Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 150

BLUES PILLS interview (Elin Larsson – Zack Anderson)

0
Blues Pills

Blues Pills

“Birthday blues”

Ο Δημήτρης Τσέλλος, μας τα έγραψε ωραία για το “Birthday” των Σουηδών vintage rockers, BLUES PILLS. To συγκρότημα, πολύ δημοφιλές στη χώρα μας, πέταξε τη σκούφια του για να μιλήσει μαζί μας, ένα πολύ ζεστό (τι πιο σύνηθες) πρωινό, στο τέλος του Αυγούστου. Στην άλλη άκρη, βρίσκονταν η χαρισματική τραγουδίστρια Elin Larsson και ο κιθαρίστας Zack Anderson, που με πάρα πολύ καλή διάθεση συνομίλησαν με τον Σάκη Φράγκο. Το αποτέλεσμα αυτής της εγκάρδιας συνομιλίας, μπορείτε να διαβάσετε από κάτω.

 

Ποιανού τα γενέθλια, λοιπόν, γιορτάζετε στο νέο σας άλμπουμ, “Birthday”;
Elin: Έχει να κάνει με τη γέννηση του γιου μου, γιατί όταν τελειώσαμε τις ηχογραφήσεις και φτιάχναμε το εξώφυλλο, ήμουν ήδη οχτώ μηνών έγκυος, οπότε βγάζει νόημα έτσι.

Βλέποντας τις φωτογραφίες του δίσκου, είναι ξεκάθαρο ότι είσαι έγκυος. Αν δεν κάνω λάθος, γέννησες τον Οκτώβριο, οπότε για ποιον λόγο κάνατε τόσον καιρό να κυκλοφορήσετε το δίσκο σας; Μιλάμε για περίπου δέκα μήνες!
Elin: Αρχικά, ήταν να κυκλοφορήσει στις αρχές της χρονιάς, αλλά ήμουν σε άδεια μητρότητας και η εταιρία με το management, αποφάσισαν να μου δώσουν λίγο χρόνο χωρίς να κάνω κάτι με το δίσκο και το συγκρότημα. Ήταν μία σοφή απόφαση, επειδή εγώ είχα στο μυαλό μου ότι μπορώ να δουλέψω, αλλά τελικά διαπίστωσα ότι ήταν πολύτιμος ο χρόνος που πέρασα με τον γιο μου.

Ζητώ συγνώμη από τον Zack, αλλά θα συνεχίσω με την εγκυμοσύνη. Δεν είναι ότι δεν θέλω να μιλήσουμε μαζί, αλλά αυτές οι ερωτήσεις δεν αφορούν και πολύ τους άντρες, με καταλαβαίνεις (σ.σ. γέλια απ’ όλους). Elin, πόσο σημαντικό ήταν για εσένα να ηχογραφήσεις το δίσκο όσο ήσουν έγκυος; Αυτή σου η κατάσταση, είχε να κάνει με το γεγονός ότι ο δίσκος σας είναι πιο «ανεβαστικός» από ποτέ, τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά;
Elin: Πιθανώς ναι. Με βοήθησε πνευματικά το ότι ήμουν έγκυος κι αισθανόμουν ότι είχα κάτι πάρα πολύ σημαντικό μέσα μου, αφού είναι και το μοναδικό μου παιδί. Από την άλλη, όσο πλησιάζαμε στο τέλος των ηχογραφήσεων, είχα φτάσει εννιά μηνών κι εκεί τα σωματικά θέματα ήταν αρκετά σκληρά. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να τραγουδήσεις, έχοντας ουσιαστικά τα πνευμόνια σου σχεδόν στο λαιμό σου. Ήταν λίγο πιο σκληρά, θα έλεγα, ενώ αλλάζει λίγο και η φωνή όταν είσαι σ’ αυτήν την κατάσταση, αλλά νομίζω ότι τα πήγα ΟΚ (γέλια).

Zack, εσύ πιστεύεις ότι είναι ο πιο ανεβαστικός σας δίσκος;
Zack: Ήμασταν όλοι σε πολύ καλή φάση όταν ηχογραφούσαμε το δίσκο, πολύ χαρούμενοι. Μάλλον έτυχε να βρισκόμαστε όλοι σε καλή φάση στις ζωές μας κι αυτό πέρασε με κάποιον τρόπο και στη μουσική και όντως, αρκετά τραγούδια ακούγονται λίγο πιο χαρούμενα σε σχέση με τα προηγούμενα άλμπουμ.

Νομίζω ότι είναι ακριβώς το αντίθετο από το προηγούμενο άλμπουμ σας που βγήκε μέσα στον Covid και είχατε πολλά προβλήματα. Δεν σχολιάζω το τελικό αποτέλεσμα, αλλά όλα τα γύρω από αυτό.
Zack: Ναι, νομίζω ότι όντως ήταν ακριβώς το αντίθετο από το “Birthday” (γέλια).

Αυτόν το δίσκο τον βγάλατε από διαφορετική εταιρία, φεύγοντας από τη Nuclear Blast. Για ποιον λόγο το κάνατε αυτό;
Zack: Το συμβόλαιό μας με τη Nuclear Blast ήταν για τρία άλμπουμ, κάτι που κάναμε, οπότε και έληξε η συνεργασία σας. Σκεφτήκαμε ότι η Nuclear Blast είναι μία τόσο metal εταιρία, ενώ εμείς δεν είμαστε ένα metal συγκρότημα. Λειτούργησε καλά η συνεργασία μας όλα αυτά τα χρόνια και ήμασταν χαρούμενοι, αλλά θέλαμε να δοκιμάσουμε κάτι άλλο ώστε να δούμε αν μπορούμε να ακουστούμε σε περισσότερους οπαδούς εκτός της metal σκηνής. Νομίζω ότι μας έχουν ακούσει όσοι μεταλλάδες ήταν δυνατόν να μας ακούσουν, αλλά εμείς δεν πρόκειται ποτέ να γίνουμε η πιο metal μπάντα του κόσμου (γέλια).

Μήπως έχει να κάνει και με το γεγονός ότι η Nuclear Blast αφότου εξαγοράστηκε από τη Believe, δίνει μεγαλύτερο βάρος στο ψηφιακό κομμάτι κι όχι στο φυσικό προϊόν;
Elin: Ναι, αλλά συν τοις άλλοις άλλαξαν και πολλοί άνθρωποι που δούλευαν εκεί. Όταν βγάλαμε το “Holy Moly!” συνέβη ο κορονοϊός και ακόμα νομίζω ότι δεν είχαν επιλέξει το προσωπικό που θα δούλευε. Ήταν όλοι καινούργιοι. Σκεφτόμουν ότι ήταν ανησυχητικό αυτό το γεγονός, αλλά στο καινούργιο μας άλμπουμ, δουλέψαμε με τον Andy Siry (σ.σ. από τις παλιές καραβάνες του χώρου, για πολλά χρόνια #2 στη Nuclear Blast), ο οποίος, κατά κάποιο τρόπο ανακάλυψε το συγκρότημά μας, παρόλο που είναι super metal. Χαχαχαχα!

Μπορεί να είναι όντως super metal ο Andy, εκείνος όμως σας πήγε στη νέα σας εταιρία;
Zack: Δεν είμαι ακριβώς σίγουρος ποιος είναι ο ρόλος του εκεί, αλλά σίγουρα έχει κάποιες διασυνδέσεις με τη BMG.
Elin: Ναι και πλέον είναι ο μπαμπάς των BLUES PILLS ξανά! (γέλια)

Όντως, ο Andy έχει βοηθήσει πολλά συγκροτήματα με όλη του την ψυχή και τον χαίρομαι γι’ αυτό. Να σας ρωτήσω, είναι αλήθεια ότι γυρίσατε ολόκληρο το video clip για το τραγούδι “Piggyback Ride” με τα κινητά σας;
(τρελά γέλια) Zack: Ναι, το γυρίσαμε με αυτό εδώ (σ.σ. και δείχνει το κινητό του στην κάμερα)!

Τι σας έκανε να πάρετε αυτήν την απόφαση; Αν όλοι το κάνουν αυτό, θα χάσουν τις δουλειές τους πολλοί άνθρωποι! Χαχαχαχα!
Zack: Το θέμα είναι ότι έχουμε γυρίσει αρκετά video clip στο παρελθόν. Κάποια καλά, κάποια όχι και τόσο καλά. Μαθαίνεις από τα λάθη σου και όταν γυρίσαμε εμείς το video για το “Piggyblack ride”, θεωρήσαμε ότι το αποτέλεσμα ήταν καλό, οπότε δικαιωθήκαμε. Η αλήθεια είναι ότι είχαμε και κάποιες κακές εμπειρίες στα παλιά μας video clip, χωρίς να θέλω να προσβάλω κάποιον, πιθανώς από δικά μας λάθη, γιατί κανείς μας δεν έχει αυτήν την προσωπικότητα ώστε να νιώθει super cool μπροστά από την κάμερα, να κάνει τον ηθοποιό και όλα αυτά. Πολλές φορές στο παρελθόν, είχαμε πληρώσει πάρα πολλά λεφτά για video clip και το τελικό αποτέλεσμα δεν μας άρεσε, επειδή δεν ήμασταν χαρούμενοι με τη δική μας την απόδοση!
Elin: Είχαμε μία πολύ καλή συνεργασία με τον Patrick (σ.σ. εννοεί τον Patrick Ullaeus, που φτιάχνει video clip), σε τέσσερα –αν δεν κάνω λάθος- video clip και μάθαμε πολλά κοιτάζοντας τη δουλειά του. Χαχαχα. Από την άλλη, είναι και θέμα budget. Αν θέλεις να γυρίσεις video για όλα τα τραγούδια, πρέπει να βρεις έναν τρόπο που να μπορείς να τα πληρώσεις. Στην περίπτωσή μας, δεν είχαμε αρκετό budget για video και φωτογραφήσεις κι έπρεπε να κάνουμε διάφορα πράγματα μόνοι μας.

Είναι κι έτσι τα πράγματα πλέον στη μουσική βιομηχανία, που βρισκόμαστε πριν την κυκλοφορία του δίσκου (σ.σ. η συνέντευξη έγινε στις 24/7) και ο κόσμος έχει ακούσει ήδη σχεδόν το μισό άλμπουμ με τα singles που έχουν βγει. Καμία σχέση με όταν ξεκινούσατε την καριέρα σας, που δεν είναι δα και δεκαετίες πριν.
Elin: Ναι, είναι τρελό. Υποθέτω ότι έτσι γίνεται η δουλειά τώρα. Πρέπει να κυκλοφορείς συνεχώς κάτι καινούργιο. Αυτό που με τρελαίνει και με δυσκολεύει, εμένα τουλάχιστον, είναι ότι πρέπει να βγάζεις συνεχώς αυτά τα content videos, με συνεχώς καινούργιο περιεχόμενο. Πρέπει να σου πω ότι με ενοχλεί αυτό και μου φαίνεται πολύ cringe μερικές φορές. Χαχαχα.
Zack: Μας ζητάνε να ανεβάζουμε κάθε μέρα πράγματα στο Instagram κι αυτό μας φαίνεται απίστευτο.
Elin: Όταν ξεκινούσαμε το μόνο που είχες να κάνεις είναι να ποστάρεις που και που καμία φωτογραφία και τώρα σου λένε «πρέπει να ποστάρεις πέντε φορές την ημέρα». Χριστέ μου! Χαχαχαχα! Τι να ποστάρω πια; Που αλλάζω την πάνα του γιου μου;

Κάποια στιγμή θα το κάνεις, επειδή θα έχεις ξεμείνει από ιδέες! (γέλια)
Zack: Αυτό είναι το «καταθλιπτικό» κομμάτι της μουσικής βιομηχανίας στις μέρες μας, μάλλον.

Βέβαια, αυτό μπορεί να γίνει πολύ πιο εύκολα όταν είστε στο δρόμο και να κρατήσετε κάβα για το μέλλον.  Τέλος πάντων… Διαβάζω, Elin, ότι έχεις δεχτεί πολύ μεγάλη κριτική, επειδή είσαι γυναίκα στο rock nroll. Πιστεύεις ότι τα χρόνια που είσαι στους BLUES PILLS, όχι στα 60s και τα 70s, έχουν αλλάξει τα πράγματα; Με ποιον τρόπο νιώθεις ότι σε κριτικάρουν επειδή είσαι μία γυναίκα στο rock nroll;
Elin: Δυστυχώς, φαίνεται ότι πολλά αρσενικά, νιώθουν ότι απειλούνται από μία γυναίκα που κάνει τη δουλειά της κι έχει επιτυχία, που εμπνέει ανθρώπους ανεξάρτητα από το φύλο. Όχι μόνο εγώ, αλλά και όλες οι κοπέλες στο rock n’ roll, δεχόμαστε μίσος και κριτική για ό,τι κάνουμε και πρέπει να είμαστε τουλάχιστον δύο φορές καλύτεροι από έναν άντρα μουσικό ή καλλιτέχνη. Κάθε φορά που εμφανιζόμαστε, πχ, σ’ ένα περιοδικό, θα υπάρχουν πολλοί που θα βγάζουν το μίσος τους πάνω μου. Προφανώς δεν μπορώ να το αλλάξω αυτό, αλλά δεν μπορώ να πω και ότι δεν το σιχαίνομαι που συμβαίνει.

Δεν έχεις και άδικο, πάντως θεωρώ ότι όταν κάποιος βγαίνει να σχολιάσει στα social media με διάθεση “hater”, δεν μισεί μόνο τις γυναίκες, αλλά μισεί όλον τον κόσμο. Είναι τόσο χάλια η κατάσταση που κόσμος βγαίνει και βρίζει τους πάντες και τα πάντα. Παρόλα αυτά, πως αυτές οι δύσκολες καταστάσεις που βιώνεις, έχουν διαμορφώσει το ταξίδι και τα μηνύματα που θέλεις να περάσεις μέσα από τη μουσική;
Elin: Όταν ήμουν πιο νέα, στο ξεκίνημά μας, όλο αυτό με είχε διαλύσει, κυριολεκτικά… Ήμουν κοντά στα 20 χρόνια μου και δεν γνώριζα καν ποια ήμουν. Ήταν απαίσιο που διάβαζα να μου γράφουν ότι είμαι άθλια και άλλα, πολύ άσχημα πράγματα. Δεν περνούσα καθόλου καλά κι έκανα θεραπεία, δεν κάνω καθόλου ναρκωτικά, πίνω ελάχιστα και κάνω γυμναστική. Για να επιβιώσεις σ’ αυτή τη βιομηχανία, πρέπει να είσαι χοντρόπετσος και νομίζω ότι κάθε μέρα που περνάει, δίνω ολοένα και λιγότερη σημασία σε τέτοιου είδους σχόλια και γίνομαι πιο δυνατή. Επικεντρώνομαι μόνο στα πράγματα που με ενδιαφέρουν πραγματικά. Είναι πολύ πιο δύσκολο για μία γυναίκα να κυκλοφορήσει κάτι γιατί ό,τι κυκλοφορεί ένα συγκρότημα με άντρες, είναι απλά απίστευτο. Χαχαχα. Έχω τα υπόλοιπα παιδιά στο συγκρότημα που μπορώ πάντα να τους μιλήσω όταν κάτι με ενοχλεί πολύ, αλλά τον τελευταίο καιρό, δεν έχω καθόλου χρόνο να ξοδέψω ενέργεια για ανθρώπους που δεν πάνε καθόλου καλά.

Ποιο ήταν το πιο απαιτητικό τραγούδι του δίσκου για να το ηχογραφήσεις και να το γράψεις και για ποιον λόγο;
Zack: Υπάρχουν πολλά τραγούδια που γράφτηκαν πάρα πολύ εύκολα. Θυμάμαι το “Like a drug”, που ήταν ένα από τα πρώτα που είχαμε μία ιδέα για να το ξεκινήσουμε. Είχαμε κάποιο demo 1-2 χρόνια πριν αρχίσουμε την ηχογράφηση του δίσκου, αλλά ήταν και το τελευταίο τραγούδι που ηχογραφήσαμε, γιατί δεν μπορούσαμε με κανέναν τρόπο να το φτιάξουμε όπως θέλαμε. Ήταν σίγουρα ένα από τα πολύ δύσκολα τραγούδια, επειδή συνεχώς προσπαθούσαμε και δεν λειτουργούσε τίποτα σωστά. Δεν ήμασταν ευχαριστημένοι, αλλά τελικά έγινε όπως έπρεπε κι όπως θέλαμε.
Elin: Και να συμπληρώσω εγώ ότι τελείωσα τα φωνητικά όταν ήμουν εννιά μηνών έγκυος, οπότε και για μένα ήταν το πιο δύσκολο τραγούδι. Η κοιλιά μου είχε μεγαλώσει τόσο πολύ, που καλά καλά δεν μπορούσα ούτε να αναπνεύσω!
Zack: Πήγαμε να το ηχογραφήσουμε ξανά, αλλά δεν μπορούσαμε με τίποτα να πιάσουμε το συναίσθημα της demo ηχογράφησης και τελικά χρησιμοποιήσαμε σχεδόν αυτούσιο τον ήχο των ντραμς και του μπάσου από το demo και κάναμε overdub όλα τα υπόλοιπα όργανα.

Πως βλέπετε την εισβολή του AI στη μουσική; Έχετε πειραματιστεί με αυτό καθόλου;
Zack: Δεν έχω ασχοληθεί καθόλου, αλλά πριν λίγες μέρες ήρθε ένας φίλος και μου έδειξε ένα website όπου γράφεις στίχους και σου βγάζει τραγούδι.
Elin: Ούτε εγώ, αλλά έχω ακούσει κάποια τραγούδια που είναι από AI. Νομίζω ότι μπορείς εύκολα να το καταλάβεις…
Zack: Είναι λίγο τρομαχτικό, από την άποψη ότι δεν θέλεις ο κόσμος να ακούει AI μουσική. Πιστεύω ότι πάντα θα υπάρχει χώρος για να ακούσει κάποιος μουσική με το ανθρώπινο στοιχείο και την ανθρώπινη σύνδεση. Ό,τι έχω ακούσει πάντως, είναι διασκεδαστικό και όχι σπουδαίο. Αλλά είναι τρομαχτικό, γιατί από τη στιγμή που είναι εδώ τώρα, ποιος ξέρει πως μπορεί να εξελιχθεί σε δέκα χρόνια από τώρα, ας πούμε;

Πολλά λες τα δέκα χρόνια… Δεν μπορούμε να φανταστούμε, νομίζω, πόσο μπορεί να τελειοποιηθεί αυτό το πράγμα και να έχουμε καλλιτέχνες που δεν έχουν έμπνευση να γράψουν μουσική, απλά να ζητάνε τη βοήθεια της Τεχνητής Νοημοσύνης…
Zack: Αυτό ακριβώς είναι που με τρομάζει. Πόσος κόσμος θα γράφει ολόκληρους δίσκους με AI.
Elin: Ίσως οι παραγωγοί να ανησυχούν λίγο περισσότερο με αυτό. Αν πάλι το AI μπορεί να βγει περιοδεία ή να παίξει ζωντανά, τότε θα υπάρχει χοντρό πρόβλημα! Χαχαχα.

Ερώτηση και για τους δύο: Αν ήταν να γράψετε ένα γράμμα στον 12χρονο εαυτό σας, τι θα του γράφατε;
Elin: Να μην καπνίζει!!! Χαχαχαχα

Νομίζω ότι κλέβεις. Αυτό θα το έλεγες στον γιο σου, όχι σε σένα!
Elin: Καλά, καλά! Χαχαχαχα! Να μην καπνίζεις, να μην παίρνεις ναρκωτικά, να προσέχεις τον εαυτό σου, να περνάς καλά και να μην παίρνεις τη ζωή πολύ σοβαρά.
Zack: Νομίζω το «να μην παίρνεις τα πράγματα πολύ σοβαρά» είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα.

Τι ετοιμάζετε στο μέλλον; Ξέρω ότι θα περιοδεύσετε τον Οκτώβριο.
Zack: Ναι, θα περιοδεύσουμε τον Οκτώβριο με τον Daniel Romano. Μετά απ’ αυτό σχεδιάζουμε κάτι, αλλά δεν είναι ακόμα ανακοινώσιμο. Εκτός από αυτό, θέλουμε να γράψουμε νέα μουσική και να κυκλοφορήσουμε δίσκο πιο σύντομα από αυτή τη φορά.

Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας.
Elin: Εμείς ευχαριστούμε γιατί περάσαμε πολύ όμορφα.

Σάκης Φράγκος
All photos by Dana Trippe

NIGHTWISH – “Yesterwynde” (Nuclear Blast) (ομαδική κριτική)

0
Nightwish

Nightwish

Το νέο άλμπουμ των Φινλανδο/Ολλανδο/Άγγλων symphonic metallers, NIGHTWISH, με τίτλο “Yesterwynde” είναι έτοιμο να κυκλοφορήσει στις 20 Σεπτεμβρίου και λίγες μέρες πριν, σας δίνουμε την ευκαιρία να διαβάσετε την άποψή μας, διαμορφωμένη από αρκετά μέλη της συντακτικής μας ομάδας. Για να δούμε τι θα …ακούσουμε λοιπόν.

Δεν καθόμαστε να συζητήσουμε αν οι NIGHTWISH είναι ή δεν είναι το κορυφαίο σχήμα στο ιδίωμα του συμφωνικού metal. Είναι μακράν του δευτέρου. Οπότε πάμε στα του δίσκου. Ξέρω ή πιάνω στον αέρα, ότι αρκετοί οπαδοί του συγκροτήματος, δεν ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένοι από το τελικό αποτέλεσμα των δύο προηγούμενων δίσκων τους. Του “Endless forms most beautiful” και του “Human. :II: Nature.” (που πάντα μου έβγαζε την ψυχή να γράψω σωστά τον τίτλο του με τα σημεία στίξης εκεί που πρέπει). Εγώ, από την άλλη, δεν βρήκα κάτι που να με απογοήτευσε ιδιαίτερα, πέρα του ότι τα θεωρώ κατώτερα από τους δίσκους από το “Oceanborn” μέχρι και το “Dark passion play”.

Το “Yesterwynde” είναι ουσιαστικά το τελευταίο μέρος της τριλογίας και σίγουρα είναι το πιο φιλόδοξο από τα τρία. Και πως μπορεί να μην είναι όταν πήρε 3,5 χρόνια για να ολοκληρωθεί και όταν έγιναν 7 διαφορετικά mastering για να καταλήξουν στο τελικό αποτέλεσμα; Γελάω ακόμα, όταν στην κουβέντα που είχα με τον Troy Donockley, μου είπε ότι το αρχικό πλάνο, ήταν το άλμπουμ αυτό, να είναι το πιο απλό κι ευθύ από τα τρία και τελικά, κατέληξε ακριβώς το αντίθετο. Μιλάμε για το πιο περίπλοκο, δαιδαλώδες και πολυεπίπεδο άλμπουμ των NIGHTWISH, με διαφορά.

Αυτό που παρατήρησα μετά από δεκάδες (στην κυριολεξία) ακροάσεις, είναι ότι οι φωνητικές γραμμές της Floor Jansen, είναι κάτι το αδιανόητο και στη σύνθεση αλλά και στην εκτέλεση. Απρόβλεπτη και μεγαλοπρεπής, μας χαρίζει ίσως την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας της. Όμως, ενώ υπάρχουν τεράστιες στιγμές, όπως το “An ocean of strange lands”, για παράδειγμα, που είναι ένα ασύλληπτο τραγούδι από την αρχή μέχρι το τέλος, νομίζω ότι εξαιτίας του «φορτώματος» στις συνθέσεις που ανέφερα προηγουμένως, κάπου στην πορεία, χάνεται η ουσία, κάτι που –τουλάχιστον στα αυτιά μου- σημαίνει ότι μου μένουν στο τέλος πολύ πιο δύσκολα τα αγαπημένα σημεία του δίσκου και αυτό νομίζω ότι είναι και το μειονέκτημα το “Yesterwynde”. Είναι τόσες πολλές οι –ωραίες ως επί το πλείστον- ιδέες, που στο τέλος, χάνονται στα 71 λεπτά του άλμπουμ.

Επαναλαμβάνω όμως. Ο δίσκος απογειώνεται από την κορυφαία τραγουδίστρια που κυκλοφορεί εκεί έξω και ονομάζεται Floor Jansen. Και όλο αυτό, ανεβάζει πολύ στα μάτια μου το “Yesterwynde”, η τελική εικόνα του οποίου ανέβηκε αρκετά επίπεδα όσο περισσότερο το άκουγα, ιδιαίτερα αν κάποιος το ακούσει πολύ προσεχτικά, σε κάθε του λεπτομέρεια. Τι στο καλό, μιλάμε για έναν από τους κορυφαίους καλλιτέχνες στον τομέα της ενορχήστρωσης, τον Tuomas Holopainen, ο οποίος δείχνει πιο απελευθερωμένος από ποτέ από κάθε είδους «πρέπει».

8 / 10

Σάκης Φράγκος

Φτάσαμε λοιπόν τα 10 άλμπουμ NIGHTWISH. Απορώ, ακόμα και ο ίδιος ο Tuomas, όταν κυκλοφορούσαν το “Angels fall first” το μακρινό (πλέον και δυστυχώς) 1997, αν φαντάζονταν το που θα έφθαναν 27 χρόνια και 10 δίσκους μετά. Από το μικρόκοσμό τους, στις κορυφές του μεταλλικού κόσμου και στην κορυφή του είδους τους.

“Yesterwynde” λοιπόν, το «10 το καλό» για τη μπάντα. Και η αλήθεια είναι, πως δεν μου προκάλεσε καμία έκπληξη στο άκουσμά του. Ο Tuomas έχει δείξει ξεκάθαρα τα τελευταία αρκετά χρόνια το δρόμο που ήθελε να ακολουθήσει η μπάντα του και δεν θα άλλαζε στο κλείσιμο ουσιαστικά της τριλογίας “Endless forms – Human nature” και του νέου. Γιατί αυτό είναι το “Yesterwynde”.

Η αρχή του δίσκου, με τα 3 πρώτα (εξαιρουμένου του intro) τραγούδια προμηνύει κάτι διαφορετικό σε θέμα έντασης, tempo και φέρνει αρκετά προς “Endless forms…” παρά σε “Human nature”. Η συνέχεια όμως έχει αυτό το παντελώς ελεύθερο μουσικό ύφος του Tuomas των τελευταίων δίσκων. Βάση κυρίως στη δημιουργία συναισθημάτων, ατμόσφαιρας, εξέλιξης τραγουδιών, με βάση τις φωνητικές μελωδίες (νομίζω περισσότερο από κάθε άλλη φορά) και κανένα ενδιαφέρον για το “hit” του πράγματος, όπως κάποτε. Και γι’ αυτό, του βγάζω το καπέλο. Μιλάμε για τεράστιο brand name (έχουμε πει, άλλο προσωπικά γούστα, άλλο η πραγματικότητα) και ο άνθρωπος απλά δεν ενδιαφέρεται για «πρέπει» και βγάζει ότι ο ίδιος γουστάρει με απόλυτη ελευθερία και ξεγνοιασιά.

Από τη μέση του και μετά λοιπόν, ο δίσκος πέφτει σε ένταση (σε γενικότερο πλαίσιο), εξυπηρετεί περισσότερο το σκοπό του concept (άλλωστε και ο ίδιος δήλωσε πως οι στίχοι του αυτήν τη φορά ειδικά είναι η βάση της μουσικής και όχι το ανάποδο) και η μπάντα είναι αυτή η πειραματική και progressive σε αισθητική που ήταν περισσότερο στο “Human nature” παρά σε άλλα άλμπουμ. Πάντα όμως διατηρώντας τον ήχο της μπάντας στο ακέραιο. Κάθε δευτερόλεπτο του άλμπουμ, το ακούς και έχει τη σφραγίδα NIGHTWISH.

Τώρα, αν αυτό είναι συνολικά καλό ή κακό, θεωρώ πως είναι παντελώς θέμα προσωπικού γούστου αυτήν τη φορά. Περισσότερο από κάθε άλλη ίσως. Το “Yesterwynde” είναι πολύ περισσότερο ένας δίσκος που θα τον ακούσεις σερί και με την ησυχία σου, να απολαύσεις το όλο «ταξίδι» του, παρά το άλμπουμ που θα βάλεις για να ακούς τις κομματάρες τη μία πίσω από την άλλη. Περισσότερο “Human nature” νοοτροπία, παρά “Dark passion play”, “Once” κλπ. Βάλτε ότι δίσκο προτιμάτε, το νόημα το πιάσατε.

Το »10 το καλό» λοιπόν των NIGHTWISH είναι ένας ποιοτικότατος δίσκος (αλίμονο), που για να το απολαύσεις όπως πρέπει θέλει άκουσμα εξ ολοκλήρου. Έχει κάποια πολύ ωραία τραγούδια που στέκονται και μόνα τους, έχει και αυτά που εξυπηρετούν απόλυτα την αφήγηση, ασχέτως αν και πόσο ωραία είναι. Δισκάρα δεν θεωρώ ότι είναι. Καλύτερο του “Human nature” δεν είμαι σίγουρος ακόμα. Όμως είναι ένα άλμπουμ NIGHTWISH «κατό τα κατό» που έλεγε ο μακαρίτης ο Αλέφας και άξιος συνεχιστής της πορείας τους.

7 / 10

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

Τους είδαμε πέρσι το 2023 στο Release με την Floor ετοιμόγεννη να δίνει τον καλύτερο τη εαυτό σε αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες που βίωνε και την μπάντα να μας προσφέρει ένα πολύ ωραίο show παρόλα αυτά. Δεν πάει πολύς καιρός που μας ανακοινώθηκε ότι θα κάνουν μια παύση από τα συναυλιακά δρώμενα αλλά δισκογραφικά δείχνουν ασταμάτητοι και απολύτως εμπνευσμένοι όπως μας αποδεικνύουν κιόλας και με τον νέο τους δίσκο.

Σαν χθες θυμάμαι την ομαδική κριτική που κάναμε για το “Human II nature” και όμως πέρασαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια από τότε. Βρισκόμασταν τότε στο πρώτο έτος του κορονοϊού και αυτός ο δίσκος που μιλούσε για την αγάπη για την φύση σε περίοδο εγκλεισμού και περιορισμού των μετακινήσεων μας, ήταν βάλσαμο στην καρδιά και στην ψυχή.

Περνάνε τα χρόνια είναι η αλήθεια, μάλιστα κοντεύουμε τα τριάντα σχεδόν έτη από τότε που η “άγουρη” αυτή  μπάντα από την Φιλανδία μας συστήθηκε πρώτη φορά. Το “Yesterwynde” που το δούλευε ο Tuomas περί τα 3,5 χρόνια αποτελεί το δέκατο παρακαλώ στούντιο άλμπουμ της μπάντας. Μπορεί να απουσιάζει από αυτό η χαρακτηριστική φωνή και περσόνα του Μarko Hietala για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, αλλά είναι μουσικά τόσο πλούσιο και περιπετειώδες το αποτέλεσμα που η απουσία του δεν αποτελεί παράγοντα που μειώνει το αποτέλεσμα. Κάθε άλλο.

Ο δίσκος πραγματεύεται με τις αναμνήσεις, τον χρόνο, την θνητότητα και τον ανθρωπισμό που σύμφωνα με την μπάντα είναι η πρώτη φορά που οι μουσική εξαρτάται  σε πολύ μεγάλο βαθμό από τους στίχους. Η κινηματογραφική εισαγωγή του ομώνυμου κομματιού θέλει να μας προετοιμάσει ώστε να απολαύσουμε τον δίσκο σαν να βλέπουμε κάποια ταινία. Τo “An Ocean of the strange lands” είναι χαρακτηριστικό ΝΙGHTWISH κομμάτι, πολύ heavy και τεχνικό ταυτόχρονο, είναι ένα από τα κομμάτια που δόθηκε στη δημοσιότητα πριν λίγες μέρες, εξαιρετικό άνοιγμα του δίσκου. Η ίδια ατμόσφαιρα ακολουθείται και στο επόμενο κομμάτι, από τα πιο σκληρά και αυτό του δίσκου και μιλάμε για το “The Antikythera mechanism”. Το αγαπημένο μου όμως κομμάτι του δίσκου αποτελεί το “The day of” με την παιδική χορωδία στο καταπληκτικό refrain και την εξαιρετική ερμηνεία της Floor σε αυτό.

Σε αυτόν τον δίσκο υπάρχουν πολλά heavy και progressive κομμάτια και ένα από αυτά (και  μάλιστα από τα καλύτερα του δίσκου) είχε δοθεί στην δημοσιότητα πριν λίγο καιρό και δεν είναι άλλο από το οκτάλεπτο “Perfume of the timeless” που αρχίζει με μια ωραία συμφωνική εισαγωγή για να εξελιχθεί σε ένα NΙGHTWISH classic με χαρακτηριστικό refrain και συμφωνική δομή με ένα heavy break λίγο μετά την μέση του. Νομίζω ότι θα αγαπηθεί ιδιαίτερα από τους οπαδούς της μπάντας.

To “Sway” είναι το folk κομμάτι του δίσκου, όμορφο και ωραίο, το mid tempo “The children of ‘Ata” δεν ξεφεύγει από τα standards του χαρακτηριστικού ήχου τους, ενώ τα μπαλαντοιδές “Something whispered follow me” και “Lanternlight” διαθέτουν ωραίο λυρισμό και ατμόσφαιρα και βασίζονται πάνω στην ερμηνεία στης Floor που τα αναδεικνύει και τα δύο πολύ όμορφα και ιδιαίτερα με την ερμηνεία της. Tην τρομερή ερμηνεία της θα υπογράμμιζα επίσης στο πολύ ωραίο κομμάτι “Spider silk” ενώ το ντουέτο των Jansen/ Donockley απολαμβάνουμε στο φολκλορικό “Hiraeth”.

Γενικότερα εδώ έχουμε να κάνουμε (για άλλη μια φορά) με ένα πολύ καλό δίσκο που διακρίνεται τόσο για τις heavy όσο και για τις prog στιγμές του. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η μπάντα μας προσφέρει εμπνευσμένες συνθέσεις με ωραία παιξίματα από όλους και τρομερή ερμηνεία από την Floor Jansen. Η συνολική του διάρκεια των 70 λεπτών ενδεχομένως να κουράσει κάποιους και η αλήθεια είναι ότι στο σύνολο 12 κομματιών θα μπορούσαν να απουσιάζουν 2-3 από αυτά ώστε να είχαμε ένα πολύ πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, αλλά αυτά τα “προβλήματα” αντιμετωπίζουν δίσκοι τέτοιας μεγάλης διάρκειας.

Το σημαντικό είναι ότι μετά από τόσες δεκαετίες και αρκετές αλλαγές μελών ανά τα χρόνια η μπάντα φαίνεται να διακατέχεται από τρομερή όρεξη αλλά και έμπνευση ώστε να προσφέρει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Νομίζω ότι το αποτέλεσμα τους δικαιώνει για άλλη μια φορά και όσο ο Tuomas έχει υγεία, έμπνευση και αυτή την ομάδα από πίσω του, εγώ προσωπικά δεν φοβάμαι για την ποιότητα των μελλοντικών ΝΙGHTWISH δίσκων. Μέχρι τότε απολαμβάνουμε το “Yesterwynde” και θαυμάζουμε για άλλη μια φορά το σχήμα για την σταθερή ποιότητα κυκλοφοριών που συνεχίζει να μας προσφέρει.

8 / 10

Γιάννης Παπαευθυμίου

Τέσσερα χρόνια πέρασαν από όταν ακούσαμε το “Human. :II: .Nature”, αλλά ο χρόνος αυτός είναι μέσα στα πλαίσια της συχνότητας που κυκλοφορούν νέες δουλειές οι NIGHTWISH από το “Once” και έπειτα. Αυτή τη φορά βέβαια ήρθε και μία σειρά γεγονότων όπως οι καραντίνες, οι περιοδείες που ακολούθησαν, η εγκυμοσύνη της Floor όπως και το πρόβλημα υγείας που η ίδια αντιμετώπισε και ξεπέρασε. Οπότε τα 3,5 χρόνια που χρειάστηκε ο Tuomas για τη δημιουργία του “Yesterwynde” είναι και λίγα με ό,τι προέκυψε.

Τι μας επιφυλάσσει όμως το νέο άλμπουμ των NIGHTWISH; Η αλήθεια είναι όταν άκουσα το πρώτο δείγμα του “Yesterwynde”, το τραγούδι “Perfume of the timeless”, δεν ενθουσιάστηκα, αν και το σημείο όπου το τραγούδι δυναμώνει και χώνουν για τα καλά, είναι φανταστικό. Κατά τη διάρκεια του Αυγούστου ήρθε ακόμα ένα single και αυτό ήταν το “The day of…”, ένα ακόμα ιδιαίτερο τραγούδι, με παιδικές χορωδίες, που και πάλι όμως με άφησε αδιάφορο. Οπότε οι πρώτες μου εντυπώσεις, από τα δύο πρώτα τραγούδια που δημοσίευσε το συγκρότημα, δεν ήταν και οι καλύτερες.

Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά όταν άκουσα ολόκληρο το άλμπουμ. Το “Yesterwynde” είναι ξεκάθαρα μία από τις περιπτώσεις δίσκων, που έχει πολύ μεγάλο νόημα η σειρά των τραγουδιών, καθώς και τα δύο πρώτα single, μέσα στη ροή του δίσκου, τα βρήκα πολύ καλύτερα από τα πρώτα μου ακούσματα. Βέβαια μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση πως και δεν έκαναν πρώτο single το “An ocean of strange islands”, καθώς εδώ έχουμε να κάνουμε με το πρώτο ουσιαστικά τραγούδι του “Yesterwynde”, μετά το ομώνυμο intro, και φυσικά μιλάμε για έναν απίστευτο δυναμίτη, μία καταπληκτική τραγουδάρα και ένα από τα πιο επιθετικά τραγούδια που έχουν γράψει στην ιστορία τους, με τον Kai Hahto, να δίνει κυριολεκτικά πόνο στα ντραμς και τον Tuomas να γεμίζει με τα πλήκτρα του, άκρως επιβλητικά την ατμόσφαιρα.

Σε γενικές γραμμές το “Yesterwynde” είναι σκοτεινό, φέρνοντας μου στιγμές από το “Dark passion play”, αλλά κυρίως ακολουθεί τα μοτίβα των τελευταίων τους άλμπουμ, με πολύ περισσότερες επιθετικές στιγμές. Οι συνθέσεις είναι πολύ καλές και ο Tuomas για ακόμα μία φορά έχει γράψει απίστευτα πράγματα. Αυτό που μου προκάλεσε τρομερό ενδιαφέρον είναι οι αλλαγές που υπάρχουν μέσα στα τραγούδια, που εκεί που νομίζεις ότι ξέρεις πως θα εξελιχθεί, και κάπου απογοητευόμουν που δεν έκανε πολύ αισθητή την παρουσία της η κιθάρα του Emppu, σκάνε groove περάσματα, με βαριές κιθάρες και ωραίες εναλλαγές στον ρυθμό. Για παράδειγμα το “The Antikythera mechanism” είναι ένα mid-tempo τραγούδι, αλλά έχει φανταστικό ξέσπασμα και τρομερό groove στην κιθάρα πριν το τελευταίο ρεφραίν. Στα ίδια χνάρια βαδίζει και το “The children of A’ta”, με πιο χαρωπό τόνο μεν αλλά και αυτό με τον τρόπο του σε παρασέρνει και έχει το σημείο του που αδυνατείς να κρατήσεις το κεφάλι σου ακίνητο, με το “Spider silk” να ακολουθεί στο ίδιο μοτίβο. Από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις θα έλεγα το “Hiraeth”, που ενώ παραπέμπει σε μπαλάντα στα πρώτα λεπτά του, ακολουθεί ένα υπέροχο folk πέρασμα με την γκάιντα του Troy.

Τα μόνα τραγούδια που δεν μου άρεσαν είναι τα “Sway” και “Lanternlight”, αν και το “Sway” μου άρεσε περισσότερο στο ακουστικό του πέρασμα. Ο λόγος είναι ότι είναι δύο μπαλάντες, αργές, που γενικότερα δεν μου είπαν πολλά πράγματα. Επίσης αν κάτι μου λείπει πλέον από τους NIGHTWISH είναι ότι εξαφανίζονται τα solo της κιθάρας και επειδή είμαι λιγάκι κολλημένος, μου λείπει πολύ η φωνή του Hietala, καθώς έδινε πολλά στη μουσική τους και υποστήριζε τρομερά την Floor, σε αντίθεση με τον Troy που η φωνή του δεν μου ταιριάζει στο στιλ τους, παρά μόνο στις μπαλάντες τους.

Σε γενικές γραμμές το “Yesterwynde” μου άρεσε και είναι ένα καλό κλείσιμο της τριλογίας που ξεκίνησε από το “Endless forms most beautiful”. Αν και του λείπει ένα τραγούδι κράχτης, από τα λεγόμενα ραδιοφωνικά, όπως ήταν το “Noise” για παράδειγμα στο προηγούμενο τους άλμπουμ, όπως επίσης απουσιάζει μία ανατριχιαστική στιγμή όπως το “The greatest show on earth”. Και όλα αυτά με γνώμονα το πως έχει εξελιχθεί το συγκρότημα τα τελευταία χρόνια, γιατί κακά τα ψέματα οι NIGHTWISH έχουν φύγει εδώ και πολλά χρόνια από την μουσική του αγαπημένου μου παρελθόντος. Παρόλα αυτά, η μουσική που γράφουν παραμένει εξαιρετική. Μακάρι το διάλειμμα τους από τις συναυλίες να κρατήσει λίγο.

7,5 / 10

Δημήτρης Μπούκης

Οι NIGHTWISH, προερχόμενοι από τη Φινλαδική σκηνή που μας είχε ήδη δώσει από τη δεκαετία του ‘90 άριστα δείγματα γραφής, ακολουθώντας τα χνάρια των συμπατριωτών τους AMORPHIS, STRATOVARIUS, HIM και SENTENCED κατάφεραν αναμειγνύοντας αυτές τις επιρροές τους στο “Once” (2004) να αποδείξουν ότι αν έχεις τη τύχη και τις συγκυρίες με το μέρος σου (βλ. EVANESCENCE) μπορείς να απευθυνθείς στο ευρύ κοινό ακόμα και αν παίζεις metal. Υπάρχει ένας κύκλος που διανύει η πλειοψηφία όσων συγκροτημάτων καταφέρνουν να σημειώσουν αξιοσημείωτη επιτυχία σε κάποια στιγμή της δισκογραφικής τους ζωής: μετά από μερικούς πραγματικά σπουδαίους δίσκους αρχίζει η διαδικασία  αυταπάρνησης των βασικών αρχών που οδήγησαν το συγκρότημα στην επιτυχία, και η αναζήτηση του «νέου», του «ώριμου», του «άλλου». Δεν συμβαίνει μόνο στη μουσική, αλλά σε κάθε τομέα της ζωής. Τα αποτέλεσμα συνήθως είναι προδιαγεγραμμένο: το μέλλον ποτέ δεν ξεπερνά το επιτυχημένο παρελθόν.

Το “Yesterwynde” είναι δύσκολος δίσκος, καθώς περιέχει μεν τυπικό NIGHTWISH υλικό της μετά-Tarja εποχής, με μια προσπάθεια διαφοροποίησης και ανανέωσης μεν, χαμηλότερων τόνων κατά τη γνώμη μου απ’ όσο θα έπρεπε δε, και κάπως βαρυφορτωμένο. Περιπετειώδεις ιδέες και συμφωνικές ακροβασίες δημιουργούν μια θετική εικόνα για το δίσκο ως σύνολο, η παραγωγή είναι άψογη, οι στίχοι προσεγμένοι, οι ερμηνείες της Floor Janssen τεχνικά άρτιες. Επιλέγω ως καλύτερες στιγμές τα “Perfume of the Timeless” και “The Weave”, ενώ υπάρχουν πολλά ωραία περάσματα σε διάφορα σημεία του δίσκου. Θα περιμέναμε περισσότερα από τους Φινλανδούς; Φυσικά. Είναι αξιοπρεπής δίσκος το “Yesterwynde”. Βεβαίως και είναι, απλώς μετά απο αρκετές ακροάσεις οφείλω να πω ότι δυσκολεύομαι να φανταστώ ποιο από αυτά τα τραγούδια θα αναζητήσει να ακούσει κάποιος ξανά πχ. σε πέντε ή δέκα χρόνια.

6,5 / 10

Δημήτρης Μελίδης

Μπορεί να έχουν ανακοινώσει ότι δεν θα περιοδεύσουν για να υποστηρίξουν αυτή την κυκλοφορία, ενώ και η Floor Jansen λόγω γέννας δεν αναμείχθηκε όσο παλαιότερα στην διαδικασία της παραγωγής, ενώ πλέον απουσιάζει η αύρα του Marko Hietala. Αυτά όμως διόλου δεν πρέπει να σας ανησυχούν καθώς είναι ευδιάκριτο, πόσο τεράστια προσπάθεια έχει γίνει στο “Yesterwynde”. Μια προσπάθεια που ξεκίνησε, πίσω στην περίοδο του κορονοϊού και ολοκληρώθηκε τον περασμένο χειμώνα. Δίχως ίχνος υπερβολής, θα το χαρακτήριζα ως το μεγαλούργημα του Holopainen, ο οποίος κουβαλά εξ ολοκλήρου στις πλάτες του, τους NIGHTWISH μετά την αποχώρηση του Hietala και μόχθησε για τρία χρόνια ώσπου να το ολοκληρώσει, με την πανδημία και διάφορες οικογενειακές ανάγκες να το καθυστερούν.

Οι NIGHTWISH μας δίνουν τον πιο… σινεματικό τους δίσκο, που όσο τον ακούς, τόσο ανακαλύπτεις νέα στοιχεία. Πολυεπίπεδος και άκρως συναισθηματικός. Μπορεί να αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο της τριλογίας τους, αλλά παράλληλα, το καθένα από τα τραγούδια του είναι αυτόνομο. Ήδη έχουμε πάρει μια γεύση από τα πρώτα single, αλλά αν σας αρέσει το συγκρότημα, σας παρακαλώ να αγοράσετε μια έκδοση του δίσκου και να τον ακούσετε αρκετές φορές με ακουστικά για να ταξιδέψετε στο “Yesterwynde” όπως του αρμόζει. Όσο τον ακούς τόσο τον εκτιμάς.

Κάθε τραγούδι είναι διαφορετικό και όλοι οι συντελεστές βρίσκουν χώρο να λάμψουν. Πάντως, με τόσα ορχηστρικά μέρη, ο Holopainen έχει δημιουργήσει το πιο συμφωνικό του άλμπουμ, αν και την ίδια στιγμή, οι χορωδίες δεν πρωταγωνιστούν. Όπως περιμέναμε, ο Troy Donockley αναλαμβάνει μεγαλύτερο ρόλο, κάνοντας και φωνητικά που άλλοτε θα έπαιρνε ο Hietala. Η δουλειά του Emppu μπορεί να μην φαίνεται πάντα, όμως ο κιθαρίστας παραμένει ο σύνδεσμος των NIGHTWISH με τις metal ρίζες τους. Η Floor, κάνει αισθητή την παρουσία της, χωρίς απαραίτητα να τραγουδά με ένταση. Συχνά ηχεί πιο γήινη, λες και θέλει να μας ξεγελάσει. Βλέπετε, έρχονται κάποιες στιγμές που τεντώνει τις υπερφυσικές της δυνάμεις – γιατί απλά μπορεί – και εκτινάσσει τα τραγούδια.

Το συναίσθημα υπερχειλίζει στο ανατριχιαστικό “Lanternlight” – γραμμένο για τον πατέρα του Tuomas που έφυγε από την ζωή, ένα μελαγχολικό τραγούδι που σου αφήνει έντονη γεύση στο τέλος. Το αντίθετο, από την δυναμική αρχή με το εννιάλεπτο έπος “An ocean of strange islands” που μιλά για τους ανθρώπους που γνωρίζουμε στην διάρκεια της ζωής μας, και όπως όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί κι έχουν διαφορετικό αντίκτυπο στην ζωή μας, έτσι και το τραγούδι έχει πολλά διαφορετικά επίπεδα. Μαζί με το “The Antikythera machine” που ακολουθεί, είναι σκληρά και γεμάτα κιθάρες, αρκετά metal για κάποιους σαν κι εμένα που τους έλειπε. Για τον ίδιο λόγο αγάπησα και το “Spider silk” και γενικότερα το άλμπουμ, το οποίο απαρτίζεται από τραγούδια με καθαρή δομή, και υπέροχα ρεφραίν.

Υπάρχει άπλετος χώρος για να γεμίσουν τα έγχορδα κι άλλος τόσος για να ντύσει με υπέροχους ήχους ο πολυτάλαντος Donockley (και γλωσσοπλάστης, αφού συνέθεσε την λέξη που φέρει ως τίτλο το άλμπουμ). Στο “The children of ‘Ata” πρέπει να έχουμε την πρώτη εμφάνιση από κατοίκους του Βασίλειο της Τόνγκα σε rock δίσκο, με το περίεργο αυτό τραγούδι να αναφέρεται σε μια αληθινή ιστορία της χώρας. Από ηλεκτρονικά στοιχεία, καλπάζουσες κιθάρες, τελικά μεταμορφώνεται σε μια υπέροχη NIGHTWISH σύνθεση. Γι’ αυτό προείπα, ότι το “Yesterwynde” απαιτεί αρκετές ακροάσεις, αφού είναι από τα τραγούδια που στην αρχή δεν με ικανοποίησαν καθόλου, όμως σταδιακά με κέρδισαν.

Επειδή έχουν κι άλλοι εκλεκτοί συνάδελφοι γράψει την άποψή τους, δεν θα μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες. Πιστεύω, πως το “Yesterwynde” είναι το καλύτερο από τα τρία άλμπουμ της Floor με το συγκρότημα και δύσκολα θα το ξεπεράσουν στο μέλλον.

8,5 / 10

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

Έχετε πολλά κείμενα να διαβάσετε, οπότε δεν θα μακρηγορήσω. Θα ξεκινήσω με το που βρίσκονταν οι NIGHTWISH με την Floor στουντιακά στα αυτιά μου, πριν ακούσω το “Yesterwynde”. Το “Endless forms most beautiful” το θεωρώ μέτριο, ενώ το “Human :||: Nature” σε πολλούς δεν άρεσε, εγώ όμως το λάτρεψα, αναγνωρίζοντας βέβαια ότι απέχει πολύ συνθετικά από τις κορυφές του συγκροτήματος. Ο νέος δίσκος του αγαπημένου μας συμφωνικού σχήματος δεν θα φτάσει ούτε αυτός τις ένδοξες στιγμές του παρελθόντος, αλλά θα καταφέρει να ξεχωρίσει ως η πιο ενδιαφέρουσα δουλειά της Floor περιόδου, κάτι που από μόνο του είναι πολύ αισιόδοξο και ευχάριστο.

Πρόκειται αρχικά για ένα άλμπουμ που πάει κόντρα σε όλα τα κουτάκια της σύγχρονης εποχής. Ξεκινάει με 9λεπτη σύνθεση, περιέχει τραγούδια που συνήθως φτάνουν τα 5 ή 6 λεπτά, έχει χορταστική διάρκεια που ξεπερνάει την ώρα, όπως φαίνεται κανείς δεν μπορεί να περιορίσει το όραμα του Tuomas. Η αρχή είναι δυναμική με πιο βαριά ή/και προσιτά τραγούδια, όπου μιλάμε για κομματάρες όχι αστεία, αν ήταν έτσι όλος ο δίσκος θα παραμιλούσαμε. Από την μέση και μετά υπάρχει αλλαγή πλεύσης, αφού συναντάμε συνθέσεις πιο συγκρατημένες στις οποίες κυριαρχεί η ατμόσφαιρα. Αυτή η ηχητική αλλαγή στο ηχόχρωμα των τραγουδιών σίγουρα θα ξενίσει κόσμο αλλά δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα “Something whispered follow me”, “Hiraeth” και “The weave” έχουν δικό τους χαρακτήρα, είναι άκρως ενδιαφέροντα και εκπέμπουν μία μαγική αύρα. Σίγουρα θα προτιμούσα να έπαιζε το συγκρότημα όπως στο “Once”, αλλά στη φάση που βρίσκεται η μπάντα αυτό μας δίνουν, αυτό κρίνουμε και αν μη τι άλλο μόνο κακό ή ανέμπνευστο δεν το λες!

Επειδή στις λεπτομέρειες κρίνεται το τελικό αποτέλεσμα, πάμε να δούμε τις πιο σημαντικές. Αρχικά κι επειδή δεν μου αρέσει καθόλου ο Troy στο πόστο των φωνητικών, περίμενα τουλάχιστον ένα με δύο τραγούδια που θα τρώνε skip εσαεί, αλλά σαν έκπληξη, αξιοποιείται με τρόπο που κολακεύει την φωνή του με αποτέλεσμα να έχουμε την πρώτη φορά που όχι απλά αντέχω, αλλά να μου αρέσει η παρουσία του! Στον αντίποδα, βλάπτει η μη-αντικατάσταση του Marko Hietala, αφού στιγμές όπως το ρεφρέν του “The children of ‘Ata” ή η μπαλάντα “Sway”, θα πήγαιναν στο επόμενο επίπεδο με μία αντίστοιχη χροιά, με αποτέλεσμα να μην ξεδιπλώνεται όλη η δυναμική τους. Η Floor αποδεικνύει και εδώ γιατί είναι η κορυφαία φωνή του είδους, αφού ευτυχώς αξιοποιούνται οι δυνατότητές της καλύτερα από κάθε άλλη φορά. Κιθαριστικά δεν έχουμε καμία έκπληξη, τα χωσίματα του Emppu πάντα μου ακούγονται λες και παίζει το ίδιο πράγμα, αλλά ποτέ δεν τα βαριέμαι, ίσα ίσα είναι πολύ πωρωτικά και για αυτό τον αγαπάμε! Κλείνοντας με τις λεπτομέρειες, θεωρώ ότι δεν χρειάζονται κάποια απαλά και μεγάλα σε διάρκεια σημεία που κλείνουν τα τραγούδια, όπως στα “Perfume of the timeless”, “Spider silk” και “An Ocean of Strange Islands”. Εικαστικά είναι τέλεια, αλλά μετά από πολλές επαναλήψεις κουράζουν.

Το “Yesterwynde” λοιπόν είναι αντικειμενικά ένας όμορφος δίσκος χωρίς να του λείπουν οι περιοδικές heavy εξάρσεις. Περιέχει πολύ ωραία μουσική και ας είμαστε ειλικρινείς, κανείς άλλος δεν γράφει έτσι, τα τραγούδια αυτά είναι άπιαστο όνειρο για την πλειοψηφία των συγκροτημάτων του είδους. Ακόμα καλύτερα, χαίρομαι που βλέπω την δημιουργική πτυχή των NIGHTWISH να ξαναβρίσκει τα πατήματά της με κάθε τους νέα πρόσφατη προσθήκη. Δεν παύει να έχει κάποια σημεία προς βελτίωση, όπως ανισότητα στην ολότητά του, καθώς και μερικές πινελιές-αυτογκόλ όπως είπαμε στα σχόλια πριν λίγο. Θα πάρει καλό βαθμό γιατί οι NIGHTWISH συνθέτουν μουσικάρες, αλλά ψέματα δεν θα πω. Περιμένω το διάλειμμα που θα κάνουν να τους δώσει νέα ενέργεια και να επιστρέψουν με μία πιο επιθετική διάθεση, καθώς αν αγκαλιάσουν πιο σφιχτά τη metal πλευρά τους, μπορούν εύκολα να δώσουν δίσκους ικανούς να σταθούν δίπλα στις ιστορικές τους κυκλοφορίες.

8 / 10

Παύλος Παυλάκης

All photos by Tim Tronckoe

Στις 2/11, συντονιζόμαστε όλοι στα… FM!

0
FM

FM

Με τον καλό φίλο και συνάδελφο Σάκη Νίκα, κάνουμε κατά καιρούς πολλές και άκρως ενδιαφέρουσες συζητήσεις, πάνω στη μουσική. Οπότε ξέρω από πρώτο χέρι, την αγάπη και το μεράκι που έχει για το rock και το hard rock όπως και το παράπονό του, για το γεγονός πως οι hard rock συναυλίες στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, είναι ίσες σε αριθμό με τις ψαροταβέρνες που συναντάμε σε μια εκδρομή στα Ζαγοροχώρια.

Όταν λοιπόν μου ανακοίνωσε, με πρόσωπο που έλαμπε περισσότερο και από το χριστουγεννιάτικο δέντρο του Αβραμόπουλου, πως κατάφερε να φέρει, μαζί με τον επίσης εξαίρετο νέο που ονομάζεται Γιάννης Δόλας και το Rockpages.gr, ένα από τα αγαπημένα του hard rock σχήματα, δίχως ακόμη να αποκαλύψει το όνομα, ήξερα πως θα μιλούσαμε για ένα σημαντικό γεγονός.

Και ναι! Οι σπουδαίοι FM έρχονται για live στα μέρη μας, επτά χρόνια μετά το αξέχαστο βράδυ εκείνης της 25ης Μαρτίου, στο club The Crow. Μια από τις μεγαλύτερες A.O.R/hard rock/melodic rock/όπως θες πες το, μπάντες. Γιατί τους χαρακτηρίζω έτσι; Γιατί έχουν μόνο καλούς ως αριστουργηματικούς δίσκους, έχουν «φάει με το κουτάλι» τις μεγάλες σκηνές παρέα με καλλιτέχνες σαν τον Bon Jovi, Gary Moore, Tina Turner, FOREIGNER, THIN LIZZY, HEART, JOURNEY, STATUS QUO, WHITESNAKE και το κυριότερο; Δεν προέρχονται μετά από πολυετή παύση, δεν έρχονται παρηκμασμένοι, δεν αποτελούν σκιά του εαυτού τους.

Είναι ακόμη ακμαίοι! Δε θα δούμε ένα κακέκτυπο συγκροτήματος, θα δούμε μια καλοδουλεμένη μηχανή! Οι FM έχουν ξεπεράσει μέχρι και μακάβρια γεγονότα (θάνατος του πάλαι ποτέ ιδρυτικού μέλους Chris Overland, αδερφού του τραγουδιστή/κιθαρίστα Steve) και σοβαρές δυσκολίες (σαν την περιπέτεια της υγείας του πληκτρά τους, Jem Davis) και φέτος, γιορτάζοντας 40 χρόνια καριέρας με ένα εξαίσιο άλμπουμ στις αποσκευές τους (το “Old habits die hard”), θέλουν να φέρουν τη γιορτή αυτή ΚΑΙ στη χώρα μας. Κι εγώ φίλε μου σε γιορτές σαν κι αυτή, δε λέω ποτέ όχι!

Περιττό λοιπόν να πω ότι, σαν ακροατής που έχει το A.O.R στα ακούσματά του, θέλω όσο τίποτα να δω αυτό το κλασσικό σχήμα «ζωντανά». Παρέα τους μάλιστα θα έχουν τους δικούς μας SILVER R.I.S.C, βετεράνους της «φάσης» και εγγύηση για καλό hard rock, τόσο στουντιακά, όσο και συναυλιακά. Νομίζω ότι το πράγμα γίνεται όλο και καλύτερο, έτσι;

Συνεπώς, τέλος τα λόγια. Ραντεβού στο Piraeus Club Academy στις 2/11 για τα περαιτέρω! Για να πάρεις και συ μέρος στο party, μπες εδώ και πάρε το μαγικό σου χαρτάκι. Μη διστάζεις… κάνε το και θα με θυμηθείς!

Δημήτρης Τσέλλος

Wizards Of Ozz Fest vol.2, το Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

0
Wizards
Wizards
Το Wizards Of Ozz Fest vol.2, η εκδήλωση αφιέρωμα στον Ozzy Osbourne, είναι και φέτος γεγονός! Για μία ακόμη φορά οι Rhoads Of Revelation ενώνουν τις δυνάμεις τους με μια σειρά από γνωστούς μουσικούς της Heavy & Rock Ελληνικής σκηνής και ανεβαίνουν στο HolyWood Stage Athens, το Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024, για να παρουσιάσουν ένα setlist – φόρο τιμής στο σπoυδαίο έργο του Ozzy Osbourne της solo καριέρας του Prince of Darkness, χωρίς ωστόσο να αφήσουν εκτός και την πορεία του madman με τους Black Sabbath.
▷ Rhoads of Revelation line up:
Vocals: Panayiotis Samaras
Guitar: Miltos Makris
Bass: Dimitris Megalios
Keys: Marios Theofilatos
Drums: Akis Kakkavas
Ο Πολιτιστικός Οργανισμός Καλλιτεχνών Ελλάδας στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του διοργανώνει το event: Ozzy Osbourne Tribute: Rhoads of Revelation presenting ”Wizards Of Ozz Fest vol.2’’ @HolyWood Stage.Athens
Στον πολυχώρο του Πολιτιστικού Οργανισμού Καλλιτεχνών Ελλάδας, HolyWood Stage στον Αγίο Δημήτριο, ανάμεσα στα 2 μετρό “Δάφνη” και “Αγ.Δημήτριος”, έναν χώρο εξαιρετικής ακουστικής που δημιουργεί μια μοναδική επαφή μεταξύ ερμηνευτών και κοινού, οι Rhoads of Revelation έρχονται να συναντήσουν το Αθηναϊκό κοινό, σε μια σπάνια μουσική εμπειρία!

RAGE: Όλες οι πληροφορίες για τις τρεις συναυλίες – ραντεβού με την 40χρονη ιστορία τους

0
Rage

Rage

Angelo Perlepes’ Mystery, Emerald Sun, Achelous και Convicted στο πλευρό των Rage στις 3 επετειακές εμφανίσεις τους στην Ελλάδα – Άνοιξε και η ηλεκτρονική προπώληση

Τα ονόματα των Angelo Perlepes’ Mystery και Achelous στην Αθήνα, των Convicted στο Βόλο και των Emerald Sun και Achelous στην Θεσσαλονίκη, κλείδωσαν ως special guests για τις τρεις επετειακές ιστορικής σημασίας ζωντανές εμφανίσεις των θρυλικών Rage, επί ελληνικού εδάφους στις 3, 4 και 5 Οκτωβρίου αντίστοιχα.

Αναλυτικότερα

Αθήνα, Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2024

Rage
Angelo Perlepes’ Mystery
Achelous

Προπώληση: 23 ευρώ
Ηλεκτρονική προπώληση: https://www.more.com/music/rage-athens/
Ταμείο: 25 ευρώ

HARD COPY
– EAT METAL RECORDS
– En Vivo Rock
– Monsterville
– Nathan’s  Saloon
– No Remorse Records
– Sirens Records

Βόλος, Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2024

Rage
Convicted

Προπώληση: 23 ευρώ
Ηλεκτρονική προπώληση: https://www.more.com/music/rage-volos/
Ταμείο: 25 ευρώ

HARD COPY
– BE-BOP
– Cafe Santan
– Coffee Tobacco
– Δισκοπωλείο Intris
– Δισκοπωλείο Superfly Records
– ΚΕΧΑΪΔΗΣ μουσικος οικος
– SNUFF
– Underground Tales Records

Θεσσαλονίκη, Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024

Rage
Emerald Sun
Achelous

Προπώληση: 23 ευρώ
Ηλεκτρονική προπώληση: https://www.more.com/music/rage-thessaloniki/
Ταμείο: 25 ευρώ

HARD COPY
– ALONE Records
– Νephilim store
– Steel Gallery/Arkeyn Steel
– Mignon Café

Το 1984 ήταν η χρονιά κατά την οποία μπήκε ο θεμέλιος λίθος για την καριέρα ενός συγκροτήματος που εξακολουθεί να είναι ενεργό 40 χρόνια μετά, όπως ήταν την πρώτη μέρα. Μιλάμε φυσικά για τους θρυλικούς RAGE, οι οποίοι ξεκίνησαν αρχικά ως AVENGER πριν αλλάξουν το όνομά τους.

Τώρα, ο Peavy Wagner -ένας από τους βετεράνους της γερμανικής heavy metal σκηνής- και οι άνδρες του γιορτάζουν την 40η επέτειο των RAGE με μια εκτενή παγκόσμια περιοδεία. Παίζουν ακόμη και σε χώρες που το συγκρότημα δεν έχει ξαναπάει, παρά τη μακρά καριέρα του.

Οι μαύρες μέρες των περιορισμών που σχετίζονται με την πανδημία έχουν τελειώσει και έτσι ο Peavy Wagner και η μπάντα του, Rage, θα γιορτάσουν την επέτειο του συγκροτήματος με τους θαυμαστές τους σε όλο τον κόσμο το 2024. Φυσικά θα υπάρξει ένα πολύ ιδιαίτερο live set, μια πραγματική εισβολή στην καριέρα του θρυλικού συγκροτήματος. Εκτός από τα κομμάτια του νέου επετειακό album, το οποίο θα κυκλοφορήσει το 2024, οι θαυμαστές παλαιότερων και προηγούμενων albums μπορούν να είναι βέβαιοι ότι θα ζήσουν την απόλυτη συναυλιακή εμπειρία.

Με επικεφαλής τον εμβληματικό frontman τους, οι Rage έχουν περάσει τέσσερις εξαιρετικά επιτυχημένες δεκαετίες, παράγοντας μερικά από τα καλύτερα και πιο σεβαστά albums στα χρονικά του metal -από το μνημειώδες και πρωτοποριακό “Perfect Man”, τα θρυλικά “Trapped!” και “The Missing Link” μέσα από το σκοτεινό – επιθετικό “Black In Mind” και το σαγηνευτικό “End Of All Days”, μέχρι την πραγματική πρωτοποριακή δουλειά στο ορχηστρικό άλμπουμ “XIII” και τα κλασικά “Wings Of Rage” ή “Resurrection Day”. Το γεγονός ότι, παρά τη μακρά καριέρα τους, το συγκρότημα δεν ανήκει ακόμα στο παρελθόν, αποδεικνύεται κάθε φορά που ο Peavy, ο Jean και ο Lucky κατακτούν τις σκηνές του κόσμου.

Όποιος βιώσει τους RAGE live σίγουρα θα επιβεβαιώσει ένα πράγμα: Τα καλύτερα έρχονται!

Την παραγωγή του event συνυπογράφει το διοργανωτικό team του Golden R. Festival!

Iron Beast – 40 Years of Slavery: Επετειακό Live στο Temple

0
Iron Beast

Iron Beast

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Iron Beast – 40 Years of Slavery: Επετειακό Live στο Temple

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2024 – Αθήνα, Temple

Οι Iron Beast επιστρέφουν με μια συναυλία που δεν πρέπει να χάσει κανείς! Στις 16 Νοεμβρίου 2024 θα ανέβουν στη σκηνή του Temple για να γιορτάσουν τα 40 χρόνια από την κυκλοφορία του εμβληματικού άλμπουμ των Iron Maiden, Powerslave.

Ενα άλμπουμ το οποίο καθόρισε μια ολόκληρη γενιά και έθεσε τα θεμέλια για την εξέλιξη του heavy metal. Με κομμάτια όπως το “Aces High”, “2 Minutes to Midnight” και το επικό “Rime of the Ancient Mariner”, το Powerslave παραμένει μέχρι και σήμερα ένα αξεπέραστο αριστούργημα.

Στη σκηνή του Temple, οι Iron Beast θα αναπαραστήσουν με πιστότητα και πάθος τραγούδια από το άλμπουμ, προσφέροντας ένα μοναδικό και καθηλωτικό live show που θα ταξιδέψει το κοινό πίσω στο 1984.

Η μπάντα έχει επιμεληθεί κάθε λεπτομέρεια της εμφάνισής της, ώστε να αποδώσει τον αυθεντικό ήχο και την ενέργεια των Iron Maiden, καθιστώντας αυτή την εμπειρία αξέχαστη για κάθε οπαδό. Το τρίωρο πρόγραμμα θα περιέχει επίσης, επιτυχίες αλλά και εκπλήξεις από όλη την δισκογραφία των Βρετανών θρύλων.

Μην χάσετε την ευκαιρία να γιορτάσετε με τους Iron Beast τα 40 χρόνια από το Powerslave και να τιμήσετε τη μουσική κληρονομιά των Iron Maiden με ένα live που θα σας καθηλώσει.

Οι πόρτες ανοίγουν στις 20:00.

Πληροφορίες Εκδήλωσης:

  • Ημερομηνία: Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2024
  • Ώρα: 20:00
  • Χώρος: Temple, Αθήνα
  • Διεύθυνση: Ιάκχου 17, Αθήνα
  • Τιμή Εισιτηρίου: Προπώληση: 12€ | Στην είσοδο: 15€

Εισιτήρια διαθέσιμα online και σε φυσική μορφή.

Πληροφορίες στη σελίδα στο Facebook https://www.facebook.com/profile.php?id=100063689824837

40 Years of Slavery – 40 Years of Powerslave. Be there!

MOTHER OF MILLIONS – “Magna mater” (ViciSolum Productions)

0
Millions

Millions

Εκεί που η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου -και δη πολύτιμου συνοδοιπόρου- γίνεται όχημα καλλιτεχνικής αποθέωσης… Ας κοιτάξουμε λίγο πίσω. Οι MOTHER OF MILLIONS θρήνησαν το καλοκαίρι του 2019 τον φίλο και κημπορντίστα τους Μάκη Τσαμκόσογλου. Το σοκ τεράστιο. Εκκωφαντικά σιωπηλοί για πολλούς μήνες. Ο βουβός πόνος. Η συνειδητοποίηση του φθαρτού της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα γρανάζια άρχισαν να δουλεύουν πιο έντονα καθώς ο χρόνος επιχειρούσε να γιατρέψει μέρος των πληγών της τετράδας. Συναυλίες εντός και εκτός τειχών, η κυκλοφορία του “Orbit” EP ως προπομπός των μελλούμενων…

Όσοι έχουν έρθει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε επαφή με το ατμοσφαιρικό, λυρικό, κινηματογραφικό progressive των Αθηναίων, γνωρίζουν στον απόλυτο βαθμό πως οι αξίες παραμένουν σταθερές σε κάθε δισκογραφικό τους πόνημα. Αν για μια μπάντα ειδικού ηχητικού προσανατολισμού όπως είναι οι ΜΟΜ από γεννησιμιού τους, ένα από τα κυρίαρχα ζητούμενα αποτελεί το εφαλτήριο της συνεύρεσης πολλών διαφορετικών μεταξύ τους κόσμων, τότε σαφώς ο στόχος επιτυγχάνεται με το ”Magna mater”, το τέταρτο κατά σειρά άλμπουμ τους. Με ταπεινότητα. Στοχοπροσήλωση. Ιώβεια υπομονή. Και επιμονή διαρκείας. Στοιχεία που δεν συναντάς αρμονικά τοποθετημένα στην μουσική του σήμερα. Πλειοψηφικά μιλώντας. Η πεμπτουσία, το νέκταρ του progressive. Ένα χωνευτήρι ιδεών, τάσεων, ηχητικών “αρρυθμιών”, πολυσυλλεκτικότητας, άντληση στοιχείων από φαινομενικά αντίρροπα ιδιώματα.

Κι αυτό αποτυπώνεται στο ηχητικό μέσο που τοποθετείται στις προθήκες των δισκοπωλείων ή ακόμα εντονότερα, στο σανίδι ενός club. Εκεί αναδύεται η προσωπικότητα. Τα “μπορώ” και τα “θέλω”. Δίχως την έπαρση και την αλαζονεία μιας πρότερης εφήμερης κορυφής. Και πως θα μπορούσε άλλωστε να γίνει με άλλον τρόπο. Όταν πρόκειται για μουσικούς που έχουν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη την αίσθηση της ενδοσκόπησης, της αέναης αναζήτησης του απόλυτου μέσα από μια επώδυνη διαδικασία κάθαρσης και εξαγνισμού.

Το “Magna mater” συνιστά το επιστέγασμα μιας μοναχικής μουσικής πορείας, ενός “στριφνού” -για το mainstream της αποχαύνωσης- project που κατορθώνει να αποτανθεί με τις πλέον ειλικρινείς προθέσεις στο συναίσθημα και στο θυμικό του ακροατή, επιδιώκοντας να κάνει κτήμα την αφοσίωσή του. Είναι το συμβόλαιο τιμής που έχουν υπογράψει με όλους όσους οι δυσκολίες και οι αντιξοότητες δεν θα λυγίσουν την ακόρεστη δίψα και την αυταπάρνησή τους για να κυνηγήσουν τα όνειρά τους.

Μοιραία, το νέο full length “αποτύπωμα” τους μετά τα “Human”, “Sigma” και “Artιfacts” διαθέτει την αύρα ενός ξεχωριστού κεφαλαίου, ενός επαναπροσδιορισμού της μουσικής ταυτότητας των εμπνευστών του με την εισαγωγή παραμέτρων και εικόνων που συναρπάζουν. Και ο ακροατής στέκεται με απεριόριστο σεβασμό μπροστά σε ένα ολοκληρωμένο έργο. Μελετημένο μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια. Άρτια επεξεργασμένο. Από το λιτό και δωρικό εξώφυλλο, την κρυστάλλινη και “ζεστή” παραγωγή, την αισθαντικότητα αλλά και τον υποβλητικό χαρακτήρα των φωνητικών, τις κιθαριστικές εναλλαγές στο μοτίβο, το ράπισμα των μπασογραμμών, της ευφυία των τυμπάνων, τον λυτρωτικό χαρακτήρα των πλήκτρων.

Μόνο αποκομμένοι από το όλον progressive δεν θα πρέπει να αισθάνονται οι MOTHER OF MILLIONS. Αφουγκράζονται κάθε πιθανό ερέθισμα, ρουφούν σαν σφουγγάρι τις τεχνικές και τα στυλ εκείνα που θεωρούν ότι μπορούν να έχουν χρησιμότητα και εν συνεχεία τα προσαρμόζουν κατά το δοκούν στο μοναδικό τους ύφος. Τρανό παράδειγμα το “Feral” που φέρνει σε σημεία LEPROUS αλλά και VOLA. Αρχής γενομένης από το μαγευτικό πρώτο single “Inside” που είμαι πεπεισμένος ότι θα λειτουργήσει καταλυτικά ως opener στις ζωντανές εμφανίσεις τους, το ομώνυμο αργόσυρτο κομμάτι στο οποίο δεν διστάζουν να τοποθετήσουν με περίσσια σύνεση ορισμένα brutal σημεία στα φωνητικά που “μπλέκονται” αρμονικά με πιο “χασιματικά” γυναικεία που απογειώνουν το συνολικό αποτέλεσμα.

Όσο το “MM” ξεδιπλώνει τις αρετές του, είναι κάτι παραπάνω από εμφανές πως το νέο πόνημα του κουαρτέτου βρίθει απίστευτου κιθαριστικού όγκου κι ας παρεμβάλλονται τα έντονα ατμοσφαιρικά/dreamy μέρη – σήμα κατατεθέν τους. Το “Liminal” ραγίζει καρδιές με το θέμα του πιάνου στο ξεκίνημα, το “Irae” ανεβάζει σταδιακά στροφές και εντυπωσιάζει με την ποιότητα του και το εξόδιο “Space” θα μπορούσε να είναι κάλλιστα ένας μικρός φόρος τιμής στον Τσαμκόσογλου… Ένα έργο που σε καθηλώνει σε κάθε νότα του, σε ταξιδεύει, σε μαγεύει, σε προκαλεί να το ρουφήξεις μέχρι το μεδούλι. Κι εκεί που νομίζεις πως έχεις κατανοήσει το ποιόν του, έρχονται οι αλλεπάλληλες ακροάσεις να σου υπενθυμίσουν πως υπάρχει ακόμα άπλετο φως και σκοτάδι να ανακαλύψεις.

Αυτό είναι το “ένοχο” μυστικό του δίσκου. Ο θρήνος που έγινε δύναμη ψυχής. Η απώλεια που ενθυλακώθηκε στο “είναι” τους βρήκε την πολυπόθητη διέξοδο διαμέσου του νέου υλικού. Είναι η στιγμή που αποσβολωμένος γίνεσαι κοινωνός ενός ταξιδιού που απαγορεύεται να απωλέσεις λεπτό την αφοσίωση σου. Νιώθεις το ρίγος να διαπερνά το σώμα σου ως άλλος ηλεκτρισμός, τις αισθήσεις σου να αποκτούν απύθμενη ένταση, πρωτόλεια ορμή και ένα πέπλο γλυκύτατης μελαγχολίας να σε περιβάλλει. Είσαι εσύ και το “Magna mater”. O εορτασμός της επανένωσης δύο φίλων που θυμούνται τα παλιά. Που δεν θα διστάσουν να εξωτερικεύσουν τα σωθικά τους, τα καλύτερα κρυμμένα μυστικά τους. Για το τότε. Για το τώρα. Για το πάντα!

9 / 10

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

OCEANS OF SLUMBER- “Where Gods fear to speak” (Season of Mist)

0
Oceans

Oceans

Οι Τεξανοί, ακριβώς δυο χρόνια μετά τη τελευταία τους κυκλοφορία “Starlight and ash”, επιστρέφουν με νέα δισκογραφική δουλειά στα μέσα Σεπτεμβρίου, η οποία θα φέρει τον τίτλο “Where Gods fear to speak”. Μετά από πάρα πολλά χρόνια, η μπάντα έφυγε από τη δισκογραφική Century Media και υπέγραψε στην Season of Mist.

Ο προηγούμενος δίσκος ήταν μεγάλη απογοήτευση για μένα. Οι OCEANS OF SLUMBER ήταν (και είναι) αγαπημένη μπάντα, με αξιομνημόνευτη δισκογραφία, με αποκορύφωμα το “Winter” του 2016. Ακολούθησαν άλλοι δύο, αρκετά καλοί δίσκοι, αλλά πραγματικά το “Starlight and ash” του 2022, συγνώμη που το ξαναλέω, πέρασε και δεν ακούμπησε.

Το “Where Gods fear to speak” λοιπόν, για μένα προσωπικά, ήταν κομβικής σημασίας κυκλοφορία για το τι μέλλει γενέσθαι. Η πρώτη ακρόαση δε με ενθουσίασε. Ωστόσο, του έδωσα την απαραίτητη προσοχή και η γνώμη μου έγινε πιο θετική. Ναι μεν εξακολουθούν να είναι “light” σε σχέση με το παρελθόν, αλλά βρίσκω τις συνθέσεις πιο προσεγμένες. Σαφώς και πάλι τα πάντα είναι προσαρμοσμένα πάνω στη Cammie, κάτι λογικό από τη πλευρά της μπάντας, πράγμα που δεν σημαίνει ότι πρέπει να είναι αποδεκτό και από τους fan. Σίγουρα είναι πιο ακραίος από το προκάτοχό του και σε ξεσπάσματα και σε φωνητικά.

Εδώ να σημειώσω πως δεν τρελάθηκα για τα brutal φωνητικά. Βρίσκω την υπερταλαντούχα Cammie πιο δυναμική, όπως στους δίσκους προ “Starlight and ash”. Τα riffs είναι πιο στιβαρά και πιο χαρακτηριστικά, ενώ ο Dobber δεν φοβάται να γκαζώσει με blasts beats, όπως πάντα άλλωστε. Γενικά, τα prog στοιχεία, τα οποία έλειψαν αρκετά μετά το “Winter”, επανέρχονται σε ικανοποιητικό βαθμό. Τραγούδια που ξεχωρίζω είναι το ομώνυμο κομμάτι που ανοίγει το δίσκο, το “Poem of ecstasy” και ιδαίτερα το “I will break the pride of your will”, το οποίο σίγουρα είναι το κορυφαίο του δίσκου κατ’ εμέ. Ο δίσκος κλείνει με μια διασκευή στο θρυλικό “Wicked game” του Chris Isaak, η οποία για να είμαι ειλικρινής, είναι κάπως αδιάφορη. Για το artwork του δίσκου, συνεργάζονται για ακόμα μια φορά, με τον Γιάννη Νάκο (Remedy Art Design).

Ανάμεικτα τα συναισθήματα μου για το “Where Gods fear to speak”, που σίγουρα είναι ένας καλός δίσκος, αλλά ξέροντας τις ικανότητες των Τεξανών, ξέρω ή τουλάχιστον πιστεύω ότι μπορούν και καλύτερα. Σίγουρα πάντως είμαι πιο αισιόδοξος για το μέλλον των OCEANS OF SLUMBER, απ’ ότι μετά τον προηγούμενο δίσκο.

7,5 / 10

Γιώργος Δρογγίτης

SCORPIONS – “In trance” – Worst to best

0
Scorpions

Scorpions

Μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι η μεγαλύτερη γερμανική μπάντα όλων των εποχών, οι SCORPIONS, έκαναν με το “In trance” του 1975 το πρώτο σοβαρό βήμα για τις μεγάλες επιτυχίες που θα ακούγαμε για την επόμενη εικοσαετία (τουλάχιστον). Πρόκειται για την πρώτη «κλασική» κυκλοφορία τους (και το πρώτο λογοκριμένο εξώφυλλο και με πρώτη χρήση του κλασικού τους logo) και ίσως να αποτέλεσε το σχέδιο, τόσο στην δομή του, την ηχογράφηση του και τον ήχο του, για τα ακόμη πιο επιτυχημένα άλμπουμ που θα ακολουθούσαν. Εδώ θα αποπειραθώ να σας δώσω την δική μου κατάταξη για τα 10 τραγούδια που απαρτίζουν αυτό το τόσο ιστορικό και σημαντικό άλμπουμ από τους Σκορπιούς.

The “In trance” countdown:

  1. “Night lights” (3:13):

Ας ξεκινήσουμε από τα εύκολα και το σύντομο, γλυκό instrumental “Night lights” που είναι … ακριβώς αυτό. Μία απαλή επίδειξη παιξίματος από τον τιτάνα Uli Jon Roth, στις πιο χαλαρωτικές στιγμές του, αλλά με ιδέες που θα ακούγαμε και στις σόλο δουλειές του κάποια χρόνια αργότερα.

  1. Sun in my hand” (4.20):

Ένα από τα τραγούδια που επιμελήθηκε ο μεγάλος Uli Jon Roth, θαρρείς ως φόρο τιμής στο ίνδαλμα του, Jimi Hendrix. Ίσως το πιο «φευγάτο» και ψυχεδελικό τραγούδι του άλμπουμ, με φωνητικά που εκτιμώ σαν άποψη αλλά δεν συγκρίνονται με την αγγελική φωνή του κύριου τραγουδιστή τους, Klaus Meine.

  1. Living and dying” (3:19):

Στην φάση που οι SCORPIONS προσπαθούσαν να διαμορφώσουν τον προσωπικό τους ήχο, άφηναν που και που να αναδειχθούν και κάποιες από τις επιρροές τους, όπως οι BLACK SABBATH, οι LED ZEPPELIN και τολμώ να πω και οι URIAH HEEP. Εδώ έχουμε μία τέτοια περίπτωση. Λίγο πιο σκοτεινό τούτο εδώ, πραγματεύεται την γραμμική σύνδεση της γέννησης, της ζωής και του θανάτου. Εδώ το συγκρότημα πηγαίνει ξανά εκ του ασφαλούς, σε ένα πιο μελαγχολικό αλλά προβλέψιμο τραγούδι.

  1. Robot man” (2:41):

Γερμανοί και τεχνολογία πάνε μαζί και το “Robot man” είναι η απόδειξη αυτού, σε ένα 70s πλαίσιο. Εδώ αρχίζει να ξεχειλίζει η ενέργεια του συγκροτήματος, με γρηγορότερο ρυθμό και περισσότερα χωσίματα από τους Roth και Schenker. Βέβαια να πούμε και ότι θεματικά ακούγεται λίγο έξω από την γενικότερη διάθεση του άλμπουμ, με μια κάποια μονοτονία. Σίγουρα το προτιμώ στην live εκδοχή του από το θρυλικό “Tokyo tapes” (1978).

  1. Evening wind” (5:01):

Πάνω-κάτω ισχύουν τα ίδια με το “Living and dying”. Το “Evening wind” είναι ένα καλογραμμένο τραγούδι, που ξεδιπλώνεται αργά, καταλήγοντας σε ένα ωραίο ρεφραίν, με στίχους βαθιά εσωστρεφείς. Ξανά, η κιθάρα του Uli είναι αυτή που αναδεικνύει το μουσικό κομμάτι. Ίσως το ρεφραίν του να μου αρέσει λίγο παραπάνω από το προαναφερθέν “Living and dying”, για αυτό και το έβαλα πιο ψηλά στην αξιολόγηση.

  1. Top of the bill” (3:23):

Εδώ έχουμε ένα από τα πιο βαριά τραγούδια του “In trance” που καταπιάνεται με ένα αγαπημένο θέμα όχι μόνο των SCORPIONS αλλά και πολλών άλλων συγκροτημάτων: την ζωή στον δρόμο, στην σκηνή και την δύσκολη πορεία μέχρι την καταξίωση. Σε αυτό το σημείο της καριέρας τους, οι SCORPIONS είχαν αρχίσει να παίρνουν μία γεύση της επιτυχίας και ο απολογισμός του πως έφτασαν μέχρι εκεί κατέληξε στο “Top of the bill”, μέσω ενός πολύ απλού αλλά ουσιαστικού riff από τον Rudolf Schenker. O Roth ανταγωνίζεται πολύ μεγαλύτερα εμπορικά ονόματα της εποχής με την εντυπωσιακή χρήση του tremolo, σήματος –κατατεθέν του. Θεωρώ ότι με κάτι τέτοια τραγούδια οι SCORPIONS περπάτησαν επιδέξια στο μονοπάτι αυτού που θεωρούνταν heavy metal κατά την δεκαετία του ’70.

  1. Longing for fire” (2:42):

Λοιπόν, αυτό εδώ μου αρέσει πάρα πολύ. Κάτι στο πνεύμα του “The boys are back in town” που θα κυκλοφορούσαν οι THIN LIZZY την επόμενη χρονιά. Ιστορίες για περιπλανήσεις στην μαγευτική νύχτα των πόλεων, παρέες, διασκέδαση και νεανικές ορμές, κάτι που με κάποιο τρόπο θα ξανακούγαμε στο “Big city nights”  δέκα χρόνια αργότερα. Αυτό που ξεχωρίζει στην εισαγωγή είναι το ρυθμικό μπάσο του Francis Buchholz, το οποίο δημιουργεί την μελωδική βάση του τραγουδιού, η οποία κορυφώνεται με όχι ένα αλλά δύο φοβερά σόλο του Uli Jon Roth. Έχει μία ξέγνοιαστη διάθεση, σε αντίθεση με το πιο άφωτο και μελαγχολικό κλίμα του άλμπουμ, αφήνοντας την νοσταλγία να σε συνεπάρει για τα λιγότερα από τρία λεπτά που διαρκεί.

  1. Dark lady” (3:25):

Οι SCORPIONS με τον παραγωγό τους, Dieter Dierks (το πέμπτο ανεπίσημο μέλος τους), επέλεξαν το “Dark lady” για να ανοίξουν την πιο φιλόδοξη μέχρι τότε κυκλοφορία τους. Και ενδεχομένως να έπραξαν το σωστό, μιας και το τραγούδι ξεχειλίζει από ενέργεια και ταχύτητα. Οι εντυπωσιακοί μανιερισμοί του Roth στην Fender Stratocaster (arpeggios με διπλές αρμονίες), το ρυθμικό σφυροκόπημα από τους Schenker, Buchholz και Lenners όσο και οι κραυγές του Klaus βάζουν αυτή την χαρακτηριστική heavy metal πινελιά στο τραγούδι. To “Dark lady”, μαζί με το “Speedy’s coming” από το προηγούμενο άλμπουμ τους “Fly to the rainbow” (1974), ήταν οι προπομποί για το πιο γρήγορα και heavy τραγούδια που θα ακούγαμε από τους Σκορπιούς στις επόμενες κυκλοφορίες τους.

  1. Life’s like a river” (3:48):

Πέρα από το πολύ ανθρώπινο και γλυκόπικρο μήνυμα του τραγουδιού, το “Life’s like a river” έχει μία από τις καλύτερες ενορχηστρώσεις στον κατάλογο των SCORPIONS. Οι δισολίες αντί εναρκτήριου riff που παίζουν οι Roth και Schenker είναι τόσο περίτεχνες και αραχνούφαντες, που ξεχωρίζουν πριν και μετά το μελαγχολικό κουπλέ που τραγουδάει ο Klaus. Ένα τραγούδι για τα χρόνια που περνούν πάνω από τους ανθρώπους και τους αλλάζουν καθώς αυτοί γερνούν. Μεγάλο συναισθηματικό βάθος σε αυτό το «ποτάμι της ζωής», που εμφατικά ξεχύνεται μέσα από την βαθιά αισθαντική φωνή του Meine και τις κιθάρες των Roth και Schenker. Προτείνω ανεπιφύλακτα να το ακούσετε και από την συναυλία τους στο Sun Plaza Hall του Tokyo το 1979, στις πρώτες εμφανίσεις του Matthias Jabs με το συγκρότημα, όπου πραγματικά η μπάντα κυριολεκτικά κεντάει στην περιοδεία του “Lovedrive”.

  1. In trance” (4:42):

Αναμενόμενο, λογικά θα το περιμένατε και εσείς στην κορυφή αυτού του “Worst to Best”. Αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο hit των SCORPIONS που κόλλησε τους νέους fans τους τότε και φυσικά, όχι μόνο αυτούς. Δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος που να ακούει hard rock από αυτή την δεκαετία και να μην έχει συγκινηθεί από την καψούρα που τραγουδάει ο Meine, τόσο αναγνωρίσιμο είναι. Πόσο περισσότερο να αποτυπωθεί η ερωτική επιθυμία προς το αντικείμενο του πόθου από αυτό που ακούμε στο “In trance”; Δεν είναι πολλοί αυτοί οι ρομαντικοί ύμνοι που μου έρχονται στο μυαλό. Είναι μία αιώνια μπαλάντα, που κορυφώνεται σε ένα καταπληκτικό outro, ένας μεγάλος αναστεναγμός, παραδόξως επίκαιρος όσο ποτέ σε μία εποχή που ο κόσμος έχει κρυφτεί μπερδεμένος και έχει αποξενωθεί πίσω από την τεχνολογία και μία, πολλές φορές, άνευ ουσίας ρουτίνα. Δεν είναι επ’ ουδενί τυχαίο ότι το “In trance” αποτελεί μέχρι και σήμερα αγαπημένο ύμνο των απανταχού fans του συγκροτήματος και παίζεται σε συναυλίες τους ακόμα και στις μέρες μας, ακόμα κι αν πρωτοστοίχειωσε τα εφηβικά μας χρόνια δεκαετίες πριν. Εδώ ξεκινούν οι μεγάλες μέρες για τους SCORPIONS και σε αυτό, το “In trance” έπαιξε τον καθοριστικότερο ρόλο.

Κώστας Τσιρανίδης

AMETHYST – “Throw down the gauntlet” (No Remorse Records)

0
Amethyst

Amethyst

Για τους φίλους και αναγνώστες της στήλης μας Underground Halls, οι Ελβετοί AMETHYST δεν είναι άγνωστο όνομα. Μόλις πέρυσι τους είχαμε φιλοξενήσει σ’αυτή, μιας και είχαν κάνει αρκετή αίσθηση στο «παρασκήνιο» του underground, όταν και κυκλοφόρησαν την παρθενική τους δουλειά, το EP “Rock knights”. Για τους υπολοίπους τώρα, πρόκειται για μια πεντάδα, αποτελούμενη από τον τραγουδιστή Freddy, τον Ramon και τον Yves στις κιθάρες, τον μπασίστα Miguel Sanchez και τον El Do στα τύμπανα. Όλα τους παρατσούκλια ή για να το θέσω πιο κομψά «καλλιτεχνικά ονόματα», γιατί αν το “Miguel Sanchez” είναι ελβετικό ονοματεπώνυμο, εγώ έχω μακρινό πρόγονο κάποιον Ινδιάνο του Περού.

Μια παρέα νεαρών μουσικών που για «κακή» της τύχη, δεν έσμιξε πριν 40-45 χρόνια, αλλά το 2020, ωστόσο αυτό δεν την εμποδίζει να χρησιμοποιεί μια ιδιότυπη χρονομηχανή και να ταξιδεύει σε εκείνα τα χρόνια. Αφού έκαναν αίσθηση στο underground, ήταν δεδομένο πως το επόμενο βήμα τους, θα ήταν να καταλήξουν σε μια από τις σοβαρές και μεγάλες εταιρείες του χώρου. Η No Remorse είναι ό,τι πρέπει για τέτοιες μπάντες, ξέρει να τις προμοτάρει και να τις υποστηρίξει σωστά. Συνεπώς, με λυμένα όσα προβλήματα προκύπτουν όταν δεν υπάρχει σωστή υποστήριξη, ο μουσικός έχει μια και μοναδική έγνοια: Να συνθέσει καλή μουσική, καλά τραγούδια, να κυκλοφορήσει αξιόλογο δίσκο βρε αδερφέ.

Ερχόμενοι με φόρα από το EP τους, οι AMETHYST δεν παρεκκλίνουν ούτε χιλιοστό από την ήδη προδιαγεγραμμένη πορεία τους. Το NWOBHM εξακολουθεί να αποτελεί για αυτούς φάρο φωτεινό, με τους DIAMOND HEAD, IRON MAIDEN και TYGERS OF PANG TANG να είναι οι βασικοί φαροφύλακες που τον ανάβουν (τον φάρο, εννοείται) και τους super cult μικρούς ήρωες JAGUAR, BITCHES SIN να συμβάλουν τα μέγιστα. Τα εντελώς «παλιακά» riffs και leads, τα φωνητικά, τα refrains, όλα είναι περίπου «παραδεισένια» για όποιον αρνείται πεισματικά να καταλάβει πως υπάρχει heavy metal σε διάφορες μορφές, από το 1982 και μετά. Και κάπου εκεί, αν βγεις από το heavy metal «χωράφι», θα βρεις και μπάντες σαν τους THIN LIZZY και U.F.O, γιατί δισολία και διπλή αρμονία χωρίς τους κυρίους αυτούς, απλά δεν λογίζεται.

Μια τέτοια μουσική, όπως καταλαβαίνεις, είναι εξ ορισμού συναυλιακή και «ανάλαφρη», στοχεύει στην καλή διάθεση και εκπορεύεται από αυτή. Οι AMETHYST, το γνωρίζουν καλά αυτό και εκεί ακριβώς στοχεύουν. Να κάνουν τον ακροατή να περάσει καλά, ακούγοντας κλασσικό heavy metal. Απροβλημάτιστο, ευθύ, άμεσο heavy metal, όπως το έμαθε στα «μικράτα» του. Με τραγούδια σαν τα “Embers on the loose”, “Running out of time”, “Rock knights” και “Queen of a thousand burning hearts” να εγγυόνται από τώρα μερικές πολύ ωραίες “live” στιγμές, τις οποίες και θα βιώσουμε, αν όλα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο, στο επερχόμενο Up The Hammers Festival, τον Μάρτιο. Ως τότε… enjoy!

7,5 / 10

Δημήτρης Τσέλλος

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece