Monday, April 27, 2026




Home Blog Page 158

Jack Russell: Πέθανε ο πρώην τραγουδιστής των GREAT WHITE σε ηλικία 63 ετών

0
Jack Russell

Jack Russell

Ο πρώην τραγουδιστής των GREAT WHITE, Jack Russell, απεβίωσε σε ηλικία 63 ετών.

Την Πέμπτη, 15 Αυγούστου, δημοσιεύθηκε η εξής ανακοίνωση στα social media του Jack: “Με τεράστια λύπη ανακοινώνουμε την απώλεια του αγαπημένου μας Jack Patrick Russell — πατέρα, συζύγου, ξάδελφου, θείου και φίλου.

Ο Jack απεβίωσε ειρηνικά παρουσία της συζύγου του, Heather Ann Russell, του γιου του, Matthew Hucko, της ξαδέλφης του, Naomi Breshears Barbor, και αγαπημένων φίλων, Billy και Cheryl Pawelcik.

Λεπτομέρειες για μια δημόσια μνημόσυνη τελετή θα ανακοινωθούν σε μεταγενέστερη ημερομηνία.

Ο Jack αγαπήθηκε και θα τον θυμόμαστε για το χιούμορ του, την εξαιρετική του διάθεση για ζωή, και τη ασταμάτητη συνεισφορά του στο rock and roll, όπου η κληρονομιά του θα ζει για πάντα.

Η οικογένειά του ζητάει ιδιωτικότητα αυτή τη στιγμή.”

Η είδηση του θανάτου του Jack έρχεται λιγότερο από ένα μήνα μετά την ανακοίνωσή του ότι αποσύρεται από τις περιοδείες μετά από διάγνωση με άνοια σώματος Lewy.

“Στους θαυμαστές και τους φίλους μου, με την πιο βαριά καρδιά ανακοινώνω την απόσυρσή μου από τις συναυλίες,” είπε ο Jack σε δήλωσή του στις 17 Ιουλίου. “Μετά από μια πρόσφατη διάγνωση με άνοια σώματος Lewy (LBD) και πολλαπλή συστηματική ατροφία (MSA) τον Μάιο του 2024, δεν μπορώ να είμαι στη σκηνή στο επίπεδο που επιθυμώ και στο επίπεδο που αξίζετε. Τα λόγια δεν μπορούν να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη μου για τα πολλά χρόνια αναμνήσεων, αγάπης και υποστήριξης. Σας ευχαριστώ που μου επιτρέψατε να ζήσω τα όνειρά μου. Έχετε κάνει τη ζωή μου θαυμαστή.”

Η άνοια σώματος Lewy είναι η δεύτερη πιο κοινή αιτία νευροεκφυλιστικής άνοιας μετά την ασθένεια Αλτσχάιμερ.

Photo by Frontiers Music Srl

A day to remember… 15/8 [ACCEPT]

0
Accept

Accept

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Blind Rage” – ACCEPT
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2014
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Andy Sneap
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Φωνητικά – Mark Tornillo
Κιθάρες – Wolf Hoffmann/Herman Frank
Μπάσο – Peter Baltes
Drums – Stefan Schwarzmann

Οι ACCEPT, θα είναι για πάντα ένα από αυτά τα συγκροτήματα που αποτελούν τις «κολώνες» του heavy metal οικοδομήματος. Όταν το 2010 επανήλθαν δισκογραφικά, μετά από 14 χρόνια απουσίας, σίγουρα όλοι θα ήταν πολύ περίεργοι για το τελικό αποτέλεσμα, πόσο μάλλον όταν το μικρόφωνο θα κρατούσε ένας μουσικός που θα έκανε το δισκογραφικό του, ντεμπούτο μαζί τους. Το “Blood of nation” που κυκλοφόρησε εκείνη την χρονιά, νομίζω ότι με την ποιότητα που είχε, «έκλεισε» πολλά στόματα των όποιων αμφισβητιών του γκρουπ.

Τέσσερα χρόνια αργότερα και αφού είχε ήδη μεσολαβήσει άλλη μια πολύ αξιόλογη δουλειά, το “Stalingrad”, η 14η δισκογραφική τους κίνηση με τίτλο “Blind rage” έχοντας χρωματικά ένα από τα πιο «χτυπητά» εξώφυλλα της καριέρας τους, θα έπαιρνε την θέση της στα ράφια των δισκοπωλείων.

Όσοι παρακολουθούσαν στενά τους ACCEPT, είχαν καταλάβει ότι το συγκρότημα είχε ξεκινήσει μια δεύτερη καριέρα. Απόδειξη οι πολύ καλές συνθέσεις που είχαν και οι δυο δουλειές τους μετά την επαναδραστηριοποίησή τους. Έτσι λογικά σκεπτόμενοι, ήθελαν απλά να ανακαλύψουν το πλήθος των τραγουδιών που θα διέγειραν και πάλι τις αισθήσεις των υγιώς σκεπτόμενων οπαδών.

Οι ACCEPT μετά την επανένωσή τους, με την πολύτιμη βοήθεια του Andy Sneap, που ανέλαβε τον ρόλο του παραγωγού των άλμπουμ τους, δημιούργησαν τραγούδια που ναι μεν είχαν όλα τα trademarks του ήχου που τους είχαν καθιερώσει, παράλληλα όμως υπήρχε διάχυτη και μια παραπάνω ηχητική δυναμική σχετικά με τα πρώτα χρόνια της δισκογραφικής τους παρουσίας. Έτσι δημιουργήσαν ένα μουσικό και ηχητικό μοτίβο, στα οποία «πάταγαν» σε κάθε δουλειά, και τα επανέλαβαν και στην τότε καινούργια.

Στο “Blind rage”, ακολουθήθηκε πιστά η συνταγή των τότε πρόσφατων παρελθοντικών ετών. Ότι ακριβώς είχαν γνωρίσει οι ακροατές από το συγκρότημα, τηρήθηκε στο έπακρο και έτσι το άλμπουμ πήρε επάξια την σκυτάλη από την προηγουμένη δουλειά. Το κάθε τραγούδι, είχε αυτό το ένα (κυρίως) χαρακτηριστικό στακάτο ριφ πάνω στο οποίο ήταν «χτισμένη» όλη η σύνθεση. Υπήρχαν οι catchy μελωδίες στην κιθάρα και στις φωνητικές γραμμές, ειδικά στα χορωδιακά μέρη που «μύριζαν» ACCEPT από μακριά, τα ρεφραίν που σε έκαναν να τα τραγουδάς, κάποια συνεχώς, και μια συνεχής ξεσηκωτική διάθεση σε κάθε σημείο του δίσκου, με συνθέσεις που κινούνταν κυρίως σε πιο mid-tempo ρυθμούς, αλλά και άλλες, μετρημένες σε λιγότερα από τα δάχτυλα του ενός χεριού, που ο μετρονόμος «έτρεχε» πιο γρήγορα.

Οι ACCEPT, για άλλη μια δισκογραφική τους κυκλοφορία, «έφτιαξαν» τραγούδια, άμεσα στο κοινό, χωρίς μουσικούς φανφαρονισμούς και πειραματισμούς, τα οποία, ακόμα και με λίγες, αλλά ουσιαστικές ακροάσεις, έγερναν εύκολα και γρήγορα την ζυγαριά προς τον άκρατο ενθουσιασμό και τα συναισθήματα χαράς, για το άκρως ποιοτικό ηχητικό αποτέλεσμα. Οι Tornillo/Hoffmann/Baltes κατάφεραν να χαρίσουν στο κοινό τραγούδια που θα συνοδεύουν άπλετες ώρες ακροατών των οπαδών. Σαφώς τα τραγούδια ήθελαν τον χρόνο εξοικείωσής τους με τον ακροατή, όταν όμως αυτό συνέβαινε, στον καθένα, θα του «έμειναν», πολλά από αυτά.

Αυτός ήταν άλλος ένας από τους λόγους που κάθε δίσκος των ACCEPT χρίζει ιδιαίτερης προσοχής. Για τον κάθε οπαδό η εκάστοτε δισκογραφική τους κίνηση έχει διαφορετική θέση στην καρδιά του, κάτι άκρως κατανοητό αφού το προσωπικό γούστο πάντα ποικίλλει. Το group όμως έχει αυτή την μαγική ικανότητα να κρατάει το όνομα του «ζεστό» στον κόσμο, με τις συνθέσεις που εμπεριέχονται σε κάθε δουλειά. Κάπως έτσι και το “Blind rage”, βάση τελικού αποτελέσματος τραγουδιών, θα ήταν άλλο ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής, ενός συγκροτήματος, το οποίο με σταθερά δισκογραφικά βήματα, όταν το αποφασίσει, μας χαρίζει δουλείες που τιμούν περίτρανα την φήμη και αίγλη που έχουν, και που μας απασχολούν για πολύ μεγάλα διαστήματα, ικανοποιώντας στο έπακρο κάθε μουσική επιθυμία του heavy metal ακροατή.

Did you know that:

–  Το άλμπουμ θα ήταν το τελευταίο των Herman Frank και Stefan Schwarzmann αφού και οι δυο αποχωρήσαν τον Δεκέμβριο του 2014.

– Το “Blind rage” αρχικά ήταν να κυκλοφορήσει στις 18 Ιουλίου, κάτι που τελικά δεν έγινε.

–  Στο κιθαριστικό solo “Final journey”, χρησιμοποιείται το θέμα του “Morning mood” Edvard Grieg.

–  O Gregory Heaney του διαδικτυακού site AllMusic, δήλωσε: «Το άλμπουμ είναι σαν ένας σκύλος φύλακας με κοντό λουρί. Συγκρατημένος, αλλά και πάλι επικίνδυνος, σαν ανά πάσα στιγμή τα πράγματα να μπορούσαν να χαλάσουν και να ξεφύγουν από τον έλεγχο».

–  Το άλμπουμ έκανε ντεμπούτο στα Γερμανικά charts, δίνοντας στο συγκρότημα το πρώτο Νο 1 της καριέρας του. Έγινε επίσης Νο 1 στη Φινλανδία και Νο35 στο Billboard 200, δίνοντας στο group την υψηλότερη θέση στα charts στην Αμερική.

–  Ο εν λόγω δίσκος, ανακηρύχθηκε καλύτερο Heavy Metal/Melodic Album του 2014 στο site https://metalstorm.net

–  H Ιαπωνική έκδοση του δίσκου έχει σαν bonus το “Thrown to the wolves” και η περιορισμένη digipack έκδοση την ζωντανή εμφάνιση του συγκροτήματος, στις 12 Απριλίου του 2013 στο Teatro Caupolicán, του Σαντιάγο Χιλής σε DVD.

–  Μέχρι και σήμερα, το “Blind rage”, έχει τον μεγαλύτερο αριθμό καταγεγραμμένων εκδόσεων του άλμπουμ, απ’ όλα μετά την επαναδραστηριοποίηση τους.

Θοδωρής Μηνιάτης

Weekly metal meltdown (3-9/8)

0
Weekly

Weekly

Weekly Metal Meltdown ύστερα από περίπου ένα μήνα, αφού πήραμε τις σχετικές ανάσες, με την ανασκόπηση των νέων τραγουδιών που κυκλοφόρησαν και από επερχόμενες κυκλοφορίες που περιμένουμε με ενδιαφέρον. Σ’ αυτήν την εκδοχή, παρουσιάζουμε μερικά από τα πιο πολυαναμενόμενα τραγούδια, που βγήκαν από τις 3 έως τις 9 Αυγούστου.

Photo by Tim Tronckoe

Την αρχή κάνουμε με τους NIGHTWISH, που θαρρούμε ότι δεν βρήκαν και την πιο ενθαρρυντική ανταπόκριση από τον κόσμο τους για το δεύτερο single μέσα από το επερχόμενο “Yesterwynde” που κυκλοφορεί στις 20 Σεπτεμβρίου από τη Nuclear Blast. Το τραγούδι είναι το “The day of…”, με έντονη τη χρήση της παιδικής χορωδίας. Ακούστε το και περιμένουμε να ακούσουμε ολόκληρο το άλμπουμ, φυσικά.

και ανάλογα με την ώρα που διαβάζετε το κείμενο, ίσως προλάβετε και το video clip.

Photo by Marshall Wieczorek

“Servitude” θα ονομάζεται ο δέκατος δίσκος των THE BLACK DAHLIA MURDER, ο οποίος θα κυκλοφορήσει στις 27 Σεπτεμβρίου από τη Metal Blade. Το νέο single του άλμπουμ, είναι το “Mammoth’s hand” και από κάτω μπορείτε να παρακολουθήσετε το video clip του.

Photo by Jussi Ratilainen

Οι Φινλανδοί death/doomsters SWALLOW THE SUN, επιστρέφουν δυναμικά στις 18 Οκτωβρίου με το νέο τους άλμπουμ, “Shining” και το νέο τους single/video clip “What I have become”. Την παραγωγή του δίσκου έκανε ο Dan Lancaster (Bring Me the Horizon, Muse, Enter Shikari, etc.) και το mastering ο Tony Lindgren (Fascination Street Studios).

Photo by Eero Kokko

Stand alone single από τους Φινλανδούς LORDI και το τραγούδι “Made of metal”, χαρακτηριστικό του γνωστούς ύφους των shock rockers που είχαν κερδίσει πριν από πολλά χρόνια τη Eurovision…

Photo by Void Revelations

Αργεί ακόμη η 8η Νοεμβρίου, αλλά τότε θα βγει το “Hin helga kvöl” των Ισλανδών SOLSTAFIR, από τη Century Media και το δεύτερο single είναι για το τραγούδι “Hún andar“ που σημαίνει “She breathes” και είναι αρκετά διαφορετικό από το πρώτο τραγούδι που είχαμε ακούσει…

Photo by Chantik Photography

Λίγο καιρό μετά την εμφάνιση των Ολλανδών black/death metallers, GOD DETHRONED στη χώρα μας, το γκρουπ βγάζει νέο άλμπουμ με τίτλο “The Judas paradox”, από τη Reigning Phoenix Music, στις 9 Σεπτεμβρίου και το νέο τους single είναι για το ομώνυμο τραγούδι, που μιλά για την προδοσία του Ιούδα δοσμένη μέσα από τη δική του οπτική γωνία.

Photo by Lukasz Jaszak

Ένα από τα κορυφαία US black metal σχήματα, οι NACHTMYSTIUM επιστρέφουν την 1η Νοεμβρίου με το ένατο full-length άλμπουμ τους, το “Blight privilege”. Ο mastermind του σχήματος, Blake Judd, μιλά πλέον ανοιχτά και για πολιτικά ζητήματα και το πρώτο δείγμα γραφής είναι το “Predator Phoenix”.

Photo by Chris Snyder

Πάμε τώρα σε πιο μελωδικά μονοπάτια, με τους Σουηδούς melodic metallers DYNAZTY, οι οποίοι δισκογραφούν στην AFM Records, έχουν ένα νέο τραγούδι με τίτλο “Devilry of ecstast”, χωρίς να έχουμε επιπλέον λεπτομέρειες για επερχόμενο δίσκο, αλλά έχουμε την ευκαιρία να τους απολαύσουμε.

Photo by Matthew Parmenter and Hugh Syme

Κλείνουμε με το πρώτο σόλο άλμπουμ του κιθαρίστα των prog rockers, TILES, τον Chris Herin, που θα ονομάζεται “Hiding in plain sight”. To άλμπουμ θα βγει το Νοέμβριο από τη Laser’s Edge, με πολύ εκλεκτούς καλεσμένους. Στην παραγωγή έχει τον Terry Brown (RUSH), mastering από τον Peter Moore (Bob Dylan, Joni Mitchell), στίχους και φωτογραφίες έχει αναλάβει ο Hugh Syme. Οι υπόλοιποι καλεσμένοι περιλαμβάνουν, εκτός των άλλων τα μέλη του Rock And Roll Hall Of Fame Peter Frampton και Alex Lifeson (Rush), συν τους Martin Barre, John O’Hara και Doane Perry (Jethro Tull), Michael Sadler (Saga), Kim Mitchell (Max Webster), Cody Bowles και Kevin Comeau (Crown Lands), Jeff Kollman και Shane Gaalaas (Cosmosquad), Tim Bowness (No-Man), Colin Edwin (Porcupine Tree), Randy McStine (Porcupine Tree), Kevin Chown (Tarja, Chad Smith), Matthew Parmenter (Discipline), Johnathan Blake (Kenny Barron), Ben Riley (Mohsen Namjoo), Gary Craig (Bruce Cockburn)… Δείτε το video για το “The darkest hour” με τα μέλη των JETHRO TULL.

Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα.

 

A day to remember… 10/8 [VOIVOD]

0
Voivod

Voivod

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “War and pain” – VOIVOD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1984
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Metal Blade
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Brian Slagel
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Denis “Snake” Bélanger
Κιθάρες – Dennis “Piggy” D’Amour
Μπάσο – Jean-Yves “Blacky” Thériault
Drums – Michel “Away” Langevin

Quebec. Τοποθετημένο στο Γαλλικό κομμάτι του τιμημένου Καναδά, έμελλε να είναι η γενέτειρα πολύ σπουδαίων μουσικών σε όλο το φάσμα του σκληρού ήχου. Σήμερα θα ασχοληθούμε με μια μπάντα που κοίταξε πολύ πιο μπροστά από πολλούς, αφήνοντας τους “σπόρους” της σε όλον τον ακραίο ήχο που ακολούθησε τις επόμενες δεκαετίες. Ο λόγος για τους ρηξικέλευθους VOIVOD. Σήμερα, επιστρέφουμε εκεί που θα ξεκινούσαν το ταξίδι τους στη μουσική σκηνή, στα 1982, το Νοέμβριο συγκεκριμένα. Σημείωση: το ‘81 για την ακρίβεια, απλά η μπάντα είχε διαλυθεί μεταξύ ‘81 – ‘82 λόγω του ότι οι Blacky και Away, δεν μπορούσαν να παίξουν τα όργανα τους. Ο Piggy θα τους έπαιρνε κάτω από τις φτερούγες του, δείχνοντάς τους πράγματα, κυρίως στον Blacky.

Κάτι που από το ‘82, θα άλλαζε, με τη μπάντα να κάνει τα πρώτα της βήματα και να γράφει το πρώτο της υλικό, επηρεασμένη από τους VENOM, τους MOTORHEAD, τους DISCHARGE και άλλους πολλούς. Η πρώτη κυκλοφορία, ήταν η πρώτη συναυλία της μπάντας, ηχογραφημένη. Το ημερολόγιο έγραφε 25 Ιουνίου 1983, οι VOIVOD, έβαζαν σιγά – σιγά το νερό στο αυλάκι με τη κυκλοφορία της κασέτας “Anachronism” που περιείχε διασκευές σε VENOM, TANK, MOTORHEAD, RAVEN, SWEET SAVAGE συν 3 κομμάτια, τα πρώτα που έγραψε το συγκρότημα. Το φερώνυμο κομμάτι της μπάντας, το “Condemned to the gallows” και το “Blower”. Ακατέργαστοι, συγκινητικά ούγκανοι και με πολλά να πουν. Σε αυτό μάλιστα, είχαμε και τους VOIVOD να παρουσιάζονται ως εξής:

Snake – “throat, scream, insults, mike torture & weapon operator”
Piggy – “burning metal-axe, electro-motive force & tremolition”
Blacky – “blower bass, pyromania and shit”
Away – “thunder and death machine, horror and visions”

Το επόμενο demo και πρώτο studio ηχογράφημα, το “To the death!” demo, θα κυκλοφορούσε στις αρχές του ‘84, θα περιείχε το υλικό του επερχόμενου full-length, διασκευές σε MERCYFUL FATE και VENOM καθώς και δύο κομμάτια από το “Rrroooaaarrr” (1986) (“Slaughter in a grave”, “Helldiver”). Το demo αυτό θα έφτανε εν τέλει στα αυτιά του Brian Slagel, πείθοντας τη μπάντα να ηχογραφήσει το “Condemned to the gallows” για τη συλλογή “Metal massacre V”, προσφέροντας της δισκογραφικό συμβόλαιο, δείχνοντας έτι μια φορά τη διορατικότητα του. Άμα κάτσουμε και μετρήσουμε τους ανθρώπους που ευεργέτησε ο Κύριος Slagel ανά τα χρόνια, ανδριάντα έπρεπε να του έχουν φτιάξει, τέλος πάντων, στο θέμα μας!

Στις 10 Αυγούστου 1984, το πρώτο χτύπημα των VOIVOD στον μουσικό κόσμο σε πλήρη μορφή, θα κυκλοφορούσε, υπό τον τίτλο “War and pain”. Ωμό και ακατέργαστο, αγενές και άξεστο, μα παρόλα αυτά πειραματικό κάπου ανάμεσα στο πρωτόγονο φαινομενικά παίξιμο, το “War and pain”, δεν άφηνε περιθώρια για αμφισβήτηση. Από τη πρώτη νότα, καταλάβαινες ότι κάτι υπάρχει εδώ. Από το φερώνυμο κομμάτι της μπάντας που ως και σήμερα σηματοδοτεί το φινάλε των συναυλιών τους, με τον γνωστό χαμό να γίνεται από κάτω, στο “Iron gang”, το “Suck your bone” και το “Blower”, οι επιρροές των VOIVOD φαίνονταν και έδειχναν ακριβώς από που προέρχονται μουσικά. Οι στίχοι επιθετικοί, για αλητείες για ξύδια για το πως βγαίνουν στη γύρα σαν συμμορία και πάει λέγοντας.

Στον αντίποδα, τα “Warriors of ice”, “Live for violence” και “Black city”, οριακά πάνω από πέντε λεπτά, φροντίζουν να δείξουν ότι κάτι υπάρχει σε αυτό το Καναδικό σχήμα που είναι 100% δικό του. Κάτι το οποίο θα αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό, που θα το χαρακτηρίζει για τα επόμενα 40 και πλέον έτη της καριέρας του. Το ιδιότροπο, δυσαρμονικό και εν γένει αλλοπρόσαλλο riffing του Dennis “Piggy” D’Amour, που πριν καν καλά καλά γίνει 25 είχε ένα προσωπικό ύφος, που στο πρώιμο αυτό στάδιο, χρωστούσε ναι μεν πολλά στους MOTORHEAD, στους VENOM, στους DISCHARGE, αλλά δεν περιοριζόταν σε αυτά, χαράσσοντας το δικό του δρόμο! Ένα δικό τους δρόμο που κορυφώνεται σε αυτή τη κυκλοφορία, στο “Nuclear war”, πάνω από 7 λεπτά!

40 χρόνια “War and pain”. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, έχει τελειώσει άλλη μια ακρόαση του δίσκου. Παρότι τα μεγαλεία θα ξεκινούσαν με τον επερχόμενο δίσκο και με τον μεθεπόμενο στην ουσία, το “War and pain” στέκεται τσαμπουκαλεμένο μέσα στην ωμότητα του, ως το προειδοποιητικό χτύπημα μιας μπάντας, φτιαγμένης για πολύ, πολύ μεγάλα πράγματα που θα εμφανίζονταν στη πορεία με τη σειρά τους. Μια εξέλιξη που ουδέποτε βιάστηκαν, αλλά πάντα κυνηγούσαν με το βλέμμα πάντα στραμμένο στο μέλλον. Και αν για τους πιο σοφιστικέ οπαδούς της μπάντας, ακούγεται τρομερά πρωτόγονο και ενοχλητικό, για τους πιο ούγκανους έχει μια υπέροχη άγρια ομορφιά. Αυτά.

VOIVOD ! I’m a paranoid
VOIVOD ! The wine of blood
VOIVOD ! I’m a crazy God
VOIVOD ! The ferocious dog

Did you know that?

– Τον επόμενο Αύγουστο, του ‘85, οι VOIVOD θα γύριζαν video clip για το φερώνυμο κομμάτι τους, όπου παρουσιάζονται στη πλήρη πρώιμη τους δόξα, μέχρι και η αντιασφυξιογόνος μάσκα του Snake υπήρχε. Σκηνοθετημένο από τον André Fortin.

– Θρυλική είναι η 20ετής επανέκδοση της Metal Blade με το χαρακτηριστικό κουτάκι διπλού CD συν DVD, που έχει μέσα, τα demo που προαναφέραμε, το live “Morgoth invasion” που περιείχε κι άλλο υλικό του “Rrroooaaarrr”, καθώς και τα sessions από τα οποία προήλθε η εκτέλεση του “Gondemned to the gallows” που κατέληξε εν τέλει, στη συλλογή “Metal massacre V”. Προτείνεται ανεπιφύλακτα.

– Από εδώ, ως και την έσχατη επανηχογράφηση “Morgoth tales” o Away, θα έχει διαρκώς ανάμειξη στο artwork και το εξώφυλλο των κυκλοφοριών των VOIVOD, φέρνοντας την ολόδική του άποψη στο σκίτσο που κοσμεί το κάθε άλμπουμ του συγκροτήματος τα τελευταία 40 χρόνια.

Γιάννης Σαββίδης

A Day to Remember… 09/08 [MACHINE HEAD]

0
Machine Head

Machine Head

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Burn my eyes” – MACHINE HEAD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1994
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Roadrunner Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Colin Richardson
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Φωνητικά –  Robb Flynn
Κιθάρες – Robb Flynn , Logan Mader
Μπάσο – Adam Duce
Drums – Chris Kontos

Αντί προλόγου, κρίνω σκόπιμο να ξεκαθαρίσουμε κάτι προς αποφυγή παρεξηγήσεων. Δεν μου αρέσουν οι MACHINE HEAD. Γούστα είναι αυτά. Όμως, υπάρχουν δύο δίσκοι τους που προσωπικά θεωρώ απαραίτητους για κάθε ενημερωμένη δισκοθήκη, είτε είσαι οπαδός τους είτε όχι. Ο ένας είναι το “The blackening” του 2007 και ο άλλος είναι, φυσικά, το ντεμπούτο τους, το “Burn my eyes” που κυκλοφόρησε σαν σήμερα το  1994 και είναι μια καλή ευκαιρία να πούμε δύο λογάκια γι’ αυτόν.

Ως γνωστόν οι MACHINE HEAD σχηματίστηκαν το 1991 από τον Robb Flynn αρχικά ως side project καθώς ήταν δυσαρεστημένος από την πορεία της βασικής του μπάντας, των Αμερικανών thrashers VIO-LENCE. Λίγο αργότερα, και αφού προηγήθηκε ένας ομηρικός καυγάς, ο Flynn αποχώρησε οριστικά από τους VIO-LENCE με σκοπό να αφοσιωθεί στη νέα του μπάντα.  Επιστρατεύει τους Logan Mader και Tony Costanza στις κιθάρες και τύμπανα αντίστοιχα, ενώ για το μπάσο η επιλογή του ήταν ο Adam Duce, γνωστός στον Flynn από τις μέρες του στους VIO-LENCE καθώς ήταν μεγάλος οπαδός τους. Πολύ σύντομα ο Costanza αντικαθίσταται από τον Chris Kontos και με αυτή τη σύνθεση οι MACHINE HEAD ηχογραφούν το 1993 ένα demo έξι κομματιών.  Το demo αυτό ήταν που οδήγησε τους υπεύθυνους της Roadrunner να προσφέρουν συμβόλαιο στη μπάντα χωρίς δεύτερη σκέψη,

Το ντεμπούτο των MACHINE HEAD με τίτλο “Burn my eyes” προγραμματίζεται να κυκλοφορήσει στις 09/08/1994 και όλοι είναι περίεργοι να ακούσουν αν υπάρχει ζωή για τον Flynn μετά τους VIO-LENCE. Οι όποιες αμφιβολίες καταρρίπτονται με το σκάσιμο του riff του εναρκτήριου “Davidian”, βαρύ και ογκώδες σαν οδοστρωτήρας. Πριν καλά καλά συνέλθει ο ακροατής από το σοκ, πάρε και το “Old” στο καπάκι, που σφυροκοπεί ανελέητα χωρίς ανάσα δείχνοντας το στίγμα του άλμπουμ.  Ιδιαίτερη αναφορά πιστεύω ότι πρέπει να γίνει στα “Death church” και “Blood for blood” , δύο τρομερές κομματάρες που είχε γράψει ο Flynn για τους VIO-LENCE και απορρίφθηκαν από τη μπάντα, αν είναι δυνατόν. Δεν υπάρχει filler εδώ μέσα, όλα τα κομμάτια είναι εξαιρετικά, το καθένα με τη δική του δυναμική και το σημαντικότερο, ακούγονται ακόμα και σήμερα το ίδιο φρέσκα όπως και τότε.

Ηχητικά το “Burn my eyes” μπορεί να περιγραφεί ως ένα κράμα thrash metal με έντονα στοιχεία Bay Area (ακούστε για παράδειγμα το ξέσπασμα στο “ A thousand lies”ή στο “A nation of fire”) με το groove metal των PANTERA. Ο δίσκος σκοτώνει από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό δείχνοντας μια μπάντα με τεράστιες δυνατότητες και έναν Flynn πιο οργισμένο από ποτέ.

Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι το “Burn my eyes” είναι ένα εκπληκτικό ντεμπούτο που όμως έθεσε πολύ ψηλά τον πήχη για τους MACHINE HEAD και δεν κατάφεραν ποτέ να τον ξεπεράσουν. Ίσως να τον προσέγγισαν με το “The blackening” αλλά μέχρι εκεί, Πάντως είναι ξεκάθαρα το πιο ωμό, το πιο επιθετικό τους άλμπουμ και αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν, Και το λέει κάποιος που δεν είναι καν οπαδός τους!

Did you know that:

  • Αντίθετα με τον αστικό μύθο που θέλει τον Flynn να δανείζεται το όνομα της μπάντας από το ομώνυμο άλμπουμ των DEEP PURPLE, δεν ισχύει κάτι τέτοιο.
  • Μέχρι την κυκλοφορία του ντεμπούτου των SLIPKNOT, το “Burn my eyes” ήταν το άλμπουμ με τις υψηλότερες πωλήσεις ως ντεμπούτο στην ιστορία της Roadrunner.
  • Για την προώθηση του άλμπουμ γυρίστηκαν δύο βίντεο κλιπ για τα κομμάτια “Davidian” και “Old” που έκαναν θραύση.
  • Η Ιαπωνική έκδοση του άλμπουμ περιλαμβάνει σαν bonus μια διασκευή στο “Alan’s on fire” των POISON IDEA, μια live εκτέλεση του “Davidian” και μια live διασκευή στο “Hard times” των CRO-MAGS. Η Αυστραλιανή έκδοση, από την άλλη, έχει επιπλέον το demo που κυκλοφόρησαν οι MACHINE HEAD το 1993.
  • Πρώτο και τελευταίο άλμπουμ της μπάντας με τον Chris Kontos στα τύμπανα. Αξίζει να προσθέσουμε ότι ο Flynn είναι ο μόνος που παραμένει στη μπάντα από το line up του δίσκου.

Θοδωρής Κλώνης

Underground Halls Vol. 182 (AGAINST EVIL, AKHLYS, HAIL DARKNESS, INNER STRENGTH)

0
Underground

Underground

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το album; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: AGAINST EVIL
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Give ‘em hell”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Doc Gator Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Noble John – Τύμπανα
Shasank Venkat – Κιθάρες
M Sravan Chakravarthi – Κιθάρες, φωνητικά
Siri Sri – Μπάσο, φωνητικά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Spotify
YouTube

Η Ινδία αρχίζει και ανεβαίνει κι αυτή με την σειρά της στην heavy metal μουσική, με αργά αλλά σταθερά βήματα. Φτιάχνει την σκηνή της, τους συναυλιακούς της χώρους, μπάντες ξεπετάγονται και ξεκινούν την πορεία τους και μας γνωρίζουν την καλλιτεχνική τους έκφραση και τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες. Μια από αυτές, είναι και οι AGAINST EVIL οι οποίοι, για να κάνουμε και ένα μικρό μάθημα γεωγραφίας, κατάγονται από την περιοχή Andhra Pradesh, που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της χώρας και πιο συγκεκριμένα από την μεγαλύτερη και πολυπληθέστερη πόλη της, την μητρόπολη Visakhapatnam (προφέρεται «Βιζαχαπατνάμ»).

Οι AGAINST EVIL δεν είναι καινούργιοι στη «φάση». Υπάρχουν από το 2014 και έχουν ήδη κυκλοφορήσει, πλην του Giveem hell το οποίο έχει και την τιμητική του, άλλους δυο δίσκους (All hail the king, End of the line). Για όποιον δεν έχει έστω μια μικρή επαφή με τους φίλους μας, βλέποντας το εξώφυλλο και διαβάζοντας τους τίτλους των τραγουδιών, ίσως να υποτεθεί πως μπορεί να πρόκειται για κάποιο thrash metal άλμπουμ, δίνω πολλές πιθανότητες. Στην πραγματικότητα όμως, οι AGAINST EVIL παίζουν ένα «πιο κλασσικό δε γίνεται» heavy metal, με (σχεδόν) όλα τα χαρακτηριστικά του είδους. Tempi όλων των ειδών, έμφαση στα «πιασάρικα» riffs και στα συναυλιακά refrains, ενίοτε μια ελαφριά essence επικού metal, ACCEPT, JUDAS PRIEST, SAXON (σίγουρα τους μετά το 2000), RAGE (όχι μόνο στη μουσική αλλά και στα φωνητικά)… ωραία πράγματα!

Το heavy metal είναι απλό. Και στην απλότητά του κρύβει ομορφιά αλλά και παγίδες. Μια από αυτές, είναι να ακούγεται βαρετό. Οι AGAINST EVIL δεν έπεσαν στην παγίδα αυτή, ούτε στον τρίτο τους δίσκο. Παραδίδουν μια όμορφη δουλειά, που για να την εκτιμήσεις και να την απολαύσεις, χρειάζονται τρία πράγματα: Πρώτον, να μην έχεις παράλογες απαιτήσεις εν έτει 2024, δεύτερον κατά την ακρόαση να αφήσεις εκτός κάθε σου έγνοια και σκοτούρα και τρίτον, μερικές κρύες μπύρες, εύκαιρες. Έχε τα και το “Give ‘em hell” θα σου φανεί «μια χαρά».

(7 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: AKHLYS
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “House of the black Geminus”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Debemur Morti Productions
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Naas Alcameth – Κιθάρες, πλήκτρα, φωνητικά
Eoghan – Μπάσο, τύμπανα
Nox Corvus – Κιθάρες
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Deezer
Instagram
Soundcloud
Spotify
Tidal

Οι ταινίες τρόμου, είναι αγαπημένο είδος πολλών σινεφίλ. Ο τρόμος, ένα συναίσθημα που μπορεί να εξιτάρει, να ξυπνήσει κέντρα του εγκεφάλου τα οποία είναι κυρίως αμυντικά, απέναντι σε οτιδήποτε ξένο, ανοίκειο. Να ξυπνήσει ένα αίσθημα αυτοπροστασίας και επιφυλακής. Παράλληλα όμως, όταν ερχόμαστε στις τέχνες, ο τρόμος είναι διάσημος και αγαπητός, γιατί όλα τα παραπάνω, τα βιώνει ο θεατής ή στην περίπτωσή μας ο ακροατής, εκ του ασφαλούς. Οι Αμερικανοί AKHLYS, με κάθε τους δουλειά, παρουσιάζουν και μία καινούργια σπουδή στον τρόμο. Από το πρώτο τους άλμπουμ, το Supplication του 2009, το οποίο βέβαια ήταν dark ambient δίσκος, μέχρι το εξαιρετικό The dreaming I και το πολύ δυνατό “Melinoë”, για την προώθηση του οποίου πέρασαν και από την χώρα μας, η παρέα του πολυπράγμονος Naas Alcameth (κατά κόσμον Kyle Earl Spanswick, τσεκάρετε και τις υπόλοιπες δουλειές του, αξίζει), «τρομάζει» με τις κυκλοφορίες της κάθε ανυποψίαστο και υποψιασμένο ακροατή.

Το νέο άλμπουμ των blacksters, πλέον, AKHLYS, ονομάζεται House of the black Geminus και απαρτίζεται από έξι μεγάλα και χορταστικότατα κομμάτια, ένα εκ των οποίων, το “Black Geminus”, ορχηστρικό. Από την αρχή του δίσκου και το “The mask of night-speaking”, η πανίσχυρη ατμόσφαιρα – ταυτόσημο του συγκροτήματος είναι προφανέστατη, με κάθε λεπτό που περνά να εντείνει την αγωνία, την πνιγηρή, αγχωτική ατμόσφαιρα. Το αίσθημα της ανασφάλειας, της παρουσίας κάποιου στην προσωπική ζώνη του καθενός, των σκιών  που μακραίνουν καθώς το φως φεύγει και αποχωρεί ηττημένο, μπροστά στο ορμητικό σκοτάδι που καταπίνει τα πάντα, γιγαντώνεται με κάθε επόμενο τραγούδι του άλμπουμ, μέχρι να φτάσει στην κορύφωσή του, με το τελευταίο “Eye of the Daemon – Daemon I”, αφήνοντας τον ακροατή να επιθυμεί επίμονα και άμεσα κάποια επόμενη κυκλοφορία αυτού του τόσο ιδιαίτερου και «ανατριχιαστικού» σχήματος.

Με την θεατρικότητα να περισσεύει και τους «δαίμονες» που κρύβει στην μουσική του το “House of the black Geminus”, είναι ένα εξαιρετικό άλμπουμ, μια πραγματικά πολύ, πολύ καλή δουλειά από τους AKHLYS. Ίσως και η καλύτερη τους μέχρι τώρα; Ο χρόνος θα δείξει, όμως με κάθε ακρόαση, κερδίζει πόντους. Πολλούς.

(9 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: HAIL DARKNESS
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Death divine”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Independent release
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Jez – Κιθάρα, φωνητικά
Joshua – Μπάσο
Emmet – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Spotify
YouTube

Ευτυχές το 1969! Χαρούμενη και δημιουργική χρονιά να έχουμε και μακάρι να τελειώσει γρήγορα ο πόλεμος στο Βιετνάμ! Τι εννοείς πως είμαι πέντε και πλέον δεκαετίες πίσω, ημερολογιακά; Τι εννοείς πως όντως ο πόλεμος στο Βιετνάμ και το flower power κίνημα έχουν τελειώσει; Οι HAIL DARKNESS από το Phoenix της Arizona, έχουν άλλη άποψη. Να μην έχουν καταλάβει πως το ημερολόγιο γράφει 2024, είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο. Να αρνούνται πάλι να συμβιβαστούν με την εποχή μας, το θεωρώ πολύ πιθανό. Και μα την πίστη μου, αλήθεια στο λέω, έχω δει κι αν δεν έχω δει, έχω ακούσει κι αν δεν έχω ακούσει συγκροτήματα που σκέφτονται, ζουν, δημιουργούν με αυτό το χαρακτηριστικό… σαν τους HAIL DARKNESS, τόσο μα τόσο «βουτηγμένους» στα late 60s, λίγα!

Μέχρι τώρα, οι Αμερικανοί είχαν κυκλοφορήσει μια σειρά από EPs, που περισσότερο με singles έμοιαζαν, καθώς αποτελούνταν από δυο κομμάτια το καθένα. Μαζεύουν λοιπόν το υλικό τους, προσθέτουν και κάποια ακόμη τραγούδια και έτοιμο το “Death divine”. Οι επιρροές τους, συγκεκριμένες και καθόλα εκλεκτές: BLUE CHEER, BLACK SABBATH, SIR LORD BALTIMORE, DUST, HARD STUFF ως προς τις μελωδίες της κιθάρας και το «βάρος» του μπάσου και των τυμπάνων, COVEN ως προς το occult ύφος, λίγοι HAWKWIND ανά φάσεις, για την πάντα καλοδεχούμενη ψυχεδέλεια… τέτοιου είδους rock και proto-metal σχήματα. Και χωρίς να μειώνω τους Joshua και Emmet, η Jez είναι αυτή που οδηγεί το συγκρότημα, σε τούτη την ιδιότυπη, «διαβολική», «μαύρη» τελετουργία. Τόσο με την κιθάρα της, όσο κυρίως με τα χαρακτηριστικότατα φωνητικά της.

Είναι ωραίος δίσκος το “Death divine”. Στους φίλους του συγκεκριμένου στυλ, θα αρέσει αρκετά θεωρώ. Έχει όμως ακόμη τα φυσιολογικά «αδέξια πατήματα» ενός ντεμπούτου, κάποιες στιγμές που κάπως υστερούν έναντι άλλων, πάσχει από έλλειψη ενός (τουλάχιστον) “hit” (όχι με την εμπορική έννοια, αλλά με την έννοια του τραγουδιού που θα αρπάξει αμέσως τον ακροατή) και ίσως μεγαλύτερη διάρκεια απ’ όσο θα έπρεπε, οπότε μοιραία χάνει λίγο έδαφος, σε σχέση με το πώς θα μπορούσε να είναι, υπό καλύτερες συνθήκες. Βέβαια, αυτά είναι στοιχεία που μπορούν άνετα να δουλευτούν, με συνέπεια η επόμενη studio δουλειά του group, να είναι ακόμη καλύτερη. Θα τους έχουμε από κοντά!

(7 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: INNER STRENGTH
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Daydreaming in moonlight”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Divebomb Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Scott Oliva – Φωνητικά
Justin Hosman – Μπάσο
Joe Kirch – Τύμπανα
Joe Marselle – Κιθάρες
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Spotify
YouTube

Μετά το καταπληκτικό “Sounds of the forgotten” των WITHERFALL, έρχεται ένας ακόμη δίσκος να απασχολήσει και εν τέλει να ενθουσιάσει όλους (αλήθεια, πόσοι έχουμε μείνει;) τους old school progressive metallers. Ο λόγος για την μεγάλη επιστροφή των θρύλων του underground US prog metal, INNER STRENGTH και το άλμπουμ “Daydreaming in moonlight”. Το ποιοι ήταν οι INNER STRENGTH, οι «μπασμένοι στα κόλπα» progsters σαν τον αρχισυντάκτη μου ας πούμε, το ξέρουν καλά. Το “Shallow reflections” συγκαταλέγεται στα μνημειώδη δημιουργήματα της προοδευτικής σκηνής των Η.Π.Α. Εγώ, απλά θα παροτρύνω να διαβαστεί ως συμπλήρωμα, από όποιον άλλον θέλει κι αυτό εδώ το κείμενο, γραμμένο κι αυτό από τον γράφοντα, με την ευκαιρία της επανέκδοσης, τότε, σπουδαίου αρχειακού υλικού.

Οι INNER STRENGTH επανέρχονται με την κατά τα ¾ σύνθεση του “Shallow reflections” και δεν αλλοιώνουν τον ήχο τους. Αυτό σημαίνει ότι η φωνάρα του Scott Oliva είναι παρούσα, η κιθάρα του Joe Marselle πότε power-ίζει, πότε thrash-ίζει, το μπάσο του Justin Hosman χαρίζει και πάλι ένα μαγικό groove… Λες και δεν πέρασε ούτε μια μέρα! Πλήρως εναρμονισμένος με τους υπόλοιπους και ο Joe Kirch, μετά την επιστροφή του στη μπάντα (έπαιξε στα πρώτα της demos), με ένα παίξιμο σαφέστατα επηρεασμένο από το αντίστοιχο του Mark Zonder. Φαινομενικά, τα 51 λεπτά που διαρκεί το “Daydreaming…” είναι αρκετά, στην εποχή μας. Στην πραγματικότητα όμως, πουθενά δε θα βαρεθείς, ποτέ δε θα άρεις την προσοχή σου κατά τη διάρκεια της ακρόασης, ειδικότερα στο πρώτο μισό όπου υπάρχουν και τα πιο «ευθύβολα» (αν μπορούμε να μιλάμε για «ευθύβολα», όταν αναφερόμαστε σε έναν progressive δίσκο) τραγούδια.

Το πρόσωπο του progressive metal έχει αλλάξει εντελώς στο πέρασμα των ετών. Πλέον, progressive θεωρούνται μπάντες σαν τους LEPROUS, SOEN, SLEEP TOKEN. Σαφέστατα και τίποτα δε μένει αναλλοίωτο, το κατανοώ αλλά λυπούμαι βαθύτατα, αυτή η αιώνια «μίρλα» που διακατέχει όλους αυτούς τους σύγχρονους progsters, διόλου με συγκινεί. Αντίθετα, το progressive των late 80s – mid 90s, με τα δυναμικά riffs, τις θεσπέσιες μελωδίες, το «περιπετειώδες» rhythm section και τα «ακροβατικά» φωνητικά, δε θα σταματήσει ποτέ να με ενθουσιάζει. Το progressive των FATES WARNING (το κομμάτι που παρατίθεται πιο πάνω, εκτός από υπέροχο, είναι τόσο “Fates” σε όλα του που το μόνο που το λείπει είναι το όνομα του Matheos στα credits), του πρώτου DREAM THEATER άλμπουμ, των PSYCHOTIC WALTZ, των αδικοχαμένων μαζί με τους ιδρυτές τους CONTROL DENIED και NEVERMORE, των SYMPHONY X…

Ναι, τίποτα δε μένει αναλλοίωτο, αλλά μη ξεχνάμε και κάτι ακόμη: Η μουσική κάνει κύκλους. Λες λοιπόν να έφτασε η ώρα για την αναγέννηση του «ορθόδοξου» progressive metal; Ή μήπως δίσκοι σαν το “Daydreaming in moonlight” είναι ευχάριστες εξαιρέσεις σε έναν παγιωμένο κανόνα; Το μέλλον θα δείξει, το παρόν επιτάσσει πολλές ακροάσεις!

(8 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

SHELTER ME: The Hard Rock Avenue! (Ιούλιος 2024: THE LADDER – REMEDY – VAIN)

0
shelter me

shelter me

Υπάρχει μία κοινότητα οπαδών εκεί έξω που παραμένουν στις επάλξεις, διατηρούν την πίστη και παραμένουν νοσταλγικά προσηλωμένοι σε ένα μουσικό ιδίωμα που για δεκαετίες μας έχει χαρίσει μεγάλες χαρές και συγκινήσεις. Περί hard rock το ανάγνωσμα, λοιπόν, και με το Shelter Me, ευελπιστούμε να δείξουμε ότι αυτή η μουσική παραμένει alive and kicking με πολύ αξιόλογες κυκλοφορίες, μερικές εκ των οποίων θα αναφέρουμε εδώ…let’s get rocked!

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The ladder” – THE LADDER (Reissue)
ETOΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2024
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Rock Candy
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Lou & Joe Parente
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Frank Mancano
Κιθάρα – Tim Jordan
Μπάσο – Doug Grigsby
Drums – Joe Franco
Keyboards – Joe Parente
Official website: www.rockcandy.com

Περίμενα πολλά χρόνια για μία αξιοπρεπή επανέκδοση του μοναδικού δίσκου των THE LADDER. Βλέπετε, η δουλειά που είχε κάνει η Wounded Bird πριν από αρκετό καιρό ήταν μεν καλή αλλά ως εκεί. Οπότε, όταν ανακοινώθηκε από τη Rock Candy η επανακυκλοφορία του συγκεκριμένου άλμπουμ, ανέμενα με μεγάλη ανυπομονησία την ημέρα που θα έβγαινε στην αγορά. Οι THE LADDER ήταν μία μπάντα από τη Philadelphia που δημιουργήθηκε από τα αδέλφια Parente και για κάποιο λόγο δεν κατάφεραν να πετύχουν κάποια αξιοσημείωτη επιτυχία ή για να ακριβολογούμε πέρασαν τελείως στα αζήτητα. Θυμάμαι ότι αγόρασα το βινύλιό τους στα τέλη της δεκαετίας του 80 όχι γιατί τους ήξερα αλλά γιατί διάβασα πίσω στα credits ότι τύμπανα έπαιζε ο Joe Franco. Λόγω, λοιπόν, της αγάπης μου για τους TWISTED SISTER πήρα το δίσκο και ήταν μία από τις καλύτερες αγορές που έχω κάνει.

Πρωτοκλασάτο AOR με hi-tech αναφορές που τόσο διαδεδομένες ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 και μία αψεγάδιαστη απόδοση όλων των μουσικών στο studio. Συνθέσεις που παρέπεμπαν σε μπάντες όπως οι ASIA, YES και MR. MISTER αλλά με μία, θα έλεγα, πιο hard διάθεση διέθεταν όλα τα εχέγγυα για μία πλατινένια κυκλοφορία αλλά δυστυχώς το αγοραστικό κοινό είχε άλλη άποψη. Βασικά, δεν έμαθε σχεδόν ποτέ τους THE LADDER αφού η ATCO δεν προώθησε καθόλου τη μπάντα και παρά το γεγονός της διθυραμβικής κριτικής στο Kerrang στις αρχές του 1987, η τύχη του δίσκου ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη.

38 χρόνια από την αρχική έκδοση του δίσκου, η Rock Candy μας επανασυστήνει αυτό το AOR αριστούργημα και όλοι οι φίλοι του melodic rock και του East Coast AOR το αγοράζουν με κλειστά μάτια!

9 / 10

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Pleasure beaths the pain” – REMEDY
ETOΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2024
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Escape
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ/ΜΙΞΗ/MASTERING: Erik Martensson
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Robert Van Der Zwan
Κιθάρα – Roland Forsman
Μπάσο – Jonas Dicklo
Drums – Fredrik Karlberg
Keyboards – Jonas Oijvall
Official website: www.remedymusicsweden.com

Οι REMEDY είναι μία μπάντα από τη Σουηδία και το “Pleasure beats the pain” είναι το δεύτερο studio άλμπουμ τους. Ομολογώ ότι δεν είχα ακούσει ολόκληρο το ντεμπούτο τους (“Something that your eyes won’t see”, 2022) αλλά θυμάμαι ότι τα 1-2 τραγούδια που είχα ακούσει μου είχαν αφήσει θετική εντύπωση. Γι’ αυτό το λόγο και μόνο δεν θα έχανα την ευκαιρία να τσεκάρω τη νέα τους δουλειά και μάλιστα το αποτέλεσμα με δικαίωσε…και με το παραπάνω, μάλιστα!

Ο Erik Martensson των ECLIPSE έχει αναλάβει ξανά τη μίξη και το mastering «χτίζοντας» ένα αψεγάδιαστο ηχητικό τείχος γύρω από το συνθετικό οικοδόμημα των REMEDY. Με ένα στυλ που γειτνιάζει σαφώς στους H.E.A.T. και στους ECLIPSE έχοντας όμως και κάμποσα δάνεια στοιχεία από το ευρύτερο hard rock των τελευταίων 15 ετών, οι REMEDY καταφέρνουν να συνδυάσουν το μοντέρνο hard rock με τις power pop αναφορές και τα ανθεμικά refrains. Έτσι, δεν γίνεται να μην τραγουδάς όταν ακούς τις μελωδίες όλων των τραγουδιών αφού όλες οι συνθέσεις είναι ανεβαστικές και προορισμένες για συναυλιακούς χώρους.

Η μοναδική μου ένσταση έγκειται στο γεγονός ότι θα ήθελα περισσότερα πρωτότυπα στοιχεία στον ήχο τους και γιατί όχι ένα πιο ανοιχτό…φλερτ με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ίσως την επόμενη φορά. Όπως και να έχει το τελικό αποτέλεσμα κρίνεται θετικό…και αυτό μετράει.

7,5 / 10

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Disintegrate together” – VAIN
ETOΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2024
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Jackie Rainbow Records
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Davy Vain
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, Κιθάρα, Keyboards – Davy Vain
Κιθάρα – Dylana Nova Scott
Κιθάρα – Joel Proto
Μπάσο – Ashley Mitchell
Drums – Tommy Rickard
Official website: www.davyvainstore.company.site

Δεν ξέρω πως τα καταφέρνει ο Davy Vain και…σταματάει το χρόνο αλλά αυτό που ξέρω σίγουρα είναι ότι το νέο άλμπουμ των VAIN “Disintegrate together” αποτελεί ένα πραγματικό στολίδι στη δισκογραφία της μπάντας αλλά και του hard rock γενικότερα. Βάζει κάποιος να ακούσει το νέο δίσκο και αισθάνεται ότι μεταφέρθηκε στο 1990/1991 και στο διάδοχο του αξεπέραστου “No respect”! Νομίζετε ότι υπερβάλλω; Πιστέψτε με…ούτε καν! Και μπορώ να το κάνω ακόμη πιο πομπώδες και απίστευτο καθώς η φωνή του Davy είναι κυριολεκτικά αναλλοίωτη στο χρόνο. Τρομερά πράγματα. Τώρα…θα αναρωτηθεί κάποιος (και δικαίως): καλά όλα αυτά, τι γίνεται όμως με τις συνθέσεις;

Όσοι παρακολουθούν τα έργα και τις ημέρες των VAIN γνωρίζουν πολύ καλά ότι δύσκολα θα κυκλοφορήσουν κάτι μη ποιοτικό. Ναι, σίγουρα κάποιοι δίσκοι τους δεν γίνεται να φτάσουν τα επίπεδα της περιόδου 1989-1993 αλλά αυτό σχεδόν εξυπακούεται. Ωστόσο, οποιαδήποτε νέα κυκλοφορία τους αποτελεί και μία πραγματική αποθέωση του old school sleaze ήχου. Το ίδιο ισχύει και με το “Disintegrate together” και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό. Τόσο απλά. Οπότε μην περιμένετε ξεχωριστές αναφορές σε τραγούδια αφού όλος ο δίσκος ακούγεται το ίδιο εντυπωσιακός. Φυσικά, θα ήθελα να άκουγα μία καλύτερη παραγωγή αλλά και πάλι δεν υποβαθμίζει το γενικότερο άριστο συνθετικό επίπεδο και άλλωστε αυτά τα θέματα είναι αναμενόμενα όταν υπάρχει περιορισμένο budget. Με μία φράση, λοιπόν, ο Davy Vain και οι VAIN δείχνουν ξανά πως πρέπει να παίζεται και να ακούγεται το πραγματικό sleaze hard rock.

8,5 / 10

Σάκης Νίκας

CHANIA ROCK FESTIVAL, DAY 1 (BLIND GUARDIAN, EXODUS, LUNARSEA, SCARFLOOD, STYGIAN PATH, 16/7, Χανιά)

0
Blind Guardian

Chania

Χανιά και καλοκαίρι, πέρα από ήλιο, μπάνια και καλό φαΐ, σημαίνει Chania Rock Festival, ένα από τα δημοφιλέστερα φεστιβάλ της επαρχίας που από ανερχόμενο δρώμενο έχει πλέον γίνει θεσμός και πόλος έλξης για κόσμο από το εσωτερικό αλλά και πολλούς ξένους επισκέπτες. Για άλλη μια χρονιά λοιπόν έχω μόνο θετικά να γράψω για την εξαιρετική διοργάνωση και τη φιλοξενία στον χώρο της Ανατολικής Τάφρου όπου έχει μεταφερθεί η έδρα του φεστιβάλ εδώ και χρόνια, ένας χώρος που προσφέρεται περισσότερο από τον παλιότερο, τον Ενετικό Προμαχώνα, για την προσβασιμότητα αλλά ειδικότερα για τον ήχο και την άνεσή του. Με τον καύσωνα να έχει υποχωρήσει εδώ και μέρες και το μελτέμι να φέρνει κύματα ανακούφισης στον λιγοστό κόσμο που είχε αρχίσει να μαζεύεται κάτω από τον κρητικό ήλιο, βρήκα μια αναπαυτική θέση στον ίσκιο για να απολαύσω το πρώτο συγκρότημα της μέρας, τους Αθηναίους STYGIAN PATH που άνοιγαν για την πρώτη μέρα του τριήμερου Chania Rock Festival.

Η νεοσύστατη αυτή μπάντα ήρθε στο πλαίσιο του διαγωνισμού Γιώργος Μανουσέλης που δίνει την ευκαιρία σε νέες και ανερχόμενες μπάντες να ανέβουν στο stage του φεστιβάλ και να γνωριστούν σ’ ένα ευρύτερο κοινό. Οι Αθηναίοι STYGIAN PATH λοιπόν, έχοντας μόλις ολοκληρώσει τις ηχογραφήσεις του ντεμπούτου τους, όπως μας ανακοίνωσαν, έπαιξαν το γνώριμο και καλογραμμένο epic metal τους. Εδώ να πω πως το Chania Rock Festival δίνει κάθε χρόνο και σε μένα την ευκαιρία να ανακαλύψω καινούργιες εγχώριες μπάντες όπως πρέπει – πάνω στο σανίδι όπου όλα κρίνονται. Έτσι και δω είχα τη τύχη να ακούσω ένα επικό heavy metal με πολλές αναφορές στο σύμπαν των DOOMSWORD από μια μπάντα που ακούστηκε δεμένη, έχοντας όπως είπα μόλις βγει και από το στούντιο. Μαζί τους είχαν και τον τεχνικό ήχου του δίσκου τους που σίγουρα βοήθησε στον ευκρινή ήχο που επίσης βοήθησε να ακουστούν καλά οι STYGIAN PATH στο κοινό που άρχισε να εισέρχεται στην Ανατολική τάφρο.

Με λίγο λιγότερο από μισή ώρα στη διάθεση τους, τα παιδία έπαιξαν ίσα-ίσα τρία κομμάτια από τον επερχόμενο δίσκο τους και τα τρία γύρω στα δέκα λεπτά, περιπετειώδη, βαρύγδουπα και με τη στάμπα ενός είδους που γνωρίζουν και ερμηνεύουν πολύ ωραία. Δίχως αμφιβολία, οι οπαδοί του επικού/doom ήχου θα έχουν να μιλάνε για ένα σημαντικό συγκρότημα και δίσκο για τα εγχώρια δεδομένα. Το παράπονο μου, και ίσως αυτό να οφείλεται στην τοποθέτηση τους στην αρχή, είναι πως το συγκρότημα δεν είχε επαφή με τον κόσμο, δεν μας μίλησε αρκετά και φαινόταν συγκεντρωμένο στη δουλειά του χωρίς όμως να μεταδίδει όρεξη και κάτι που να με ξεσηκώσει. Έπαιξαν καλά και σωστά και έφυγαν γρήγορα. Προσωπικά, ακόμα και αν δεν με αγγίζει η μουσική ενός συγκροτήματος, θα ήθελα να νιώσω λίγο την πώρωση και χαρά του να παίζεις ζωντανά. Όπως και να έχει, οι STYGIAN PATH προσέφεραν ένα καλό ζέσταμα για την έναρξη του φεστιβάλ και υποσχέσεις για επερχόμενο τους ντεμπούτο.

Ακολούθως είχαμε τους Ρεθυμνιώτες SCARFLOOD, ένα επίσης ανερχόμενο όνομα της ελληνικής και κρητικής σκηνής που είδαμε και πέρυσι στο Rethymno Rocks. Οι modern metallers, με πολλές επιρροές από τη σύγχρονη αμερικάνικη σκηνή αλλά και σίγουρα από τους METALLICA του “Black album”, ανέβηκαν στην ώρα τους μπροστά σε ένα λίγο πολυπληθέστερο κοινό το οποίο κέρδισαν σχεδόν αμέσως με την όρεξη και ορμή τους που με κέρδισε και μένα. Οι νέοι τούτοι ξεχωρίζουν χάρη στο πολύ δεμένο και δυνατό (σε φάσεις περισσότερο και από τις κιθάρες) rhythm section που δίνει παλμό και groove στο κατά τα άλλα βασικό αλλά καλογραμμένο σύγχρονο metal τους. Πάνω απ όλα ξεχωρίζουν χάρη στην παρουσία του κιθαρίστα και τραγουδιστή Νίκου Μαρινάκη που βρυχάται και ξεσηκώνει με την ερμηνεία του. Ο Μαρινάκης έχει πολύ ωραίο εύρος στη φωνή του και ξέρει πότε και πόσο να πατάει γκάζι. Όταν όμως το κάνει, νιώθεις τη γροθιά σου να σφίγγει άθελα σου καθώς το κεφάλι σου κουνιέται πέρα δώθε ρυθμικά. Αφού μας παρουσίασαν μερικά από τα πρώτα τους single, όπως “Bones don’t lie” και “The wrongdoer”, μετά από σχεδόν μισή ώρα μας αποχαιρέτισαν με μια ολόσωστη διασκευή στο “Wherever I may roam” που ταίριαξε γάντι στο υπόλοιπο σετ.

Η συνέχεια ήρθε από τη γείτονα Ιταλία με τους melodic death metallers LUNARSEA, μια μπάντα που υπάρχει από το 2003 με σημαντική δισκογραφική παρουσία και ένα δυνατό βιογραφικό που τους έχει δει να μοιράζονται τη σκηνή με τεράστια ονόματα του ακραίου ήχου. Με τον κόσμο να εισέρχεται σε μεγαλύτερο αριθμό πλέον και την όποια ζέστη να έχει υποχωρήσει, οι Ιταλοί, με τέσσερα άλμπουμ στις αποσκευές τους, έπαιξαν για 45 λεπτά πάνω στη σκηνή του Chania Rock Festival μπροστά σε ένα κοινό που φάνηκε να ανταποκρίνεται καλά στο σύγχρονο melo death των LUNARSEA. Η μπάντα είπε και έδειξε πως χαιρόταν πολύ που βρισκόταν στη σκηνή αυτή που μοιράζεται μαζί με τεράστιες μπάντες. Με έναν δυνατό και ευκρινή ήχο εκτέλεσαν με επαγγελματισμό και περίσσια όρεξη κομμάτια από τη δισκογραφία τους και ιδιαίτερα από το “Earthling/terrestre” του 2019.

Ο frontman τους κερδίζει τη προσοχή του κοινού για τη δυναμική του παρουσία όντας αεικίνητος και εκφραστικός, εναλλάσσοντας από ακραία σε πολύ όμορφα καθαρά φωνητικά. Το παράπονο μου με τους LUNARSEA έχει να κάνει όχι τόσο με τη σκηνική τους παρουσία ή την ερμηνεία τους, που ήταν όλα καλά, αλλά με τη ποιότητα των συνθέσεών τους. Από ένα σημείο και πέρα, είχα την αίσθηση πως επαναλαμβάνονταν και πως κάτι λείπει από το κατά τα άλλα τετριμμένο melo death τους, όπως κοφτά ριφ και κάποιες εναλλαγές. Ήταν λίγο σαν να υπήρχε μια μανιέρα που δεν βοήθησε να μείνει αμείωτο το ενδιαφέρον μου. Ασχέτως αυτού, οι LUNARSEA έπαιξαν με όρεξη, κάτι που μετέδωσαν στο κοινό που πλέον είχε μαζευτεί και ζεσταθεί, περιμένοντας εναγωνίως τους EXODUS για την πρώτη τους εμφάνιση σε ελληνικό έδαφος μετά από δώδεκα χρόνια απουσίας…

Φίλιππος Φίλης

Το Chania Rock Festival αποτελεί εδώ και χρόνια θεσμό, τόσο των εγχώριων συναυλιακών δρώμενων, όσο και των ευρωπαϊκών. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει υπάρξει στο πέρας των ετών και συνεχίζει να είναι, πόλος έλξης για τόσα μεγάλα ονόματα της metal σκηνής. Και όλοι αυτοί διαχρονικά, μόνο καλά λόγια έχουν να πουν για τη διοργάνωση, το χώρο, το μέρος ή το κοινό.

Επειδή δεν θέλω να πλατειάσω, προχωράω στο προκείμενο, το οποίο ακούει στο όνομα EXODUS. Οι θρύλοι του Bay Area επιστρέφουν μετά από 12 χρόνια στη χώρα μας, με τα Χανιά να είναι μάλιστα και ο πρώτος σταθμός της Ευρωπαϊκής περιοδείας της μπάντας για τη φετινή χρονιά. Γνωρίζοντας πως οι εμφανίσεις τους είναι γεμάτες ενέργεια και πάθος, ανυπομονούσα για την εμφάνιση των Αμερικανών και ομολογώ πως είχα υψηλές προσδοκίες.

Αφού στήθηκαν όλα, η μπάντα βγήκε με τρομερή ορμή στη σκηνή, ξεκινώντας το  set της με το υπερ-κλασσικό “Bonded By Blood”. Κακός χαμός από κάτω από τα πρώτα δευτερόλεπτα και προσωπικά ένιωθα πως αυτό που θα βλέπαμε θα ανταποκρινόταν σε ότι προσδοκίες είχα, στο ακέραιο. Ο κόσμος αγκάλιασε τη μπάντα εξ αρχής και η δημιουργία των πρώτων moshpit έγινε εν ριπή οφθαλμού, τα οποία δε σταμάτησαν πριν το τέλος της εμφάνισης των Καλιφορνέζων.

“Blood In, Blood Out” για τη συνέχεια και “R.E.M.F.” από τις πιο πρόσφατες δισκογραφικές δουλειές της μπάντας και το κοινό όχι μόνο φαίνεται να είναι οικείο με τα κομμάτια, αλλά υπάρχει διάχυτη και μια αίσθηση «πανηγυριού» στην ατμόσφαιρα. Επιστροφή στα παλιά, στο τεράστιο “Bonded by blood” και τα “And Then There Were None” και “Piranha”, αλλά και στο επίσης παλιό “Brain Dead” από το 2ο άλμπουμ του group. Η ενέργεια ξεχειλίζει από τη σκηνή, με τον κόσμο να το εισπράττει μέχρι κεραίας και να το επιστρέφει στη μπάντα, σε ένα βρόγχο που η αδρεναλίνη υπήρχε σε κορεσμό.

Παρακολουθούσαμε ένα Steve “Zetro” Souza σε απίστευτη φόρμα και με περισσή όρεξη να τραγουδάει χωρίς αύριο, να παίζει με το κοινό, αεικίνητος πάνω στη σκηνή και να έχει ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά με αυτά που έβλεπε από κάτω. Το tempo (of the damned…) το έδινε ο τεράστιος πραγματικά Tom Hunting, ο οποίος μόνο με πυρηνικό αντιδραστήρα σε μειωμένα επίπεδα ψύξης μπορεί να παρομοιαστεί, έτοιμος να εκραγεί. Η απόδοσή του και η ενέργεια με την οποία ταλαιπωρούσε το drumkit του ήταν απίστευτη, ενώ η εκτελεστική του δεινότητα, τουλάχιστον αξιοθαύμαστη. Πραγματικά χαίρομαι που αυτός ο άνθρωπος ξεπέρασε ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα υγείας και βρίσκεται ανάμεσά μας κάνοντας με τον καλύτερο τρόπο αυτό που ξέρει καλύτερα. Ο Jack Gibson ήταν λίγο πιο μαζεμένος από τους υπόλοιπους, αλλά σαν βράχος με το μπάσο του έδινε τον τόνο πίσω από τις κιθάρες, σε μια μοναδική εμφάνιση. Όλα τα λεφτά οι “hillbilly” μπότες του που πραγματικά έκλεβαν την παράσταση. Ο γίγαντας Lee Altus, αλλά και ο τιτάνας Gary Holt αλώνιζαν παθιασμένοι την σκηνή, μοιράζοντας αριστερά και δεξιά τα ξυραφιαστά riffs τους. Ειδικά για τον Holt τι να πεις. Ο άνθρωπος γεμίζει τη σκηνή και βλέποντάς τον να παίζει ζωντανά εύκολα καταλαβαίνεις πως δε θα μπορούσε άλλος πέραν αυτού να αντικαταστήσει επί σκηνής το μακαρίτη τον Jeff Hanneman.

Επιστροφή στα πιο πρόσφατα πονήματα της μπάντας με τα “Deathamphetamine”, “Prescribing Horror” και “The Beatings Will Continue (Until Morale Improves)” να παίρνουν τη σκυτάλη. Ειδικά το πρώτο μας έστειλε αδιάβαστους με τις πανέμορφες εναλλαγές groove και ταχύτητας που ακούς στα οχτώ λεπτά που διαρκεί. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο πόσο ισορροπημένα έχει επιλέξει η μπάντα τη setlist της, δίνοντας εξίσου βάρος στο πρόσφατο υλικό τους σε σχέση με το παλιό, το οποίο και τους ανήγαγε σε μια από τις μεγάλες δυνάμεις του thrash. Αν μη τι άλλο πιστεύουν το πιο πρόσφατο υλικό τους και όχι άδικα, αποφεύγοντας να μηρυκάζουν το επιτυχημένο παρελθόν τους. Τεράστιο respect για αυτή τους τη στάση.

Τα “A Lesson in Violence”, “Shovel Headed Kill Machine” και “Blacklist” ρίχνουν λαδάκι στη φωτιά, με την κλοτσοπατινάδα να συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό μπροστά από τη σκηνή. Ο Souza ξεσηκώνει το κοινό και μας ευχαριστεί για μυριοστή φορά. Κάνει πλακίτσα στον Holt λέγοντας του πως ο ίδιος δεν είχε ξαναέρθει στην Κρήτη και τα Χανιά, ρωτώντας τον κιθαρίστα του εάν αυτός την είχε επισκεφτεί περιοδεύοντας με τους SLAYER. Ο Gary Holt του απάντησε αρνητικά και η μπάντα άρχισε να παίζει τα πρώτα κάμποσα δευτερόλεπτα του “Raining Blood” των αρχιερέων του thrash, με τον κόσμο να το υποδέχεται ενθουσιωδώς. Η «τρολιά» των EXODUS διήρκησε ελάχιστα μέχρι να αρχίζουν να παίζουν κανονικά το “The Toxic Waltz”, σε μια εξαιρετική εκτέλεση γεμάτη πάθος και ενέργεια. Το καλύτερο όμως το κρατούσαν για το τέλος και δεν ήταν άλλο από το “Strike of the Beast”, κατά τη διάρκεια του οποίου ακολούθησαν στιγμές… αποκάλυψης. Η μπάντα σε πλήρη υπερδιέγερση και το κοινό εκστασιασμένο, συμμετείχαν από κοινού σε μια σκηνικό που όποιος το παρακολουθούσε, μπορούσε να νιώσει την πεμπτουσία του heavy metal. Απίστευτες στιγμές, με αναμφισβήτητο highlight το wall of death στα μισά του κομματιού. Τελειώνοντας το κομμάτι, ο Lee Altus ανέβασε στη σκηνή μια σχεδόν σαστισμένη νεαρή οπαδό της μπάντας που βρισκόταν στην πρώτη σειρά, της οποίας της κρέμασε την κιθάρα του και την παρότρυνε να κάνει θόρυβο τη στιγμή που ο Hunting πίσω λυσσομανούσε πάνω στα δέρματά του, κλείνοντας την εμφάνισή τους.

Αφού η μπάντα μας ισοπέδωσε, μας ευχαρίστησε και αποχώρησε σχεδόν μέσα σε αποθέωση. Περίμενα πως θα βλέπαμε μια μεγάλη εμφάνιση από μια μπάντα που αποδίδει πάντα εξαιρετικά πάνω στο σανίδι, αλλά αυτό που ζήσαμε αυτό το βράδυ στους EXODUS ήταν πέρα από αυτό που περίμενα. Ήταν από εκείνες τις εμφανίσεις που τις θυμάσαι, τις διηγείσαι μετά από καιρός σε φίλους και σου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο.

Οι ετοιμασίες για τους headliners της βραδιάς δεν άργησαν καθόλου να ξεκινήσουν. Είναι σχεδόν παράδοση κατά τη διάρκεια αυτών των ετοιμασιών να απονέμεται το βραβείο του μουσικού διαγωνισμού «Γιώργος Μανουσέλης» στους νικητές, οι οποίοι ανοίγουν και το φεστιβάλ με την εμφάνισή τους. Εκ της διοργάνωσης ο Γιάννης Αναστασάκης κάλεσε τους STYGIAN PATH να ανέβουν επί σκηνής, οι οποίοι αφού το έπραξαν, τους απονεμήθηκε το βραβείο και ευχαρίστησαν όλον τον κόσμο που παραβρέθηκε και ειδικότερα τους φίλους τους που ακολούθησαν από την πρωτεύουσα τη μπάντα στα Χανιά για αυτή τους την εμφάνιση.

Το ρολόι κόντευε 22:00 και τα φώτα έσβησαν. Είχε φτάσει φυσικά η ώρα των BLIND GUARDIAN. Πολυαγαπημένη μπάντα για το ελληνικό κοινό και φυσικά και για τον γράφοντα, μιας και από την εφηβική του ηλικία ήταν υπαίτια για ατελείωτα ταξίδια σε κόσμους μαγικούς, πέρα απ’ ότι μπορούμε να φανταστούμε. Φυσικά και το ελληνικό κοινό από την πλευρά του αποτελεί ιδιαίτερη συμπάθεια των Γερμανών, πράγμα που δηλώνει όπου σταθεί και όπου βρεθεί. Δεύτερη φορά που οι GUARDIAN τιμούν με την παρουσία τους την πρωτεύουσα των Χανίων, μιας και το 2017 είχαν αποτελέσει ξανά τους headliners του Chania Rock Festival, σε μια ξεχωριστή βραδιά, όταν και όλοι όσοι είχαμε παρευρεθεί στον προμαχώνα του San Salvatore, είχαμε απολαύσει στην ολότητά του το “Imaginations from the other side”.

Το ομώνυμο μάλιστα τραγούδι από το παραπάνω άλμπουμ ήταν και αυτό με το οποίο δόθηκε το εναρκτήριο λάκτισμα της εμφάνισης της μπάντας επί σκηνής, με το κοινό ενθουσιώδες από κάτω να τους υποδέχεται με επευφημίες και να τραγουδά το εν λόγω άσμα. Η μπάντα είναι ορεξάτη και ο ήχος είναι καλός από την αρχή. Ο Hansi Kürsch ξέρει καλά το παιχνίδι με το κοινό και από τις πρώτες στιγμές δείχνει να το απολαμβάνει. Εμπόδιο σε αυτό, δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να σταθεί ο «μπανταρισμένος» με γάζες δείκτης του δεξιού του χεριού. Ανά διαστήματα είχε κάποια σκαμπανεβάσματα στη φωνή του, αλλά επ’ ουδενί δεν στάθηκαν ούτε αυτά ικανά έτσι ώστε να προβληματίσουν κανέναν από τους παρευρισκόμενους. Οι κ.κ. André Olbrich και Marcus Siepen αποδίδουν εξαιρετικά τα μέρη τους και τραγουδάνε συνεχώς τα δεύτερα φωνητικά που τους αναλογούν, με τον πρώτο γενικά να είναι πιο συγκεντρωμένος στα leads του, ενώ τον δεύτερο να αλωνίζει τη σκηνή και παθιασμένος να ζει την κάθε στιγμή. Ο Frederik Ehmke, στιβαρός και σταθερός ήταν αυτός που έδινε το βήμα με τον Johan van Stratum στο μπάσο, ενώ ο Kenneth Berger έντυνε πανέμορφα τα κομμάτια με τα πλήκτρα του.

Το πρόσφατο και δυναμικό “Blood of the Elves” έτυχε θερμής υποδοχής, πράγμα που σημαίνει πως ο κόσμος είναι εξοικειωμένος με το πιο πρόσφατο υλικό των Βάρδων. Τα πολυαγαπημένα “Nightfall” και “The Script for My Requiem” για τη συνέχεια και το κοινό τραγουδάει σχεδόν όλους τους στίχους, ειδικά στο δεύτερο που αποτελεί κι ένα από τα fan favorite. To ήδη προ-περσινό “The God Machine” συνεχίζει να τιμάται από τη μπάντα με το “Violent Shadows”. Στη συνέχεια η μπάντα πιάνει τα σκαμπό και τις ακουστικές κιθάρες, αλλά ο Hansi αμέσως μας επισημαίνει πως δεν έχει φτάσει ακόμα εκείνη η στιγμή που περιμένουμε… και μας ανακοινώνει πως θα κάνουμε μια βόλτα στη Σκανδιναβία μέσω του “Skalds and Shadows”. Το “Time Stands Still (At the Iron Hill)” τραγουδιέται επίσης από το κοινό, ενώ μια μικρή κοιλίτσα που φάνηκε να δημιουργείται στο “This Will Never End” «διορθώθηκε» γρήγορα από το εξαιρετικό “Secrets of the American Gods”. Ο κόσμος είναι μεν ενθουσιώδης, αλλά έχω την αίσθηση δε πως έχει πέσει λίγο, με τους EXODUS να φέρουν βαριά την ευθύνη, μιας και ξετίναξαν αρκετό κόσμο με την εμφάνισή τους.

Η ώρα που όλοι περιμέναμε – τάδε έφη Hansi Kürsch – είχε ήδη φτάσει και οι Olbrich και Siepen ξαναπιάνουν τα σκαμπό και τις ηλεκτροακουστικές τους κιθάρες. “The Bard’s Song – In the Forest” λοιπόν για τη συνέχεια και τραγουδούν τους στίχους ακόμα και οι καρέκλες, σε ένα σκηνικό που μαγεύει (όσες φορές και να το έχεις ζήσει). Βουτιά στη συνέχεια, στο μακρινό 1990 και σειρά έχει ένα από τα προσωπικά μου αγαπημένα, το μοναδικό “Lost in the Twilight Hall”. Αναρωτιέμαι εάν είμαι ο μόνος που δεν μπορώ να μιλήσω, αλλά θαρρώ πως δεν είμαι, μιας και διαπίστωσα πως είχα άξιους συνοδοιπόρους γύρω-γύρω. Την τιμητική του για τη συνέχεια έχει το “At the Edge of Time” άλμπουμ και το επικό και λυρικό “Sacred Worlds”, ενώ το “Lord of the rings” αμέσως μετά, μας μετέφερε στον μαγικό κόσμο του J.R.R. Tolkien. Η ώρα του τέλους πλησίαζε και δε θα μπορούσε να κλείσει ομορφότερα μία ακόμα εμφάνιση των BLIND GUARDIAN, με τα πολυαγαπημένα όλων μας, “Valhalla” και “Mirror Mirror”. Ο κόσμος απτόητος τραγουδούσε ασταμάτητα τόσο στο πρώτο, όπου παραδοσιακά η μπάντα κάνει τα δικά της με το κοινό που τραγουδά καμιά πενηνταριά φορές το ρεφραίν στο τέλος το κομματιού και γουστάρει, αλλά και στο δεύτερο το οποίο εδώ και χρόνια έχει καθιερωθεί να κλείνει τις εμφανίσεις των Γερμανών.

Είναι απίστευτη αυτή η αμφίδρομη και άνευ όρων αγάπη που έχει το ελληνικό κοινό με τη μπάντα και η μπάντα με το ελληνικό κοινό. Πάντα εξαιρετικοί στις εμφανίσεις τους οι BLIND GUARDIAN, πολύ δύσκολα θα απογοητεύσουν κάποιον και δη τους ορκισμένους οπαδούς τους που πάντοτε, σε κάθε τους εμφάνιση, θα παραληρούν. Προσωπικά, ήταν η τέταρτη φορά που τους απολάμβανα ζωντανά και σε καμία στιγμή δεν ένιωθα τίποτα λιγότερο από ευχαρίστηση. Ήξερα βέβαια τι να περιμένω και δεν απογοητεύθηκα. Ήξερα πως θα τους δω ζωντανά και θα περάσω καλά, θυμούμενος καταρχάς τα εφηβικά μου χρόνια και πόσο καταλυτικός ήταν ο ρόλος των Γερμανών στο να διεισδύσω ακόμα πιο βαθιά στο μεταλλικό σύμπαν. Παρόλα ταύτα, η μπάντα που κέρδισε τις εντυπώσεις ήταν οι EXODUS, με μια μνημειώδη εμφάνιση που θα συζητείται καιρό από όσους είχαν την τύχη και να είναι παρόντες.

Ραντεβού λοιπόν το 2025, για άλλα και πιο τρανά…

Θανάσης Μπόγρης
Φωτογραφίες όλων των σχημάτων: Θανάσης Μπόγρης

Ξεπουλημένοι (;;;) δίσκοι στο Heavy Metal – Rock Hard – The Pod S02E25

0

Πιασάρικος ο τίτλος, αλλά χρειάζεται να ακούσετε όλο το 25ο επεισόδιο του Rock Hard – The Pod για να βγάλετε συμπέρασμα. Ο Σάκης Φράγκος, με αφορμή τις 750 εβδομάδες του “Black album” των METALLICA στα charts, κάνει μία κουβέντα γύρω από τους λόγους που οδηγούν τα σχήματα να αλλάξουν τον ήχο τους, ίσως προς το πιο “εμπορικό” (όπως και να καθορίζεται αυτό) και μας μιλά για μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα γκρουπ που άλλαξαν τον ήχο τους, με ή χωρίς επιτυχία.


Κι επίσης στα iTunes, PocketCasts και Amazon Music.

FIREWIND – MASTERPLAN: Βαλκανική περιοδεία που περνά και από την Ελλάδα

0
Firewind

Firewind

Οι FIREWIND του Gus G, ανακοίνωσαν περιοδεία με τους Γερμανούς power metallers, MASTERPLAN, η οποία θα περιλαμβάνει την Ελλάδα, τη Βουλγαρία και την Τουρκία και θα αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο μία συνέχεια της “Masters of fire” tour που έγινε νωρίτερα μέσα στη χρονιά.

Η περιοδεία θα περάσει στις 6/12 από τη Θεσσαλονίκη (Principal Club), στις 7/12 από την Αθήνα (Gagarin205) και στις 8/12 από τη Λάρισα (Circus).

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece