέσω της Reach Music και σχεδιάζει μια επετειακή κυκλοφορία του “Rocka Rolla” για τα 50 χρόνια του, με νέα μίξη που «θα παρουσιάζει τα τραγούδια όπως πρέπει», σύμφωνα με τον Ian Hill. Για να δούμε!

Δημήτρης Τσέλλος

A day to remember… 6/9 [ANGRA]

0
Angra

Angra

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Temple of shadows” – ANGRA
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2004
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Steamhammer
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Dennis Ward
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Edu Falaschi – φωνή
Kiko Loureiro – κιθάρες
Felipe Andreoli – μπάσο
Rafael Bittencourt – κιθάρες
Aquilles Priester – τύμπανα

Ένα μεγάλο κίνητρο υπάρχει πίσω από κάθε πετυχημένη καλλιτεχνική δουλειά και στην περίπτωση των ANGRA, το κίνητρο πριν από τόσα χρόνια, ήταν να αποδείξουν πως μπορούν να συνεχίσουν να μεγαλουργούν, δίχως τον Andre Matos. Ο πολυτάλαντος τραγουδιστής, είχε χωρίσει τους δρόμους του με το συγκρότημα με το οποίο λατρεύτηκε, δελεάζοντας μάλιστα, άλλους δύο συντελεστές να τον ακολουθήσουν. Για τους υπόλοιπους τρεις μουσικούς, οι ANGRA, εκτός από εξαιρετικούς αντικαταστάτες, χρειαζόταν να επαναπροσδιορίσουν την μουσική τους ταυτότητα. Κάτι που είχε πληγεί με το “Fireworks” (παρά την παρουσία του Matos και των υπολοίπων). To “Rebirth” ήταν ένα λαμπρό δείγμα γραφής, της πρόθεσής τους, αλλά το “Temple of shadows” έμελλε να είναι το πραγματικό επιστέγασμα της προσπάθειάς αυτής.

Δεν είναι  υπερβολή να χαρακτηρίσουμε το άλμπουμ αυτό, ως έναν από τους καλύτερούς δίσκους των ANGRA, αλλά και του power metal γενικότερα. Οι Βραζιλιάνοι, καταφέρνουν να συνδυάσουν τα καλύτερά τους στοιχεία, σε τραγούδια που είναι ντυμένα με όμορφες μελωδίες, αρκετούς latin ρυθμούς, στολισμένα με Βραζιλιάνικους ήχους, αν και θεματικά, οι στίχοι αναφέρονται σε κάτι τελείως διαφορετικό. Για την ακρίβεια, έχουμε άλλο ένα concept άλμπουμ εδώ, το οποίο αναφέρεται στην εποχή των Σταυροφόρων, με έναν από τους Χριστιανούς πολεμιστές να έχει πολλούς ενδοιασμούς και αναζητήσεις, καθώς οδηγείται προς την Ιερουσαλήμ. Μια ιστορία που ανακατεύει πραγματικά γεγονότα, με φαντασία, θρησκεία, την μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό, με βαθύτατα ερωτηματικά. Οι παρακάτω στίχοι είναι αντιπροσωπευτικοί
“You know that when Angels and Demons arise
But we’re still not sure, which way we should go”

Υπάρχουν δυνατά κι επιθετικά τραγούδια που δεν γράφονται εύκολα και λειτουργούν ως υπενθύμιση των αρχικών χαρακτηριστικών που ακούσαμε από τους ANGRA. Τα “Temple of hate”, “Spread your fire”, “Angels and demons”, δηλώνουν εκκωφαντικά πως οι Βραζιλιάνοι παραμένουν στα πλαίσια του power metal. Άλλα, όπως το “The shadow hunter” και “Morning star” εξερευνούν τις πιο τεχνικές τους πτυχές και βέβαια, ο λυρισμός τους είναι διάσπαρτος σε όλο τον δίσκο, με αποκορύφωμα τα “Wishing well” και “Waiting silence”.

Η πεντάδα των Falaschi, Loureiro, Bittencourt, Andreoli και Priester, ήταν σε τρομερά κέφια και είχε δέσει αρκετά μετά τις εκτεταμένες συναυλίες που έδωσαν για το “Rebirth”, δούλευαν σφιχτά, άκρως επαγγελματικά και από το 2004 και όσο κράτησε ο κύκλος του “Temple of shadows”, ήταν στο αποκορύφωμά τους. Πέρασαν κι από τη χώρα μας τον χειμώνα που ακολούθησε, με δυο συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής τους περιοδείας με τους DRAGONFORCE.

Η Γερμανική Steamhammer που τους είχε προσφέρει ένα αρκετά καλό συμβόλαιο, όταν η Rising Sun Records φαλίρισε, ήταν ανακουφισμένη με την εμπορική ανάκαμψή τους, όμως ήταν και πολύ προσεκτική, ώστε να μην υπερβάλλει στον προϋπολογισμό και – η μοναδική μου ένσταση – πολλά από τα ορχηστρικά μέρη, ηχογραφήθηκαν με πλήκτρα, θυμίζοντας εποχές “Angels cry”.

Στα αξιοσημείωτα, το γεγονός πως υπάρχουν εκλεκτοί καλεσμένοι που προσθέτουν στην ατμόσφαιρα και την ποιότητα του δίσκου. Ξεκινώντας με τον Milton Nascimento, έναν Βραζιλιάνο folk καλλιτέχνη, που τραγουδά στην γλώσσα τους στο “Late redemption”, τον – δικό μας άνθρωπο –  Hansi Kursch, να κάνει ντουέτο στο επιθετικό “Winds of destination”, την Sabine Edelsbacher (EDENBRIDGE) στα “Pain of the dead” και το καταπληκτικό “Spread your fire”, ενώ ακόμα και ο πάτερ-Kai Hansen τραγουδά στο κλασικό “Temple of hate” το οποίο είναι από τα highlight του άλμπουμ.

Οι ANGRA δεν έφτασαν έκτοτε αυτό το επίπεδο και, ακόμα και 20 χρόνια αργότερα, μπορούμε να μιλάμε για το “Temple of shadows” ως ένα αριστούργημα της καριέρας τους. Ο μουσικός τύπος αγκάλιασε το άλμπουμ εξ αρχής και οι κριτικές ήταν αποθεωτικές, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Ασία, όπου εκτός από την πατρίδα τους, περιόδευσαν εκτενώς. Έπαιξαν στην Αυστραλία για πρώτη φορά μάλιστα, ενώ στην Ιαπωνία, το άλμπουμ έφτασε στα επίσημα charts στο νούμερο 22, πουλώντας δυνατά.

Did you know that:

  • Ο Dennis Ward, όντας ακόμα ο βασικός συντελεστής των PINK CREAM 69, μετά την πετυχημένη απόπειρα να κάνει την παραγωγή στο “Rebirth”, ανέλαβε και το “Temple…”. Ακούγοντάς το ακόμα και σήμερα, ηχητικά στέκεται εξαιρετικά και δεν είναι τυχαίο πως ο Αμερικανο-Γερμανός μουσικός τα καταφέρνει τόσο καλά. Μετά από αυτούς τους δίσκους, άρχισε να κάνει το ίδιο για αρκετούς άλλους καλλιτέχνες και να επεκτείνεται.
  • Αν και στο στούντιο ο Edu ήταν απίστευτος, στις περιοδείες που ακολούθησαν, δυσκολεύτηκε αρκετά να διατηρήσει το υψηλό του επίπεδο, κάτι που μερικές φορές έφερνε ένταση στις τάξεις του συγκροτήματος. Ιδιαίτερα στα απαιτητικά τραγούδια του Matos, έδειχνε τις αδυναμίες του και συχνά αναγκαζόταν να τραγουδήσει χαμηλότερα για να μην σπάει η φωνή του.
  • Το άλμπουμ, ως concept, δεν είχε τραγούδια που έμειναν απ’ έξω και γι’ αυτό δεν υπήρξαν και ειδικές εκδόσεις με περισσότερες συνθέσεις από τις 13 που εμφανίζονται στην κανονική έκδοση.
  • Βγήκε κι ένα βίντεο στα πλαίσια της προώθησης, για το “Wishing well”, που δυστυχώς δεν έχει καμία σχέση με το concept του δίσκου, και δεν είχε και καμιά μεγάλη απήχηση.
  • Οι ANGRA μόλις ανακοίνωσαν την επανακυκλοφορία του “Temple of shadows” για να τιμήσουν τα 20 χρόνια του και θα ακολουθήσει περιοδεία, που όμως θα είναι η τελευταία πράξη τους, πριν ξαναμπούν στον πάγο. Δίχως να έχουν δηλώσει πόσο θα διαρκέσει το διάλειμμα που θα κάνουν, οι Βραζιλιάνοι ακούγονται σαν να αναγκάζονται να κάνουν αυτή την διακοπή. Να δούμε τι θα φέρει το μέλλον. Ίσως να δούμε και μια επιστροφή….

Γιώργος “Winds of destination” Κουκουλάκης

A day to remember…06/09 [AMON AMARTH]

0
Amon Amarth

Amon Amarth

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Fate of Norns” – AMON AMARTH
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2004
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Metal Blade
ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ: Berno Paulsson, AMON AMARTH
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά: Johan Hegg
Κιθάρα: Olavi Mikkonen
Κιθάρα: Johan Soderberg
Drums: Fredrik Andersson
Μπάσο: Ted Lundstrom

Και με την ζέστη ακόμα να χτυπά αλύπητα, σιγά-σιγά ο κάθε κατεργάρης επιστρέφει στον πάγκο του, είτε αυτός ο πάγκος λέγεται σχολείο, πανεπιστήμιο ή δουλειά. Για να κάνουμε την επάνοδό μας λοιπόν πιο εύκολη, είναι ευκαιρία να μιλήσουμε για την επέτειο του “Fate of Norns” των AMON AMARTH. Ένα άλμπουμ-παράδειγμα για πως μπορούν να συνδυαστούν άψογα επικοί στίχοι με δυναμικά riffs και μελωδικές ενορχηστρώσεις, μέσα στο πλαίσιο του μελωδικού death metal.

Το “Fate of Norns” έχει ένα πολύ συγκεκριμένο χαρακτηριστικό που δεν είναι άλλο από τον μελαγχολικό του τόνο. Σε σύγκριση με τους πιο επιθετικούς και σκληροτράχηλους προκατόχους του, το “Fate of Norns” καθ’ όλη τη διάρκεια του αποπνέει ένα βαρύ και στενάχωρο κλίμα, χωρίς να αποκλίνει ούτε στο ελάχιστο η μουσική ταυτότητα του συγκροτήματος. Η μελαγχολική αυτή μεταστροφή, επέτρεψε στους AMON AMARTH να δημιουργήσουν τραγούδια που εξερευνούν θέματα απώλειας, παιχνιδιών της μοίρας και του αναπόφευκτου θανάτου, τα οποία είναι στη φύση και τη βάση της σκανδιναβικής μυθολογίας. Οι κιθάρες του Johan Söderberg και του Olavi Mikkonen υφαίνουν περίπλοκες μελωδίες που φέρνουν στον νου επικές ιστορίες αλλά και μοιρολόγια με τα οποία θρηνούν σπουδαίους ήρωες του παρελθόντος.

Τα οκτώ τραγούδια του άλμπουμ εκτελούν τον ρόλο τους άψογα και όλα μαζί σαν σύνολο, συμβάλλουν στην απόλυτη αφήγηση με φόντο το παγωμένο πεπρωμένο και τη θλίψη. Θα σταθώ στο πιο χαρακτηριστικό τραγούδι του άλμπουμ, που θέτει υποδειγματικά τον τόνο ολόκληρου του άλμπουμ και δεν είναι άλλο από το ομώνυμο. Ίσως και το πιο συναισθηματικά φορτισμένο τραγούδι σε ολόκληρη την καριέρα τους, που ασχολείται με τη θλίψη ενός Viking που έχει χάσει το παιδί του. Οι στίχοι του απαρτίζονται από τις σκέψεις του πατέρα, που από την απόλυτη θλίψη περνάει στον θυμό και στην ύβρη προς τον Odin και ολοκληρώνεται με το συμπέρασμα ότι από το πεπρωμένο που υφαίνουν οι μοίρες δεν ξεφεύγει κανείς.

Όλα τα τραγούδια του “Fate of Norns” μπορούν να αναλυθούν σε τρομερό βάθος, όπως τα “Arson”, “Valkyries ride” και “Where death seems to dwell”, μέσω των οποίων ξεδιπλώνεται με απίστευτο και δραματικό τρόμο η πλούσια μυθολογία της Σκανδιναβίας. Άλλα αν πρέπει να σταθούμε σε ένα ακόμα τραγούδι συγκεκριμένα, αυτό είναι φυσικά το “The pursuit of Vikings”, το οποίο είναι και το πιο αναγνωρίσιμο τραγούδι του συγκροτήματος, καθώς είναι το τραγούδι που έχουν παίξει τις περισσότερες φορές live, με το “Twilight of the thunder God” να έρχεται δεύτερο.

Το “Fate of Norns” είχε τον δύσκολο ρόλο να διαδεχθεί το “Versus the world” και ενώ δεν το ξεπέρασε, με την διαφορετικότητα του μπόρεσε να ξεχωρίσει ως ένα πολύ σημαντικό και αγαπητό άλμπουμ, αναδεικνύοντας μεγαλοπρεπώς την ικανότητά των AMON AMARTH να γράφουν μεν melodic death τραγούδια με Viking θεματολογία, αλλά αγγίζοντας πιο προσωπικά και ευαίσθητα θέματα της ανθρώπινης φύσης, με εξαιρετική αφήγηση δε.

Did you know that:

  • Το εξώφυλλο του άλμπουμ είναι μια δημιουργία του Thomas Ewerhard, στο οποίο απεικονίζονται οι Nornir, οι τρεις θεότητες Urd, οι οποίες είναι πολύ κοντά σε φιλοσοφία με τις δικές μας Μοίρες.

Δημήτρης Μπούκης

A day to remember… 6/9 [OBITUARY]

0
Obituary

Obituary

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “World demise” – OBITUARY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Roadrunner
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Scott Burns
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – John Tardy
Κιθάρες – Trevor Peres
Κιθάρες – Allen West
Μπάσο – Frank Watkins
Drums – Donald Tardy

Έχεις φτιάξει παγωμένο φραπέ, κάθεσαι και γράφεις. Στο βάθος παίζει ένας καταστροφικά μνημειώδης δίσκος. Ποιος δίσκος; Αυτός για τον οποίο θα γράψουμε σήμερα. Το έτος είναι 1994. Οι OBITUARY, οι λατρεμένα ξεροκέφαλοι death metal θρύλοι της Florida, βρίσκονται λίγο καιρό μετά το τρίτο σερί μνημείο τους, “The end complete” (1992). Βρισκόμαστε σε μια δεκαετία που το death metal έχει εδραιωθεί σαν δύναμη, με τις μεγάλες μπάντες του είδους όπως οι MORBID ANGEL να μην περιοδεύουν αυστηρά με death metal μπάντες. Τι κάνουν οι OBITUARY σε αυτό το σκηνικό; Βαραίνουν, κάνουν τη καλύτερη παραγωγή τυμπάνων που έχουν κάνει ποτέ, ενώ γκρουβάρουν ανελέητα, βγάζοντας έναν ήχο που πιάνει και οπαδούς που δεν ακούνε αυστηρά death metal, κρατώντας παράλληλα και αυτούς που ακούνε. Το όνομα αυτού; “World demise” και κυκλοφόρησε σαν σήμερα, πριν 30 ολόκληρα χρόνια. Από το εμβληματικό εξώφυλλο φαίνεται η δουλειά που πάει.

Το “Don’t care” δίνει το σύνθημα (ήταν σοφά και πρώτο single), με το ομώνυμο να συνεχίζει (με το γουστόζικο εφεδάκι που δεν περιμέναμε από τη μπάντα κάπου στη μέση). Καπάκια σκάει το “Burned in” και το αλά “Slowly we rot” μπάσιμό του αλλά και το υπέροχο solo. ΔΕΝ ΜΑΣ ΝΟΙΑΖΕΙ, ΘΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ ΓΟΥΣΤΑΡΟΥΜΕ. Η ξεροκεφαλιά που λέγαμε προηγουμένως, καταπώς φαίνεται βγαίνει σε καλό! Τα δε υπέροχα κοψίματα του “Redefine” δείχνουν τους OBITUARY που έχουν πάρει επιρροές και από άλλα πράγματα (παλιό hardcore φερ’ ειπείν), εκτός death metal και τα προσαρμόσανε κάργα στο ύφος τους, προκειμένου να ανανεωθούν πλήρως. Αυτό που κάνουν και οι CANNIBAL CORPSE και πάντα έχουν νεανικό κοινό στις συναυλίες τους ως και τις μέρες μας. Μεγάλη υπόθεση αυτό. Το “Paralyzed” αλλά και το “Solid state” με τα γρήγορα ξεσπάσματα του θυμίζει ότι αυτή η μπάντα και όταν μαρσάρει….διάολε δεν είναι να παίζεις! Ειδικά όταν σκάνε καπάκια οι γκρούβες….οι τοίχοι πέφτουν μόνοι τους!

Τα τύμπανα σεμινάρια δυναμικών στο “Splattered” και το “Lost” με τον Donald Tardy να παίζει αριστοτεχνικά με τους ρυθμούς, κάνουν τα κομμάτια να ξεχωρίζουν. Συν τοις άλλοις, αποδεικνύουν πέραν αμφιβολίας και στον τελευταίο, ότι ο Donald Tardy είναι δάσκαλος της αποτελεσματικής γκρούβας στον ακραίο ήχο, βαρώντας δυνατά και με ουσία. Καλές χρυσές οι υπερταχύτητες, αλλά εκεί που η ταχύτητα πέφτει, ενώ εσύ είσαι ακόμα ισοπεδωτικός, τότε είσαι μέσα στους πραγματικά μεγάλους. Και τώρα πάμε σε ένα ας το πούμε προσωπικό βίτσιο που βγάζει αφρούς από το στόμα μου: “FINAL THOUGHTS”. Ω, ρε μάνα μου, μανούλα μου γλυκιά! Άλλο ένα ασυνήθιστο ρεφρέν για OBITUARY αλλά τόσο ατόφια πωρωτικό, που τους θαυμάζεις που είχαν τα κότσια να το κάνουν, μια και δένει τέλεια με το ύφος τους! Άλλωστε, οι κύριοι γκρούβαραν από το ‘89 – ‘90….ποιος να τους πει τι; Πόνος και φόνος στο φινάλε με τριπλέτα “Boiling point”/”Set in stone”/”Kill for me” (περισσότερα γι’ αυτό το τελευταίο παρακάτω).

Και κάπου εδώ να σημειώσω κάτι: ίσως ο πιο “κοινωνικός” στιχουργικά δίσκος OBITUARY τούτος εδώ. Λίγο το εξώφυλλο/εσώφυλλο, λίγο οι στίχοι, την πήραν λίγο αλλιώς τη δουλειά όπως και να ‘χει! 30 χρόνια έχουν περάσει, το “World demise” στέκει αγέρωχο, καταστροφικό, βάναυσο και πάνω από όλα φρέσκο σαν να βγήκε μόλις σήμερα. Ξέρω κάποιον στενό μου φίλο εκεί έξω, που είναι το αγαπημένο του OBITUARY. Όχι άδικα και δεν είναι και μόνος του! Κοιτάζει στα μάτια ως ίσο τα τρία προηγούμενα (ναι, αυτά τα άλμπουμ, που άλλες μπάντες θα σκότωναν κόσμο και κοσμάκη για να έχουν ΕΝΑ κομμάτι τους), κάνει το αβίαστο 4/4 για τους OBITUARY, τους βγάζει εκ νέου στο δρόμο με τους NAPALM DEATH (άλλοι από εκεί που πειραματίστηκαν περισσότερο και εξίσου τέλεια), τους ATROCITY και τους PITCHSHIFTER στην Ευρώπη. Χώρια θα έκαναν και το 5/5, μόλις 3 χρόνια μετά! Καλά να είμαστε πάνω απ’ όλα, να τα ξαναπούμε!

Did you know that?

– Στο “Kill for me” το παράξενο φινάλε, περιλαμβάνει αυτολεξεί: “a sample from RM Arts Presents: Repercussions, a Celebration of African American Music”.

– Διάσημα bonus στις επανεκδόσεις του ‘98, το “Killing victims found” (φόνος κατά συρροή, τρις ισόβια άνευ αναστολής – ήταν b-side και στο “Don’t care” single) συν live εκτελέσεις από το Dynamo festival του ‘92 για τα κομμάτια “Infected” (ΑΧ), “Godly beings” (ΩΧ) και “Body bag” (ΑΜΑΝ).

– Οι φωτογραφίες που βλέπουμε στο booklet χρησιμοποιήθηκαν με την άδεια του αρχείου του Bettmann (όπως τονίζει κανονικά και με τον νόμο η ίδια η μπάντα), ενώ μια από τις φωτογραφίες που δείχνει έναν άστεγο, την έβγαλε ο John Tardy.

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 7/9 [DARKTHRONE]

0
Darkthrone

Darkthrone

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Sardonic Wrath” – DARKTHRONE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2004
ΕΤΑΙΡΙΑ: Moonfog Productions
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Fenriz, Nocturno Culto
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Nocturno Culto – Κιθάρα, Φωνητικά, Μπάσο
Febriz – Τύμπανα, Φωνητικά

Το “Sardonic Wrath” σήμανε το τέλος μιας εποχής για τους DARKTHRONE. Μετά από 13 χρόνια και 11 κυκλοφορίες, η δουλειά αυτή θα ήταν η τελευταία αμιγώς black metal κυκλοφορία των Νορβηγών. Βέβαια τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι μιας και από το προηγούμενο “Hate Them” είχε διαφανεί πως η μπάντα είχε εμπλουτίσει τη μουσική της με μπόλικα punk στοιχεία, πράγμα που συνεχίστηκε και στη 12η κυκλοφορία της μπάντας, πριν να οδηγηθούν σε ακόμα πιο έντονα punk/crust μονοπάτια με το επόμενο δίσκο, “The Cult is Alive”.

Οι δύο προκάτοχοι του “Sardonic Wrath” προσπάθησαν να ακουστούν πιο ωμοί και λυσσαλέοι, ο καθένας με το δικό του τρόπο. Εδώ τα πράγματα όμως είναι ελαφρώς διαφορετικά, με τους DARKTHRONE εδώ να ακούγονται να παίζουν με λιγότερο μίσος, αλλά με μεγαλύτερο πλουραλισμό, πράγμα που φανερώνει και τη συνθετική ωριμότητα των κυρίων Fenriz και Nocturno Culto. Όλα τα κλασικά στοιχεία που μας είχαν συνηθίσει οι Νορβηγοί ήταν εδώ. Τα grim riffs κουβαλούν την αύρα των πρώτων ημερών (εάν το “Hate Is the Law” σας θυμίσει το “I en hall med flesk og mjød” από το “Transilvanian Hunger” να ξέρετε ότι δεν σας γελούν τα αυτιά σας…), αλλά εκτός από αυτά όμως υπάρχουν και κάποια πιο heavy/rock ‘n’ roll riffs (λέγε με “Sacrificing to the God of Doubt”).

Επίσης, όπως προαναφέραμε, τα punk στοιχεία βγαίνουν πιο ψηλά στην επιφάνεια σε σχέση με το “Hate Them”. Τα blast beats ισορροπούν με τα πιο αργά τύμπανα, ενώ δε λείπουν και κάποιες doom στιγμές. Κερασάκι τα guest φωνητικά του Apollyon (AURA NOIR, LAMENTED SOULS κτλ), που παρέα με τον Fenriz επιδίδονται σε λεκτικούς χουλιγκανισμούς στο “Hate is the Law”.

Τα είπαμε και στην αρχή πως το “Sardonic Wrath” ήταν ένα κομβικό άλμπουμ για τους DARKTHRONE, μιας και έκλεισε μια πόρτα για τη μπάντα και άνοιξε μια άλλη. Τα πράγματα ποτέ δε θα ήταν ίδια μετά την κυκλοφορία και του αμφιλεγόμενου, “The Cult is Alive” που το διαδέχτηκε. Καλή, ώριμη και συμπαγής δουλειά, για πολλούς, η τελευταία πραγματικά καλή κυκλοφορία του group.

Θανάσης Μπόγρης

NILE – “The underworld awaits us all” (Napalm)

0
Nile

Nile

Ένα από τα αξιότερα πνευματικά τέκνα του ήχου των MORBID ANGEL, δίπλα – δίπλα με τους HATE ETERNAL (το αίμα, νερό δεν γίνεται!), οι Αμερικάνοι deathsters NILE έχουν κερδίσει με το σπαθί τους τη θέση στους σπουδαίους του ιδιώματος τους τα 31 χρόνια ύπαρξης τους, παρά τις αλλαγές και τα ελάχιστα σκαμπανεβάσματα. Όταν λέμε σκαμπανεβάσματα για δεδομένα NILE, για να συνεννοηθούμε, εννοούμε δίσκους απλά καλούς (“At the gate of Sethu”) ή υποδεέστερους, μα κάπως φλύαρους (“Vile nilotic rites”). Πολλές στιγμές βεβαίως-βεβαίως, ακόμα και αυτών των δίσκων, είναι έργο του William Shakespeare (ήτοι, “όνειρο θερινής νυκτός”) για άλλους του είδους. Ακόμα και κατά πολύ νεότερους. Ναι, για τέτοια υψηλή ποιότητα μιλάμε. Όπως πιθανώς να διαπίστωσες εσύ που διαβάζεις αυτές τις γραμμές, το προηγούμενο πόνημά τους, δεν με είχε τρελάνει ιδιαιτέρως. Xωρίς να μιλάμε για κάποιο βδέλυγμα κατ’ ανάγκη που δεν αξίζει το χρόνο σου, αλίμονο. Μπορεί να σου αρέσει και πολύ κιόλας.

Απλά οι NILE, μπορούν πολύ καλύτερα κατά τη γνώμη του τύπου που υπογράφει αυτό το κείμενο! Το δέχομαι ωστόσο το στραβοπάτημα, λόγω φυσικά, της μέγιστης απώλειας του Dallas Toller-Wade, που δεν καλύπτεται έτσι εύκολα. Στουντιακά, έχει βρεθεί ο Zach Peter για να γεμίσει αυτό το κενό (εμείς εδώ στην Αθήνα, τους είδαμε με τον Scott Eames σε αυτό το ρόλο). Στο μπάσο, ο Dan Vadim Von, γνωστός ως κιθαρίστας των θρύλων MORBID ANGEL (παντού υπάρχει ένας μύθος!), ο Brian Kingslard στις κιθάρες επίσης, ενώ τη σύνθεση συμπληρώνουν τα σταθερά μέλη Karl Sanders (κιθάρες, φωνητικά) και Γιώργος Κόλλιας (drums). To δικό μας παιδί, παραμένει το δεύτερο μακροβιότερο μέλος των NILE, προσφέροντας σεμιναριακά τύμπανα σε κάθε κυκλοφορία τους, άξιος συνοδοιπόρος του οράματος του Sanders. Κάπου εδώ, τελειώνουν οι πολλές εισαγωγές και περνάμε στην ουσία που περιμένει να διαβάσει όποιος έχει φτάσει ως εδώ στο κείμενο. Νέος δίσκος NILE με τίτλο “The underworld awaits us all”, 10ος σε 30 χρόνια ύπαρξης, δεύτερος σερί δίσκος που κάνει παραγωγή ο Karl Sanders, ενώ πρόκειται για το ντεμπούτο άλμπουμ στην Napalm Records.

Από την ημέρα που μου το έστειλε το αφεντικό, ένα ζεστό απόγευμα του Ιουλίου, έχει παίξει μπόλικες φορές. Και όχι για να βγει η “υποχρέωση”, πράγμα που το θεωρώ το πιο σημαντικό. Έπαιξε, γιατί το χαιρόταν η ψυχή μου αυτό το άλμπουμ, που στα 54 περίπου λεπτά του κυλάει νεράκι. Από την τριπλέτα “Stelae of vultures”/”Chapter for not being hung upside down on a stake in the underworld and made to eat feces by the four apes”/”To strike with secret fang” που σε πηγαίνει τρένο με το καλημέρα σας (ειδικά αυτό το τελευταίο, σφηνάκι βίας, που μου είχε λείψει από τους NILE!), ο δίσκος δεν αστειεύεται. Κρυφό χαρτί, θα βρεις στις χορωδίες που προσθέτουν διακριτικά το χρώμα τους στα συναυλιακά λυσσασμένα “Overlords of the black earth” και “Naqada II enter the golden age”. Από εκεί και έπειτα, τα μεγαλοπρεπή έπη “True Gods of the desert” στα 7 λεπτά και το σχεδόν 9λεπτο ομώνυμο, κλείνουν εμφατικά το δίσκο ακολουθούμενα από το αργόσυρτο instrumental “Lament for the destruction of time”.

Κάπου ανάμεσα, στέκεται το “Under the curse of the one God” αλλά και το “Doctrine of last things”, ενώ σοφά, σοφότατα θα πω εγώ, τοποθετήθηκε το μοναδικό ιντερλούδιο του δίσκου αμέσως μετά τη πρώτη τετράδα του δίσκου, φέροντας το τίτλο “The pentagrammathion of Nephren-Ka”. Σημαντική ανάσα για τον ακροατή σε εκείνο το σημείο, που κολακεύεται από τις επαναλαμβανόμενες ακροάσεις. Οι NILE βρίσκουν εκ νέου την υπέροχη ισορροπία ανάμεσα στην υπερβολική τεχνική και στην εύληπτη τραγουδοποιία που είχαν κάπου χάσει στη πορεία (μεγάλη παγίδα όταν παίζεις σε αυτό το τεχνικό επίπεδο, να τα λέμε κι αυτά), προσφέροντας μας έναν φοβερό δίσκο, αντάξιο του ονόματός τους. Δεδομένης της πολυτέλειας που είχα να το ακούσω πολλές φορές, μπορώ να πω μετά βεβαιότητας ότι εδώ μιλάμε για το άλμπουμ που έπρεπε να είχε διαδεχθεί το “What should not be unearthed”. Περνάει σαν σταματημένο τον προκάτοχο του, έρχεται με αέρα νικητή και λίγη από τη φρεσκάδα νεόκοπης μπάντας να πάρει scalp, να θυμίσει ποιοι είναι οι εν λόγω κύριοι στο death metal στερέωμα, προσθέτοντας παράλληλα και το κατιτίς καινούργιο στη σπουδαία ιστορία τους. Δεν ξέρω για σας, εγώ πάντως, αυτό τον δίσκο ανυπομονώ να τον ακούσω ζωντανά, έστω και εν μέρει, μια και νιώθω ότι εκεί, κολακεύεται τα μάλα!

8,5 / 10

Γιάννης Σαββίδης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece