Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 152

JORDAN RUDESS – “Permission to fly” (Inside out)

0
Jordan Rudess

Jordan Rudess

Ένας σόλο δίσκος από έναν σπουδαίο και αγαπητό μουσικό όπως ο Jordan Rudess δεν μπορεί παρά να αποτελεί ένα χαρμόσυνο νέο, διότι έχουμε την ευκαιρία να τον απολαύσουμε και ανακαλύψουμε ως πράγματι σόλο καλλιτέχνη και όχι ως μέλος των DREAM THEATER, όπως έχουμε συνηθίσει. Εδώ βέβαια υπάρχει και ένα άλλο διακύβευμα, ότι δηλαδή ο ακροατής μπορεί, έστω και υποσυνείδητα, να προσδοκά κάτι στα χνάρια του συγκροτήματος και πως ο σόλο καλλιτέχνης θα μας προσφέρει κάτι οικείο σ’ αυτό το πλαίσιο. Αυτό όμως είναι κάτι που πρέπει πάντοτε να θυμίζω στον εαυτό μου σ’ αυτές τις περιπτώσεις καθώς άλλος είναι ο Rudess με τους DREAM THEATER και άλλος στις σόλο κυκλοφορίες του. Και μάλιστα, από δίσκο σε δίσκο, ο Jordan Rudess δεν επαναπαύεται σε ένα ύφος, σε ένα line-up και έναν συγκεκριμένο ήχο. Έτσι και τώρα, στο εικοστό σόλο δίσκο του με τίτλο “Permission to fly”, ο κατά πολλούς καλύτερος πληκτράς στο κόσμο παρουσιάζει νέες πτυχές του που σε λίγα θυμίζουν DREAM THEATER.

Το τελευταίο από μόνο του αποτελεί μια επιτυχία αφού ο Rudess είναι ειλικρινής πρωτίστως απέναντι στον εαυτό του ως σόλο μουσικό και συνθέτη. Τι έχουμε λοιπόν εδώ: εννιά συνθέσεις με συνολική διάρκεια τα 55 λεπτά, από τις οποίες οι οχτώ περιέχουν στίχους γραμμένους από την κόρη του Ariana και ερμηνευμένους από τον ξακουστό για το εύρος του Joe Payne, έναν τραγουδιστή με ιδιαιτέρως απαλή φωνή. Το επιτελείο συμπληρώνουν οι Darby Todd (DEVIN TOWNSEND) στα τύμπανα, ο Steve Dadaian στη κιθάρα και σε επιλεγμένα σόλο κιθάρας ο Bastian Martinez. Στο κέντρο όλων αυτών ο Rudess ξεχωρίζει όχι μόνο για την γνωστή του δεξιότητα αλλά και ως συνθέτης και ενορχηστρωτής. Και το αποτέλεσμα, ξαναλέω, δεν θυμίζει σε σχεδόν τίποτα DREAM THEATER. Αν μη τι άλλο αυτό που ξεχώρισα ήταν μια εντελώς προσωπική και αυθεντική προσέγγιση στο μουσικό και ηχητικό σύμπαν, αλλά και την γενικότερη νοοτροπία, του αγαπημένου καλλιτέχνη του Rudess, Keith Emerson. Επομένως να περιμένετε να ακούσετε αρκετά οργιώδη μουσικά περάσματα σε μέτρα που κανένας δεν παίζει σήμερα, απροσδόκητες εναλλαγές που εκπλήσσουν και μια μίξη fusion, κλασσικής μουσικής, prog rock, soundtrack, ακόμη και μιούζικαλ στα πιο θεατρικά περάσματα.

Το άλμπουμ ανοίγει εντυπωσιακά και δυναμικά με το “The final threshold” και νιώθω λες και ακούω την εισαγωγή του έπους “Tarkus” από τους EMERSON LAKE & PALMER κάτι που επαναλαμβάνεται στις τρεις ακόμη συνθέσεις που ξεπερνάνε τα οχτώ λεπτά δίνοντας το χώρο για εναλλαγές και μουσικό όργιο. Η δομή δεν είναι καθόλου συμβατική και το prog-ο-μετρο βρίσκεται ψηλά. Μόνο που από το σύνολο λείπουν οι Greg Lake και Carl Palmer με το τρέχον line-up να ακούγεται σε μεγάλο βαθμό απλώς συνοδευτικό στο εξωπραγματικό παίξιμο του Rudess. Εδώ είναι και ένα άλλο διακύβευμα: θέλουμε να ακούσουμε τον σόλο καλλιτέχνη πλαισιωμένο από μια μπάντα που τον βοηθά να λάμψει ή θέλουμε να ακούσουμε ουσιαστικά μια νέα μπάντα στην οποία δεν υπάρχει ένας σόλο πρωταγωνιστής; Προσωπικά δεν με ενοχλεί το ένα ή το άλλο ενδεχόμενο αλλά αυτό που ξέρω σίγουρα είναι πως μετά από πολλά απαραίτητα ακούσματα του δίσκου, ένας που είναι σίγουρα απαιτητικός, συμπεραίνω πως δεν ταιριάζει η φωνή του John Payne στη μουσική του Rudess και πως οι Todd και Dadaian απλώς τον συνοδεύουν χωρίς να προσφέρουν κάτι ιδιαίτερο.

Επιπλέον, εξεπλάγην που δεν υπάρχουν επικές instrumental συνθέσεις γιατί τελικά εκεί είναι που το “Permission to fly” απογειώνεται (pun intended). Πράγματι, τα instrumental σκέλη των πιο μεγάλων και δαιδαλωδών συνθέσεων είναι μαγικά και ο Rudess με αποστομώνει για ακόμη μια φορά και αποδεικνύει πως είναι ένας από τους πιο εντυπωσιακούς και πρωτοπόρους prog μουσικούς. Επίσης, με την έμφαση να έχει δοθεί σε μεγάλο βαθμό στο τραγούδι, τα σόλο, παραδόξως, έχουν μικρότερη διάρκεια. Αν τώρα είστε από κείνους που τα θεωρούν μουσικό βερμπαλισμό, θα χαρείτε, εάν σας ευχαριστεί η φωνή του Payne και οι φωνητικές γραμμές οι οποίες είναι καλές φυσικά. Ωστόσο, μεταξύ του prog instrumental σκέλους και των κουπλέ/ρεφραίν νιώθω πως δεν υπάρχει συνοχή και πως ίσως ο Rudess να είναι ένας καλύτερος εκτελεστής από τραγουδοποιός τελικά. Ίσως να είμαι και γω από κείνους που συνειδητά ή υποσυνείδητα προσδοκά κάτι πιο κοντά στους DREAM THEATER. Στο τελικό αποτέλεσμα δεν βοηθούν οι τρεις μπαλάντες που είναι μεν όμορφες αλλά και λίγο βαρετές, χωρίς κάτι το απρόσμενο και μεγαλειώδες.

Το “Permission to fly” είναι αναμφίβολα ένας καλός δίσκος από έναν μουσικό που δεν δύναται να γράψει έναν αδιάφορο, ποσώς κακό δίσκο. Κάποιες πρωτοβουλίες όμως, όπως το line-up που ο Rudess διαμόρφωσε, η απουσία του instrumental σκέλους έναντι των φωνητικών και τα κουραστικά απαλά μέρη αφαιρούν από το τελικό αποτέλεσμα.

7 / 10         

Φίλιππος Φίλης

DREAM EVIL – “Metal Gods” (Century Media)

0
Dream Evil

Dream Evil

Το κύμα της νοσταλγίας ήταν έντονο πριν 20-25 χρόνια και η αναβίωση του κλασικού ήχου είχε πολλούς ακόλουθους. Οι DREAM EVIL ήταν εξ αρχής από τις πιο αξιόπιστες επιλογές και για πάντα θα είμαστε ευγνώμονες για το φοβερό line-up που ηχογράφησε τα τρία πρώτα τους άλμπουμ.

Έκτοτε βέβαια το επίπεδο των κυκλοφοριών τους δεν ήταν στα ίδια επίπεδα, όμως η αγάπη τους για το κλασικό heavy metal και η εμπειρία τους, έχει ως αποτέλεσμα τουλάχιστον σοβαρά άλμπουμ. Ας προσθέσουμε και την τεράστια εμπειρία στον κομμάτι της παραγωγής που κουβαλάει ο Fredrik Nordstrom και καταλαβαίνουμε πως οι DREAM EVIL όταν έχουν όρεξη, θα σερβίρουν καλό πράμα. Και μάλιστα σε περιτύλιγμα, σχεδιασμένο από τον Σπύρο Αντωνίου (SEPTIC FLESH).

Το “Metal Gods” ξεχειλίζει από όλα τα κλισέ και γι’ αυτό θα αρέσει στους φίλους του συγκροτήματος. Αυτό χαρακτηρίζει τους DREAM EVIL και αυτό κάνουν καλά. Ο ήχος του είναι καθαρός, γεμάτος και τα τραγούδια σφιχτά, τετράλεπτα με έμφαση στα ρεφραίν. Έτσι όπως θα μπορούσατε να το προβλέψετε. Στις ελάχιστες εκπλήξεις, θα ανέφερα το “Chosen force” που ξεφεύγει στυλιστικά από τον κλασικό ήχο και θυμίζει πιο σύγχρονα hard n’ heavy σχήματα. Υπάρχουν κι άλλες στιγμές που μπορεί να μην ανήκουν στις καλύτερές τους, όμως δεν πρέπει να παραλείψουμε και αυτές τις συνθέσεις που ανεβάζουν τον πήχη. Το εναρκτήριο και ομότιτλο τραγούδι, είναι σίγουρα μια από αυτές, ενώ το “Chosen force” που ανέφερα πριν και το “The tyrant dies at dawn” (στα όρια του power metal) που ακολουθούν σε σειρά, είναι στο ίδιο υψηλό επίπεδο.

Δεν μπορώ να μην κάνω έναν συσχετισμό για το “Chosen force”, αφού στο παρελθόν μας έχουν δώσει τα “The chosen ones” (“Dragonslayer”), “Chosen twice” (“The book of heavy metal”), “The unchosen one” (“In the night”), στα άλμπουμ νούμερο 1, 3 και 5!!! Έτσι, το έβδομο άλμπουμ τους, μετά από επτά χρόνια δισκογραφικής απουσίας, συνεχίζει αυτή την άτυπη συνειρμική παράδοση.

Μπορεί να μην είναι ο δίσκος της χρονιάς, αλλά για όλους που ακούγαμε τους Σουηδούς εδώ και 20 χρόνια, είναι μια υπενθύμιση πως ξέρουν να κάνουν καλά την δουλειά τους. Δεν ψάχνουμε καινοτομίες εδώ, αλλά καλές συνθέσεις και καλή διάθεση.

6,5 / 10

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

BLUES PILLS – “Birthday” (Throwdown Entertainment/BMG)

0
Blues Pills

Blues Pills

Οι BLUES PILLS είναι μια από τις περιπτώσεις συγκροτημάτων που ξεπήδησαν από κάποιο συγκεκριμένο μουσικό κίνημα, εν προκειμένω αυτό του vintage rock, έκαναν μεγάλη αίσθηση «με την πρώτη», η πορεία τους ως τώρα κρίνεται επιτυχημένη (ή και άκρως επιτυχημένη θα έλεγε κάποιος) δυστυχώς όμως, έμειναν «δέσμιοι» του εκρηκτικού ντεμπούτου τους (“Blues pills”, 2014), που ποτέ δεν ξεπέρασαν. Βέβαια, αυτό, μικρή σημασία έχει μιας και τα “Lady in gold” (2016) και “Holy Molly!” (2020) που ακολούθησαν ήταν τόσο ποιοτικές κυκλοφορίες που η ανοδική, εμπορικά, πορεία της μπάντας ουδέποτε σταμάτησε, αλλά σε τούτες τις γραμμές όλα πρέπει να γράφονται.

Επιστροφή λοιπόν για τους συμπαθέστατους Σουηδούς από το Örebro και αν πρώτη φορά διαβάζεις αυτό το όνομα, όλα ξεκινούν από το αν και πόσο σου αρέσει ο vintage rock ήχος. Αν αυτό ισχύει, αποκλείεται να ακούσεις BLUES PILLS και να μην σε «κερδίσουν». Δεν εννοώ κατ’ ανάγκη να ενθουσιαστείς και να τρέχεις εκεί έξω εν εξάλλω καταστάσει, αν και αυτό μπορεί να συμβεί, ναι, πάλι θα το πω, με το ντεμπούτο. Υπάρχουν και πολύ πιο μετριοπαθείς τρόποι για να δηλώσεις το ενδιαφέρον σου προς αυτούς. Είναι όμως δεδομένο πως θα τους ξεχωρίσεις, από την πληθώρα συγκροτημάτων ενός κινήματος το οποίο, ένας Θεός ξέρει με ποιον τρόπο το πετυχαίνει αυτό, αδυνατεί να δώσει μέτριο καλλιτέχνη!

Αν τώρα είσαι οπαδός, ξέρεις ότι οι BLUES PILLS θύμιζαν JEFFERSON AIRPLANE, LED ZEPPELIN, FLEETWOOD MAC, BIG BRΟTHER AND THE HOLDING COMPANY… τέτοια (σπουδαίας αξίας) ακούσματα. Ένα υπέροχο μουσικό κράμα που προσωπικά, δεν περίμενα ποτέ να το δω να κυκλοφορεί κάτω από τις «φτερούγες» της Nuclear Blast. «Θύμιζαν»; Όχι, δεν είναι τυπογραφικό λάθος. Ο Αόριστος, ως χρόνος, δεν χρησιμοποιήθηκε τυχαία αφού το “Birthday”, το πρώτο άλμπουμ μακριά από τη Nuclear Blast, είναι το πιο πολύπλευρο άλμπουμ τους ως τώρα και το πιο… σύγχρονο να το πω; Ναι, σύγχρονο. Πως μεταφράζεται αυτό…

Εννοείται πως η μπάντα δεν κόβει επαφές με το παρελθόν της, κάθε άλλο, αλλά φαίνεται πως συνέθεσε με απόλυτη ελευθερία και άγνοια κινδύνου, με ερεθίσματα από οτιδήποτε της «κάθεται καλά στο αυτί», όπως λέμε μεταφορικά, δημιουργώντας μουσική από τη ψυχή και την καρδιά, χωρίς την παραμικρή σκοπιμότητα και γράφοντας τον κόσμο εκεί που «δεν πιάνει μελάνι». Γιατί, αν υπήρχε σκοπιμότητα, να είσαι σίγουρος πως αποκλείεται να άκουγες έντονη την επιρροή καλλιτεχνών σαν τη Lady Gaga, την Amy Winehouse, WHITE STRIPES, THE HIVES ή τους THE BLACK KEYS και όλα θα ακούγονταν “by the book”. Κάτι τέτοια είναι όμως που μας κάνουν να αγαπάμε και να στηρίζουμε τους αιωνίως «περιπετειώδεις» καλλιτέχνες, σωστά;

Το “Birthday” είναι ένα σχεδόν ακατέργαστο άλμπουμ, που βασίζεται στο ένστικτο των δημιουργών του, στη μεταξύ τους εκρηκτική αλληλεπίδραση και στην “live” αισθητική του, η οποία από το studio μεταφέρθηκε στα «αυλάκια» του βινυλίου μαεστρικά από τον Freddy Alexander, που αξιοποίησε στο έπακρο τόσο το «δέσιμο» των μελών της μπάντας, όσο και τα καλύτερα δυνατά εφόδια της τεχνολογίας, για να βγάλει έναν καταπληκτικό, αναλογικό ήχο. Κάποιες φορές, μου δίνεται η εντύπωση πως ο δίσκος είναι, πώς να το πω… «αφιλτράριστος»! Σαν να ηχογραφήθηκε κρυφά στο προβάδικο και τα κομμάτια του να είναι διαλεγμένα μέσα από τις καλύτερες στιγμές ατελείωτων προβών και αέναου jamming! Περίπου ό,τι βλέπεις στο video clip, στο τέλος του άρθρου.

«Παλιακό» και μοντέρνο ταυτόχρονα, το νέο δισκογραφικό «τέκνο» των BLUES PILLS ξεχειλίζει από ποιότητα, «φλέγεται» από ενέργεια και η μίξη classic rock, garage, funk, soul, blues και power pop που το χαρακτηρίζει, το κάνει ιδιαίτερα ελκυστικό στα αυτιά κάθε σωστού οπαδού του ευρύτερου rock. Stratocasters, «ταυράκια», vintage πλήκτρα, λιτά drum kits a la Charlie Watts και Ringo Starr, groove που μπορεί να σηκώσει από τον καναπέ και τον πιο τεμπέλη φίλο σου… και το καλύτερο; Μια θεά στο μικρόφωνο, η Elin Larsson, το «βαρύ πυροβολικό» του συγκροτήματος, που συναντάται εδώ στις μέχρι τώρα καλύτερες ερμηνείες της καριέρας της, ηχογραφώντας τα φωνητικά της ούσα έγκυος και στην καλύτερη, πιθανολογώ, φάση της ζωής της! Να σου ζήσει ο μικρός, Elin!

8.5 / 10

Δημήτρης Τσέλλος

Underground Halls Vol. 184 (BLACK SITES, CONJURING, GRENDEL’S SŸSTER, TRUE BLACK DAWN)

0
halls

halls

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το album; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: BLACK SITES
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “The Promised Land?”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Independent release
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Mark Sugar – Κιθάρες, φωνητικά
Ryan Bruchert – Κιθάρα
Brandon White – Τύμπανα
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ
Greg Bruchert – Μπάσο
Matt Johnsen – Κιθάρα
Tom Draper – Κιθάρα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Spotify
YouTube

Παλαιοί γνώριμοι της στήλης οι BLACK SITES, το trio που μας έρχεται από το Σικάγο. Τους είχαμε δει στα πρώτα βήματά τους, όταν είχαν κυκλοφορήσει το δεύτερο album τους με τίτλο “Exile”, τους είδαμε ξανά δύο χρόνια μετά, στο επίσης πάρα πολύ καλό “Untrue”. Υπάρχει και το διόλου ευκαταφρόνητο “In Monochrome” (2017) στο παλμαρέ τους, ας μην το ξεχνάμε κι αυτό, ενώ τώρα θα τους δούμε στο τέταρτο κατά σειρά “The Promised Land?”, που τους βρίσκει με διαφορετικό line up, λόγω της έλευσης του Brandon White των REPENTANCE στα drums.

Στην αρχή, οι BLACK SITES ακούγονταν σαν μια μπάντα που ήθελε να συνδυάσει το NWOTHM με το doom, το gothic, το hard rock και το πιο σύγχρονο, αμερικανικό metal. Καθώς προχωρούσαν και δούλευαν τον ήχο τους, ενισχύθηκαν σε αυτόν οι αναφορές σε σχήματα όπως οι MASTODON, BARONESS, THIN LIZZY, KISS (90s εποχή) σε δίσκους σαν το γεμάτο ενέργεια “Revenge”) ως KING’S X και VOIVOD. Τώρα, προσθέτουμε σε αυτά και το heavy metal συγκροτημάτων σαν τους SPIRIT ADRIFT. Αυτή η ποικιλία από μόνη της τους έδωσε κάθε δικαίωμα να ισχυριστούν πως παίζουν “progressive metal”, αν και προσωπικά θέλω κάποια παραπάνω πράγματα για να πειστώ πως οι πολλές, ετερόκλητες επιρροές και όχι οι δομές των κομματιών, είναι που χαρακτηρίζουν κάποιον “progressive”.

To “The Promised Land?” είναι ένα χαρακτηριστικό BLACK SITES άλμπουμ. Ηχογραφημένο στα θρυλικά Electrical Audio Studios, το «σπίτι» του προσφάτως αποθανόντος Steve Albini, αποπνέει έναν «αέρα» σύγχρονης οπτικής πάνω στα «μεταλλικά πλαίσια». Ο ήχος είναι εξαιρετικός, μεστός, ογκώδης και πεντακάθαρος, τα τραγούδια πολύ καλά, η απόδοση των μουσικών σε εξαιρετικά επίπεδα και οι συμμετοχές των Tom Draper (SPIRIT ADRIFT) και Matt Johnsen (PHARAOH) οπωσδήποτε αξιοσημείωτες.

Ο ίδιος ο Mark Sugar το θεωρεί ως την πλέον σύνθετη και αξιόλογη δουλειά τους. Λογικό, κάθε μουσικός αισθάνεται έτσι για ό,τι καινούργιο δημιουργεί. Προσωπικά, νομίζω πως το “Untrue” είναι ένα “click” καλύτερο, αν και μάλλον μικρή σημασία έχει αυτό. Πανέμορφο και το artwork, με εξώφυλλο από τον Alexander Goulet και layout από τον Sugar και χαρακτηριστική της φιλοσοφίας της μπάντας η φράση “Very special thanks to: You” στο booklet. Πολύ ωραίο άλμπουμ, το είπαμε;

(7,5 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: CONJURING
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Odium”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Kernkraftritter Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Alvar – Φωνητικά, όλα τα όργανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Deezer
Spotify
YouTube

Σε μόλις τέσσερα χρόνια ύπαρξης, μιας και ιδρύθηκαν μόλις το 2020, οι CONJURING έχουν ήδη κυκλοφορήσει, μαζί με την φετινή, τρία ολοκληρωμένα άλμπουμ. Αυτό καμιά φορά, μπορεί να είναι παγίδα για τους καλλιτέχνες. Από την άλλη, μπορεί να είναι και απόδειξη συνεχούς έμπνευσης και δημιουργικότητας. Οι CONJURING βρίσκονται ευτυχώς στην δεύτερη κατηγορία.

Ορμώμενο από την Ελβετία, το «σχήμα» κατ’ ουσία είναι ακόμα μία μονοπρόσωπη μπάντα, με μοναδικό της μέλος και συντελεστή τον Patrick Keller ή όπως προτιμά να αναφέρεται στα άλμπουμ του, Alvar. Στο νέο του πόνημα, με την ονομασία “Odium”, ο Alvar μας παρουσιάζει ένα σύνολο οκτώ κομματιών, τα οποία, όπως και στην προηγούμενες δύο δουλειές του, έχουν σε στιχουργικό επίπεδο, στο επίκεντρο την φύση και τον άνθρωπο. Το μεγαλείο της φύσης και τον διττό θα λέγαμε ρόλο του ανθρώπου ο οποίος μπορεί να είναι προστάτης αλλά και καταστροφέας.

Μουσικά, το άλμπουμ κινείται στο μαυρομεταλλικό φάσμα, διανθισμένο με πάρα πολλές μελωδίες, πολλά ατμοσφαιρικά σημεία, χρήση κάποιων πλήκτρων, με φωνητικά που «σκίζουν» την ατμόσφαιρα. Χωρίς να είναι δόκιμο, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «αιχμηρά». Τα ξεσπάσματα, δεν θα λέγαμε ότι είναι ιδιαίτερα πολλά, υπάρχουν όμως και προσθέτουν αρκετά στην ατμόσφαιρα, βγάζοντας τον ακροατή από μία υπνωτιστική (όχι όμως υπνωτική) ατμόσφαιρα που είναι κυρίαρχη στο άλμπουμ.

Οι Ελβετικές Άλπεις, το αλπικό τοπίο και οι παγερές θερμοκρασίες, περνάνε αυτούσιες μέσα από την μουσική του Alvar. Κάποιες παραπομπές σε σχήματα όπως οι SUMMONING και CALADAN BROOD, χωρίς βέβαια το επικό στοιχείο, είναι εμφανείς. Όπως και τα δύο προηγούμενα άλμπουμ των CONJOURING, έτσι και αυτό, προσφέρουν ένα όμορφο σύνολο στον ακροατή που θα τους επιλέξει. Στα συν, το πολύ όμορφο εξώφυλλο, το οποίο θα μπορούσε να είναι και μία ουσιαστική περίληψη του περιεχομένου.

(8 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

Photo by Tilman Weigele

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: GRENDEL’S SŸSTER
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Katabasis into the Abaton”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Cruz del Sur
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Caro – Φωνητικά
Tobi – Κιθάρα
Simon – Μπάσο
Till – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Spotify
Facebook
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ:
Official site
Facebook
Bandcamp

Μεταφερόμαστε τώρα στα Βόσγια Όρη της Γερμανίας για να συναντήσουμε τους GRENDEL’S SŸSTER. Και αυτούς τους είχαμε βρει σε παλαιότερο volume των Underground Halls, όταν κυκλοφόρησαν το “Myrtle wreath/Myrtenkranz”, δηλαδή το δεύτερό τους πόνημα, συγκεκριμένα EP. Ο τίτλος είναι διπλός, διότι πολύ απλά “Myrtenkranz” είναι η απόδοση, στα Γερμανικά, του “Myrtle wreath” και το EP βγήκε σε διπλή έκδοση, με όλα του τα κομμάτια τραγουδισμένα και σε γερμανόφωνη εκδοχή, όπως συνέβη και στο πρώτο τους EP, το “Orphic gold leaves/Orphische goldblättchen”. Κάτι αντίστοιχο δοκιμάζουν και τώρα οι τέσσερεις Γερμανοί, με το πρώτο τους full length, “Katabasis into the Abaton” οπότε μάλλον η διγλωσσία είναι ένα χαρακτηριστικό που λογικά δεν θα το αφήσουν έτσι εύκολα στο μέλλον.

Λοιπόν, ενημερώνω εξαρχής πως η μουσική των GRENDEL’S SŸSTER είναι ιδιαίτερη. Πολύ ιδιαίτερη και χωρισμένη στα τρία. Το πρώτο κομμάτι, είναι σχετικά κοντά στο heavy metal, σε πρωτόλεια μορφή. Το δεύτερο, εστιάζει στα 70s, στο proto-metal, στο αρχετυπικό rock, στο krautrock. Το τρίτο, στην folk μουσική. Η ένωση αυτών των τριών κομματιών δίνει μια μουσική άλλοτε επική, άλλοτε ρομαντική, πάντα υπό μια αρχέγονη, αρχαϊκή και διαχρονική αίσθηση. Πρωταγωνιστικό ρόλο, έχουν ξεκάθαρα η κιθάρα του Tobi και τα φωνητικά της Caro. Τα τελευταία δε, έχουν αυτήν την “love or hate” ταυτότητα, κυρίως λόγω της γερμανικής προφοράς, που τους δίνει δικό τους χαρακτήρα και τα κάνει να ξεχωρίζουν.

Σε ποιους απευθύνονται οι GRENDEL’S SŸSTER; Καταρχάς, όσον αφορά τους metalheads, έστω κι αν δεν τους λες heavy metal, σε όσους ξυπνούν με THE LORD WEIRD SLOUGH FEG, HAMMERS OF MISFORTUNE και κοιμούνται με WARLORD και LORDIAN GUARD. Στους hard rockers που λατρεύουν τους WYTCH HAZEL, CAUCHEMAR και τους (Αυστραλούς) TAROT, στους εναλλακτικούς που έχουν ψηλά τους SVANEVIT, TRIAKEL και PLANXTY. Σε όσους θέλουν να διαβάζουν για ιστορικά γεγονότα, μύθους, folklore ιστορίες και φιλοσοφικά θέματα, σε όσους αγαπούν την «παραμυθένια» πλευρά του «σκληρού ήχου» και σε αυτούς που έψαχναν κάτι για να το κολλήσουν δίπλα στο στοιχειωτικό “Storm of magic” των IRON GRIFFIN.

Όπως κατάλαβες, τόσο οι GRENDEL’S SŸSTER όσο και το “Katabasis into the Abaton”, στοχεύουν κυρίως σε μια συγκεκριμένη ομάδα ακροατών. Δεν είναι για τον «πολύ» κόσμο, δεν απευθύνονται σε όσους επιμένουν σε πολύ mainstream και επιφανειακά ακούσματα. Ποτέ δεν είναι αργά όμως, αν ανήκεις στους «πολλούς», να δοκιμάσεις το γούστο σου. Πού ξέρεις; Μπορεί να εκπλαγείς θετικά και ο ίδιος!

Η βαθμολογία αφορά λοιπόν την «συγκεκριμένη ομάδα».

(8 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: TRUE BLACK DAWN
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Of thick-circling shadows”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: World Terror Committee
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Wrath – Φωνητικά
Syphon – Κιθάρες
VnoM – Τύμπανα
TG – Κιθάρες
Cult – Μπάσο
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Facebook
Deezer
Spotify
Tidal

Αρκετά χρόνια πριν ξεκινά η ιστορία του παρακάτω συγκροτήματος. Ξεκίνησαν την διαδρομή τους με το πρώτο τους demo το 1993, την εποχή του ξεσπάσματος του δεύτερου κύματος του black metal, χωρίς όμως να καταφέρουν να κάνουν ακριβώς το εμπορικό «ξεπέταγμα», το οποίο ίσως βέβαια και να μην ήθελαν, συνεχίζοντας να κινούνται στους underground χώρους, ηχογραφώντας άλλα δύο demo, το 1996 και το 1998. Το 2001, κυκλοφόρησαν επιτέλους το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ, για να επιστρέψουν στην σιωπή για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, με ένα split να ταράζει αυτήν την σιωπή το 2005.

Με αρκετές αλλαγές στο όνομά τους, και μία δικαστική διαμάχη να έχει μεσολαβήσει η οποία και χάθηκε, οι BLACK DAWN προσέθεσαν το TRUE μπροστά από την τελική και τρέχουσα ονομασία τους, και ως TRUE BLACK DAWN, κυκλοφόρησαν φέτος την τρίτη δισκογραφική τους δουλειά, η οποία καλείται “Of thick-circling shadows”.

Τι συναντά κανείς όμως ακούγοντας την νέα αυτή κυκλοφορία της παράξενης αυτής ομολογουμένως Φινλαδικής μπάντας; Με δεδομένες τις ρίζες της στην δεκαετία των ‘90s, είναι αρκετά δυνατά τα vibes του black metal της εποχής. Μην περιμένετε τετρακάναλο φυσικά, η παραγωγή είναι σύγχρονη και αρκετά καλή, παρόλα αυτά, ναι, το λες old school, τηρουμένων των αναλογιών. Το ύφος τους είναι ευθύ, απειλητικό, σκοτεινό, γεμάτο, με εξαιρετικά (για το είδος πάντα) φωνητικά, από τον Wrath, ο οποίος πραγματικά θα μπορούσε να είναι πίσω από το μικρόφωνο οποιασδήποτε μπάντας.

Με πλήκτρα εδώ και εκεί να χτίζουν την παγερή του ατμόσφαιρα, κομμάτι το κομμάτι, με ένα αρκετά ήσυχο “Worlds in the mirror”, να κόβει με την μελωδικότητά του το άλμπουμ σχεδόν στη μέση, το “Of thick-circling shadows”, έρχεται να προσφέρει στους οπαδούς του είδους μια πραγματικά ευχάριστη έκπληξη με τα δέκα γεμάτα και χορταστικά κομμάτια του. Τώρα τους στίχους ας μην τους πιάσουμε: ‘90s, Σατανάς κτλ… ακόμα, εν έτει 2024…

(8 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

STARBENDERS interview (Kimi Shelter)

0
Starbenders

Starbenders

“The game is on”

Οι STARBENDERS ετοιμάζονται να επιστρέψουν δυναμικά στη χώρα μας (13 Σεπτεμβρίου, στο Temple, μαζί με τους BAD HABITS) για την πρώτη σπουδαία συναυλία του φθινοπώρου. Η εκρηκτική frontwoman Kimi Shelter μας μεταφέρει -έστω και επιφανειακά- στο…rock n’ roll σύμπαν των STARBENDERS και εμείς θα είμαστε ξανά εκεί για να απολαύσουμε μία αυθεντική rock n’ roll συναυλία όπως μόνο ένα αμερικάνικο συγκρότημα ξέρει να δίνει. Μην το χάσετε…

Kimi, πως αισθάνεστε που επιστρέφετε στην Ελλάδα μετά τις πολύ επιτυχημένες εμφανίσεις σας με τους PALAYE ROYALE στη χώρα μας πριν από 18 περίπου μήνες;
Kimi Shelter: Είναι καταπληκτικό! Η Ελλάδα είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι για μένα Και η μπάντα την αγαπάει πάρα πολύ. Είναι απολύτως σουρεαλιστικό να μεταφέρεσαι σε όλο τον κόσμο από τη μουσική, με το αποκορύφωμα της σουρεαλιστικότητας να λαμβάνει χώρα στην εμβληματική πόλη της Αθήνας.

Ξεκινήσατε την καριέρα σας στην Αtlanta της Georgia. Πρόκειται για ένα υπέροχο μέρος γεμάτο συγκροτήματα και μια πλούσια μουσική κληρονομιά. Πως είναι το ταξίδι ως και πόσο ικανοποιημένοι είσαστε από τη διαδρομή ως τώρα;
Μας αρέσει που είμαστε από την Atlanta και έχουμε καταλάβει φυσικά τη μοναδικότητά της. Αναζητούμε συνεχώς να πετύχουμε περισσότερα πράγματα και να κατακτήσουμε την κορυφή. Είναι μια πρακτική για να βεβαιωθούμε ότι αναγνωρίζουμε την απόσταση που έχουμε διανύσει, αλλά απέχουμε πολύ από το να είμαστε ικανοποιημένοι! Νομίζω ότι, όπως συμβαίνει με όλα τα όνειρα, η επιδίωξή τους μπορεί να είναι μια αρκετά ανώμαλη διαδρομή, αλλά η αγάπη για αυτό που κάνουμε λειτουργεί σαν ένα…πνευματικό σοκ!

Πέρυσι κυκλοφορήσατε το εξαιρετικό άλμπουμ “Take Back The Night”, το οποίο εμφανίζει μια πιο hard rockin’ πλευρά για τους STARBENDERS. Ποιο είναι το feedback ως τώρα;
Η αλήθεια είναι ότι κάποιοι δεν το κατάλαβαν και κάποιοι άλλοι το κατάλαβαν. Νομίζω ότι θα είναι ένας από αυτούς τους δίσκους που θα χρειαστούν λίγο χρόνο για να αναγνωριστούν μαζικά. Όπως και να έχει, είμαστε περήφανοι γι’ αυτό και προχωράμε στο επόμενο στάδιο δημιουργίας.

Ετοιμάζεστε να ξεκινήσετε την ευρωπαϊκή σας headlining περιοδεία. Αλλά πριν από αυτό κάνατε μια περιοδεία στις ΗΠΑ με τη Nita Strauss και τη Diamante. Πώς ήταν η όλη εμπειρία;
Ήταν υπέροχη! Η Nita είναι ένας θρύλος και η Diamanté είναι απίστευτα ταλαντούχα. Περάσαμε καλά και νομίζω άρεσε στον κόσμο.

Ο Gene Simmons δήλωσε ξεκάθαρα ότι το Rock N’ Roll είναι νεκρό. Ποια είναι η δική σου άποψη;
Έγραψα ένα τραγούδι πριν από λίγο καιρό που οι πολύ φανατικοί οπαδοί θα γνωρίζουν και το οποίο είχε τον στίχο: «οι punks πέθαναν αλλά εγώ δεν είμαι νεκρός». Εννοώντας, τώρα τι; Αν είναι νεκρό, τώρα τι; Δεν έχουμε βαλθεί να αναβιώσουμε τίποτα, απλά τιμούμε αυτό που ο Θεός έβαλε στις ψυχές μας και αν αυτό είναι το rock n’ roll, τότε είμαι απόλυτα εντάξει με αυτό.

Έχετε στα σκαριά ένα νέο full-length άλμπουμ ή ένα EP μέσα στο 2025;
Δεν έχω ιδέα! Κανείς δεν ξέρει πραγματικά τίποτα, οπότε απλά συνεχίζουμε να γράφουμε και να προχωράμε μέχρι να φύγουν οι ρόδες. Όπως και να ‘χει, θα ακούσετε κάτι από εμάς…σύντομα.

Ποιες είναι οι βασικές σου μουσικές επιρροές;
James Hall, Ville Valo, Stevie Nicks, Siouxsie Sioux, Tom Keifer και Lord Byron.

Τι πρέπει να περιμένουμε από την επερχόμενη συναυλία σας στην Αθήνα;
Μία κατάθεση ψυχής!

Σάκης Νίκας

WITHERFALL: US Metal στο Piraeus Club Academy το Νοέμβριο

0
Witherfall

Witherfall

X LALALA PRESENT

WITHERFALL

ΤΡΙΤΗ 5 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

PIRAEUS CLUB ACADEMY

Καθώς ο αέρας ψυχραίνει και οι νύχτες μεγαλώνουν, είναι η τέλεια στιγμή για να προσγειωθούν οι Witherfall με το σκοτεινό μελωδικό τους μέταλ στη φθινοπωρινή Αθήνα.

Την Τρίτη 5 Νοεμβρίου, οι Καλιφορνέζοι θα φέρουν στη σκηνή του Piraeus Club Academy το μοναδικό τους επικό κράμα δυναμικού λυρισμού και αδυσώπητου καταιγιστικού ήχου.

Ανυπομονούμε!

ΒΙΟ

Οι Witherfall σχηματίστηκαν στο Λος Άντζελες το 2013. Ο Joseph Michael (επίσης γνωστός από τους Sanctuary) και ο Jake Dreyer (πρώην Iced Earth / Demons & Wizards) έχτισαν τη νέα τους μπάντα γύρω από τον ντράμερ Adam Sagan (RIP) και τον καταξιωμένο μπασίστα Anthony Crawford (Allan Holdsworth, CHON). Από τότε, το γκρουπ έχει κυκλοφορήσει τρία άλμπουμ που πήραν εξαιρετικές κριτικές: “Nocturnes and Requiems” (2017), “A Prelude to Sorrow” (2018) και “Curse of Autumn” (2021), καθώς και ένα EP “Vintage” (2019).

Με γνώμονα το καλλιτεχνικό όραμα και όχι το κόστος, οι Witherfall στρατολόγησαν τον διάσημο ντράμερ Marco Minnemann (The Aristocrats, Steven Wilson) στο Curse of Autumn, διασφαλίζοντας ότι τα θεμέλια των singles “As I Lie Awake”, “The Other Side of Fear” και “The River” θα ήταν μοναδικά. Στο επερχόμενο άλμπουμ, ο Minnemann επιστρέφει στην ομάδα για μια δισκογραφική εμφάνιση, ενώ ο ντράμερ Chris Tsaganeas (Wax Owls) και ο πολυοργανίστας Gerry Hirschfeld (Willie Nelson) είναι τα νεότερα μόνιμα μέλη της μπάντας.

Κάθε άλμπουμ των Witherfall είναι μια καθοριστική στιγμή.

Αλλά το πράγμα δεν σταματά εκεί, γιατί οι Witherfall δεν είναι απλή μπάντα, είναι ολόκληρη εμπειρία.

Από τη στιγμή που το Nocturnes and Requiems ήχησε σαν κεραυνός απ’ άκρη σ’ άκρη του metaldom, μέχρι τις απόπειρες του γκρουπ για οινοποίηση (“Tempest Red Blend”) με το οινοποιείο Charlie & Echo Winery, τη συνεργασία τους με τον πολυπράγμονα SFX καλλιτέχνη Cig Neutron (Devil’s Workshop) στο βίντεο του “The Other Side of Fear”, μια συνεργασία ζυθοποίησης με την Adroit Theory Brewing Company (“Shadows Black IPA”) και το δικό τους Funko Pop σετ, ο Michael και ο Dreyer έχουν κάνει τους Witherfall αποστολή τους.

Το ταξίδι μέχρι τώρα δεν ήταν χωρίς κόπο και αναταράξεις. Η αποφασιστικότητα, ωστόσο, είναι το κλειδί για τα πάντα.

Οι Witherfall είναι οι:
Jake Dreyer: guitar/songwriter
Joseph Michael: vocals/songwriter
Anthony Crawford: bass
Marco Minnemann: drums (recording only)
Chris Tsaganeas: drums/percussion
Gerry Hirschfeld: keyboards

Ακολουθήστε τους Witherfall:

Facebook | Youtube | X | Instagram

Πληροφορίες Εισιτηρίων

Η προπώληση εισιτηρίων μόλις ξεκίνησε!

Τιμές Εισιτηρίων

Early Bird: 19,80€ | Γεν. Εισόδου: 22€ | Ταμείο: 25€

Σημεία Προπώλησης

Ηλεκτρονικά: more.com

Τηλεφωνικά: 11876
Σε όλα τα more Spots

Δίκτυο Public
Public online: http://tickets.public.gr/
Kαταστήματα Public
https://www.public.gr/templates/publicStorelocator.jsp

Metal Era
Εμμανουήλ Μπενάκη 22, Αθήνα
Τηλέφωνο: 210 3304133

Monsterville
Αγίας Ειρήνης 13, Αθήνα
Τηλέφωνο: 210 3648180

Music Corner
Πανεπιστημίου 56, Αθήνα
Τηλέφωνο: 210 3304000

SCORPION CHILD: Έρχονται για μία συναυλία στην Αθήνα

0
Scorpion Child

Scorpion Child

X LALALA PRESENT

SCORPION CHILD

ΚΥΡΙΑΚΗ 6 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

PIRAEUS CLUB ACADEMY

Οι Scorpion Child έρχονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα για μια μοναδική εμφάνιση στο Piraeus Club Academy την Κυριακή 6 Οκτωβρίου!

Η 5μελής μπάντα-φαινόμενο από το Austin του Texas έχει προκαλέσει αίσθηση με την ωριμότητα και φρεσκάδα των συνθέσεών της, αλλά και την σαρωτική σκηνική της παρουσία.

Οι Scorpion Child συνήθως κατατάσσονται ως Krautrock και early ‘70s ψυχεδελικό ροκ με ένα μοντέρνο heavy metal twist, ενώ είναι σημαντικά επηρεασμένοι από συγκροτήματα όπως οι Rainbow, οι Pentagram και οι Lucifers Friend.

Το ομώνυμο άλμπουμ τους έκανε το ντεμπούτο του στο #26 του Billboard Heatseekers chart και στο #99 του Billboard Hard Music Album chart.

Ο ήχος των Scorpion Child θυμίζει τις εποχές που το guitar rock κυριαρχούσε στα ερτζιανά και οι συναυλίες ήταν τα απόλυτα μουσικά γεγονότα.

Εάν δεν τους γνωρίζετε, είναι ευκαιρία να τους μάθετε!

Σε λίγα χρόνια θα μονοπωλούν το ενδιαφέρον, και πώς να μην το κάνουν άλλωστε, αφου καταφέρνουν και συνδυάζουν ένταση και ποιότητα, όπως ελάχιστες μπάντες έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που η Nuclear Blast τους έχει εντάξει στο roster της.

«Αν οι Deep Purple της εποχής του David Coverdale τζάμαραν με τους Rainbow ή ο Robert Plant

πλάγιαζε με τους Fastway, θα είχατε τους Scorpion Child από το Austin του Texas

Χωρίς μακιγιάζ, φανταχτερά εφέ ή φωτιές, μόνο denim, καουμπόικες μπότες και ατόφιο, κοφτερό rocknroll»

(Περιοδικό RevolverMARTY RUBALCABA)

Ακολουθήστε τους Scorpion Child:
Facebook | X | Spotify | YouTube

Πληροφορίες Εισιτηρίων

Η προπώληση εισιτηρίων μόλις ξεκίνησε!

Τιμές Εισιτηρίων

Early Bird: 15€ | Γεν. Εισόδου: 18€ | Ταμείο: 20€

Σημεία Προπώλησης

Ηλεκτρονικά: more.com

Τηλεφωνικά: 11876
Σε όλα τα more Spots

Δίκτυο Public
Public online: http://tickets.public.gr/
Kαταστήματα Public
https://www.public.gr/templates/publicStorelocator.jsp

Metal Era
Εμμανουήλ Μπενάκη 22, Αθήνα
Τηλέφωνο: 210 3304133

Monsterville
Αγίας Ειρήνης 13, Αθήνα
Τηλέφωνο: 210 3648180

Music Corner
Πανεπιστημίου 56, Αθήνα
Τηλέφωνο: 210 3304000

A day to remember…07/09 [IN FLAMES]

0
In Flames

In Flames

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Siren charms” – IN FLAMES
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2014
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Sony Music
ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ: Daniel Bergstrand, Roberto Laghi, IN FLAMES
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Anders Friden
Κιθάρα – Bjorn Gelotte
Κιθάρα – Niclas Engelin
Drums – Daniel Svensson
Μπάσο – Peter Iwers

Ανέκαθεν ήμουν ένας ακροατής που δεν με πείραζε η αλλαγή μουσικής πλεύσης ενός συγκροτήματος, πόσο μάλλον ενός συγκροτήματος που αγαπώ πολύ και δηλώνω οπαδός του. Αρκεί όμως βέβαια αυτό που ακούω να με εκφράζει και να το γουστάρω. Στο κάτω κάτω μιλάμε για μουσικούς, οι οποίοι με την σειρά τους επηρεάζονται από άλλους μουσικούς ή και πρόσωπα (παραγωγούς, εταιρείες, κτλ) ή το πιο σημαντικό, ότι είναι άνθρωποι που μεγαλώνουν και η μουσική που τους εκφράζει να παίζουν αλλάζει.

Στην περίπτωση των IN FLAMES, από την αρχή της πορείας τους είχαμε τα σημάδια μιας μπάντας που δεν θα ρίσκαρε να πειραματιστεί στη μουσική της. Ακόμα και στο μαγευτικό παρελθόν της, στη περίοδο που κυκλοφορούσε το ένα αριστούργημα μετά το άλλο, υπήρχαν τα σημάδια που φανέρωναν τη διάθεση να ενσωματώνουν νέα στοιχεία κάθε φορά στη μουσική τους. Εκτός και αν κάποιος θεωρεί ότι το “Clayman” για παράδειγμα είναι ίδιο με το “Jester race” (και τα δύο έπη, τι να λέμε τώρα).

Ως οπαδός τους, θεωρούσα το “A sense of purpose” το πρώτο τους αδύναμο άλμπουμ αλλά το βαθύ πρόβλημα μου ξεκίνησε στο “Sounds of a playground fading”, που ενώ είχε τις 2-3 καλές στιγμές του, φάνηκε πως οι IN FLAMES θα πορεύονταν σε ένα μουσικό μονοπάτι που για εμένα προσωπικά απείχε μακράν από αυτό που μου αρέσει να ακούω. Το άνοιγμα στην αμερικάνικη αγορά ήδη το είχαν καταφέρει, πλήθος νέων οπαδών εξύψωνε στα ουράνια τις νέες τους κυκλοφορίες, πάρα πολλά συγκροτήματα metalcore άρχιζαν να επηρεάζονται τρελά από τους IN FLAMES, ήρθε και η ένταξη τους σε έναν κολοσσό όπως η Sony Music και το “Siren charms” ήταν το φυσικό επακόλουθο, ενός άλμπουμ τουλάχιστον μέτριου (στα δικά μου αφτιά είναι απλά κακό).

Ήταν τέτοιο το σοκ της απογοήτευσής μου, που συνειδητοποίησα μόλις τώρα που γράφονται αυτές οι σειρές, ότι πρέπει να είναι μόλις η τρίτη ή η τέταρτη φορά που ακούω το άλμπουμ. Οι δύο πρώτες σίγουρα ήταν όταν βγήκε το “Siren charms” και πραγματικά ήταν τέτοια η «παγωμάρα» μου, που ήταν σαν να ένιωσα το συγκρότημα να μου κλείνει την πόρτα στα μούτρα. Αυτήν την πόρτα που προσπαθείς να περάσεις, για να τους ακολουθήσεις και να καταλάβεις που θα σε οδηγήσουν, αλλά τελικά εκεί που φτάνεις νιώθεις ότι είσαι έξω από τα νερά σου. Η νερόβραστη αισθητική του “Siren charms”, τα αταίριαστα και κάτω του μετρίου καθαρά φωνητικά του Friden και οι πειραματισμοί που παρέπεμπαν σε έναν ήχο, που δεν μιλάμε πλέον για σύγκριση με την παλιά εποχή τους, αλλά για το αν είναι έστω λίγο metal, ήταν και οι λόγοι που θεωρώ το συγκεκριμένο άλμπουμ μία αποτυχία.

Did you know that:

  • Στο τραγούδι “Rusted nail” συμμετέχουν στα φωνητικά οπαδοί του συγκροτήματος.

Δημήτρης Μπούκης

A day to remember… 9/9 [FATES WARNING]

0
Fates Warning

Fates Warning

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Night on Bröcken” – FATES WARNING
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1984
ΕΤΑΙΡΙΑ: Metal Blade
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: FATES WARNING
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Jim Matheos – κιθάρα
John Arch – φωνητικά
Victor Arduini – κιθάρα
Joe DiBiase – μπάσο
Steve Zimmerman – ντραμς

40 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την κυκλοφορία του ντεμπούτου άλμπουμ, ενός από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα όλων των εποχών, των FATES WARNING. 40 χρόνια, με πολλούς δίσκους και συναυλίες που άλλαξαν τη ζωή μου, που μ’ έκαναν να έχω ακραία συναισθήματα αγάπης. Για να είμαι, όμως, απολύτως ειλικρινής, το “Night on Bröcken” ΔΕΝ είναι μία από αυτές τις στιγμές. Όπως και το επόμενο άλμπουμ τους, “The spectre within”.

Υπάρχουν διαφόρων ειδών οπαδοί των FATES WARNING. Αυτοί της περιόδου με τον John Arch στα φωνητικά, ας πούμε (δηλαδή των τριών πρώτων δίσκων) κι εκείνοι της περιόδου με τον Ray Alder. Πολλές φορές, το “No exit”, πρώτο άλμπουμ με τον Alder, πηγαίνει προς την πρώτη περίοδο. Τα βλέπω όλα. Δέχομαι όλα τα γούστα. Απλά οι πρώιμοι FATES, ιδιαίτερα των δύο πρώτων δίσκων, είναι κάτι ΕΝΤΕΛΩΣ διαφορετικό από το «τέρας» που γνωρίσαμε αργότερα.

Δεν υπάρχει σχεδόν κανένα στοιχείο προοδευτικότητας στη μουσική τους και οι συνθέσεις των τραγουδιών είναι πολύ πιο απλές και με έλλειψη προσωπικότητας. Έκαστος με τα γούστα του, εγώ όμως λατρεύω τους FATES ιδιαίτερα από το “Perfect symmetry” και μετά. Το “Night on Bröcken”, είναι ένας προφανής φόρος τιμής στους IRON MAIDEN, με πάμπολλες αναφορές σε τραγούδια τους. Βέβαια, οι MAIDEN, το 1984, ελάχιστες μέρες πριν είχαν βγάλει το “Powerslave”, οπότε δεν συνέφερε και η σύγκριση… Σίγουρα το “Piece of mind”, το είχαν ακούσει αρκετές φορές, κάτι που μαρτυράνε όχι μόνο πολλά από τα τραγούδια του δίσκου, όπως το “The calling” για παράδειγμα, αλλά και η διασκευή στο “Flight of Icarus” από πρόβα, που υπάρχει σε επανακυκλοφορίες του “NOB”.

Εννοείται ότι από τότε υπήρχαν ψήγματα του τρομερού ταλέντου του Matheos, αλλά και οι τσιρίδες του Arch (που η αλήθεια ήταν ότι πιο πολύ ακουγόταν σαν τον Dickinson) δήλωναν παρούσες, αν και θα έφταναν στο απόγειό τους στο “Awaken the guardian”. Θέλεις όμως η πραγματικά άθλια παραγωγή του ίδιου του συγκροτήματος, που έκανε το ντεμπούτο τους να ακούγεται σαν ένα λίγο γυαλισμένο demo, θέλεις οι άγουρες συνθέσεις, δεν νομίζω ότι μας έδειχναν την εικόνα που θα είχε το σχήμα ελάχιστα χρόνια αργότερα.

Μακράν το καλύτερο κομμάτι του δίσκου, είναι το SABBATHικό “Damnation”, το μοναδικό που διέφερε στο άλμπουμ, κιόλας, από τα κορυφαία της πρώτης περιόδου τους. Πολύ συμπαθητικά είναι το εναρκτήριο “Buried alive” και το “Soldier boy”. Από την άλλη, δεν μπορώ να μπω στη λογική του να έχεις δύο instrumental όπως το “S.E.K.” και το “Shadowfax”, τα οποία να είναι σχεδόν συνεχόμενα στη δεύτερη πλευρά του δίσκου…

Για να μην μακρηγορώ, μιλάμε, σε προσωπικό επίπεδο πάντα, για τον 13ο πιο αγαπημένο μου στούντιο δίσκο των FATES WARNING (για να μην γκουγλάρετε μέχρι να θυμηθείτε πόσους έχουν βγάλει, να σας πω ότι είναι 13…), οπότε τα περισσότερα λόγια είναι περιττά. Είχα να ακούσω τον “NOM” ΠΑΡΑ πολλά χρόνια, οπότε πάω να ακούσω κάτι από το 1988- 2020 για να ισιώσω…

Did you know that:

  • Το άλμπουμ είχε βγει με δύο διαφορετικά εξώφυλλα, στο ένα εκ των οποίων, καιγόταν μία μάγισσα. Προφανής η αναφορά στο όρος Brocken, ένα βουνό στη Γερμανία, που έχει συνδεθεί με τις μάγισσες στα πλαίσια της Βαλπούργιας Νύχτας (Walpurgisnacht), δηλαδή τελετές μαγισσών που μαζεύονται σε βουνό μαζί με τους δαίμονες να γιορτάσουν την άνοιξη.
  • Στην επανακυκλοφορία του 1988, εμφανίστηκε και το μαύρο εξώφυλλο με το φεγγάρι, κάνοντας τρία τα διαφορετικά του εξώφυλλα, κάτι ιδιαίτερα σπάνιο στη μουσική. Ακόμα και οι επανακυκλοφορίες του 2002, που θεωρητικά έχουν το αρχικό εξώφυλλο, πρακτικά είναι από λίγο έως αρκετά διαφορετικό…
  • Ο λόγος που το γράφουν “Bröcken” είναι ο ίδιος που γραφόταν έτσι το Queensrÿche, το Motörhead, το Mötley Crüe και τόσα άλλα στον κόσμο του heavy metal. «Έτσι επειδή». Απλά για να διαφέρουν. Τόσο απλά…

Σάκης Φράγκος

SUNBURST interview (Gus Drax)

0
Sunburst

Sunburst

“Crafting a metal epic”

Ο δίσκος των SUNBURST, με τίτλο “Manifesto”, ήταν από εκείνους που περίμενα με ανυπομονησία μέσα στη χρονιά. Γνωρίζοντας τις δυνατότητες των μουσικών που αποτελούν αυτό το σχήμα, ήμουν απολύτως βέβαιος πως θα μιλούσαμε για αριστούργημα. Τελικά, το άλμπουμ είναι ακόμα καλύτερο απ’ ότι υπολόγιζα και είναι βέβαιο ότι θα βρίσκεται πολύ ψηλά στη λίστα μου με τα καλύτερα της χρονιάς, όταν φτάσει εκείνη η ώρα. Μιλήσαμε, λοιπόν, με τον κιθαρίστα τους, Gus Drax (επίσης και στους SUICIDAL ANGELS αλλά και στους BLACK FATE μαζί με τον τραγουδιστή Βασίλη Γεωργίου) και μπορείτε να διαβάσετε τι ειπώθηκε.

Το “Fragments of creation” βγήκε το 2016. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να καθυστερήσετε τόσο πολύ το “Manifesto”; Φοβηθήκατε ποτέ ότι από τη στιγμή που δεν είστε DEF LEPPARD ή GUNS NROSES μπορεί να σας ξεχάσει ο κόσμος μετά από τόσα χρόνια;
Η πανδημία σίγουρα επηρέασε και εμάς όπως κι όλον τον κόσμο αλλά σίγουρα, δεν είναι μόνο αυτό. Η προσοχή μας στη λεπτομέρεια και το πόση δουλειά ρίχνουμε, έπαιξε το ρόλο της. Οι ζωές μας παίζουν επίσης το ρόλο τους. Από κει και πέρα, εγώ κι ο Βασίλης παίζουμε μαζί και στους BLACK FATE με τους οποίους κυκλοφορήσαμε το άλμπουμ “Ithaca” το 2020. Ξέρω ότι δεν λέει SUNBURST το CD απ’ έξω και ότι δεν είναι η ίδια μπάντα, αυτό που θέλω να πω όμως, είναι ότι με τον Βασίλη (σ.σ. Γεωργίου, φωνητικά) δεν έχουμε σταματήσει να δουλεύουμε πάνω σε μουσική απ’ το 2016. Μπορεί λοιπόν να μην βγήκε ένα άλμπουμ SUNBURST αυτά τα χρόνια αλλά κυριολεκτικά δουλεύαμε χωρίς σταματημό. Εγώ απ’ τη φύση μου κι επειδή η μουσική είναι το επάγγελμά μου, μπορώ να δουλέψω σε παραπάνω από ένα project τη φορά. Ο Βασίλης απ’ τη φύση του και λόγω των καθημερινών του υποχρεώσεων προτιμά ν ασχολείται με ένα τη φορά. Από κει και πέρα, το “Manifesto” είναι έτοιμο εδώ και καιρό αλλά τα πάντα στη βιομηχανία παίρνουν περισσότερο χρόνο πια. Πήρε παραπάνω, αλλά είμαστε χαρούμενοι που είμαστε πάλι εδώ και περήφανοι για τη δουλειά που έχουμε κάνει. Για να σου είμαι ειλικρινής δεν σκεφτόμαστε ούτε δημιουργούμε με γνώμονα το αν θα μας θυμάται ο κόσμος. Μας ανησυχούσε ότι αργούμε γιατί όταν έχεις ένα άλμπουμ έτοιμο θέλεις να κυκλοφορήσει αύριο που λέει ο λόγος αλλά κι επειδή η μουσική που γράφω με αντιπροσωπεύει σήμερα. Αν την κυκλοφορήσω σε 3-4 χρόνια απ’ όταν την έγραψα, είμαι ήδη ένας διαφορετικός άνθρωπος και έχω γράψει ήδη διαφορετική μουσική.

Αυτός ο δίσκος, θα έλεγα ότι έχει –για παράδειγμα- το «κινηματογραφικό» στοιχείο, λίγο περισσότερο από τον προηγούμενο. Εσείς που εντοπίζετε γενικώς τις διαφορές με το ντεμπούτο σας;
Σίγουρα το κινηματογραφικό στοιχείο είναι ένα απ’ τα στοιχεία που ενισχύθηκαν ιδιαίτερα στο “Manifesto”. Ήταν ένα απ’ τα στοιχεία που συνειδητά αυξήσαμε. Το άλλο είναι ότι θέλαμε να πάμε ακόμη περισσότερο προς το progressive και να αφαιρέσουμε το power στοιχείο. Κάπου εκεί τελειώνει το συνειδητό και πάμε στον κανόνα που έχουμε ό,τι το πιο σημαντικό είναι το τραγούδι που γράφουμε. Αυτό θα πει σε κάθε περίπτωση τι χρειάζεται. Αν χρειάζεται κάτι απλό και άμεσο, αυτό θα γίνει. Δεν θα σκεφτούμε στιγμή κάτι του στυλ “Είμαστε τεχνική progressive μπάντα πρέπει να παίξουμε κάτι πιο πολύπλοκο”. Αντίστοιχα όταν ένα κομμάτι ζητάει κάτι πολυπλοκότερο, αυτό και θα γίνει. Σε άλλες διαφορές έχουμε τον Steve Lado που επιμελήθηκε τη μίξη και το mastering  του δίσκου, ο οποίος έκανε καταπληκτική δουλειά και έκανε το άλμπουμ να ακούγεται όπως πρέπει.

Στο “Fragments…” είχατε πειραματιστεί με brutal αλλά και με γυναικεία φωνητικά. Αυτή τη φορά δεν υπάρχουν guests, δεν υπάρχουν brutal, δεν υπάρχουν γυναικεία. Δεν σκεφτήκατε ποτέ να χρησιμοποιήσετε κάποιον guest ώστε να κάνετε το όνομά σας πιο «επίκαιρο», μιας και είχατε μία δισκογραφική απουσία 8 ετών;
Όχι, γιατί δε νιώσαμε πως χρειάζεται. Στο “Fragments…” είχαμε guests γιατί τα κομμάτια ζητούσανε αυτά τα στοιχεία, επικοινωνήσαμε με φίλους μας που πιστεύαμε ότι ταιριάζουν με αυτό που έχουμε στο μυαλό μας και το κάναμε. Στο “Manifesto” δε νιώσαμε ότι θέλουμε κάτι τέτοιο και δώσαμε όλο τον χώρο στον Βασίλη. Ακόμη και ο τίτλος του άλμπουμ δείχνει κάτι πάνω σ’ αυτό. Ότι είμαστε η τετράδα συν τους 2 “εξωτερικούς συνεργάτες” μας και μετά από 8 χρόνια είμαστε δω και παρουσιάζουμε ένα άλμπουμ για το οποίο δώσαμε ό,τι είχαμε για να κυκλοφορήσει. Χωρίς guests απλά για να πούμε ότι έχουμε guests. Εμείς και η μουσική μας. Μπορείς κατά κάποιο τρόπο να το πεις και statement.

Ο Bob Katsionis, ατύπως, φαίνεται να είναι το πέμπτο μέλος της μπάντας, αφού για μία ακόμη φορά παίζει τα πλήκτρα, αλλά και γυρίζει τα video clip σας. Πόσο σας βοήθησε στη δημιουργία αυτού του δίσκου;
Ο Bob είναι ο ένας απ’ τους δύο «εξωτερικούς μας συνεργάτες» όπως είπα και πριν. Εκτός του ότι παίζει πλήκτρα και στα δύο μας άλμπουμ, αυτή τη φορά επέλεξα να πάω και να κάνω όλο το dem-αρισμα και την προπαραγωγή μαζί του. Βοήθησε ουσιαστικά με τα κομμάτια. Δίνει τις προτάσεις του, ξέρει και καταλαβαίνει, το είδος που παίζουμε απ’ έξω και ανακατωτά, ενισχύει πολύ τις ιδέες μου και με βοηθάει να βγάλω τον καλύτερο μου εαυτό. Είναι ένας πραγματικός φίλος και τον εμπιστεύομαι απόλυτα όχι μόνο σε θέματα μουσικής αλλά και βίντεο, καθώς εκτός του μουσικού κάναμε μαζί του τα δύο απ’ τα τρία βίντεο κλιπ του άλμπουμ όπως πολύ σωστά είπες . Συγκεκριμένα για τα κομμάτια “Hollow Lies” και “From The Cradle to the Grave”.

«Ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει». Αυτό σκεφτήκατε παίρνοντας τον John K να σας κάνει πάλι την ενορχήστρωση σε κάποια τραγούδια;
Και αυτός είναι ο δεύτερος “εξωτερικός μας συνεργάτης”! Τον Γιάννη τον ξέρω απ’ τα 18. Επηρέασε τη σκέψη μου, το παίξιμό μου καθώς και ειλικρινά τη ζωή μου παίρνοντάς με στους BIOMECHANICAL το 2007. Τον θεωρώ αδερφό μου. Είναι ένας μουσικός παγκοσμίου επιπέδου. Λατρεύω αυτό που κάνει με τις ενορχηστρώσεις του και τον θεωρώ κομμάτι της μπάντας και στοιχείο της ταυτότητάς μας. Η συνεργασία μας ξεκίνησε στο “Fragments of Creation” στο κομμάτι “Remedy of my Heart” και αποφασίσαμε ν’ αυξήσουμε αυτά τα στοιχεία στο “Manifesto”. Όταν έγραφα τη μουσική για το “The Flood” και το “Nocturne” είχα στο μυαλό μου ξεκάθαρα ότι τα κομμάτια αυτά θα ‘χουν ορχήστρες μέσα. Είναι πλέον κάτι που γίνεται συνειδητά και σίγουρα θα είναι μαζί μας και στις μελλοντικές μας δουλειές και σαν SUNBURST και στις προσωπικές μου.

Με τον Steve Lado, ξεκινήσατε να δουλεύετε από το “Ithaca” των BLACK FATE. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να συνεργαστείτε και για το “Manifesto”;
Πρώτα και πάνω απ’ όλα η φανταστική του δουλειά. Αυτό είναι το σημαντικότερο, κακά τα ψέματα. Είναι εξαιρετικός σ’ αυτό που κάνει και του αξίζει ακόμη μεγαλύτερη αναγνώριση. Είναι τρομερός επαγγελματίας, σωστός στο timing της δουλειάς, το οποίο είναι πολύ σημαντικό για μένα. Όταν λέει μια ημερομηνία την εννοεί. Φέρνει εκείνη την ημερομηνία που είπε αυτό που είπε ότι θα φέρει. Σας άνθρωπος που διευθύνει έναν μεγάλο οργανισμό όπως είναι το Rock Hard είμαι σίγουρος πως καταλαβαίνεις και εκτιμάς αυτό το χαρακτηριστικό (σ. Σάκη Φράγκου: oh yes). Από κει και πέρα είναι ένας πραγματικά καλός φίλος και η σχέση μας επεκτείνεται πολύ πέραν του επαγγελματικού.

Μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι κυκλοφορήσατε το δίσκο από την Inner Wound Recordings, με δεδομένο ότι ανήκει στην οικογένεια της Ulterium, η οποία τα τελευταία χρόνια δεν δραστηριοποιείται ιδιαίτερα… Να προλάβω, πάντως, ότι έχουν κάνει μία χαρά δουλειά, παρά το γεγονός ότι είναι «στον πάγο». Σκεφτήκατε ποτέ να αλλάξετε εταιρία; Εδώ να τονίσω ότι τους BLACK FATE δεν τους κράτησε η Ulterium. Γιατί έκανε το αντίθετο με τους SUNBURST;
Εμπιστεύομαι την οικογένεια της Ulterium απόλυτα. Έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι κάνει όλα όσα λέει, υπάρχει άψογη συνεργασία και διαύγεια. Δεν είμαι απ’ τους ανθρώπους που χρειάζομαι αρνητικές εμπειρίες για να εκτιμήσει ανθρώπους και καταστάσεις αλλά το γεγονός ότι είχα σε άλλες περιπτώσεις αρνητικές εμπειρίες με εταιρείες ανέβασε ακόμη περισσότερο την εκτίμηση μου προς τον Emil, την Inner Wound και την οικογένεια της Ulterium. Όσον αφορά τους BLACK FATE, το “Ithaca” κυκλοφόρησε εν μέσω πανδημίας. Είχαμε έτοιμο το άλμπουμ και υπήρχε πλήρης συμφωνία με την Ulterium για να κυκλοφορήσει το άλμπουμ, αλλά η πανδημία απλά ανέτρεψε τα πάντα μιας και εκείνη την εποχή είχανε αποφασίσει να μπούνε στον πάγο.
Δε νομίζω ότι ισχύει πλέον κάτι τέτοιο, μιας και ο πάγος φαίνεται να ‘χει λιώσει για τα καλά αλλά νομίζω, χωρίς να είμαι ο αρμόδιος για να σου δώσει μια τέτοια απάντηση, ότι η εταιρεία απλά θα πάει σε μια πιο “κοντρολαρισμένη” λογική όσον αφορά τις νέες της κυκλοφορίες.

Προλαβαίνετε / μπορείτε / θέλετε να περιοδεύσετε περισσότερο γι’ αυτόν το δίσκο; Πόσο ψηλά είναι στις επαγγελματικές/οικογενειακές προτεραιότητές σας αυτό;
Θέλουμε και θα κάνουμε όσο το δυνατόν περισσότερες συναυλίες μπορούμε και ήδη δουλεύουμε πάνω σ’ αυτό.

Ιδιαίτερα για εσένα, Gus, αλλά και για τον Κώστα, γνωρίζουμε και βλέπουμε την έντονη δραστηριότητά σας με άλλα σχήματα. Τι θα κάνουμε όμως με τον Βασίλη; ΠΡΕΠΕΙ να ακούμε τη ΦΩΝΑΡΑ αυτή ΠΟΛΥ πιο τακτικά, παρότι μπορώ να καταλάβω ότι οι επαγγελματικές και οικογενειακές του υποχρεώσεις μπορεί να είναι πιο σημαντικές ή να είναι και εμπόδιο. Κάθε φορά που τον ακούμε σε δίσκο, κλαίμε που δεν μπορούμε να τον ακούμε τακτικότερα…
Ο Βασίλης έχει πιά μια αξιοσέβαστη και μετρήσιμη δισκογραφία και παρακαταθήκη. Ίσως να μην τον γνωρίζουν εκατομμύρια άνθρωποι αλλά έχει φανατικούς θαυμαστές. Είναι ένας σπουδαίος τραγουδιστής, ένας πραγματικός καλλιτέχνης. Απ’ τη μεριά μου κάνω ότι μπορώ για να γράφω καινούρια μουσική στην οποία θα τραγουδήσει και θα αναδειχθεί. Η φωνή του Βασίλη, είναι σαν ένα σπάνιο κρασί, σαν το αγαπημένο σου φαγητό. Και το αγαπημένο μας φαγητό δεν το τρώμε κάθε μέρα γιατί καταντά κοινό. Ακόμη και το ότι δεν βγάζει υλικό κάθε χρόνο για παράδειγμα έχει τη χάρη του και σε κάνει να εκτιμάς αυτό που ακούς στο τέλος ακόμη περισσότερο πιστεύω. Μερικές φορές η αναμονή απλά κάνει την εμπειρία καλύτερη. Σαν SUNBURST θα κοιτάμε ΠΑΝΤΑ την ποιότητα. Να δώσουμε κάτι που θα μας αντιπροσωπεύει για πάντα.

Ο Βασίλης, είναι υπεύθυνος για μία ακόμη φορά για το εξώφυλλο. Πως το συνδυάζει με το στιχουργικό περιεχόμενο του δίσκου;
Νομίζω ακριβώς γι’ αυτό το λόγο είναι και ο αρμόδιος για να κάνει το εξώφυλλο. Γράφει τους στίχους ξέρει τι ιστορίες λέει και φέρνει ένα εξώφυλλο που απλά κολλάει με το άλμπουμ και τη μπάντα. Δένεται πολύ με τη δουλειά του και εμείς είμαστε όλοι χαρούμενοι που το αναλαμβάνει αυτός.

Μιας και παίζετε και στους BLACK FATE με τον Βασίλη, εκεί τι γίνεται; Έχουμε κάτι στα σκαριά; Άλλη μεγάλη καψούρα κι αυτή…
Δεν έχω κάποιο νέο να μοιραστώ μαζί σου αυτή τη στιγμή. Κυκλοφορήσαμε το “Ithaca” και από κει και πέρα και ο Νίκος έχει κάνει κάποιες ακόμη δουλειές με τους THIRTY FATES αλλά και μία Death Metal προσπάθεια με τους DEATH LEAGUE που θα κυκλοφορήσει σύντομα. Θα δούμε τι θα γίνει στο μέλλον.

Εκτός των άλλων, όπως είναι γνωστό, παίζεις και στους SUICIDAL ANGELS. Ποια είναι η ανταπόκριση του κόσμου στο νέο σας άλμπουμ αλλά και στις συναυλίες που έχετε δώσει και αναμένονται και πολύ περισσότερες; Ποια είναι τα άμεσα πλάνα σας;
Ως τώρα τα πράγματα με το “Profane prayer” πάνε φανταστικά. Παίρνουμε εξαιρετική ανταπόκριση απ’ το κοινό ειδικά εκεί που μετράει, στις συναυλίες μας. Και αυτά είναι και τα άμεσα πλάνα μας. Να παίξουμε όσο το δυνατόν περισσότερα live και να περιοδεύσουμε για το “Profane Prayer”.
Παίξαμε τις 2 πρώτες συναυλίες για το Profane Prayer στην Ελλάδα στο Golden R Festival στο Βόλο και στο Rethymno Rocks αντίστοιχα. Και έπεται συνέχεια που θα ανακοινωθεί σύντομα.

Την τελευταία φορά που είχαμε μιλήσει, μας είχες πει για κάποιο σόλο άλμπουμ που είχες στο μυαλό σου και είχες ξεκινήσει να το δουλεύεις. Πως πάει αυτό; Σε ποια φάση βρίσκεσαι;
Πάει εξαιρετικά. Βρίσκεται στα τελευταία στάδια. Εγώ ολοκληρώνω τις ηχογραφήσεις των σόλο μου ενώ έχει ξεκινήσει ήδη να μιξάρεται μιας και ένας μεγάλος όγκος του άλμπουμ έχει ηχογραφηθεί. Έχω κάποιους φανταστικούς μουσικούς που παίζουν μέσα, έναν νεαρό μπασσίστα με μεγάλο ταλέντο και μέλλον και έναν σπουδαίο, παγκόσμιας κλάσης ντράμερ τους οποίους δεν μπορώ να περιμένω να ανακοινώσω. Όλα στην ώρα τους όμως. Είναι instrumental άλμπουμ στο οποίο πειραματίστηκα αρκετά αναμειγνύοντας  διάφορα στυλ και είδη μουσικής όπως το flamengo, τα waltz, το synthwave με το δικό μου progressive metal στυλ. Ανυπομονώ να το κυκλοφορήσω, όλα στην ώρα τους όμως όπως είπα και πιο πριν.

Αν έγραφες ένα γράμμα στον μικρό Gus Drax, όταν πρωτοξεκινούσε να παίζει κιθάρα, τι θα του έλεγες;
Δούλευε και μη μιλάς. Δούλευε και μην ακούς (σχεδόν) κανέναν.

Διαβάζοντας τις εντυπωσιακές κριτικές που έχουν γίνει για το άλμπουμ αυτό, αλλά και τις αντιδράσεις όσων το έχουν ακούσει, μπορείτε να μας δεσμευτείτε ότι θα μας δίνετε άλμπουμ πιο τακτικά ή τουλάχιστον να το υποσχεθείτε (κι ας είναι ψέμα);
Σου υπόσχομαι ειλικρινά ότι θα κάνουμε ότι περνάει απ’ το χέρι μας για να σας δώσουμε το επόμενο μας άλμπουμ πολύ πιο σύντομα. Ούτε εμείς το θέλαμε. Τώρα αν γίνουν πάλι σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί και πανδημίες… δεν θα φταίμε εμείς!

Σάκης Φράγκος

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece