Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 151

JANE’S ADDICTION: Ζήτησαν συγνώμη για τον καβγά που ξέσπασε επί σκηνής και ακύρωσαν την επόμενη συναυλία τους

0
Addiction

Addiction

Οι JANE’S ADDICTION ζήτησαν συγγνώμη από τους θαυμαστές τους για τον διαπληκτισμό που ξέσπασε επί σκηνής σε συναυλία τους στη Βοστώνη και είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της.

Το περιστατικό συνέβη στις 13 Σεπτεμβρίου, στο Leader Bank Pavilion, με το σόου να λαμβάνει ξαφνικά τέλος, όταν ο τραγουδιστής Perry Farrell, αφού πρώτα φάνηκε να φωνάζει στον κιθαρίστα, Dave Navarro, τον χτύπησε στον ώμο. Ο Navarro έβαλε το χέρι του ανάμεσα στον εαυτό του και τον Farrell, με τον τελευταίο να φέρεται να του ρίχνει τελικά μπουνιά. Εν συνεχεία, ένας άλλος άνδρας μπήκε ανάμεσά τους, διακόπτοντας τον καβγά.

Μία μέρα μετά οι JANE’S ADDICTION, με ανακοίνωσή τους, εξέφρασαν την «ειλικρινή συγνώμη» τους και ανακοίνωσαν την ακύρωση της επόμενης συναυλίας τους στο Bridgeport του Connecticut, χωρίς να δώσουν περισσότερες λεπτομέρειες για την υπόλοιπη περιοδεία, η οποία είναι προγραμματισμένη να συνεχιστεί μέχρι τις 16 Οκτωβρίου.

«Θέλουμε να εκφράσουμε την ειλικρινή μας συγγνώμη προς τους θαυμαστές μας για τα γεγονότα που συνέβησαν χθες το βράδυ. Ως εκ τούτου, θα ακυρώσουμε την αυριανή μας συναυλία το Bridgeport και τα χρήματα των εισιτηρίων θα επιστραφούν στα σημεία προπώλησης τους», έγραψε το συγκρότημα στη σελίδα του στο Instagram.

Νωρίτερα το Σάββατο, η σύζυγος του Farrell, Etty Lau Farrell, παρείχε μια «προσωπική μαρτυρία» για το τι συνέβη κατά τη διάρκεια της συναυλίας στη Βοστώνη, γράφοντας σε ανάρτηση της στο Instagram ότι υπήρχε «πολλή ένταση και εχθρότητα μεταξύ των μελών» και πως εκείνο το βράδυ «άναψε το φιτίλι».

Πρόσθεσε επίσης ότι το εν λόγω περιστατικό ήταν η κορύφωση της αυξανόμενης απογοήτευσης του Perry λόγω του ότι η μπάντα έπαιζε «υπερβολικά δυνατά» και ο σύζυγος της ένιωθε πως η φωνή του πνιγόταν από τον ήχο των υπολοίπων.

PAUL DI’ ANNO: Κυκλοφορεί μια νέα εκδοχή του “Wrathchild” από το νέο επερχόμενο άλμπουμ του

0
Dianno

Di' anno

Ο πρώην τραγουδιστής των IRON MAIDEN, Paul Di’ Anno, κυκλοφόρησε μία νέα έκδοση του κλασικού “Wrathchild”.

Σε αυτή τη νέα ερμηνεία του κομματιού από το άλμπουμ “Killers”, ο Di’Anno συνεργάζεται με τον τραγουδιστή ZP Theart (ex-DRAGONFORCE, SKID ROW), τον ντράμερ Russell Gilbrook (URIAH HEEP) και τον κιθαρίστα Cliff Evans (TANK).

Ο ίδιος ο καλλιτέχνης δήλωσε ότι αγαπάει αυτή την νέα εκδοχή του “Wrathchild” και πως η δουλειά στα φωνητικά με τον ZP Theart έδωσε μεγάλες δόσεις ενέργειας στο τραγούδι.

Το κομμάτι θα συμπεριληφθεί στο επερχόμενο άλμπουμ του Di’ Anno, “The book of the beast” το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 27 Σεπτεμβρίου από την Conquest Music.

Ο τραγουδιστής θα πραγματοποιήσει περιοδεία στην Ευρώπη μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου 2024.

Εσείς μπορείτε να ακούσετε το “Wrathchild” στο βίντεο που ακολουθεί.

Photo credit: Marco Benjamin Alvarado (courtesy of Central Press for Conquest Music)

A day to remember… 15/9 [MOTORHEAD]

0
Motorhead

Motorhead

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “No Remorse” – MOTORHEAD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1984
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Bronze Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Vic “Chairman” Maile
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/Μπάσο – Ian Fraser “Lemmy” Kilmister
Κιθάρες – Michael Richard “Würzel” Burston, Philip Anthony «Wizzö» Campbell
Ντραμς – Pete Gill

Το 1984 οι MOTORHEAD είχαν 9 χρόνια επίσημης δισκογραφικής παρουσίας στην πλάτη τους. Άλμπουμ όπως τα “Overkill” και “Bomber” το 1979 και “Ace of spades” το 1980, τους έδωσαν την πρώτη δυνατή ώθηση για να γίνουν το μετέπειτα μουσικό μεγαθήριο. Το “Iron fist” του 1982 αποτέλεσε την φυσική συνέχεια στο συγκρότημα ενώ το “Another perfect day” του 1983 δίχασε κάπως το κοινό.

Εκείνη την χρονιά το συγκρότημα με την “Another Perfect Tour” έκανε ζωντανές εμφανίσεις στην Ιαπωνία, στην Ευρώπη αλλά και την Αμερική. Ο τότε κιθαρίστας του group Brian Robertson αφενός με το γεγονός ότι εμφανιζόταν επί σκηνής με σορτς και παπούτσια μπαλέτου και αφετέρου αρνιόταν να παίξει ζωντανά πιο παλιά τραγούδια που άρεσαν και ήθελαν οι οπαδοί, άρχισε να δημιουργεί αρκετές τριβές στο συγκρότημα, και αναπόφευκτα ήταν «με το ένα πόδι στην έξοδο». Ο Robertson έφυγε από το σχήμα λίγο μετά τη συναυλία τους στο Metropol του Βερολίνου στις 11 Νοεμβρίου του 1983. Μετά την αποχώρηση του, το συγκρότημα έλαβε κασέτες από κιθαρίστες από όλο τον κόσμο που ήθελαν να πάρουν την θέση του. Οι ιθύνοντες του group (ο Lemmy δηλαδή κυρίως) είχε την ιδέα για ένα διπλό κιθαριστικό δίδυμο και έτσι οι Michael Richard “Würzel” Burston (ex-WARFARE) και Philip Anthony «Wizzö» Campbell (ex-PERSIAN RISK), μπήκαν στο γκρουπ, όταν ο Lemmy τους είδε να παίζουν μαζί.

Τον Φεβρουάριο του 1984, η σύνθεση των Lemmy, Campbell, Würzel και Taylor ηχογράφησε το “Ace of spades” για το επεισόδιο “Bambi” στη Βρετανική τηλεοπτική σειρά “The Young Ones”. Σε αυτό υπάρχουν αρκετές σκηνές του συγκροτήματος να παίζει αλλά και οι χαρακτήρες του επεισοδίου να ορμούν προς το σιδηροδρομικό σταθμό σε μια παρωδία της ταινίας των BEATLES “A hard day’s night”. Ο Taylor εγκατέλειψε το συγκρότημα μετά από εκείνη την ηχογράφηση, με αποτέλεσμα ο Lemmy να δηλώσει απορημένος κάποια στιγμή: «Τελικά τους άφησα εγώ ή με άφησαν εκείνοι;».

Ο τότε καινούργιος κιθαρίστας Phil Campbell, πριν ενταχθεί στους MOTORHEAD, είχε γνωρίσει τον Pete Gill πρώην ντράμερ των SAXON και έτσι το τρίο αποφάσισε να τον πάρει τηλέφωνο για να δει αν θα ήθελε να επισκεφτεί το Λονδίνο, για να δοκιμαστεί μαζί τους και να ενταχθεί στο γκρουπ, όπως και έγινε αφού προσλήφθηκε.

Η εταιρία τους, Bronze Records, σκέφτηκε ότι το νέο line-up δεν θα έκανε μεγάλη επιτυχία και έτσι αποφασίστηκε να κυκλοφορήσει μια συλλογή τραγουδιών, και όχι μια νέα δουλειά με καινούργιο υλικό. Όταν ο Lemmy έμαθε τις προθέσεις τους, κατάλαβε ότι σιγά σιγά «ερχόταν» το τέλος της συνεργασίας μαζί τους. Έτσι αφενός ανέλαβε εκείνος να επιλέξει τα τραγούδια που θα συμπεριλαμβάνονταν στην συλλογή, κάνοντας και σχόλια στις εσωτερικές σημειώσεις του άλμπουμ, αλλά και αφετέρου επέμεινε οι MOTORHEAD να ηχογραφήσουν ολοκαίνουργια κομμάτια για την κυκλοφορία.

Έτσι από τις 19 μέχρι και τις 25 Μαΐου του 1984, οι το νεοσύστατο συγκρότημα ηχογράφησε 6 νέα τραγούδια στα Britannia Row Studios του Λονδίνου. Τα τέσσερα από αυτά “Killed by death”, “Snaggletooth”, “Steal your face” και “Locomotive”, θα «έμπαιναν» στην συλλογή, ένα σε κάθε τέλος πλευράς του format του βινυλίου του άλμπουμ, ενώ το “Under the knife” που είχε δυο διαφορετικές εκδοχές, θα ήταν το b-side του single “Killed by death” στο 12’’ format βινυλίου. Στο 7’’ format βινυλίου υπήρχε μόνο η μια από τις δυο εκδοχές του κομματιού. Το εν λόγω τραγούδι έμελλε να γίνει μια από τις πιο μεγάλες επιτυχίες του group, με τεράστια απήχηση σε οπαδούς πολλών ιδιωμάτων.

Η συλλογή για κάποιον που δεν είχε ξανά ασχοληθεί καθόλου με το group, ήταν μια πρώτης τάξης ευκαιρία «να έρθει μουσικά σε επαφή» με τους MOTORHEAD, αφού οι επιλογές του Lemmy δεν ήταν μόνο από τα τραγούδια των studio κυκλοφοριών, αλλά συμπεριέλαβε και ζωντανές εκτελέσεις, όπως αυτές των “Leaving here” και “Too late, too late” από την πρώτη live τους κυκλοφορία “The golden years”, αλλά και κάποιες από το “No sleep ‘till Hammersmith” ένα από τα ωραιότερα live άλμπουμ όλων των εποχών. Εκτός αυτού, σε μη φανατικούς οπαδούς που δεν αγόραζαν τα πάντα από το συγκρότημα, θα έδινε την δυνατότητα να είχαν στην κατοχή τους και κάποια τραγούδια που δεν υπήρχαν σε επίσημες studio κυκλοφορίες του group όπως δυο από τα τρία τραγούδια του EP “St. Valentine’s day massacre” όπου οι MOTORHEAD και οι GIRLSCHOOL ένωσαν τα όργανά τους και κάτω από το όνομα HEADGIRL, το κυκλοφόρησαν.

Βεβαίως από την συλλογή δεν θα μπορούσαν να λείπουν τραγούδια όπως τα “Ace of spades”, “Overkill”, “Iron fist”, “Shine”, “Dancing on your grave”, “Motorhead” και “Bomber” που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το group. Γενικά όμως, αν προσέξεις την κυκλοφορία με όχι επιδερμικό τρόπο, θα καταλάβεις ότι η θέληση του Lemmy ήταν να δημιουργήσει μια συλλογή που να μοιάζει με ένα άλμπουμ έχοντας και «ακυκλοφόρητο» υλικό για τους λιγότερο μυημένους με την δισκογραφία του συγκροτήματος, κάτι που βάση αποτελέσματος σίγουρα κατάφερε.

Το “No remorse”, για πολλούς, δεν ήταν μια απλή συλλογή τραγουδιών ή ένα τυπικό best of, ίσως και γι’ αυτό έχει αντέξει τόσο πολύ στο χρόνο. Ήταν μάλλον το σκαλί που θα πατούσαν οι MOTORHEAD για τα επόμενα δισκογραφικά τους βήματα που όπως και τα παλαιότερα, έτσι και αυτά, θα χαρακτήριζαν μια ολόκληρη γενιά οπαδών με άλμπουμ που για πάντα θα αποτελούν δείγματα γραφής ενός συγκροτήματος που λείπει πολύ από την μουσική βιομηχανία.

Did you know that:   

– Στις πρώτες εκδόσεις της κυκλοφορίας τα formats του βινυλίου και της κασέτας ήταν σε δερμάτινο περίβλημα, με ασημένια τα γράμματα στο εξώφυλλο. Ο δημιουργός των εξωφύλλων των άλμπουμ του group, Joe Petagno, έκανε ειδική δουλειά στα εν λόγω εξώφυλλα με πιο λεπτεπίλεπτη λεπτομέρεια. Η έκδοση της κασέτας στην δερμάτινη θήκη έχει ένα μήνυμα που μιμείται την κυβερνητική προειδοποίηση που βλέπουμε σε ένα πακέτο τσιγάρου, σχετικά με το περιεχόμενο που μπορεί να βλάψει την υγεία αυτού που το χρησιμοποιεί.

– Η κυκλοφορία είχε και τηλεοπτική διαφήμιση με αρκετά τραγούδια του group να παίζουν μέχρι που ο Lemmy εμφανίζεται στο τέλος να λέει “No Remorse… go out and get it!”

– Στο τραγούδι “Please Don’t Touch”, ο Lemmy ξαναέγραψε τον τρίτο στίχο, ο οποίος έχει τυπωθεί στις εσωτερικές σημειώσεις με λάθος σειρά (ο δεύτερος και ο τρίτος στίχος έχουν μπερδευτεί).

– Η κυκλοφορία της συλλογής “No remorse” «έδωσε» επιτέλους την ευκαιρία στη μασκότ του γκρουπ να έχει το δικό της τραγούδι.

– Το line-up που αναφέρεται στο δίσκο είναι το τότε νεοσύστατο και αυτό που «έγραψε» τα καινούργια τραγούδια

– Το 2002 οι MOTORHEAD στο άλμπουμ τους “Hammered”, έχουν τραγούδι με τίτλο “No remorse”.

– Η συλλογή θα ήταν η τελευταία κυκλοφορία με την επί σειρά ετών εταιρία τους Bronze Records.

– Το single “Killed by death” κυκλοφόρησε την 01η Σεπτεμβρίου και έφτασε στο Νο. 51 στο UK Singles Chart, ενώ το άλμπουμ έγινε ασημένιο, φτάνοντας τη θέση του Νο. 14 στο UK Άλμπουμ cart.

– Η έκδοση σε CD της Castle records στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο αλλά και της Roadracer records στη Βόρεια Αμερική, δεν είχε τα τραγούδια “Louie, Louie” και “Leaving Here” λόγω έλλειψη χώρου. Το άλμπουμ ολοκληρωμένο σε διπλό CD κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία το 1991.

– Το παρατσούκλι “Würzel” του Michael Richard Burston προέκυψε από τον χαρακτήρα παιδικών ταινιών Worzel Gummidge.

– Το παρατσούκλι “Wizzö” του Philip Anthony Campbell, είναι στην αργκό γλώσσα μια ερμηνεία για την ταχύτητα.

– Ο Campbell, ένας εκ των δυο κιθαριστών που πρωτοεμφανίζονται στην κυκλοφορία, έμελλε να είναι από τότε μέχρι και τον θάνατο του Lemmy, στο συγκρότημα.

– Από τις πιο γνωστές διασκευές του “Killed by death” είναι από τους PARAGON, τους CRUCIFIED BARBARA και τους BEAST IN BLACK.

– Οι επανεκδόσεις σε CD της Castle Records το 1996 και της Sanctuary Records το 2005 που περιέχουν 24 τραγούδια είναι αξιοπρόσεκτες όχι μόνο για τα 5 τραγούδια που εμπεριέχουν αλλά και γιατί ορισμένα από αυτά είναι άλλες μίξεις ή εκτελέσεις. Επίσης εμπεριέχεται και όλο το EP “Stand by your man” που είχαν συμπράξει με το group PLASMATICS. Είναι η μόνη φορά που όλα τα τραγούδια του ΕΠ εμφανίζονται κάπου μαζί σε κυκλοφορία μετά την επίσημη του 1982, αν και τα “Masterplan” και “Stand by your man” υπάρχουν και σε άλλες συλλογές. Οι πιο φανατικοί ας τα ψάξουν γιατί από συλλεκτικής άποψης αξίζουν.

– Ο τίτλος της συλλογής ονομάτισε ένα από τα πιο γνωστά δισκάδικα της Αθήνας αφού ο ιδιοκτήτης του είναι γνωστός για τον φανατισμό του με το group.

– Φέτος στην Record Store Day, την επίσημη ημέρα γιορτής του βινυλίου, κυκλοφόρησε το “Remorse? no”, για την επέτειο 40 χρόνων κυκλοφορίας της συλλογής. Η φετινή συλλογή έχει κάποιους από τους τίτλους της αυθεντικής είτε σε άλλες εκτελέσεις, είτε σε demo, είτε από ζωντανή ηχογράφηση.

– Το 2017 η συλλογή κατέλαβε το Νο 7 στην λίστα με τα 100 καλύτερα metal άλμπουμ του περιοδικού Rolling Stone. Η εν λόγω κυκλοφορία ήταν η μοναδική συλλογή στη λίστα.

Θοδωρής Μηνιάτης

A day to remember… 14/9 [MEGADETH]

0
Megadeth

Megadeth

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The system has failed” – MEGADETH
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2004
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Sanctuary
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jeff Balding/Dave Mustaine
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, κιθάρες – Dave Mustaine
Κιθάρες – Chris Poland
Μπάσο – Jimmy Sloas
Drums – Vinnie Colaiuta

Όταν οι MEGADETH έβγαλαν το άνισο “The world needs a hero” (2001), δεν μπορώ να πω ότι μπήκαν και με το δεξί στη νέα χιλιετία. Έχει κάποιες καλές στιγμές αλλά άλλες τόσες μέτριες προς αδιάφορες, σίγουρα ανάξιες να βρίσκονται σε δίσκο MEGADETH, που το ρίχνουν προς το πάτο μιας άτυπης κατάταξης. Μόνο άξιο αναφοράς πέραν αυτών, είναι ότι αυτό, τους έφερε στη χώρα μας στα πλαίσια του Rockwave festival, μαζί με JUDAS PRIEST, για δεύτερη φορά στην ιστορία τους. Και το “Rude awakening” (2002) DVD που το συνόδεψε, ήταν σοβαρό, όπως κάθε εμφάνιση των MEGADETH ακόμα και με session-άδες κατά κύριο λόγο. Και εδώ, στραβώνει το πράγμα, για την υγεία του MegaDave. Ισχυριζόμενος τραυματισμό στο χέρι σε βαθμό που του στερεί τη δυνατότητα να παίζει αποτελεσματικά κιθάρα (πλείστες όσες οι θεωρίες για το πως συνέβη αυτό – δεν θα αναλυθούν εδώ), διαλύει τους MEGADETH την ίδια χρονιά, τον Απρίλιο του 2002.

Μεγάλη θλίψη για τους οπαδούς, ειδικά με το φινάλε αυτό δισκογραφικά (όπως έδειχναν τα πράγματα). Ευτυχώς, ο εφιάλτης τελείωσε ούτε δύο χρόνια μετά. Ιανουάριος 2004, ο Dave Mustaine ως επακόλουθο της “θρησκευτικής του αφύπνισης” (έγινε αναγεννημένος Χριστιανός, για όποιον δεν το γνώριζε πιθανότατα), επανενώνει τους MEGADETH με τον “φίλο από τα παλιά” Chris Poland ως κιθαριστικό παρτενέρ. Οι Ellefson, Pitrelli, DeGrasso δεν ακολούθησαν και ασχολήθηκαν με άλλα projects που έτρεχαν εκείνο το καιρό. Με τα πολλά και με τα λίγα γράφεται ένας δίσκος, που ήταν να βγει ως solo δίσκος του Mustaine, αλλά λόγω υποχρεώσεων συμβολαίου, θα έβγαινε ως MEGADETH. Αρωγοί, ως session μέλη, ήταν ο drummer Vinnie Colaiuta (όποιος γουστάρει jazz, στέκεται προσοχή! – μεγάλο κεφάλαιο του ήχου) και ο μπασίστας Jimmy Sloas. Επίσης, έλεγε ότι θα είναι το τελευταίο MEGADETH άλμπουμ, μια απόφαση που μετάνιωσε γρήγορα, συνεχίζοντας κανονικά μετά το πέρας της κυκλοφορίας του.

Το όνομα αυτού, “The system has failed” και βγήκε στη γύρα σαν σήμερα πριν 20 ολόκληρα χρόνια. Ούτε που κατάλαβα πότε πήγαμε από το να διαβάζω τη κριτική του τότε “φρέσκου” MEGADETH, στο να γράφουμε επετειακό κείμενο γι’ αυτό! Ένας δίσκος που οι Αμερικανοί, το χρειάζονταν όσο τίποτα, προκειμένου να επαναφέρουν αξιοπιστία στο ιερό τους όνομα και λογότυπο.  Από το ατόφια, αδιαμφισβήτητα MEGADETH “Blackmail the universe”, “Kick the chair” (τι τύμπανα είναι αυτά που να με πάρει;!) και “Back in the day” (με το υπέροχα οπαδικό/ενωτικό μήνυμα) που δείχνουν πόσο υπέροχα μπορεί να γκαζώσει ο Mega-Dave ακόμα και στα (τότε) 40 του. Οι υπέροχα “ραδιοφωνικές” στιγμές τύπου “The scorpion” (όχι άδικα τρίτο single), το πρώτο single “Die dead enough” (μόνο εμένα ο Mustaine μου θυμίζει τον Αρχιτέκτονα από το “Matrix” στο video clip; – αν δεν το έλεγα θα έσκαγα – το πρώτο video clip MEGADETH που είδα ποτέ επίσης!) το υπέροχα ερωτικό “Tears in a vial” (τέτοιος είναι, γι’ αυτό τον αγαπάμε!) και το επιθετικό στιχουργικά “Something that I’m not” (περισότερα επ’ αυτού παρακάτω!), δείχνουν αυτή τη πολυμορφία που αγαπήσαμε στους MEGADETH, ειδικά από την εποχή Friedman/Menza και πέρα. Άλλωστε, οι MEGADETH, ουδέποτε ήταν μόνο ένα πράγμα μουσικά, οπότε.

Kάπου ανάμεσα, στέκονται τα τελευταία κομμάτια του δίσκου “Truth be told” (τι ωραίο ξέσπασμα στο φινάλε!), “Of mice and men” (δεύτερο single κιόλας – τι λέγαμε για κλασσικό MEGADETH πιο πριν; Ε αυτό!) και το “My kingdom”. Να τονίσουμε πόσο σοφά μπήκαν τα δύο ιντερλούδια “I know Jack” και “Shadow of deth” στη ροή του δίσκου, προσφέροντας απαραίτητες ανάσες στον ακροατή. 20 χρόνια “The system has failed”, αλλά έλα όμως που τίποτα δεν απέτυχε εδώ! Ίσα ίσα, από εδώ ως και το “The sick…the dying…and the dead!” (2022), με εξαίρεση το “Super collider” (2013) (δεν μετράω το “Th1rte3n” (2011) – είναι επανηχογραφήσεις ήδη γνωστών κομματιών), είχαμε τρομερή ευστοχία υλικού! Πρόκειται για τον πλέον σημαντικό δίσκο της δεύτερης 20ετίας των MEGADETH, ο οποίος έχει μεγαλώσει ΥΠΕΡΟΧΑ σε βάθος χρόνου, ενώ ο ίδιος ο ιθύνων νους το ονομάζει στα liner notes, ευχαριστώντας τους Colaiuta και Sloas, “the record of my life”. Παρότι όλοι ξέρουμε πλέον τον χαρακτήρα του Mustaine, άμα εκείνος λέει “ο δίσκος της ζωής μου”, κάτι παραπάνω ξέρει. Και διαβάζοντας την ιστορία μαζί μου, νομίζω καταλάβατε και εσείς!

Did you know that?

– Αν το “Something that I’m not” σας φαίνεται ιδιαιτέρως δεικτικό και να σκιαγραφεί μια πολύ γνωστή φυσιογνωμία, αυτό είναι διότι….το κάνει! Αναφέρεται στον Lars Ulrich των METALLICA, με τον οποίο μετά την εμφάνιση στο “Some kind of monster” (στην γνωστή σκηνή εξομολόγησης μεταξύ των δύο ανδρών), είχαν και άλλου τύπου διαμάχη, μια και είχε θεωρήσει ο Mustaine ότι το κομμάτι του μπήκε στη ταινία, χωρίς να τον ρωτήσουν. Θα έμεναν λίγα ακόμα χρόνια μέχρι να σταματήσει αυτή η κόντρα. 6 για την ακρίβεια με την Big Four περιοδεία του 2010 να κλείνει τη συζήτηση μια και καλή.

– H σειρά κινουμένων σχεδίων Duck Dodgers, είχε ένα επεισόδιο (S03E12 για την ακρίβεια – ναι, τέτοιος είμαι!) που λεγόταν “In space, no one can hear you rock/Ridealong calamity”. Σε εκείνο το επεισόδιο ο φερώνυμος χαρακτήρας, προσπαθεί να σώσει τη Γη από τους Αρειανούς, οι οποίοι με όπλο ένα τεράστιο σαξόφωνο, απειλούν να αντικαταστήσουν όλη τη μουσική της Γης με easy listening/jazz. Που κολλάει όλο αυτό με το κείμενο παραπάνω; Ο καλλιτέχνης που επαναφέρει ως αντίπαλο δέος ο Dodgers από τον κρυογονικό ύπνο, ήταν ο Dave Mustaine το κομμάτι που αυτή η μορφή των MEGADETH θα έπαιζε εν τέλει, να ήταν το “Back in the day” (με τον ίδιο τον Dave να δανείζει τη φωνή του). Αν δεν το έχετε δει, κάντε το και με ευχαριστείτε μετά!

– Το “Back in the day” στα 10 χρόνια του (2014), έλαβε ένα υπέροχο videoclip με τον Mustaine να ανοίγει σε ένα άσπρο δωμάτιο το βιβλίο των αναμνήσεων από το “τότε”, αυτές να μετατρέπονται σε video και φωτογραφικά ντοκουμέντα και στο τέλος, απλά να το κλείνει. Απλός, λιτός, νοσταλγικός και στο πνεύμα των στίχων. Άμα το είδατε και δεν κύλησε ένα δάκρυ, τι να σας πω, είστε πιο δυνατοί από μένα!

– Το “Shadow of deth” είναι στιχουργικά ο Ψαλμός 23 από το Βιβλίο των Ψαλμών και είναι μέρος της Παλαιάς Διαθήκης.

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 14/9 [DOKKEN]

0
Dokken

Dokken

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Tooth and nail” – DOKKEN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1984
ΕΤΑΙΡΙΑ: Elektra
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Tom Werman – Michael Wagener
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Don Dokken – Φωνητικά
George Lynch – Κιθάρες
Jeff Pilson – Μπάσο
Mick Brown – Ντραμς

Το 1984 ήταν μια πολύ παραγωγική χρονιά για το heavy metal και όταν οι DOKKEN κάνουν ουσιαστικά  το πρώτο τους βήμα το κάνουν σε ένα πολύ ανταγωνιστικό περιβάλλον που από την μια ευνοούσε μπάντες που ήταν στο ύφος τους, από την άλλη όμως το πρόβλημα ήταν ότι έπρεπε να έχεις και την ποιότητα και την προσωπικότητα και την ικανότητα να ξεχωρίσεις. Όπου υπάρχουν ευκαιρίες, υπάρχουν και μεγάλες παγίδες. Το Los Angeles ήταν στην κυριολεξία ένα καζάνι που έβραζε και εκατοντάδες συγκροτήματα προσπαθούσαν να βρουν μια θέση στον ήλιο, ενώ παράλληλα ήδη νέες μπάντες κυκλοφορούσαν συναρπαστικά άλμπουμ ή άλλες πιο παλιές ήταν εκεί για να διατηρήσουν τα σκήπτρα τους.

Αν κάτσει κάποιος να μελετήσει τις κυκλοφορίες εκείνης της χρονιάς το μόνο σίγουρο είναι πως θα πετύχει καμιά εικοσαριά κλασικές hard rock ή metal κυκλοφορίες χώρια όλες τις υπόλοιπες. Από το φρέσκο και οργισμένο thrash των METALLICA του “Ride the lighting” στο υπέρ – metal των IRON MAIDEN του “Powerslave” και των JUDAS PRIEST με το “Defenders of the faith”, στο πιο εκθαμβωτικά  προσιτό heavy των SCORPIONS που έκαναν θραύση με το “Love at first sting” και των DIO με το επικό “The last in line” δεν ήταν καθόλου εύκολο να κερδίσεις μια θέση στο μουσικό πάνθεον της μουσικής σκηνής εκείνα τα χρόνια όταν παράλληλα δεκάδες άλλες μπάντες όπως οι MOTLEY CRUE, TWISTED SISTER, WASP, RATT, ANTHRAX, MANOWAR, KROKUS κλπ,  είχαν φτάσει πια στην πηγή να πιούν νερό και αυτοί. Βάλτε και στο σκηνικό ένα χρόνο πιο πριν τον χαμό με το “Pyromania” αλλά και το “Metal health” και μην ξεχνάτε ότι το 1984 ανέβηκαν και στο νο1 του Billboard  οι VAN HALEN! Ένας ακόμα εξαιρετικά σημαντικός παράγοντας για να πετύχεις την αναγνώριση ήταν να μπουν τα video clips της εκάστοτε μπάντας στο rotation του MTV. Χωρίς αυτό δεν σε έπαιρνε χαμπάρι σχεδόν κανείς και αν δε με πιστεύετε ρωτήστε τους RAINBOW για το ban που έφαγαν με το “Street of dreams”.

Σε αυτό το περιβάλλον και για μια ασταθή μπάντα όπως ήταν οι DOKKEN η επιτυχία που κατάφεραν να γνωρίσουν ήταν πραγματικά κατόρθωμα. Μια επιτυχία η οποία σαφώς και ευνοήθηκε από το πνεύμα και το κλίμα της εποχής, αλλά κατόρθωμα επίσης είναι ότι κατάφεραν να μείνουν ενωμένοι για τρία άλμπουμ πριν σκοτωθούν μεταξύ τους οριστικά και τελεσίδικα. Το “Breaking the chains” δεν το βάζω όπως καταλαβαίνετε στην σειρά για διαφόρους λόγους οι οποίοι δεν είναι της παρούσης. Από εκεί και πέρα το ουσιαστικό ντεμπούτο της μπάντας με το οποίο μπαίνουν συστήνουν και τοποθετούν τους εαυτούς τους στην σκηνή είναι τούτο εδώ, το “Tooth and nail”.  Το συγκεκριμένο άλμπουμ όπως και τα δύο επόμενα “Under lock and key” και “Back for the attack”, είναι ένα εξαιρετικό μίγμα pop/rock μελωδιών φιλτραρισμένων μέσα από το εξαιρετικό rhythm section των Pilson και Brown ενώ οι heavy κιθάρες του Lynch δίνουν την αιχμηρή, κοφτερή και heavy πινελιά που εξισορροπεί τον ήχο της μπάντας τόσο στα αυτιά των πιο hard rock οπαδών αλλά και σε όλων όσων θέλουν μια πιο heavy metal αισθητική.

Το παράδοξο πάντα στους DOKKEN ήταν πως ο αδύναμος κρίκος ήταν τα φωνητικά του ίδιου του Dokken, που ακόμα και εκείνα τα χρόνια δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, αλλά απλά είχαν ένα χρώμα και ένα γρέζι που ταίριαζε ευτυχώς με το ύφος της μπάντας. Άλλωστε ο Dokken δεν είναι και μοναδικό παράδειγμα, όχι κακού, αλλά μέτριου τραγουδιστή που όμως κολλάει με το στυλ και το ύφος της μπάντας. Βλέπε επίσης περιπτώσεις Vince Neil, Dave Mustaine, Axl Rose, Lemmy κλπ. Τώρα ξέρω ότι μερικοί βγάζετε νύχια όταν ακούτε τέτοια πράγματα, αλλά άλλο καλός τραγουδιστής, άλλο καλός ερμηνευτής, άλλο Tate, Dickinson, Dio και Halford. Μην τα κάνουμε όλα ίσιωμα…

Πάμε πίσω στους DOKKEN οι οποίοι σε όλες τις φάσεις που είχαν την συγκεκριμένη σύνθεση μέσα στις τάξεις τους υπήρχε μια τρομερή φαγωμάρα και ένταση, είτε για τον ήχο του συγκροτήματος, είτε για τις σχέσεις τους, είτε για την συγγραφή των τραγουδιών, είτε για τις καταχρήσεις, είτε για τα δικαιώματα, είτε για τα λεφτά. Γενικά ήταν ένα συγκρότημα στο οποίο οι ισορροπίες ήταν πάντα σε τεντωμένο σχοινί και γι’ αυτό ανάφερα πιο πάνω ότι είναι θαύμα το ότι καταφέραν με αυτή τη σύνθεση να κυκλοφορήσουν τρία πραγματικά καλά άλμπουμ.  Η συμφωνία ήταν ότι τα κέρδη από τα δικαιώματα των τραγουδιών και των πωλήσεων, θα μοιράζονταν ισόποσα δια του τέσσερα. Και αυτό έγινε δεκτό αρχικά. Γενικά τα τραγούδια τα έγραφαν οι Lynch και Pilson, και ο Dokken πήγαινε απλά και τα τραγουδούσε στο στούντιο αφού του είχαν δώσει μέχρι και τις μελωδικές γραμμές που θα ακολουθούσε. ΕΚΤΟΣ, και κοίτα να δεις πως ο διάολος χώνεται παντού, από μερικά τραγούδια τα οποία όμως έγιναν οι επιτυχίες τους και ήταν συνθέσεις του ίδιου του DOKKEN, “In my dreams”,  “Just got lucky”,  “Alone again” κ.α. Και εκεί έγινε μπάχαλο μετα από λίγο καιρό… Μα δεν ήταν μόνο αυτό.

Πάμε ξανά  πίσω στο άλμπουμ. H μπάντα αντιμετώπισε και οικονομικές δυσκολίες κατά την παραγωγή του άλμπουμ επειδή η Elektra Records ήταν αρχικά διστακτική να τους δώσει ένα μεγάλο ποσό ως προϋπολογισμό, λόγω της σχετικά μέτριας αποδοχής του “Breaking the chains”, το οποίο για να λέμε και την αλήθεια ούτε καμία ιδιαίτερη επιτυχία γνώρισε, ούτε και τίποτα το σπουδαίο ήταν. Η Elektra Records πίεζε επίσης τη μπάντα να παραδώσει ένα άλμπουμ-επιτυχία, δεδομένου ότι το μέλλον τους με την εταιρεία εξαρτιόταν από αυτό.  Έτσι οι DOKKEN έπρεπε να δουλέψουν με ένα πολύ περιορισμένο budget,  γεγονός που πρόσθεσε άγχος και ένταση στην μπάντα σε μια ήδη δύσκολη διαδικασία ηχογράφησης συνειδητοποιημένοι ότι η αποτυχία θα μπορούσε να σημαίνει το τέλος της καριέρας τους με μια μεγάλη δισκογραφική εταιρεία..

Οι διαφωνίες μεταξύ Dokken και Lynch κατέληξαν σε επικούς καυγάδες όσον αφορά τον ήχο της κιθάρας και κατ’ επέκταση τον ήχο του συγκροτήματος φυσικά, σε σημείο που αποφάσισαν να ηχογραφούν ξεχωριστά προκειμένου να μην τσακώνονται. Ο τραγουδιστής ήθελε πιο προσιτό ήχο, ο κιθαρίστας ήθελε η κιθάρα του να «οδηγεί» το ύφος του συγκροτήματος. Ο Don Dokken, αργότερα δήλωσε ότι ένιωθε τρομακτική πίεση κατά την ηχογράφηση του “Tooth and Nail”.  Δυσκολευόταν με τις υψηλές προσδοκίες και τις εσωτερικές συγκρούσεις, αισθανόταν απομονωμένος από την υπόλοιπη μπάντα, καθώς οι εντάσεις  ειδικά με τον Lynch, τον έκαναν να θέλει να είναι απομονωμένος, όταν ερχόταν η ώρα να ηχογραφήσει τα φωνητικά. Παράλληλα οι ίδιες εντάσεις οδήγησαν και σε αλλαγή παραγωγού. Αρχικά, ο Tom Werman, ο οποίος έκανε τις παραγωγές για τους  MOTLEY CRUE και CHEAP TRICK, προσλήφθηκε για την παραγωγή του “Tooth and nail.”  Ωστόσο, ο George Lynch και ο Don Dokken, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας,  δεν ήταν ικανοποιημένοι με την προσέγγιση του Werman, με αποτέλεσμα να καλέσουν τον Michael Wagener!

Τελικά, και με παράδοξο τρόπο αυτή η σύγκρουση λειτούργησε δημιουργικά και θετικά με αποτέλεσμα να υπάρξει μια εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στις δύο αυτές τάσεις. Στην  επίλυση όλων αυτών, καθοριστικό ρόλο έπαιξε και ο ερχομός του Jeff Pilson, ο οποίος αντικατέστησε τον Juan Croucier μετά την αποχώρησή του για να ενταχθεί στους RATT. Η άφιξη του Pilson έφερε ενέργεια στη μπάντα, έπαιξε βασικό ρόλο στη σύνθεση των τραγουδιών αλλά και οι διπλωματικές του ικανότητες βοήθησαν να μετριαστούν κάπως οι εσωτερικές εντάσεις, και λειτούργησε σε πολύ μεγάλο βαθμό πυροσβεστικά  στην διάρκεια των ηχογραφήσεων του “Tooth and nail”.  Όμως τίποτα από όλα αυτά τελικά δεν είναι ορατά όταν ακούς το άλμπουμ, το οποίο δείχνει τις δυνατότητες της μπάντας να γίνει πρωταγωνιστής εκείνα τα χρόνια στην Αμερικάνικη metal σκηνή και να γνωρίσει επιτυχία. Παράδοξο; Ναι είναι παράδοξο για μια μπάντα με τόσες εντάσεις να κυκλοφορεί ένα τόσο καλό άλμπουμ, και όχι μόνο αυτό, θα ακολουθήσουν και ακόμα δυο ακόμα καλύτερα. Δεν ξέρω τι συμπέρασμα μπορεί κανείς να βγάλει από αυτή την ιστορία, αλλά προσωπικά εμένα με εντυπωσιάζει. Όμως ακόμα και σήμερα εάν ακολουθήσει κανείς δηλώσεις τους, θα διαπιστώσει πόσο χάος υπάρχει στις σχέσεις τους, πόση ένταση και πόσος θυμός.

Αν από το άλμπουμ ήταν να ξεχωρίσει ένα τραγούδι αυτό σίγουρα ήταν το “Alone again” μια μπαλάντα που έγινε μεγάλη επιτυχία για την μπάντα, και ένα από τα κλασικά hit των 80s, φτάνοντας στο Νο. 64 στο Billboard Hot 100 και μέχρι σήμερα κρατά μια χαρά η μπογιά της. Επίσης τα “Just got lucky” (νο 27 στο Billboard mainstream rock chart), “When heaven comes down”, “Into the fire”, “Turn on the action”, “Don’t close your eyes” είναι υποδείγματα εμπορικού hard n heavy ήχου, κλασικά DOKKEN τραγούδια που άντεξαν στον χρόνο και έκτισαν την φήμη τους παγκοσμίως.  Εμπορικά σίγουρα το άλμπουμ ήταν επιτυχία αφού έφτασε μέχρι το νο. 49 στο Billboard  και αργότερα έγινε και πλατινένιο από την RIAA μιας και οι πωλήσεις του ξεπέρασαν το ένα 1.000.000 αντίτυπα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Δημήτρης Σειρηνάκης

OPETH – “Heritage” – Worst to best

0
Opeth

Opeth

Η ουσία στους OPETH δεν είναι τελικά στα death growls που τόσο έχουν λείψει από τους οπαδούς του σχήματος, ούτε στην τραχύτητα εν γένει. Ούτε πιστεύω στον αν παίζουν prog, death, ακουστικά ή όχι. Η ουσία τελικά είναι στην ατμόσφαιρα, στο πώς αυτή η μπάντα και κυρίως η μουσική ιδιοφυία που ονομάζεται Mikael Akerfeldt μπορεί να εγείρει πολύ ιδιαίτερα και πολύπλοκα συναισθήματα στον ακροατή. Θα μου πείτε, αυτή είναι η ουσία για όλη τη τέχνη. Ναι, αλλά εφόσον μιλάμε για την heavy metal μουσική, πιστεύω πως το όνομα OPETH είναι ταυτόσημο με την ατμόσφαιρα, την εναλλαγή από το σκοτεινό στο φωτεινό. Είναι μια μορφή ποίησης που δύσκολα αποκρυπτογραφείται. Τη μουσική των OPETH την βιώνεις σαν ένα κύμα συναισθημάτων που σε εισβάλλουν ανεξήγητα.

Αυτή είναι η ουσία για μένα σχετικά με τη μπάντα του Akerfeldt ακόμα και όταν το line-up άλλαξε ριζικά, ακόμα και όταν έγιναν αναπάντεχες και απότομες αλλαγές στην μουσική τους ταυτότητα. Το “Heritage” λοιπόν, που κυκλοφόρησε σαν σήμερα πριν από δεκατρία χρόνια, δίχασε και αποξένωσε οπαδούς που μιλούσαν για “oldpeth” και “newpeth”, για την εποχή που υπήρχαν death growls και όταν εξαφανίστηκαν.

Το “Heritage” ήταν το επιστέγασμα της συνεργασίας του Akerfeldt με τον Steven Wilson, μέσα από την οποία προέκυψε το ambient project των STORM CORROSSION, μια σχέση για την οποία έχω γράψει πολλάκις εδώ. Το δέκατο άλμπουμ των Σουηδών ήταν και το πρώτο με έναν σαφώς vintage ήχο και στυλ που μας πήγαινε μακριά από το πιο τραχύ παρελθόν και περισσότερο προς τις πιο σκοτεινές και απόκρυφες γωνίες του βρετανικού prog rock με σαφέστατες αναφορές σε μπάντες όπως τους COMUS, τραγουδοποιούς όπως τον Nick Drake, τους Ιταλούς GOBLIN και τους Γάλλους MAGMA. Ναι, πολλά μα πολλά άλλαξαν με αυτό το δίσκο σταυροδρόμι και ορόσημο μιας νέας εποχής. Δίχασε και διχάζει, κάτι που μάλλον ποτέ δεν ενδιέφερε τον Akerfeldt που έκανε και κάνει αυτό που τον εκφράζει στη δεδομένη χρονική συγκυρία.

Ο δίσκος αυτός είναι τίγκα στη κλασσική κιθάρα, στο mellotron που στοιχειώνει, παιγμένο με μαεστρία από τον τεράστιο Per Wiberg, στα ambient μέρη και διανθισμένος με μπόλικο πειραματισμό. Δεν έχει συνοχή ούτε κάποιο concept. Και αυτό ουδέποτε με ενόχλησε αφού στη τελική μιλάμε για ένα παράτολμο πείραμα. Αλλά ένα πράγμα παραμένει αναλλοίωτο στο χρόνο και εχέγγυο του ονόματος OPETH: η μοναδική, σκοτεινή, νοσηρή, μειλίχια και μελαγχολική ατμόσφαιρα που δεν βρίσκει πουθενά αλλού αντίκρισμα.

TheHeritagecountdown:

  1. Heritage” (2.04)

Ο δίσκος ανοίγει με ένα υπέροχο μελαγχολικό, απαλό αλλά τυπικά για τα δεδομένα των OPETH νοσηρό intro. Υπέροχο πιάνο και μια μελωδία που σκάβει μέσα στη ψυχή σου, λίγο πριν σε καλωσορίσει στο παρτέρι του διαβόλου.

  1. Slither” (3.59)

Ναι, και όμως, οι OPETH παίζουν με vintage Fender telecaster κιθάρες, fuzz πετάλια χωρίς πολλές εντάσεις και με μια ευθύτητα και απλότητα που δεν μας είχαν συνηθίσει μέχρι το 2011. Άμεσο, στακάτο, σκοτεινό αλλά και μελωδικό και με ένα υπέροχο break στη μέση που φέρνει σε RAINBOW, πράγμα διόλου τυχαίο μιας και το κομμάτι γράφτηκε στη μνήμη του Ronnie James Dio που έφυγε απ’ τη ζωή έναν χρόνο νωρίτερα.

  1. Marrow of the earth” (4.18)

Το “Heritage” κλείνει με ένα τετράλεπτο instrumental που θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται και στο “Damnation” με την μελαγχολική και υποχθόνια μελωδία στην κλασσική κιθάρα. Αν ακούσετε προσεχτικά, θα συνειδητοποιήσετε πως οι «παλιοί» OPETH δεν εξαφανίστηκαν εξ ολοκλήρου. Αυτό που κάνει το κομμάτι και ξεχωρίζει, όπως πολλά μέρη του δίσκου είναι η folk διάθεση που ταιριάζει πολύ όμορφα στο σύνολο.

  1. Haxprocess” (6.57)

Το πιο πειραματικό, απαλό και παράξενο κομμάτι όλου του δίσκου, χωρίς κάποιο σταθερό ρεφραίν ή κουπλέ, απαιτεί πολλές ακροάσεις που θα σας ανταμείψουν αφού μιλάμε για το επιστέγασμα της ατμόσφαιρας για την οποία έγραφα νωρίτερα. Το μπλουζ σόλο στη μέση θα σας επαναφέρει στις χρυσές εποχές όπου ζωγράφιζε ομοίως στη κιθάρα ο Peter Lindgren. Το mellotron και η κλασσική κιθάρα, που πρωταγωνιστούν στο “Heritage”, λειτουργούν αρμονικά μαζί ενώ ο Martin Axenrot παραδίδει ρεσιτάλ τζαζ drumming.

  1. I feel the dark” (6.37)

Ο τίτλος εδώ τα λέει όλα. Μπορεί πάλι να πρωταγωνιστεί στο μισό κομμάτι η κλασσική κιθάρα, αλλά η σύνθεση αυτή είναι τόσο σκοτεινή όσο και ένα “Master’s apprentice” ή “Grand conjuration”. Ποιος θα το περίμενα πως μια κλασσική κιθάρα και το mellotron, όπως στους KING CRIMSON circa 1969, θα ακουγόντουσαν τόσο τρομακτικά. Και στο πνεύμα του prog rock έχουμε ένα αναπάντεχο ξέσπασμα στη μέση που μας επαναφέρει στη τάξη. Άλλο ένα απολύτως prog κομμάτι με τη στάμπα των OPETH, μια εντελώς καινούργια μα και αναγνωρίσιμη στάμπα.

  1. Nepenthe” (5.37)

Άλλο ένα πειραματικό κομμάτι, κάτι που διαφαίνεται από την εισαγωγή με πάνω από ένα λεπτό ησυχίας και σταδιακής εισαγωγής ενός αρπίσματος, όπως συνήθιζαν κάποτε οι PINK FLOYD. Το πρώτο κουπλέ μπορεί να σας θυμίσει εκείνο του “Face of Melinda” έως ότου ξαφνικά τη σιωπή και το τζαζ feeling διακόψει ένα heavy πέρασμα όπου η κιθάρα και τα πλήκτρα του Per Wiberg πλέξουν ένα τρομερό ριφ σε ντιμινουίτες. Η εξέλιξη του είναι απρόβλεπτη και απαιτητική στον ακροατή μιας και για πολλή ώρα δεν συμβαίνει κάτι το συνταρακτικό, όπως και σε καλλιτεχνικές ταινίες του Ευρωπαϊκού σινεμά. Με λίγη υπομονή και με ένα προσεχτικό αυτί όμως, θα ανακαλύψετε πολλές ομορφιές και πραγματική ποίηση σε ηχοχρώματα.

  1. Folklore” (8.17)

Όπως προστάζει και ο τίτλος του, το δεύτερο μεγαλύτερο κομμάτι σε διάρκεια του δίσκου, έχει μια ιδιαιτέρως folk βάση με απίθανη μελωδία και ρυθμό που παραπέμπουν σε μεσαιωνικό χορό. Παράλληλα πρωταγωνιστεί, ειδικά στο ρεφραίν, μια παραλλαγή του εναρκτήριου ριφ του “The devil’s orchard” με το γνωστό «τριμιτόνιο του διαβόλου». Καθώς προχωράει και εξελίσσεται, καταλήγει σε μια prog rock πανδαισία. Σίγουρα ένα από τα πιο κρυφά διαμάντια στη δισκογραφία των OPETH.

  1. “The lines in my hand” (3.48)

Αν σας εκπλήσσει η θέση του κομματιού στην κατάταξη, δεν είστε μόνοι μιας και ούτε εγώ το περίμενα. Είχα ξεχάσει όμως πόσο πολύ με είχε εντυπωσιάσει την πρώτη φορά ο συνδυασμός της κλασσικής κιθάρας με το γρήγορο και δυναμικό rhythm section. Και όσον αφορά αυτό, τι να πω… ο Axenrot είναι καταιγιστικός. Το κομμάτι εξελίσσεται επίσης άψογα από ένα σχετικά ήρεμο κάπως folk/fusion στυλ σε ένα απολύτως heavy και δριμύτατο τραγούδι με τον Akerfeldt να δίνει ένα ακόμα ρεσιτάλ στο μικρόφωνο καθώς ανεβάζει την ένταση. Απολύτως prog και metal έστω και αν ηχεί σαν να βγήκε από το 1975.

  1. Famine” (8.31)

Το “Famine” κατ’ εμέ θα έπρεπε να βρίσκεται σταθερά στο setlist των OPETH. Είναι τέρμα σκοτεινό, τραχύ και, προς έκπληξη μας, doomy με εκείνο το ρεφραίν όπου η κιθάρα και το rhythm section ακούγονται λες και σέρνουν ένα βαρύ κάρο με φορτίο από νεκρούς. Αν νομίζατε πως ο Akerfeldt είχε ξεχάσει εντελώς πως κάποτε μας παρέπεμπε στους MORBID ANGEL, ακούστε το “Famine”. Έχει αυτή την μοχθηρή ατμόσφαιρα και δίνει την αίσθηση πως ανοίγουν οι πύλες της κολάσεως. Υπάρχει βέβαια και το υπέροχο φλάουτο που δίνει μια folk νότα (μαζί με το τουμπερλέκι στην εισαγωγή), με το νου μας να πηγαίνει αναπόφευκτα στους JETHRO TULL.

  1. The devils orchard” (6.39)

Το μυαλό μου λέει πως το νούμερο δύο μου θα έπρεπε να είναι εδώ αλλά η καρδιά μου λέει αλλιώς. Δεν θέλει και πολλή σκέψη. Μιλάμε για ένα κομμάτι που πλέον θεωρείται κλασσικό, fan favorite που βρισκόταν για πάνω από μια δεκαετία σταθερά στο setlist των OPETH. Δεν ξέρω αν θα μπορούσε να βρίσκεται σε προηγούμενους δίσκους ή όχι αλλά αυτό που ξέρω είναι πως το “The devil’s orchard” είναι όσο νοσηρό, τραχύ αλλά και μελωδικό και prog όσο ένα “The moor” ή “Blackwater park” ασχέτως που έχει μια πιο 70s νοοτροπία. Λες και οι KING CRIMSON, GOBLIN και VAN DER GRAAF GENERATOR δεν έγραφαν σκοτεινή και βαριά μουσική στην εποχή τους. Το σύντομο ρεφραίν με τον στίχο “God is dead” προκαλεί ανατριχίλα, ειδικά όταν ακούγεται ζωντανά. Ο Akerfeldt είναι συγκλονιστικός στην ερμηνεία, το κιθαριστικό ριφ είναι για σεμινάριο και όλη η μπάντα ακούγεται δεμένη και έτοιμη να κατακτήσει μια νέα μουσική Βαλχάλα.

Φίλιππος Φίλης

A day to remember… 13/9 [KISS]

0
Kiss

Kiss

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Animalize” – KISS
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1984
ΕΤΑΙΡΙΑ: Mercury
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Paul Stanley
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/Κιθάρες – Paul Stanley
Φωνητικά/ Μπάσο – Gene Simmons
Κιθάρες – Mark St. John
Τύμπανα – Eric Carr

Βρισκόμαστε κοντά στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και οι KISS έχουν ανακάμψει σημαντικά μετά από ένα εμπορικό τέλμα στο οποίο έφτασαν λίγα χρόνια πριν. To “Dynasty” (1979) έκανε τεράστια επιτυχία αλλά απορρόφησε πολύ από τον disco ήχο που κυριαρχούσε παγκοσμίως τότε, με αποτέλεσμα να ξενερώσει πολλούς από τους οπαδούς τους. Tα “Unmasked” (1980) και “Music from “The Elder”” (1981) κάηκαν σε πωλήσεις, πάρα τις ποιοτικές τους στιγμές, ενώ και το εξαιρετικό “Creatures of the night” (1982) επίσης απέτυχε να αναστρέψει την κατάσταση. Παράλληλα, οι συνεχείς αποχωρήσεις και επιστροφές του κιθαρίστα Ace Frehley και του ντράμερ Peter Kriss, βασικών μελών του συγκροτήματος μέχρι τότε, μάλλον επιβάρυναν περισσότερο την κατάσταση, παρά την ισορροπούσαν. Πλέον απειλούνταν η ίδια η ύπαρξη των KISS, καθώς το συγκρότημα έπλεε σε αχαρτογράφητα νερά δίχως πανιά στη μέση του πελάγους, έχοντας χάσει επαφή με το νεότερο κοινό και δη αυτό του MTV, που είχε τα δικά του συγκροτήματα και ακούσματα.

Σε εκείνη ακριβώς την φάση οι Paul Stanley (φωνητικά/κιθάρα) και Gene Simmons (φωνητικά/μπάσο) κατάλαβαν ότι έπρεπε να κόψουν τους δεσμούς τους με το παρελθόν, προκειμένου να επιβιώσουν κι έτσι προέβησαν σε ριζοσπαστικές κινήσεις. Με πρώτη και καλύτερη την εγκατάλειψη του θρυλικού make-up που τους είχε καθιερώσει ως υπερήρωες-rock stars στο συλλογικό υποσυνείδητο της Αμερικής. Σε δεύτερη φάση, οι Frehley και Kriss απομακρύνθηκαν οριστικά από τον κύκλο των KISS, με τον κιθαρίστα να φεύγει στο “Creatures of the night” και τον ντράμερ ένα χρόνο νωρίτερα, μετά το πειραματικό “Music from “The Elder”. Την θέση της «Γάτας» πίσω από τα τύμπανα πήρε η «Αλεπού», Eric Carr, ενώ στην κιθάρα, κατέληξε ο «Μάγος» Vinnie Vincent, ένας εντυπωσιακός μουσικός με έφεση και στο συνθετικό κομμάτι. Καρπός αυτών των διεργασιών ήταν το “Lick it up” (1983), μία εμφατική επιστροφή για τους KISS, που εκμεταλλεύτηκαν κάθε λεπτό της νέας δημοσιότητας λόγω της απαλλαγής από το make-up και το φρέσκο line-up. Μέσω αυτού, το συγκρότημα ξαναμπήκε στο προσκήνιο, ξανά στο top-30 των ΗΠΑ κι έγινε σύντομα χρυσό (κάτι που είχε να γίνει από το “Unmasked”) και με το πρώτο τους video clip για το MTV.

Ήταν πολύ καλό για να κρατήσει. Σύντομα, ο Vinnie Vincent είδε την πόρτα της εξόδου, καθώς θεωρήθηκε ότι ξεπερνάει τις αρμοδιότητες του από τους Stanley και Simmons. Το ποτήρι ξεχείλισε όταν ο κιθαρίστας παράτεινε το σόλο του σε μία εμφάνιση των KISS στο Los Angeles, έχοντας τον Stanley να περιμένει έξαλλος στην άκρη της σκηνής για να βγει και να συνεχιστεί το set list. Μετά το τέλος της συναυλίας, στα παρασκήνια, κόντεψαν να πλακωθούν στο ξύλο, με τους ψυχραιμότερους να παρεμβαίνουν για να αποφευχθούν τα χειρότερα. Παρόλα αυτά, η δυναμική του “Lick it up” τους κράτησε στην επιφάνεια και τώρα η μπάντα αναζητούσε ένα νέο κιθαρίστα, τον οποίο βρήκε στο πρόσωπο του Mark Norton, ή, πιο γνωστό με το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο, Mark St. John.

Επρόκειτο για ένα θεαματικό κιθαρίστα, που το στυλ του προσομοίαζε περισσότερο σε shred παρά στο καυτό rock n’ roll στυλ των KISS. Μία σπίθα που την χρειάζονταν, μιας και τα 80s είχαν διαφορετικές απαιτήσεις από τα 70s, δεκαετία που η μπάντα γνώριζε και δούλευε πολύ καλά. Με το “Pyromania” των DEF LEPPARD, που κυκλοφόρησε επίσης το 1983 και έκανε θραύση στα charts, να έχει θέσει τον πήχη πολύ ψηλά, τόσο μουσικά όσο και οπτικά, όλοι χρειαζόταν να βελτιώσουν το προϊόν τους προκειμένου να παίξουν το παιχνίδι ανταγωνιστικά. Κάτι στο οποίο δεν βοήθησε καθόλου το νέο ενδιαφέρον του Gene Simmons, η υποκριτική.

Το 1984 έπαιξε τον «κακό» στην ταινία “Runaway”, όπου πρωταγωνιστούσε ο γνωστός μουστακαλής ηθοποιός Tom Selleck, γνωστός από την σειρά “Magnum, P.I.”. Σε ένα άλλο ρόλο του έπαιξε στους «Σκληρούς του Μαϊάμι» ως ένας φανταχτερός νταβατζής. Παράλληλα τον είχε απορροφήσει και η μουσική παραγωγή, καθώς και το management συγκροτημάτων όπως οι φερέλπιδες BLACK N’ BLUE.

Στο μεταξύ, ο Stanley πάλευε να διατηρήσει την μπάντα ενεργή, αναλαμβάνοντας μέχρι και την παραγωγή της επόμενης δουλειάς τους. Ακόμα χειρότερα, δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με τον Mark St. John. Ο κιθαρίστας προσπαθούσε υπερβολικά πολύ, με αποτέλεσμα να μην είναι «οικονομικός» στα σόλο του, ενώ ο Stanley καταιγιζόταν από ένα συνονθύλευμα διαφορετικών σόλο κάθε φορά που προσπαθούσαν να γράψουν ένα τραγούδι. Επιπλέον, ο Eric Carr δήλωσε πως η γενικότερη συμπεριφορά στις ηχογραφήσεις ήταν πολύ αλαζονική, κάτι που έβγαλε τους υπόλοιπους εκτός εαυτού. Βέβαια, ο St. John είχε μία διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων, καθώς υποστήριζε πως ενώ ο Simmons ήταν σε γυρίσματα, ο Stanley την είχε κοπανήσει στις εξωτικές Βερμούδες με την τότε κοπέλα του (την disco τραγουδίστρια Lisa Hartman) και ο Carr περιφέρονταν στην Florida με μία παρέα από πρόθυμες groupies, όλο το βάρος της ηχογράφησης έπεσε στον ίδιο, τον μόνο που δούλευε στο στούντιο με κάποιους ηχολήπτες και μηχανικούς ήχου. Ίσως θα ήταν καλό να θεωρήσουμε πως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στην μέση. Γεγονός, πάντως, είναι πως ο Stanley, ο οποίος έφερε προσωπικά και εξ ολοκλήρου την ευθύνη όλου του project, κατάφερε με την επιμονή του να ηχογραφήσουν ένα άλμπουμ που τους κράτησε στο επίκεντρο των εξελίξεων σε συνέχεια του “Lick it up”.

Το άλμπουμ αυτό θα βαφτιζόταν “Animalize”, μία έμπνευση του Stanley για το πως η τεχνολογία τραβάει τον άνθρωπο μακριά από την ίδια του τη φύση και τον βάζει σε ένα άλλο επίπεδο. Ωστόσο, το μουσικό στυλ των τραγουδιών, συνολικής διάρκειας κάτι λιγότερο από 36 λεπτά, ήταν το τυπικό AOR/Arena hard rock που θα τους χαρακτήριζε για την επόμενη δεκαετία. Και θεματικά, τα γνωστά: σεξ και ηδονισμός. To εξώφυλλο είχε τέσσερα διαφορετικά ήδη από δέρματα ζώων (πάνθηρας, λεοπάρδαλη, ζέβρα, τίγρης) υπογραμμίζοντας το ζωώδες κομμάτι του “Animalize”.

Για την σύνθεση και ηχογράφηση του άλμπουμ, οι KISS επιστράτευσαν γνωστά (πλέον) ονόματα του χώρου, όπως ο δημιουργός των επιτυχιών, Desmond Child, που τους έγραψε το μεγαλύτερο τους hit single από την περίοδο του “Unmasked” και το πιο γνωστό τραγούδι του δίσκου, το “Heaven’s on fire”. Ήταν το πρώτο εκ των δύο single που βγήκαν από αυτή την κυκλοφορία και συνοδεύτηκε από σχετικό video clip. Το δεύτερο ήταν το εντυπωσιακό “Thrills in the night”, με την υπογραφή του φανταχτερού έγχρωμου μπασίστα με την ξανθιά μοϊκάνα, Jean Beauvoir, για τον οποίο ο Stanley έτρεφε τεράστια εκτίμηση. Το τραγούδι, που μιλάει για μία διπρόσωπη γυναίκα, η οποία την μέρα είναι καθωσπρέπει και το βράδυ μεταμορφώνεται σε μία θηλυκή κυνηγό του σεξ, δεν έκανε κάποια ιδιαίτερη επιτυχία (παρά την προώθηση μέσω video clip και παρόλο που προσωπικά το θεωρώ πιο ενδιαφέρον από το “Heaven’s on fire”.

Ο Desmond Child, πέρα από δεύτερα φωνητικά στο άλμπουμ, έβαλε το χεράκι του και στο πολύ δυνατό, εναρκτήριο τραγούδι του “Animalize”, το “I’ve had enough (Into the fire)” και στο “Under the gun”, ενώ ένας άλλος συνθετικός συντελεστής ήταν και ο Mitch Weissman, ηθοποιός στην ταινία “Beatlemania” (1981), όπου υποδυόταν τον Paul McCartney. Με τον Weismann ο Stanley έγραψε το  Led Zeppelin-ικό “Get all you can take”, ενώ ο Simmons βρήκε χρόνο μεταξύ άλλων να γράψει μαζί του τα “While the city sleeps” και το τελευταίο τραγούδι του άλμπουμ, το “Murder in high-heels”. Σε αυτά ο Weismann έπαιξε και κάποια επιπλέον κιθαριστικά μέρη. Από τις δύο προσωπικές συνεισφορές του Gene Simmons, περισσότερο ακούστηκε το “Burn bitch burn” από το έτερο “Lonely is the hunter”, αν και αμφότερα δεν διεκδικούν δάφνες ποιότητας. O μεγάλος Jean Beauvoir ακούγεται με το μπάσο του στα “Get all you can take”, “Under the gun” και, φυσικά, στο δικό του “Thrills in the night”.

Αυτός που βγήκε χαμένος από την όλη υπόθεση ήταν ο St. John, ο οποίος, δυστυχώς, άρχισε να αντιμετωπίζει κάποια ιδιαίτερα προβλήματα υγείας λίγο πριν ολοκληρωθούν οι ηχογραφήσεις. Μία σπάνια και επίπονη περίπτωση αρθρίτιδας, που εκδηλώθηκε σε νεαρή ηλικία, μόλις στα 28 του, τον κατέστησε ανίκανο να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του, αναγκαζόμενος μέχρι και να προχωράει με μπαστούνι. Για την ιστορία, ο Mark St. John, που πέρασε σαν διάττοντας αστέρας από αυτό το ένα άλμπουμ των KISS, πέθανε το 2007, στα 51 του, αφού είχε προηγηθεί άγριος ξυλοδαρμός του στην φυλακή όπου είχε μπει μετά από κατηγορία για κατοχή ναρκωτικών και αντίστασης κατά της αρχής.

Λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του Mark St. John, οι KISS βγήκαν ξανά στο κυνήγι κιθαρίστα, τον οποίο χρειάζονταν άμεσα, όχι μόνο για να ολοκληρώσουν τα κιθαριστικά κομμάτια των “Lonely Is the hunter” και “Murder in high-heels”, αλλά και για να ξεκινήσουν την βρετανική τους περιοδεία. Η αναζήτηση έλαβε τέλος όταν έπεσαν πάνω στον Bruce Kulick. Μικρότερος αδελφός του παλιού τους συνεργάτη Rob Kulick, o Bruce πήγε στις οντισιόν τόσο για την αντικατάσταση του Ace Frehley, όσο και του Vinnie Vincent, αν και δεν τα κατάφερε σε καμία από τις δύο, ενώ σημειώνεται πως γνώριζε προσωπικά τον Paul Stanley! Η ανάγκη για άμεση αντικατάσταση του Mark St. John ήταν αυτή που έκανε το τηλέφωνο του νεότερου Kulick να χτυπήσει, με μία προσφορά που την δεδομένη στιγμή δεν μπορούσε να αρνηθεί. Αρπάζοντας την ευκαιρία, ο Bruce όχι μόνο έπαιξε τις κιθάρες που έλειπαν στα προαναφερθέντα κομμάτια, αλλά μπήκε στο αεροπλάνο, δίχως δεύτερη σκέψη, για να παίξει την πρώτη του συναυλία με την μπάντα στο Brighton στα τέλη Σεπτέμβρη του ‘84, όπου πάγωσε στην σκηνή από το άγχος του!

Παρόλα αυτά, ο St. John ήταν ακόμα μέλος των KISS και καθώς βαθμιαία ξεπερνούσε το πρόβλημα του, τους ακολούθησε αργότερα στις εμφανίσεις τους επί αμερικανικού εδάφους. Στόχος ήταν να τον βάλουν πίσω στο κλίμα με το μαλακό, με μερικά guest κομμάτια σε κάθε σόου, όμως ο St. John άρχισε πάλι να παίρνει περισσότερες πρωτοβουλίες από αυτές που τους αναλογούσαν, κάτι παρόμοιο με αυτά που έκανε ο Vincent στην περιοδεία του “Lick it up”. Η απόλυσή τους από τους KISS ήταν θέμα χρόνου και όντως αποχώρησε στα τέλη του Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς. Αρχές Δεκεμβρίου, οι KISS, πιο κατασταλαγμένοι πλέον, πήραν τον Bruce Kulick ως μόνιμο κιθαρίστα. Οπτικό ντοκουμέντο αυτής της περιοδείας αποτελεί το “Animalize Live Uncensored”, μαγνητοσκοπημένο από την συναυλία της 8ης Δεκεμβρίου 1984 στο Cobo Hall του Detroit, πόλης-προπύργιο των KISS στις ΗΠΑ, που αργότερα προβλήθηκε και στο MTV.

Το “Animalize” κυκλοφόρησε ακριβώς 40 χρόνια πριν από σήμερα και με αυτό οι KISS επιτέλους ξαναμπήκαν στα γνωστά τους λημέρια, στο αμερικάνικο top-20 του Billboard Chart, συγκεκριμένα στο νο. 19. Μέχρι το τέλος της περιοδείας τους, το άλμπουμ είχε γίνει πλατινένιο, ενώ έκανε και μεγάλο σουξέ στο Ηνωμένο Βασίλειο, φτάνοντας ακόμα ψηλότερα, στο νο. 11. Πλατινένιο έγινε και στον γειτονικό Καναδά, ενώ στην Φινλανδία κέρδισε ένα χρυσό δίσκο, μιας και είχε μεγάλη επιτυχία όχι μόνο εκεί αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ο καιρός που πάλευαν μέσα στο φάσμα της αφάνειας μετά το “Dynasty” είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί και εφεξής οι KISS θα έγραφαν νέες χρυσές και πλατινένιες σελίδες στην μεγάλη ιστορία τους, όντας πάλι μέλος της ελίτ του αμερικανικού hard rock και κοιτώντας στα μάτια όλα τα νέα glam metal συγκροτήματα που έκαναν τόσο πολύχρωμη και πληθωρική την αγαπημένη δεκαετία των 80s.

Κώστας Τσιρανίδης

A day to remember… 12/9 [SATYRICON]

0
Satyricon

Satyricon

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The shadowthrone” – SATYRICON
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Moonfog
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Satyr
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Satyr – Φωνητικά, κιθάρες, πλήκτρα
Samoth – Κιθάρα, μπάσο
Sverd – πλήκτρα
Frost – Τύμπανα

Το δεύτερο full length άλμπουμ των SATYRICON διαμορφώθηκε από τον Satyr από τον Ιανουάριο του 1991 μέχρι τον Αύγουστο του 1993. Ουσιαστικά διαμορφώθηκε την ίδια περίοδο με το ντεμπούτο τους, “Dark medieval times”, το οποίο κυκλοφόρησε την προηγούμενη χρονιά. Οι διαφορές που έχουν, όμως, είναι εμφανείς τόσο στον ηχητικό σχεδιασμό τους, όσο και στη δομή των κομματιών, έχοντας μια πιο στρωτή ηχητική και σαφέστατα απομακρυσμένη από την τραχύτητα που είχαν μέχρι τότε. Σε εκείνη την περίοδο ο Satyr ετοίμαζε υλικό το οποίο παρουσιάστηκε σε αυτά τα δύο πρώτα άλμπουμs των SATYRICON, καθώς και για τους STORM – project με τον Fenriz των DARKTHRONE και την Kari Rueslatten των THE 3RD AND THE MORTAL – όπως και για το μοναδικό προσωπικό του άλμπουμ με το επώνυμο του (WONGRAVEN).

Με τη βοήθεια του Sverd των ARCTURUS και του Samoth των EMPEROR, ηχογράφησε τον Μάιο του 1994 στα Waterfall studios αυτό το άλμπουμ, έχοντας πάντα μαζί του τον Frost στα drums. Η folk μουσική είχε επηρεάσει εκείνη την περίοδο τον νεαρό μουσικό, γεγονός που είναι πολύ εμφανές, βάζοντας τις ακουστικές κιθάρες ακόμα και μέσα σε μαυρομεταλλικά περάσματα, καθιστώντας το ιδιότυπη προσέγγιση. Κι αυτό γιατί συνηθίζεται ακόμα και από τους ίδιους να λειτουργούν σαν «διαλείμματα» παρά σαν μέρος της ενορχήστρωσης.

Το τελικό αποτέλεσμα φανέρωσε την πιο ευκολοάκουστη ηχητική τους πλευρά μέχρι τότε και προάγγελος του δίσκου των STORM, που ηχογραφήθηκε μετά από ένα εξάμηνο. Το κοινό τους στοιχείο είναι η ατμόσφαιρα που διαμορφώνουν οι κιθάρες που ακολουθούν μια γραμμική mid tempo συνθετική προσέγγιση, έχοντας μέχρι και ανάλογες απαγγελίες. Το καταληκτικό instrumental, “I en svart kiste”, μπορεί να θεωρηθεί προπομπός του “Fjelltronen” του WONGRAVEN project. Και τα δύο αυτά άλμπουμ κυκλοφόρησαν από τη Moonfog, την εταιρία που έστησε ο Satyr ως sub label της Tatra, αποφεύγοντας την αναζήτηση εταιρίας σε μια περίοδο που υπήρχαν πολλά underground labels για τις πρώτες black metal κυκλοφορίες από τη Νορβηγία. Αυτό το γεγονός δείχνει και τις δυνατότητες που υπήρχαν τότε για τους νεαρούς μουσικούς να στήσουν ακόμα και δική τους εταιρία. Βέβαια η κακή διανομή της Tatra εμπόδισε στο να γίνουν αυτά τα άλμπουμ περισσότερο γνωστά, κάτι που άλλαξε άρδην με την αναγνωρισιμότητα που απέκτησαν μετά την κυκλοφορία του “Nemesis divina” το 1996.

Καταληκτικά αυτό το άλμπουμ για εμένα παραμένει από τότε που κυκλοφόρησε ως ένα κολλάζ ιδεών που αφέθηκαν σε δεύτερη μοίρα μετά την επιλογή των καλύτερων που περιλαμβάνονται στο φοβερό πρώτο τους άλμπουμ. Είναι, όμως, αντιπροσωπευτικό δείγμα της τάσης που υπήρχε στη νορβηγική σκηνή εκείνης της εποχής  για ένταξη της folk μουσικής.

Η remastered επανακυκλοφορία του με αλλαγμένο εξώφυλλο έχει ακόμα πιο ευκολοάκουστο ήχο, κάτι που μάλλον οφείλεται στο ότι ο Satyr ακολουθεί την ίδια προσέγγιση και στον σημερινό ήχο των SATYRICON.

Λευτέρης Τσουρέας

2024 Rethymno Rocks! – SUICIDAL ANGELS, EVERGREY, DOMINE, COSMIC PLUNGE

0
Suicidal Angels

Rethymno

Εδώ και πολλά χρόνια, η Κρήτη όχι μόνο έχει μπει στο μεταλλικό συναυλιακό χάρτη, αλλά έχει εδραιωθεί κιόλας. Μαζί με το Chania Rock Festival των Χανίων και το πιο νέο Over the Wall του Ηρακλείου, έρχεται τα τελευταία χρόνια και το Rethymno Rocks! του  Ρεθύμνου να συνεισφέρει στην ισχυροποίηση αυτού του σκηνικού, με μια σοβαρή διοργάνωση, που χρόνο με το χρόνο δείχνει όλο και περισσότερα και ωραία πράγματα. Ο χώρος μέσα στο ενετικό κάστρο της Φορτέτσας είναι πανέμορφος και ιδανικός για αυτή τη φάση και πρέπει να βρεθεί κάποιος εκεί για να το αντιληφθεί πλήρως. Δεν είναι τυχαίο που πολλά από τα συγκροτήματα που έχουν περάσει από το φεστιβάλ τον έχουν σχολιάσει θετικότατα.

Η τελευταία μέρα του φεστιβάλ άνοιξε με τους COSMIC PLUNGE από το Ηράκλειο και το doom metal τους. Κάποιες καθυστερήσεις στη διεξαγωγή των soundcheck πριν τη συναυλία είχε σαν αποτέλεσμα οι Ηρακλιώτες να ξεκινήσουν καθυστερημένα το set τους, αλλά τελικά μάλλον ευνοημένοι ήταν, μιας οι ίδιοι θα έπαιζαν σε μεγαλύτερο κοινό. Η μπάντα από την πρώτη στιγμή μας φιλοδώρησε με βαριά, αργόσυρτα και πένθιμα riffs. Ο ήχος ήταν εξαρχής δυνατός και βαρύς, ακριβώς έτσι άρμοζε στο υλικό της μπάντας. Κατά τη διάρκεια του set τους ακούσαμε κομμάτια και από τις δύο full length κυκλοφορίες της μπάντας, αλλά και το εξαιρετικό “Pandora’s Bones” από το περσινό της ομώνυμο single, με το οποίο η μπάντα έκλεισε την εμφάνισή της ζεσταίνοντας τον ήδη αρκετό κόσμο που είχε ήδη μαζευτεί.

Αφού είχε αρχίσει ήδη να πέφτει το σκοτάδι, επί σκηνής ανέβηκαν οι Ιταλοί DOMINE, με το κοινό να τους χειροκροτεί αρκετά, δείχνοντας πως υπήρχε πολύς κόσμος που περίμενε την εμφάνιση της πεντάδας από την Τοσκάνη. Η μπάντα ενώ δισκογραφικά έχει να κυκλοφορήσει καινούργια δουλειά από το μακρινό 2007 και το “Ancient Spirit Rising”, συναυλιακά δεν είναι αδρανής μιας και κάθε χρονιά δίνει επιλεκτικά κάποια shows, σβήνοντας  μερικώς τη δίψα των οπαδών τους. Έχοντας στα μπαγκάζια τους κάποια δυνατά κομμάτια, ανέβηκαν στη σκηνή της Φορτέτσας εν μέσω ευφημισμών.  Ο ήχος εκπληκτικός και η μπάντα αν και στατική, απέδωσε πολύ καλά το υλικό της. Ο δε κόσμος από κάτω φαινόταν να απολαμβάνει το epic heavy/ power metal των Ιταλών και να τους καταχειροκροτεί σε κάθε κομμάτι. Λόγω του ότι ξεκίνησαν καθυστερημένα, η μπάντα μας ενημέρωσε πως θα παίξει ένα κομμάτια λιγότερο. Highlights της εμφάνισής τους, αναμφίβολα η απόδοση του Morby στα φωνητικά, όπως και το “The eternal champion” από το ομώνυμο ντεμπούτο τους, αλλά και το “The Ride of the Valkyries”.

Και κάπου εκεί είχε φτάσει η ώρα για μια από τις μεγάλες μου αγάπες, τους Σουηδούς EVERGREY. Έχοντας στα μπαγκάζια τους μια εξαιρετική δουλειά, το “Theories of Emptiness”, επέστρεφαν στη χώρα μας μετά από μια πενταετία. Προσωπικά είχα να τους δω live από το 2014 και την περιοδεία του “Hymns for the broken”, οπότε ανυπομονούσα. Μετά τις απαραίτητες προετοιμασίες οι Σουηδοί ανέβηκαν στο σανίδι με το εξαιρετικό “Falling From the Sun” που ανοίγει και το τελευταίο τους πόνημα. Ο ήχος άψογος και εδώ, ογκώδης και καθαρός, «ταμάμ» για τα groov-άτα riffs της μπάντας, με στιγμές να νιώθεις χωρίς υπερβολή πως ακούς CD ή τουλάχιστον μια live ηχογράφηση. Η μπάντα είχε απίστευτη όρεξη, και από την πλευρά του κόσμου ο ενθουσιασμός περίσσευε, δημιουργώντας μια όμορφη, αμφίδρομη σχέση μεταξύ των δύο. Συνέχεια με το επίσης καινούργιο “Say” και το “Midwinter Calls” από τον προηγούμενο δίσκο τους. Η απόδοση της μπάντας κινείται σε απίστευτα επίπεδα με τον κόσμο να είναι έρμαιο των ορέξεων των Σουηδών. Συνέχεια με τα “Distance” και “Weightless” και ο Tom Englund μας παρουσιάζει τον καινούργιο drummer της μπάντας, τον Νορβηγό Simen Sandnes. Εξαιρετικός και δυνατός drummer, δείχνει ότι έχει δέσει εξαιρετικά με την υπόλοιπη μπάντα, παρά τον λίγο καιρό που περιοδεύουν παρέα.

Τη σκυτάλη παίρνει το “Where August Mourn”, και είναι εμφανές ότι η μπάντα δίνει έμφαση στο πιο πρόσφατο υλικό της. Για όσους βέβαια παρακολουθούν τα set που παίζει η μπάντα τα τελευταία χρόνια, δεν αποτελεί νέο η δόμηση του set. Το παράδοξο, που προσωπικά δε θυμάμαι άλλη συναυλία που να έχω πάει και να έχω παρατηρήσει κάτι είναι πως μέχρι στιγμής είχαν παιχτεί 6 κομμάτια και όλα τους είχαν κυκλοφορήσει σαν video clip… Πριν το “Call Out the Dark” o Englund μας προέτρεψε να τραγουδήσουμε τους στίχους του κομματιού και αν δεν τους γνωρίζουμε, να ανοιγοκλείνουμε το στόμα μας. Θεούλης! Γενικά κι αυτός και ο Henrik Danhage είχαν απίστευτη όρεξη και επιδίδονταν συνεχώς σε αλληλοπειράγματα μεταξύ τους, αλλά και με το κοινό δείχνοντας πόσο ευχαριστιόντουσαν την βραδιά και το live. Απόδειξη τα χαμόγελα όλων των μελών της μπάντας, ακόμα και των Johan Niemann και Rikard Zander που παραδοσιακά είναι πιο ανέκφραστοι.

Το πιο uptempo “Eternal Nocturnal” ξεσήκωσε περαιτέρω τον κόσμο. Σε μια παύση πριν το επόμενο κομμάτι ο Englund μας ζήτησε να κάνουμε ησυχία για δευτερόλεπτα για να ακούσει κάτι. Ο ίδιος είπε πως μάλλον άκουγε τη φωνή του Θεού και μας ζήτησε να αναγνωρίσουμε τη μελωδία που ταυτόχρονα έπαιζε ο Zander στα πλήκτρα. Δεν ήθελε πολύ να καταλάβουμε πως το επόμενο κομμάτι θα είναι το πολυαγαπημένο “A Touch of Blessing”. Μετά από μια πανέμορφη εισαγωγή με άπλετα ηλεκτρονικά στοιχεία του Zander, η μπάντα μας χάρισε μια εξαιρετική εκτέλεση του μοναδικού “παλιού” κομματιού που ακούστηκε κατά τη διάρκεια της βραδιάς. Το “King of Errors” έτυχε υπέρθερμης υποδοχής από το κοινό το οποίο το τραγουδούσε ανελλιπώς. Δυστυχώς ούτε οι EVERGREY γλίτωσαν από το να κουτσουρέψουν το set τους, με το “The Silent Arc” να θυσιάζεται προκειμένου να μαζευτεί λίγο η κατάσταση με το χρόνο και τις αρχικές καθυστερήσεις.

Για το τέλος οι Σουηδοί μας επεφύλασσαν άλλο ένα εξαιρετικό κομμάτι από την τελευταία τους δουλειά, το “Misfortune”. Με το “Save Us” έπεσε η αυλαία της εμφάνισης της μπάντας, η οποία μας ευχαρίστησε ακόμα μια φορά και μας έδωσε ραντεβού σε περίπου 3 μήνες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, το Δεκέμβριο. Μεγάλη εμφάνιση οι EVERGREY, άκρως επαγγελματική, σε καμία περίπτωση διεκπεραιωτική, καταθέτοντας την ψυχή τους.

Η μπάντα άφησε τη σκηνή και ξεκίνησαν τάχιστα οι προετοιμασίες για τους headliners της βραδιάς, SUICIDAL ANGELS. Αφού ολοκληρώθηκαν όλες οι απαραίτητες ετοιμασίες, τα φώτα χαμήλωσαν και αφού το intro που ακουγόταν από τα ηχεία σταμάτησε, η μπάντα όρμησε σαν σίφουνας στη σκηνή, ανοίγοντας το set της με το εξαιρετικό “When the Lions Die”, το οποίο ανοίγει τον πρόσφατο και επίσης εξαιρετικό δίσκο της, “Profane Prayer”. Ο κόσμος μπήκε στο κόλπο αμέσως και η ατμόσφαιρα μύριζε θειάφι εξαρχής. Η μπάντα συνεχίζει να παίζει κομμάτια από την πρόσφατη δουλειά της, με τα “Crypts of Madness”, “Purified by Fire” και “The Return of the Reaper” να ακολουθούν.

Αυτό που ζούμε μπορεί να περιγραφεί μόνο με μια λέξη. Μακελειό! Ειδικά στο “Purified by Fire” η φάση ήταν απίστευτη με moshpits να έχουν στηθεί από νωρίς. Εάν κάποιος τραβούσε ένα βίντεο μόνο τις αντιδράσεις του κόσμου και τις έδειχνε σε κάποιον άλλο, σίγουρα ο άλλος θα στοιχημάτιζε πως το κοινό είναι από κάποια συναυλία ενός μεγάλου ονόματος. Βέβαια, οι SUICIDAL ANGELS έχουν μεγαλώσει αρκετά τα τελευταία χρόνια και δεν είναι διόλου τυχαίο το ότι ξαναβρήκαν στέγη σε μια από τις μεγαλύτερες ανεξάρτητες εταιρείες στο χώρο μας, τη Nuclear Blast. Άλλωστε και οι κινήσεις και το στήσιμο της μπάντας επί σκηνής παραπέμπουν σε μεγάλη μπάντα. Εκτελεστικά αψεγάδιαστοι, καλοπροβαρισμένοι και αλάνθαστοι, με τον αέρα του headliner, είχαν θέσει τους κανόνες τους και ο κόσμος απλά ακολουθούσε. Ξανά ο ήχος είναι κάτι παραπάνω από άψογος. Τα βλέμματα του περισσότερου κόσμο ήταν συγκεντρωμένα στον frontman της μπάντας, Νίκο Μελισσουργό, αλλά και φυσικά στον Gus Drax ο οποίος έπαιζε τις… κάλτσες του, αλλά εγώ θα ήθελα να σταθώ στον Άγγελο Λελικάκη στο μπάσο με την εξαιρετική του δουλειά και λίγο παραπάνω στον απίστευτο Ορφέα Τζορτζόπουλο ο οποίος έπαιζε πραγματικά χωρίς αύριο. Πραγματικό κτήνος πίσω από το drumkit του.

Βουτιά στο πιο παλιό υλικό με το “Bloodbath” και με άλλο ένα μικρό χαμό να λαμβάνει χώρα μπροστά από τη σκηνή. Το χώμα και η σκόνη ανέβαιναν στον Ρεθυμνιώτικο ουρανό από το moshpit που στήθηκε από τις πρώτες κιόλας νότες του κομματιού. Είναι αξιοθαύμαστο πως το κοινό παίρνει φωτιά, σα σπίθα που φουντώνει από τις αναθυμιάσεις και μόνο. “Bloody Ground” στα καπάκια πριν να γυρίσουμε πάλι στα πιο καινούργια τραγούδια. Το ρολόι δείχνει περασμένα μεσάνυχτα και η μπάντα μας ενημερώνει πως πρέπει και αυτή να “κουτσουρέψει” το σετ της, αλλά έχει χρόνο ακόμα για κάνα δύο κομμάτια. “Apokathilosis” και “Capital of War” το όνομα αυτών και η μπάντα σχεδόν αποθεώνεται τελειώνοντας το σετ της.

Άλλο ένα εξαιρετικό event έφτασε στο τέλος του. Το Rethymno Rocks! μεγαλώνει με αρκετά σταθερά βήματα. Μπράβο στα παιδιά από τον Πολιτιστικό σύλλογο Σκιές για τη διοργάνωση και ευχές για ακόμα καλύτερα πράγματα του χρόνου.

Θανάσης Μπόγρης

BATUSHKA: Αλλάζουν όνομα από την νέα χρονιά και γίνονται PATRIARKH

0
Photo by Jacek Jaca Wisniewsky
Patriarkh
Photo by Jacek Jaca Wisniewsky

Μετά από ένα πολύμηνο σίριαλ σχετικά με το όνομά τους, οι Πολωνοί black metallers BATUSHKA, μπάντα του Bartłomiej “Варфоломей” Krysiuk, αλλάζουν το όνομά τους σε PATRIARKH μετά από δικαστική διαμάχη του Krysiuk με τον ιδρυτή του συγκροτήματος Krzysztof “Derph” Drabikowski.

Οι  PATRIARKH εξέδωσαν την ακόλουθη ανακοίνωση:

«ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ, ΘΑΥΜΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ!

Όπως ίσως παρατηρήσατε τις τελευταίες εβδομάδες, διαδίδαμε την είδηση για τις τελευταίες μας συναυλίες σε διάφορα μέρη του κόσμου. Έφτασε η στιγμή για την οποία προετοιμαζόμασταν εδώ και εβδομάδες — τη στιγμή των ΤΕΛΙΚΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ.

Τα τελευταία δύο χρόνια, δουλεύoυμε πάνω σε νέα μουσική, ένα άλμπουμ και μια νέα σκηνική παρουσία. Μας κόστισε πολλές θυσίες και κόπο. Μαζί με τη νέα μουσική σκηνή, αποφασίσαμε να αγκαλιάσουμε ένα νέο κεφάλαιο για τη μπάντα υπό ένα εντελώς νέο όνομα. Αυτή είναι επίσης η κατάλληλη χρονική στιγμή για να εστιάσετε όλοι στη μουσική μας και σε ό,τι έχουμε να πούμε μέσα από αυτήν, αντί για νομικές ή προσωπικές διαμάχες που μας ταλαιπωρούσαν σαν καρκίνος.

Τώρα που βλέπουμε πόσο σημαντικό είναι για κάποιους να υπονομεύουν τη σκληρή μας δουλειά και να αποσπούν την προσοχή από το πραγματικά σημαντικό, τη ΜΟΥΣΙΚΗ μας, αποφασίσαμε να αποβάλουμε αυτό το βάρος ώστε να μη μηδενίσουμε τις προσπάθειές μας. Θέλουμε να αποσυνδεθούμε εντελώς από όλα αυτά, να αλλάξουμε πλήρως το όνομα της μπάντας και να ξεκινήσουμε ένα νέο κεφάλαιο για εμάς ως άτομα και ως μπάντα.

Από την άλλη, εκτιμούμε το πόσοι άνθρωποι μας εκτιμούν, τους αφοσιωμένους θαυμαστές που έχουμε σε όλο τον κόσμο, και πόσα σας χρωστάμε. Επομένως, θέλουμε να θάψουμε όλα τα αρνητικά συναισθήματα, τις διαμάχες και τα δράματα μαζί με το παλιό όνομα, Batushka.

Με νέα μουσική και νέο όνομα, σκοπεύουμε να θέσουμε μια νέα κατεύθυνση και να ξεκινήσουμε μια νέα ιστορία. Μια ιστορία που ελπίζουμε να μας βοηθήσετε να χτίσουμε μαζί σε όλο τον κόσμο, γιατί χωρίς εσάς, τους Προσκυνητές μας, δεν έχει νόημα!

Η αλλαγή δεν θα συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη· αυτή η φάση θα διαρκέσει μέχρι το τέλος του έτους. Στο μεταξύ, προετοιμαστείτε για νέα μουσική, νέα εικόνα και νέα ποιότητα παραστάσεων που θέλουμε να παρουσιάσουμε μαζί με τη νέα μουσική.

Η 13η Δεκεμβρίου θα είναι μια συμβολική ημερομηνία. Στη Μελβούρνη, στην Αυστραλία, θα γίνει η τελευταία αποχαιρετιστήρια συναυλία των BATUSHKA, και θα θάψουμε συλλογικά αυτό το στάδιο κατά τη διάρκεια της τελευταίας λειτουργίας.

Αμέσως μετά την αλλαγή του χρόνου, με τη νέα δημοσίευση, θα γεννηθεί ο PATRIARKH. Ο πατριάρχης, μαζί με τη νέα διαθήκη, θα ξεκινήσει τη βασιλεία του και θα στείλει τον Προφήτη του στον κόσμο! Αναμένετε για την ευλογία του νέου σας Πατριάρχη και των νέων Μεγάλων Ορθοδοξιών!»

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece